close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιζυηνός Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιζυηνός Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

Ἡ κλώσσα / Βιζυηνός Γεώργιος

 


Κλόκ, κλόκ, κλόκ, μ᾿ ἕνα θυμὸ
στὴν αὐλὴ γυρνᾶ ἡ κλώσσα
μὲ τὸ φουντωτὸ λαιμὸ
καὶ μὲ τὰ παιδιὰ τὰ τόσα.

Κλώσσα, φίλη μου παλιά,
τὶ θυμώνεις σὰ ζυγώνω;
Δὲν σοῦ ἐγγίζω τὰ πουλιὰ
μόνο σοῦ τὰ καμαρώνω.

Μιὰ τὰ κράζεις τρυφερά,
κάτι ποὖβρες νὰ μοιράσουν,
μιὰ ἀπὸ κάτω ἀπ᾿ τὰ φτερά,
τὰ σκεπάζεις, νὰ ἡσυχάσουν.

Κι ὅταν δεῖς κανὰ σκυλὶ
ποὺ ὀρέγεται πουλάκια,
χύνεσαι ὠσὰν τρελλὴ
νὰ τοῦ βγάλεις τὰ ματάκια.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Τὸ σκυλί / Βιζυηνός Γεώργιος

 


Κάθε νύχτα στὴν αὐλὴ
γάβου-γάβου τὸ σκυλί,
δῶσ᾿ του καὶ γαβγίζει.
Τοῦ σπιτιοῦ ἐδῶ αὐτὸς
εἶναι φύλακας πιστός,
ποιὸς δὲν τὸν γνωρίζει;

Ἀψηλὰ τ᾿ ἀφεντικὰ
κοιμηθήκανε γλυκά,
πέρασε ἡ ὥρα.
Τὸ γνωρίζει τὸ σκυλὶ
καὶ φωνάζει ἀπ᾿ τὴν αὐλὴ
γάβου, γάβου τώρα.

Γιὰ νὰ ξέρουν οἱ κακοί,
ποὺ γυρνοῦν ἐδῶ κι ἐκεῖ
κάτι νὰ σουφρώσουν,
πὼς σὰν ἔμπουν στὴν αὐλή,
θὰ τοὺς πιάσει τὸ σκυλὶ
καὶ δὲ θὰ τὴ γλυτώσουν.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Γεώργιος Βιζυηνός : Πέντε [5] ποιήματα

 

Image

Ὑποθῆκαι

Ὅπου θαρριέται γιὰ καλό,
  καὶ δίχως διάκι ἀνοίγεται,
τὸν βρίσκ᾿ ἡ μπόρα στὸν γιαλὸ
  καὶ ναυαγεῖ καὶ πνίγεται.

Ὅπου σκαρόνει μιὰ φωλιὰ
  σ᾿ ἕν᾿ ἄστατο κοτρώνι,
πρὶν ἢ καθήσῃ μία σταλιά,
  γυρνᾷ καὶ τὸν πλακόνει.

Ὅπου γλυστρήσῃ, ἂν πιασθῇ
  στῶν ἀλλωνῶν τὴν ἀνθρωπιά,
θὰ τὸν σκουντήσουν νὰ χαθῇ,
  νὰ μὴν ὀρθοπατήσῃ πιά.

Χαρὰ στόν, ποὺ δὲν ἀρμενᾷ,
  κι᾿ ἔχει στεριὸ τὸ σπίτι του,
κι᾿ οὐδὲ τὸν ξένο προσκυνᾷ,
  οὐδὲ τὸν συντοπίτη του!


Στῆς μελαχρινῆς τὰ μάτια

Τὰ μάτια σου, πουλάκι μου μελαχροινό,
ποὺ φῶς μέσ᾿ στὶς καρδιὲς σταλάζουν,
μὲ τ᾿ ἄστρα τὰ ψυχρὰ ψηλὰ στὸν οὐρανό,
-μὴ σὲ γελοῦν οἱ ποιηταί- δὲ μοιάζουν.

Τ᾿ ἀστέρια κάθε μαύρη νύχτα φωτεινά
μὲ καλωσύνη λάμπουν στὰ πελάγη
τὰ βλέπει ὁ ναύτης, ποὺ μὲ γνῶσι κυβερνᾷ
καὶ ἴσιο δρόμο λάμνει ἐκεῖ ποὺ πάγει.

Τὰ μάτια σου τὰ μαῦρα, φῶς μου, ὅποιος τὰ ἰδῇ,
τόσες γλυκάδες καὶ φωτιὲς γεμάτα,
ἂν εἶναι καὶ τὸ γνωστικότερο παιδί,
θὲ νἄβγη ὀπὸ τὴν ἴσια του τὴν στράτα.


Τὸ παιδὶ στὸ ποτάμι

Σὰν κρυστάλλι κυλᾷ τὸ ποτάμι,
  τὸ παιδὶ τὸ θωρεῖ καὶ γελᾷ:
Τί κακὸν εἰμπορεῖ νὰ τοῦ κάμῃ
  τὸ καθάριο νερὸ ποῦ κυλᾷ;

Δυὸ κρίνοι στὸ ρεῦμα σαλεύουν
  πότ᾿ ἐδῶ πότ᾿ ἐκεῖ σταυρωτοί.
Τὸ παιδάκι θαρρεῖ πὼς τὸ γνεύουν,
  σὰν νὰ θὲν νὰ τοῦ ποῦν κάτι τί.

Πότ᾿ ἐδῶ πότ᾿ ἐκεῖ τοὺς προσκλίνει
  τὸ νερὸ ποὺ περνᾷ μὲ σπουδὴ
τί νὰ γνεύουν οἱ κίτρινοι κρίνοι,
  τί νὰ θέλουν νὰ ποῦν στὸ παιδί;

Στῆς ἰτιᾶς τὸ κλωνάρι θαρριέται,
  ἄχ! ν᾿ ἀκούσ᾿ ὁ μικρὸς προσπαθεῖ!
Ξάφνου σπᾷ τὸ κλωνί, ποὺ κρατιέται,
  καὶ κυλᾷ στὸ νερὸ τὸ βαθύ!

Μιὰ τὸ φῶς ἀπ᾿ τὰ μάτια του σβύνει,
  μιὰ σὰν κόκκιν᾿ ἀστράφτει βαφή,
ὡς ποὺ πέσαν οἱ κίτρινοι κρίνοι
  σὰν σταυρὸς στὴ νεκρή του μορφή!

Ποιὸ παιδί, ποὺ σιμόνει ποτάμι,
  δὲν τὸ βλέπ᾿ ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ καλά,
τί κακὸν εἰμπορεῖ νὰ τοῦ κάμῃ
  τὸ καθάριο νερὸ ποῦ κυλᾷ;


Παραβολή

Οὐδὲ τ᾿ ἄστρον τῆς αὐγῆς,
ἔχει τόση χάρι,
ὅσον ἔχεις, ὅταν βγῇς,
χαρωπὸ καμάρι.

Οὐδὲ τόσην εὐωδιὰ
τὸ χλωρὸ τριφύλλι,
ὅσην ἔχουνε δροσιὰ
τὰ γλυκά σου χείλη.

Οὐδὲ τόσην εὐωδιὰ
τ᾿ ἄνθη τοῦ ναρκίσσου,
ὅσην ἔχει μυρωδιὰ
ἡ λεπτὴ πνοή σου.

Οὐδὲ ψάλλει τὸ πουλὶ
τραγουδάκια τόσα,
ὅσα ξεύρει νὰ λαλῇ
ἡ σοφή σου γλῶσσα.

Ἕνα μόνον. -Σ᾿ ἀγαπῶ-
δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ,
καὶ γιὰ τοῦτο...  Νὰ στὸ πῶ;
μιὰ ψυχὴ θὰ πάθῃ.


Στίχοι τοῦ φρενοκομείου

Μέσ᾿ στὰ στήθια ἡ συμφορὰ
σὰν τὸ κῦμα πλημμυρᾷ,
σέρνω τὸ βαρύ μου βῆμα
σ᾿ ἕνα μνῆμα!

Σὰν μ᾿ ἁρπάχθηκε ἡ χαρὰ
ποὺ ἐχαιρόμουν μιὰ φορὰ
ἔτσι σὲ μίαν ὥρα...
μέσ᾿ σ᾿ αὐτὴν τὴν χώρα
ὅλα ἄλλαξαν τώρα!

Κι᾿ ἀπὸ τότε ποὺ θρηνῶ
τὸ ξανθὸ καὶ γαλανὸ
καὶ οὐράνιο φῶς μου,
μετεβλήθη ἐντός μου
καὶ ὁ ρυθμὸς τοῦ κόσμου.

Μέσ᾿ στὰ στήθια ἡ συμφορὰ
σὰν τὸ κῦμα πλημμυρᾷ,
σέρνω τὸ βαρύ μου βήμα
σ᾿ ἕνα μνῆμα ...

Τὸν σταυρὸ τὸν ἀψηλὸ
ἀγκαλιά, γλυκοφιλῶ
τὸ μυριάκριβο ὄνομά της,
κι᾿ ἀπ᾿ τὰ χώματά της

ἡ φωνή της ἡ χρυσὴ
μὲ καλεῖ «ἔλα καὶ σὺ
δίπλα στὸ ξανθὸ παιδί σου
καὶ κοιμήσου!»

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Το φεγγαράκι


Φεγγαράκι σιγανό
πλέει μες στον ουρανό
σα σκαφίδι φωτεινό.


Σαν καντήλι κάθε βράδυ
δίχως άναμμα και λάδι,
φέγγει μέσα στο σκοτάδι.


Ήθελα να το κρατώ
σαν το τόπι μου κι αυτό,
δω κι εκεί να το πετώ.


Μα ποτέ σωστό δε μένει,
μια τρανεύει, μια μικραίνει,
σαν τι τάχα να παθαίνει;


Γεώργιος Βιζυηνός

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Το Όνειρον



Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
—Θεός να μην το κάμη
να γίν’ αληθινό!—
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμό σαν το φεγγάρι,
σαν νύχτα σιγανό.

Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη,
σαν να ‘θε να το βγάλη
απ’ τής ζωής τη μέση.
Και το νερό, π’ αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ’ αγάλια του να πέση.

—Δεν είν’ αγέρας, σκέφθηκα,
και σένα που σε δέρνει.
Η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά τού κόσμου! —
Κι εχύθηκ’ απ’ τον θάνατο
τον δύστυχο ν’ αρπάξω...
Οιμέ! πριν ή προφθάξω
εχάθηκ’ απ’ εμπρός μου!

Στα ρέματα παράσκυψα
να τον ευρώ γυρεύω.
Στα ρέματ’ αγναντεύω—
το λείψανό μ’ αχνό!...
Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
—Θεός να μην το κάμη
να γίν’ αληθινό

Ὁ ἀποχωρισμός


α. Ἡ μάννα

Φουρτούνιασεν ἡ θάλασσα καὶ βουρκωθήκαν τὰ βουνά!
εἶναι βουβὰ τὰ ἀηδόνια μας καὶ τὰ οὐράνια σκοτεινά,
κι ἡ δόλια μου ματιὰ θολή,
παιδί μου ὧρα σου καλή!

Εἶναι ἡ καρδιά μου κρύσταλλο καὶ τὸ κορμί μου παγωνιά!
σαλεύ᾿ ὁ νοῦς μου, σὰν δενδρί, ποὺ στέκ᾿ ἀντίκρυ στὸ χιονιά,
καὶ εἶναι ξέβαθο πολύ,
παιδί μου ὧρα σου καλή!

Βοΐζει τὸ κεφάλι μου σὰν τοῦ χειμάρρου τὴ βοή!
ξηράθηκαν τὰ χείλη μου καὶ μοῦ ἐκόπη κι ἡ πνοή,
σ᾿ αὐτὸ τὸ ὕστερο φιλί,
παιδί μου, ὧρα σου καλή!

Νὰ σὲ παιδέψ᾿ ὁ Πλάστης μου, κατηραμένη ξενητιά!
Μᾶς παίρνεις τὰ παιδάκια μας καὶ μᾶς ἀφήνεις στὴ φωτιά,
καὶ πίνουμε τόση χολή,
ὅταν τὰ λέμ᾿ «ὧρα καλή».

β. Τὸ παιδί

Φυσᾶ βοριάς, φυσᾶ θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή!
μὲ παίρνουν, μάννα, σὰ φτερό, σὰν πεταλούδα τρυφερή,
καὶ δὲν μπορῶ νὰ κρατηθῶ,
μάννα μὴν κλαῖς, θὰ ξαναρθῶ.

Βογγοῦν τοῦ κόσμου τὰ στοιχειά, σηκώνουν κῦμα βροντερό!
θαρρεῖς ἀνάλυωσεν ἡ γῆ, καὶ τρέχ᾿ ἡ στράτα, σὰ νερό,
καὶ γὼ τὸ κῦμα τ᾿ ἀκλουθῶ,
μάννα μὴν κλαῖς, θὰ ξαναρθῶ.

Ὅσες γλυκάδες καὶ χαρὲς μᾶς περεχύν᾿ ὁ ἐρχομός,
τόσες πικράδες καὶ χολὲς μᾶς δίν᾿ ὁ μαῦρος χωρισμός!
Ὤχ! Ἂς ἠμπόργα νὰ σταθῶ...
μάννα μὴν κλαῖς, θὰ ξαναρθῶ.

Πλάκωσε γύρω καταχνιὰ κι ἦρθε στὰ χείλη μ᾿ ἡ ψυχή!
Δός με τὴν ἅγια σου δεξιά, δός με συντρόφισσαν εὐχή,
νὰ μὲ φυλάγη, μὴ χαθῶ,
μάννα, μὴν κλαῖς, θὰ ξαναρθῶ.

Τριαντάφυλλο


Τριαντάφυλλο σγουρὸ
Χαϊδεμένο λουλουδάκι
πόσο πόσο λαχταρῶ
νὰ σοῦ πάρω ἕνα φιλάκι.

Μὰ ἡ κυρὰ τριανταφυλλιὰ
ἔχει ἀγκάθια κι ἀγκυλώνει
κι ὅποιος κλέφτει τὰ φιλιὰ
ἀκριβὰ τῆς τὰ πληρώνει.

Δι᾿ αὐτὸ μὴ φοβηθῇς,
σὰν καλὸ παιδὶ ὁποῦ ῾μαι,
ὅταν βλέπω πῶς ἀνθεῖς
σ᾿ ἀγαπῶ καὶ εὐχαριστοῦμαι.

Γιατὶ ἔχεις μία πνοὴ
ποὺ τὲς γειτονιὲς μυρώνει
κ᾿ ἔχεις βράδυ καὶ πρωῒ
γιὰ τραγουδιστὴ ἕν᾿ ἀηδόνι.

Ἡ προσευχὴ τῶν παιδιῶν


Θεὸς τὸν ἥλιο ὁδηγεῖ
ποὺ πρέπει ν᾿ ἀνατείλει,
πῶς νὰ περάσει ἀπὸ τὴ γῆ
τὸ φῶς του νὰ μᾶς στείλει.

Θεὸς ὁρίζει τὰ ψηλὰ
ὁ ἥλιος ὅταν σβήνει,
νὰ φέγγουν τ᾿ ἄστρα τὰ πολλὰ
κι ἡ κάτασπρη σελήνη.

Καὶ τὰ λουλούδια, ποὺ χυτὰ
στὴ γῆ μοσκοβολοῦνε,
Θεὸς τὰ ἔμαθε κι αὐτὰ
πότε καὶ ποῦ ν᾿ ἀνθοῦνε.

Καὶ τὸ μικρὸ-μικρὸ πουλί,
ποὺ ψάλλει στὸ κλωνάρι,
Θεὸς τοῦ εἶπε νὰ λαλεῖ
νὰ κελαηδεῖ μὲ χάρη.

Θεὸς χαρίζει στὰ παιδιὰ
τὸ νοῦ τους καὶ τὴ γλώσσα,
νὰ λὲν ὅ,τι ἔχουν στὴν καρδιὰ
καὶ νὰ μαθαίνουν τόσα.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ καλὰ παιδιὰ
βράδυ, πρωί, χρωστοῦνε
στὴν προσευχή τους μὲ καρδιὰ
νὰ τὸν εὐχαριστοῦνε.

το τρυγόνι

Ταίρι ταίρι τὰ πουλιὰ
στὴ βοσκὴ πηγαίνουν
ταίρι ταίρι στὴ φωλιὰ
σὰ νυκτώσει, μβαίνουν.

Ἕνα μόνο, τὸ φτωχό,
μὲ καρδιὰ θλιμμένη,
ὅλη μέρα μοναχὸ
κι ὅλη νύχτα μένει.

Εἶχεν ἄλλοτε κι αὐτὸ
ταίρι μπιστεμένο,
κι ἔψαλλε ζευγαρωτὸ
καὶ ευτὐχισμένο.

Μὰ σὰ βόσκαν μιὰν αὐγὴ
κι ἔπαιζαν στὴ φτέρη,
σκότωσαν οἱ κυνηγοὶ
τὸ γλυκό του ταίρι.

Οὔτε θέλησ᾿ ἄλλη μιὰ
νὰ χαρεῖ, νὰ ψάλλει,
οὔτε κάμνει γνωριμιὰ
καὶ φιλίαν ἄλλη.

Μόνο, τόσο θλιβερὸ
λογυρνᾶ στὰ δάση,
ποὺ θολώνει τὸ νερὸ
πρὶν τὸ δοκιμάσει.

Ἀπὸ λύπη καὶ στοργὴ
λίγο λίγο λυώνει
κι ἀποθνήσκει στὴ σιγὴ-
καὶ τὸ λὲν τρυγόνι.

Τὸ σκυλί


Κάθε νύχτα στὴν αὐλὴ
γάβου-γάβου τὸ σκυλί,
δῶσ᾿ του καὶ γαβγίζει.
Τοῦ σπιτιοῦ ἐδῶ αὐτὸς
εἶναι φύλακας πιστός,
ποιὸς δὲν τὸν γνωρίζει;

Ἀψηλὰ τ᾿ ἀφεντικὰ
κοιμηθήκανε γλυκά,
πέρασε ἡ ὥρα.
Τὸ γνωρίζει τὸ σκυλὶ
καὶ φωνάζει ἀπ᾿ τὴν αὐλὴ
γάβου, γάβου τώρα.

Γιὰ νὰ ξέρουν οἱ κακοί,
ποὺ γυρνοῦν ἐδῶ κι ἐκεῖ
κάτι νὰ σουφρώσουν,
πὼς σὰν ἔμπουν στὴν αὐλή,
θὰ τοὺς πιάσει τὸ σκυλὶ
καὶ δὲ θὰ τὴ γλυτώσουν.

Γεώργιος Βιζυηνός (βιογραφία)

Image
Ο Γεώργιος Βιζυηνός (πραγματικό ονοματεπώνυμο Γεώργιος Σύρμας, Βιζύη 1849 - Αθήνα 1896), ήταν Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και λόγιος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.


Γεννήθηκε στη Βιζύη (ή Βιζώ) της Ανατολικής Θράκης το 1849, γιος πολύ φτωχικής οικογένειας. Σε ηλικία δέκα ετών οι γονείς του τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη κοντά σε έναν θείο του για να μάθει ραπτική. Παραμένει εκεί μέχρι την ηλικία των 18, προστατευόμενος από τον Κύπριο έμπορο Γιάγκο Γεωργιάδη και αργότερα προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου Β΄ ζει για ένα διάστημα στην Κύπρο, όπου μάλιστα τον         προόριζαν για τον ιερατικό κλάδο. Το 1872 γίνεται ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου το 1873 δημοσιεύει και την πρώτη του ποιητική συλλογή (Ποιητικά Πρωτόλεια). Μεταξύ των καθηγητών του αναφέρεται και ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, ο οποίος διέκρινε στον Βιζυηνό στοιχεία ιδιαίτερου ταλέντου και ευφυίας ώστε τον σύστησε στον πλούσιο Γεώργιο Ζαρίφη. Το 1874 το επικό ποίημά του Κόδρος βραβεύεται στον Βουτσιναίο Ποιητικό Διαγωνισμό. Την ίδια χρονιά εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αλλά με δαπάνες του Ζαρίφη μεταβαίνει στη Γερμανία, στη Γοτίγγη, όπου σπουδάζει φιλολογία και φιλοσοφία στο διάστημα 1875-1878. Το 1876, η επόμενη ποιητική συλλογή του Άραις μάραις κουκουνάραις (μετονομάστηκε σε Βοσπορίδες Αύραι) βραβεύεται στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό, στον οποίο το 1877 η συλλογή του Εσπερίδες επαινείται. Το 1881 τυπώνεται στη Λειψία η διδακτορική του διατριβή Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik ("Το παιδικό παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική".) Μέχρι το 1884 ο Βιζυηνός επισκέπτεται το Παρίσι (1882), όπου γνωρίζει τον Δημήτριο Βικέλα, τον Marquis Queux de Saint-Hilaire και την Juliette Lamber-Adam, και το Λονδίνο (1883), όπου σχετίζεται με τον πρεσβευτή Πέτρο Βράιλα-Αρμένη. Παράλληλα, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Ατθίδες Αύραι. Την ίδια χρονιά (1883) δημοσιεύεται στην Εστία το πρώτο μεγάλο διήγημά του Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως. Δημοσιεύονται επίσης το Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και Το αμάρτημα της μητρός μου. Το 1884, λόγω του θανάτου του προστάτη του, Ζαρίφη, υποχρεώνεται να επιστρέψει στην Αθήνα και διορίζεται καθηγητής σε γυμνάσιο.
Ένα χρόνο αργότερα εκλέγεται υφηγητής στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με την επί υφηγεσία διατριβή Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω. Παράλληλα δημοσιεύονται τα διηγήματά του Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας και Το μόνον της ζωής του ταξείδιον. Εκείνη την εποχή αρχίζει να ασχολείται με ένα μεταλλείο στο Σαμάκοβο. Το 1886 γράφει το Ο Μοσκώβ-Σελήμ. Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Εκεί ζει βυθισμένος στις ουτοπικές εμμονές του για την εκμετάλλευση του μεταλλείου στην πατρίδα του και στο παραληρηματικό πάθος του για τη νεαρή Μπετίνα Φραβασίλη (14 ετών), την οποία επιθυμούσε να νυμφευτεί. Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει στις 15 Απριλίου του 1896 σε ηλικία 47 ετών.


Ο Βιζυηνός, νους κριτικός, ιδιοφυής, φιλέρευνος, διδάσκει, μεταφράζει τις γνωστότερες ευρωπαϊκές μπαλάντες, συγγράφει μελέτες φιλοσοφικές, αισθητικές, ψυχολογικές, λαογραφικές αλλά και σχολικά εγχειρίδια και άρθρα για εγκυκλοπαιδικά λεξικά.
Το αφηγηματικό του υλικό αντλημένο από προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του διοχετεύεται στα διηγματά του. Το υλικό αυτό ενισχυμένο από το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του και την επιστημονική γνώση της ψυχολογίας ενσωματωμένο σε μια ποικίλη, πλούσια γλώσσα υψηλού ήθους (λόγια, λαϊκή, ιδιωματική) διοχετεύεται στα διηγήματά του. Έτσι ο Βιζυηνός αναπτύσσει τη μυθοπλασία του. Ανακαινιστής και πρωτοπόρος, ανοίγει το δρόμο της νεοελληνικής διηγηματογραφίας. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, η μυθιστορηματική πλαστικότητα των χαρακτήρων, οι δραματικές συγκρούσεις, η δομή, η δραματικότητα, η άρτια τεχνική της αφήγησης - η ενδιαφέρουσα διαπλοκή του ιστορικού και του αφηγηματικού χρόνου - είναι μερικά από τα βασικά γνωρίσματα του "Αμαρτήματος της μητρός μου" αλλά και των άλλων διηγημάτων του.
Όλες οι μελέτες του -όπως και αρκετές ποιητικές συλλογές- εκδόθηκαν σε αυτοτελή τόμο. Τα διηγήματα και τα άρθρα δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα της εποχής και δεν συγκεντρώθηκαν σε τόμο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Από τα χειρόγραφά του σώζονται κάποιες επιστολές και αρκετά ποιήματα. Βλ. την έκδοση «Επιστολές» σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα (Αθήνα: Πατάκης 2004) και για εκτενή βιβλιογραφικά τον Α´ τόμο της έκδοσης «Τα Ποιήματα» (Αθήνα: Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 2003).



Ποιητικές συλλογές

  • Ποιητικά Πρωτόλεια (1873)
  • Ο Κόδρος (1874)
  • Βοσπορίδες Αύραι (1876)
  • Ατθίδες Αύραι (1883)
  • Εσπερίδες (1877)
  • Λυρικά
  • Παιδικαί ποιήσεις
 
 

Διηγήματα

  • Ο Άραψ και η κάμηλος αυτού (1879) - Παιδικό Αφήγημα
  • Το αμάρτημα της μητρός μου (1883)
  • Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883)
  • Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (1883)
  • Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884)
  • Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (1884)
  • Πρωτομαγιά (1884)
  • Ο Tρομάρας (1884) - Παιδικό Αφήγημα
  • Το Σκιάχτρο (1884) - Παιδικό Αφήγημα
  • Ο Κλέπτης (1884) - Παιδικό Αφήγημα
  • Μέσα εις το αμφιθέατρον (1890) - Παιδικό Αφήγημα
  • Πώς οικονομείται ο χρόνος (1890) - Παιδικό Αφήγημα
  • Ο Μοσκώβ-Σελήμ (1895)
 

Άρθρα

  • Η Ελληνική δημοσιογραφία κατά το 1883 (1884) - Μετάφαση
  • Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885)
  • Μαργαρίτου Ευαγγελίδου, «Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως» (1885) - Κριτική
  • Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θρἀκη (1888)
  • Αι εικαστικαί τέχναι κατά την Α´ εικοσιπενταετηρίδα του Γεωργίου Α´ (1888)
  • Η Κέρκυρα (1891) - Μετάφαση
  • Αμερικανικαί Αρχαιότητες (1891)
  • Ερίκος Ίβσεν (1892)
  • Ανά τον Ελικώνα, Βαλλίσματα (1894)
 

Μελέτες

  • Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik ("Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική"), Λειψία 1881
  • Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω, Λονδίνο 1883
  • Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού, Αθήνα 1885 (Δίτομο)
  • Στοιχεία λογικής, Αθήνα 1885
  • Στοιχεία ψυχολογίας, Αθήνα 1888
 

Ὁ φιλομαθὴς πτωχός

1872 Αὐγούστου 30.

Ἀλλοίμονο! εἶμαι φτωχὸ
σ᾿ αὐτοῦ τοῦ κόσμου τὸν τροχό!
εἶμ᾿ ὀρφανὸ καὶ ξένο!…
κι᾿ ἀγράμματο θὰ μένω!
Τοῦ κάκου λὲν - Ὑπομονή·
πολλοὶ σὰν σένα ὀρφανοὶ
καὶ δύστυχοι καὶ ξένοι,
δὲν ἔμειναν θαμμένοι. -
Τοῦ κάκου, Γιατὶ ῾κεῖνοι ῾κεῖ
ἦσαν τῆς Τύχης ἐδικοί,
μὰ ῾μένα τὸ καϋμένο…
μ᾿ ἔχει λησμονημένο!
Καὶ νά. Ὠρφάνεψα μικρό,
καὶ τῆς ξενούρας τὸ πικρὸ
μὲ τράνεψεν ἀγιέρι
καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ χέρι.
Ἀγάπησαν ἄλλοι φλουριά,
ἄλλοι νὰ τρέχουν μὲ βεριὰ
καὶ μ᾿ ἀψηλὰ καπέλα
χωρὶς δουλειά. Τί τρέλλα!
Τῆς Ἀφροδίτης τὸ παιδὶ
οἱ ἄλλοι, κι᾿ ἄλλοι ὀπαδοὶ
τοῦ Βάκχου νὰ ῾πεθάνουν
κι᾿ ἄλλοι ἄλλα νὰ κάνουν.
Ἀγάπησε καὶ τ᾿ ὀρφανό,
Θεέ μου, τί πολὺ πονῶ!
τὰ γράμματα νὰ μάθῃ,
χίλια κακὰ κι᾿ ἂν πάθῃ.
Μ᾿ ἄπληστο στόμα ἀρχηνᾷ
τὰ νάματα τὰ φωτεινὰ
τοῦ Παρνασσοῦ νὰ πίνῃ
μὲ τόση εὐφροσύνη!…
Ἄν φταίγω τ᾿ ἄκακο ἐγὼ
φωτιὰ νὰ πέσῃ νὰ καγῶ·
θαρροῦσα πῶς χορταίνει
ἐκεῖνος ποῦ μαθαίνει.
Δὲν ἤξερα πῶς τ᾿ ἀργυρὸ
τῆς Κασταλίας μας νερό,
σὰ μιὰ φορὰ τὸ πιοῦμε
αἰώνια τὸ διψοῦμε!
Τόρα ἡ ψυχή μου λαχταρᾷ,
μὰ δὲ βαστῶ οὔτε παρᾶ
νὰ ῾πάγω ῾κεῖ ῾ποῦ τρέχει
τὴν γλῶσσά μου νὰ βρέχῃ!…
Μὲ εἶπαν πῶς ἐδὼ πολλοὶ
σὰ ἰδοῦν ἕν᾿ ἄτυχο πουλὶ
ποῦ ἀγαπᾷ τὰ φῶτα
δὲν «τῷ γυρνοῦν τὰ νῶτα.»
Ἔ, νὰ λοιπόν! Στὸ ἀψηλὸ
κατώφλοιό σας κι᾿ ἐγώ, δειλὸ
ἐκάθησα πουλάκι
μ᾿ αὐτὸ τὸ τραγουδάκι.
Ὦ σεῖς, τοῦ γένους οἱ τρανοί,
ἡ Τύχη ὅλα τὰ φθονεῖ,
καὶ τίποτε δὲν μένει
πιστὸ στὴν οἰκουμένη.
Δὲν σᾶς ζητῶ οὔτε ψωμί,
οὔτ᾿ ἕνα ῥοῦχο στὸ κορμί·
Διψῶ! διψῶ τὴ θεία
ἀληθινὴ Παιδεία!
Σεῖς ψάλλετε σ᾿ ὅλη τὴ γῆ.
- Ἀνάφτουμε οἱ ἀρχηγοί,
εἰς τὴ γρῃὰ Ἑλλάδα,
τῆς προκοπῆς τὴ δᾷδα.
Καὶ σεῖς, ὦ Ἀχαιῶν παιδιά,
τοῦ Ἑλικῶνος τὴν ποδιὰ
εἰς τὸ ἑξῆς ἀφῆτε
καὶ στὴν κορφὴ ἀναβῆτε. -
Καὶ ῾γὼ νὰ μείνω τ᾿ ὀρφανό;
μαρτύρομαι τὸν οὐρανό!
εἶμαι παιδὶ Ἑλλήνων!
εἶμαι βλαστάρι ῾κείνων!
Σ᾿ αὐτοῦ τοῦ κόσμου τὸν τροχὸ
ναί, ἐγεννήθηκα φτωχό.
Μὰ Ἕλλην ὑπομένει
ἀπαίδευτος νὰ μένῃ;…
Ὦ σεῖς, τοῦ γένους οἱ τρανοί,
ἡ Τύχη ὅλα τὰ φθονεῖ
καὶ τίποτε δὲν μένει
ἐδὼ στὴν οἰκουμένη.
Ἀφήσετε τὴν ἀπονιά.
Βαστοῦν τὸν δίσκο μου ῾πὸ μιὰ
αἱ Μοῦσαι, κι᾿ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
ὁ Λυτρωτής, καὶ ψάλλει.
- Εἶναι ῾δικό μου τ᾿ ὀρφανό·
καὶ ῾πάνου ῾κεῖ στὸν οὐρανό,
δὲν θὰ μετανοήσῃ
ὅποιος τὸ βοηθήσῃ.

Ὁ Νέος Τρουβαδόρος ἐν Ἀθήναις

(ἀπὸ τὸ Τὸ τέλος τοῦ παραμυθιοῦ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὀνείρου, Ἑρμῆς 2001)

Μα τοῦ Παρνασσοῦ τὰς κίσσας,
καὶ τὸ δέρμα τοῦ Μαρσύου,
κι ἐγὼ πρέπω μεταξύ σας,
ποιηταὶ ἀπὸ γραφείου!
Δόξαν ἐπαιτῶν καὶ κλέος,
σύρ᾿ ἐκ τετριμμένης πήρας
τρουβαδόρος κι ἐγὼ νέος,
λείψανον θραυσθείσης λύρας,
καὶ σᾶς ψάλλω καθαρά,
τραλλαλὰ τραλλαλλαρά,
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».
Κι ἐγὼ μέλπων καταισχύνω
τὰς Ἀρκαδικὰς Σειρῆνας
καὶ γενναῖον ζῦθον πίνω
εἰς τὰς κλασικὰς Ἀθήνας,
καὶ σοβῶ διὰ τοῦ πλήθους
ὑψηλαύχην μουσοπόλος,
ὑπὸ θέρμης κακοήθους
παρακρούων ἀσυστόλως
δεξιὰ κι ἀριστερά,
τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».
Ἐν ἐκστάσει κι ἐγὼ θῶκον
ποιητοῦ καὶ δάφνην εἶδον
καὶ οἰστρήλατος διώκων
τὸν χορὸν τῶν Ἰλισίδων.
Ἄχ! προσκρούσας ἐκυλίσθην
εἰς τοῦ ποταμοῦ τοὺς βράχους,
καὶ ὁπόταν ἀφυπνίσθην
ἔψαλον μὲ τοὺς βατράχους,
εἰς τ᾿ ἀκάθαρτα νερὰ
τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».
Κι ἐγὼ ὁσάκις εἰς τὴν πόλιν
μείν᾿ ἡ Μοῦσ᾿ ἄνευ ζωπύρου,
ἀνταλλάσσω τὴν ἀσβόλην
μὲ τὴν δρόσον τοῦ Φαλήρου,
κι ἀσπασθεὶς διὰ τῆς αὔρας
τὰς γυμνὰς τῶν Ναϊάδων
κυνηγῶ χελώνας, σαύρας,
δι᾿ ἀκάρπων πεδιάδων
τονθορύζων σοβαρὰ
τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».
Κι ἐγὼ γράφω. Κι ἂν ὁ χάρτης
λείψ᾿ ἐκ τῆς πολυγραφίας
(ὁ πιστός μου κύων μάρτυς,
μετασχὼν τῆς ἐργασίας)
πᾶσαν θύραν, πάντα τοῖχον,
πρὸς τὸ πεῖσμα τῶν κυρίων,
καταβρέχω διὰ στίχων,
καὶ τὸν κάλαμόν μου ξύων,
σχεδιάζω τολμηρὰ
τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».
Τοὺς κριτὰς κι ἐγὼ φορτίζω,
ὡς τὸν Ἠρακλῆν Αὐγείας,
καὶ τὴν δάφνην τοῖς χαρίζω,
ἂν μοὶ δώσουν τὰς χιλίας.
Ἂν μ᾿ ἐκδάρουν πλὴν τὸ δέρμα,
παρ᾿ ἀξίαν ἐννοεῖται,
καὶ τὸ τελευταῖον σπέρμα
τοῦ νοός μου ἐξαντλεῖται
ἐν τῷ σπείρειν μοχθηρά,
τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».
Λοιπόν, μὰ τὰς λάλους κίσσας,
καὶ τὸν μάρτυρα Μαρσύαν,
κι ἐγὼ πρέπω μεταξύ σας,
κύκνοι κατὰ φαντασίαν,
ἀφοῦ πρὸς κοινόν μας κλέος,
τὴν πατρῴαν λύραν σύρας,
τρουβαδόρος ἐγὼ νέος
ἐκ τῆς Παλαιᾶς μου πήρας,
σᾶς τὰ εἶπον φανερὰ
τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ
«ἄρες μάρες
κουκουνάρες».

Τὸ Μπαλουκλί

(Τὰ ψάρια τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς)
(ἀπὸ τὸ Τὸ τέλος τοῦ παραμυθιοῦ
ἢ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὀνείρου, Ἑρμῆς 2001)

Σαράντα μέρες πολεμᾷ ὁ Μωχαμὲτ νὰ πάρῃ
την Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα μέρες ἔκαμεν ὁ ῾γούμενος τὸ ψάρι
στὰ χείλη του νὰ βάλῃ.

Ἀπ᾿ τὲς σαράντα κι ὕστερα, πεθύμησε νὰ φάγῃ
τηγανισμένο ψάρι.
–Ἂν μᾶς φυλάγ᾿ ἡ Παναγιὰ καθὼς μᾶς ἐφυλάγει,
τὴν Πόλη ποιὸς θὰ πάρη;

Ρίχτει τὰ δίχτυα στὸν γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
–Θεός νὰ τὰ βλογήσῃ!
Τὸ λάδι βάλλει στὴν φωτιὰ μὲς στ᾿ ἀργυρὸ τηγάνι,
για νὰ τὰ τηγανίσῃ.

Τὰ τηγανίζ᾿ ἀπὸ τὴν μιά, καὶ πά᾿ νὰ τὰ γυρίσῃ
κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγιός του βιαστικὰ πετᾷ νὰ τοῦ μιλήσῃ,
καὶ τάχασεν ὁ γέρος!

–Μην τηγανίζῃς, γέροντα, καὶ μὄσχισε τὸ ψάρι
στην Πόλη τὴν μεγάλη!
Τὴν Πόλη τὴν ἐξακουστὴ οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πάρει,
μᾶς κόβουν τὸ κεφάλι!

–Στὴν Πόλη Τούρκου δὲν πατοῦν κι Ἀγαρηνοῦ ποδάρια!
Μὲ φαίνεται σὰν ψεύμα!
Μ᾿ ἂν εἶν᾿ ἀλήθεια τὸ κακό, νὰ σηκωθοῦν τὰ ψάρια
νὰ πέσουν μὲς στὸ ρεῦμα!

Ἀκόμ᾿ ὁ λόγος βάσταγε, τὰ ψάρι᾿ ἀπ᾿ τὸ τηγάνι,
τὴν μία μεριὰ ψημένα,
πηδήξανε κι ἐπέσανε στῆς λίμνης τὴν λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.

Ἀκόμ᾿ ὡς τώρα πλέουνε, κόκκιν᾿ ἀπὸ τὸ μέρος,
ὅπου τὰ εἶχε ψήσει.
Φυλάγουν τὸ Βυζάντιο ν᾿ ἀναστηθῇ κι ὁ γέρος
νὰ τ᾿ ἀποτηγανίση.

Ὁ τελευταῖος Παλαιολόγος

Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιά, τὸν Βασιλέα,
ἢ μήπως καὶ σὲ φάνηκε, σὰν ὄνειρο, νὰ ποῦμε,
σὰν παραμύθι τάχα;

-Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα,
πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶ, κι᾿ ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι,
σὰν νἄταν χτὲς μονάχα.

Στὴν Πόλη, στὴν Χρυσόπορτα, στὸν πύργον ἀπὸ κάτου,
εἶν᾿ ἕνα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σὰν παλάτι,
σὰν ἅγιο παρακκλήσι;

Κανένας Τοῦρκος δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ κοντά του,
κανεὶς τῆς σιδερόπορτας ναὕρη τὸ μονοπάτι,
νὰ πὰ νὰ τὸ μηνύσῃ.

Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας ποὺ τὸ ξέρει,
περνᾷ π᾿ αὐτοῦ κρυφὰ κρυφὰ καὶ τὸν σταυρό του κάνει
μὲ φόβο καὶ μ᾿ ἐλπίδα.

Ἔτσι κι᾿ ἐγώ, βαστούμενη στὸ πατρικό μου χέρι,
ἐπῆγα καὶ προσκύνησα. Καὶ ἐδ᾿ αὐτοῦ μ᾿ ἐφάνη-
Ὄχι μ᾿ ἐφάνη! Εἶδα:

Μέσ᾿ στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ ἕν᾿ ἄστρο, σὰν λυχνάρι,
σὰν μία φλόγα μυστική, ἀπ᾿ τὸν Θεὸ ἀναμμένη.
γαλάζια λάμψι χύνει.

Καὶ φέγγει τὴν λευκόχλωμη τοῦ Βασιλέως χάρι,
ποὺ μὲ κλεισμένα βλέφαρα ἐξαπλωμένος μένει
στὴν ἀργυρή του κλίνη.

- Ἀπέθανε, γιαγιά; - Ποτέ, παιδάκι μου! Κοιμᾶται,
κοιμᾶται μόνο! Τὴν χρυσὴ κορῶνα στὸ κεφάλι,
τὸ σκῆπτρο του στὸ χέρι.

Καί, σὰν παληοί του σύντροφοι, πιστοί του
παραστᾶται, στὰ στήθη τ᾿ ὁ Σταυραετός, στὰ πόδια του
προβάλλει δικέφαλο Ξαφτέρι.

Ἐπάν᾿ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του, ἡ ἀσπίδα παραστέκει,
κι᾿ ἐκεῖ ποὺ τὸ χρυσόπλεκτο, τὸ ψηφωτὸ ζωνάρι
τὴν μέση του κατέχει,

σὰν ἀστραπὴ π᾿ ἀπέμεινε χωρὶς ἀστροπελέκι,
ζερβιά, ὡς κάτου κρέμεται τ᾿ ἀστραφτερὸ θηκάρι-
μέσα σπαθὶ δὲν ἔχει!

-Γιατί, γιαγιά; Ποῦ εἶναι τό; -Βαμμένο μέσ᾿ στὸ αἷμα,
ἀκόμ᾿ ὡς τώρα βρίσκεται σ᾿ ἑνὸς ἀγγέλου χέρι,
στὸν οὐρανὸ ἐπάνου...

Ἤτανε τότε ποὺ ἡ Τουρκιὰ τὴν Πόλην ἐπολέμα.
Μέσα μία φοῦχτα ἐλεύθεροι, ἀπ᾿ ἔξω μύριο ἀσκέρι,
οἱ σκλάβοι τοῦ Σουλτάνου.

Κι᾿ ὁ Μωχαμὲτ ὁ ἴδιος του πὰ στ᾿ ἄγριό του ἄτι
-Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ Κωνσταντίνου κράζει,
καὶ τὸ σπαθί σου δός μου!

-Ἔλα καὶ πάρ᾿ τα! λέγ᾿ αὐτός, τοῦ Τούρκου τοῦ μουχτάτη
Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ᾿ ἐνόσῳ βράζει
μία στάλλα γαῖμα ἐντός μου!-

Κι᾿ ἐπρόβαλαν τὰ λάβαρα, κι᾿ ἀρχίνησεν ἡ μάχη!
Σαράντα μέραις πολεμοῦν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιοῦνται καὶ χτυποῦνε,

οἱ Τοῦρκοι σὰν τὰ κύματα κι᾿ οἱ Χριστιανοὶ σὰν βράχοι.
Κι᾿ οὔτε τῶν Φράγκων προδοσιαίς, οὔτε τῶν φλάρων δίχτυα
τὸν Βασιλέα σειοῦνε.

Ἀπ᾿ ταὶς σαράντα κι᾿ ὕστερα Θεὸς τὸν παραγγέλλει.
-Γιὰ τοῦ λαοῦ τὰ κρίματα, εἶναι γραφτὸ νὰ γείνῃ,
προσκύνα τὸν Σουλτάνο!-

Μ᾿ αὐτός, τὸ χέρι στὸ σπαθί, πεισμόνεται, δὲν θέλει!
-Πρὶν μπρὸς σὲ Τοῦρκο τύραννο τὸ γόνατό μου κλίνῃ,
πὲς κάλλιο ν᾿ ἀποθάνω!-

Ἔξ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάστρο χύνεται μὲ σπάθα γυμνωμένη,
καὶ σφάζει Τούρκων κατοσταὶς κι᾿ ἀγαρινῶν χιλιάδες-
Ἐκεῖνος κι᾿ ὁ στρατός του.

Μὰ ἦτ᾿ ὀλίγος ὁ στρατός, κι᾿ οἱ πρῶτοι λαβωμένοι!
Ἔπεσαν τ᾿ ἀρχοντόπουλα ἔφυγαν οἱ Ρηγάδες,
κι᾿ ἀπέμεινεν ἀτός του.

Ὅσο τὸν ζώνουν τὰ σκυλιά, τόσο χτυπᾷ καὶ σφάζει,
σὰν πληγωμένος λέοντας, σὰν τίγρη τῆς ἐρήμου,
ποὺ τὰ παιδιά της σκώσουν.

Μὰ κεῖ τοῦ πέφτει τ᾿ ἄλογο! Καὶ πέφτ᾿ αὐτὸς καὶ κράζει.
-Δὲν βρίσκετ᾿ ἕνας Χριστιανὸς νὰ πάρ᾿ τὴν κεφαλή μου,
πρὶν πᾶν καὶ μὲ σκλαβώσουν;-

Μιὰ τρίχα καὶ τὸν σκότωνεν Ἀράπικη λεπίδα!
Μὰ δὲν τὸ ἤθελ᾿ ὁ Θεός. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφίσῃ
τῶν Χριστιανῶν τὸ Γένος

αἰώνια δίχως βασιλιᾶ κι᾿ ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα.
Γι᾿ αὐτὸ προστάζ᾿ ἕν᾿ ἄγγελο νὰ πὰ νὰ τὸν βοηθήση,
σὰν ἦταν κυκλωμένος.

Κι᾿ αὐτὸς τὸν Μαῦρο λακπατᾷ, τὸν Βασιλὲ γλυτώνει.
τὸ κοφτερό του τὸ σπαθί του παίρν᾿ ἀπὸ τὸ χέρι,
τοὺς Τούρκους διασκορπίζει.

Πὰ στὰ λευκά του τὰ φτερὰ τὸν Βασιλέα σκώνει,
μέσ᾿ στὸ πλατὺ τὸ σπήλαιο, ποὺ σ᾿ εἶπα, τόνε φέρει,
κι᾿ ἐκεῖ τόνε κοιμίζει.-

-Καὶ τώρα πιὰ δὲν εἰμπορεῖ, γιαγιάκα, νὰ ξυπνήσῃ;
-Ὢ βέβαια! Καιροὺς καιρούς, σηκώνει τὸ κεφάλι,
στὸν ὕπνο τὸν βαθύ του,

καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή, πὤχ᾿ ὁ Θεὸς ὁρίσει,
καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθ᾿ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρῃ πάλι
τὸ κοφτερὸ σπαθί του.

-Καὶ θἄρθη, ναί, γιαγιάκα μου; -Θἄρθη, παιδί μου, θἄρθη.
Καὶ ὅταν ἔρθῆ, τί χαρὰ στὴν γῆ, στὴν οἰκουμένη,
σ᾿ ὅποιους θὰ ζοῦνε τότε!

Διπλό, τριπλὸ θὰ πάρουμεν αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐπάρθη,
κι᾿ ἡ Πόλη, κι᾿ ἡ Ἁγιασοφιὰ δική μας θένα γένη.
-Πότε, γιαγιά μου; Πότε;

-Ὅταν τρανέψῃς, γυόκα μου, κι᾿ ἀρματωθῇς καὶ κάμῃς
τὸν ὅρκο στὴν Ἐλευθεριά, σὺ κι᾿ ὅλ᾿ ἡ νεολαία,
νὰ σώσετε τὴν χώρα.

Τότε θὲ νἄρθ᾿ ὁ ἄγγελος κι᾿ ἀγγελικαὶ δυνάμεις,
νὰ μποῦνε, νὰ ξυπνήσουνε, νὰ ποῦν στὸν Βασιλέα,
πὼς ᾖλθε πιὰ ἡ ὥρα!

Κι᾿ ὁ Βασιλὲς θὰ σηκωθῇ, τὴν σπάθα του θὰ δράξη,
καί, στρατηγός σας, θὲ νὰ μπῇ στὸ πρῶτο του βασίλειο
τὸν Τοῦρκο νὰ χτυπήσῃ.

Καὶ χτύπα, χτύπα θὰ τὸν πὰ μακρὰ νὰ τὸν πετάξῃ,
πίσω στὴν Κόκκινη Μηλιά, καὶ πίσ᾿ ἀπὸ τὸν ἥλιο,
ποὺ πιὰ νὰ μὴ γυρίσῃ!

Ἡ ἀνεμώνη

Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ
συλλογιέται μοναχός του.
Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,
κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ
εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,
νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ
τὸ τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,
καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.
Τί τραγούδι νὰ λαλῇ
ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,
ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη
στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ
μέρα νύχτα τὸν προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ
κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!
Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ
σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,

Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ
τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του
τὰ φυλλάκια της μαδᾷ
τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,
στέκει στέλεχος μονάχο!
Διατί, ἄχ! διατὶ
ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!

Μεταμέλεια

Ἀνάθεμα τὴν πρώτ᾿ ἀρχή,
ποὺ μ᾿ εἶπαν νὰ πιστέψω,
πὼς δὲν μοῦ σώζετ᾿ ἡ ψυχή,
σὰν δὲν καλογερέψω!

Ἀπ᾿ τὴν ζωῆς τὴν Πασχαλιὰ
μ᾿ ἔκαμαν νὰ ξεπέσω·
ν᾿ ἀφήσω μακριὰ μαλλιὰ
καὶ ράσο νὰ φορέσω.

Νὰ ζῶ μὲ τὸ ξερὸ ψωμί,
μὲ τὸ νερὸ μονάχα·
γιὰ νὰ παιδέψω τὸ κορμί,
καὶ γιὰ ν᾿ ἁγιάσω τάχα!…

Καλόγεροι, σᾶς προσκυνῶ,
καὶ σᾶς φιλῶ τὰ χέρια.
Καὶ σᾶς πετῶ τὸν οὐρανὸ
καὶ τὰ χρυσὰ τ᾿ ἀστέρια.

Πετῶ τὸν σκοῦφο στὸ κελί,
τὸ ράσο στὸ ντουλάπι·
τὸν νοῦ μου – μόνο στὸ φιλὶ
καὶ μόνο στὴν ἀγάπη.

Θωρῶ πουλάκια στὴν αὐλή,
ποὺ παίζουν ταῖρι ταῖρι,
καὶ λέγω: νἄμουνα πουλί!
Νὰ ἤμουν περιστέρι!

Θωρῶ κοπέλες ποὺ περνοῦν
νὰ πᾶν στὸ περιβόλι
κι αὐτοῦ ποὺ κοντοπροσκυνοῦν–
μὲ παίρνουν οἱ Διαβόλοι!...

Τὸ παιδὶ στὸ ποτάμι

Σὰν κρυστάλλι κυλᾷ τὸ ποτάμι,
τὸ παιδὶ τὸ θωρεῖ καὶ γελᾷ:
Τί κακὸν εἰμπορεῖ νὰ τοῦ κάμῃ
τὸ καθάριο νερὸ ποῦ κυλᾷ;

Δυὸ κρίνοι στὸ ρεῦμα σαλεύουν
πότ᾿ ἐδῶ πότ᾿ ἐκεῖ σταυρωτοί.
Τὸ παιδάκι θαρρεῖ πὼς τὸ γνεύουν,
σὰν νὰ θὲν νὰ τοῦ ποῦν κάτι τί.

Πότ᾿ ἐδῶ πότ᾿ ἐκεῖ τοὺς προσκλίνει
τὸ νερὸ ποὺ περνᾷ μὲ σπουδὴ
τί νὰ γνεύουν οἱ κίτρινοι κρίνοι,
τί νὰ θέλουν νὰ ποῦν στὸ παιδί;

Στῆς ἰτιᾶς τὸ κλωνάρι θαρριέται,
ἄχ! ν᾿ ἀκούσ᾿ ὁ μικρὸς προσπαθεῖ!
Ξάφνου σπᾷ τὸ κλωνί, ποὺ κρατιέται,
καὶ κυλᾷ στὸ νερὸ τὸ βαθύ!

Μιὰ τὸ φῶς ἀπ᾿ τὰ μάτια του σβύνει,
μιὰ σὰν κόκκιν᾿ ἀστράφτει βαφή,
ὡς ποὺ πέσαν οἱ κίτρινοι κρίνοι
σὰν σταυρὸς στὴ νεκρή του μορφή!

Ποιὸ παιδί, ποὺ σιμόνει ποτάμι,
δὲν τὸ βλέπ᾿ ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ καλά,
τί κακὸν εἰμπορεῖ νὰ τοῦ κάμῃ
τὸ καθάριο νερὸ ποῦ κυλᾷ;

ᾎσμα

Σὰν τὴν ἀστέρευτη πηγή,
ποὺ βουρβουλᾷ μέσ᾿ στὰ βουνά,
τὰ δάκρυά μου στὴ σιγὴ
κατρακυλοῦν παντοτεινά.

Κάμνουν ταῖς πέτραις μαλακιαίς,
ὀργόνουν μάρμαρα γερά,
καὶ σταὶς βαθειαίς των αὐλακαὶς
βλαστάνουν λούλουδ᾿ ἀνθηρά.

Μόν᾿ ἡ καρδιά σου δὲν μπορεῖ
νὰ λυγισθῇ, ν᾿ ἁπαλυνθῇ
μόνο σ᾿ ἐκείνη τὴν σκληρὴ
ὀλίγη ἀγάπη δὲν ἀνθεῖ.

Πρὸς τὴν Σελήνην

Ἡ σοβαρὴ καὶ χλωμιασμένη σου θωριά,
ποὺ ἀρμενίζει στ᾿ ἀψηλά, Σελήνη,
δὲν ῾ξεύρεις τί ἀδελφικὴ παρηγοριά,
τί παιδιακοὺς συλλογισμοὺς μὲ δίνει!

Κανένα φίλον ἀπὸ σένα πιὸ παλιό,
καὶ πιὸ πιστό, δὲν ἔχω νὰ ὀνομάσω.
Σ᾿ ἐγνώρισα πρὶν πρωτοέμβω στὸ σχολειό,
κι ἂν ῾μβω στὸν τάφο, δὲν θὰ σὲ ξεχάσω.

Θυμᾶσ᾿ ἀκόμα τὸ μικρὸ παιδί, ἐμέ,
μὲ τὸν μεγάλο πόθο στὴν καρδιά μου;
Μὲ τὴν λαχτάρα, νὰ μοῦ ἤρχεσαι χαμαί,
νὰ σ᾿ ἔχω σὰν παιχνίδι στὴν ποδιά μου;

Θυμᾶσαι πῶς, ἐσὺ στὰ ὕψη, ἐγὼ στὴ γῆ,
ἐτρέχαμε μαζί, ποιὸς νὰ περάσει;
Σὺ ἔχεις μείνει πάντα νέα καὶ γοργή,
καὶ μόν᾿ ἐγώ, ἐγὼ ἔχω γεράσει!

Θυμᾶσαι τὴν Βιζώ μας, τ᾿ ὄμορφο χωριό;
Τὸ σπίτι μας, τ᾿ ὡραῖο περιβόλι;
Καὶ μέσα στ᾿ ἄνθη του, θυμᾶσαι τὸ Μαριώ,
π᾿ ἀγάπησα μὲ τὴν καρδία μ᾿ ὅλη;

Αὐτὴ τὰ φταίει, ἂν ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ
ἀμέλησα τὰ κάλλη σου, Σελήνη!
Γιατ᾿ ἀπαιτοῦσε καὶ καλὰ νὰ μὴ θωρῶ,
παρὰ τὲς ὀμορφιές, ποὺ εἶχ᾿ ἐκείνη.

Αὐτὴ τὰ φταίει, ἂν τώρα πλέον δὲν μπορεῖ
ν᾿ ἀνοίξει σὰν καὶ πρῶτα ἡ καρδιά μου,
νὰ παίξει, φίλη μου, μαζί σου, νὰ χαρεῖ,
καθὼς τὴν ξεύρεις ἀπ᾿ τὰ παιδιακά μου!

Αὐτὴ τὰ φταίει! Καὶ γνωρίζεις διατί;
Διότι, γι᾿ ἄλλον, πρόδωκεν ἐμένα!
Καὶ μ᾿ ἔκαμε νὰ κλαίω ἀπ᾿ τὴν ὥρ᾿ αὐτή,
νὰ καταλυῶ τὴν νιότη μου στὰ ξένα!

Δὲν εἶδα πιὰ ἀπὸ τότε πρόσχαρη χρονιά!
-Ἔβαλε λὲς φαρμάκι στὴν ζωή μου!
Ὡς καὶ τοὺς φίλους μου τοὺς ηὖρεν ἀπονιά,
καὶ μ᾿ ἄφηκαν στὴν μέση τῆς ἐρήμου!

Μόνον ἐσὺ ἀκόμη, φίλη παιδιακή,
μόνον ἐσὺ δὲν μ᾿ ἔχεις λησμονήσει.
Καὶ σπλαχνικὰ τὸ φῶς σου στέλλεις τὸ γλυκύ,
νἀρθεῖ νὰ βρεῖ, νὰ μὲ παρηγορήσει.

Σ᾿ εὐχαριστῶ! Κι αὐτὴν ἀπόψε τὴν βραδιὰ
μ᾿ ἐλάφρυνες τὰ στήθη μου λιγάκι.
Γιατὶ μοῦ ἄδειασ᾿ ἡ γεμάτη μου καρδιά,
σὰν σ᾿ ἔχω γράψ᾿ αὐτὸ τὸ τραγουδάκι!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.