close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταθογιάννης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταθογιάννης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

κομμένα τηλέφωνα

Η θάλασσα και η στεριά σμίγουνε στο λιμάνι
τα μυστικά των αστεριών διαβάζουν οι βυθοί
καπνός ήταν το σώμα σου, Μαροκινό λιβάνι,
και πριν ροδίσει το πρωί για πάντα είχες χαθεί,
και πριν ροδίσει το πρωί για πάντα είχες χαθεί.

Τα λόγια που είπες στη στεριά τα σκέπασε η σκόνη
και τ’ άλλα τα θαλασσινά τα ήπιε το νερό,
όμως η μνήμη είναι σκυλί, ορμάει και δαγκώνει
κι η νύχτα ένα τηλέφωνο κομμένο από καιρό,
κι η νύχτα ένα τηλέφωνο κομμένο από καιρό.

Ακουαρέλα

Φύσαγε τότε ένας αέρας όλο δαίμονες
Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά σου τρελαμένα
Είναι παιδιά που δε μεγάλωσαν οι έρωτες
Παιδιά ορφανά στα παραμύθια ξεχασμένα

Πες μου τι μένει όταν τα ψέματα τελειώνουνε
Λόγια δικά μας που ακούγονται σαν ξένα
Κάποιον δικάζουνε και κάποιον αθωώνουνε
Πες μου τι μένει όταν τα ψέματα τελειώνουνε

Τις άγριες νύχτες που αγγίζονται τα σώματα
Κι η λογική γίνεται άλλοθι της τρέλας
σε ζωγραφίζω απ’ την αρχή μ’ όλα τα χρώματα
κάποιας παλιάς και σκοτεινής ακουαρέλας

Πες μου τι μένει...

Πες μου τι μένει όταν τα ψέματα τελειώνουνε
Λόγια δικά μας που ακούγονται σαν ξένα
Κάποιον δικάζουνε και κάποιον αθωώνουνε
Πες μου τι μένει όταν τα ψέματα τελειώνουνε

στόμα με στόμα

Όταν λέω σε θέλω μαζί μου
εννοώ να μου δώσεις το χέρι
Αγκαλιά στην καρδιά της ερήμου
να κοιτάμε το ίδιο αστέρι...

Ν’ ανασαίνουμε στόμα με στόμα
να μεθάμ’ απ’ το ίδιο μπουκάλι
επειδή σ’ αγαπώ έχω σώμα
που μπορεί και ανθίζει και πάλι
Επειδή σ’ αγαπώ έχω σώμα
που μπορεί και ανθίζει και πάλι…

Όταν λέω σε θέλω για πάντα
εννοώ να μου γίνεις συνήθεια
Μια ζωή σιγανή σαν μπαλάντα
μια ζωή που να γίνεται αλήθεια...

Ν’ ανασαίνουμε στόμα με στόμα
να μεθάμ’ απ’ το ίδιο μπουκάλι
επειδή σ’ αγαπώ έχω σώμα
που μπορεί και ανθίζει και πάλι
Επειδή σ’ αγαπώ έχω σώμα
που μπορεί και ανθίζει και πάλι…

φτιάξε φτερά


Αν δεις τον ήλιο νυχτωμένο
Και δε σου πει ούτε ένα γεια
Δε σου γελάσει
Δε θα’ναι έτσι η ζωή
Δε θα’ναι γκρίζο το δικό σου πεπρωμένο
Είναι μονάχα ένα ζόρικο πρωί
Μη το φοβάσαι
Θα περάσει

Κι αν πέσεις κάτω και χτυπήσεις
Και θες να κλάψεις σαν παιδί
Δεν πειράζει
Σήκω ξανά
Κοίτα μπροστά
Σε περιμένουν κορυφές
Να κατακτήσεις

Ναι, θα πετάξεις…

Αν τ’όνειρο σου δε σου ανοίξει
Αν τ’όνειρο σου δε σου ανοίξει
Και σε αφήσει στα σκαλιά να περιμένεις
Εσύ μην φύγεις μείνε εκεί
Το όνειρο σου θα σε καθοδηγήσει
Να βρεις μια πόρτα ανοιχτή
Και χίλιους δρόμους να πηγαίνεις…

Κι αν πέσεις πάλι και χτυπήσεις
Και θες να κλάψεις σαν παιδί
Δεν πειράζει
Σήκω ξανά
Κοίτα μπροστά
Σε περιμένουν κορυφές να κατακτήσεις
Μόνο τα βήματα σου μέτρησε σωστά
Φτιάξε φτερά και θα πετάξεις

κάλπικες χάντρες

Έχω μια πόλη που σκουριάζει και γκρεμίζεται
ένα λιμάνι σαν το χέρι το σπασμένο
στις συμπληγάδες μπαίνει ο ήλιος και τσακίζεται
βγαίνει η σελήνη με ένα ρούχο ματωμένο.

Στέκουν κοπάδια τα πουλιά κι όσοι χαθήκανε
και άλλοι που ψάχνουν κάποιο λάθος ξοδεμένο
μέλλοντες χρόνοι που στο παρελθόν γυρίσανε
ένα κουβάρι μια για πάντα μπερδεμένο.

Μας έχουν μείνει μόνο κάτι τραγούδια
όταν τα λέμε φυτρώνουνε λουλούδια
κάτι τραγούδια σαν μοιρολόγια
κάλπικες χάντρες σε κομπολόγια.

Βρίσκω στην θάλασσα μπουκάλια μηνύματα
χαμένα λόγια ανεξίτηλο μελάνι
άλλοτε ξόρκια ναυαγών και άλλοι εγκλήματα
καταραμένων ποιητών πού `χουν πεθάνει.

Μας έχουν μείνει μόνο κάτι τραγούδια
όταν τα λέμε φυτρώνουνε λουλούδια
κάτι τραγούδια σαν μοιρολόγια
κάλπικες χάντρες σε κομπολόγια.

Έχω μια πόλη που σκουριάζει και γκρεμίζεται.

στο τέλος νικάμε

Βουτάω βαθιά σου, θηλυκέ μου ουρανέ
και ναυαγώ στης αγκαλιάς σου την απόχη...
Μου είπες όχι, αλλά ξέρω ήταν ναι...
Σου είπα ναι και εσύ το μέτρησες σαν όχι...

Μην κοιτάζεις συνέχεια τον χάρτη,
μην ρωτάς τις πυξίδες που πάμε...
Κι αν μας δέσουν μαζί στο κατάρτι,
μην φοβάσαι στο τέλος νικάμε!

Κοντά σου γίνομαι κακός ηθοποιός
κι εσύ μακριά μου ανολοκλήρωτο στιχάκι...
Τι κι αν μας γύρισε την πλάτη του ο Θεός;
Φτάνει μονάχα ν’ αγαπιόμαστε λιγάκι...

Χαρές μας έβγαλαν σε τούνελ ενοχής...
Πληγές μας έγιναν πολύτιμα στολίδια...
Ψυχές που ανοίγονται σαν οίκοι ανοχής...
Ψυχές που κλείνονται στο μέσα τους σαν στρείδια...

Μην κοιτάζεις συνέχεια τον χάρτη,
μην ρωτάς τις πυξίδες που πάμε...
Κι αν μας δέσουν μαζί στο κατάρτι,
μην φοβάσαι στο τέλος νικάμε!

περίεργο παιχνίδι

Μαύρο κρασί σαν αίμα ταύρου στην αρένα
αδειάζει εύκολα το δεύτερο πακέτο
το μηχανάκι του καιρού δεν έχει φρένα
και η αγάπη σου κρατάει ένα στιλέτο

Είναι το σώμα σου γεμάτο ναρκοπέδια
σκιά που κρύβεται στη νύχτα του καθρέφτη
μέσα μου βλέπω πυρκαγιές και μαύρα σχέδια
όμως σε θέλω μ’ ένα πάθος χαρτοπαίχτη

Παίζεις περίεργο παιχνίδι και φοβάμαι
πως μέσ’ τα μάτια σου πάλι χαμένος θάμαι

Στροφές ανάποδες και η άσφαλτος να καίει
περνούν σφυρίζοντας οι μήνες σαν νταλίκες
φεύγεις κι αφήνεις μιαν αγάπη όλο χρέη
με ανοιχτούς λογαριασμούς και υποθήκες

Μαχαίρι αδέσποτο στο σώμα μου καρφώσου
φαρμακερό κεντρί, φαρμακερό αγκάθι
σ’ ακολουθώ σ’ αυτό τον ξέφρενο ρυθμό σου
κι ας ξανακάνω απ’ την αρχή τα ίδια λάθη

Το κυματάκι

Γυμνά τα πέλματα, οι φτέρνες, δοκιμασμένος ο αστράγαλος πιο πάνω, ορατές
όλες οι φλέβες, ανατριχιάζοντας ξυπόλυτος
- το ένα πόδι στην βρεγμένη άμμο με τις δώδεκα χιλιάδες πεθαμένες αχιβάδες,
φύκια ξερά, εκεί που άλλαζε πλευρό συνέχεια η γυμνή γυναίκα κι ο ήλιος
τη ζεμάτιζε, την αγαπούσε,
το άλλο πόδι στο κυματάκι, λίγο, μια σταλιά, γουλιά-γουλιά να έρχεται,
να φεύγει, να ξανάρχεται, αιώνες τώρα.
Ακόμη πιο βαθειά, ακούω πεντακάθαρα:
η θάλασσα – πολλά φουστάνια, μισοφόρια δαντελωτά, τσιτσίδι εν τούτοις,
η αθεόφοβη.
Γνωρίζω πως τα βοτσαλάκια κάτω από νυχτερινά πατήματα ερωτευμένων
ελειάνθησαν (πολλές περαντζάδες πάνω-κάτω, χέρι-χέρι), τρίβοντας το ένα το
άλλο ελειάνθησαν.
Έρχεται το νερό κατόπιν – δροσιά στην κάψα της γυαλάδας τους, κι ευθύς
αμέσως πάλι οι τριγμοί (αφή, ανίκητο μυστήριο, πολλά τραγούδια ξέρεις), οι
λυγμοί, οι σκληρύνσεις, οι καταποντισμοί,
όλο και κάποιο παροπλισμένο τρεχαντήρι θα αρέσκεται να βλέπει (τρίμματα,
θρύψαλα, διάττοντες η παλαιά μπογιά του),
όλο και κάποιο φως – η σελήνη, ας πούμε, τυχαία τάχα, ένα κλεφτοφάναρο
(τρεμίζων κύκλος), καθυστερεί
κι έτσι όπως είναι μουσκεμένα λάμπουνε πάνω τους οι κεραμιδιές ραβδώσεις,
η απαλότης των φαιών, τα κάθιδρα πρασινάκια, εκείνα που μοιάζουν με εντόσθια
βιαίως ξεπαρθενεμένου στρειδιού (άλλο πάλι κι ετούτο!): όλα με τις Πλειάδες στους
οφθαλμούς τους.
Τι νύχτα
ατόφια σε μια χούφτα βότσαλα, σε δύο χούφτες νερό θαλάσσης αλμυρό
τι νύχτα
άνευ προηγουμένου…
«Ο Θεός», συλλογάμαι, «συντελείται διαρκώς».
Συλλογάμαι πως ζούμε την Συντέλεια, ενώ την αναμένουμε, οι αδαείς, να φανεί:
πόδι με μπότα, μπαμ και κάτω. Ενώ κατ’ ουσίαν είναι ήδη εδώ. Όπως και πριν
ήταν εδώ. Όπως θα είναι και μετά εδώ. Αδιαλείπτως:
πόδι ξυπόλυτο,
σαν το δικό μου
στο κυματάκι. 

  το βρήκαμε στο στο facebook απ’ όπου και αναδημοσιεύεται εδώ.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.