close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοσμόπουλος Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοσμόπουλος Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Λατομεῖο

Είδα τη Μάνα να πλένει πέτρες στο ποτάμι.
Απὸ τα χέρια της φτερούγιζε ένα σύννεφο.
«Την ἡμέρα χιονίζει ο  ήλιος και τις ψύχει, θέλουνε
πλύσιμο και χάδια για να ξεψυχήσουν», είπε.
«Έπειτα θα τους δώσω το γάλα μου, καὶ θα τις ρίξω
στο βυθὸ του ποταμού να τις βλέπεις».

Αδύνατο να αντιγράψω τις πέτρες
του χθεσινου ονείρου.

Θεοδώρου Κολοκοτρώνη διάβασις

«Ἐφύγαμεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐπήγαμεν εἰς τὰ Κοντοβούνια διὰ ψωμὶ
καὶ ἔπειτα ἐπήγαμεν εἰς ἕνα βουνὸ νὰ λημεριάσωμεν» —
τοῦ τό ῾πες τοῦ Τερτσέτη καθαρά, πῶς ἤτανε στὰ 1806.

Στὰ μέρη μου γυρνῶ ποὺ σφάξαν τὸν Δικαῖο.
Στουρνάρι, ἀσφάκα κι ἀγκορτσιές. Σπιθίζουν μαῦρα νέφη.
Οὔτε σκυλιὰ οὔτε πρόβατα, μονάχα πέτρες ποὺ βελονίζουν.

Στὴν κακαράντζα καὶ στὴ λάσπη καὶ στὸ παραγώνι
ἐδῶ ποὺ πέρασες καὶ σοῦ ῾δωκαν ψωμί,
κάτι — δέντρα καὶ ξέρακες — παληοὶ προγόνοι,
ἐδῶ νά, στέκομαι· σκάει νάρκη ὁ τόπος: Κοντογόνι.

Γέρο, δὲ γίνεται νὰ πῶ, νὰ γράψω
θυμᾶμαι ἀφράτα χώματα στ᾿ ὄργωμα, στὴ σπορὰ
ν᾿ ἀνθίζουν κόκκαλα καὶ σκουριασμένα σίδερα
καὶ νυχτοπούλια ποὺ ἔκλαιγαν στοῦ φεγγαριοῦ τὸ χιόνι.

Στὴ λησμονιά μου κύμβαλο, τῆς ἐρημιᾶς τὸ ντέφι
δὲν εἶσαι κόσμου στεναγμὸς μὰ φύσημα Θεοῦ.
Ἕνα τσακάλι ἔκοψε τὸ κλάμα του στὴ μέση
κι ἀκόνισε τὰ δόντια του στὸ σκότος τοῦ νεροῦ.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σμῆνος


Τὸ ἀγαπημένο του παιχνίδι ἦταν νὰ κόβει ἀπ᾿ τὶς σελίδες
τῶν ἐφημερίδων σχέδια πουλιῶν. Μικρὰ καὶ μεγαλύτερα,
ἄλλα μὲ τὰ φτερὰ ἀνοιχτά, ἄλλα στὸ κλαδί.
Ὕστερα, τὰ τοποθετοῦσε σ᾿ ἕνα λευκὸ κιβώτιο, κάτω
ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι. Τὶς νύχτες, ὅταν τὰ πράγματα ἐγκατέλειπαν
τὸ σχῆμα τους, ἄνοιγε μ᾿ εὐλαβικὲς κινήσεις τὸ κουτί,
στὸ φῶς τοῦ δωματίου. Τότε, καταλάβαινε τὸ στῆθος του
ν᾿ ἀνοίγει σὰν κλουβί, κι ἀπὸ μέσα νὰ φτερουγίζουν σμήνη
πουλιῶν, μὲ μία σπαρταριστὴ χαρά, μὲ μία χαρούμενη
ὀργή, ἀπ᾿ τὸ παράθυρο νὰ φεύγουν στὸ σκοτάδι.

Σμῆνος πουλιά, κατάστικτα ἀπὸ γράμματα
νὰ χάνονται στὸν κόσμο.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Σοφία

Ἔτσι περπάτησε χρόνια καὶ χρόνια,
στὴν λύπη, μὲ τὴν ρίζα της κλειστή.

Σὲ παραλίες δίχως θάλασσα στεκόταν. Δέντρο-Ὑδρία,
Δέντρο-Καταρράκτης. Γενέτειρα κυμάτων.

«Μ᾿ ἀρέσεις πέτρινη γυναίκα, στὰ χέρια μου θὰ κελαηδήσεις»,
τῆς εἶπε ὁ ἄνεμος.

Γερμένη στὸ ποτάμι τοῦ μεγάλου ὕπνου, τὴν βλέπω κάποτε
πῶς ξεδιψάει, ὡραία, μὲ τὰ μαλλιά της στὰ νερὰ σὰν ἄγριο ἄλογο.

Περί μεθόδου

Μολύβι μὲ σκασμένη μύτη
δὲν στάζει φῶς τοῦ ἀποσπερίτη.
Ὑπὸ τὸν μόδιο τῆς σιγῆς
γαλήνεψε, ὅσο κι ἂν ριγεῖς.

Ὅταν τοὺς κλάδους ἁπαλώσει
τὸ δέντρο σου καὶ πρασινίσει
κι ὅταν στὸ αἷμα σου ἁπλώσει
θάλασσα, γιὰ νὰ ροκανίσει

τὴν ἄμμο πού ῾χει μαζευτεῖ,
Κι ὅλα πιὰ θὰ χουνε χαθεῖ—
τραυλὸ παιδὶ θὰ σὲ διδάξει
τὰ λόγια του νεροῦ, τὴν ἅγια πράξη.

Ο ξένος των Χριστουγέννων

«Ἐγώ, σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ μικρὸ παιδί, ἤμουνα γιὰ τὰ χαράμια
καὶ τὰ τυφλοφώμια, ἀλλὰ μονάχα

γιὰ νὰ κρατήσω ἀσημωμένα τὰ βουνά μου μὲ ἐλιὲς κι ὅλους μου
τοὺς κόρφους χλωρὰ στρωμένους βελάσματα ἀθώων κι ἀγριάδες

ἀπὸ παίδι μικρὸ σκέπασα τὴν ψυχὴ μὲ μαῦρο ράσο
κι ἐκεῖνοι βλέπανε λερωμένο πανωφόρι

Τί στέκεσαι κι ἀναμετρᾶς μὲς στῆς φυγῆς μου τὸν ἀντίλαλο,
ὅπως ὁ βράχος,
στὰ κάματα διψάει φύλλα καὶ δροσερὰ πουλιά, τέτοια ποὺ μόνο βάσανα
φωλιάζουνε στῶν λέξεών μου τὰ ἔγκατα

Ὅλος ὁ βίος Τετράδη κι εἴδησις θανάτου
κι ὅ,τι εἴπαμε καὶ γράφαμε οὔτε μισὴ ὀκὰ
τσιγαρέττα ψιλὰ Ἀγρινίου τοῦ Βάρκα

Νὰ κάμεις νόμο-τρόπο νὰ περνᾶς μὲ δέντρου ἀλκὴ
ποὺ τὸ ποτίζει στάλασταλα ἡ προσδοκία τῆς ἐπιστροφῆς

Τί θέλεις, ναί, Χριστούγεννα, κι οἱ λίθοι τοῦ ἀναθέματος,
μαζεύονται στὸ στῆθος μου (αὐτὸ ὁ γιατρὸς τὸ λέει βήχα)
μὲ τὸ κερὶ στὸ στόμα θὰ ψάλω τὴν καταβασία
καὶ μ᾿ ἕνα δάκρυ θὰ ἀνασάνει ὁ κόσμος τελευταία φορά, κι ὕστερα
Ὁλόφωτα —
Γιατὶ ἀλλοῦ γεννήθηκα, οὔτε θὰ φύγω οὔτε θὰ ξανάρθω»

Ἀνάδευε τὸ δάχτυλο στὴν στάχτη καὶ τὸ βλέμμα
σπασμένο γυαλικὰ ὅπως κατεβασιὰ τῆς μνήμης ποὺ φυσάει
ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐφάνη τῶν ὑδάτων
κι ἔγραφε μὲ τὸ δάχτυλο στὴν ἀμμουδιὰ
ὅσα δὲν γίνεται ἄνθρωπος νὰ γράφει καὶ νὰ πεῖ.

Κροτισμα

Γεμάτος νύχτα ὡς τὴν ψυχή, ἀνάβω τὰ κεριά μου,
Χριστομαρτύρητε θὰ ρθεῖς, μὰ κούφιο εἶμαι καρύδι.
Εἶναι χακὸς τόπος αὐτός. Στὴν ψίχα τῆς καρδιᾶς μου
δὲν ἔχει στάλαγμα νεροῦ καὶ σέρνεται τὸ φίδι.

Καρβουνιασμένος οὐρανὸς χιονίζει ὅλο βαμβάκι,
χῶμα, βαμβάκι πούπουλο, βαρὺ σὰν τὸ μολύβι.
Κόπιασε, Ἑσπερώτατε, διῶξε μου τὸ φαρμάκι
τὸ κάθε κύμα, ἕνα νησί, στὰ σωθικά του κρύβει.

Ἀπὸ φυλλώματα νυχτὸς κι ἀπὸ καπνοῦ τολύπες
τί κρυσταλλένια ἀλόγατα, δροσιᾶς μαργαριτάρια
περνοῦν στὸν σάπιο ὕπνο μου κι ἀνάβουνε τὶς λύπες —
μὰ οἱ νεκρωτὲς καραδοκοῦν μὲ βέλη καὶ κοντάρια.

Ἄνοιξε χρυσοχώραφο στὶς ἄραχλες τὶς ὧρες
πετραδερό μου διάφωτο τῆς μέσα προσευχῆς.
Κροτίζει ὁ τόπος ὁ κακός. Πὼς ἔρχεσαι ταχὺς
τὸ βλέπω μαῦρος καὶ στὶς κάψες καὶ στὶς μπόρες.

Σταμάτης, πίνοντας κονιὰκ στὸ κρύο τοῦ ὕπνου καφενεῖο

Ἀπὸ ποῦ ἐρχόμουνα. Οὔτε θυμᾶμαι.
Ὅμως ἀκόμη τώρα τὸ φῶς σφαγμένο, σοβάδες ὤχρας και κομμάτια.
Ὡς συνήθως ἔβρεχε, χαράματα. Περπατοῦσα μόνος, σὲ πόλη, σὲ πόλη
τόσο ξενὰ φιλική, πρὸς μαγαζιά κλειστὰ κι ἐρήμωση τῶν ΚΤΕΛ
στῆς Καλαμάτας τὸ ποτάμι.
Μπῆκα, οὔτε καὶ ξέρω πῶς, στὸ ἄδειο καφενεῖο, κι ἐκεῖ στὸ βάθος
Μακρινός, μέσα στήν ὤχρα τῶν καπνῶν γκρίζος καὶ λερωμένος καθότανε
Κι ὅπως ἔκανα νὰ τρέξω. Μὲ βλέμμα πέτρινο σκληρὸ
«μὴν ἔρθεις» μοῦ ἔκανε, «πές μου πρῶτα ἕνα τραγούδι»
« ποιὸ θὲς μωρὲ Σταμάτη», τραύλισα, κι ἐκεῖνος σφύριξε
«Ὅλα τὰ πουλάκια κι ἀμὰν ἀμάν» κι ὅπως ἀρχίνισα
πρόλαβα κι εἶδα τὸ ποτήρι του κρύσταλλο κολονᾶτο
γεμάτο ὣς ἀπάνω μαῦρο ποτὸ αἷμα κι ὅπως ἀρχίνισα
τὀν ἔφαγαν, τὸν χώνεψαν ἡ ὤχρα κι ὁ καπνός.

Ἀντὶ ἐπιγράμματος

Μελάμπους ἐξ Ἄργους Ἠλίας
Ἐνθάδε ἔμπυρος κεῖται.
Ἡ καύτρα τοῦ τσιγάρου του
συγγένευε μὲ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀποκαΐδια.
(Αὐτὰ ποὺ λένε στῆς ψυχῆς).
Ἤξερε ποὺ ἀφήνει ὁ Κύκνος τῆς νυχτὸς τ᾿ αὐγά του.
Κάποια ὀνόματι Δροσίδα τὸν ἀγάπησε
μὰ ἤτανε τῶν ὑδάτων.
Ζωντανὸς ταξίδεψε στὸν Ἅδη.
«Νὰ γίνει σκοτάδι»
Εἶπε.

Ἔκτακτα καιρικὰ φαινόμενα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ξεθεμελιώθηκαν τὰ χρώματα
ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ — τρεῖς μῆνες ἔβρεχε. Ἐβγήκανε τὰ φίδια
ναρκωμένα ἀπὸ τὴν παγερὴ καρδιὰ τῆς γῆς
καὶ κρεμαστήκανε στῶν δέντρων τὰ κλαδιὰ
Φοβήθηκαν
Γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ τὸ νερὸ ἀνέβαινε μὲ σίγουρη σιωπὴ
νὰ τὰ πνίξει ἀλλὰ ἐγὼ
οὔτε θυμόμουνα ποιὸ ἄστρο
Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι εἶχα πέσει
ὀχτὼ φορὲς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
Τὸν καιρὸ Ἐκεῖνο

Αὐτεπίστροφον

Ἔτσι. Μέρες ξεραίνονται. Καὶ νύχτες κιτρινίζουν.
Ἡ μουσικὴ πού σοῦ ῾λαχε φέρνει κάτι πουλιὰ
πνιγμένα. Κι ἂν στὸ χέρι σου ἀνθεῖ νεκρή τους ἡ λαλιὰ
στὸ αἷμα βόσκει ἀντίλαλος κι οἱ ἁρμοί σου βρύσες λύνουν.

Μαζεύεις χῶμα στὴ φωνή. Πικρὸ νερὸ στὰ χείλη.
Μὲ τὴ φρυγμένη γλώσσα σου κλέβεις μαύρη δροσιά.
Μὲ τὴν ἀνάσα ποὺ σκιρτᾶ σὰν φλόγα στὸ καντήλι
ποιὰ τὴ χωνεύουν χώματα, ποιὰ τὴ βαστοῦν νερά.

Τί ξεδιπλώνεις νήματα. Τί θάβεις μὲς στὶς λέξεις –
Φίδια δραπετεύουνε στ᾿ ἄπατά του χαρτιοῦ.
Θὰ μείνει πέτρα ἀσήκωτη, τὸ σίδερο θὰ δέσει
θὰ στάξει κόμπους ἡ σκουριὰ στὸ λύχνο τοῦ ματιοῦ.

Παιδικό τραγουδι

Εἶναι ἕνα σπίτι στοιχειωμένο τὸ κορμί σου
κι ἔχω χαθεῖ στὰ σκοτεινὰ δωμάτια.
Κρύβεις τὴν πιὸ ἄγρια θάλασσα στὰ μάτια.
Μὲ τὴν πανσέληνο ἡμερώνει καὶ μοῦ λέει «θυμήσου».

Τοῦ χρόνου τὰ ναυάγια μισοφωτισμένα
στὰ βάθη σου, θολὲς εἰκόνες κυματίζουν.
Ἂν κι ἔχω μέλλοντα τὶς πέτρες ποὺ μὲ χτίζουν
ρίχνω βουτιὰ καθὼς τ᾿ ἀγρίμια στὰ χαμένα.

Βλέπω ἕνα σύννεφο. Ἁπλώνει, σὲ τυλίγει,
κι ὕστερα ἡ νύχτα γίνεται γυλιὸς στὸν ὦμο.
Τὰ πόδια μου ματώνουνε καὶ χάνομαι στὸ δρόμο.
Τὴν ἔρημο ἔμαθαν πολλοί, ἀλλὰ περάσαν λίγοι.

Ἀναγνωστικό

Σελίδες ἀναγνωστικοῦ πανόλβιας τάξης
γυρίζουν μέσα στὴν ψυχή σου κι ἀνεβαίνουν
ἀρώματα ἀπὸ τῶν νεκρῶν τὶς φιάλες
καὶ σμάλτα τρυφερῶν καρπῶν.

Θὰ παινευτεῖς ξανὰ πὼς θὰ μιλήσεις
γιὰ χάρη ἀπὸ τριάντα χρόνια μουσικὴ
μὲ σάλπιγγες κλαδιὰ καὶ πέτρες τύμπανα;

Βυθίζονται τὰ λόγια σου.
Τὸ βλέπεις· τὸ νερὸ πληθαίνει.

Νὰ σκίσει σὰν φτερούγα τὸ μυαλό σου
ἢ σκέψη ὅτι ἔμαθες στὸ γλέντι τί σημαίνει Χάρος.

Στοῦ ὕπνου τὸν νάρθηκα θὰ ἰδεῖς τὴ Μάνα
μὲς στὸ ἀνεμόβροχο
ν᾿ ἁρπάζει τὸ λευκὸ πουκάμισό σου
ἀπὸ τὴ λάσπη τῶν αἱμάτων.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Σμῆνος

Τὸ ἀγαπημένο του παιχνίδι ἦταν νὰ κόβει ἀπ᾿ τὶς σελίδες
τῶν ἐφημερίδων σχέδια πουλιῶν. Μικρὰ καὶ μεγαλύτερα,
ἄλλα μὲ τὰ φτερὰ ἀνοιχτά, ἄλλα στὸ κλαδί.
Ὕστερα, τὰ τοποθετοῦσε σ᾿ ἕνα λευκὸ κιβώτιο, κάτω
ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι. Τὶς νύχτες, ὅταν τὰ πράγματα ἐγκατέλειπαν
τὸ σχῆμα τους, ἄνοιγε μ᾿ εὐλαβικὲς κινήσεις τὸ κουτί,
στὸ φῶς τοῦ δωματίου. Τότε, καταλάβαινε τὸ στῆθος του
ν᾿ ἀνοίγει σὰν κλουβί, κι ἀπὸ μέσα νὰ φτερουγίζουν σμήνη
πουλιῶν, μὲ μία σπαρταριστὴ χαρά, μὲ μία χαρούμενη
ὀργή, ἀπ᾿ τὸ παράθυρο νὰ φεύγουν στὸ σκοτάδι.

Σμῆνος πουλιά, κατάστικτα ἀπὸ γράμματα
νὰ χάνονται στὸν κόσμο.

Κουρά

Σημαίνει χείμαρρος χελιδονιῶν
καὶ ἀντιμόνιο Ἀπριλίου στὰ σπλάγχνα.
Παιδὶ βαφτίζει πράγματα καὶ φονικά -
πνίγει τὰ χέρια του στὴ χλόη. Ἀέρας
πνίγει στὰ φύλλα του τὸν ἦχο τῆς καμπάνας.
Ὡσεὶ χλόη, ὡσεὶ χλόη
πῶς φύγανε χλωρὰ πουλιὰ
τὰ χρόνια. Ἄχνη καὶ σκόνη
στὰ μάτια, στὶς κλειδώσεις, στὰ μαλλιά.
Ὅμως, ἐσὺ μοῦ ῾ κοβες τὰ μαλλιά, Μητέρα
ὅταν τὰ ζῶα τῆς νύχτας ροκανίζαν τὸ φεγγάρι.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.