close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολίδης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολίδης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Τὸ ὄνειρο τοῦ ποιητῆ


Ἀπόψε ἀντάμωσα τυχαία τὸν χρόνο
διαβάτης, στὸν τελευταῖο δικό μας τὸ δρόμο
ἀντικρύζοντας τὸ δεντρὶ
ποὺ τὰ δικά σου χρόνια θυμίζει,
ἡ ἴδια αὐτή του χρυσοκίτρινη φυλλωσιὰ
μοῦ ῾φερε στὴ μνήμη τὴ δική σου ῾μορφιά
καθώς, ἐγὼ μαζὶ κι ἐσύ, στὸ δειλινὸ τ᾿ ἁπαλὸ
καρτερούσαμε τ᾿ ἀστέρια ψηλὰ στὸν οὐρανό,
τ᾿ ὄνομά σου στὴ λάμψη τους νὰ γράψω
καὶ στοῦ ὀνείρου μου βαθιὰ τὴν ψυχὴ νὰ τὸ κρύψω.

-2-

Ἐὰν κάποτε τὸ χαμόγελό σου
ἔρθει νὰ δροσίσει
τριανταφυλλένια ἀνοιξιάτικη
ὀσμὴ στὸ πέρασμά του
ἀρχὴ
τῶν παγωμένων
τοῦ ὁρίζοντα ὀνείρων.
Μὰ μὴ σταθεῖς
συννεφιασμένα φοβισμένο πρωινὸ καρτερικὸ
δειλὰ-δειλὰ
μὰ ἄνοιξε βοτάνων σου τὰ ἄνθη
σκόρπισε τὴ θέρμη
ὀνείρων μυστικὴ πνοὴ
στοῦ κόσμου ἀπάνω τὶς πληγὲς
καὶ φύγε ἄχλη πόνου, σκοτεινιὰ
ἀπ᾿ τ᾿ ὄμορφο ἐλεύθερο βλαστάρι.

Ἔρωτας εἶναι...


Αὐγινὸ φῶς ἡ ἡμερότητα τοῦ ἔρωτα, στὶς ψυχὲς παντόγνωστα μονοπάτια ζωγραφίζει σὰν τὸν θεραπευτή, ποὺ τὴν ποθητὴ ἴαση δωρίζει σὲ χρέη ἀγάπης. Στὸ ἄγγιγμα μὲ τ᾿ ἀκροδάχτυλα τῆς ὄσφρησης στὰ κρίνα ἡ δροσιά του γεμίζει μὲ χαραυγὴ τὸν τόπο τῶν ἐμπνεύσεων στὴ χώρα τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἔρωτας εἶναι οἱ σιωπηλοὶ ἦχοι τῆς φύσης ποὺ καλεῖ νὰ γνωρίσουμε τὴ ζωή. Οἱ πολύχρωμοι ἀνοιξιάτικοιἀνθοὶ ἁπλωμένοι στὰ λιβάδια τῆς πλάσης· ἡ γλώσσα της, λίγα ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ καλοῦν ἐμπιστευτικὰ νὰ τρυγήσουμε στοὺς ἤχους τῆς ἀπολαυστικοὺς καρποὺς θαλπο-ζωῆς.
Πανάχραντος στὰ ξίφη τῆς πεζότητας ἀκουμπᾶ στὰ λαμπερὰ χρώματα τοῦ παγονιοῦ τὴ στιγμὴ τῶν πόνων τοῦ Γολγοθᾶ. Ἡ θέληση τῆς ζωῆς σταματᾶ στὸ ἀπάνδεκτα τῶν ἐποχῶν τῆς πλάσης. Ὁ ἔρωτας εἶναι συγκατάβαση στοὺς καρποὺς τῶν ἐποχῶν, ἀγάπη στὴ σπορὰ καὶ στὸ θέρος, στὸ κλάδεμα καὶ στὸν τρύγο. Μία στιγμὴ αἰωνιότητας σπόρος τοῦ ἔρωτα. Καὶ ἡ πλάση γῆ Ἄγνωστης Ἀγαπημένης ποὺ καλλιέργεια ποθεῖ.
Στὸ χαμόγελο τῶν παιδιῶν ὁ περιηγητὴς τῶν αἰώνων τὴν περίτεχνη ζωγραφιὰ ἰχνηλατεῖ καὶ στὸ γέλιο τοὺς τὸν ὕμνο τῆς φύσης γιὰ τὸν ἔρωτα σὰν ἄλλες φωνηδίες πουλιῶν ἀποκωδικοποιεῖ. Ἐραστὴς τῆς σοφίας εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπέλεξε τοὺς ἐκλεκτικότερους καρποὺς στὴ ζήση. Χαρμολύπη στὰ ρουθούνια τοῦ οἱ κατακτήσεις. Χαρμοσύνη τὰ βασίλεια τῆς ὕπαρξης μὰ στὴ χώρα τῶν ἀνθρώπων ἄπλετη ἡ λύπη τρομαγμένων πουλιῶν ἀπ᾿ τὴ χαμέρπεια ζαλισμένων ἀνόητων κουρσάρων. Ἱερέας μυστικοῦ θεοῦ ὁ ἔρωτας, στὴ στιγμὴ τῆς πλάσης μιὰ στιγμὴ προσθέτει ἀκόμη. Ἔρωτας εἶναι ἡ ἱεροσύνη τῆς ὕπαρξης. Κι ὁ ποιητὴς ἕνας πιστὸς ὑπηρέτης της ἁπλά.
Τί εἶναι ἔρωτας; Ἡ ἱεροσύνη τῆς ἐλευθερίας.
Τί εἶναι ἔρωτας; Μύηση στὸ φῶς.
Τί εἶναι ἔρωτας; Τὸ χαμόγελο τοῦ παιδιοῦ ζωγραφισμένο ἀπ᾿ τὰ χέρια τῆς πλάσης.
Τί εἶναι ἔρωτας; Ὁ πολεμιστὴς τῆς πλάσης ποὺ στό ῾να χέρι τὸ ζύγι κρατᾶ καὶ στ᾿ ἄλλο τὸ ξίφος ψηλά.
Ἡ σύνδεση τῶν κόσμων κάτω ἀπὸ τὴν ἁρμονικὴ ἱερουργία τῆς πλάσης, ὁ ἀνθὸς ποὺ λαμπυρίζει τὸν ἥλιο, ἡ πλούσια γύρη κολλημένη στὰ πόδια καὶ στὸ φτέρωμα τῆς μελισσούλας, ἔρωτας εἶναι. Τὸ μυστικὸ πρόσωπο τῆς ἄγνωστης ἀγαπημένης ἔρωτας εἶναι.
Ἔρωτας εἶναι...

Ἀποστολὴ ἕβδομη


Στῶν ὁράσεων κρυφοὺς παλμούς
Φτερωτὴ ὀπτασία στὴ μνήμη φάνηκες ἀγγέλων.
Ἀνεξίτηλες αὐστηρὲς ὁράσεις ἀρχαγγέλων,
πᾶνε κι ἔρχονται, στοὺς ἁπαλοὺς τῶν βλέφαρων φωτεινοὺς ἴσκιους
στῶν αἰθέρων σου σταματοῦν τρυφεροὺς μίσχους,
στὰ σύνορα οὐρανῶν καὶ γῆς, ὑπάρχει μιὰ ξέχωρη σκάλα
ἐπιστρωμένη μὲ αὔρινα φθογγόσημα τοῦ ποιητῆ ποὺ σάλα
τῶν κόσμων τοῦ ἔκανε, τῆς φωνῆς σου μελίρρυτο δράμα.
Αἴθουσα ὑποδοχῆς οὐράνιων δυνάμεων καὶ ἀνθρώπων,
τόπος συνάντησης, οἱ ἐπιφάνειες τῆς γλώσσης σου στὴν κοινή τους ὑμνολογία,
στὸ ἀρχηγετικὸ ἐκεῖνο μυστικὸ ἀρχέγονο μυστήριο δράμα
ποῦ ἀσταμάτητα ἐπιδοκιμάζουν οἱ αἰῶνες μὲ νοσταλγικὰ ἀθόρυβους
σημαινώμενους ἤχους καὶ ἀόρατους φθόγγους καὶ σήμαντρα σωτήριας
σήμανσης ὁδῶν ἐπιστροφῆς πρὸς τὴν πηγαία συνάντηση τοῦ κάλλους
τῆς πρώτης ζωῆς, τῆς ἀρχαίας συμφωνικῆς ἠχολογίας ποὺ τὸ ἄνοιγμα
τοῦ στόματός σου προσκαλεῖ ὅλη τὴν πλάση στὴν πανηγυρική της πληρότητα,
στὸν ἱερὸ ἑορτασμὸ τῆς συνάντησης μὲ τὸ κάλλος τῆς πρώτης ζωῆς.
Χριστὲ Ἰησοῦ, μυριάκις ὑπεσχέθην σοι ὁ τάλας,
ὦ Ἰησοῦ μου, τὴν μετάνοιαν, ἀλλ᾿ ἐψευσάμην ὁ ἄθλιος·
ὅθεν Ἰησοῦ μου βοῶ σοι·
Τὴν ἀναίσθητον μένουσαν ψυχήν μου φώτισον Χριστέ,
ὁ τῶν Πατέρων Θεός.
Καθυποκύψας Ἰησοῦ, ταῖς ἀλόγοις ἡδοναῖς ἄλογος ὤφθην,
καὶ τοῖς κτήνεσιν ὄντως ὦ Ἰησοῦ μου οἰκτρῶς, ὁ τάλας
Σῶτερ ἀφωμοίωμαι· ὅθεν Ἰησοῦ με, τῆς ἀλογίας ῥῦσαι.
Τῆς ἀγάπης σου τὰ ἰδιώματα σχημάτισαν παππούλη περιβόλι
σχήματος καὶ μέγεθους καρδιᾶς, μίας καρδιᾶς ποὺ χώρεσε
τὰ σύμπαντα ὅλα τρέφοντάς τα καὶ ποτίζοντάς τα μὲ καρποὺς
τοῦ κάλλους τῆς πρώτης ζωῆς, τῆς μυστηριακῆς πρώτης ἀγάπης,
τῆς ὑπέρτατης ἱερῆς κοινωνίας, τῆς συγκέντρωσης ὅλων τῶν ὁράσεων
στὴν πλήρη φωτεινότητά τους ὁδηγώντας διάχυτα τὶς διαφάνειές τους
σὲ ὅλα τὰ σκοτάδια γεμίζοντας φῶς τὶς διψασμένες ψυχὲς ποὺ ἦρθαν
κοντά σου νὰ γνωρίσουν τὴν ἀγάπη τοῦ αἰώνιου
τῆς ψυχῆς ἀλησμόνητου ποθητοῦ.
Κλίμακα ζωντανὴ τὰ βάρη μας στὶς πλάτες σου σηκώνεις αἰωνίως
νὰ προλαβαίνουμε ἀγαπᾶς μαζί σου τὸ Ἀλληλούϊα καὶ ἄλλες φωνηδίες
θυμίαμα θυσιαστικῆς ἀγάπης στὸ φίλο Χριστό, νὰ προσφέρουμε
καὶ τὴν ἀγάπη στῶν ἀνθρώπων νὰ ποθοῦμε, κρυφὲς ἀντιδωριδίες.

Ἀποστολὴ ἕκτη


Στόχος: Οἱ τῆς σιωπῆς κώδικες
Ἐξασφαλισμένοι στὰ ἰδανικὰ ποὺ ματώνουν τὴν καρδιά, στῆς ἀφανέρωτης χαρᾶς τὶς παρηγοριές, παρὼν
πάντοτε στὶς νυχτιὲς ποὺ ποθοῦν τὴν ἡμέρα, ὅπως ὁ ἔρωτας τὴν δική του φιλοξενία ποθεῖ στὴν ἔξοδο
τοῦ ἑαυτοῦ καὶ στὴν διαύγεια τῶν οὐρανῶν τοῦ τὴν ἀποφυγὴ τῆς πλέον ὕπουλης βαρβαρότητας.
Ντύσαμε τὸ σῶμα τῆς θλίψης, τοῦ πολιτισμοῦ, γιὰ νὰ κρύψουμε τὴν κακότροπη μορφή της, γιὰ νὰ
περιορίσουμε τάχα, τὴν δυσωδία τῆς ἐκλεπτυκότερης τῶν θηριωδιῶν. Ἄχ! οἱ ἄμοιροι!
Πῶς παγιδευτήκαμε σὰν τὰ πουλάκια στῶν ἀναγκῶν τῆς αὐτοπεποίθησης πηχτοὺς ἴσκιους!
Καὶ τὸ φωτεινότερο τῶν ἀστέρων; Ἡ κατάργηση τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ἡ μεταμόρφωσή του σὲ σύμπαν;
Τὴν ἀσφαλίσαμε κι αὐτήν. Τὴν σιγουρέψαμε στὴν εὕρεση ἑνὸς ἐξωγήινου πολιτισμοῦ ἀμελώντας
ὅμως οἱ δύστυχοι, τὶς εὐθύνες νὰ σηκώσουμε καὶ τοὺς δικούς του πόνους.
Μόνιμα τυφλωμένοι ἀπὸ τὶς λάμψεις τῶν πλούσιων κληρονομιῶν μας ρίξαμε στὸν ποταμὸ τῆς λήθης
γιὰ τοὺς ἑπόμενους τὶς ψυχὲς αἰώνων ποὺ μέσα μᾶς θέλησαν τὴν λύτρωση. Μεγεθυντὲς τῆς δυστυχίας
μυοῦμε σταθερὰ τὶς νεότερες γενιὲς στὶς ἀτραποὺς ἐκλέπτυνσης τῆς χαρακτηριστικῆς μας βαρβαρότητας.
Στὴν ἀπρόσωπη ὑψηλὴ ἀνθρώπινη θηριότητα. Ὄχι στὴν ἐξευγένιση τοῦ προσώπου, μὰ στὴν κατάκτηση
περισσότερων ἐδαφῶν τῆς ἀνθρώπινης ἀπρόσωπης διάστασης.
Τῷ καιρῶ ἐκείνω ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν
ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη,
ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτώνα·
ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι᾿ ὅλου.
Κύριε! Πὼς τὸν ἀντέχεις τόσο πόνο!

Ἀποστολὴ πέμπτη (μυστικὴ σύντομος)


Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος
καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν
καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.
Στεφάνι καταθέτω μεσούσης τῶν αἰώνων,
στὸν μέγιστο Ἄγνωστο φιλόσοφο,
ἀγάπης τέλειο μαθητή,
πόνου ἱεροῦ θεραπευτῆ,
υἱοθεσίας μητέρας τοῦ παντός,
Ἰωάννη τὸν λεγόμενο,
συνοδείας εὐαγγελιστῶν
τοῦ πλήρη ἀνθρώπου τέταρτον,
τοῦ τὸ σκίτσο προσώπου, κατὰ τῶν μυστικῶν,
τέλειας κόσμου φωτίσεως τροφῆς δεικτικοῦ,
τῶν ὅρων τῆς ὕπαρξης ἀκριβῶς σημειολογῶν,
φιλοσοφίας Ἑλλήνων σταθερὸς ἀγωγὸς
καὶ ἡμετέρων ἐφέσεων πατὴρ ταπεινός.
Εἰς Ἰωάννην ἐν συνόρῳ βρίσκοντος
νήσου Ἑλληνικῆς
καὶ βίβλον ἐκλάψαντος γένους,
αἰωνίως ἀνθρωπιστικῆς.

Ἀποστολὴ τέταρτη


Ὅταν στῆς ἀγέννητης ἐφηβείας τὰ κύματα βαδίζαμε τοὺς ἀμέριμνους ἐνθουσιασμοὺς
στὶς πορφυρένιες ἀμμουδιὲς τῆς δειλινότητας ἁπλώναμε τῆς πλάσης τὸ ἀτέρμονο χάδι
Τὰ χείλι σου, ἔκρηξη ἑνὸς ἄγνωστου κόσμου
ἔμελε στὴν ἀφάνειά μου νὰ ἀνθίσει μία νέα
ἄνοιξη τοῦ πόνου τὴν ἱερότητα.
Τὰ βήματά μας πότιζε μιὰ διάφανη δίψα. Τὸ θαῦμα ξημέρωνε σὰν ἀντίκριζα
ἀπὸ τὴν βορρινὴ βουνοκορφὴ τῶν σκέψεών μου τὴν λευκὴ κορδέλα ποὺ ἔδενες
τὰ μαλλιά σου καὶ πλημμύριζε στοὺς ἀνέμους ἐξωτικὲς φωταυγὲς πλάθοντας
στὴν κρυφὴ ἀποστολὴ τῆς καρδιᾶς μου τὴν ἱερὴ βεβαιότητα τοῦ προσκυνητῆ.
Τὴν ὡραία χειραγωγήτρια. Τὴν κρυφὴ μυσταγωγὸ τῆς πτώχευσης ποὺ ποθεῖ
τὴν ἀπόλυτη χειραφέτηση ἀπ᾿ ὅλες τὶς νίκες. Ποὺ πόθησε τὴν διαφάνεια ὅλων
τῶν ἐλευθεριῶν γιὰ νὰ πετύχει τὸν ὑψηλότερο ἔρωτα τοῦ αἰώνιου ποθητοῦ της.
Τὴν φυγάδευση καὶ τοῦ τελευταίου πόνου ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ἥλιου.
Τὸν ἐξοστρακισμὸ κάθε μὰ καὶ πιθανοῦ ἐφιάλτη τῆς ἀνθρωπότητας.

Ἀποστολὴ τρίτη


Ὑπῆρχε μία συμφωνία ἀκαθόριστων γεγονότων
πίσω ἀπὸ τὸ μοναχικὸ παράθυρο
Στὴν μετεμψύχωση τῆς ἀπόλυτης μετουσίας ἀναζητήσαμε τὸ μέλλον, κι ἂς ἐμάκρυνε αὐτὸ στὸ ξημέρωμα
τῆς νέας ἡμέρας ποὺ τὸ φῶς τῆς ἦταν μιὰ διάχυτη ἀνάγκη γιὰ τὴν διαδοχὴ πολλῶν μετενσαρκώσεων στὸν
διάκοσμο τῆς μίας ψυχῆς. Ἡ προσφορὰ ἀνεκτίμητη ὁδηγούμενη ἀπὸ τὴν λάμψη τῆς ἀρτιότερης ἄγνοιας,
στὴν ἀπόλυτη μετουσία, ὅταν ἡ κοινὴ πορεία ξεπροβάλει στὴν ἄρση τῆς ἀμνησίας.
Στὶς ἐπαγρυπνήσεις ποὺ πληροῦν τὴν ἀρτιότερη ἄγνοια ἂς βαφτίσουμε τὴν ἔννοια μὲ τὴν ἁρμόδια σύνεση
στὸ δικό της ἀποκλειστικὸ σῶμα, κι ἂς τὴν γυμνάσουμε στὴν ἀπόκτηση τοῦ παραστήματος ποὺ μὲ συνέπεια
θὰ ὑπηρετήσει τὸν γεννήτορα τῆς τρεφώμενη ἀπὸ τὸ αἷμα του.
Καὶ τὰ σκῆπτρα τῆς διδαχῆς της ἂς εἶναι ἡ λιτότητα τοῦ φυσικοῦ της προορισμοῦ.

Ἀποστολὴ δεύτερη


ἡ διαδρομὴ της εἶχε ἕνα αἴσιο τέλος
Γιὰ πολλοστὴ φορὰ σύντροφε φτάσαμε τὶς ἐπάλξεις τῶν περιεργειῶν μας στὸ βῆμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο
τὸν λόγο της ἡ τελευταία τῶν συνειδήσεων ἐκμυστηρευτικὰ ἀπαγγέλει στοὺς ἄγνωστους ἀκόλουθούς μας.
Μὴν δυσανασχετίσεις ἂν σοῦ ζητήσουν τὸ κατάλυμά τους. Δυνητικὴ ἡ εὐθύνη μὰ ὄχι τὰ χρέη μας. Στὴν
εὐγένεια ὅσων τοὺς ἀνῆκαν δὲν ἀνταποδώσαμε τὴν πλήρη ἐπεξήγηση καὶ οἱ δικοί μας νόμοι τοὺς ὅρισαν
ἀκόλουθους. Εἶναι βαρὺ τὸ χρεόγραφο τῆς ἐξάντλησης τοῦ ὑπέρτατου στολισμοῦ τῆς μονογενοῦς ψυχῆς
τῆς ἀνθρωπότητας.
Δέξου τοὺς ψιθύρους μου σύντροφε μὲ τὴν ἴδια τρυφερότητα τῶν πρωτερωτευμένων κάτω ἀπ᾿ τὸν ἔναστρο
οὐρανὸ ὅταν μὲ χάδια τὰ ἄστρα μετρᾶνε καὶ μὲ τὶς λάμψεις τους τὰ ὀνόματά τους χαρίζουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο.
Αὐτὲς τὶς στιγμὲς ἀνάγκη ἔχω μιὰ νέα ξεκούραστη δύναμη ἀπὸ τοὺς φόβους νὰ μὲ περάσει τῆς ἀνυπαρξίας
ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἔρθει στὴν ὕπαρξη, καὶ στὶς ἀφετηρίες ποὺ λείπουν ἀπὸ τὶς συλλογὲς τῶν γεμάτων
κύκλων μου, νὰ ἀναπαύσω τὶς ἀσυγκράτητες πρὸς τὰ τέλη τόλμες μας περνώντας ἀπὸ τὰ σταθερὰ
σημεῖα τῶν ἐμποδισμῶν τῆς ἀπόκλισης.
Ὅμως καλέ μου σύντροφε· μὴν ξεχάσουμε πὼς προστασία δὲν θά ῾χουμε ὅταν οἱ συμβατότητες θὰ μᾶς
ἀναγορεύσουν ἀπόκληρους. Ἡ δική τους πλησμονὴ δὲν ἐπέτρεψε μιὰ πορεία ἀνάδυσης κι οὔτε θέλησαν νὰ
ἔχουν κοντὰ τοὺς τὶς συσπειρώσεις ποὺ μορφώνουν τὴν ἀπαραίτητη ἔνταση, φοβούμενοι στὴν ἰδέα μιᾶς
δειλίας σαθρῆς, τὴν ἀνάλυση ἀναλεκτου ἔργου.
Ἐμεῖς πιστέ μου σύντροφε ἂς μὴν θυσιάσουμε τὴν λαμπερή μας ἔνδεια πρὸς δόξαν τῆς πλησμονῆς ποὺ οἱ
συμβατότητες προσφέρουν, μὰ ἀτάραχοι ἂς συνεχίσουμε μὲ τὰ ἐνδύματα ποὺ ὁ δικός μας ποιητὴς
φόρεσε πάνω μας, στὰ ἴδια ἐκεῖνα ἐδάφη τῆς κληρονομιᾶς ποὺ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό τους
οἱ συμβατότητες θέλουν.
Κι ἂς ὀνομάσουμε γλυκέ μου σύντροφε τοὺς ἑαυτούς μας οἰκιοθελῶς, οἱ λαμπροὶ ρακοφόροι ἀπόκληροι,
τῆς κληρονομιᾶς ποὺ οἱ συμβατότητες χαίρουν.

Ἀποστολή


Σὰν μὲ κόπο φένετε πὼς φτάσαμε ν᾿ ἀγγίξουμε τὸν ἐφιάλτη ἑνὸς ἀπραγματοποίητου ὀνείρου,
κλείνοντας μὲ ἐλαφριὰ ἡδονὴ τὰ βλέφαρα στὸν βαθυστόχαστο κατακτητὴ ποὺ τὶς ψυχὲς τῶν
πρωινῶν ἤχων στὰ χείλη μᾶς κούρσευε, ἀφήνοντας πίσω τὰ λάφυρα μίας διατονης πορείας
γεμάτης μὲ τὸ νίκος ὅλων τῶν φόβων.
Βιαστηκᾶ, μὲ λίγη ἀγωνία, θελήσαμε νὰ ἀγνοήσουμε τὴν παρθένα τῶν λέξεων ποὺ μάταια
προσπάθησε μὲ τὸ στεφάνι της νὰ ποτίσει τὰ βήματά μας στὴ μεταμόρφωση μίας νέας σιωπῆς.
Στὴν μεταμόρφωση τοῦ ξημερώματος τρεμόπαιζε ἡ φλόγα τῶν ματιῶν μας μὴ ἀντέχοντας
τὸ αἷμα της, στὴ θέα τῆς αὔρας ποὺ τὸ χειρόγραφο σφράγιζε.
Ὦ πύρινη ἀτάραχη θάλασσα στὶς ἐπιφάνειές σου ἄφησε μὲ γυμνὰ πέλματα νὰ περπατήσω, τὶς
ἀκτές σου νὰ γνωρίσω στὶς μεταμορφωμένες λάμψεις τῆς δικῆς σου σιωπῆς.
Τὴν ἀθωότητα νικήσαμε προσπερνώντας τὴν φοβία μίας παρουσίασης σὲ στάση προσοχῆς
στὴν παρθένα λάμψη τῆς ἔννοιας, ἢ νικηθήκαμε ἀπὸ ἕναν φόβο ἐμπρός σε μία παρθένα ἀλήθεια;
Μὲ ὑλικὰ ποὺ ἁπλόχερα δώρισαν οἱ ἀφανεῖς ἀγνοημένοι ἐκατασκευάσαμε τὶς ἅμαξές μας,
ἀμελώντας τὸ σχέδιο τῆς προσμονῆς τους, καὶ ἡ κούραση νάρκωσε τὶς ὀσφρήσεις μας, σχεδὸν
τὶς νέκρωσε, μὰ δὲν χάθηκαν οἱ ἐποχὲς ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν δώσαμε στὸν ἥλιο τὸν κύκλο του.
Μάρτυρας τῆς γυμνῆς ἄγνοιας, ἀνήμπορος τὴν διπλὴ δυσκολία κτῆμα νὰ κάνω καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ
τοῦ κέντρου της σὰν περιβολάρχης τοὺς πρώτους καρποὺς νὰ προσφέρω στὶς φτωχὲς πληγές μου,
ἀναζητῶ τὴν ἀλισίβα ἁλμύρα νὰ μαλακώσω τὸν ἄρτο ποὺ χθὲς μακρινοὶ ταξιδιῶτες θυσίασαν στὸ
μοναδικὸ δικαίωμα τῆς παντοδυναμίας τους. Στὴ θεραπεία τῆς ἀπαραίτητης φτώχειας ποὺ τὸν
χῶρο ἀρωματίζει τὸ ὑπέρλαμπρο σκορπισμένο στοὺς ἀγροὺς φόρεμα κρίνων.
Μὴν γελιόμαστε, ἐλπίδα εἶναι τὸ ψηλάφισμα τῶν χρωμάτων τοῦ ἀνθοῦ, καθὼς εὐχαριστώντας
τὸν ἥλιο ὑποκλίνει τὸ ὕψος τῆς λάμψης τῶν χρωμάτων του, πίστη εἶναι ἡ φροντίδα νὰ ὁδηγήσουμε
τὸν σπόρο νὰ χαμογελάσει ὁ ἀνθός του σὰν ἀντικρύσει τὸν ἥλιο, καὶ ἀγάπη εἶναι ὁ ἀρωματισμένος
γύρω του τόπος στὸ ἐκπληκτικὸ ἄνοιγμα τῆς νέας στιγμιαίας παρθένας διάρκειας.

Ἔ καὶ ρω καὶ τας


Νὰ ἦταν στὴν ἀφετηρία ὅταν πέρασες τὴν ἀθώα σχισμὴ μέσ᾿ τὸ πρωτόγνωρο φῶς ἢ εἴσουν
ἡ πρώτη ἀχτίδα ποῦ σημείωσε τὴν γραμμὴ ἐκκίνησης πάνω στὸ χῶμα μου; Λίγο ψηλότερα καὶ κάθετος
τέντωσες τὴν ἀγκαλιά μου κι ἔσχισες τὴν καρδιὰ νὰ χωρέσεις τὸν κόσμο σου μέσα μου, μὰ ἦταν ἡ ἐξορία μου.
Καὶ δανείστηκα λίγο ρυάκι καὶ λίγο δάσος, μιὰ χούφτα γρασίδι καὶ ἕνα ἔντομο ποὺ τὸ ζζζ του
ἦταν ἡ μουσική μου στὴν ἔρημο. Ἐξόριστος μέσα μου κι ἄγνωστος ἔξω μου. Μὰ τὸ τραγούδι σου
πάντα λίγο πιὸ πάνω μέσα στὰ μάτια μου. Δὲν ξέρω τί μὲ γεννάει μὰ εἶσαι ἐκεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή.
Δὲν σὲ προφταίνω καὶ χάνετε ὁ ἔρωτας. Μένουν στὰ χείλη τὰ γράμματα καὶ μιὰ γεύση πικρίας νὰ λέει:
«Ἔ καὶ ρω καὶ τας». «Ἔ καὶ ρω καὶ τας». «Ἔ καὶ ρω καὶ τας».
Καὶ συνέχισε μὲ ἄλλη γεύση νηφάλια μὰ εἴμουν ἐγὼ ἡ συνέχεια. Κι ἡ συνέχεια ἔγινε ὄνειρο,
σὰν μία γυναίκα ποὺ στὴν τρίτη της ἔκτρωση ἔμεινε στείρα. Καὶ εἴμουν ἐγὼ ἡ συνέχεια
μὰ δὲν εἶχα πιὰ γεύση νηφάλια ἀλλὰ γέμισα φόβο ἀπ᾿ τὴ γυναίκα τῆς ἔκτρωσης.
Κι ἄξαφνα ἄστραψε ἡ σωτήρια ἰδέα, νὰ βρῶ μιὰ φλέβα χρυσοῦ πάνω στὸ σῶμα μου.
Πέρασε πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ ἐξάντλησα τὴν τελευταία, κι ἐσὺ ποὺ εἶσαι πάντα
πρὶν ἀπὸ ἐμένα ἐκεῖ, σώπασες καὶ ντύθηκες μ᾿ ἕνα ὀμιχλῶδες σεντόνι.
Ἄκου ὅμως: Θὰ κρατήσουμε κρυφὴ τὴν φλέβα χρυσοῦ ὅταν τὴ βροῦμε γιὰ νὰ μιλήσουμε
πρῶτα οἱ δυό μας στὴ γλώσσα τοῦ πυρετοῦ τῆς σιωπῆς. Ἄκου: Τὴν θέλω ὅλη δική μου, νὰ ταξιδέψω
στὰ τελευταῖα βασίλεια πάνω στὸ σῶμα. Ἄκου κι αὐτό: Θέλω νὰ γλεντήσω τὰ γράμματα
νὰ χορέψω τὴ γλώσσα καὶ κάτω ἀπὸ φεγγάρι ὁλόγιομο νὰ ἐρωτευτῶ τὴν παρθένα Ἀλφαβήτα,
τὴν πανέμορφη τούτη ἀρχόντισσα. Μόνο αὐτὴ ξέρει τὴν τέχνη νὰ ἰσιώνει τοὺς δρόμους ποὺ ὁδηγοῦν
μεσ᾿ τὰ μάτια μου. Κι ὅταν ἀγγίξω τ᾿ ἀθώα μαλλάκια της, θὰ τὴν ἁπλώσω σὲ μιὰ χώρα γνώριμη
πάνω στὸ σῶμα μου. Θὰ πλαγιάσω μαζί της κι ὅταν γίνουν τὰ κορμιὰ ἕνα, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἥλιός μας.
Ἄκου πόση γλυκύτητα ἔχουν οἱ ἦχοι της! Δὲν κάνουν ἕνα ἰδιαίτερο κλίνγκ; Κι ὅμως
τούτη εἶναι ἡ πρώτη ἀρχόντισσα, καὶ τὴ θέλω μόνο δική μου. Ἀφοσιωμένη καὶ παιγχνιδιάρα,
μόνο δική μου. Ἄκου: Μόνο δική μου!

Στὸν ἀδερφό


Στὸ βλογημένο στρατί,
σ᾿ ἀντάμωσα στὴν δύσκολη στενή του περασιὰ
τραχὺς ὁ Κάματος τῆς Μοναξιᾶς
μὰ ὁ δρόμος τοῦτος μᾶς ἀνήκει
οἱ πληγὲς δὲν ματώνουν, κι ἂν φέρουν
πελώριου βράχου βάρος πόνου δυνατοῦ
ἀστέρινη φορεσιὰ θὰ γίνουν τ᾿ οὐρανοῦ,
φωτιστικὰ χαμόγελα·
στὶς πιὸ στενές μας περασιὲς
τὸ λείαιμα δὲν θὰ πάψουμε,
νὰ φτάσουμε τὸ Αἰώνιο Ποθητό.
Μάγων Ἀστέρα ἐκόσμησε, πιστὸ οὐρανοδηγὸ
τὸ ταξίδι μας κοπιαστικό· χωρὶς σταματημὸ
ἔρημης αἰωνιότητος διάρκεια ἡ τῶν Δώρων προσφορὰ
ἂς προσφέρουμε μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες κι ἐμεῖς εὐλαβικὰ
τῶν Ἀγγέλων τὸ τραγούδι· τὸ οὐράνιο Ὡσαννά.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.