close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχελιουδάκης Αντρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχελιουδάκης Αντρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Φορτηγατζήδες ψωλαράδες που σε πήραν στα όρθια πρόχειρα και βιαστικά


Image
μεθυσμένων το σπέρμα που ρούΦηξες πάνω
σε βρώμικα σεντόνια,
κι άγνωστοι που σε δείραν μέσα στη νύχτα. Κλέφτες, κύναιδοι και τυμβωρύχοι
πούσουνα μαζί τους μονάχα από μοναξιά στριΦογυρίζοντας Ινδία, Άμστερνταμ και Ρώμη, όλος ο παροξυσμός σου στις Φυγές σου,
στα χάπια σου, μικρά χαπάκια κίτρινα, επικίνδυνα κι’εγώ λοιπόν να σε βλέπω μέσα
από κυλοττάκια θαλασσί,
να σε ξέρω γυρ’από στόμα π’ανοίγει,
υγρές παραχωρήσεις και ιδρώτα,
να σ’ακούω ύστερα να τριγυρνάς ξυπόλητη
κάτι ψάχνεις στην κουζίνα,γαλήνια μετασχηματισμένη,

είσαι συ

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

τα καρδιομιλήματα

ι’
…είν’ η νύχτα μεγάλη
και για τους δυο μας,
δεν θα το αντέξουμε.

λ’
Εγώ:
Ασήμι τα καρδιομιλήματά μας.
Εσύ:
Χρυσάφι τα καρδιοφιλήματά μας.

μ’
…Και ένας νεκροθάφτης,
βιαστικός κι αδιάφορος,
μας σκέπασε με λήθη.

ο’
Τώρα όλα γίναν αίμα,
σπασμένες λέξεις
κι απ’ την αφή
δεν μένει τίποτα.

υ’
Μα πες μου,
οι λέξεις,
τ’ αγγίγματα,
το σπέρμα μου,
πες μου,
τι γίναν όλα αυτά;

χ’
Τις νύχτες θαρρείς και το δωμάτιο
γεμίζει από παλιούς, σκονισμένους ψιθύρους,
που τους φέρνει πίσω το σκοτάδι.
Τις μέρες, συνήθως,
γράφω τ’ όνομά σου
σε εισιτήρια και σε κουτιά από τσιγάρα,
που τα κλείνω μετά σε μπουκάλια
και τα ρίχνω στο νερό.

ψ’
Κι είναι κάτι αυγές
που όλα σημαίνουν ” έφυγες”.

α’ – ω’
ή
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Κι αν ποτέ αύριο το πρωΐ
ξυπνήσω νεκρός;
Τότε λοιπόν θα σηκωθώ αδιαμαρτύρητα
και θα αρχίσω να φτιάχνω
τη βαλίτσα μου.
Θα βάλω βέβαια μέσα
μόνο τα απαραίτητα,
δυο-τρεις παλιές σκέψεις
που τις είχα από παιδάκι,
ένα δεματάκι αναμνήσεις
δεμένο με σιέλ κορδελίτσα
και θα βάλω ακόμη
όλα αυτά που ποτέ δεν είχα.
Μετά, σηκώνοντας το αλαφρύ φορτίο μου,
θα κλείσω την πόρτα απαλά πίσω μου
και όλα θα ξεχαστούνε.

Κοίταξε να μην πειστείς

Κοίταξε να μην πειστείς
να μη σε ξεγελάσουν για άλλη μια Φορά,
δεν ανήκεις πουθενά εσύ παρά στον εαυτό σου
.. έστω κι αν είν’αυτός εγκλωβισμένος και σακάτης
μην ενδώσει ς για άλλη μια Φορά
στην παγκόσμια μακάβρια φάρσα
όλων αυτών που αποσπούν επιβεβαιώσεις
για να επιζήσουν,
εσύ σκάστο, ξέφυγε από μια μικρούλα τρύπα,
από μια τόση δα ρωγμή που θα υπάρχει
σ’όλα τα Άσπρα Κτίρια
γλύτωσε απ’τ” Ασυλά τους και τ’ Α ναμορφωτή ριά τους και τις Καταραμένες Κυβερνήσεις τους
που σε προτρέπουν και σ’εγκλωβίζουν,
να φύγεις λοιπόν να δραπετεύσεις
μπορείς από κείνη τη ρωγμή
που χάσκει στους τοίχους σα μουτζούρα
να διαφύγεις έτσι σαν ηρωίδα γεμάτη μυστήρια
από τις χίλιες και μία νύχτες
κάτι σαν ροζ οδαλίσκη του παραμυθιού
στρουμπουλή ροζ οδαλίσκη μέσα σε διάφανα μετάξια
αρνήσου τις αγκυλωμένες σκέψεις και τα ήδη
αιχμάλωτα κύτταρα του κορμιού σου
πεσ’τους με μια λέξη-ουρλιαχτό να τα βάλουν
όλα στον κώλο τους και διέφυγε σήμερα,
αύριο θάσαι και συ σα την ακρωτηριασμένη
ηλίθια σέξυ
γκόμενα στο κόκκινο πακέτο των SANTE.

Αν πας προς το κάτω μέρος της πόλης


μια απ’αυτές τις παράξενες νύχτες του χρόνου
πολλά ειν’αυτά που πρόκειται να δεις.
Υπάρχουν χαμηλοτάβανα σπιτάκια σκοτεινά
και ρόπτρα που τα χτυπάν μ’αδέξια φυσικότητα
φαντάροι,
ξενοδοχεία πρόστυχα και σιωπηλά, υπόγεια μπαρ
με πρόσωπα κι’ονόματα που τα ξεχνάς αμέσως,
άγνωστοι που θα σ’αγγίξουν παρακαλεστικά .
μεσ’από καπνούς και παραλυσίες των κάτω άκρων,
μισοπετυχημένοι και μισοέντιμοι, που αποΦεύγουν
το βλέμμα σου και συ το δικό τους,
ναυτικοί, μεθυσμένοι και ρυτίδες, πουτάνες
και πρόχειρα φτιασίδια,
καυγάδες, φώτα «νέον» και καπότες που γνέφουνε
θλιμμένα,
στο κάτω μέρος της πόλης.
Eνα πανηγύρι φανταχτερό και θορυβώδες
για μοναχικού ς με βαθουλωμένα μάγουλα
και το σουγιά στην τσέπη,
‘π’ανυπομονούν, φορτίζονται και περιμένουν,
στα σκοτάδια καπνίζοντας περιμένουν κι’απ’τις γωνιές σε παρακολουθάν,
στο κάτω μέρος της πόλης.

Παράξενες μέρες έρχονται τώρα, πράγματα


παράξενα θα γίνουνε σε λίγο
τώρα που πια οι άνθρωποι δε με κοιτάζουνε στα μάτια κι ενώ Φαρσέρ πανέξυπνο ι με πλησιάζουνε κάθε μέρα γεμάτοι μ’υποσχέσεις ή απειλές,
όλοι δολοΦόνοι να σκοτώσουν ύπουλα
και σιωπηλά με βρόγχους
είναι τόσα αυτά που με συνθλίβουν τώρα ακόμα
τόσα τα βράδυα που λυπημένος γυρίζω
το πρόσωπο στον τοίχο για να κλάψω (κανένας πια δε μου ξορκίζει το κακό)’
που ούτε κι’ όταν πεθάνω δεν πρόκειται να ησυχάσω, τυμβωρύχοι διαρκώς θα μπαινοβγαίνουν,
κοριτσάκια που θα μου Φέρνουνε λουλούδια
κι’εγώ τάχατες συγκινημένος θα τα παρασέρνω
με κάποια σοκολάτα,
συνωμότες τα μεσάνυχτα θα χτυπούνε συνθηματικά «άνοιξε, το σύνθημα είνΆΙΜΑ», ,
όλη νύχτα συμπλοκές σε μισοσκότεινες στοές,
συνθλιμένο κρανίο, ανακάτεμα από μεβράνες
κι αίμα
τον βρήκαν παγωμένο το πρωί,
κάποιος ύστερα που Φεύγει τοίχο-τοίχο,
με ύποπτη βιασύνη,
πανικός σα πάχνη τον φώτιζε καθώς
άρχιζε να Φεύγει,

τ’άσπρο πουκάμισο του δολοΦόνου που λένε, κάποτε-κάποτε οι Φίλοι που προβάλλουνε στα όνειρα μ’ένα πλήθος άσπρα σκουλίκια στα μαλλιά ν’αργοκουνιέται και ν’αναδύεται σιωπηλό,
και η νεκρή μου ερωμένη,
το κουΦάρι της νεκρής ερωμένης
που δεν πέθωε ακόμη,
οι Φίλοι στις ονειρώξεις που προτρέπουν
σε κοινής ωΦελείας απαγχονισμούς
γενικεύοντας τα έσω,
το αίμα αντί για τους ανθρώπους που δεν
μπορούν να μας ανήκουν,
ανατριχιάζοντας που οι άνθρωποι μονάχα
στον εαυτό τους μπορούνε ν’ανήκουν, ενώ οι θλιβερές μεταπτώσεις
‘αρρωστημένου δολοΦόνου
παντιέρα στ’αδιέξοδο, εντοπίζοντας τον πόνο,
παντιέρα στ’αδιέξοδο, ενοχές, ενοχές…
Σ’αγαπώ εδώ μέρες παράξενες έρχονται.

Λοιπόν εγώ δεν μεγαλώνω άλλο.


μοιάζω τώρα με κείνα τα σκυλιά του καναπέ που η ανάπτυξη, περιορισμένων δυνατοτήτων, φτάνει μόνο μέχρι ορισμένου σημείου
και ετά απλώς και μόνο αρχίζει

η φθορά αναίτια.
απρόσωπα.
Έτσι κι εγώ, ίσως προϊόν ενδομήτριου θανάτου, ίσως θύμα περιστάσεων,
ίσως άλλο ένα φαινόμενο της ομαδικής διαδικασίας, ακόμη ένας μοχθηρός καραγκιόζης
εν ευδαιμονία και εν αγνοία,
τρώω, χέζω, γράφω ποιήματα συμβατικά,
διαβάζω πολύ, κοιμάμαι.

Δεν αγωνιώ
Δεν αντιδρώ
Περιμένω
Παραμένω

Έλα δω απόψε να μας δεις


που χανόμαστε μ’ένα σωρό συμβολικές ενέργειες
χωρίς Φωνές και τυμπανοκρουσίες.
Έλα, μια ολόκληρη γενιά καίγεται απόψε
και εκτοξεύεται βεγγαλική στους αέρες,
μέσα σε καταχνιές κόκκινων μπαρ,
με τσιμπούκια και πισωκολλητά
στο πίσω μέρος των αυτοκινήτων
να τιθασσεύει πόθους βιαστικούς,
να μπαρκάρει σε καράβια με απλό
όνομα «Νίκος»,
τη γαλανόλευκη να μας παίρνει στο κατόπι,
με μπαμπάδες και κυρίους απ’το χέρι
να σε πάμε βόλτα στον αυθορμητισμό και
και την αυθεντικότητα,
να γεμίσουμε με σπέρμα τη λακκουβίτσα
που κάνει ο λαιμό ς με το γυμνό σου ώμο,
να σε συστήσουμε στον πρίγκηπα αυτοκτονία και κατόπι ν’αναλυθούμε σε δάκρυα
γεμάτοι μαζοχισμούς και υστερίες,
έλα να μας δεις απόψε
στο έργο που πρωταγωνιστούμε, «Νίκαι Απωλεσθείσαι»,

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.