close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραγάτσης Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραγάτσης Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Η κυρία Νίτσα

Η πρώτη μου αγάπη ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ. Αμέσως θα φανταστείτε το αιώνιο ειδύλλιο του αμούστακου εφήβου και της ώριμης γυναίκας, ή μάλλον χήρας, για να κυνηγήσω με μεγαλύτερη επιτυχία τις υπεκφυγές της φαντασίας σας.
Λοιπόν,όχι. Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ.
Η διαφορά της ηλικίας μας αυτή καθαυτή δεν θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση της ηλικίας μου, απέναντι της ηλικίας του διπλανού μου. Δεν μπορούσα όιμως να εννοήσω ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. Χωρίς άλλο έπρεπε να ζούσα πολύ καιρό, είκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω και γω...
Ας μην πάρουν οι οπαδοί της μετεμψύχωσης επιχείρημα αυτή τη χρονολογική φαντασία της ομίχλης του παιδικού μου μυαλού. Ας μην ψάξουν να βρουν ενστικτώδη υποσυνείδητα μιας γερασμένης ψυχής που έζησε, και ξαναζεί σε ένα νέο κορμί. Ήταν άγνοια της πραγματικότητας και τίποτα παραπάνω. Γιατί αν είχα ζήσει άλλοτε, εδώ και καιρό, μ'όλη την προσωρινή μεταβατική κατάσταση της ψυχής μου, θα μου'μενε κάποια ανάμνηση της χαράς της επίγειας ζωής, ώστε να μην έκανα το λάθος να ξαναγεννηθώ.
Πολλοί ίσως να βρουν ότι έιχα πρόωρο ερωτικήν ανάπτυξη. Τι πλάνη! Αισθηματική δεν αρνούμαι, μα ερωτικήν, αδύνατο. Και όμως, αν ρίχναν μια ματιά στην "Πρώτη αγάπη" του Κονδυλάκη, θα βλέπαν ότι δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο. Καθένας από την άχαρη ανατολή της ζωής του κρύβει μέσα του σε εμβρυώδη κατάσταση τη libido. Αγαπάει είτε σαν ασυνείδητος εραστής, είτε σαν σύνθετος Οιδίπους. Δεν έχει όμως το θάρρος στη δύση πια του βίου του να απλώσει μπροστά στον κόσμο τις πρώτες χλιαρές αχτίνες του ήλιου του.
Τίποτε καινούργιο κάτω από τον ήλιο, μα πολλά κρυφά.
Ήταν ένα λευκό διάφανο ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. Μια δημιουργία της φαντασίας του Μυσσέ, και της ρομαντικής πλειάδας. Μια εικόνα του Γκρεζ, χωρίς αφέλεια όμως. Κάτι πιο σύγχρονο. Αυτή τη μορφή ίσως την βρείτε και στον Φραπιέ και στον Μπαζέν. Η Ρόζα της "Maternelle" ή η Νταβιντέ Μπιρό; Ήταν δασκάλα. Δασκάλα μου, για να εννοούμαστε.
Επήγαινα στην τρίτη του δημοτικού, σ'ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη.Δυό-τρείς ακακίες και μερικά βρωμόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Το χειμώνα το νερό της βρύσης πάγωνε, και
η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.
Η κυρία Νίτσα -αυτό ήταν το όνομα της πρώτης δασκαλικής μου αγάπης -δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ'αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα . Ο χειμώνας του κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές του Ολύμπου παγερός και κοκαλιάζει τους βόλους στα χωράφια της εριβώλακος Θεσσαλίας.
Η τάξη μας είναι ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοι μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δεν θα'ρχόταν ηκυρία".
Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν αμπάριζα. Ύστερα η "κυρία" διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο και θα ενοχλούσαν τις "μεγάλες". Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.
Θα πηγαίναμε στον σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Από κει θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη-είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη "Μαγούλα", την Ορμάν μαγούλα, όπυ θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.
Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζουμαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη "θα" πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και στύλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.
Θα μου πείτε, πως θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής.Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γιομάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά , ώστε να μην μπορούν ν'ανακατευτούν με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής . Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ-ζάγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε. Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού.
Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλον άνθρωπο, αλλιώτικο από σάς, ξένο, ένα φίλο ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φράνς δεν είναι ο "Μικρός Πέτρος". Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ'όνομά του. Είναι σαν μιά πνοή καθαρού αέρα, ή σαν μια πρέζα κοκαϊνης.
Το μάθημα της κυρίας Νίτσας είναι ιεροτελεστία. Η αδυναμία του εύθραστου αυτού αναιμικού κοριτσιού είχε πάνω μας μιαν επιβολή μεγαλύτερη από μια πελώρια μυϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της.
Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο της παιδικής ψυχής μου, βγάνω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτή τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού και femme fatale. Είτε μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είτε στο φως ενός καλοκαιριάτικου δειλινού, είχε μια πελώρια χάρη και μια άδολη, άθελη γοητεία.
Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση της νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα, είτε τώρα τις ζω είναι το ίδιο.
Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλέ τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της.
Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ'όλη την χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόσαντε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Που ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δεν μας κοιτάει; Μας ξέχασε;
Το λευκό κεφάλι σηκώνεται. Με είδε, με κοιτάει. Τα μαλλιά της είναι πιο κοντά παρά ποτέ.
-Τι είναι, Γιαννάκη;
Τι είναι; Μα είναι τόσο πολλά πράματα μυστηριώδη για τη μικρή ψυχή μας, που έπρεπε να τα είχες καταλάβει, αέρινη μικρή δασκάλα. Μέσα στο κάθε παιδί κρύβεται ένας άντρας, ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι, όπως ο όμορφος λοχαγός, παραδείγματος χάριν, που περνάει με τ'άλογο του τέσσερις φορές την ημέρα, κάτω από το παράθυρο της τάξης. Αυτόν τον κρυμμένο παιδικόν άντρα, έπρεπε να τον είχες ανακαλύψει, έπρεπε να τον είχες δαμάσει με την γυναικεία τέχνη σου. Μα δεν είχες καιρό. Τον δικό σου άντρα, τον ώριμο άντρα, τον ανακάλυψες, και αν δεν δάμασες αυτόν, δάμασες χωρίς άλλο το άλογό του, γιατί δεν εξηγιέται αλλιώς πως στεκόταν πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, σκάβοντας με το πόδι τη γη και χλιμιντρώντας.
Εξέχασες τελείως τα παιδιά σου, κακή κυρία Νίτσα.
Η φωνή μου όταν της απαντούσα ήταν κλαψιάρικη.
- Δεν μπορώ να κάνω το ψι...
Το ψι. Ο τύραννος του νεοφώτιστου μαθητή. Ο τρόμος της καλλιγραφίας. Το χεράκι μπερδεύεται και τρέμει όταν αρχίζει να χαράζει το μεγάλο κόμπο, το γόρδιο αυτό δεσμό του ελληνικού αλφαβήτου.
Ένα χαμόγελο γιομάτο καλοσύνη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της. Τα μεναξεδένια μάτια στάζουν μέλι. Κατεβαίνει από την έδρα. Κάθεται κοντά μου στην άκρη του θρανίου. Από το κλειστό γιακά της βγαίνει μια μυρουδιά γυναίκας, απροσδιόριστη ακόμη για την αναίσθητη όσφρησή μου, μα αρκετά μυστηριώδης και ευχάριστη από τότε. Το μακρύ κορμί της ακουμπάει απάνω μου. Η ελαστική της σάρκα αποτυπώνεται καλά στη μνήμη μου, μ΄ένα αίσθημα περίεργο, συγγενές προς την ηδονή. Έχω λόγους να νομίζω ότι αυτή είναι η ηδονή σε εμβρυώδη κατάσταση.
Τα μακριά κέρινα δάχτυλά της παίρνουν στη θερμή μυρωμένη λαβή τους το ανήξερο παιδικό μου χέρι. Και με οδηγούσε στο δαίδαλο του ψι, σωστή διανόηση αυτή, εμένα αγράμματο παιδί , όπως μια μεστή γυναίκα τον ανήξερο έφηβο στο λαβύρινθο του έρωτα.
Συλλογιέμαι καμιά φορά εκείνη τη γυναίκα που, εδώ και χρόνια τώρα, για λίγες δραχμές, ανέλαβε να μου δείξει το ασανσέρ που ανεβαίνει στον έβδομο ουρανό της αγάπης. Κανένα καινούργιο συναίσθημα. Είμαι βέβαιος πως το ρόλο που έπαιξε αυτή ρεαλιστικότερα, τον ντεμπουτάρισε σε μένα η κυρία Νίτσα, με έναν ασυναίσθητο ρομαντισμό, για να λέμε την αλήθεια. Γιατί το φτωχό κορίτσι δεν μπορούσε να ξέρει τις απόκρυφες γωνιές της ψυχής των μαθητών της.
Κάθε γνωστού πράματος την πρώτη γνώση πρέπει να την ζητάμε πίσω, στις πιο μακρινές εποχές της ζωής μας. Εκείνο που μόλις σήμερα γνωρίσαμε, το είχαμε δει και άλλοτε. Πότε; Αυτό είναι μυστήριο. Κάτω από μια από τις άπειρες μορφές του, κάποτε θα έπεσε στην αχτίνα των αισθήσεών μας. Ίσως σε κάποια εποχή τόσο περασμένη και ξεχασμένη, ώστε η φαντασία μας να την βάζει σε μια χρονολογία πιο μακρινή από τη γεννησή μας. Και λέω η φαντασία μας, για να μην πάρουν επιχείρημα οι οπαδοί της μετεμψυχώσεως για να στηρίξουν τις αβέβαιες επιστήμες τους. Όχι, δεν τους το επιτρέπω.
Το τέλος το ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στην μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γεμάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά από την καρδιά μου.
Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε το λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλεια δεν τάραξε την ψυχή μου. 'Ημουν από τότε πολιτισμένος. Την βλέπω σήμερα συχνά. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μας έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο της μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρια κινήματα. Ζει ευτυχισμένη, και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δεν μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη...
Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια.

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Ἡ κυρία Νίτσα

Ἡ πρώτη μου ἀγάπη ἦταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη ἀπὸ μένα, ἴσως καὶ πιὸ πολύ. Ἀμέσως θὰ φανταστεῖτε τὸ αἰώνιο εἰδύλλιο τοῦ ἀμούστακου ἐφήβου καὶ τῆς ὥριμης γυναίκας, ἢ μᾶλλον χήρας, γιὰ νὰ κυνηγήσω μὲ μεγαλύτερη ἐπιτυχία τὶς ὑπεκφυγὲς τῆς φαντασίας σας.
Λοιπόν, ὄχι. Ἡ πρώτη μου ἀγάπη, τὴν ἐποχὴ ποὺ τὴν ἀγάπησα, δὲν ἦταν παρὰ εἴκοσι χρονῶν. Ἐγὼ ἦμουν ὀκτώ.
Ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας μας αὐτὴ καθαυτὴ δὲν θὰ ἦταν μεγάλη, ἂν οἱ ἀριθμοὶ τῶν χρόνων μου δὲν ἦσαν τόσο χαμηλά. Μὰ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ χρόνος ἦταν κάτι τι ἀνώτερο γιὰ μένα. Ἤξερα ὅτι ἦμουν ὀκτὼ χρονῶν, ἀλλὰ ἦμουν βέβαιος ὅτι αὐτὸ τὸ νούμερο ἦταν ἕνα συμβατικὸ σημεῖο πρὸς ταξινόμηση τῆς ἡλικίας μου, ἀπέναντι τῆς ἡλικίας τοῦ διπλανοῦ μου. Δὲν μποροῦσα ὄιμως νὰ ἐννοήσω ὅτι μόλις ὀκτὼ χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶδα τὸ φῶς. Χωρὶς ἄλλο ἔπρεπε νὰ ζοῦσα πολὺ καιρό, εἴκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω καὶ γώ...
Ἂς μὴν πάρουν οἱ ὀπαδοὶ τῆς μετεμψύχωσης ἐπιχείρημα αὐτὴ τὴ χρονολογικὴ φαντασία τῆς ὁμίχλης τοῦ παιδικοῦ μου μυαλοῦ. Ἂς μὴν ψάξουν νὰ βροῦν ἐνστικτώδη ὑποσυνείδητα μιᾶς γερασμένης ψυχῆς ποὺ ἔζησε, καὶ ξαναζεῖ σὲ ἕνα νέο κορμί. Ἦταν ἄγνοια τῆς πραγματικότητας καὶ τίποτα παραπάνω. Γιατὶ ἂν εἶχα ζήσει ἄλλοτε, ἐδῶ καὶ καιρό, μ᾿ ὅλη τὴν προσωρινὴ μεταβατικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς μου, θὰ μοῦ ῾μενε κάποια ἀνάμνηση τῆς χαρᾶς τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ὥστε νὰ μὴν ἔκανα τὸ λάθος νὰ ξαναγεννηθῶ.
Πολλοὶ ἴσως νὰ βροῦν ὅτι εἶχα πρόωρο ἐρωτικὴν ἀνάπτυξη. Τί πλάνη! Αἰσθηματικὴ δὲν ἀρνοῦμαι, μὰ ἐρωτικήν, ἀδύνατο. Καὶ ὅμως, ἂν ρίχναν μιὰ ματιὰ στὴν «Πρώτη ἀγάπη» τοῦ Κονδυλάκη, θὰ βλέπαν ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Καθένας ἀπὸ τὴν ἄχαρη ἀνατολὴ τῆς ζωῆς του κρύβει μέσα του σὲ ἐμβρυώδη κατάσταση τὴ libido. Ἀγαπάει εἴτε σὰν ἀσυνείδητος ἐραστής, εἴτε σὰν σύνθετος Οἰδίπους. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ θάρρος στὴ δύση πιὰ τοῦ βίου του νὰ ἁπλώσει μπροστὰ στὸν κόσμο τὶς πρῶτες χλιαρὲς ἀχτίνες τοῦ ἥλιου του.
Τίποτε καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο, μὰ πολλὰ κρυφά.
Ἦταν ἕνα λευκὸ διάφανο ἀσθενικὸ κορίτσι, ἕνα ὄμορφο κορίτσι. Μιὰ δημιουργία τῆς φαντασίας τοῦ Μυσσέ, καὶ τῆς ρομαντικῆς πλειάδας. Μιὰ εἰκόνα τοῦ Γκρέζ, χωρὶς ἀφέλεια ὅμως. Κάτι πιὸ σύγχρονο. Αὐτὴ τὴ μορφὴ ἴσως τὴν βρεῖτε καὶ στὸν Φραπιὲ καὶ στὸν Μπαζέν. Ἡ Ρόζα τῆς «Maternelle» ἢ ἡ Νταβιντὲ Μπιρό; Ἦταν δασκάλα. Δασκάλα μου, γιὰ νὰ ἐννοούμαστε.
Ἐπήγαινα στὴν τρίτη τοῦ δημοτικοῦ, σ᾿ ἕνα μεικτὸ ἐπαρχιακὸ σχολεῖο. Ἡ μεγάλη αὐλή του μόνο στὶς γωνιὲς εἶχε λίγη χλόη τὴν ἄνοιξη. Δυὸ-τρεῖς ἀκακίες καὶ μερικὰ βρωμόδεντρα ἦταν τὸ μοναδικό της στολίδι. Τὸ χειμώνα τὸ νερὸ τῆς βρύσης πάγωνε, καὶ ἡ κρυσταλλιασμένη λάσπη ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ χοντρὰ παιδικὰ παπουτσάκια μας.
Ἡ κυρία Νίτσα -αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομα τῆς πρώτης δασκαλικῆς μου ἀγάπης -δὲν ἐρχότανε ποτὲ στὴν ὥρα της. Ἡ διευθύντρια ἔκλεινε τὰ μάτια σ᾿ αὐτὸ τὸ μικρὸ πειθαρχικὸ παράπτωμα. Ὁ χειμώνας τοῦ κάμπου εἶναι τόσο κακὸς γιὰ τὰ κακόμοιρα τὰ κορίτσια ποὺ βγάζουν τὸ ψωμί τους. Ὁ βοριὰς ξεχύνεται ἀπὸ τὶς κορφὲς τοῦ Ὀλύμπου παγερὸς καὶ κοκαλιάζει τοὺς βόλους στὰ χωράφια τῆς ἐριβώλακος Θεσσαλίας.
Ἡ τάξη μας εἶναι ἕνα γωνιακὸ δωμάτιο, πάντα γιομάτο ἥλιο, ὅταν δὲν ἦταν συννεφιά. Ἡ σόμπα στὴ γωνιὰ τραβοῦσε μὲ θόρυβο καὶ κάπνιζε ὅλη τὴν κάμαρα. Καθόμουν στὸ πρῶτο θρανίο, καὶ μὲ ὑπομονὴ περίμενα. Οἱ σύντροφοί μου δίπλα κάναν ὡραῖα σχέδια γιὰ τὴν περίπτωση ποὺ δὲν θὰ ῾ρχόταν ἡ κυρία.
Πρῶτα θὰ βγαίναν στὴν αὐλὴ νὰ παίξουν ἀμπάριζα. Ὕστερα ἡ «κυρία» διευθύντρια θὰ τοὺς ἔδιωχνε γιατὶ θὰ κάναν θόρυβο καὶ θὰ ἐνοχλοῦσαν τὶς «μεγάλες». Αὐτὸ ἦταν ἡ ὕστατη ἱκανοποίηση τοῦ ὁρμέμφυτου τῆς ἐλευθερίας, ποὺ βλάσταινε μέσα στὶς νέες ἀνθρώπινες ψυχοῦλες τους. Καὶ ὕστερα ἡ ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ ὁρμέμφυτου. Ἡ ἄσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στὸν κάμπο. Καὶ οἱ ὀπτασίες περνοῦσαν μπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια μας.
Θὰ πηγαίναμε στὸν σταθμό. Ὁ δρόμος εἶναι γιομάτος λάσπη, μὰ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Εἶναι τόσο ὡραῖο νὰ νιώθεις τὸ ἔδαφος νὰ ὑποχωρεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, σὰ μιὰ γλιστερὴ μαλακὴ μάζα. Ἀπὸ κεῖ θὰ παίρναμε ἀπὸ τὸ μηχανοστάσιο ἀσετυλίνη -εἴχαμε σχέσεις μὲ τὸ προσωπικό- καὶ μὲ τὸ πολύτιμο αὐτὸ ἀντικείμενο στὰ χέρια, θὰ πηγαίναμε στὴ μεγάλη «Μαγούλα», τὴν Ὀρμὰν μαγούλα, ὅπου θὰ ἐκσφενδονίζαμε τὸν πρῶτο τυχόντα τενεκὲ γάλακτος Νεστλὲ στὸ στερέωμα, μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀερίων τῆς ὀργανικῆς αὐτῆς οὐσίας.
Ἴσως παρατηρήσετε ὅτι μεταχειρίζουμαι στὴν πιὸ ἀπάνω περίοδο τὴ λέξη «θά» πολλὲς φορὲς εἰς βάρος κάθε σύνταξης καὶ στύλ. Καὶ ὅμως, αὐτὴ ἡ λέξη εἶναι ὅλη ἡ περίοδος. Γιατὶ συνήθως ἀπάνω στὸ φόρτε τοῦ ἀλήτικου ὀνείρου μας ἄνοιγε ἡ πόρτα, καὶ ἔμπαινε, ὠχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στὸ φτωχικὸ δασκαλικὸ παλτό της, ἡ κυρία Νίτσα.
Θὰ μοῦ πεῖτε, πῶς θυμᾶμαι ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια τὰ γεγονότα τῆς πρώτης παιδικῆς μου ζωῆς. Ψάξτε καλὰ στὶς ἀναμνήσεις σας. Μὲ λίγη καλὴ θέληση, θὰ βρεῖτε παλιὲς εἰκόνες γιομάτες δροσιὰ καὶ ἀθωότητα. Τὰ μικρά μας χρόνια εἶναι τόσο λίγα, καὶ τόσο χαρακτηριστικά, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν ν᾿ ἀνακατευτοῦν μὲ τὸν ἄχαρο συρφετὸ τῆς μεγάλης μας ζωῆς. Εἶναι ἕνα σύνολο σαφὲς καὶ καθαρό, μιὰ γραμμὴ εὐθεία καὶ προσδιορισμένη. Σὰν περάσουν πιὰ ἀρχίζει ὁ λαβύρινθος καὶ τὰ ζὶγκ-ζὰγκ τῆς ἀγωνιώδους καὶ ἀπαιτητικῆς ὑπόστασής μας. Εἴμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρὶς νὰ ξέρουμε τί θέλουμε. Τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγωνιώδης προσμονή, ὅσο εἴμαστε παιδιά, κάποιου καλοῦ, καὶ ὅταν μεγαλώσουμε κάποιου κακοῦ.
Ψάξτε καλὰ στὶς ἀναμνήσεις σας. Θὰ βρεῖτε ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο, ἀλλιώτικο ἀπὸ σᾶς, ξένο, ἕνα φίλο ἴσως καὶ ἐχθρό. Σεῖς δὲν εἶστε ἐκεῖνος. Ὁ Ἀνατὸλ Φρὰνς δὲν εἶναι ὁ «Μικρὸς Πέτρος». Εἶναι ὁ λεπτὸς νοσταλγός, ὁ πατρικὸς διάδοχος τοῦ παιδιοῦ ποὺ εἶχε τ᾿ ὄνομά του. Εἶναι σὰν μιὰ πνοὴ καθαροῦ ἀέρα, ἢ σὰν μία πρέζα κοκαΐνης.
Τὸ μάθημα τῆς κυρίας Νίτσας εἶναι ἱεροτελεστία. Ἡ ἀδυναμία τοῦ εὔθραστου αὐτοῦ ἀναιμικοῦ κοριτσιοῦ εἶχε πάνω μας μίαν ἐπιβολὴ μεγαλύτερη ἀπὸ μία πελώρια μυϊκὴ δύναμη. Νὰ μία περίεργη ἀπόδειξη τῶν δυὸ ἀκροτήτων. Ἡ ἁπαλὴ καὶ γλυκιὰ φωνή της μιλοῦσε μέσα στὶς ἄγουρες ψυχές μας. Τὸ μάθημα τὸ ρουφούσαμε σὰν μέλι ἀπὸ τὸ στόμα της.
Ὅταν συλλογιέμαι τὶς παλιὲς αὐτὲς ὧρες, προσπαθώντας νὰ ξεδιαλύνω λίγο ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς παιδικῆς ψυχῆς μου, βγάνω τὸ συμπέρασμα ὅτι μᾶλλον ὑποβολή, παρὰ ἐπιβολή, χαρακτήριζε αὐτὴ τὴ γυναίκα. Τὸ κέρινο ὡραῖο πρόσωπό της, ποὺ τὸ κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα μὲ πελώρια μαῦρα τσίνορα, πάνω ἀπὸ μενεξεδένια καθαρὰ μάτια, ἦταν ἕνα μεῖγμα ἀθώου κοριτσιοῦ καὶ femme fatale. Εἴτε μέσα στὸ μισοσκόταδο ἑνὸς συννεφιασμένου πρωινοῦ, εἴτε στὸ φῶς ἑνὸς καλοκαιριάτικου δειλινοῦ, εἶχε μία πελώρια χάρη καὶ μία ἄδολη, ἄθελη γοητεία.
Βέβαια, ἐκεῖνο τὸν καιρὸ δὲν ἦμουν σὲ θέση νὰ κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εἰκόνες σώζονται μέσα μου, εἰκόνες ποὺ ξαναζωντανεύουν κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῆς νοσταλγίας. Καὶ εἴτε τότε τὶς ἔζησα, εἴτε τώρα τὶς ζῶ εἶναι τὸ ἴδιο.
Τὰ ἄμαθα χέρια μας γλιστροῦσαν ἀδέξια στὸ ριγωμένο χαρτί. Ἡ καρδιά μας χτυποῦσε μήπως δὲν κάνουμε τὰ γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα μὲ ἄφατη προσοχή, τραβοῦσαν γραμμὲς στὸ ἀνοιχτὸ μπλὲ τετράδιο. Ἕνας ἐλαφρὸς μονάχα κρότος τριβῆς ἀκουγόταν στὸ ἄσπρο δωμάτιο. Ἡ κυρία Νίτσα πάνω στὴν ἕδρα φάνταζε πιὸ ἄσπρη παρὰ ποτὲ κάτω ἀπὸ τὸν ὄγκο τῶν καστανῶν μαλλιῶν της.
Ἡ ἀγωνία φώλιαζε μέσα στὸ στῆθος μου. Τὰ γράμματα, παρ᾿ ὅλη τὴν χτηνωδῶς παιδικὴ ἐπιμονή μου, ἀραδιαζόσαντε ἄτακτα καὶ χοντρὰ πάνω στὸ χαρτί. Ἡ ἀπελπισία μου ἔφτανε στὸ κατακόρυφο. Σήκωνα τὰ μάτια μου γιομάτα τρόμο καὶ ἱκεσία πρὸς τὴν ἕδρα. Τί συλλογιζότανε; Ποῦ ταξίδευαν τὰ διαφανῆ μενεξεδένια μάτια κάτω ἀπὸ τὰ μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί ἀναστενάζει; Μήπως εἶναι ἄρρωστη; Γιατί δὲν μᾶς κοιτάει; Μᾶς ξέχασε;
Τὸ λευκὸ κεφάλι σηκώνεται. Μὲ εἶδε, μὲ κοιτάει. Τὰ μαλλιά της εἶναι πιὸ κοντὰ παρὰ ποτέ.
-Τί εἶναι, Γιαννάκη;
Τί εἶναι; Μὰ εἶναι τόσο πολλὰ πράματα μυστηριώδη γιὰ τὴ μικρὴ ψυχή μας, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰ εἶχες καταλάβει, ἀέρινη μικρὴ δασκάλα. Μέσα στὸ κάθε παιδὶ κρύβεται ἕνας ἄντρας, ἕνας ἄντρας ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὅπως ὁ ὄμορφος λοχαγός, παραδείγματος χάριν, ποὺ περνάει μὲ τ᾿ ἄλογό του τέσσερις φορὲς τὴν ἡμέρα, κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς τάξης. Αὐτὸν τὸν κρυμμένο παιδικὸν ἄντρα, ἔπρεπε νὰ τὸν εἶχες ἀνακαλύψει, ἔπρεπε νὰ τὸν εἶχες δαμάσει μὲ τὴν γυναικεία τέχνη σου. Μὰ δὲν εἶχες καιρό. Τὸν δικό σου ἄντρα, τὸν ὥριμο ἄντρα, τὸν ἀνακάλυψες, καὶ ἂν δὲν δάμασες αὐτόν, δάμασες χωρὶς ἄλλο τὸ ἄλογό του, γιατὶ δὲν ἐξηγιέται ἀλλιῶς πῶς στεκόταν πάντα κάτω ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, σκάβοντας μὲ τὸ πόδι τὴ γῆ καὶ χλιμιντρώντας.
Ἐξέχασες τελείως τὰ παιδιά σου, κακὴ κυρία Νίτσα.
Ἡ φωνή μου ὅταν τῆς ἀπαντοῦσα ἦταν κλαψιάρικη.
- Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τὸ ψί...
Τὸ ψί. Ὁ τύραννος τοῦ νεοφώτιστου μαθητῆ. Ὁ τρόμος τῆς καλλιγραφίας. Τὸ χεράκι μπερδεύεται καὶ τρέμει ὅταν ἀρχίζει νὰ χαράζει τὸ μεγάλο κόμπο, τὸ γόρδιο αὐτὸ δεσμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου.
Ἕνα χαμόγελο γιομάτο καλοσύνη ζωγραφίζεται στὸ πρόσωπό της. Τὰ μεναξεδένια μάτια στάζουν μέλι. Κατεβαίνει ἀπὸ τὴν ἕδρα. Κάθεται κοντά μου στὴν ἄκρη τοῦ θρανίου. Ἀπὸ τὸ κλειστὸ γιακά της βγαίνει μία μυρουδιὰ γυναίκας, ἀπροσδιόριστη ἀκόμη γιὰ τὴν ἀναίσθητη ὄσφρησή μου, μὰ ἀρκετὰ μυστηριώδης καὶ εὐχάριστη ἀπὸ τότε. Τὸ μακρὺ κορμί της ἀκουμπάει ἀπάνω μου. Ἡ ἐλαστική της σάρκα ἀποτυπώνεται καλὰ στὴ μνήμη μου, μ᾿ ἕνα αἴσθημα περίεργο, συγγενὲς πρὸς τὴν ἡδονή. Ἔχω λόγους νὰ νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἡδονὴ σὲ ἐμβρυώδη κατάσταση.
Τὰ μακριὰ κέρινα δάχτυλά της παίρνουν στὴ θερμὴ μυρωμένη λαβή τους τὸ ἀνήξερο παιδικό μου χέρι. Καὶ μὲ ὁδηγοῦσε στὸ δαίδαλο τοῦ ψί, σωστὴ διανόηση αὐτή, ἐμένα ἀγράμματο παιδί, ὅπως μιὰ μεστὴ γυναίκα τὸν ἀνήξερο ἔφηβο στὸ λαβύρινθο τοῦ ἔρωτα.
Συλλογιέμαι καμιὰ φορὰ ἐκείνη τὴ γυναίκα πού, ἐδῶ καὶ χρόνια τώρα, γιὰ λίγες δραχμές, ἀνέλαβε νὰ μοῦ δείξει τὸ ἀσανσὲρ ποὺ ἀνεβαίνει στὸν ἕβδομο οὐρανὸ τῆς ἀγάπης. Κανένα καινούργιο συναίσθημα. Εἶμαι βέβαιος πὼς τὸ ρόλο ποὺ ἔπαιξε αὐτὴ ρεαλιστικότερα, τὸν ντεμπουτάρισε σὲ μένα ἡ κυρία Νίτσα, μὲ ἕναν ἀσυναίσθητο ρομαντισμό, γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια. Γιατὶ τὸ φτωχὸ κορίτσι δὲν μποροῦσε νὰ ξέρει τὶς ἀπόκρυφες γωνιὲς τῆς ψυχῆς τῶν μαθητῶν της.
Κάθε γνωστοῦ πράματος τὴν πρώτη γνώση πρέπει νὰ τὴν ζητᾶμε πίσω, στὶς πιὸ μακρινὲς ἐποχὲς τῆς ζωῆς μας. Ἐκεῖνο ποὺ μόλις σήμερα γνωρίσαμε, τὸ εἴχαμε δεῖ καὶ ἄλλοτε. Πότε; Αὐτὸ εἶναι μυστήριο. Κάτω ἀπὸ μία ἀπὸ τὶς ἄπειρες μορφές του, κάποτε θὰ ἔπεσε στὴν ἀχτίνα τῶν αἰσθήσεών μας. Ἴσως σὲ κάποια ἐποχὴ τόσο περασμένη καὶ ξεχασμένη, ὥστε ἡ φαντασία μας νὰ τὴν βάζει σὲ μία χρονολογία πιὸ μακρινὴ ἀπὸ τὴ γεννησή μας. Καὶ λέω ἡ φαντασία μας, γιὰ νὰ μὴν πάρουν ἐπιχείρημα οἱ ὀπαδοὶ τῆς μετεμψυχώσεως γιὰ νὰ στηρίξουν τὶς ἀβέβαιες ἐπιστῆμες τους. Ὄχι, δὲν τοὺς τὸ ἐπιτρέπω.
Τὸ τέλος τὸ εἰδυλλίου ἦταν οἰχτρό. Ἡ κυρία Νίτσα μὲ προβίβασε. Καὶ τὴν ἄλλη χρονιὰ στὴν μεγαλύτερη τάξη παρακολουθοῦσα τὸ ἄχαρο μάθημα μιᾶς ἄσκημης γεροντοκόρης, ποὺ τὸ μαραμένο της μοῦτρο ἦταν γεμάτο κακόχρωμα σπυριά, ἐκδήλωση μιᾶς ἀργοπορημένης καὶ ἀνικανοποίητης νιότης. Τὸ ὄνειρο ἔσβησε ἀπὸ τὰ μάτια μου καὶ σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὴν καρδιά μου.
Ἡ κυρία Νίτσα παντρεύτηκε τὸ λοχαγό. Ἤμουν παρὼν στοὺς γάμους της. Καμιὰ ζήλεια δὲν τάραξε τὴν ψυχή μου. Ἤμουν ἀπὸ τότε πολιτισμένος. Τὴν βλέπω σήμερα συχνά. Τὰ δέκα χρόνια ποὺ μᾶς χωρίζουν δὲν ἀποτελοῦν πιὰ ἀνυπέρβλητο διανοητικὸ καὶ κοινωνικὸ ἐμπόδιο. Ὁ κοσμοπολιτισμὸς μᾶς ἔχει φέρει σὲ ἴση μοίρα. Εἶναι ἀκόμα ὡραία, μολονότι ἔχει χάσει τὸ θέλγητρο τῆς μισοσκότεινης τάξης. Εἶναι μία γυναίκα, καὶ ὄχι ὀπτασία. Ὁ ἄντρας της εἶναι πιὰ συνταγματάρχης ποὺ ἔχει λάβει μέρος σὲ τρία κινήματα. Ζεῖ εὐτυχισμένη, καὶ ἔχει μία κόρη ποὺ τῆς μοιάζει πολύ. Δὲν μᾶς χωρίζουν παρὰ δέκα χρόνια, μὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἐγὼ εἶμαι ὁ μεγαλύτερος. Τὸ μυαλό σας ἴσως πάει μακριά. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἤθελα μόνο νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὴν πρώτη μου ἀγάπη...
Περιττὸ νὰ προσθέσω ὅτι δὲν τὴν ἀγαπῶ πιά.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.