close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψαράκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψαράκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Ψαράκης Κώστας: Τρία [3] ποιήματα

Image

Η ΣΤΑΧΤΗ
Το ηφαίστειο που μάζευε τη δύναμή του σαν το κακό σπυρί
ξέσπασε ένα πρωί
κι όλη μέρα ξερνούσε στάχτη
μέχρι που γέμισε το τόπο στάχτες και ησύχασε .
Την άλλη μέρα βγήκε o ήλιος ο παντοτινός ,γκρίζος.
βγήκαν κι οι άνθρωποι και κοίταζαν και κοιταζόντουσαν.
Κι ήταν οι δρόμοι ποτάμια στάχτης
κι όσα δε σκέπασαν οι στάχτες γκρίζα κι αυτά
κι οι άνθρωποι σταχτιοί και τα μάτια των ανθρώπων γκρίζα
και ο αέρας σάπιος , βαρύς , όπως μέσα στα βαθιά πηγάδια
και ήχος κανείς
και όλα ακίνητα , κι ούτε πουλί πετούμενο .
Κι οι φωνές τους δεν πήγαιναν μακριά
έπεφταν κοντά , σαν πέτρες στον βαρύ αέρα.
και περίεργα ζώα , που οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ούτε τ όνομά τους
που ήταν κρυμμένα;
να έρπουν και να χαράζουν δρόμους στο συνεχές γκρίζο.
Και μετά έπιασε τους ανθρώπους ενας πανικός να καθαρίσουν τον τόπο
να καθαρίσουν τα ρούχα τους και τα σώματά τους από το γκρίζο.
Μα ήταν το ίδιο το φώς γκρίζο .
κι απελπίστηκαν και ησυχάσανε
κι απόμειναν να κοιτάζουν τον καινούργιο τόπο άφωνοι.
Μέχρι που νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι και φώτισε απόκοσμα
Το Αλλόκοτο , και την Σιωπή.
Και άρχισε να σέρνεται στις στάχτες το μεγάλο φίδι
που πάντα έλεγαν πως δεν υπάρχει.
Και ιδού οι άνθρωποι ,επιτέλους ήσυχοι, επιτέλους ειρηνικοί
χορτασμένοι από το απόκοσμο και το γκρίζο , κοιμήθηκαν.
και ζήτησα εξηγήσεις
και έρχεται ο ποιητής που γράφει
την Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών
και γελούσε.
Δες μου λέει
ειρήνεψαν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα
και τα χάχανα των χρωμάτων
κ έπαψαν τα όργανα των ήχων
και των ανέμων οι ψίθυροι.
Και ιδού ο όφις ο αρχαίος ο αλαζών
και τα ακατανόμαστα ,φανερά και τετραχειλισμένα.
Και ιδού οι άνθρωποι ειρηνικοί
οτι κατοικούν επιτέλους
σε τούτο τον τόπο που άλλος δεν ειναι
παρά οι ακατοίκητες ψυχές τους.


**

πώς νιώθω λέει...
έτσι νιώθω..
Παράξενη νύκτα.
προσκυνούν τα δέντρα
κάτι απρόσμενους άνεμους.
Ένας κόκκινος σκύλος
σκοτωμένος,
κείτεται ήσυχα ήσυχα
στην άκρη του δρόμου.
Πρόλαβα και είδα από τ αμάξι
μια τούφα στη ράχη του
που χάιδευε ο άνεμος,
που τάραζε τα δέντρα.
Κείτεται ήσυχα ήσυχα
γυρισμένος στο πλάι,
με τη ράχη του στη ταραχή του δρόμου,
σαν παιδί που κουράστηκε να το μαλώνουνε όλη μέρα
και εγκαταλείφθηκε,
στην αγκαλιά της μάνας του της γής
και στου ανέμου το χάδι,
με εμπιστοσύνη και λησμονιά,
όπως όλοι οι νεκροί.
Άφησα τη ψυχή μου ελεύθερη στον άνεμο
να πάει,
στις απόκοσμες κορφές
που δέρνει το φεγγάρι
και βαθιά στο πέλαγος
σε κάτι βράχους
που δέρνουν τα κύματα
χωρίς έλεος.
Και είδα τη γη που σβουρίζει στο απίστευτο χάος,
με όλους εμάς ανόητους, ταραγμένους,
κύμβαλα αλαλάζοντα,
τόσο απροετοίμαστους
να γυρίσομε τη πλάτη στο πολύβουο κόσμο
και να εγκαταλειφθούμε επιτέλους
με εμπιστοσύνη και λησμονιά,
στο χάδι του ανέμου
και στα χέρια του Θεού...

**

Οι άνεμοι της ερημιάς

 Στις άδειες αίθουσες φυσούν οι άνεμοι της ερημιάς.

Τα νερά σαπίσανε τη βιβλιοθήκη
Κάτι έγγραφα πεταχτήκανε χάμαι
Κάπου εδώ πρέπει να τριγυρίζει
Ίσως να κοιμάται εδώ τις νύχτες
Εδώ τον εγκατέλειψα
όταν ήταν δέκα χρονών.
Δεν νομίζω να μου κρατά κακία πια…
Στην αρχή έκλαιγε πολύ
και με φώναζε
δεν πίστευε ότι τον άφησα.
Μετά μόνο έκλαιγε.
Σταμάτησε να με φωνάζει.
Για να μη με κατηγορήσει
με ξέχασε .
Μετά έπαψε να κλαίει.
Αν συναντηθούμε
στο έρημο σχολείο
ή στον ποταμό με τα πλατάνια
και με κοιτάξει στα μάτια,
θα κάμει μια αβέβαιη κίνηση
σα μια στιγμή, μια ελάχιστη στιγμή
να μ' αγκαλιάσει..
ίσως να φανεί στο βλέμμα του
η απίστευτη αγάπη..
Και θα χαθεί..
Μάλλον κοιμάται εδώ τις νύχτες.
Στα πεταμένα έγγραφα, βρήκα το ενδεικτικό του..
Με το όνομά μου...

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

η σιωπή / Ψαράκης Κώστας


θυμάσαι την απρόσιτη σιωπή,
που Τον περιέβαλε ως ιμάτιον,
μέσα στη μεγάλη βουή τού πλήθους
που λυσσομανούσε γύρω του, σαν θάλασσα ;
Τί είτανε αυτή η μανία , τί τους ειχε πιάσει;
αυτή η μαύρη ηδονή,
να βάλουν επιτέλους τα χέρια τους στο Απροσπέλαστο ....
η ελευθερία του θηρίου
και η μεγάλη ηδονη του τιποτένιου
να ειναι κάτι, καταστρέφοντας
το Απρόσιτο..
ψάχναμε τα μάτια του
να του πούμε ότι .. τί να του πούμε ;
ότι μας περιμένει ενα μικρό παιδί στο σπίτι
κι η μάνα του , αλλιώς ...
τι αλλιώς;
ψάχναμε τα μάτια του ,
δειλοί και κακομοίρηδες..
ότι Κύριε, συχώρεσέ μας,
δεν έχομε ψυχή να σταθούμε δίπλα σου..
Κύριε σ εγκαταλείπομε ανυπεράσπιστο στο πλήθος,
που δε γνωρίζει τι ποιεί..
εμεις όμως Κύριε που γνωρίζομε,
όχι μόνο σ εγκαταλείπομε,
αλλά πάνω στο Σταυρό σου φορτώνομε
και την ενοχή της προδοσίας μας!..

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

η φρίκη / Ψαράκης Κώστας


(Στον Γιώργο Σεφέρη)
Ο άνεμος που φυσά τούτες τις μέρες
μας φέρνει από κάπου , σαν φύλλα ξερά , νεκρές πλέον επιθυμίες .
Ξεσκεπάζει τη φρίκη .
Φυσά κάτω από τις έρημες χειμωνιάτικες γέφυρες
με τον στιγμιαίο θάνατο της προσδοκίας
στο βλέμμα του μοναχικού αστέγου,
εκεί κάτω από τη γέφυρα
που ξαναγυρνά τη πλάτη σ εσένα και στο κρύο άνεμο .
Ποιός άραγε γνωρίζει τι ήλπισε ακούγοντας τα βήματά σου
(ποιος άραγε γνωρίζει ποιος νόμισε ότι έρχονταν ).
[Εδώ όμως πρέπει να σταματήσει το ποίημα
διότι αν συνεχιστεί θα συναντήσει την φρίκη
εκείνη την φρίκη που δεν αντέχω να σου περιγράψω
και εσύ δεν αντέχεις ν ακούσεις]
για την οποία λέει ο Ποιητής ότι
«δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει•
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.»
Ας σταθούμε λοιπόν εδώ , στις σκόρπιες εικόνες
του άστεγου κάτω από την αδιάφορη και έρημη γέφυρα ,
ή του βράχου
που θρυμματίζει το κρύο κύμα
ολομόναχος , στα μετανιωμένα από τα όργια του καλοκαιριού
χειμωνιάτικα ακρογιάλια ΄
ή τις γριές μητέρες που όταν πεθαίνουν σαν απροστάτευτα παιδιά
μαζί με τις ζωντανές τους μνήμες για σένα
σ αφήνουν γυμνό , στη παγωμένη λησμονιά
αλλά ποτέ στους νέους που βρίσκουν νεκρούς
σκεπασμένους με μια κουβέρτα , στα κρύα , μοναχικά , φοιτητικά δωμάτια
σπάζοντας τις πόρτες .
Ποτέ , ποτέ , στο χαμόγελο , το τελευταίο χαμόγελο , και στο βλέμμα
το βλέμμα που θυμάσαι ότι προσπέρασες
όπως προσπέρασες κι εκείνο του άστεγου
εκεί κάτω από την γέφυρα , όταν ο άνεμος μας φέρνει σαν φύλλα ξερά
νεκρές πλέον επιθυμίες .

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Ψαράκης Κώστας: Τρία (3) Ποιήματα

Τα ακρωτήρια του τέλους
Αν πάς βόρεια
και αν περάσεις τον κάμπο των ανθρώπων ,
[αυτό που συνηθίζομε να λέμε πραγματικότητα]
εκει όπου ζουν τα καθημερινά ,
θα βγείς στα ακρωτήρια του τέλους.
Στους γκρεμούς της μεγαλειώδους κατακρήμνισης ,
εκεί όπου ο κάμπος ,
εν αγνοία των ανθρώπων ,
ο υψίπεδος ,
διαρκώς καταρρέει στην αρχαία θάλασσα ,
αργά και απρόβλεπτα
ανανεώνοντας τους γκρεμούς του•
Κι έχουν μείνει μετέωρα νησιά
π απομακρύνονται ,
απο την καταρρέουσα ακτή
και στα νησιά μοναχοί άνθρωποι
οι φύλακες του χρόνου •
[ανάβουν την νύχτα την λάμπα
που μυρίζει πετρέλαιο
ακούνε τις μακρινές κατακρημνίσεις ,
που τους απομακρύνει κι άλλο
από τον κάμπο των ανθρώπων ,
αυτών των ανθρώπων που αγνοούν
την ύπαρξη ετούτων των τόπων ,
ήσυχοι
με την ελευθερία της ολοκληρωτικής ήττας,
και την απέραντη ασφάλεια των νεκρών .]
Στα ακρωτήρια του τέλους ,
όπου καταρρέουν τα σώματα
όπου καταρρέει ο χρόνος ,
όπου καταρρέουν αργά οι σημασίες...

***

το παράπονο του Θεού
...μιλάνε συνέχεια μεταξύ τους
σαν άτακτη τάξη
δεν μπορούν να σωπάσουν επιτέλους
για να με ακούσουν

***

Πετρόκωστας
Μετά την παρέλαση , στην ερημιά των Αστερουσίων
φυσούσε ένας λίγο κρύος αέρας
που είχε μέσα του κάποιο καλοκαίρι ακόμα.
Όρθιος , στην άκρη του γκρεμού , με τα άτακτα άσπρα μαλλιά ν ανεμίζουν
καθάριζε ένα μήλο
ο Πετρόκωστας.
-Τέλειωσε η παρέλαση; - με ρώτησε
έκοψε στα δυό το μήλο , κάρφωσε το ένα κομμάτι με το παλιό καταδρομικό του μαχαίρι
και μου τόδωσε.
-Κράτησε το μαχαίρι -μου ειπε-Αυτός ο πόλεμος δεν λέει να τελειώσει ....
και χάθηκε στους γκρεμούς, και στην ερημία του Λιβυκού.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Οι άνθρωποι του αποχωρισμού / Ψαράκης Κώστας


Οι άνθρωποι , συνέχισε ο Κύριος Ιάκωβος ,είναι μυστήρια όντα , και μάλιστα ο καθένας απ εμάς άλλο μυστήριο . Το μυστήριο του καθ ενός έχει μια άλλη ποιότητα.
Έγινε σιωπή , και στη σιωπή ήταν φανερό ότι ο Κύριος Ιάκωβος ζούσε την διέγερση αυτού που ήθελε να πεί ,όπως όταν θέλομε να αποκαλύψομε εκείνα τα λόγια που οι ίδιοι πολλές φορές έχομε πει στον εαυτό μας και μόνο σ αυτόν.
Χθές , άρχισε να λέει,σ ένα όνειρο ,ξέχασα πως τον έλεγαν , κάποιον , μιας ιστορίας τον ήρωα και σκέφτηκα -λέει- να ρωτήσω τον πατέρα μου , και ξαφνικά θυμήθηκα οτι ειναι νεκρός πολύ καιρό τώρα .
Και έπεσα σ ενα πηγάδι θλίψης οτι αυτό το όνομα θα χαθεί για πάντα διότι όλοι πέθαναν που γνώριζαν την ιστορία και το όνομα το ξεχασμένο .
Διότι δεν ειναι ο θάνατος σαν να γκρεμίζεται ένα σπίτι ή να πέφτει ένα δέντρο και τέλος .
Ο θάνατος ειναι μια δύνη που ρουφά και κλέβει από τούτο το κόσμο για πολύ καιρό ,ίσως και για πάντα τα ίχνη του ανθρώπου .
Και τον ήχο , και την εικόνα , και το γέλιο του και τις χειρονομίες του , και τον τρόπο που περπατούσε , και το βλέμμα του και και τη μυρωδιά του .
Και τη νιώθεις αυτή τη κρύα δύνη πιο πολύ στο δωμάτιο του πεθαμένου, να καταβροχθίζει αργά εικόνες, ήχους , φωνές , ιστορίες, ονόματα, που δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά σε τούτο το κόσμο ,κι αυτό ειναι πιο λυπηρό κι από τον ίδιο το θάνατο , αυτή η μαύρη τρύπα της αιώνιας λησμονιάς που καταπίνει στιγμές και γέλια , και κλάματα και δε χορταίνει ποτέ.
Κι ειναι σαν να μαζεύει ο ίδιος νεκρός τα πράγματά του, που τ άφησε όπως όπως ,έτσι όπως έφυγε ξαφνικά και τώρα γύρισε και τα μαζεύει , κι ειναι πολύ σκληρό αυτό να χάνεται από τα πράγματά του , διότι δεν παίρνει βέβαια τα πράγματα, αλλά τον εαυτό του από τα πράγματα κι από τις μνήμες που αντιστέκονται , μ ένα θλιμμένο χαμόγελο , όχι γι αυτόν αλλά για μάς .
Και το πιο σκληρό ειναι όταν θυμόμαστε αυτό το χαμόγελο από πάντα και την θλίψη στα μάτια .
Ειναι το χαμόγελο του αποχωρισμού ,αυτών , που γνωρίζουν πως θα φύγουν ,όπως και μεις άλλωστε γνωρίζομε οτι θα τους χάσομε , τους ανθρώπους του αποχωρισμού .
Κι είναι σαν να γνωρίζουν κάτι πολύ πιο μεγάλο απ ότι εμεις θα μπορούσαμε να καταλάβομε και δεν υπάρχει τρόπος να μας το πούν και είναι σαν αυτή η γνώση ,και η αίσθηση ότι δεν γίνεται να μεταδοθεί αυτή η γνώση, να δημιουργεί εκείνη την ποιότητα της θλιμμένης στοργής στο χαμόγελο και στο βλέμμα ….
Ο Κύριος Ιάκωβος σταμάτησε και μου χαμογελούσε , κι ήταν σαν να αναγνώριζε την ήττα του στο να εκφράσει με λόγια αυτό που ξεκίνησε να πεί.
- Αλλοίμονο σ όσους έχουν ζήσει στη ζωή τους ανθρώπους του αποχωρισμού , δεν υπάρχει μεγαλύτερη πληγή.
Κατέληξε και σώπασε.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

αγρια φοινικόδεντρα / Ψαράκης Κώστας


(στον William Cuthbert Falkner)

Κοιμόμαστε τ Ανοιξιάτικα μεσημέρια
κι έρχονται οι νεκροί μας στα όνειρά μας
και μας χαμογελούν
το συγκαταβατικό χαμόγελο των νεκρών
σαν να μας λένε υπομονή.
Φυσούν Νότιοι άνεμοι Αφρικάνικοι .
Tα παράταιρα φοινικόδεντρα στα επαρχιακά βενζινάδικα
τους χαιρετούν με μεγάλες χειρονομίες
Τωρα που μας έφυγε αυτή η επιτακτική ανάγκη
να γίνομε κάτι , να κάνομε κάτι
κοιτάζομε ήρεμα τα άγρια φοινικόδεντρα
που φύτεψαν παράταιρα στα επαρχιακά βενζινάδικα
Και πίσω τους τα βουνά με τις τρομακτικές μνήμες
που στέκουν εκεί σαν τα χρόνια
να μας χωρίζουν από τη θάλασσα
Μα πιό πολύ κοιτάζομε
τα χόρτα στις άκρες των επαρχιακών δρόμων
που τ άρπαξε το καλοκαίρι να τα χρυσίζει
και ξανά τα άγρια φοινικόδεντρα
παράταιρα και καρτερικά στα επαρχιακά βενζινάδικα

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

Η ΣΤΑΧΤΗ / Ψαράκης Κώστας


Το ηφαίστειο που μάζευε τη δύναμή του σαν το κακό σπυρί
ξέσπασε ένα πρωί
κι όλη μέρα ξερνούσε στάχτη
μέχρι που γέμισε το τόπο στάχτες και ησύχασε .
Την άλλη μέρα βγήκε o ήλιος ο παντοτινός ,γκρίζος .
βγήκαν κι οι άνθρωποι και κοίταζαν και κοιταζόντουσαν.
Κι ήταν οι δρόμοι ποτάμια στάχτης
κι όσα δε σκέπασαν οι στάχτες γκρίζα κι αυτά
κι οι άνθρωποι σταχτιοί και τα μάτια των ανθρώπων γκρίζα
και ο αέρας σάπιος , βαρύς , όπως μέσα στα βαθιά πηγάδια
και ήχος κανείς
και όλα ακίνητα , κι ούτε πουλί πετούμενο .
Κι οι φωνές τους δεν πήγαιναν μακριά
έπεφταν κοντά , σαν πέτρες στον βαρύ αέρα.
και περίεργα ζώα , που οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ούτε τ όνομά τους
που ήταν κρυμμένα;
να έρπουν και να χαράζουν δρόμους στο συνεχές γκρίζο.
Και μετά έπιασε τους ανθρώπους μια μανία να καθαρίσουν τον τόπο
να καθαρίσουν τα ρούχα τους και τα σώματά τους από το γκρίζο.
Μα ήταν το ίδιο το φώς γκρίζο .
κι απελπίστηκαν και ησυχάσανε
κι απόμειναν να κοιτάζουν τον καινούργιο τόπο άφωνοι.
Μέχρι που νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι και φώτισε απόκοσμα
Το Αλλόκοτο , και την Σιωπή.
Και άρχισε να σέρνεται στις στάχτες το μεγάλο φίδι
που πάντα έλεγαν πως δεν υπάρχει.
Και ιδού οι άνθρωποι ,επιτέλους ήσυχοι, επιτέλους ειρηνικοί
χορτασμένοι από το απόκοσμο και το γκρίζο , κοιμήθηκαν.
και ζήτησα εξηγήσεις
και έρχεται ο ποιητής που γράφει
την Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών
και γελούσε.
Δες μου λέει
ειρήνεψαν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα
και τα χάχανα των χρωμάτων
κ έπαψαν τα όργανα των ήχων
και των ανέμων οι ψίθυροι.
Και ιδού ο όφις ο αρχαίος ο αλαζών
και τα ακατανόμαστα ,φανερά και τετραχειλισμένα.
Και ιδού οι άνθρωποι ειρηνικοί
οτι κατοικούν επιτέλους
σε τούτο τον τόπο που άλλος δεν είναι
παρά οι ακατοίκητες ψυχές τους.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Ονείρου Τόποι / Ψαράκης Κώστας


Στα όνειρά μας ,υπάρχουν αφενός ο ονειρικός μας εαυτός,
( αυτός που ονειρευόμαστε ότι είμαστε)
αφετέρου η πραγματικότητα μέσα στην οποία αυτός κινείται .
Το ονειρικό μας εγώ συχνά τείνομε να το αγνοούμε και ενθυμούμενοι το όνειρο ,
δίδομε έμφαση στην «πραγματικότητα» στην οποία ο ονειρικός μας εαυτός κινήθηκε,
μολονότι ,αυτό που είμεθα στο όνειρό μας ,
είναι σαφώς κάτι άλλο από τον εαυτό μας και απέχει από αυτόν ,
όσο απέχει η πραγματικότητα του ονείρου από την δική μας πραγματικότητα.
Ονειρεύομαι για παράδειγμα ότι «είμαι παιδί» και «μπορώ να πετώ» άρα ζω την πραγματικότητα του ονείρου σαν «Πήτερ Παν» μολονότι δε χάνω ούτε στιγμή την αίσθηση της ταυτότητάς μου , όσο κι αν αυτό που είμαι στο όνειρό μου απέχει από αυτό που είμαι στη πραγματικότητα.
Όπως λοιπόν εγώ «κινούμαι» στην εξωτερική πραγματικότητα του μάταιου τούτου κόσμου έτσι και ένα πολύ κοντά στον εαυτό μου κομμάτι
(τόσο κοντά που να διατηρεί την αίσθηση της ταυτότητας )
κινείται σε μια πραγματικότητα εσωτερική
(που είναι όντως «πραγματικότητα» με την έννοια ότι αντιστέκεται στις επιθυμίες μου ) ,
η οποία όμως είναι κομμάτι του εαυτού μου , καθώς εγώ το δημιουργώ στο εκάστοτε όνειρο.
Αν ονομάσομε κάθε τέτοια «ονειρική πραγματικότητα «ονείρου τόπο» θα μπορούσαμε άραγε να ελπίζομε σε ένα χάρτη ονειρικό , όπου αυτοί οι διάφοροι τόποι θα είχαν τη σχετική τους θέση;
Η με άλλα λόγια όπως οι διάφοροι τόποι της εξωτερικής πραγματικότητας
δημιουργούν ένα ενιαίο χάρτη στον οποίο εντάσσονται με ένα λογικό τρόπο ,
και ορίζουν ένα συγκεκριμένο ενιαίο χώρο με διάφορες επιμέρους τοποθεσίες ,
όπου υπάρχουν εκεί και περιμένουν την επίσκεψή μας
(επί ματαίω ίσως όπως οι γκρεμοί των Αστερουσίων π.χ. )
ή την καθημερινή μας παρουσία (όπως ο χώρος εργασίας μας)
έτσι και οι ονειρικοί τόποι οργανώνονται σε ένα ενιαίο χώρο με επιμέρους τόπους
με διαφορετική ίσως επισκεψιμότητα
ή παραμένουν ασύμβατες και ακοινώνητες επιμέρους πραγματικότητες ,
σκηνικά μιας χρήσης , για τις ανάγκες του εκάστοτε ονείρου;
............................
Ονειρεύτηκα
τέσσερεις εαυτούς ταυτόχρονα
ο ένας σε μια ταβέρνα να τον ερωτεύεται μια γυμνή χορεύτρια
ο άλλος στις άκρες μιας πόλης σε κάτι παράξενες στοές
με την τρομακτική αίσθηση του αδυσώπητου χρόνου
ο τρίτος σε έρημους τόπους να ακούει το τραγούδι των ανέμων
και ο τέταρτος εγώ
απαρηγόρητος
που όλα αυτά που θα χαθούν
στους καταρράκτες των ονείρων.
Προηγουμένως , η ερώτηση ήταν αν η ταβέρνα ,
οι παράξενες στοές στις άκρες της πόλης , και οι έρημοι τόποι του ονείρου
είναι σκηνικά μιας χρήσης για τις ανάγκες του ονείρου,
ή, τόποι μιας εσωτερικής πραγματικότητας
μέσα στην οποία κινείται το ονειρικό μας εγώ.
Αυτή την ερώτηση την έθεσα στον εαυτό μου πολύ νωρίς
και η απάντηση ,
μια χαρτογράφηση ( του δικού μου ονειρικού χώρου )
ήταν η διπλωματική μου εργασία (φοιτητής των Μαθηματικών(!!!) στη Πάτρα)
στον καθηγητή Αλέξανδρο Κοσμόπουλο ,
καθηγητή που μας δίδασκε παιδαγωγικά,
μια εργασία που ξάφνιασε και αυτόν και μένα
και που νομίζω ότι η όποια αξία της
ήταν η παρουσίαση της αίσθησης
και όχι της ιδέας που ειχα και έχω
για το ομοιομορφισμό
ανάμεσα στην εξωτερική
και την εσωτερική πραγματικότητα.
Ότι είμαστε ας πούμε σαν ένα τεράστιο διαστημόπλοιο στο απέραντο σύμπαν
του έξω κόσμου,
με το οποίο κινδυνεύομε στις χαράδρες των άστρων,
και τις νύκτες ,
όταν καταφέρομε να το προσγειώσαμε στο κρεβάτι μας ,
ξεκινούν απίστευτες περιπέτειες στο χαώδες εσσωτερικό του .
Αυτός ο ομοιομορφισμός του μέσα με το έξω
ειναι κάποιες φορές έντονος όπως φαίνεται π.χ εδώ
Το φώς ως ιμάτιον
Έρχονται στο χωριό για το Πάσχα
Έρχονται από την Αθήνα , από τη Γερμανία ,κάποιος από το Βόλο….
Κυρίως από την Αθήνα.
Όσοι έχουν φέρει ακριβό αμάξι
παρκάρουν στη πλατεία .
Κατεβαίνουν δήθεν αδιάφοροι ,
επιτέλους δικαιωμένοι.
Έχουν μια έξαψη και ένα κάπως παιδικό θρίαμβο…
όπως χτυπάνε τη πόρτα
και κάθονται στις παλιές καρέκλες
ψάχνοντας στα μάτια μας
την πληρωμή της ξενιτιάς…
Μετά από λίγο ξεχνιούνται
Κοιτάζουν τους ευκαλύπτους, τον αρχαίο βράχο ,
τους γερόντους που ζουν ακόμα , αναλίωτοι , χαμένοι στο χρόνο τους
τις ίδιες φωτογραφίες στους τοίχους
με τους πεθαμένους λυράρηδες
και τους καπετάνιους
τις γριές που αγωνίζονται τοίχο τοίχο τον ανήφορο και το θάνατο
Ερχεται και η νύχτα
ακούνε τους σκύλους που γαυγίζουν μακριά
νιώθουν στη καρδιά τους
τη λεπίδα του φεγγαριού…
μπαίνουν στα όνειρά τους
γιατί αυτοί είναι οι τόποι των ονείρων τους.
Τους κερνούμε ρακές, τους προσέχομε
Όταν ακουστεί το νυχτοπούλι
Φεύγουν απαρηγόρητοι και μεθυσμένοι.
Σταματούν κάποιες στιγμές απότομα
Έτοιμοι να δεχτούν την αποκάλυψη
που αισθάνονται να γεννιέται μέσα τους.
Αυτό το τεράστιο νόημα που όλο έρχεται να ξεσπάσει σα κύμα
και ποτέ δε φτάνει
Αυτό που θα τα ξεκαθαρίσει όλα αυτά δια μιάς
τα όνειρα, τους γέρους ,τα σοκάκια ,τις μυστικές στοές στην αποθήκη,
το αίμα που χύθηκε μια Άνοιξη
εκείνο το κορίτσι που γελούσε κάποτε στο ήλιο
αυτή την αυλή που δεν είναι πια ακριβώς αυλή
είναι και ένα συναίσθημα
και τα σχέδια των ίσκιων των ευκαλύπτων στο φως του φεγγαριού
που είναι πλέον σκέψεις.
σκέψεις μέσα σε σκέψεις
τόποι της μεθυσμένης τους ψυχής
όπως το κοιμητήρι
που έμπαινε στη θάλασσα
και βρέχανε τα κύματα
τους πρώτους τάφους…
Η νύχτα είναι λίγο δύσκολη απόψε
με το Άνοιξη να διαπερνά σιγά σιγά τους ανέμους
Η νύχτα είναι πάντα δύσκολη στις δίνες του Χρόνου
Αύριο θα τους κεράσομε καφέ.
Τους αγαπάμε.
……….
Από τότε που άρχισα να γράφω ,τίποτε άλλο δεν κάνω από το να προσπαθώ να περιγράψω με την ακατάλληλη των ανθρώπων γλώσσα ,τα εσσωτερικά τοπία , που σιγά σιγά κατάντησε να τα ζώ και ξυπνητός.
Ακατάλληλη διότι ειναι φτιαγμένη να περιγράφει τον μάταιο τούτο κόσμο και πως να μιλήσεις για τον άλλον μ αυτήν .....
όπως τα
μετέωρα
Οπου έψαχνα μια λέξη να ονομάσω αυτές τις σύνθετες οντότητες
από σκέψεις και δομές σκέψεων, συναισθήματα και πρότυπα συναισθημάτων
ανθρώπους πεθαμένους ή ζωντανούς , τόπους , αντικείμενα υπαρκτά ή ανύπαρκτα ...
και πράγματα που έγιναν ή θα συμβούν στη ζωή ή τα όνειρα
και δεν έβρισκα
αλλά ήταν εκεί , διακριτά , σαν βράχοι μετέωροι και ανάμεσά τους στενά περάσματα .
Καμιά φορά χάνονται , κι άλλοτε ειναι πολλοί μαζύ στο πέρασμα της ζωής ,και πώς να περάσω
όπου ο καθένας απ αυτους ειναι ένας κόσμος και μια αιωνιότητα
Οπου πέρνω την απόφαση και πατώ τις κορφές τους και περνώ
κι αν πέσω έπεσα
και τότε γίνεται ο κίνδυνος και το ύψος και το άγγιγμά τους και η εναλλαγή των αγγιγμάτων
ένα πράγμα μέσα μου που ουτε γι αυτό έχω όνομα
και που θα τη βρούμε αυτή τη γλώσσα σαν αυτή που λέω εδώ
τα σταφύλια
Απόψε ονειρεύτηκα τον τάφο μου.
Ηταν κάτω από ένα δέντρο , μια παράμερη ελιά
σ ένα καταπράσινο χωράφι υψίπεδο.
Kαι στην ελιά ειχε σκαρφαλώσει ένα κλίμα αμπελιού
και την είχε γεμίσει σταφύλια.
και κάτω από το δέντρο ήταν η πλάκα
Και στη πλάκα ένας σπουδαίος στίχος.
Υπήρχε μιά αίσθηση
όπως όταν τραγουδάνε κοπέλες κάπου μακριά
σαν να είναι όλα πολύ εύθραυστα
σα τη ζάχαρη που κρουστάλλιασε σε παλιό γλυκό πιοτό.
και απρόσιτα ,βυθισμένα στον δικό τους χρόνο όπως οι φωτογραφίες στα παλιά σπίτια
αλλά και μια τρυφερή ματαιότητα
για τις ανώφελες προσπάθειές μας να καταννοήσομε
όπως το παιδάκι στην θάλασσα, του Ιερού Αυγουστίνου .
κι όλα αυτά , αλλά και τόσα άλλα
ήταν γραμμένα στο στίχο στην πλάκα
σε μια γλώσσα αέρινη και θαλασσινή
με άλλες λέξεις απο τις δικές μας
τρυφερές, που δεν πληγώνουν τα νοήματα
διότι εμεις , ότι κι αν έχομε γράψει ,
κι ότι κι αν γράψομε στις γλώσσες μας
είναι ένα σφάγιο , μια καταστροφή του νοήματος
διότι οι λέξεις μας είναι σκληρές.
Πως μιλά ο άνεμος στα καλάμια ;
Τέτοιες λέξεις χρειαζόμαστε
...
αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε τα σταφύλια στην ελιά
με την αναπάντεχη οριστική δικαίωση της ομορφιάς.
Και τις κοπέλες που τραγουδούν κάπου μακριά
την τρυφερή ματαιότητα των πάντων.

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί / Ψαράκης Κώστας


Οπου δεν έχει σημασία για σας ο φόνος των ανθρώπων
αλλά ο τρόπος που τους σκοτώνουν ...
Οπου αν τους σφάζουν ή τους πυροβολούν ή αν τους ρίχνουν βόμβες
ειναι όλα καλά
αλλά αν τους εξοντώνουν με χημικά αντιδράτε ,
στέλνοντας πυραύλους να σκοτώσουν κάμποσους ακόμα
αλλά με σωστό τρόπο .

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

ο βοσκός / Ψαράκης Κώστας


καθόμαστε γύρω απο τη φωτιά , έξω απο το σπήλαιο
κι είμασταν σαν τους ανθρώπους πού βλέπουν μακρυά ένα ανοικτό ορίζοντα
ή σαν εκείνους που έρχονται από πολύ μακριά
ίσως απ τον ουρανό.
Τίποτα δεν ρωτούσαμε
γιατί μαζευτήκαμε εδώ,
τι γυρεύουν ετούτοι οι μακρυνοί άνθρωποι
που έρχονται με δυό καμήλες και ένα μαύρο άλογο
έπλεε η καρδιά μας ανάλαφρη σ ένα άσπρο πέλαγος.
φτερούγες μας άγγιζαν και φωνές.
Ξεπέζεψαν οι άρχοντες , δεν μας έβλεπαν ,
ήταν θαμπωμένοι σαν νυχτοπεταλούδες από κάποιο φως
μπήκαμε μαζύ τους στο σπήλαιο
Η Μάνα μας χαμόγελασε και δακρύσαμε .
γιατί δακρύσαμε;
το βρέφος ανάσαινε ήσυχα .
Και τότε μ έπιασε μια λαχτάρα να φέρω και γώ δώρο
κι έψαχνα τα ρούχα μου
δεν βρήκα τίποτε
μόνο πέντε καρφιά
ολοκαίνουργια .

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Η στάχτη / Κώστας Ψαράκης



Το ηφαίστειο που μάζευε τη δύναμή του σαν το κακό σπυρί
ξέσπασε ένα πρωί
κι όλη μέρα ξερνούσε στάχτη
μέχρι που γέμισε το τόπο στάχτες και ησύχασε .
Την άλλη μέρα βγήκε o ήλιος ο παντοτινός ,γκρίζος .
βγήκαν κι οι άνθρωποι και κοίταζαν και κοιταζόντουσαν.
Κι ήταν οι δρόμοι ποτάμια στάχτης
κι όσα δε σκέπασαν οι στάχτες γκρίζα κι αυτά
κι οι άνθρωποι σταχτιοί και τα μάτια των ανθρώπων γκρίζα
και ο αέρας σάπιος , βαρύς , όπως μέσα στα βαθιά πηγάδια
και ήχος κανείς
και όλα ακίνητα , κι ούτε πουλί πετούμενο .
Κι οι φωνές τους δεν πήγαιναν μακριά
έπεφταν κοντά , σαν πέτρες στον βαρύ αέρα.
και περίεργα ζώα , που οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ούτε τ όνομά τους
που ήταν κρυμμένα;
να έρπουν και να χαράζουν δρόμους στο συνεχές γκρίζο.
Και μετά έπιασε τους ανθρώπους μανία να καθαρίσουν τον τόπο
να καθαρίσουν τα ρούχα τους και τα σώματά τους από το γκρίζο.
Μα ήταν το ίδιο το φώς γκρίζο .
κι απελπίστηκαν και ησυχάσανε
κι απόμειναν να κοιτάζουν τον καινούργιο τόπο άφωνοι.
Μέχρι που νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι και φώτισε απόκοσμα
Το Αλλόκοτο , και την Σιωπή.
Και άρχισε να σέρνεται στις στάχτες το μεγάλο φίδι
που πάντα έλεγαν πως δεν υπάρχει.
Και ιδού οι άνθρωποι, επιτέλους ήσυχοι, επιτέλους ειρηνικοί
χορτασμένοι από το απόκοσμο και το γκρίζο, κοιμήθηκαν.
και ζήτησα εξηγήσεις
και έρχεται ο ποιητής που γράφει
την Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών
και γελούσε.
-Δες μου λέει
ειρήνεψαν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα
και τα χάχανα των χρωμάτων
κ έπαψαν τα όργανα των ήχων
και των ανέμων οι ψίθυροι.
Και ιδού ο όφις ο αρχαίος ο αλαζών
και τα ακατανόμαστα ,φανερά και τετραχειλισμένα.
Και ιδού οι άνθρωποι ειρηνικοί
οτι κατοικούν επιτέλους
σε τούτο τον τόπο που άλλος δεν είναι
παρά οι ακατοίκητες ψυχές τους.

οι ποιητές / Κώστας Ψαράκης


έχει παρατηρηθεί πως κάποιοι ποιητές γράφουν ,όπως πετά μια γυναίκα μεθυσμένη τα ρούχα της ,ή όπως τον απελπισμένο υπαλληλάκο που ξεσπά στο συμβούλιο της εταιρείας με μια αίσθηση -οτι θέλει ας γίνει-
και ειναι και άλλοι που ακίζονται σαν τις κοπελιές που λένε δυό λέξεις και κοιτάζουν τον καθρέφτη .Χαμένοι στην εικόνα τους ,μεθυσμένοι από την ικανοποίηση που τους προσφέρει η ίδια τους η φωνή, νάρκισσοι , θεωρώντας, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, τις ασήμαντες μεταβολές των συναισθημάτων τους και τα περιστατικά της ζωής τους υψηλή ποίηση .
Κι άλλοι πάλι μιλούν όπως οι χωριάτες όταν συναντούν τον Κύριο Νομάρχη , ή όταν τους δείχνει η τηλεόραση , ως εαν η ποίηση να ειναι μια άλλη γλώσσα που την μιλάμε στις εορτές και όταν φοράμε τα καλά μας ρούχα.
κι όλοι ετούτοι μου ειναι συμπαθείς στην αθωότητά τους .
Που δεν ειναι κάτι άλλο από την ανάμνηση του μικρού παιδιού , που έλεγε τα ασήμαντα λογάκια του και η ομήγυρη πανηγύριζε...
άλλωστε και γώ , κάτι απ όλα αυτά ειμαι .....
( ειναι βέβαια και κάποιοι πονηροί μαστόροι που στήνουν ενα περίφημο στην όψη τραπέζι με αστακούς και καραβίδες και όστρακα και ανανάδες και φρούτα εξωτικά , που ειναι οι αστακοί τους και οι καραβίδες τους άδειες από μέσα , μόνο όστρακο, κι οι ανανάδες κούφιοι ή ολότελα πλαστικοί .
Και την έχουν μαθει καλά αυτή την τέχνη ,όπως μαθαίνει καλά κάποιος μια τέχνη που έχει ανταπόκριση )
κι αυτοί δεν μου ειναι συμπαθείς αλλά τέλος πάντων....
κι όμως
Στα μεγάλα βάθη,στο ανοικτό πέλαγος - στα σκοτεινά νερά- μας περιμένει μάταια αλλά υπομονετικά ο κίνδυνος και η συγκίνηση η μεγάλη .
Εκει μας περιμένει το απέραντο και το ελάχιστο, το αιώνιο και το στιγμιαίο,εκεί οι δύνες του χρόνου και τα σκοτεινά βάθη με τους κρυφούς ήλιους. Εκεί τα κήτη τα τρομακτικά και τα πανέμορφα,το ασήμαντο της ύπαρξής μας και η τεράστια σημασία της, το τυχαίο και οι αιώνιοι νόμοι ,ο κίνδυνος και η συγκίνηση η μεγάλη .
Και όμως εμείς , παραδομένοι , στην ασφάλεια της παραλίας και της θορυβώδους αγέλης,με τα εύκολα κατορθώματα και τις μεγάλες φωνές .
Δεν ειναι μόνο το δηλητήριο του εύκολου θαυμασμού για τα ασήμαντα κατορθώματά μας ,δεν ειναι μόνο η ασφάλεια της κοντινής ξηράς , δεν είναι μόνο ο φόβος των σκοτεινών νερών που μας κρατά στις πολύβουες ακρογιαλιές ,ουτε καν ο έρωτας του ασήμαντου εαυτού μας .
Είναι που φανταζόμαστε ότι είμαστε δήθεν εκεί ,όπου ή όλα ή τίποτα είναι ο νόμος του.
Και θα χαθεί η ζωή μας στις φλύαρες ακρογιαλιές και στον εύκολο θαυμασμό των ασήμαντων κατορθωμάτων μας , κάτι πεταλίδες, κανένας γύλος .....
και βαθιά , να μας περιμένει μάταια ο δράκος που εμπαίζει την θάλασσα κι ο ουρανός που εκτείνεται ωσεί δέρριν .
Κι όμως ο θαλάσσιος άνεμος και τα κύματα φέρνουν καμιά φορά ,σαν θαλάσσια ξύλα ,τα λόγια του μεγάλου βάθους που επιπόλαια θαυμάζομε ...
και βαθιά στην τρομακτική ομορφιά της ερημίας του ανοικτού πελάγους , να μας περιμένει μάταια το Ολον ή το Τίποτα.

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Χάρακας / Ψαράκης Κώστας

Γεννήθηκα στο χωριό κάτω από το αρχαίο βράχο.
Το χειμώνα ταΐζαμε με κλεμμένο γάλα
παρατημένα γαϊδουράκια με τεράστια μάτια
τα βρίσκαμε στους ποταμούς.
Ψοφούσαν πάντα χωρίς παράπονο
σα το Παππού που θα πεθάνει έτσι κ’ αλλιώς.
Το καλοκαίρι σκοτώναμε όρνεα
μεθυσμένοι από τη ζέστη και το αίμα
Τα μεσημέρια κολυμπούσαμε
σε στέρνες σκοτεινές με πράσινα νερά
τις νύχτες ακούγαμε τους σκύλους
που γαύγιζαν τον άνεμο
που κατέβαινε από τα βουνά.
και το χρόνο που χύνονταν σα αίμα
στους δρόμους του φεγγαριού
Κάποιος είπε πως μια νύχτα
την είδε γυμνή
και παραλίγο να τον σκοτώσομε με τις πέτρες
Είχε και γραφομηχανή.
Έμενε στη γειτονιά μου
Μια μέρα με φώναξε με τ’ όνομά μου
τρεις νύχτες το ίδιο όνειρο
να με φιλά στο στόμα
σε μια άδεια στέρνα
η γραφομηχανή να γράφει μόνη της
τα λόγια της αβάσταχτης ομορφιάς
Χάθηκε κ αυτή και η γραφομηχανή
χάθηκαν και τα λόγια

**

χθές , στο καφενείο στο Χάρακα ,
με τους καπετάνιους στους τοίχους
και τους πεθαμένους λυράρηδες
κατά την δεκάτη νυχτερινή
ηρθε
ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Κάθισε μόνος με τη πλάτη στον τοίχο
σ ενα τραπεζάκι σε μια άκρη.
Ήμασταν εμεις που λέγαμε για τα μνημόνια ,
αυτός , σιωπηλός
και μια παρέα αγροφύλακες
πιο πέρα .
Τον κεράσαμε κρασί
-εμεις πίναμε ρακές-
και τα μεσάνυκτα σηκώθηκε να φύγει .
Τον ξεπροβοδίσαμε
και στο σκοτεινό χωριό ,
το πλακωμένο απο τη καινούργια φτώχεια
ενας ενας του φιλήσαμε το χέρι.
έφυγε και στα σύννεφα
αρμένισε ενα καινούργιο φεγγάρι.

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

οι γυναίκες της σιωπής / Ψαράκης Κώστας


1
Η σιωπή τους
-που την φορουν σαν ρούχο και σαν φώς-
ειναι ενα δέντρο ,με ρίζες που χάνονται 
πιο κάτω απο τις λέξεις.
Γι αυτό ειναι αυτές οι ίδιες
ο Τελευταίος Λόγος
ο Αρρητος
στης ζωής το μυστήριο.
2
                                               Ολη τους η ζωή ειναι ενα
εν τούτω νίκα αδιάκοπο.
3
Νικουν τη φτώχεια στα χαμόσπιτα.
Το φαί στο τραπέζι ειναι ένας θαυμα 
χαμογελούν εκείνο το βαθύ χαμόγελο
και ιδού ξανά, οι πέντε άρτοι και οι δυό ιχθύες!
Και ειναι το θάρρος τους 
μια απίστευτη νίκη της μιζέριας και της απελπισίας.

4
Νικούν τον πλούτο στα παλάτια
-τον άρχοντα του κόσμου τουτου-
τον κάνουν σκλάβο 
της ελεύθερης ψυχής τους.
και υπηρέτη του πονεμένου
κι ειναι η συμπόνοια τους
μια απίστευτη νίκη
του εγωισμού και της αδιαφορίας.

5.
η πιο σιωπηλή απο τη σιωπή
- η μηδένα διδάξασα-
που την φορούν σαν ρούχο και σαν φώς
η κρυφή τους δύναμη.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

το κενό / Ψαράκης Κώστας


στον Miyamoto Musashi

Κάτω από την θροϊζουσα καρυδιά της αυλής
προχωρημένη νύχτα 
έπαιζε στο βιολί , ένα αλλόκοτο άκουσμα.
τι παίζεις -τον ρώτησα-
το φόβο -μου είπε.-
Το σπίτι αρμένιζε ανοικτά μες τη νύχτα
και τρίζαν τα κατάρτια του
κατάπλωρα στα Αστερούσια,
κι αυτό, ήταν για κάποιο λόγο ηρωικό.
Μέσα στο σπίτι , που ταξίδευε στην νύχτα
οι άνθρωποί του , ταξίδευαν κι αυτοί στο χρόνο τους
κι αυτό ήταν για κάποιο λόγο λυπηρό .
Άλλαξε η μελωδία κάτω από τη θροΐζουσα καρυδιά.
Αυτή τη μουσική την γνωρίζω σκέφτηκα
είναι ο τόπος.
Τα σπίτια έχουν τόπους
όπως μια φλέβα στο λαιμό μιας γυναίκας
που έχουν άλλο χρόνο , δικό τους
ένα χρόνο επιστροφής , ξανά και ξανά στο ίδιο συναίσθημα
τόσο εύθραυστο , που κάθε φορά που το ζεις είναι ένα θαύμα .
Αυτό λοιπόν σ αρέσει πιό πολύ
-μου λέει-
αλλά δεν ξέρεις τι χάνεις που δεν αφήνεσαι στον φόβο.
( ήρθαν απ τον κάμπο δυό καβαλάρηδες με τρία άλογα
κι έφυγε .)

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

Τ αδέρφια μου του καλοκαιριού / Ψαράκης Κώστας


μέσα από τη πληγωμένη μου καρδιά
να σας ευχαριστήσω
Τζιτζίκια μου αδέρφια του καλοκαιριού 
και σένα φίλε Κούκο
μαέστρο μακρινέ

Για το χρυσό ποτάμι φώς
το πρωινό τραγούδι σας
μες στα σκοτάδια των καιρών
μια δροσερή πηγή
που αναβλύζει ξεγνοιασιά
μέσα στη αγωνία
Ενα τραγούδι αδέρφια μου μικρά
εφήμερο κι αιώνιο
όπως τα χόρτα τα ξερά
τα χόρτα τα εφήμερα και τα αιώνια
στις άκρες των άδειων δρόμων,
που περπατά το φώς του ήλιου
ολομόναχο ¨
όπως τη φέτα το καρπούζι
που τρώει ενα παιδί το καταμεσήμερο
κι ειν όλο βουτηγμένο
στο κατακόκκινο ετουτο Δώρο του Θεού.
Δεν έχω αδέρφια μου Τζιτζίκια
και σένα φίλε Κούκο
μαέστρο μακρινέ,
τίποτα δεν έχω να σας δώσω
σε τούτους τους καιρούς
της θλίψης και της αγωνίας
μόνο τα δάκρυα
που τρέχουν απ τα μάτια μου

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

ψυχοσάββατο / Ψαράκης Κώστας


πρόλαβα και την είδα
Σάββατο πρωί στην μεσαία λωρίδα
της φαρδιάς λεωφόρου
με τα σαστισμένα δέντρα
που δε μπορούν να καταλάβουν
γιατί δε τα ‘κοψαν μαζί με τ’ άλλα,
τελείως αδιάφορη για τους οδηγούς
που ανόητοι
φαντάζονται τη ξένη δύναμη για δική τους,
να φροντίζει σκυφτή το προσκυνητάρι.
χαρούμενη
σα τη μάνα που φέρνει το πρωινό γάλα
ή σα τη γυναίκα
που φέρνει το πρωινό καφέ .
Αυτή κι ο νεκρός της στη μέση της αδυσώπητης πόλης
κάτω από τα σαστισμένα δέντρα
κι οι δικοί μου νεκροί
που με περιμένουν
με εκείνη την απίστευτη αγάπη της ερημιάς
και την ακατανόητη χαρά των νεκρών
κάθε φορά που τους θυμόμαστε.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

τα ακρωτήρια του τέλους / Κώστας Ψαράκης

τα ακρωτήρια του τέλους
(τώρα που κατέρευσε το καλοκαίρι)

Αν πάς βόρεια
και αν περάσεις τον κάμπο των ανθρώπων ,
[αυτό που λέμε πραγματικότητα]
εκει όπου ζουν τα καθημερινά ,
θα βγείς στα ακρωτήρια του τέλους.
Στους γκρεμους της μεγαλειώδους κατακρίμνησης ,
εκεί όπου ο κάμπος ,
εν αγνοία των ανθρώπων ,
ο υψίπεδος ,
διαρκως καταρρέει στην αρχαία θάλασσα ,
αργά και απρόβλεπτα
ανανεώνοντας τους γκρεμούς του·
Κι έχουν μείνει μετέωρα νησιά
π απομακρίνονται ,
απο την καταρρέουσα ακτή
και στα νησιά μοναχοί άνθρωποι
οι φύλακες του χρόνου ·
[ανάβουν την νύχτα την λάμπα
που μυρίζει πετρέλαιο
ακούνε τις μακρυνές κατακρυμνήσεις ,
που τους απομακρίνει κι άλλο
από τον κάμπο των ανθρώπων ,
αυτών των ανθρώπων που αγνοούν
την ύπαρξη ετούτων των τόπων ,
ύσηχοι
με την ελευθερία της ολοκληρωτικής ήτας,
και την απέραντη ασφάλεια των νεκρών .]
Στα ακρωτήρια του τέλους ,
όπου καταρρέουν τα σώματα
όπου καταρρέει ο χρόνος ,
όπου καταρρέουν αργά οι σημασίες...

Χίμαιρες / Κώστας Ψαράκης


Αχ αυτοί οι έρωτες με τις παράξενες γυναίκες των ονείρων .
που δεν ειναι ούτε οι παλιές μας φιλενάδες
ούτε οι καινούργιες γνωριμίες
ουτε γυναίκες που γεράσαμε μαζύ , ούτε φευγαλέες συναντήσεις 
αλλά πολλές απ αυτές μαζί σ ένα πρόσωπο .
Χίμαιρες , ακόμα πιο ακαταμάχητες απο τις συνιστώσες τους
σε μή αναμενόμενες συνθέσεις , άλλες σε κάθε όνειρο
όπως τ' αρώματα.
Και πάντα στα παράξενα σπίτια των ονείρων .
Εκείνο το ερημικό στον λόφο που καταλήγει σε μιά σπηλιά
που βλέπει το πέλαγος
με την αίσθηση ενός σκοτεινού μυστικού
ή το άλλο με τ' ατέλειωτα ετοιμόρροπα δωμάτια
και τις αναπάντεχες ερημικές αυλές
όπου περιδιαβαίνει ανενόχλητος πια ο αρχαίος χρόνος ...
και πάντα , πάνω από τις δυνάμεις μας κάθε αντίσταση
και πάντα να αντιφεγγίζουν σαν του μαχαιριού το δίκοπο λεπίδι
οι δυό της αμαρτίας όψεις
η ηδονή και η οδύνη .

Κώστας Ψαράκης (μικρή αναφορά)

O Κώστας Ψαράκης κατάγεται από το Χάρακα Κρήτης. Σπούδασε μαθηματικά και εκτός άλλων ασχολείται και με την ποίηση. Διατηρεί τα blogs: 

Ποιητικές Συλλογές : 

  • ώσπερ πελεκάν και άλλα ποιήματα. (εκδόσεις Ενδυμίων) 
  •  Ο Καπετάν Περδίκης και τα συναισθήματα θανάτου (Ανέκδοτη) 

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.