Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016
Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι
Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που κλείνεις τις
Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Τρίτη 8 Απριλίου 2014
[Περνούσε ποταμός ]
Περνούσε ποταμός κάτω απ' το σπίτι
κι όταν τη νύχτα
κλείνανε τα μάτια κι έσβηνε "φου" η μητέρα το
καντήλι, ακούγαμε βοές νερών πολλών, βόγγους
των δέντρων που ξερίζωνε το ρέμα, κρωγμούς
πουλιών που τρόμαζε ο αχός
Κι απόμακρα
φωνές που μας καλούσαν
από τη χώρα των λησμονημένων.
Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013
Το Κατοικίδιο Ζώο Μοναξιά...
...θέλει φροντίδα θέλει
προστασία
δεν αγαπά τους κοπετούς
τα φώτα
μόνο στο ημίφως κάπως ησυχάζει
Λοιπόν αν τύχει κάποτε ν' ακούσει
φωνές από το βυθιζμένο σπίτι
και ζωντανέψουν οι παλιοί τριγμοί
και λάμψουν απροσδόκητα οι καθρέφτες
τότε
ξυπνούν οι τρομαγμένες μνήμες
οι εφιαλτικές αναδρομές
τα πάθη των εξιλασμών
τα δάκρυα των καθαρτηρίων
Ραγίζουν οι μορφές και στάζουν φως
Θυμώνει το θηρίο και σκοτώνει
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012
Η επίσκεψη
Η Μαρία μού φέρνει μαργαρίτες
μου φέρνει περιστέρια κι ένα γράμμα
Δεν έμαθε η Μαρία πως ταξιδεύω
πως πια δεν κατοικώ σ' αυτό το σώμα
Ωραίο να ζεις
Ωραίο να ζεις μέσα στην Ανοιξη
στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη
στων αρωμάτων τη χλιδή
στη λάμψη και τη φαντασμαγορία
Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν
σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν
σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους
Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ' ουρανού το βάρος
ωραίο να ζεις απολησμονημένος
ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες
ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων
Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες
ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες
ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου
ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο
Ωραίο να ξέρεις - κι όμως να σωπαίνεις
Ν' απλώνεις ρίζες - κι όμως να βυθίζεσαι
το φαγκότο
του σκοτεινού παλαιοπωλείου, χτυπάει
παλιοκαιρνό κουδούνι μα κανένας
δεν έρχεται .. Τριγύρω βασιλεύει
τέφρα σιωπής κι ακινησία θανάτου
Ποιος είναι εδώ; Ρωτώ και το κουδούνι
ξαναχτυπά καθώς η θύρα κλείνει
Νιώθω πως είμαι πια παγιδευμένος
σ’ ένα ψυχρό νεκροταφείο πραγμάτων
Μισοσβημένες προσωπογραφίες
παμπάλαια βάζα και μουγγά ρολόγια
ζώα και πετεινά ταριχευμένα
που με κοιτούν με το νεκρό τους βλέμμα
Χαμογελά χορεύτρια πορσελάνης
Μου γνέφει φιλικά μακάριος βούδας
Κάτι σα χνούδι νιώθω να μ’ αγγίζει
Ποιος είν’ εδώ; Ξαναρωτώ
και τότε
φέγγος θαμπό το χώρο πλημμυρίζει
Ξανθό κορίτσι βγάζει το κεφάλι
πίσω από τη ροτόντα και μου λέει
Σιγά .. μη σας ακούσει και σωπάσει
Παίζει φαγκότο πάλι .. τον ακούτε;
Παίζει φαγκότο
Κάτω
Στα θεμέλια
ο υπηρέτηςς
αυτός που κυβερνάει από τα βάθη
προκαθορίζοντας πορεία και στόχους
Ο άλλος είναι – ο αποκεκρυμένος
Εγώ –μα ποιος εγώ ;– παγιδευμένος
«αιχμάλωτος μιας αποτρόπαιης μοίρας»
ο ποιητής Πι Δέλτα ή Γάμα Βήτα
ή Ορέστης Αλεξάκης τέλος πάντων
δεν είμαι παρά μόνον υπηρέτης
αγνώστου Αυθέντη που ποτέ δεν είδα
και που δεν έχω ακούσει τη φωνή του
γιατί τα μάτια μου είναι σφραγισμένα
τ’ αυτιά μου βουλωμένα και τα χέρια
δέσμια για να μπορούν να κάνουν μόνο
τις απολύτως αναγκαίες κινήσεις.
Μοίρα σκληρή – μα δεν παραπονιέμαι
Γιατί οι ενδείξεις συνεχώς πληθαίνουν
πως είναι κι ο Αυθέντης μου τυφλός
κωφός
βωβός
και με το στήθος άδειο. . .
Ξενοδοχείον ο Απόπλους
Τον ξενοδόχο που χαμογελούσε
με το ένα μάτι πάντοτε κλεισμένο
σα να ’χε βρει του αινίγματος τη λύση
Την καμαριέρα με το μαύρο δόντι
που διέσχιζε τους έρημους διαδρόμους
κρατώντας πάντα μια σβησμένη λάμπα
λες κ’ είχε κάτι να μας φανερώσει
Το θάλαμο τα δώδεκα κρεβάτια
–γύρω βαλίτσες
μπόγοι
πατερίτσες
κι η μυρωδιά παντού του σάπιου χόρτου–
Ν’ ακούγεται βροχή να κάνει κρύο
να χώνεσαι στα βρώμικα σεντόνια
να βγάζει ο διπλανός το πρόσωπό του
μέσ’ από τις κουβέρτες και να λέει
Καλά να σκεπαστείς να μη κρυώσεις
νύχτα θα καβατζάρομε το κάστρο
μπάζει φαρμάκι από τις χαραμάδες
Côte d’Azur
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει
η απρόσμενη
ποια να ’σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
—με τόση λάμψη τόση μουσική—
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;
Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω
Ο ποιητής είναι αθώος
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του
Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει
Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει
Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι
Αυτοχειρία
Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών..
Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής τής παραλίας»
Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σού γνέφει ο σχοινοβάτης
Κοιτάς σημάδια τού προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί τού ανθρώπου
Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει
Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη
Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια
Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα
Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό
(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)
Ερημίτου απόλογος
[Από την ενότητα Ψυχογένεια]
Έτσι εκπληρώνω τον προορισμό μου
Με τα κρυμμένα μου πουλιά
που ζωντανεύουν με κρουνούς κελαηδισμών
τις αποτεφρωμένες σας κοιλάδες
Με τη δική μου μουσική
των δειλινών
που μολονότι ηδυμελής και ωχρότατη
στο τέλος
τον άγριο παφλασμό σας υποτάσσει
Με των δρυμών την περισυλλογή
με των ανέμων την πολυφωνία
μ' όλα τα μάτια μου ανοιχτά στο αντιπρανές
με τη σιωπή μου κύμβαλο αλαλάζον
Σ' αυτό το μετερίζι ξαγρυπνώ
σ' αυτή την έσχατη σκοπιά
παρόχθιος παρατηρητής
των επιγείων τη μοίρα κατοπτεύω
Ερωτηματικά ψυχοσαββάτων
μνήμη Τάσου Κόρφη
Έρχονται οι φίλοι μού
χτυπούν την πόρτα
τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι
κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι
κι εξ άλλου
χρόνια τώρα που κρυώνουν
Και το σκυλί - τι άβυσσος αλήθεια -
κουνώντας την ουρά
καλωσορίζει
Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις;
Ποιος ορθοτόμος και
δικαιοκρίτης;
Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος
οριοθετώ
τον πάνω κόσμο από
τον κάτω κόσμο;
Και ποιος εσύ
που αμίλητος ανοίγεις
παλιά συρτάρια και
βαθιά σεντούκια
ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι;
Και ποιος αυτός
που αντίκρυ μου στην τάβλα
χύνοντας δάκρυα φλογερά
μια πίνει κόκκινο κρασί και μια
την ερημιά των τάφων τραγουδάει;
Απειλή
Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα
σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου
ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού
φοβάμαι πάλι
Ο έσχατος
Κι όταν η πόλη οριστικά νεκρώθηκε
και στις μεγάλες άδειες λεωφόρους
έμειναν μόνο τενεκέδες σκουπιδιών
και γάτες εξαθλιωμένες που θρηνούσαν
Εκείνος γλίστρησε αλαφρά σαν ίσκιος
μέσ' από την παλιά νεκροκασέλα
κι ευτυχισμένος που αξιώθηκε επιτέλους
τόση συγκομιδή απεραντοσύνης
γονάτισε και κλείνοντας τα μάτια
δόθηκε στη βαθιά μαγεία των ήχων
αυτών που μόνο οι πονεμένοι ακούνε
κι έτσι δεν ένιωσε καθόλου τα σκυλιά
που πεινασμένα σύρθηκαν κοντά του
κι έτρωγαν τρυφερά τις σάπιες σάρκες του
καθώς πιο κει το νέο του σώμα
φορτισμένο
με αγνότητα ουρανού
φεγγοβολούσε
Ένοικος
Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
Στους ήχους των βημάτων μου Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος τής σιωπής σου ως ένα
Πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
Κι απόμακρου ουρανού το κατακρήμνισμα
Κι όμως το ξέρω, μ' έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς, είμαι το σπίτι σου, έλα
Να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου
Δεν θέλω ανταμοιβή, δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
Να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δεν σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό τής λήθης
Τη μοναξιά - την ερημιά των κόσμων
Σωπαίνω μέσα σ' όλες τις σιωπές σου
Θα 'μαι το κάστρο σου ως στην έσχατη ώρα
Η μόλις μουσική
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη
Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί
αδιάκοπα σ’ αυτήν να μ’ επιστρέφεις;
Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων;
Η επαναβίωση τόσων χωρισμών;
Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;
Σώπασε… σώπασε… η ψυχή κοιμάται
Μην την ξυπνάς… κουράστηκε να ελπίζει
Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της
έχει αφεθεί στη μόλις μουσική
που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει
Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012
η τρίτη φάση
Απολαμβάνουν τη ζωή
τη μουσική τον έρωτα τη φύση
Αυτή την άπεφθη ηδονή του υπάρχειν
Στη δεύτερη όμως φάση κάτι αλλάζει
Θαμπώνουν κάπως γύρω τους οι εικόνες
Γεύση φθοράς στα χείλη τους πικρίζει
Ένα περίεργο ρίγος τους διατρέχει
σαν κάτι να τους απειλεί
Νιώθουν λιγότερο οικείο τον κόσμο
Τέλος στην τρίτη φάση επισυμβαίνει
το μαγικό αναπότρεπτο. Αναβλύζει
μια μουσική απ’ τα βάθη της ψυχής τους
Νιώθουν να χάνουν το υλικό τους βάρος
Η σκέψη τους αδειάζει η βούλησή τους
ακινητεί σαν παγωμένη λίμνη
Τους έλκει το απροσδιόριστο
Τους προσκαλεί το «πέραν πάσης μνήμης»
Ακολουθούν μια μυστική βοή
Και κατεβαίνουν σιωπηλοί
τη σκάλα
Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012
Εν Αναμονή
κι ωστόσο
θαρρώ πως απ' τον έξω κόσμο θα 'ρθεις
Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρυνού διαδρόμου
Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μέσ' απ' το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει
Κάποτε σκοτεινιάζεις και γεμίζεις
τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα
Όμως
καμιά φορά
χαμογελάς
με τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη
που άξαφνα
διακρίνω - κάπου στα βάθη των
διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου -
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα
Σαν να 'χει κάπου ο χρόνος σταθεί
Σαν να 'χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.