close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξόπουλος Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξόπουλος Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Δημήτριος Αλεξόπουλος- Βιογραφικό



   Ο Δημήτριος Αλεξόπουλος, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1981 στην Αθήνα. Η αγάπη του για τα βιβλία και τη λογοτεχνία γεννήθηκε στην ηλικία των δώδεκα ετών, όταν άρχισε να γράφει το πρώτο του βιβλίο σε μια παλαιά γραφομηχανή τού παππού του. Έγραφε καθαρά για προσωπική ευχαρίστηση, μιας και ήταν το μεγάλο του πάθος από πολύ μικρή ηλικία.
   Βραβευμένος συγγραφέας από την Πανελλήνια ένωση λογοτεχνών, όπως και από άλλους συλλόγους και λογοτεχνικές ομάδες με έργα που διακρίθηκαν και δημοσιεύτηκαν σε βιβλία και ποιητικές συλλογές. Ενδεικτικά να αναφέρουμε την παγκόσμια διάκριση της ποιητικής του συλλογής. Επίσης, ο Δημήτριος είναι αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά.
   Σπούδασε οδοντοτεχνίτης στην Αθήνα και ασχολήθηκε αρκετά χρόνια σε αυτό τον τομέα. Έπειτα, το ενδιαφέρον του άρχισε να στρέφεται στην τέχνη της πώλησης και ακολούθησε την πορεία του στον τομέα του real estate / κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, σε Ελλάδα και Κύπρο.
   Ο Δημήτριος δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το "μικρόβιο" της συγγραφής ολοένα και τον έτρωγε μέσα του, μέχρις ότου, το 2013 όπου και αποφάσισε να προωθήσει το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Το Πορτρέτο Της Εύας». Ο εκδοτικός οίκος που το ανέλαβε, απάντησε αυτοστιγμεί θετικά ως προς την έκδοσή του, οπότε και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2013 αποσπώντας άριστες κριτικές σε Ελλάδα και Κύπρο.
   Με την δεύτερη συγγραφική του απόπειρα μόλις, ο Δημήτρης, με το ανέκδοτο φιλοσοφικό-κοινωνικό βιβλίο του: "Ο Διάλογος του Μονολόγου", βραβεύτηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών τον Φεβρουάριο του 2015, όπως και βράβευση από ακόμα μία λογοτεχνική διαδικτυακή ομάδα. "Ο διάλογος του μονολόγου" είναι ο πρώτος τόμος μιας συλλογής λογοτεχνημάτων που ετοιμάζει ο συγγραφέας και πραγματεύεται την εσωτερική σύγκρουση και μια αστείρευτη μάχη με το "εγώ" μέσα από κοινωνικές διαφορές και φιλοσοφικές αναζητήσεις, με απροσδόκητη έκβαση.
   "Το Δωμάτιο 104", είναι ένα ακόμα απροσδόκητο και γεμάτο ανατροπές λογοτεχνικό μυθιστόρημα, όπου κέρδισε και μάγεψε με την γραφή και την πλοκή του, και πάλι τους αναγνώστες.

Εργογραφία Ανέκδοτων έργων: «η λεμονιά» (δεύτερος τόμος από την συλλογή λογοτεχνημάτων), «Ο Θεός δεν χαμογέλασε ποτέ» (Τρίτος τόμος από την λογοτεχνηκή συλλογή), «Όταν» ποίημα, «Κουκλοθέατρο» μυθιστόρημα, «Αίμα για την Αγάπη» μυθιστόρημα, «Βίος Βραχύς» ποιητική συλλογή, «Τα παραμύθια του Κυρ’ Μίμη» ένα εξαιρετικό βιβλίο για παιδιά με βαθύτατα νοήματα και έξυπνες αλληγορίες μέσα από παιδικά παραμύθια, όπως επίσης και το στοχαστικό δοκίμιο «B for Βλάκας»

«Βίος Βραχύς» Ποιητική συλλογή – Ποιητικές αλληγορίες: Δημήτριος Αλεξόπουλος (Απόσπασμα Β΄)

 Δημήτριος Αλεξόπουλος

«Μάθε»

Σαν το κρασί, σταλιά σταλιά σε πίνω,
Το γκρίζο τ’ ουρανού με χρώμα ‘γω το σβήνω.
Την θάλασσα μαζεύω σε μια χούφτα να στην δώσω,
Μακάρι, αχ μακάρι να ‘ξερες πως σ’αγαπάω πόσο...
Κι αν φεύγεις δίχως μια κουβέντα να μου πεις,
Κι αν κρύβεσαι ολομόναχη στο πέπλο της αυγής,
Είναι που φεύγεις από φόβο...
Φεύγεις, απ’ την αγάπη να κρυφτείς.
Φύγε!
Μα να μάθε, πως  μ’ αγάπη μόνο ζεις,
Δίχως αγάπη, πέθανες.
Ειν’ το φινάλε της ψυχής...
  

«Έφυγες...»

Μια ηλιαχτίδα στο σκοτάδι, ή τ’ απαλό σου χάδι…
Τα μάτια μου κλειστά κι εγώ σε περιμένω.
Άραγε είσαι μακριά ή αιώνες θα προσμένω.
Κοιτάζοντας τον ουρανό, τη μορφή σου αναζητώ
Και κάθε αστέρι που κοιτώ, το δάκρυ κάνει πιο πικρό!
Γύρνα σε παρακαλώ, όλα θα στα χαρίσω,
Αν θέλεις και τον ουρανό για σένα θα κρατήσω.
Τη θάλασσα που αγαπάς θα τη στερέψω όλη
Όχι γιατί δε σ’ αγαπώ, αλλά γιατί εσύ βαστάς την ζωή μου όλη.
Έφυγες και δε γυρνάς, ξέρω, καλά δε θα περνάς.
Εκεί ψηλά ‘χει κρύο και δε θα μου χαμογελάς.
Άραγε να σε περιμένω, μήπως και εμφανιστείς
Ή στης θάλασσας την αγκαλιά να πέσω μήπως και με ξαναδείς…



«Λουσμένη καρδιά»


Τα μάτια ερμητικά κλειστά.
Τα βλέφαρα τρεμοπαίζουν.
Ένα δάκρυ ξεπηδά σαν γάργαρο νερό από πηγή.
Κατηφορίζει, και τη σάρκα γλύφει καθώς στα χείλη μου ακροβατεί.
Η γλώσσα ξεμυτά και το αρπάζει. Ιδιαίτερη γεύση. Αρμυρή.
Τώρα πια, την κάθοδο του μέσα στη ζέση του κορμιού μου έχει πάρει και περιλούζει την καρδιά με πόνο και στοργή.
Εκεί, έλαβε τέλος το ταξίδι του. Έφτασε στον προορισμό του.
Εκεί ανήκει.
Στην καρδιά, το δάκρυ κατοικεί...



«H Συνάντηση»
  
Θυμάσαι; κείνο το μεσημέρι το θερμό,
Φορούσες μαύρη ζακέτα, μακριά,
και τα μαλλιά σου ολόχρυσα χαρίζαν μια λάμψη μοναδική.
Εγώ είχα ντυθεί με τα καλά μου, να σ’ εντυπωσιάσω,
τα μάτια σου σαν αντίκρισα, είπα: Πεπρωμένο είναι αυτό.
Δημήτρης, συστήθηκα με δήθεν τόλμη,
Χριστίνα, χαμογέλασες αμήχανα, το ίδιο κι εγώ.
Πάμε; ρώτησα δειλά και έγνεψες σαν μαθητούδι στο σχολειό.
Ποθούσα να συναντήσω τα γλυκά σου μάτια, που για πρώτη φορά
εγνώρισα...
Ψέματα!
Τα είχα ξαναδει. Τα είχα συναντήσει κάπου ανάμεσα στα σύγνεφα, κάπου χαμένα στο γαλάζιο τ’ ουρανού... ή μήπως κρυμμένα ήταν πίσω απ’ τ’ άστρα.
Ναι. Ήταν κρυμένα και περίμεναν καρτερικά να σ’ αντικρίσω.
Μάτια μου, κείνο το μεσημέρι το θερμό, είδα για πρώτη φορά τον ήλιο να μου χαμογελά. Το φεγγάρι με μελιχρότητα ν’ αναστενάζει και το βουητό τ’ αγέρα να μου ψιθυρίζει «αγάπα την»...
Σήμερα, ολομόναχος περπατώ στην αμμουδιά και βλέπω κάπου πέρα μακριά τη μορφή σου. Είναι βράδυ. Φωνές και χαχανητά ακούγονται σαν παφλασμοί κυμμάτων. Μια παρέα δεξιά πίνει μπύρες και γελά, μια κοπέλα ξαπλωμένη στην άμμο σκέφτεται, βλέπει τον αγαπημένο της που έχει ή που δεν έχει έρθει ακόμη στη ζωή της, ωστόσο περιμένει. Το ίδιο κι εγώ...
Πιο πάνω, με την άκρη του ματιού μου δυο γυναίκες περπατάνε γοργά, μες στο άγχος, γιατί; Ο γέρος ασπρομάλλης πουλά λουκουμάδες, πέντε ευρώ το κεσεδάκι φωνάζει, δυο ξένοι παίρνουν ένα.
Η θάλασσα δίπλα μου μουγγή, μα προχωρώ.
Λιγοστοί κολυμπούν τέτοια ώρα, μα εγώ κολυμπώ...
Κολυμπώ σε πέλαγος ανοιχτό με την αγάπη για κατάρτι.
Δεν είσαι κοντά μου, όμως είσαι.
 Δεν είσαι στην αγκαλιά μου, όμως είσαι.
Είσαι και θα ‘μαι κι εγώ, παντοτινά δικός σου...
Παντοτινά, μεγάλη λέξη να την πεις, ωστόσο, δεν υπάρχει αντίστοιχη άλλη που να μπορεί η καρδιά μου να δεχθεί...
Σ’ αγαπώ...



«Απληστεία»


Τον ήλιο έβαψες με χρώμα μελανό,
Τη θάλασσα ρούφηξες με δίψα κίβδηλη,
Πράσινο κι οξυγόνο τρως με λαιμαργία και φτύνεις τούβλα και μπετόν.
Μες σε ληξιπρόθεσμα γραμμάτια εξαργυρώνεις την αγάπη,
μες στην τσέπη σου εκλείδωσες φίλους κι αγαπημένους. 
Τι με κοιτάς έτσι σαν κουρκούτης; Σαν ολιγοφρενής και φυρόμυαλος.
εξ αρχής στο είπα, με λεφτά μπορείς να αγοράσεις τα πάντα εκτός μυαλού και συναισθημάτων.
Πόσο πιο λιανά να στο κάνω;
Το κάθε πράγμα έχει την τιμή του μου λες...
Μάλιστα... Μάλλον τότε σε σένα πέτυχα τις προσφορές και την εκκαθάριση...




«Κοινωνικόν»

Κοιμάσαι…
Κοιμάσαι και ξύπνιος που ‘σαι…
Λεηλατούν τον εγκέφαλό σου, κι εσυ… ζητοκραυγάζεις,
Ένα εν ζωή κουφάρι.
Ένας αόματος με οφθαλούς.
Μα θα ‘ρθει κεινη ω ώρα που θα ξυπνήσεις απ’ τον λίθαργο
που αιώνια σε κοιμίζει.
Που πειθήνια και κυρίαρχα, τη ζωή σου λαίμαργα ξεσκίζει.
Σαν έρθει ‘κείνη η ώρα,
μέχρις κι οι αετοί θα σκιάζονται,
θα παραμένουν τρομαγμένοι στις φωλιές τους,
σαν αντικρίσουν το μένος των ανθρώπων...
Σαν θα ‘ρθει κείνη η ώρα!




«Πλούσιος»

Θαρρείς πως με το χρήμα αγοράζεις τα πάντα!
Κολυμπάς στην υλική ευτυχία…
Θλιβερός!
Την ευτυχία δεν την αγοράζεις, μήτε φίλους κι αγάπες αγοράζεις…
Εξαγοράζεις, ίσως.
Δωροδοκείς.
Δεν είσαι δα και τόσο πλούσιος, τόσο κροίσος, που να αδιαφορείς και να απαξιώνεις την αγάπη,
ένα χαμόγελο ευτυχίας στα χείλη το ‘χεις ανάγκη μεγάλη.
Κανείς δεν είναι τόσο πλούσιος,
τόσο επαρκής ούτως ώστε να μην χρειάζεται άλλη αγάπη.



«Τανγκό της ευτυχίας»

Ένα κελί δίχως σίδερα, είναι ίσως η χείριστη των φυλακών.
Είναι ο κόσμος γύρω μας!
Ο κόσμος μια πελώρια φυλακή κι άνθρωποι αλυσοδεμένοι.
Χορεύεις ανέμελος και χαρούμενος το τανγκό της ευτυχίας,
Μα δεν πρόσεξες πως παρτενέρ σου ειν’ η θλίψη
και πόνος η αγκαλιά της.


_____________________________________________________________
ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ:

Δημήτριος Αλεξόπουλος

«Οι ρίζες της ζωής…»

(Αλληγορία)

 Χρυσοστόλιστες μπούκλες που ο ήλιος είχε υφάνει,
ματάκια ολογάλανα απ’ τουρανού τ’ κλεψες, τον καμβά,
σπινθήριζαν με κάθε της ματιά.
Κόρη μου σ’ αγαπώ!
Ένα δειλινό, στον κήπο όπως καθόμουν,
παρέα με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη και μια πένα συντροφιά,
ξέχειλη με πλησίασε από χαρά.
Με κόντεψε λοιπόν, και ρώτησε κείνο που θελε να μάθει…
“Μπαμπά”
“Τι είναι αγάπη μου;”
“Γιατί ζούμε; Γιατί υπάρχουμε; Θέλω να μάθω κάτι σημαντικό να κάνω” ψιθύρισε και στο δεξί μου γόνατο εκάθισε απάνω.
Και τότε εγώ της είπα:
"Έλα πάρε αυτά. Φύτεψε αυτά τα τοσοδούλικα σπόρια, κει στο χώμα, στην μεριά που δεν έχει ούτε ένα λουλούδι ανθίσει,
που δεν υπάρχει μήτ’ ένας μικρός ανθός…”
Πήρε ευθύς αμέσως στη χούφτα της τα σπόρια,
έτρεξε στον κήπο με λαχτάρα να τα φυτέψει όλα μονομιάς.
 Κάθε πρωινό, ξυπνούσε, πήγαινε στο μέρος όπου τα ‘χε φυτέψει και παρατηρούσε.
Παρατηρούσε ωσάν να είναι ολάκερος ο κόσμος τούτα τα σπόρια τα μικρά.
Περίμενε μια εβδομάδα, δυο εβδομάδες...
Πέρασε ο μήνας και δε φάνηκε τίποτα το ιδιαίτερο στο χώμα που να την ενθουσιάσει.
Το σκυθρωπό της πρόσωπο αντίκρισα και με παράπονο έκανε να με πλησιάσει…
"Μπαμπά, φύτεψα τα σπόρια, πέρασε ο μήνας, αλλά τίποτε δε συνέβη".
Τότε εγώ της χαμογέλασα και την αγκάλιασα...
30 χρόνια αγότερα…
Θεόρατος ευκάλυπτος κάλυπτε με τη σκιά του τη μισή μας οικία.
Ευωδίασε όλη η γειτονιά και τα κλαδιά του ήσαν υπέροχα και γεμάτα ζωή, μοναδικά.
Τότε, της εξήγησα...
"Το πιο σημαντικό κόρη μου, δεν είναι αυτό που βλέπεις τώρα και το θαυμάζεις, αλλά αυτό που δημιούργησες εσύ τον πρώτο μήνα...
 Οι ρίζες, τα θεμέλια στη ζωή, θα πρέπει να ξέρεις, είναι το παν!" της είπα και εκείνη μου χαμογέλασε με ένα αχνό μειδίαμα στα χείλη.
Μ’ αγκάλιασε όπως τότε. Όπως χρόνια πριν πολλά…
Περπάτησε με βήματα αργά ως τον ευκάλυπτο να πάει.
Πήρε βαθιά εισπνοή και χαϊδεψε τον κορμό του,
μ’ ευγνωμοσύνη έμπλεη διακριτικά το μάτι μου ‘κλεισε κλεφτά,
Την κόρη της -την εγγονή μου- έσφιξε στην αγκαλιά
και σπόρια μές στη χούφτα της έβαλε να τα φυτέψει δίπλα εκεί,
ο ευκάλυπτος να ‘χει συντροφιά…



«Χάροντας κι Αγάπη... συνεργοί»


Kι ο αγέρας πόνο βαθύ εφύσησε...
«Είν’ η αδερφή σου Αγάθωνα! Αίμα δηλητήριο.
Το αίμα που στις φλέβες σου κυλά, κυλά και στο δικό της»... απεκρίθη ο Βορέας.
Σαν έμαθε ο Αγάθωνας τα φρικτά μαντάτα, πως έρωτας απ’ ίδιο αίμα έρεβος είναι κι όχι έρως, δάκρυ από μάγμα διάπυρο πλημμύρισε τα μάγουλά του.
Αναφιλιτά εσκέπασαν και τη βοή του ανέμου ακόμα,
και οι βροντές αλάφιασαν μπρος στο μαράζι του αυτό,
και χάθηκαν σαν τα πουλιά, μες στον εβένινο ουρανό...
Μαχαίρι άρπαξε αυτοστιγμεί, μ' ακονισμένη λεπίδα, αστραφτερή, ωσάν του χάρου το δρεπάνι και μονομιάς στο στήθος του βαθιά το έσπρωξε, απ'τον καημό να λυτρωθεί.
Προτιμότερο για κείνον, ήσαν να πεθάνει!
Η Άρτεμις, πανώρια κι αγγελοκαμωμένη,
κατάξανθη, με βλέμμα μελαγχολικό,
μάτια ολογάλανα μεγάλα,
που ζήλευε κι αδάμας στης θάλασσας βυθό,
επληροφορήθη του τόσο γλυκά αγαπημένου της τον άδικο χαμό,
με ένα κλάμα άηχο, βουβό...
Δίχως ν' αντέξει την οδύνη, αντάμα μ’ ήρεμο ουρανό και σύμμαχο τον ήλιο,
στης ακροθαλασσιάς το βράχο εκάθησε κι ατένιζε το απέραντο, της θάλασσας γαλήνη...
Το φόρεμά της ήσαν λινό, σανδάλια χάιδευαν τα πέλματά της σαν μεταξιού υφή,
κι η πνοή του ανέμου σφικτά αγκάλιασε την, σαν μάνα στοργική.
Προτού η λιόκαλη αναχωρήσει, απ’ του βράχου τη σιωπή,
γύρισε ομπρός της θάλασσας ωσάν να την μισεί.
Μέτρα δεκατρία ύψος βράχου εθώπευε με τ' ακροδάχτυλά της,
κι ένα δάκρυ, ένα δάκρυ που δεν πρόλαβε τον βράχο να μουσκέψει,
ήσαν αρκετό στου χάρου ν’ αφεθεί την αγκαλιά, με ύπνο να την στέψει.
Ο Βορέας τότε, σαν το άγγελμα που άκουσε, των δυο νέων το χαμό,
αντίς δάκρυ μαύρο να κυλήσει, μειδίαμα χαρμόσυνο και ευφροσύνη άφθονη βγήκε απ’ της ψυχής του τον καημό.
Ανήθικος και ποταπός! Μένος προς τον Αγάθων έτρεφε, βαριά η εκδίκησή του.
Φθονούσε τον, κρυφόκαιγε μέσα του η ζήλια,
όντας λατρεμένη τής καρδιάς του η Άρτεμις ήτανε από καιρό...
Ευθύβολος, δε δίστασε με ψεύδη νοθευμένα και με κακά μαντάτα που βγήκαν απ’ τα δικά του χείλη, τους νέους, απ’ αγάπη έμπλεους, στον άγριο Αχέρωντα να στείλει...
«Κάλλιστα νεκροί ετούτη κι ο εραστής της, παρά μαζί και μονιασμένοι,
κι εγώ της πίκρας το ποτήρι στάλα-στάλα, ολημερίς κι οληνυκτίς να πίνω,
προσμένοντας μι’ αγαπημένη...»
Ήσαν τα λόγια τελευταία του, πνιγμένα σ’ ένα μπουκάλι άλικο κρασί...
κι έπειτα, δεν ξύπνησε ποτέ...
Χάροντας κι αγάπη, δικαιοσύνη γύρεψαν μαζι,
Τα χέρια έσφιξαν γερά, κι έγιναν συνεργοί...





«Απαγορευμένος καρπός»
(Αλληγορία)


Μια γυναίκα θελκτική, Θλίψη τ’ ονομά της, πανέμορφη μα και νωχελική, του κέδρου τη δροσιά απολάμβανε και την μοναξιά της.
Ο Νάρκισος, ψηλός και δυνατός,σαν την είδε μοναχη, έσπευσε στην όμορφη μελαχρινή, γι’ αγάπη να της πει.
“Χαίρεται” προσφώνησε με το χαμόγελό του, που άλλο τόσο θελκτικό δεν έχει όμοιό του.
“Χαίρεται” απήντησε η Θλίψη, ανέκφραστη και ταραγμένη,
ωσάν αντίκρισε τον Νάρκισο ομπρός της, φάνηκε να ‘ναι δακρυσμένη.
“Να σε κατακτήσω ποθώ όσο άλλο τίποτε στη γη! Δική μου θε να γίνεις μη μου το αρνηθείς!” υπερφίαλος της είπε και πάντοτε επηρμένος.
Η Θλίψη, σαν τον άκουσε, αβάσταχτος εγίνει ο καημός της. Τον κέδρο εκοίταξε για μια στιγμή, επάνω του ακούμπησε, ήταν ο μόνος σύμμαχός της.
“Μαζί μου θα ‘σαι υπέροχη, σεμνή κι ευτυχισμένη. Λαμπρότητα, οξυδέρκεια και περίσσεια ομορφιά, θεοί μου χάρισαν δίχως φειδώ για να ‘χω εσένα συντροφιά” ανέμενε υπερήφανος τα λόγια τα δικά της.
Τα μάτια της τον στύλωσαν, με πόνο και με δάκρυ, αλήθεια έτοιμη να πει και λόγια από φαρμάκι.
“Νάρκισε αγαπητέ, όμορφε και ξακουστέ, άκου με, τα λόγια μου σκληρά θα ‘ναι για σένα μα κι αληθινά.
Δυστυχία και πόνο μονάχα θα προκαλέσεις, εάν μαζί μου κοιμηθείς και δίπλα σου θε να μ’ έχεις. Καρπός θα γεννηθεί απ’ το αίμα το δικό μας, δεν θα ναι λαμπερός, μήτε μ’ αγάπη στολιστός, αλλά μ’ απέχθεια και μίσος έμπλεος και φοβερός!
   (Ένα χρόνο αργότερα, η Θλίψη γέννησε... Γέννησε ένα μικρό αγόρι. Πανώριο στην όψη, έρεβος στην ψυχή, και το όνομα αυτού, συμφωνήθηκε ομόφωνα από το ζευγάρι, θα ήτο ο Εγωισμός! Διότι πήρε και από τις δύο πλευρές)...




«Έρωτας και Μίσος»
(Αλληγορία)

Ένας νεαρός,
νεαρός κι αγγελοκαμωμένος, ολομόναχος εβάδιζε  στο δάσος. Υποδήματα δεν είχε, τα πέλματά του ένα γίνονταν με το στεγνό το χώμα.
Τα χέρια του σαν χάδι απαλά, έκανε ακόμα ν’ αναστενάζουν στο άγγιγμά του δέντρα και κάθε λογής φυτά.
Το χαμόγελό του μόνιμο, σαν δώρο θεϊκό.
Ήχος μοναδικός που τη γαλήνη τάραζε στο δάσος, ήσαν το απαλό βουητό του αγέρα που έστηνε τον δικό του πρόσχαρο χορό.
Άξαφνα, απρόσμενα εντελώς, το βάδην του επιβράδυνε και κάθισε σιωπηλός. Μπροστά του είδε καθισμένο έναν άνδρα κάτω από κέδρο θεόρατο, ψηλό! Μεσήλικας ήσαν ο ξένος τούτος. Βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του ανάγλυφες, κι η όψη του έμοιαζε με πικρή και κουρασμένη.
Ο νεαρός πανώριος, εν ονόματι ‘Ερως, τον κόντεψε με θάρρος προς το δικό μέρος.
Έρως: Είσαι καλά; Φαίνεσαι ταλαιπωρημένος.
Ο άγνωστος θα ‘λεγε κανείς πως περίσσεια αλλαζονία διέθετε κι  έκδηλη ειρωνεία ξεχύλιζε που πάνω του.
Έρως: Θέλεις να μου πεις το όνομά σου;
Το όνομά μου αγαπητέ, συνώνυμο έχει τον πόνο και τη θλίψη. Την μνησικακία και την εκδίκηση, ο άγνωστος έκαμε μ’ ένα μισόγελο στα μελανά του χείλη.
Ο Έρως, σαν τον περιεργάστηκε και τα λεγόμενά του με δέουσα προσοχή αφουγκράστηκε, αναφώνησε:
Σε ξέρω!
Ο άγνωστος, όρθιος εστάθηκε κι έκαμε να φύγει.
Έρως: Στάσου! Μίσος.
Μίσος είναι το όνομά σου και πλασμένη από πέτρα ειν’ η καρδιά σου!
Μίσος: Φύγε. Φύγε προτού σε καταστρέψω… λόγια πικρά ξεμύτησαν απ’ το στόμα του αυτοστιγμεί, ενώ τα μάτια του συνέχιζαν να τον κοιτούν μ’ επιμονή.
Έρως: Άδικα μιλάς. Άδικα προλογίζεις. Δυνατός πιότερο από σένα είμαι και διόλου δεν με φοβερίζεις! Τον κόσμο όλο έπλασα, με έρωτα και πάθος... Απέραντες πεδιάδες, πράσινες, πλούσια καρποφόρα δέντρα, ζώα και φυτά, ολάκερη τη φύση, ακόμα και τον άνθρωπο έπλασα με έρωτα κι αυτόν, είπε, φουσκώνοντας το στήθος του περήφανος και γελαστός.
Μίσος: To γνωρίζω... αδιάφορα ψιθύρισε, και του Έρωτα την προσοχή πλημμύρισε.
Έρως: To γνωρίζεις και δύναται έτσι ψύχραιμος να παραμένεις;
Μίσος: Έτσι είμαι ‘γω. Ψύχραιμος και ήρεμία κατάφορτη με διακατέχει, μα σαν θελήσω Έρωτα, σε μια στιγμή μονάχα, ό,τι έχτισες εσύ μ΄αγάπη, με πόνο θα το συνθλίψω, και μαύρη καρδιά στο διάβα μου όποιος με συναντήσει θα ‘χει ...
Την πλάτη του εγύρισε το Μίσος μ’ αδιαφορία,
μέσα στο δάσος χάθηκε,
στο διάβα του μην πέσεις, πρόσεχε,

τον Έρωτα θα μετατρέψει σε κακία…

«Βίος Βραχύς» Ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αλεξόπουλου (Απόσπασμα Α΄ )

 Δημήτριος Αλεξόπουλος



 «Άνοιξη»
Δεν είναι η άνοιξη που ήλθε,
είναι που μου χαμογέλασες...
__________________________________________________________________

 «Το Τριαντάφυλλο»
Κει, που τα βελούδινά σου χέρια έκαμαν να κόψουν ένα βαθυπόρφυρο τριαντάφυλλο, 

κει, το χώμα ξεδίψασε με μια στάλα αίμα σου.
Κει, που το αίμα σου κάποτε ξεδίψασε τη γη, 
τώρα έχει ανθίσει λιόκαλη τριανταφυλλιά, 
που μυρίζει εσύ...


 «Πρόσφυγας-Κύπρος 1974»
Μάνα,
Τη γη αφήνω πίσω μου, τη γη που γιασεμί μυρίζει,
Π’ αγάπη, γέλια και χαρές μου χάρισε, κι ο ήλιος με λάμψη τη στολίζει.
Στάχτη βρέχει, τέφρα, ή ο γαλάζιος ουρανός χρώμα πολέμου επήρε;
Αγάπη κάποτε το είπαν, πόνο και δάκρυα σήμερα το λεν.
Φεύγω, φεύγω γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη,
Όχι δεν το επιθυμώ,
με πρόσταξε κάτω απ’ τον ήλιο τον καυτό,
ένα λαβωμένο περιστέρι… φύγε μου ‘πε!
Ακάνθινο πλέγμα τρομερό, μ’ αίμα ποτισμένο, κι απέναντι
ένα παιδαρέλι, με όπλο κράνος και σφαίρες πλασμένες από δάκρυα φορτωμένο…
Σε τούτο κει το σπίτι, να… Σε κείνο που με τρύπες από μόλυβδο για ενθύμιο του αφήνουν,
Σε κείνο άφησα κι εγώ πληγές που τώρα πια δεν κλείνουν.
Γιατί;

 «Αγάπη αθάνατη...»

"Είδες ποτέ τον ήλιο, αγάπη μου, να λέει πως γερνά;

είδες τη θάλασσα να λέει πως δεν αντέχει;
Τα δέντρα πως χορεύουν στου αγέρα το τανγκό, είδες;
και πως απ' τα ίδια τα δεντρά ζωή θα γεννηθεί ξανά...
Το ρυάκι παγωμένο, αέναα θα κυλά μέσα στα σπλάχνα της γης......
Στο 'πα, 
όσο αγαπάς δεν πρόκειται να γεράσεις.
Όσο η αγάπη μέσα σου κουρνιάζει, ο χρόνος απλά θα σε αγγίζει
επιδερμικά,
και θα φεύγει...
Κι αν κάποτε, χρόνια πολλά μετά, ο χρόνος με ειρωνεία σου χαμογελάσει,
μην τολμήσεις να πελαγώσεις...
Χαμογέλα του κι εσύ!
ψιθύρισέ του με νυγμό,
πως η αγάπη δεν πεθαίνει, 
απλά ο χρόνος θα την κάνει αμάραντη και αθάνατη...
έτσι πες του........."


 «Μάνα»

Με κράμα σπάνιο απ’ αγάπη, στοργή κι ένα σου χάδι,
με μεγάλωσες εσύ...
Τι κι αν αγκάθινα τα χέρια σου ήσαν στη ζωή,
σε μένα ήσαν βελούδινα, μετάξι στην υφή,
Κάθε που βράδιαζε, τ' αστέρι μετακόμιζε στο πρόσωπό σου,
ήσαν το δάκρυ που ακροβατούσε απ' τον πικρό καημό σου.
Τι κι αν συνέβαιναν σε σένα βάσανα και τρικυμία,
σε μένα στάζανε αγάπης στάλες, φιλιά ζεστά για προστασία...
Κάθε που νύχτωνε μες στο αγιάζι και την παγωνιά,
τον ήλιο έφερνες χωρίς φειδώ, με την ζεστή σου τη καρδιά.
Κάθε που πάλευα στα κύματα μες στου αγέρα τον θυμό,
εσύ ‘σουν το κατάρτι, το λευκό πανί κι η άγκυρα μες στον βυθό.
Καταβουίζουν οι ανέμοι, κι εσύ με την περίσσεια αγάπη που απλόχερα
προσφέρεις, δεν μένει παρά κάλμα... μπουνάτσα, όσο κι αν υποφέρεις...
Σε αδηφάγους δρόμους αν πλανιέμαι, δεκανίκια αν βαστώ,
ένα χέρι θα 'ναι πάντοτε δικό μου, ένα χέρι απαλό,
Μάνα είσαι εσύ,
σ' ευχαριστώ...




 «Έκλεισα θέση απόψε...»


Το δάκρυ που χαϊδεύει με στοργή το μάγουλό μου,
 πιότερη έχει αλμύρα τούτη τη νυχτιά.
 Είναι που σε σκέπασε της θάλασσας το υφαντό του πόνου,
 και τώρα μόνη θα' σαι.
 Μα τι λέω...
 Μόνη μέσα σε τόση ομορφιά;
 Με τόσα αστέρια συντροφιά, κανείς δεν είναι μόνος.
 Μήτε κι εγώ μόνος θα μείνω.
 Παρέα θα σου κάνω.
 Έκλεισα θέση,
 απόψε κιόλας,
 τ' αστέρι, δίπλα απ' το χαμόγελό σου, πλάι σου...
 Έτσι, για να μην νιώθεις μοναξιά...



 «Κάποιο δειλινό»

Κάθε σούρουπο,
κει, που ο ήλιος αδράχνει το πινέλο και βάφει τον καμβά τ' ουρανού με μελαγχολία,
εγώ τραβώ τις κουρτίνες...
Δεν θέλω να σ’ αντικρίζω μέσα σε τούτον τον καμβά ...
Προτιμώ να κλείνω τις κουρτίνες.
Στα όνειρά μας, άλλωστε, κλείνονται τα πιο όμορφα ραντεβού!
Κι ας μην το ξέρεις...
Κι ας μην με ξέρεις...
Θα σε συναντήσω εγώ, μόλις τα βλέφαρά σου πέσουν, και το μισόγελο φανεί στα χείλη σου.
Δεν με πειράζει που δεν με βλέπεις.
Δεν με πειράζει που δεν με ξέρεις καν...
Μου φτάνει που σε ξέρω εγώ ...



 «Η Θλίψη»

  
"Κάμε ερωμένη τη χαρά,
μα να ξέρεις πως οικτρά θα πληγωθείς...
 Προτιμότερο είναι να κάμεις ερωμένη την Θλίψη...
 Εκείνη δεν θα σε πληγώσει ποτέ...
 θα 'ναι πάντοτε εκεί, πλάι σου..."

 «Ο κλέφτης»
  
"Έκλεψα λίγο απ' της γαλήνης το φεγγάρι...
 μη με κατηγορήσεις.
 Έκλεψα λίγο απ' του ήλιου τη λάμψη...
 λίγο απ’ το φως των αστεριών...
 Λίγο απ' του αγέρα την πνοή και απ' της θάλασσας την ομορφιά...
 μα μη με κατηγορήσεις...
 Μ’ όλα τα λάφυρα τούτα, έπλασα εσένα...
 Για να σε βλέπω κάτι στιγμές που δεν υπάρχεις..."


 «Ο Αποχωρισμός»


Θαλασσινού νερού γεύση το δάκρυ σου έχει,
πίκρα στάζει απ' τα μελί σου μάτια, πίκρα που σε κατατρέχει.
Παλάμες υγρές, κουλουριασμένη στων σεντονιών σου την φρεσκάδα,
νοτισμένα με δάκρια αποχωρισμού και λιγοστό ιδρώτα.
Ησυχία νεκρική. Μονάχα ηχώ από αναφιλητά και έναν πνικτό αναστεναγμό που σκιάζει και το σκοτάδι ακόμα...
ένα κουρέλι έγιν' η φωτογραφία στη χούφτα σου. Ένα παλιόχαρτο με δυο χαμόγελα απάνω, στολισμένα με δυο δάκρυα που χαϊδεύουν πρόσωπα και χάνονται.
Γυμνή. Τα φουσκωμένα στήθη σου ακουμπούν τα γόνατά σου, σαν έμβρυο. Σαν βρέφος που αναζητά την θαλπωρή.
Δεν θα τη βρεις!
Έφυγε.
Χάθηκε στης νύχτας το πέπλο,
ωριόπλουμο και κεντημένο με αναμνήσεις.
Μην κλαις. Μην φοβάσαι.
Ίσως να γυρίσει... Ίσως και όχι...
Μα μην κλαις.
Σ' ακούει η νύχτα και σεκλετίζεται μαζί σου... Υποφέρει.
Ίσως...


 «Σιωπή»

Σ’ έναν κόσμο κενό,
τι μπορεί άραγε να μου δώσει τάχα...
Στερούμαι τη ζωή μου μονάχα...

Σ’ έναν κόσμο άκοσμο,
Οι φωνές περιττεύουν, τα λόγια είναι φτηνά,
Τόσο φτηνά, σχεδόν τζάμπα.

Δεν αλλάζει ο κόσμος εύκολα,
δεν αξίζει να μιλάς...
Αναλώνεσαι στην καθημερινή φλυαρία.

Μη μιλάς.
Καλύτερα μίλα με δυο μάτια,
μίλα με τη σιωπή.
Η σιωπή είναι χρυσάφι...




 «Επανάσταση»

Έχεις την ψευδ-αίσθηση πως επαναστατείς;

Μ’ ένα μπουκάλι μπύρα στο χέρι,
δυο λουκάνικα πασαλειμμένα μαγιονέζα και μουστάρδα,
δυο τεντωμένες φωνητικές χορδές και θαρρείς επαναστατείς;

Κρύβεσαι πίσω απ' το "εγώ" σου, και μάλιστα ομολογώ πως κρύβεσαι πολύ καλά. Είσαι άξιος κρυψίνους!
Λοιδορία η ζωή σου, τύφλωση υπέστη η ψυχή σου και προσπαθείς ανέλπιδα να "αλλάξεις" τον κόσμο...
Μα πως; Εξήγησέ μου! Πώς;
Φταίνε όλοι γύρω σου, εκτός από σένα...

Εξαπολύεις ύβρεις και βωμολοχίες,
Επιδεικνύεις αισχροέπεια και ανηθικότητα, φωνάζοντας για μια δίκαιη αλλαγή, είναι επανάσταση θαρρείς; 

Έχασες τον δρόμο Βλαξ!
Πίσω γύρνα!
Δεν θα σε καθοδηγήσω εγώ, ουδείς άλλος,
παρά μόνο εσύ!
Θα πρέπει ν' αλλάξεις εσένα πρωτίστως,
το "εγώ" και την ζωή σου,
τότε να απαιτήσεις να αλλάξουν οι άλλοι!
Όσο εσύ αυτοκαταστρέφεσαι μέσα στη χαρμολύπη, πνιγμένος στη μιζέρια, τόσο σου αφαιρείται το δικαίωμα να "εισβάλλεις" σε δρόμους, σε πλατείες και σε ζωές των άλλων...


 «Ήθος»

Άνθρωπος με ήθος, λέγεσαι...
μονάχα αν...
Στο μίσος σου απάνω, χαμόγελο απλόχερα χαρίζεις.
Τις δύσκολες στιγμές σου, με σύνεση κι υπομονή βαδίζεις...
Εαν προσφέρεις σε κάποιον άνθρωπο καλό,
που το ίδιο το καλό, κι εσύ να το χρειάζεσαι...
Ήθος έχεις...
μονάχα στον πλούτο κι αν βρεθείς μπροστά,
να μην τον ακουμπήσεις,
αλλά σ’ ανθρώπους γύρω σου μ’ αγάπη να τον χαρίσεις.
Ήθος έχεις...
Αν σε φουρτούνα δύσκολη και τρικυμία βρεθείς,
Να παλέψεις, μ’ έλπίδα για κατάρτι και δύναμη ψυχής!
Η αρετή στη ζυγαριά πάντοτε να βαραίνει.
Κι η αγάπη να ‘ναι η συντροφιά
που μέσα σου θα μένει...




 «Έξω βρέχει»

Δεν μ’ ενοχλεί που έξω βρέχει,
Συνηθισμένος στη βροχή,
κάθε που η όψη μου στέκεται
αγέρωχη στον καθρέφτη…

Ψυχή μου έφυγες…
Έμεινα μόνος,
Ο ίδιος πομπός και ο ίδιος δέκτης
Στην ασχήμια της ζωής ετούτη…



 «Αυτογνωσία»

Θαρρώ πως ξύπνιος είμαι,
ξύπνιος και με τις σημασίες τις δυο.
Αιθεροβάμον είμαι,
Δον Κιχώτης μ’ ελπίδες φρούδες.
Μια ζωή μονάχα έχω και τη σπαταλώ,
Τη σπαταλώ διότι μες στη νηνεμία δεν νοιάστικα για τρικυμία.
Τη σπαταλώ αντίκρυ στη μέδουσα (τηλεόραση),
Οριζοντίως,
Ωσάν πρόβες να κάνω για την κατοικία μου την τελευταία…
Ζωή μου σε σπατάλησα…




 «Αντίο»


Όπως οι στάλες της βροχής χαράζουν το τζάμι στο παλιό παράθυρό μου,
ωσάν λεπίδες να ‘ναι κοφτερές επάνω σε μετάξι,
Έτσι κι εσύ.
Φεύγεις.
Άφησες μια στάμπα αχνή στο τζάμι απ’ την παλάμη σου και μια βαλίτσα αναμνήσεις και χάθηκες.
Δεν θα γυρίσεις πάλι πίσω,
Όχι γιατί δε θες...
Η κουβέρτα ζεστή ειν’ ακόμα και μυρίζει εσύ...
Θα ‘ναι πελώρια η ανηφόρα, ναι, θα ‘ναι,
Ελπίζω κει που πας, πιότερη η ορμοφιά που θ’ αντικρίσεις να’ναι...
Αντίο...




 «Όνειρα»


Αν...
Αν μ’ οφθαλμούς γυμνούς κοιτάξεις,
έναν κόσμο άθλιο και ποταπό θα δεις.
Αν με την καρδιά κοιτάξεις,
θ’ απογοητευτείς, θα κλάψεις, ίσως και να σιχαθείς.
Αν με τον νου κοιτάξεις,
;iσως ν΄αποτρελαθείς.
Κλείσε λοιπόν τα μάτια ερμητικά,
tαξίδεψε στα όνειρά σου, ταξίδια μακρινά...
Μόνη «ένεση» ευτυχίας και πραγματικής χαράς,
Μόνη «ένεση» αισιοδοξίας τα όνειρα,
μην πάψεις να χαμογελάς.
Η μόνη δύναμη που θα σε κάνει να δεις...
Να ονειρεύεσαι,
άκου,
τα όνειρα είναι η μισή πραγματική σου ζωή...


 «Πόλεμος»


Δεν είναι τριαντάφυλλα που πέφτουνε στο χώμα σαν βροχή,
Δεν είναι γιασεμί η μυρωδιά που η κάννη αναδύει,
Ο ήλιος τρόμαξε κι αυτός, και κρύφτηκε απ’ την μανία του ανθρώπου
να σωθεί.
Όχι, δεν βρέχει. Κλαίει το φεγγάρι πια τις νύχτες.
Τα όρη, οι λίμνες, τα βουνά με σάβανο έχουν καλυφθεί.
Ο ουρανός εβάφτηκε με του ερέβους χρώμα,
Κι ένας ολόλευκος ανθός, σιωπηλός, κλαίει μέσα στο χώμα.
Μ’ έμαθαν ν’ αγαπώ,
Αγάπη λέγεται αυτό;

 «Όταν»

Όταν θα ‘χουμε το χρόνο,
μια κουβέντα ν’ ανταλλάξουμε μ’ ανθρώπους π’ αγαπάμε...
Το χαμόγελο του ήλιου ν’ αντικρίσουμε, που δειλά χαμογελά,
Όταν θα ‘χουμε το χρόνο,
το πρόσωπό μας να δροσίσουμε μες στο ρυάκι μιας πηγής και να νιώσουμε στο σώμα μας τις ψιχάλες της βροχής...
Να γελάσουμε μ’ αστεία φίλων και γνωστών, δίχως άγχη και σκοτούρες,
Όταν θα ‘χουμε το χρόνο,
για μια βόλτα απλή να πάμε, να χαθούμε ανάμεσα στα δέντρα,
να μυρίσουμε την γύρη και ανθούς, να τρέξουμε ανέμελοι στην εξοχή…
Συγγενείς άλλωτε αγαπημένους να ζυγώσουμε, που μέσα μας τούς έχει η λησμονιά απαγάγει …
Όταν κάποια στιγμή το χρόνο βρούμε,
στα παιδιά μας να μιλήσουμε, πριν κάτι άσχημο και βδελυρό τ’ αλλάξει,
με τη δουλειά να μην ασχοληθούμε, να φύγουμε ταξίδια, όπως του Οδυσσέα, μακριά, σε κάποια άλλη, δικιά μας Ιθάκη…
Όταν κάποτε τον χρόνο βρούμε,
να χαρούμε με πράγματα μικρά, άνθρώπινα, αυθεντικά…
Τότε, δε θα ‘χουμε πια χρόνο…
Τότε, αναμνήσεις θα ‘ναι όλ’ αυτά,
κι ο χρόνος άπραγος, με τα χέρια θα στέκεται ψηλά…
Τότε, δε θα ‘χουμε πια χρόνο…
θ’ αγναντευουμε τον κόσμο μ’ ένα αχνό κρυφόγελο…

από ψηλά…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.