close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττός Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττός Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Νίκος Βρεττός (μικρό βιογραφικό)


Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1938 και σπούδασε Θέατρο στη Σχολή Θεάτρου Αθηνών του Κωστή Μιχαηλίδη και της Μαίρης Αρώνη. Εργάσθηκε ως ηθοποιός από το 1964. Συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.  Εκτός του θεάτρου έχει ασχοληθεί με την  ποίηση, το δοκίμιο και έχει διασκευάσει τόσο για  το θέατρο,όσο για  τον κινηματογράφο και το ραδιόφωνο διηγήματα των Παπαδιαμάντη και Τσέχωφ. 



Ποιητικές συλλογές:

«Έξοδος», Θεσσαλονίκη, 1966
«Ο ύπνος της ημέρας», Θεσσαλονίκη, 1973
«Σκλάβοι της δύσης», Θεσσαλονίκη, 1975
«Τριλογία», Θεσσαλονίκη, 1976

Θέατρο:
«Ένα κραχ στον παράδεισο», εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2005

Λοιπά:

Από την Ποίηση στην Απαγγελία (1977)

πηγές: 

Τριλογία : Ποιητική Συλλογή του Νίκου Βρεττού που εκδόθηκε το 1976

Image
Εισβολή



Δεν έχεις μάτια να κοιτάξεις τα πράγματα
ν' αντιμετωπίσεις τον γύπα στα σωθικά σου
σε τριγυρίζουν τα ξωτικά της ημέρας
σκοντάφτεις σε αγάλματα
σε πτώματα χαλάσματα πτώματα

εμείς οι αδιάφοροι
οι ανίδεοι
εμείς οι δειλοί
οι προδότες
στην αδυσώπητη κρίση του μέλλοντος

και ρωτούσες κάποτε αν υπάρχουν προδότες
και ρωτούσες αν η σκλαβιά συνηθίζεται

σαρκοφάγο το πνεύμα σαρκοφάγο το κλίμα
ενώ μια νέα μοναξιά εισβάλλει στο αίμα.




Ξένος τόπος



Και η γη μας και η θάλασσα κι αυτές οι φωνές
και τούτες οι μέρες δεν είναι δικές μας
μήτε δικός μας ο ήλιος ο παλμός του φωτός
άλλοι ορίζουνε τη ζωή μας
κόβουνε τους ανθρώπους στα δυο τα δυο στα τέσσερα
σα να παίζουν μοχθηροί με σκουλήκια

δεν είναι οι γυναίκες δικές μας
μήτε δικοί μας οι άντρες δικά μας τα παιδιά
και τα παιδιά που μόλις πιαστήκαν στη μήτρα
γεννιόμαστε μεγαλώνουμε αντίκρυ στο θάνατο
ζώντας στη γη μας όπως ξενιτεμένοι

άγνωστη η μουσική των πουλιών
κι η πανσέληνος άγνωστη πάνω στο βράχο της θάλασσας
με τον έρωτα φτεροκοπώντας παντού στο παρόν
και πολύ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στο μέλλον

άγνωστος ο σπασμός του σπόρου στ' οργωμένο χώμα
και το σκάσιμο άγνωστο και το τίναγμα της νέας ζωής
και το τραγούδι της αύρας στις πράσινες φυλλωσιές
μ' ευγνωμοσύνη χαϊδεύοντας τους καρπούς των κλαδιών

ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας
καθένας κι ένα κομμάτι βιτρίνας
ωραίοι
σα μίσχοι
φιγουρίνια
και μέσα μας τίγρεις ιπποπόταμοι σκορπιοί
πρόσωπα φωτογραφίας που δεν ελπίζεις πως κάποτε θα σαλέψουν

πως θα δακρύσουν πως θα φωνάξουν
κι όμως απελπισμένος επιμένεις να καρτερείς.




Φωνές από βάθος



Μεμιάς οι ζωντανές μέρες πάγωσαν∙
άναυδος μέσα στο άναυδο πλήθος
εμπρός σ' αυτά που γίνονται
εμπρός σ' αυτά που θα γίνουν - πτώμα
ενώ πασκίζω να σηκωθώ να ελπίσω
φωνές από βάθος σαν πίδακες
θαρρείς από άβυσσο ξεπετιούνται
από κόκαλα συντριμμένων ανθρώπων
μιλάν μιλάν ξαναμιλάν -
τίποτα δεν ωφελεί ελπίζοντας μόνο.

Στο τέλος ποιος θάβρει τη δύναμη
ποιος θα σε λυπηθεί σαρκοφάγο πουλί;



* η φωτογραφία του Ποιητή είναι από τη σελίδα του Εθνικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος

Σκλάβοι της Δύσης : Ποιητική Συλλογή του Νίκου Βρεττού που είδε το φως το 1975

Αυτοί που φτάσαν απ' τα σύνορα τη νύχτα
«και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν»
άθλιοι ψεύτες
                    προδότες
σκλάβοι των βαρβάρων –
μας εξαπάτησαν οι μαντατοφόροι των συνόρων

          Μεσάνυχτα 
γλιστρήσαν ίσκιοι μες στον τόπο
σκύλοι, γάιδαροι και τράγοι
                                      λύκοι
σπάσαν τις πόρτες, κλείσαν τα περάσματα
των γυναικών και των αντρών
των κοριτσιών, των αγοριών –

          Αχ αυτός ο άντρας
     κι αχ αυτός ο έφηβος
     Αυτή η μάνα κι αυτή η γκαστρωμένη
     Αχ η σάρκα της γυναίκας που σκιρτά
     από τη σάρκα της γυναίκας
     Κι αχ ο έρωτας με το αγόρι
     κι ο έρωτας με το κορίτσι
     ο πόνος τους κι ο σπαραγμός τους
     ο ποταμός από το αίμα τους
     Κι αχ ο έρωτας με τη νεκρή –

          Παντού 
μια βάρβαρη σκλαβιά ξημέρωσε στον τόπο

...

Να ο καιρός που αυνανίζουμε το γάιδαρο
κι ο καιρός που μας οχεύει ο τράγος

Άθλιοι ψεύτες, προδότες, σκλάβοι των βαρβάρων
μας εξαπατούν οι μαντατοφόροι των συνόρων

Να ο καιρός που μεθυσμένοι μεθάμε παιδούλες
για να δούμε να τις ξεπαρθενεύουνε σκύλοι –

Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς ανθρώπους
Τι θ' απογίνουμε με τόσους βαρβάρους;

Και να ο καιρός μας: μια θάλασσα βόρβορος
Το μέλλον στα χέρια αυτών που περιμένουν

Τις σάρκες των άλλων τρώγοντας
τις σάρκες μας απελπισμένα
πολλοί δεν αντέχουν, αυτομολούν –
          Μόνο στο όνειρο υπάρχει ζωή
κι ασυγκίνητοι τραβάνε στο άγνωστο
έχοντας το όνειρο όπως άλλοι έχουν το όπιο

...

Πώς από χίλιους ποταμούς η ζωή πλημμυρίζει το βάθος
          το ακοίμητο
          το πάντα κινούμενο
και γίνεται φως η ζωή
τις χορδές χτυπώντας τα ξέχειλα χέρια
και γίνεται φόβος
                          έρωτας
πυρωμένος ήχος διάχυτος
                                      εξέγερση.

Ως και τα πράγματα πάλλονται τότε
μουγκανιέται στον ύπνο, φρουμάζει το κτήνος το αχθοφόρο
Τις αισθήσεις ανοίγοντας κάπως
η ζωή δε γίνεται φως
                              δε γίνεται φόβος
πυρωμένος ήχος διάχυτος
                                     εξέγερση –

Έρωτας μόνο και ταγή

Μα κανείς
κανείς ταπεινός δεν υποπτεύεται ποιον γίγαντα κρύβει


...

Εγώ λοιπόν είμαι αυτός που κάποτε γέμιζα
με αγγέλους τα όνειρα και τους τοίχους;
          Ο αέρας βαρύς
κλειστός βρόχος
Δίχως φως
με το φως μόνο της νύχτας
το δωμάτιο στενεύει, με πνίγει
          Σιωπή
ένας δαγκωμένος λυγμός
Μετά τον έρωτα τίποτα δεν έχουμε να πούμε
Κι εσύ πάντα φιλήδονη
αγαλματένια και ασελγής
ευτυχισμένη μέσα στη δυστυχία σου
          Γυμνή
με περιμένεις πάλι καπνίζοντας –
Έξω ουρλιάζουν καθώς σέρνονται τα σκυλιά


...

Ήμουν παιδί, ήμουν πουλί, τίποτα σάπιο –
Πώς κατρακύλησα, πώς έγινα σκλάβος;

Να ο καιρός των αδιάφορων και των δειλών
που ρήμαξε την ενοχή και την επανάσταση

Μέσα στον τόπο μας και πιο μέσα μας
μαύρος ζυγός, ξένος ζυγός, κι ένας τρόμος

Να ο καιρός της κόμπρας και της ύαινας
που ξερίζωσε το ένστικτο του ρόδου

Εμείς εδώ δεν περιμέναμε κανένα βάρβαρο
όμως οι είλωτες και οι ευάλωτοι πολλοί

Να ο καιρός των φαλλών και των αιδοίων
ο καιρός των στομάτων και των πρωκτών

Εμείς οι ψαράδες, οι εργάτες, οι ξωμάχοι
δεν περιμέναμε κανένα βάρβαρο για να σωθούμε

Να ο καιρός της μαύρης και των μαστουρωμένων
της σύφιλης και των καθυστερημένων παιδιών

Εμείς εδώ ζητούσαμε την ελευθερία μας
χωρίς να ξέρουμε τι είναι ελευθερία

Να ο καιρός που τραγικά λιγοστεύουν οι άντρες
ο καιρός που τραγικά λιγοστεύουν οι γυναίκες

Μαύρος ζυγός, ξένος ζυγός, κι ένας τρόμος
μέσα στον τόπο μου και πιο μέσα μου θάνατος –


...

Μέρες θανάσιμες χωρίς οίκτο
Αδηφάγο κτήνος το πάθος
Ολόκληρη η ζωή μου στο βούρκο –

Ω, είμαι πολύ νέος για ν' αφεθώ

Από τα πάθη μας αδίσταχτοι κι ασύδοτοι
όλη η ελπίδα μας στα λαχεία και στα προπό

Να ο καιρός που η κατανάλωση γεννοβολάει
κι άλλη μοναξιά κι απελπισία, κι άλλες πόρνες

Αυτοί περιμένουν στην αγορά συναθροισμένοι –
είναι οι άνθρωποι να φτάσουν σήμερα

Να ο καιρός των ομαδικών συμπλεγμάτων
ο καιρός των υπερανθρώπων και των άστρων

Μα πάλι φτάνουν μερικοί απ' τα σύνορα
και λεν πως άνθρωποι πια δεν υπάρχουν


...

Λίγο νερό
μιαν όαση ζητώντας
κάποτε γύρισα τα μάτια στις μνήμες
Στάλαξε το αίσθημα πεντακάθαρο αίμα
κάποιο χαμόγελο στα πρησμένα μου χείλη

Τώρα πώς
πώς να ξαναγυρίσω τα μάτια
Μαινάδες οι μνήμες
Και πώς να εξευμενίσω τα πράγματα

Ο εαυτός μας ποντικός στους υπονόμους
σκλάβος πεσμένος στα πόδια της δύσης 
ένα ρεμάλι, ένας σκύλος ο εαυτός μας
κολλημένος με τη σκύλα στους δρόμους
στα μάτια των παιδιών, των εφήβων

Ω πώς
ο ραγιάς πιασμένος στο δόκανο
έσπασε κάποτε το δόκανο και λευτερώθηκε

Οι τόσες αγάπες σκονισμένες 
χτεσινές μορφές των αγγέλων
κιτρινίζουν από το χρόνο –
Πάλι αυτό το λάγνο δωμάτιο

Μετά τον έρωτα σιωπή και ντροπή
τίποτα δεν έχουμε να πούμε
το δωμάτιο στενεύει, με πνίγει
εδώ η ζωή μου μέσα στο βούρκο

Ω, είμαι πολύ νέος για ν' αφεθώ

...


Δεν ακούω πια τη μουσική
των δασών και των φλοίσβων
τα τραγούδια μου ξεχασμένα -
Πάλι αυτό το λάγνο δωμάτιο

Η ψυχή μου δυο ψυχές εχθρικές
η μια κατατρώει την άλλη
σκύλα η τύψη, το πάθος λύκος
Δυο ψυχές θανάσιμες η ψυχή μου

Πάλι αυτό το λάγνο δωμάτιο!
Στο κρεβάτι γυμνή η Σειρήνα
ξανά θα βασανίσω τη γύμνια
μέσα στη γύμνια θα βασανιστώ -

Ω, είμαι πολύ νέος για ν' αφεθώ

Αυγή φεύγοντας συναντώ εργάτες
Δε μπορώ πια ούτε να κλάψω
καθώς παιδόπουλο που το δείραν
από το φως ξεπηδούν ερινύες -

Όχι, δεν είναι άνθρωποι αυτοί
που δε λυγίσανε ποτέ
Αυτοί που λύγισαν κι αφέθηκαν κατάχαμα
δεν είναι άνθρωποι


...

Η ρίζα βαθιά, χαμένη μέσα στους αιώνες
εκεί που κοχλάζουν οι μύθοι τις σκοτεινές εποχές –
          Προμηθέας Πυρφόρος
          Προμηθέας Δεσμώτης
και η λύτρωση Μοίρα πάνω από τις μοίρες
          Προμηθέας Λυόμενος
Επειδή ο τόπος ηλιόλουστος πάντα
και πολλές ψυχές ελεύθερες σαν αηδόνες
και ψυχές που ματώνουν στο αχ του άλλου
ο Δεσμώτης Λυόμενος
Επειδή το τόπος συχνά σκοτεινός – μπουντρούμι
και δεσμώτες με βόγκους, με πόθους
οι Πελασγοί
οι Δωριείς, οι Ίωνες, οι Αιολείς
          οι Αχαιοί –
ο Δεσμώτης Λυόμενος
Γιατί Μοίρα πάνω από τις μοίρες η λύτρωση
και η κάθαρση Μοίρα μέσα στις μοίρες

          Σφίγγα 
          Σφίγγα στη χώρα
και η δύση τρισάθλια πόρνη, πανέμορφη
νύχτα μέρα να τρέφει τη Σφίγγα

          Ήμουν παιδί
           ήμουν πουλί
          Τίποτα σάπιο –
Πώς κατρακύλησα, πώς έγινα σκλάβος;


...

Τι φιλήδονες εικόνες, Θεέ μου!
Πήρε το ρυθμό της το σώμα μου
τα φιλιά, οι βόγκοι, τα λόγια της
σκιρτάνε μέσα μου το κτήνος

Τι είναι πάλι αυτή η παρένθεση;
Μορφή της Καβάλας, της Θάσου
ακρογιαλιές, βουνά, ελαιώνες
Εκεί η ζωή μου με τις μέλισσες

Αυτά τα χέρια κι αυτά τα χείλη
δε μπορεί να είναι δικά μου
χέρια και χείλη της ντροπής –
Μια ώρα ντροπής ένας μήνας

Τι είναι πάλι αυτή η παρένθεση;
Στον αέρα που αναπνέω Εκείνη
η Άλλη με την ψυχή της Πηνελόπης
η βγαλμένη από το σπάνιο κοχύλι

Κρυφά που σκλαβώνουν τα πράγματα!



πηγή: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11785.msg164607#msg164607


Ο ύπνος της Ημέρας: Ποιητική Συλλογή του Νίκου Βρεττού, εκδοθείσα το 1973

...

Βυθίζομαι αργά στον ύπνο της ημέρας
δίχως όνειρο, δίχως καημό να υπάρξω.

Το σώμα φθαρτό και η ψυχή στεγνώνει
σβήνει ολοένα η αίσθηση του κόσμου.

Οι ώρες περνούν και πέφτει το βράδυ
αύριο ίσως δε θα μπορώ να λυπάμαι.

Περνούν καθώς την έρημο οι καμήλες
μέχρι το τέλος τίποτα δε θα μείνει.

Πηγές και μνήμες μου έξω από τον ύπνο
κι όλο το πάθος για τη γέννησή μου.



...

Είχαν στα μάτια τους μια ήρεμη αγωνία
τη σάρκα ρυτιδωμένη και σκληρή.
Καθισμένοι στις εξώπορτες μιλούσαν
την ώρα που η μέρα χάνει το φως της.

Ποιος μόχθος, ποια πανάρχαια ρίζα
μέσα στην εγκαρτέρηση!

Μηρυκάζοντας αργά τη σοφία του χόρτου
οι αγελάδες γυρνούσαν στους στάβλους
φορτωμένες τον γεμάτο μαστό τους.
Σηκώνονταν ευλαβικά και προσεύχονταν όλοι.

Τώρα τα σούρουπα είναι όλα χωρίς γείτονες
καμιά ευγνωμοσύνη και καμιά εγκαρτέρηση
ένας δε θα σπάσει με τη γροθιά το τραπέζι.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.