close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρω Βαμβουνάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρω Βαμβουνάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Μάρω Βαμβουνάκη, "Τα πράγματα που ζουν απ' τον χαμό" .....αποσπάσματα

[...]Κι εκείνος βρήκε κοντά της τον λόγο του να υπάρχει. Συνάντησε το πεπρωμένο του και την ευθύνη του την ώρα που πρωτοσυναντήθηκε με το βλέμμα της. Τι περισσότερο μπορεί να αναζητά ένας άντρας, ένας γνήσιος, τίμιος άντρας, απ’ την ώρα που θα βγει να οδοιπορήσει ενήλικος στις ανοιχτές εκτάσεις της ύπαρξης; Την ευθύνη του. [...] Γιατί η ζωή του, πριν την βρει, ήταν σαν ένα ανεπίδοτο γράμμα.

[...]Ήταν η εξ αρχής ακατανόητη οικειότητα που σημαδεύει όσους προορίζονται να συναντηθούν. Που οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν για να σφραγίσουν ο ένας τον άλλον παντοτινά. Αυτούς που συγγενεύουν αλλιώς, και οι υπόγειες ροές τούς τραβάνε ασυνείδητα να στραφούν και να κοιταχτούν με απορία στα μάτια. Σαν κλήση. Μια σαγήνη ανεξήγητη που φέρνει κοντά.

[...]Συναντάμε κόσμο όπως πορευόμαστε. Ανταλλάσσουμε βλέμματα, χαμόγελα ευγενικά, δυο υποχρεωτικές κουβέντες, για να προσπεράσουμε και να τα πετάξουμε αυτά αμέσως στον κάδο της λησμονιάς. Υπάρχουν μάτια όμως που από το πουθενά εμφανίζονται μια στιγμή μπρος μας, βυθίζονται στα δικά μας μάτια και αξιώνουν: «Εδώ θα μείνεις», ή «Σε περίμενα».

[...]Είναι ένας άντρας κι αυτός που έχει για χρόνια ζήσει στην έρημο. Πριν έρθει εκείνη στη ζωή του, είχε αρχίσει να το παίρνει απόφαση: Όσο μεγαλώνουμε η ερημιά μας θα μεγαλώνει. Κι όχι επειδή δεν θα υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας, αλλά γιατί –τους περισσότερους απ’ αυτούς—θα τους βλέπουμε και θα στρίβουμε, θ’ αλλάζουμε δρόμο. Για να μη μας σκοτώσουν. Από εγκεφαλικό ή ανία. Η έρημος της πολυκοσμίας ήταν το ασκητήριό του. [...]Ό,τι προσδοκούσε, τώρα το απέκτησε, το έχει και είναι σε θέση να το αντιλαμβάνεται αυτό. Είναι ένας άντρας που αντέχει τον εαυτό του. Είναι ένας άντρας τόσο ώριμος ώστε μπορεί να αγαπά μια γυναίκα.

[...]πως οι μεγάλες αγάπες καταδέχονται μόνο τις μεγάλες, γενναίες ψυχές. Πως οι σπουδαίες ιστορίες διαλέγουν εκείνους που, από πίστη, ρισκάρουν την ψυχή τους. [...] Και εντάξει, ο έρωτας βρίσκεται από πάντοτε μέσα μας, είναι δικός μας εκ γενετής –ίσως και από πριν, ίσως και να είναι ο λόγος που θα γεννηθούμε—αλλά απαιτείται ο κατάλληλος άλλος, ο ορισμένος άλλος για να τον αφυπνίσει. Ο ορισμένος άλλος για να σβήσει ή να διατηρηθεί. Ο ορισμένος για να τον επιστρέψει στην πηγή, στο παντοτινό, ακόμα και στην αθανασία.
================================================

Όλα με μας είναι "σαν".
- Όχι, όχι! Δεν είναι σαν αγάπη η αγάπη μας!
- Μόνο η αγάπη μας δεν είναι. Όλα τ' άλλα...

"...Βρέθηκαν να ταξιδεύουν δίπλα δίπλα όλες τις ώρες της διαδρομής.

Ήταν η εξ αρχής ακατανόητη οικειότητα που σημαδεύει όσους προορίζονται να συναντηθούν. Που οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν για να σφραγίσουν ο ένας τον άλλον παντοτινά. Αυτούς που συγγενεύουν αλλιώς και οι υπόγειες ροές τους τραβάνε ασυνείδητα να στραφούν και να κοιταχτούν με απορία στα μάτια. Σαν κλήση. Μια σαγήνη ανεξήγητη που φέρνει κοντά.

Συναντάμε κόσμο και κόσμο όπως πορευόμαστε. Ανταλλάσσουμε βλέμματα, χαμόγελα ευγενικά, δυό υποχρεωτικές κουβέντες, για να προσπεράσουμε και να τα πετάξουμε αυτά αμέσως στον κάδο της λησμονιάς. Υπάρχουν μάτια όμως που από το πουθενά εμφανίζονται μια στιγμή μπρος μας, βυθίζονται στα δικά μας μάτια και αξιώνουν "Εδώ θα μείνεις", ή "Σε περίμενα".



Μια σιωπηλή συμφωνία με την κυρία της ρεσεψιόν. Να τους δίνει πάντα το κλειδί με το νούμερο 331, χωρίς να το έχουν ποτέ απαιτήσει. Για μια ψευδαίσθηση μονιμότητας, σταθερότητας, μια ψευδαίσθηση ιδιοκτησίας..."

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Μάρω Βαμβουνάκη (βιβλιογραφία)

Image
Η ΜΑΡΩ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ γεννήθηκε στα Χανιά, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Από εννέα χρόνων ήρθε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και ψυχολογία. Από το 1972 και για έντεκα χρόνια έζησε στη Ρόδο, όπου εργάστηκε ως συμβολαιογράφος. Σήμερα ζει στην Αθήνα.

 Βιβλιογραφία 

«Ο Αρχάγγελος του καφενείου» - Διηγήματα (1978, Πύρινος Κόσμος)

«Ο κύκνος κι αυτός» - Μυθιστόρημα (1979, Οδυσσέας /1988, Φιλιππότη)

«Το χρονικό μιας μοιχείας» - Μυθιστόρημα (1981, Δόμος)

«Αυτή η σκάλα δεν κατεβαίνει» - Διηγήματα (1982, Δόμος /2009, Ψυχογιός)

«Ντούλια» - Μυθιστόρημα (1984, Δόμος)

«Χρόνια πολλά γλυκιά μου» - Μυθιστόρημα (1985, Φιλιππότη)

«Ο αντίπαλος εραστής» - Μυθιστόρημα (1986, Φιλιππότη)

«Η μοναξιά είναι από χώμα» - Μυθιστόρημα (1987, Φιλιππότη)

«Ιστορίες με καλό τέλος» - Διηγήματα (1988, Φιλιππότη)

«Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο» - Μυθιστόρημα (1990, Φιλιππότη)

«Τα κλειστά μάτια» - Αφήγημα (1990, Φιλιππότη)

«Τανγκό μες στον καθρέφτη» - Μυθιστόρημα (1992, Φιλιππότη)

«Το δωμάτιο που ταξιδεύει» - Παιδικό (1992, Φιλιππότη)

«Λουλούδι της κανέλλας» - Ταξιδιωτικό (1993, Φιλιππότη)

«Ο πιανίστας και ο θάνατος» - Μυθιστόρημα (1993, Δόμος)

«Θεατρικά» - Τόμοι 1 και 2 (1994, Φιλιππότη)

«Με βελούδινα βήματα ο χρόνος» - Μυθιστόρημα (1995, Φιλιππότη)

«Τα ραντεβού με τη Σιμόνη» - Μυθιστόρημα (1996, Φιλιππότη)

«Η κραταιά αγάπη» - Μυθιστόρημα (1998, Φιλιππότη)

«Τηλεφωνήματα και ενοχές» - Μυθιστόρημα (1999, Φιλιππότη)

«Ντοστογιέφσκι: Το Υπόγειο» - Θεατρικό (1999, Φιλιππότη)

«Το τραγούδι της μάσκας» - Μυθιστόρημα (2000, Φιλιππότη)

«Ο Ντάνκαν γυρεύει τον Θεό» - Μυθιστόρημα (2001, Φιλιππότη)

«Έρωτας, το γελοίο και το δέος» - Μυθιστόρημα (2002, Φιλιππότη)

«Όταν ο Θεός πεθαίνει» - Συζήτηση με τον Αλ.Κατσιάρα (2004, Δόμος /2008, Αρμός)

«Όχι άλλη αναβολή Μιχάλη» - Βιογραφικό αφήγημα (2004, Φιλιππότη)

«Τα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό» - Μυθιστόρημα (2004, Φιλιππότη)

«Ο παλιάτσος και η Άνιμα» - Ψυχολογία (2006, Ψυχογιός)

«Αντήχηση από το παρελθόν» - Μελέτη (2007, Φιλιππότη)

«Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης» - Ψυχολογία (2008, Ψυχογιός)

«Χορός Μεταμφιεσμένων» - Ψυχολογία (2009, Ψυχογιός)

«Το χρονικό μιας μοιχείας - Τρείς Νουβέλες» (2009, Ψυχογιός)

«Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα» - Ψυχολογία (2010, Ψυχογιός)

«Ο ερωτευμένος Πολωνός» - Μυθιστόρημα (2011, Ψυχογιός)

Χαμένη Αλίκη

Περνάει το τρένο και μες τη βροχούλα σφυρίζει
Στον ύπνο σου μέσα ακούς κι ανασαίνεις βαθιά
Μου λες πως ο κόσμος από μένα πιο πέρα, πιο πέρα γυρίζει
Ενώ η ζωή μου ασάλευτη σβήνει αργά

Περνάει η βροχούλα, περνάει ο καιρός, η αγάπη περνάει
Και μόνο το τραίνο ποτέ δε περνάει, δεν περνάει ξανά

Χαμένη Αλίκη σε χώρα θαυμάτων γλιστράς
Κουνέλια και γρύλοι, καρδούλες της τράπουλας χθες
Παλιό παραμύθι παιδιού που γερνά, που γερνά και ζητάει
Ψυχή που απομένει και έχει γεμίσει σκιές

Περνάει η βροχούλα, περνάει ο καιρός, η αγάπη περνάει
Και μόνο το τρένο ποτέ δεν περνάει, δεν περνάει ξανά

Νυχτερινό

Και τα μεσάνυχτα κυλάνε, κυλάνε,
με τις ζωές μας που περνάνε, περνάνε,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Η σιγαλιά σου που απλώνει, απλώνει,
και το ρολόι με μαλώνει, μαλώνει,
που εσύ είσαι μοναχή.

Πάω στην κουζίνα για καφέ,
θα φτιάξω έναν διπλό,
δίχως καθόλου ζάχαρη,
και με ζεστό νερό,
στέκομαι στο παράθυρο,
κοιτάζω το σκοτάδι,
κι εκείνο το λουλούδι σου,
που έμεινε ξερό.

Η μια βραδιά τρώει την άλλη, την άλλη,
μέσα στου πόνου τη ζάλη, τη ζάλη,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Μέσα σε μυστικά κλεισμένος, κλεισμένος,
και στην καρέκλα μου δεμένος, δεμένος,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Πάω στην κουζίνα για καφέ,
θα φτιάξω έναν διπλό,
δίχως καθόλου ζάχαρη,
και με ζεστό νερό,
στέκομαι στο παράθυρο,
κοιτάζω το σκοτάδι,
κι εκείνο το λουλούδι σου,
που έμεινε ξερό.

Και τα μεσάνυχτα κυλάνε, κυλάνε,
με τις ζωές μας που περνάνε, περνάνε,
κι εσύ είσαι μοναχή.

Θησέας που επιστρέφει

Σκύψε καλή μου και ψάξε βαθειά
μες τις γραμμές του χεριού μου
δες το κορμί μου που είναι
σταυρός του Θεού μου.

Σου είπα δε θέλω του ήλιου το φως
τα δειλινά του χειμώνα
στην καταχνιά της ματιάς σου
να μπω για κρυψώνα.

Βάρκα θα γίνω με μαύρο πανί
Θησέας εγώ που επιστρέφει
κωπηλατώ με σπασμένο κουπί
σκοτάδι μου εσύ,φανάρι μου εσύ.

Κι αν αίμα στάζουν τα όχι που λες
κι αν απ`τα όχι μεθάω
πάλι στα όχι σου γέρνω να πιω
το ναι σου να πιω που διψάω.

Υπάρχει η Συνάντηση


Υπάρχει η Συνάντηση. Κι αυτοί οι δύο, εξ αρχής, πέρασαν θαρρετά και με θέληση στη σπηλιά που άμα μπείς δεν μπορείς πια να κάνεις πίσω.

Κάτι σαν ζώνη του λυκόφωτος, σαν εμπειρία θανάτου, σε “νύχτα ασέληνο” αμαρτίας που αλέθει και εξαγιάζει.

Από κεί και πέρα, όλα τα απέξω, δεν θα είναι ποτέ πια όπως πριν.

Και να χωρίσουν, και να χαθούν, η μεταμόρφωση δεν θα χαθεί.

Και έτσι αποφασιστικά, επειδή το θέλεις, κι επειδή σου χαρίζεται, αρχίζεις να ερωτεύεσαι ανακαλύπτοντας την μοναδικότητα του άλλου.

Εκείνο που θα τον κάνει αναντικατάστατο.

Καμιά αναπλήρωση μετά, καμιά απώθηση, κανείς αμυντικός μηχανισμός δεν θα σε παρηγορήσει.

Κι ας παριστάνεις ότι τον ξεπέρασες, ιδίως τότε.

Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο

Άγονη πλήξη μιας ζωής, δίχως έρωτα
της ερημιάς μου τέρας, της πόλης μου θηρίο μη με φοβάσαι
αλλοπαρμένη έκφραση οι τοίχοι σου θυμίζουν τον πρώτο σου έρωτα
οι πιο πολλοι αδιάφορα κενοί, σε λυγίζουν όπου και να 'σαι
στα σκοτεινά δρομάκια οι σκιές γλιστράνε επικίνδυνα

Στα ηλεκτρισμένα ξενυχτάδικα οι γυναίκες μισοκρύβονται πίσω απ' τη λήθη
Στα κολασμένα παζάρια της λεωφόρου οι αστυνόμοι
οι πλούσιοι επαρχιώτες μηχανόβιοι
μάσκες ακάλυπτες μικρές στο γύρο του θανάτου
που τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα
στις άκρες των δακτύλων τους, ξημέρωμα Σαββάτου

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο
για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα
δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου
ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ
πολύ για σένα, πολύ για σένα

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο...

Νανούρισμα

Έλα κοιμήσου εσύ κι εγώ κοντά σου πετάω
απ`το παράθυρο περνώ στο μαξιλάρι.

Στο κεφαλάκι σου θα μπω ν`ανακατέψω
τους φόβους και τα όνειρα κι όλες σου τις αγάπες.
Στο κεφαλάκι σου θα μπω και θα τα διώξω.
Μονάχα εγώ να είμαι εκεί μονάχα εμένα να`χεις.

Έλα κοιμήσου εσύ κι απ`τ`ανθογυάλι πέφτουν
τα νυχτολούλουδα που`φτιαξες με μολύβι.

Να σε πάρω και να φύγουμε

Ξέρω ένα τρένο που`ναι φτιαγμένο
από τον άνεμο και τις φωτιές
έχει φτερούγες,έχει και ρόδες
και ταξιδεύει στις εποχές.

Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει
όταν πέφτει βαριά η συννεφιά
να σφυρίζει ξανά στην ψυχή μου
να με παίρνει μακριά στα παλιά,
και σε σένα.

Να σε πάρω και να φύγουμε...

Ξέρω τα μάτια σου που`ναι φτιαγμένα
από του μύθου σου την ομορφιά
από τον πόθο μου κι απ`την ανάγκη
κι από του έρωτα την ερημιά.

Το Φθινόπωρο πάντα συμβαίνει
όταν πέφτει βαριά η συννεφιά
να ανατέλλουνε μέσα στο σπίτι
να με παίρνουν μακριά στα παλιά,
και σε σένα.

Ο έρωτας κοιμήθηκε νωρίς

Βρίσκω τα κομμάτια σου εκείνα τ’ ακριβά σου,
τ’ αγκάλιασα, τα κράτησα για να θυμάμαι τ’ όνομά σου.
Στο δρόμο σέρνοντας σκυφτός, σελίδες τα όνειρά μου
στεφάνια απ’ τις ελπίδες μου και το άγχος του έρωτά μου.

Αυτές τις ώρες που έρχεσαι ζεστή και βελουδένια
μου είναι δύσκολο να είμαι απλώς χωρίς εσένα.


το ποίημα γράφτηκε σε συνεργασία με τον τραγουδοποιό Φίλιππο Πλιάτσικα

Η μοναξιά είναι από χώμα (απόσπασμα)

.
Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε. Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.
Για μια τέτοια κίνηση!
Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου! Για μια τέτοια κίνηση!
Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ’ έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ’ την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.
Οι ώρες, οι ελάχιστες, που πίστευα πως σε είχα δικιά μου, που ήσουνα όπως σε ήθελα, άνοιγαν τη βασιλεία του ουρανού που με δεχότανε.
Το κρεβάτι μας άπλωνε και γινόταν το πανάκριβο “τώρα” που επιτέλους ακινητούσε της ροές του άγχους μου και με μεταμόρφωνε σε μακαριότητα. Όμως μαζί σου κρατούσε ελάχιστα.
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι, με τους δείκτες του ρολογιού μ’ έρριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδα κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του έρωτα.
Εκείνο το εξαίσιο “τώρα” του έρωτα, το τόσο ανεκτίμητο κι ακριβοπληρωμένο μπορεί και να μη συμβαίνει μονάχα μαζί σου. Ελπίζω…
Αυτή η ελπίδα με σώζει απ’ την καταδίκη της άγριας εξάρτησης από σένα. Μπορεί να ‘σουν η πρόγευση άλλων ηδονών που από άλλους δρόμους βρίσκονται ασφαλέστερα και διαρκέστερα. Δείγμα παραδείσου μέσα στην κόλαση μου άφησες.
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές. Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών.

—————————————————————————————

Οι ώρες, οι ελάχιστες, που πίστευα πως σε είχα δικιά μου, που ήσουνα όπως σε ήθελα, άνοιγαν τη βασιλεία του ουρανού που με δεχότανε.
Το κρεβάτι μας άπλωνε και γινόταν το πανάκριβο “τώρα” που επιτέλους ακινητούσε τις ροές του άγχους μου και με μεταμόρφωνε σε μακαριότητα.
Όμως μαζί σου κρατούσε ελάχιστα. Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι, με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδα κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του έρωτα. Εκείνο το εξαίσιο “τώρα” του έρωτα, το τόσο ανεκτίμητο κι ακριβοπληρωμένο μπορεί και να μη συμβαίνει μονάχα μαζί σου. Ελπίζω…
Αυτή η ελπίδα με σώζει απ’ την καταδίκη της άγριας εξάρτησης από σένα. Μπορεί και να σουν η πρόγευση άλλων ηδονών που από άλλους δρόμους βρίσκονται ασφαλέστερα και διαρκέστερα. Δείγμα παραδείσου μέσα στην κόλαση μου άφησες. Η πρόγευση σου μου άναψε φωτιές.
Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών. Δεν έχω πια άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι τα θελκτικό και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δεν μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με τίποτα. Τι να σου λέω αγάπη μου και τι να σου εξηγήσω τώρα.
Τουλάχιστον μέσα απ’ τα πάθη μου κερδίζω τη σοφία του πως ελάχιστα ξέρω. Πως τίποτα δεν ξέρω. Φαίνεται πως ο πόνος είναι η μοναδική πύλη που μας περνά σ’ αυτή την απελπισμένη και μαζί ελπιδοφόρα γνώση που μας ταπεινώνει, που μας γαληνεύει, που χύνει λαδάκι στις πληγές μας.
“Το πάθος είναι πια σπουδαίο απ’ τα θαύμα”, σου διάβαζα από ένα παλιό βιβλίο κάποτε την ώρα που εσύ έβγαζες τα φρύδια σου μπροστά σ’ έναν μεγεθυντικά καθρεφτάκι.
Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση. Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα ενώ η ταπείνωση σ’ ανεβάζει στα παν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς που από έπαρση είμαστε χτισμένοι. Πώς να την πετύχουμε, πες μου. Δεν πετυχαίνεται εύκολα γι’ αυτό υποφέρουμε κι απ’ τον πολύ τον πόνο κι απ’ την πολλή την τυραννία αρχίζουμε, για την αυτοσυντήρηση μας, να υποψιαζόμαστε με την υποψία της καρδιάς κι αρχίζει λίγο-λίγο να φέγγει.

—————————————————————————————

Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!

Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία.

Έρχεται η ώρα που δεν θα σε παίρνω από πίσω σα σκύλος, που δεν θα σε κατασκοπεύω με τη σκέψη, που δε θα σε πολιορκώ με υποθέσεις, που δε θα στήνω αγανακτισμένους διαλόγους στο μυαλό μου μαζί σου τις νύχτες, που δεν θα αγωνιώ για την εντύπωση που σου δίνω.

Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου. Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου. η καταπληγιασμένη μου φιλαυτία άρχισε να ζαρώνει και να σκύβει κι εγώ αρχίζω να βλέπω εσένα πίσω της και να μπορώ να σε αγαπήσω.

Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το “σ’ αγαπώ” που δεν έχει ανάγκη καμία, ούτε καν για ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες να τ’ ακούς. Φτάνει να το θές.

Τα γράμματα που σου γράφω τα κόβω εδώ. Με περιορίζουν, με μεθούν, γεμίζω παραισθήσεις κι απ’ την αυτοσυγκίνηση τραβάω λάθος δρόμους. Όλο για τον εαυτό μου καταλήγω να μιλώ και να χαϊδολογιέμαι.

Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.

Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελλώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.

Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.

Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.

Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί. η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια: γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος.

Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.

Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωϊσμός μου με το σύμπαν. Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή. Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.

Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.

Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.

Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ εχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!

Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος. Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται. Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε. Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.

Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…

Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα! Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;

Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.

—————————————————————————————-

Τι να σου λέω αγάπη μου και τι να σου εξηγήσω τώρα…
Τουλάχιστον μέσα απ’ τα πάθη μου κερδίζω τη σοφία του ‘πως ελάχιστα ξέρω’.
Πως τίποτα δεν ξέρω.
Φαίνεται πως ο πόνος είναι η μοναδική πύλη που μας περνά σ’ αυτή την απελπισμένη και μαζί ελπιδοφόρα γνώση που μας ταπεινώνει, που μας γαληνεύει, που χύνει λαδάκι στις πληγές μας.
Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση… Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα ενώ η ταπείνωση σ’ ανεβάζει στα παν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς που από έπαρση είμαστε χτισμένοι; Πώς να την πετύχουμε, πες μου;

————————————————————————————-

Σου γράφω γιατί σε ποθώ,όπως και σου τηλεφωνούσα κάποτε από πόθο.
‘Οχι για να σου πω και να μου πεις το ένα και τ’ άλλο αλλά για να σ’ αγγίξω με τον ήχο μου και να μ’ αγγίξεις με τον δικό σου,για να κυλιστώ στην ανάσα σου,στο γέλιο σου,μέσα στις σιωπές σου.
Βαθιά στο λαβύρινθο του ακουστικού στο αυτί μου απλωνόταν ξέστρωτη η πιο ηδονική κλίνη.
Γι’ αυτό κολλούσα στο τηλέφωνο, γι’ αυτό όλο έβρισκα προφάσεις να σου τηλεφωνώ…
Σε ήθελα τόσο που προσπάθησα να βρω κι άλλη.
Για αντιπερισπασμό στην αβάσταχτη λαχτάρα μου για σένα,να τη μειώσω,να την ανακουφίσω…
Πιο πολύ για να περιορίσω τη φοβερή ανασφάλεια πως,
ίσως μ’ αφήσεις και να μετριάσω τον όλεθρο του πιθανού χωρισμού μας με μια ρεζέρβα.
Από ανασφάλεια.’Οπως από παιδί που κουβαλούσα στην σάκα μου
ένα σωρό όμοια στυλό από κάποιον αόριστο πανικό μην τελειώσουν και ξεμείνω στο διαγώνισμα.
‘Ετσι και τώρα ήθελα να μαζέψω πλήθος γυναίκες άλλες, από πανικό μην ξεμείνω από σένα.Και μετά το ‘βλεπα!
Είναι μες στις συμφορές του έρωτα να σου εξατομικεύει τον άλλον σε βαθμό παράλογο.
Εσύ λοιπόν δεν είχες όμοιό σου όπως τα στυλό.Εσύ δεν είχες ρεζέρβα. Κι απελπιζόμουνα από τον τρόμο μου.
Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του.
Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις…
Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου. Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου.
Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει…
Ο,τι κι αν σου πω,δε θα μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι.
Το απέραντο είναι άπιαστο,απερίγραπτο,ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο. Για μια τέτοια κίνηση,κάποιες ώρες,ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω…
Οι ήχοι του έρωτα είναι οι ψιθυρισμοί,όσο χαμηλότεροι τόσο πλησιέστεροι.
‘Ετσι άραγε οδηγούμαστε και στη σιωπή, που λένε πως είναι ο οίκος του απόλυτου;
Τις νύχτες και τους ύπνους σου πίσω απ’ τα κλειστά σου βλέφαρα τους μίσησα.
Με σφαλιχτά τα μάτια,προφυλαγμένη,μπορούσες να ξεγλιστράς εκεί που δεν μπορούσα να σε παρακολουθήσω και με πρόδιδες…
Κι έχει συννεφιά βαριά κι ετοιμάζεται πάλι να βρέξει. Καταλαβαίνω τώρα τους Κινέζους που αφιερώνουν μια ζωή
στο να μάθουν να ζωγραφίζουν μια σταγόνα βροχής ή μια πευκοβελόνα.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος φαίνεται.Δε σου ανοίγεται αλλιώς ο κόσμος…
Και μόνο για τη θάλασσα δεν κρατιέμαι να μη σου πω, πως σήμερα έχει το χρώμα του λιωμένου μέταλλου.
Πυκνή,παχύρρευστη,με μια μεταλλική δύναμη στα έγκατά της που την αναδεύει αργά.
Νομίζεις πως μπορείς να περπατήσεις πάνω της, χωρίς να βυθιστείς… Και στα σύννεφα,παιδί, έψαχνα να βρω γνώριμα σχήματα,
όμως στα σύννεφα τα σχήματα διατηρούνται λίγο, αλλάζουν συνέχεια,με μπερδεύουν.
Το σχήμα του βράχου είναι ακλόνητο. Λαχταρώ το ακλόνητο τώρα, όπως ο ναυαγός τη σανίδα
στο αναστατωμένο πέλαγο που τον απειλεί…
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι,με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά.
Οι ώρες,τα λεπτά,τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδη κυλιόμενη κορδέλα.
Να σε προλάβει,να σε συλλάβει,να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του έρωτα…
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές.Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.
Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία
μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών. Δεν έχω πια άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι
το θελκτικό και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δε μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με τίποτα…
Ο καιρός καλεί δεν καλείται.Και μόνο το αληθινό δεν έχει καιρό κι είναι παντοτινό…
Τώρα που το σώμα μου έμαθε το σώμα σου, του έγινε νόμος η επαφή μας…
Στο χάδι σου το αίμα μου θυμήθηκε την αιτία και τον προορισμό του…
Νιώθω φορτωμένος,ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο.
Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω “σ’ αγαπώ”,
γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;
Να σου λέω “σ’αγαπώ”,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου,
πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… Ζαλίζομαι πάλι,ξεχνώ όλα τ’ άλλα,τις αποφάσεις μου όλες,
απλώνω τα χέρια μου και σε πείσμα όλης της λογικής του κόσμου,
όλης της φρόνησης,υπνωτισμένος απ’ τη γιγαντοαφίσα σου ορμώ να σε χαϊδέψω.
Σε πείσμα όλων σε θέλω σα μανιακός και με κυριεύει η παλιά λαχτάρα η πιο επιτακτική κι η πιο επίφοβη:
Καλύτερα χίλιες φορές καλύτερα να απωλεσθώ κοντά σου παρά να σωθώ μακριά σου…
Ο πιο μοναχικός δρόμος είναι αυτός που με παίρνει μακριά σου…
Σου γράφω γιατί σε ποθώ,όπως και σου τηλεφωνούσα κάποτε από πόθο.
‘Οχι για να σου πω και να μου πεις το ένα και τ’ άλλο
αλλά για να σ’ αγγίξω με τον ήχο μου και να μ’ αγγίξεις με τον δικό σου,
για να κυλιστώ στην ανάσα σου,στο γέλιο σου,μέσα στις σιωπές σου.
Βαθιά στο λαβύρινθο του ακουστικού στο αυτί μου απλωνόταν ξέστρωτη η πιο ηδονική κλίνη.
Γι’ αυτό κολλούσα στο τηλέφωνο, γι’ αυτό όλο έβρισκα προφάσεις να σου τηλεφωνώ…
Σε ήθελα τόσο που προσπάθησα να βρω κι άλλη.
Για αντιπερισπασμό στην αβάσταχτη λαχτάρα μου για σένα,να τη μειώσω,να την ανακουφίσω…
Πιο πολύ για να περιορίσω τη φοβερή ανασφάλεια πως,
ίσως μ’ αφήσεις και να μετριάσω τον όλεθρο του πιθανού χωρισμού μας με μια ρεζέρβα.
Από ανασφάλεια.’Οπως από παιδί που κουβαλούσα στην σάκα μου
ένα σωρό όμοια στυλό από κάποιον αόριστο πανικό μην τελειώσουν και ξεμείνω στο διαγώνισμα.
‘Ετσι και τώρα ήθελα να μαζέψω πλήθος γυναίκες άλλες, από πανικό μην ξεμείνω από σένα.Και μετά το ‘βλεπα!
Είναι μες στις συμφορές του έρωτα να σου εξατομικεύει τον άλλον σε βαθμό παράλογο.
Εσύ λοιπόν δεν είχες όμοιό σου όπως τα στυλό.Εσύ δεν είχες ρεζέρβα.
Κι απελπιζόμουνα από τον τρόμο μου.
Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του.
Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις…
Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου.
Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου.
Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει…
‘Ο,τι κι αν σου πω,δε θα μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι.
Το απέραντο είναι άπιαστο,απερίγραπτο,ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν
μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια τέτοια κίνηση,κάποιες ώρες,ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω…
Οι ήχοι του έρωτα είναι οι ψιθυρισμοί, όσο χαμηλότεροι τόσο πλησιέστεροι.
‘Ετσι άραγε οδηγούμαστε και στη σιωπή, που λένε πως είναι ο οίκος του απόλυτου;
Τις νύχτες και τους ύπνους σου πίσω απ’ τα κλειστά σου βλέφαρα τους μίσησα.
Με σφαλιχτά τα μάτια,προφυλαγμένη,μπορούσες να ξεγλιστράς εκεί που δεν μπορούσα να
σε παρακολουθήσω και με πρόδιδες… Κι έχει συννεφιά βαριά κι ετοιμάζεται πάλι να βρέξει.
Καταλαβαίνω τώρα τους Κινέζους που αφιερώνουν μια ζωή
στο να μάθουν να ζωγραφίζουν μια σταγόνα βροχής ή μια πευκοβελόνα.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος φαίνεται.Δε σου ανοίγεται αλλιώς ο κόσμος…
Και μόνο για τη θάλασσα δεν κρατιέμαι να μη σου πω, πως σήμερα έχει το χρώμα του λιωμένου μέταλλου.
Πυκνή,παχύρρευστη,με μια μεταλλική δύναμη στα έγκατά της που την αναδεύει αργά.
Νομίζεις πως μπορείς να περπατήσεις πάνω της, χωρίς να βυθιστείς…
Και στα σύννεφα,παιδί, έψαχνα να βρω γνώριμα σχήματα, όμως στα σύννεφα τα σχήματα διατηρούνται λίγο,
αλλάζουν συνέχεια,με μπερδεύουν. Το σχήμα του βράχου είναι ακλόνητο.
Λαχταρώ το ακλόνητο τώρα, όπως ο ναυαγός τη σανίδα στο αναστατωμένο πέλαγο που τον απειλεί…
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι,με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά.
Οι ώρες,τα λεπτά,τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου
που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδη κυλιόμενη κορδέλα.
Να σε προλάβει,να σε συλλάβει,να σε κατακρατήσει
και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του έρωτα…
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές.Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.
Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία
μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών.
Δεν έχω πια άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι
το θελκτικό και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δε μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με τίποτα…
Ο καιρός καλεί δεν καλείται. Και μόνο το αληθινό δεν έχει καιρό κι είναι παντοτινό…
Τώρα που το σώμα μου έμαθε το σώμα σου, του έγινε νόμος η επαφή μας…
Στο χάδι σου το αίμα μου θυμήθηκε την αιτία και τον προορισμό του…
Νιώθω φορτωμένος,ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο.
Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω “σ’ αγαπώ”,
γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;
Να σου λέω “σ’αγαπώ”,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου,
πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… Ζαλίζομαι πάλι,ξεχνώ όλα τ’ άλλα,τις αποφάσεις μου όλες,
απλώνω τα χέρια μου και σε πείσμα όλης της λογικής του κόσμου
όλης της φρόνησης,υπνωτισμένος απ’ τη γιγαντοαφίσα σου ορμώ να σε χαϊδέψω.
Σε πείσμα όλων σε θέλω σα μανιακός και με κυριεύει η παλιά λαχτάρα η πιο επιτακτική κι η πιο επίφοβη:
Καλύτερα χίλιες φορές καλύτερα να απωλεσθώ κοντά σου παρά να σωθώ μακριά σου…
Ο πιο μοναχικός δρόμος είναι αυτός που με παίρνει μακριά σου…
Το ΠΑΘΟΣ που το σώμα σου και το σώμα μου ύφαναν σφιχτά έκανε καλά τη δουλειά του.
Με ηδονή και οδύνη μ’ έκαψε,μ’ έλιωσε και μ’ έχυσε σε καλούπι νέο.Μετά από σένα έχω γίνει άλλος…
Θέλω να κλάψω,θέλω να γυρίσω πίσω,θέλω να σε ξαναβρώ.
Είμαι πιο αδύναμος απ’ αυτό το πούπουλο του κλέφτη, που πετάει στον άνεμο.
Πούπουλο είμαι κι εγώ με άνεμο, τη δικιά σου ανάσα.
Είμαι αδύναμος σαν ερωτευμένος. Είμαι μόνιμο εξάρτημα της ανάγκης για σένα…
Οι στόχοι που διάλεξα υποχωρούν νικημένοι απ’ τον στόχο που με διάλεξε.
Εσύ είσαι ο στόχος που με διάλεξε,η αναπότρεπτη μοίρα μου,η άγρυπνη ματιά στου μυαλού μου το θόλο…
Να σ’ αγγίξω,να σε πιάσω,να σε μυρίσω.
Να μπω στο κρεβάτι σου και στα ζεστά σου σεντόνια,στο κορμί σου που πιάνεται,στο φιλί σου που τρώγεται,στον σπασμό σου που ξεσκίζει τις ιδεοληψίες και τις αράχνες τους…
Μια νύχτα μαζί σου πυκνή όσο ο σπόρος του παγκόσμιου μια ώρα πριν τη γένεσή του.
Μια νύχτα μαζί σου αστραφτερή σαν αστραπή του Ολύμπου.
Μια νύχτα μαζί σου ηδονική σαν τη πτώση απ’ του Παράδεισου
το ξέφωτο στην εξορία του Αδάμ που δεν τελειώνει…
Για μια νύχτα όλα τα παραπετώ,τα καταπατώ,τα περιφρονώ και τα μισώ
γιατί είναι μονάχα εμπόδια στην ακράτητη λαχτάρα μου να σ’ αγκαλιάσω.
Βιάζομαι να σε ξαναβρώ όπως το έμβρυο βιάζεται άμα ξεκινήσουν οι ωδίνες να εξωθηθεί απ’ τη μήτρα.
Βιάζομαι να βγω στο φως,φως μου…
‘Οχι λοιπόν δεν γίνεται να τελειώσεις εσύ για μένα,εγώ θα τελειώσω για σένα και πάνω σου.
Σαν ηλεκτρικός λαμπτήρας που θα λάμψει όλη του τη λάμψη και θα καεί.
Αυτός είναι ο ρόλος μου στο σχέδιο του κόσμου,ο μόνος,γι’ αυτό τον αποζητώ έτσι επιτακτικά…
Για μια νύχτα μαζί σου όλα μου τα φουκαριάρικα κατορθώματα εδώ ευχαρίστως τα θυσιάζω.Υπομονές,πρακτικές,προσευχές,ασκητικές,ησυχασμούς,εγκράτειες,ανακαλύψεις και αποκαλύψεις,
τα βράζω. Χειροπιαστός είναι ο κόσμος μάτια μου.
Χειροπιαστός σαν το γλυκό σου δέρμα και κανείς δε στέκεται πάνω σε νεφέλες,κανείς δεν περπατά πάνω σε νερά…
Κι αν πάλι δε συμφωνήσεις μ’ όλα τούτα,θα πέσω και θα σε ικετέψω,
για μια νύχτα άφησέ με να σ’ αποκτήσω ξανά,να ενωθώ μαζί σου κι ύστερα άλλο τίποτα δε θα ζητήσω…
Μια νύχτα έρωτα κι ύστερα ας χαθώ στη σκοτεινιά του τίποτα,του χωρίς εσένα.
Θ’ αναπαυθώ εν ειρήνη μια κι όλα θα τ’ αποκτήσω και θα τα ζήσω σε μια νύχτα…
Σ’ αγαπω κι αγαπώντας σε, σε περιέχω,σε έχω αφού είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι…
Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μας κάνει αδιαίρετους….

"Είμαι από άμμο, στο είπα.
Είμαι ένα κουτί σαν εκείνα τα παλιά κουτιά - δώρα που το πιο μεγάλο κουτί έκρυβε ένα μικρότερο και πιο μέσα άλλο κι άλλο. Το τελευταίο κουτάκι τι περιέχει; Αν περιέχει και κάτι... Λες η πορεία της ζωής μας να είναι μια παρέλαση άδειων κουτιών μονάχα; Σκέψου! Είναι κι αστείο τελικά, μια φοβερή φάρσα που να μάθουμε να μην παίρνουμε σοβαρά τον ευατό μας. Θυμάσαι που συζητούσαμε πως κάποιος σοφός θα επινόησε εκείνες τις ξύλινες ρώσσικες κούκλες που η μια μπαίνει μέσα στην άλλη;
Σε μένα δυστυχώς ο αριθμός είναι αναρίθμητος. Αν αδειάσω και απλωθώ σε όσες κούκλες περιέχωθα πλημμυρίσω το σύμπαν.
Τι να σου πω λοιπόν και τι να σου υποσχεθώ κι εξ' ονόματος τίνος να σου μιλήσω; Κατάλαβέ με, συμπόνα με."



΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄


«Δεν είναι κακό να ζει κανείς μόνος, αντιθέτως, όποιος ασκηθεί να αντέχει τη μοναξιά έχει τη δύναμη να αντέχει πάρα πολλά και όχι μόνο να αντέχει
αλλά και να απολαμβάνει πάρα πολλά που αλλιώς δε θα μπορούσε να διακρίνει.
Η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας.
Δεν ζει καλά κανείς παρά μόνος, έφτασε να λέει ο Διονύσιος Σολωμός.
Μια μοναξιά όμως που δεν αποτελεί καταφύγιο δειλίας. Μόνο τότε.
Η επιλεγμένη μοναχικότητα όχι η εξαναγκαστική».

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.