close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικολόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικολόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

το τελος του παιχνιδιου

Έστησα με προσοχή όλα μου τα πιόνια.
Τοποθέτησα το βασιλιά, τη βασίλισσα, τους ευγενείς, τους αυλικούς.
Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς, τους απλούς φαντάρους…
Έβαλα στην κατάλληλη θέση τα κανόνια, τις βόμβες και τις νάρκες.
Στάθηκα και τα κοίταξα: Ήταν όλα όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι.
«Η σειρά σου», είπα. «Τι περιμένεις;»
Με κοίταξες περίεργα. «Ποτέ δε μαθαίνεις από τα λάθη σου», είπες και σηκώθηκες από το τραπέζι θριαμβευτικά.
«Τι θέλεις να πεις;» ρώτησα. «Τι έκανα πάλι λάθος;»
Χαμογέλασες και μου έδειξες ένα χοντρό βιβλίο. «Ξέχασες τους κανόνες του παιχνιδιού», είπες.
Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο.
Το ξεφύλλισα. Εκατοντάδες σελίδες, όλες λευκές.
Και μόνο στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, έγραφε: «ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ».

επανάσταση

Κάθε μέρα χτυπούσες την πόρτα του μεγάλου πύργου και κανείς δε σου άνοιγε.
Κάθε μέρα σε ρώταγε ο φύλακας «Τι θέλεις;» κι’ εσύ αποκρινόσουν «Ήρθα να δω τους άρχοντες» κι’ εκείνος έλεγε «Κανείς δεν επιτρέπεται να δει τους άρχοντες» κι’ εσύ του απαντούσες «Κάποια μέρα, κάποια μέρα θα ξεσπάσει η επανάσταση και τότε αυτό το κάστρο θα γκρεμιστεί συθέμελα και οι άρχοντες που πίνουν το αίμα μας τόσα χρόνια θα πληρώσουν για όσα μας έκαναν» και ο φύλακας γέλαγε, και σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη και σούλεγε «Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα τα ξαναπούμε». Χτες το βράδυ, αποκαμωμένος, κοιμήθηκες στα σκαλοπάτια του μεγάλου πύργου.
Το πρωί σηκώθηκες, τεντώθηκες, και χτύπησες την πόρτα.
«Τι θέλεις;» σε ρώτησε ο φύλακας κι’ εσύ «Ήρθα να δω τους άρχοντες» του αποκρίθηκες. «Δεν υπάρχουν άρχοντες» απάντησε ο φύλακας κι’ εσύ απορημένος «Τι εννοείς;» τον ρώτησες.
Ο φύλακας σε κοίταξε θλιμμένα. «Η επανάσταση έγινε χτες το βράδυ», είπε. «Την έχασες επειδή κοιμόσουν. Τώρα δεν υπάρχουν πια άρχοντες. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι και ελεύθεροι».
«Τότε…μπορώ να μπω;» ρώτησες διστακτικά.
«Όχι», σου απάντησε. «Είμαι τώρα ο Φύλακας της Επανάστασης. Και η επανάσταση κινδυνεύει από κάτι ανθρώπους σαν εσένα».

άγνωστος στρατιώτης


Κάνανε τη νύχτα μέρα.
Τα πολυβόλα.
Στο Εκατερίνενμπουργκ.
...
Στο αναθεματισμένο Εκατερίνενμπουργκ...

Στη Μεγάλη Πορεία.
«Μεγάλη Πορεία» την ονόμασαν, οι ηλίθιοι...
Ήτανε σφαγή, κύριέ μου.
Μακελειό.
Βαδίζαμε και μας θέριζαν τα πολυβόλα.

Εκεί ο Βολόντια έχασε τα πόδια του.
Καημένε Βολόντια...
Εκεί ο Γκρίσα, ο Γκρίσα κύριέ μου, έφαγε μια σφαίρα στην κοιλιά.
Κατάφερε να κάνει τρία βήματα βαστώντας τ’ άντερά του, μέχρι που χυθήκανε στις λάσπες...

Κι’ εγώ, κύριέ μου;
Εγώ είμαι ακόμα εδώ.
Είμαι ακόμα εδώ...

Βράδυ Κυριακής

Έφτασε ξανά.
Βράδυ Κυριακής.
Βδομάδες διαδέχονται βδομάδες διαδέχονται βδομάδες.
Μήπως κάτι ξέχασα; Κάτι μου ξέφυγε; Μήπως έκανα κάποιο λάθος; Μήπως έκανα κάθε φορά το ίδιο λάθος, κάθε βράδυ Κυριακής;

Με κοίταξες με συμπόνια.
«Ένα μονάχα λάθος», μου εξήγησες. «Υπάρχει μόνο ΕΝΑ βράδυ Κυριακής. Μόνο μια Κυριακή. Έκανες ΕΝΑ λάθος. Ένα λάθος ήταν αρκετό».

ο πόλεμος



Ρήγας καρό.
Ντάμα σπαθί.
Άσσος κούπα.
Φάντης μπαστούνι.
Έφτιαξες ένα στρατό από τραπουλόχαρτα και τον έστρεψες προς το μέρος μου.

«Έλα να πολεμήσουμε», είπες.
Κόντεψα να βάλω τα γέλια. «Να πολεμήσουμε;» σε ρώτησα. «Με τραπουλόχαρτα;»
«Δεν έχει σημασία το μέσο», απάντησες, «μόνο το μήνυμα».
«Και ποιο είναι το μήνυμα;»
«Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πόλεμο. Γιατί ο πόλεμος γίνεται μέσα μας».

θυμάμαι

Ακόμα θυμάμαι. Δυο μαύρα μάτια που καίγανε μέσα στη νύχτα. Πριν ξεσπάσει η άλλη φωτιά. Εκείνη που δεν έλεγε να σβήσει, κι’ όμως τά’σβηνε όλα στο διάβα της.

Δεν έχω ξεχάσει. Τη μυρωδιά του ασβέστη, στην αυλή. Τη μυρωδιά του φρεσκοβαμμένου ασβέστη. Και τους μενεξέδες.
Οι μυρωδιές μας σημαδεύουν, λένε.  Ξυπνάνε εικόνες για πάντα θαμμένες. Βαθιά θαμμένες. Βαθιά, κάτω από τη γη. Σαν τη ζωή μας.

Η μυρωδιά του ασβέστη πάντα με ξυπνάει, πάντα με ζωντανεύει. Κι’ είναι σαν να σβήνει για λίγο από τα ρουθούνια μου εκείνη την άλλη μυρωδιά. Τη μυρωδιά της τελευταίας ανάμνησης, που τα σκέπασε όλα. Τη μυρωδιά του αίματος.

Το ξένο χώμα



Έσκαβες το χώμα με δύναμη
το ξένο χώμα, το πικρό, το χέρσο
εκείνο που σου δώσανε, είπαν, σαν «αποζημίωση»

Έσκαβες με δύναμη, για να ξεχάσεις
λες και θα μπορούσες ποτέ να ξεχάσεις
τη γη σου, την ευλογημένη
τον ξεριζωμό
την Αννούλα σου, που δεν είναι πια

λες και θα μπορούσες ποτέ να ξεχάσεις τον τόπο σου...

Το τελευταίο ταξίδι



Ακούω, σφυρίζεις τρεις φορές, απ’ το λιμάνι βγαίνεις,
μεσ’ στην ομίχλη πρόβαλαν τα φώτα σου θαμπά.
Ανταριασμένη θάλασσα, τη σκίζεις σα δελφίνι,
η πλώρη σου περήφανη τα κύματ’ αψηφά.

Ο καπετάνιος στέκεται ορθός στην τιμονιέρα,
βαστάει το  τσιμπούκι μεσ’ στα δόντια του σφιχτά.
Ολούθε μαύρος ουρανός, ούτ’ ένα αστέρι φέγγει,
ορθώνονται τα κύματα αλλόκοτα θεριά.

Μονάχα το ναυτόπουλο εσφούγγισ’ ένα δάκρυ
σαν χάθηκε απ’ τα μάτια του στερνή φορά η στεριά.
Στο τελευταίο ταξίδι σου κανείς δε σε προσμένει,
ξεθώριασαν τα φώτα σου στη μαύρη σκοτεινιά...

Ο Δρόμος



Όλα δρόμος.
Είναι η αλήθεια του κόσμου, η αλήθεια μας;...
Μακρινές σιωπές. Σιωπές αέναες.
Κάθε βήμα, μια καινούργια αρχή. Ατελείωτοι ορίζοντες.
Η νύχτα κατεβαίνει, μας σκεπάζει με τα πέπλα της.
Προχωράμε με το φως των αστεριών. Ο κάμπος, γύρω, ένα πέλαγος από μαύρο βελούδο.

Ακόμα μια μέρα στο δρόμο.
Το ταξίδι είναι ο προορισμός μας.
Αυτοκίνητα λιγοστά, πεζός κανείς. Αρχίζει να βρέχει.
Η βροχή δυναμώνει, μας μουσκεύει μέχρι το κόκκαλο.
Μακρινά αγριοπερίστερα σηκώνονται, διαλαλούν το μούχρωμα.

Σε μια στροφή του δρόμου, ένα μικρό χωριό, ξαφνικά, ισορροπώντας στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα στα δέντρα.
Ευκαιρία για μια γρήγορη στάση, στο καφενείο.
Λιγοστές κουβέντες. Ο δρόμος έχει γίνει η μόνη μας πραγματικότητα.

Ο ήλιος ακίνητος στο στερέωμα, σαν πύρινος μύθος.
Προχωράμε, μα εκείνος στέκεται.
Τα χρώματα του κόσμου έχουν γίνει αλλόκοτα, θαμπά, θρυμματισμένα.
Ένα μακρινό σύννεφο: θα είναι η σωτηρία μας;

Τοπίο στην ομίχλη. Μια σειρά από χαμηλούς λόφους ξεπροβάλλει, θαρρείς από το πουθενά.
Από την άλλη μεριά, μια θάλασσα του τίποτα.
Πέφτει ξανά το βράδυ. Όλα δρόμος.

Λουϊζα



Δεν ήτανε στο μπαρ, δεν ήταν στις καμπίνες
δεν ήταν ούτε στην ακρογιαλιά.
Μου είπαν κάτι φίλοι την είδαν με το Μπίλη
να βγαίνει με μια βάρκα στ’ ανοιχτά.

Της είχα πει πριν φύγω θα γύριζα σε λίγο
και μού’πε θα περίμενε στην πλαζ.
Γυρίζοντας νομίζω την είδα με το Μήτσο
να βγαίνει με την Πόρσε απ’ το γκαράζ.

Χωρίς αμφιβολία, ήταν στην παραλία
κι’ εγώ ο χαζός δεν πρόσεξα καλά.
Νομίζω κατά βάθος πως κάνω κάποιο λάθος
μα λάθη πάντα γίνονται πολλά.

Κι’ όλο ψάχνω λοιπόν τη Λουΐζα
κι’ όλο γυρεύω τη Λουΐζα, παιδιά.
Η καρδιά μου κόπηκε στη ρίζα,
βγήκε από την πρίζα και δε δουλεύει πια.

Δεν ξέρω τι να κάνω, που όσο και να ψάχνω
δε βρίσκω τη Λουΐζα πουθενά.
Πόσο είχα λείψει τάχα; Πέντε λεπτά μονάχα,
μα πρόλαβε και χάθηκε ξανά.

Δεν ξέρω τι παθαίνω, νομίζω πως πεθαίνω
κάθε φορά που φεύγει ξαφνικά.
Μου λένε τελευταία πως πάει με τον Αντρέα
μα εγώ δεν τους πιστεύω φυσικά.

Κι’ όλο φωνάζω Λουΐζα, Λουΐζα
κι’ όλο δε βρίσκω Λουΐζα πουθενά.
Η καρδιά μου κόπηκε στη ρίζα,
βγήκε από την πρίζα και δε δουλεύει πια...

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Νύχτα στην Πόλη



Η νύχτα πέφτει πάνω από την Πόλη.
Οι σκιές σκεπάζουν τα σοκάκια, σιγά σιγά.
Ένα αδιόρατο άρωμα από ανακατεμένα μπαχαρικά έρχεται κι επικάθεται πάνω μας, σαν αστερόσκονη.
Ακόμα ένα βράδυ περπατώντας στους δρόμους του Φαναριού, μακριά από τη βουή της πλατείας Ταξίμ, ψάχνοντας μια χαμένη υπόσχεση.
Περπατάμε δίπλα στον Κεράτιο, θέλουμε να νιώσουμε τη μυρωδιά της θάλασσας.
Μακριά, ένας σκύλος αλυχτάει.
Το φεγγάρι λάμπει σαν ήλιος στον ουρανό.
Μιναρέδες υψώνονται γύρω μας, άσπροι μέσα στη νύχτα.

Περπατάμε χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό.
Εικόνες, ήχοι και μυρωδιές εισβάλλουν μέσα μας, ταράζουν τη μνήμη μας.
Είναι αυτή η Πόλη που ονειρευόμασταν;
Είναι αυτή η αλήθεια του σύμπαντός μας;
Αναμνήσεις και μνήμες – δυο λέξεις παρόμοιες, μα τόσο διαφορετικές.
Κι’ εμείς να περπατάμε ακόμα, ψάχνοντας ένα ακαθόριστο όνειρο, ένα μαρμαρωμένο βασιλιά.
Μέχρι να τελειώσει αυτή η νύχτα...

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

«Και οι άλλοι;», ρώτησες. «Τι κάνουν οι άλλοι;»



«Οργώνουμε», σου απάντησαν. «Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και πάλι οργώνουμε. Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και
πάλι. Μέχρι το επόμενο πρωί. Μέχρι το πρωί. Μέχρι το τελευταίο πρωί».

Χαμογέλασες ικανοποιημένος.
«Προπαντός, να μην ξεχνάτε τη μυλόπετρα», μου είπες. «Αυτό να τους πεις. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα, δεν έχουν να φοβούνται τίποτε»
Σκέφτηκες για λίγο. «Ούτε κι εμείς», συμπλήρωσες. «Ούτε κι εμείς έχουμε να φοβόμαστε τίποτε. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα».

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Εχτισες ένα Σπίτι


Έχτισες το σπίτι σου γερό, από πέτρα.
Ήρθαν και σου το γκρέμισαν.

Έχτισες το σπίτι σου πρόχειρα,από λάσπη και κλαριά.
Το γκρέμισαν κι αυτό.

Έχτισες το σπίτι σου από ξύλο.
Ήρθαν και το έκαψαν.

Έχτισες σπίτια από τούβλα, από χώμα, από καραβόπανο,
από άχυρα.
Μάταιος κόπος. Ό, τι και να έκανες,
έρχονταν πάντα να γκρεμίσουν τα όνειρά σου.

Έμαθες πια.
Τώρα το σπίτι σου είναι χτισμένο μόνο από σάρκα και αίμα.
Κι όσες φορές κι αν σε διώξουν, το παίρνεις μαζί σου.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.