close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριαζής Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριαζής Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

[Βροχή οι πέτρες Απ' την Παλαιστίνη] / Κυριαζής Ιωάννης

Βροχή οι πέτρες
Απ' την Παλαιστίνη
Έσπασαν τα τζάμια μας
Βρήκε το στόχο του
Το χαμένο δίκιο
Έχουν πατρίδα οι άνθρωποι
Το άπειρο τ' ουρανού
Έχει πατρίδα ο ουρανός
Τ' άπειρα μάτια των ανθρώπων.

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Φιλήδυπνο / Κυριαζής Ιωάννης


Στη σκιά μιας συκιάς αν κοιμηθείς
λένε
βαριά θα πέσουν στο κεφάλι σου
τα πέλματα του ύπνου.
Γεμίζουν γάλα τα όνειρα
κολλάνε κάτω από τα μάτια σου
και δεν μπορείς να τ’ ανοίξεις.
Νωχελικές γυναίκες μαλακές
σαν το δέρμα του σύκου
σκίζουν στα δυο την κατακόκκινη σάρκα τους
και στην προσφέρουν.
Όσες δεν πρόλαβες
ώριμες πέφτουν μες στη Λήθη
ώσπου ξυπνάς μ’ ένα κοιμισμένο σκουλήκι στο στόμα.
Χρονοθύελλα 2012

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

[Κι έμεινα μόνος] Γιάννης Κυριαζής

Κι έμεινα μόνος
Σε μιαν αίθουσα άδεια από μαθητές
Να υπογράψω το απουσιολόγιο
Τόσοι σταυροί πώς χωρέσαν
Ένα νεκροταφείο ωρών
Το βιβλίο ύλης που 'ναι όλο πνεύμα
Και να σβήσω τον πίνακα
Για τον επόμενο
Σεπτέμβρη.
Μα ακόμη τρίζουν
Οι σπασμένες κιμωλίες
Κάτω απ' το πέλμα
Του ποιήματος.

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Κυριαζής Γιάννης / [ισοπέδωση...]

Ισοπέδωση
συναισθήματα χαλκομανίες
σαν να πέρασε από πάνω μου
μ όλο το βάρος της ανυπαρξίας του
ο Θεός.

ΜΑΥΡΟ ΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ , 1992

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Άγγελοι-γάτες / Γιάννης Κυριαζής

Αργά τα πόδια σου σε πάνε
στης γειτονιάς το ουζερί.
Γαλόνια ούζο σε κερνάνε
όσοι σε σκότωσαν νεκροί.
Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας
μαζεύονται ένα σωρό
ψυχές, με όραμα σαρδέλας
που θα ’ναι μόνο ορεκτικό.
Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι -
κουνούν με χάρη την ουρά.
Και μέσα στου πιοτού τη ζάλη
νομίζεις βγάλανε φτερά.
Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε
με ψαροκόκκαλα αγκαλιά.
Είναι οι φίλοι που γυρνάνε
με μίας γάτας τη θωριά.
«Να ο Γιωργής με το μουστάκι
και ο Πανάγος με την πείνα,
να και το νόστιμο Μαράκι
που όλο τηγάνιζε αθερίνα!»
Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους
γλείφοντας πόδια και κοιλιά
κάνουνε την υγιεινή τους
στου φεγγαριού τη μοναξιά.
Μεμιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις
κλείνουν τα μάτια ηδονικά.
Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις -
από τη σόμπα πιο γλυκιά.
Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
τις χαιρετίσεις νευρικά,
- το μάτι ίσως τρεμοπαίζει -
θα τις κοιτάς, ένοχος πια.
Πάντα στη μέση ενός δρόμου
θα συναντάς μία, νεκρή.
Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου
θα την ισιώνουν σα χαλί.
«Να ο τεμπέλης ο Θανάσης,
ξαπλώνει ακόμα όπου βρει.»
Έτσι θα πεις και θα περάσεις
πάλι από πάνω της κι εσύ.
Γοργά το αμάξι σου σε πάει
στο σπίτι σου το ερημικό.
Μοιάζει η μνήμη που βρομάει
μ’ έναν πνιγμένο ποντικό…
Χρονοθύελλα 2012

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

[Κι υπήρχε πάντα μια ηδονή] / Γιάννης Κυριαζής

Κι υπήρχε πάντα μια ηδονή
στο κάθε μας ξενύχτι
σαν να κλέβαμε λεπτά
απ' τον τσιγκούνη θάνατο
και τα δίναμε φιλοδώρημα 
στην ακατάδεχτη
ζωή.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

ΔΕΙΧΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ / Κυριαζής Ιωάννης


Ξυπνώ μπερδεμένος στις γάζες του ύπνου
ξεκολλώ σαν κρέας από πάνω μου
το τελευταίο όνειρο
πείθω το σώμα μου να περπατήσει
πλένομαι μέχρι να βγει το άλλο πρόσωπο
κοιτάζομαι στον καθρέφτη μέχρι ν’ αδειάσει
αδειάζω για να μη γεμίσω κανένα βλέμμα
και ζω· αγριεμένος απ’ την ησυχία του θανάτου μου.
Ζω· ζωή σε διαθεσιμότητα
ζω· απόγνωση σε κινητικότητα
ζω· μέλλον σε ακινησία
ζω· μ’ έναν κόμπο στο λαιμό μου για κομπόδεμα -
αυτό τουλάχιστον κανένα ζώο δε θα μου το πάρει...
Κι αν θέλετε να βρείτε πού έφτασε ο δείχτης ανεργίας
ψάξτε το δάχτυλό μου μέσα στον κώλο σας καριόληδες!

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Ποιητικός Κατάλογος / Κυριαζής Ιωάννης

«Να μην ξεχάσω:
Να κόψω το θυμάρι που φυτρώνει στα ορεινά της θύμησης,
Να πιπιλίσω μια ρώγα σταφύλι σαν να γυαλίζω την υδρόγειο σφαίρα
Να φτύσω κατάμουτρα στο θάνατο
Τα σπόρια όλων των καρπουζιών
Να βρω μια γοργόνα που θ' αρνηθεί τη θάλασσα
για να πετάξει μαζί μου στο φεγγάρι
Και να γευτώ το αλάτι πίσω απ' το αφτί της,
Να κολυμπήσω στ' άπατα της μνήμης
Κει που τα νερά σκουραίνουν
Κι ο ουρανός φοβάται να καθρεφτιστεί,
Να χαϊδέψω στις πιο λείες πλαγιές του
Το φεγγάρι του Αυγούστου,
Να χρονομετρήσω τον ακρωτηριασμό της μέρας λίγο πριν το Σεπτέμβριο,
να ληστέψω το φεγγάρι από τους αστρολόγους
και να το επιστρέψω
Στους ποιητές του
Να χαϊδέψω επιτέλους τη θηλή της σελήνης
Να ξετρυπώσω μια νύχτα τον ήλιο
Απ' την κρυψώνα του,
Να κρυφακούσω το κουτσομπολιό
Της θάλασσας με τα βότσαλα της παραλίας
να διαβάσω μια φορά τον Ελύτη χωρίς
Να με συντρίβει η σύγκρισή μου μαζί του"

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Τα χαικού της Άνοιξης


του Γιάννη Κυριαζή
Image
Σπάει το κρύο
σαν βέργα στα γόνατα
της Ανοίξεως.


*
Ξάφνου με χτυπά
οσμή Επιταφίου -
ανασταίνομαι.
*
Ο κάθε στίχος
μια πλαγιαστή λαμπάδα
για τ' άγιο φως.
*
Εαρότσαρκα
στα κόκκινα φωτάκια-
τις παπαρούνες.
*
Σε μια γωνία
ζητιανεύεις, Άνοιξη,
τους ποιητές σου.
*
Φύλλο λεμονιάς
πέφτοντας, το δάκρυ μου
αρωμάτισες.
*
Γέρνει η βάρκα
από ανοιξιάτικα
κύματα χλόης.
*
Απ' έξω περνά
βομβαρδιστικό έαρ·
τρίζουν τα τζάμια.
*
Τ' άνθη σαν βόμβες
στου μπαλκονιού τις γλάστρες·
σκάνε κι ανθίζουν.
Χρονοθύελλα 2012

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

ΟΔΟΣ ΤΡΑΛΛΕΩΝ

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΥΡΙΑΖΗ 
Αυτός ο δρόμος με φοβίζει
όπως και καθετί ερημικό
ας τον περάσουμε μαζί
και μακριά απ’ τη μάντρα, ε;
Συχνά τη σκαρφαλώνει ο ήχος του φτυαριού
να μη βουλώσουν τ’ αφτιά σου με χώμα
κι ούτε να κυνηγάς τους ίσκιους των κυπαρισσιών
θα σε λερώσουν με τις κουτσουλιές τους οι νεκροί
κι αυτά τα στίγματα, ξέρεις, δεν φεύγουν
Προσεχτικά λοιπόν περπάτα
σύνορα δεν υπάρχουν
κυκλοφορούν ελεύθερα τα δάκρυα
από μάτια σε μάτια
χωρίς να συλλαμβάνονται
πώς θα μπορούσε άλλωστε
με τόσα προφυλακτικά στο δρόμο
κι ύστερα είναι τ’ αμάξια
που ‘χουν λοξά παρκάρει
βλέπω συχνά τους οδηγούς με πόσο τρόμο
προσπαθούν να ξεκολλήσουν
την πίσω ρόδα απ’ το πεζοδρόμιο
Στο βάθος πάντα η γέφυρα θα μας περιμένει
ας την περάσουμε μαζί
από την άλλη παραμονεύουνε κλεφτρόνια
αν δυο μας δούνε θα δειλιάσουν
ποιος τα βάζει άλλωστε
με ποιήματα; 

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ


Στο τραπεζάκι στο πάτωμα στα μάτια
αδιάβαστες και διαβασμένες
κολλαριστές και διαλυμένες
σκελετοί νεκρών ημερών που δεν έθαψα
ειδήσεις ληγμένες που με δηλητηριάζουν ακόμη
μα κάθε νύχτα που γυρνώ το κλειδί
βάζω μπρος το σπίτι μου
σαν γνήσιος οδηγός απορριμματοφόρου
που αλέθει τα σκουπίδια του χρόνου.



Κυριαζής Ιωάννης

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Χαμένο

Γιάννης Κυριαζής
Πάντα στο σπίτι σου θα υπάρχει
κάτι χαμένο
για χρόνια θα το ψάχνεις
θα κάνεις άνω-κάτω
τη ζωή σου
στο πάτωμα τα μάτια σου θα εφάπτεις
να βρεις ό,τι εξέχει
μα μες στο σπίτι εξοχή πού να ‘βρεις;...
τα χρόνια θα μετατοπίζεις
μην έπεσε από κάτω
καταπακτές θ’ ανοίγεις
θα ρωτάς
νεκρούς και ζωντανούς
ποντίκια κι αετούς
θεούς κι ανθρώπους
μήπως ξέρουν
κανείς δεν ξέρει
θα ψάχνεις ως την ύστατη στιγμή
κι εκείνο θα σε περιγελά
καλά κρυμμένο
μες στη σφιχτή σου χούφτα
που σιγά-σιγά
θα χαλαρώνει.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Κεκτημένη ταχύτητα


Οι δρόμοι ιδρώνουν τερματίζοντας μπροστά μου
τρέχω κι εγώ μη με πατήσουνε
πιστό σκυλάκι ο γκρεμός
στα πόδια μου μπερδεύεται
όμως κουτρουβαλιάζομαι
μόνο από της γλώσσας την τσουλήθρα
λόγια σκισμένα, σκονισμένα
γυρνούν στους κάδους των τυμπάνων τους
και παραδίδονται πιο βρόμικα
Μα κάθε βράδυ βγαίνω στο μπαλκόνι
κι ελέγχω αν στεγνώσανε
τα μάτια μου.

Γιάννης Κυριαζής

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

[Αναίσχυντη και φέτος η άνοιξη] του Γιάννη Κυριαζή

Αναίσχυντη και φέτος η άνοιξη
παρεμβάλλεται ανάμεσα
στη μύτη του ρακοσυλλέκτη και το στόμα
του κάδου
περισυλλέγεται ασπαίρουσα
στα μάτια του ναυαγού
ανασύρεται αλώβητη από ερείπια
σώματα...
η αναίσθητη
κι ας μιλά για αισθήματα
γιατί δήθεν σκεπάζει τον άστεγο
με το κίτρινο σεντόνι
της γύρης...

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Μη δίνετε σημασία


Ένα φτερούγισμα κενού στο στήθος
κι ύστερα η πτώση
η ματωμένη γύμνια
το ξαφνιασμένο φως
το στενό σώμα
το στεγνό στόμα
το κουρδισμένο κλάμα
σε ρόλο ρολογιού.
Μη δίνετε σημασία
Από τότε που γεννηθήκαμε
οι άλλοι γελούν
με τα κλάματά μας.


Γιάννης Κυριαζής

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ιωάννης Ν. Κυριαζής

Ο Ιωάννης Ν. Κυριαζής γεννήθηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1967. Είναι πτυχιούχος Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1994 διδάσκει σε δημόσια σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευης. 
Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τις παρακάτω ποιητικές συλλογές


  • Μαύρο σαν την ψυχή του χιονιού
  • Ο τοίχος
  • Χρονοθύελλα
  • 100 μύθοι του Αισώπου 
μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο: Ταξίδια μέσα στο χιόνι και στο χρόνο 

και ένα παραμύθι για μεγάλους: Το χαμόγελό μου και η λύπη των ανθρώπων. 

Διατηρεί το ιστολόγιο ποίησης: http://gianniskyriazis.blogspot.com/

η παραφορά του Ερωταφίου (μικρά αποσπάσματα)

Α΄

Άνθη στον Επιτάφιο γυναίκες απ΄ τον κάμπο 
φέραν και σκύψαν πάνω Σου- Χριστέ. σιμά Σου θα ΄  μπώ.

 ΠΕΖΟ

Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απ΄ το κεφάλι 
της Μεγάλης Παρασκευής. 
Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. 

Απ ΄ το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνή-
σεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαιδεύει ηδονικά
τους τρούλους των εκκλησιών, αναρριγούν οι σταυροί 
επάνω τους

.........................


ΠΟΙΗΜΑ

Στο μαλακό φως των κεριών 
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν 
στ΄αργά νερά μίας λιωμένης Άνοιξης
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει 
καθώς απ΄ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά κι αέρινη. 

.......................

ΕΓΚΩΜΙΟ


Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.

Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;
Β΄  
Κλείνεις μές στην παλάμη σου το τρέμουλο της φλόγας 
μα εγώ στο φόρεμα κοιτώ - το φέγγισμα της ρώγας
ΠΕΖΟ
Η νύχτα αρχισε ν΄ απλώνει τα δίχτυα της στον κόσμο. 
Μέσα τους σπαρταρούνε ασημένιοι σταυροί, χρυσά άμφια
και πήλινες ψυχές.
Εδώ και ώρα στέκω στο σταυροδρόμι που ορίστηκε να συνα-
ντηθούν όλοι οι Επιτάφιοι της ζωής μου. 
Οι καμπάνες από μακριά εξακολουθούν να πενθούν υπο-
κριτικά τη σιωπή που σκοτώνουν. 
.............................
ΠΟΙΗΜΑ 
*
Πήρες βαριανασαίνοντας του Γολγοθά το δρόμο 
κι είχες βαρύ ένα Σταυρό στον τρυφερό Σου ώμο
Μέσα στις παλάμες τα καρφιά απ΄ το σφυρί στραβώσαν 
σαν να υποκλίθηκαν βαθιά σ΄ Αυτόν που τα καρφώσαν.
..........................
ΕΓΚΩΜΙΟ 

Γενιές παλιές και νέες θρηνούνε την ταφή σου,
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Κι ο άντρας κι η γυναίκα στο χώμα της ψυχής τους
βαθιά μέσα σε θάβουν.
Και σα να μην υπήρχες ποτέ μες στη ζωή τους
πορεύονται μακάριοι.
Ώσπου να ‘ρθει μια μέρα απρόσμενα τα δάκρυα
να στάξουν απ’ τα μάτια.
Κι ο ήλιος θα μαυρίσει, τα δέντρα θα λυγίσουν
θα μαραθούνε τ’ άνθη…
Τα όρη θα μουγκρίσουν, μαζί τους θα ψελλίσω:
«Γιατί σιωπάς, αγάπη;»
.......................
Γ΄ 
Τρεις μέρες μόνο άντεξε του Τάφου το σκοτάδι-
μα μια ζωή εγώ, χωρίς δικό σου ένα χάδι
ΠΟΙΗΜΑ 
Μέσα στο γλυκασμό του πένθους 
περνάς από μπροστά μου και ρουφώ
το μαύρο οξυγόνο των μαλλιών σου.
Γονατίζω, να μη δω τα μάτια 
που μ΄ αποκαθήλωσαν. 
Με σηκώνεις σαν το Λάζαρο απ΄  τον τάφο,
κουρασμένο απ΄τις τόσες αναστάσεις του.
.............................
ΕΓΚΩΜΙΟ 

Ω, στέμμα του Απρίλη, Ερωτοκράτωρ Έαρ,
Βασίλειο των δακρύων…
μέσα στην τόση δίνη της ομορφιάς οδύνη
πόση μπορώ ν’ αντέξω;
Ω, μύρο μου χυμένο, χαμένο χελιδόνι,
πως Άνοιξη θα φέρεις;
Θαλασσο-ουρανάκι και Ηλιοφεγγαράτη,
φιληδονοφωλιά μου!…
Γυμνή σε είδα μόνο σε ονειροκαταρράκτες
να πνίγεσαι γαλήνια.
Το χέρι σου απλώνω, μα ο βυθός του ύπνου
σε καταπίνει πάντα…
ΠΕΖΟ 
Το περιβραχιόνιο του πένθους άρχισε να σφίγγει περισ-
σότεροτο μπράτσο της Μεγάλης Παρασκευής.
Αισθάνομαι ξένος μέσα στο πλήθος.............
......................
Έμεινα ακίνητος να κοιτώ. Τότε κατάλαβα: ήμουν εγώ 
μέσα στον Τάφο!  Και θαμμένη μέσα μου, εσύ....Κι εκατο-
ντάδες Χριστοί μας συνόδευαν. Στον δικό μας Ερωτάφιο. 
Σ΄αυτήν τη  μοναδική Παραφορά του Ερωταφίου. Μία 
μικρή παρασκευή.

Εγκώμιο Α

Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.

Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;

Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς
μα για σένα κανένας αθάνατος
δε θα κλάψει στον τάφο σα θα μπεις…

Βασιλιά της λύπης, Έρωτά μου, πετάς
απολιθωμένα τριαντάφυλλα
μες στου Άδη- για να σκίσεις- την κοιλιά.

Του μυαλού η τρέλα, του κορμιού ο σπασμός,
χορηγέ της πνοής μου, άπνους φαίνεσαι,
φιλημένος απ’ τα χείλη των νεκρών.

Οι νεκροί στο μνήμα, κι εσύ μες στους νεκρούς…
πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται.
Δυο καρδιές που ματώνουν την άβυσσο.

Πασχαλιές που ανθίζουν, μαραμένες ψυχές:
ποιες μοσχοβολούνε, λέτε, πιότερο;
Των ερώτων μας ο πόνος ιερός.

Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει;
Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται;
Αφού όλοι ήδη είμαστε κανείς…

Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς,
απ’ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν
να σου δώσει το φιλί, αχ , της ζωής;…

Οι καρδιές πώς σπάγαν…, για να σμίξουν μαζί,
κι απ’ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε
δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός.

Ναι , νεκρή αγάπη, όχι τ’ Άδη οχυρό,
δεν μπορεί να με διώξει το σκότος σου
να μην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως…

Άνοιξη θα είναι που θ’ ανοίξει η γη
κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν
θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!

Εγκώμιο Β

Γενιές παλιές και νέες θρηνούνε την ταφή σου,
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Κι ο άντρας κι η γυναίκα στο χώμα της ψυχής τους
βαθιά μέσα σε θάβουν.
Και σα να μην υπήρχες ποτέ μες στη ζωή τους
πορεύονται μακάριοι.
Ώσπου να ‘ρθει μια μέρα απρόσμενα τα δάκρυα
να στάξουν απ’ τα μάτια.
Κι ο ήλιος θα μαυρίσει, τα δέντρα θα λυγίσουν
θα μαραθούνε τ’ άνθη…
Τα όρη θα μουγκρίσουν, μαζί τους θα ψελλίσω:
«Γιατί σιωπάς, αγάπη;»

Στρατιές νέων και γέρων, αγέννητες ψυχούλες
και χρόνια πεθαμένες
στου έρωτα δε λένε ν’ αναπαυτούν ακόμη
το μέγα χωνευτήρι.
Ξοπίσω ακολουθούνε το λόγο της ζωής τους
νεκρός τώρα που είναι.
Θρηνούν για όσα ζήσαν και ζουν για όσα θρήνησαν-
τα πάθη της ψυχής τους.
Το δάκρυ τους πριν πέσει στη γη, αρωματίζουν
του Ερωτάφιου τ’ άνθη…
Κι όλοι σα μεθυσμένοι κοιτούν πάνω να καίνε
κεριά αντί γι’ αστέρια,
σα να ‘γινε καθρέφτης ο ουρανός και δείχνει
τη θεία περιφορά σου.
Κι αντί νεκρό, τ’ αστέρια πένθιμα συνοδεύουν
ένα χλωμό φεγγάρι…

Μ’ ένα λιγνό κεράκι κι εγώ σ’ ακολουθάω
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Που βρήκα το κουράγιο περιφορά να κάνω
της στάσιμης ζωής μου;…
Στην εκκλησιά σα φτάσω ας μου παραχωρήσει
ο Θάνατος στασίδι!

Εγκώμιο Γ

Ω, στέμμα του Απρίλη, Ερωτοκράτωρ Έαρ,
Βασίλειο των δακρύων…
μέσα στην τόση δίνη της ομορφιάς οδύνη
πόση μπορώ ν’ αντέξω;
Ω, μύρο μου χυμένο, χαμένο χελιδόνι,
πως Άνοιξη θα φέρεις;
Θαλασσο-ουρανάκι και Ηλιοφεγγαράτη,
φιληδονοφωλιά μου!…
Γυμνή σε είδα μόνο σε ονειροκαταρράκτες
να πνίγεσαι γαλήνια.
Το χέρι σου απλώνω, μα ο βυθός του ύπνου
σε καταπίνει πάντα…
Που φως τώρα να χύνεις και ποιου ουράνιου θόλου
να σε φθονούν τ’ αστέρια;…

Σκαμνί έχω το παρόν μου, σκοινί το παρελθόν μου
και για κλαδί, το μέλλον.
Χρόνε, ψυχρέ προδότη, Ιούδα Ισκαριώτη,
να σε κρεμάσω θέλω!
Σ’ ό,τι κι αν αγαπήσω, μαθαίνεις πώς να δώσει
φιλί της προδοσίας.
Μα όμως δε σ’ αντέχει ούτε κι αυτό- για σκέψου!-
και σπάει το σκοινί μου.
Ερωτοκτόνε Χρόνε, ως πότε θα διαβάζω το Δυσαγγέλιό σου;…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.