close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χουλιαράς Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χουλιαράς Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Τα ποιήματα στο δρόμο / Χουλιαράς Νίκος

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο. 

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

τα ποιήματα στο δρόμο

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Η ποίηση του δρόμου...



Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια – όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.

Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.


Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Νίκος Χουλιαράς: Για το χρόνο ..... το θάνατο.....τον άνθρωπο

"Για μένα δεν υπάρχει χρόνος. Όταν δημιουργώ, όταν γράφω ή ζωγραφίζω, ούτως ή άλλως δουλεύω εν υπνώσει. Έχω περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου έτσι, επομένως, λογικό είναι να νιώθω το χρόνο ασαφή.....................Η υπόθεση του χρόνου είναι σκοτεινή. Ο άνθρωπος βγαίνει από το σκοτάδι όταν γεννιέται. Γι’ αυτό άλλωστε με ενδιαφέρουν τα παιδιά. Επειδή βρίσκονται κοντά σ’ αυτό το σκοτάδι, δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τα αφηγήματά τους...........................Όσο υποκειμενικός κι αν είναι ο χρόνος, κάποτε τελειώνει. Για όλους μας. Και μάλλον, επιστρέφουμε σ’ αυτό το σκοτάδι. Δε φοβάστε το θάνατο;..........Ο θάνατος είναι η επιστροφή στο σκοτάδι, όμως αυτό το σκοτάδι δεν είναι καθόλου τρομακτικό. Συνήθως, λέω το εξής για το θάνατο: όταν έρθει, εγώ θα λείπω..."

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στο Νίκο Βλαντή
    
Περιοδικό Index, τεύχος 1, Απρίλιος 2006

η εξίσωση

Κι αυτή τη νύχτα ήρθα πάλι να σε βρω
το παραθύρι σου κοιτάω το σκοτεινό
και μεγαλώνει της ψυχής μου το κενό.

Πέντε νύχτες ξαγρυπνάω και δεν λες να 'ρθείς
και με βρίσκει τσακισμένη τ' άστρο της αυγής.

Μου το 'χουν πει ότι γυρίζεις κάπου αλλού
στις διαλέξεις και στη ψύχρα του μυαλού
για να το μάθεις σου το λέω με την ψυχή
μόνο ο έρωτας αξίζει στη ζωή.

Σου μιλώ κι ας μη με βλέπεις, είναι σκοτεινά
πες το ναι για να μας κάψει του έρωτα η φωτιά.
Πες το ναι κι έλα να φύγουμε
πες το ναι για να χαθούμε
πες το ναι κι έλα να φύγουμε μαζί.

Κι αυτή τη νύχτα πάλι μόνη μου γυρνώ
στους άδειους δρόμους μόνη μου παραμιλώ
και μεγαλώνει της ψυχής μου το κενό.
Η αγάπη σου μου λείπει για να βγει σωστή
η εξίσωση που ψάχνω στη ζωή αυτή.

ο άνδρας που φεύγει

Είναι ένας άντρας σε τούτη την πόλη
που χρόνια τώρα τις νύχτες γυρνά
στους άδειους δρόμους μονάχος σαν ξένος
σαν ένας ξένος που ξέρει καλά
πως είναι το ίδιο αλήθεια και ψέμα
για μια ψυχή που πονά.

Κι αυτός ο άντρας που φεύγει και πάει
μέσα στη νύχτα και στο πουθενά
αν τον θυμούνται ποτέ δε ρωτάει
κι ένας αέρας που λάθος φυσά,
φυσάει τη πόλη αυτή που κοιμάται
μ' όλα τα φώτα ανοιχτά.

Έχει αρνηθεί να ξεχάσει τα πάντα,
ζει το κενό μιας και όλοι παντού
μες στου μυαλού τους τις πόλεις πια ζούνε
λες κι η ζωή είναι πάντα αλλού
και τούτη η πόλη που τώρα κοιμάται
κι είναι μια πόλη μαϊμού.

ο δρόμος

Πού τάχα να πηγαίνει αυτός ο δρόμος
ο δρόμος ο μεγάλος που ποθώ,
μάλλον θα φέρνει ολόγυρα τον κόσμο
και θα γυρνά ξανά πάλι εδώ.

Σκοτάδι μυστικό τώρα με παίρνει
κι όλο στο μέσα τίποτε γυρνώ,
πάλι σ' αυτά που με πονούν με φέρνει
ξανά εδώ, πάλι εδώ.

Αυτός ο δρόμος βγάζει σ' άλλο δρόμο
κι ο άλλος σε άλλους και στο πουθενά
χρόνια θα ζω με του μυαλού το δρόμο
και θα γυρνώ κάπου εδώ ξανά.

Μια μυστική ανάφλεξη με παίρνει
κι όλο το μέσα τίποτε πονά
πάλι σ' αυτό που μίσησα με φέρνει
ξανά εδώ, πάλι εδώ.

Έτσι είναι


Έτσι είναι
κουράστηκα να σε ψάχνω
σε τούτες τις πόλεις
που δεν τελειώνουν
Έτσι είναι

Πώς θα ’θελα να ήμουν
ένα πεζούλι πέτρινο
κάτω απ’ τα χέρια του ήλιου
Πώς θα ’θελα να ήμουν
ένα τραγούδι άγνωστο
πάνω απ’ τα πέλαγα της γης

Πώς θα ’θελα να ήμουν μια κιθάρα
που παίζει μόνη της
πάνω από τις μεγάλες
χιονισμένες μέρες

Έτσι είναι
λησμόνησα το σχήμα
το σχήμα της σκιάς σου
πάνω στην άσφαλτο
Έτσι είναι

Πώς θα ’θελα να ήμουν
η άκρη από το στάχυ
στο πέρασμα του ανέμου
Πώς θα ’θελα να ήμουν
το πετραδάκι του ήλιου

έλα να φύγουμε

Σβήσαν τα φώτα έξω στην πόλη
έλα να φύγουμε
να πάμε σ`άλλα μέρη,καλή μου
μαζί να μείνουμε.

Μαύρος ο ήχος που ανεβαίνει
σε τούτη τη σιωπή
περνάει αγέρας μας παρασέρνει
δε μας χωράει η γη.

Μας αρνήθηκαν εχθροί και φίλοι
έλα να φύγουμε
να πάμε σ`άλλα μέρη,καλή μου
μαζί να μείνουμε.

Ο θαυματοποιός

Σαράντα χρόνια θαυματοποιός
ο Παύλος άγιασε ο μοναχικός
σε λάθος εποχή βγήκε ξανά
να κάνει τα παλιά του μαγικά.

Βγάζει απ' το καπέλο
άστρα, ζώα και πουλιά
απ' το στόμα βγάζει φλόγες
μα κανείς δεν τον προσέχει πια.

Σαράντα χρόνια στα υπόγεια
ζωή που μοιάζει με ισόβια
κρατάει την πορτούλα του ανοιχτή
κανείς όμως δεν πάει να τον δει.

Κατεβάζει φουλ του άσσου
κατεβάζει φλος
μα δεν βρίσκει πια συμπαίκτη
και την βγάζει πάντα μοναχός.

Η μοίρα είναι γυναίκα σκοτεινή
μα αυτός κάνει παιχνίδι από την αρχή
προπονητής του χρόνια η μοναξιά
γι αυτό και οι επιδόσεις του φωτιά.

Ολόκληρη ζωή δεν φτάνει


Ολόκληρη ζωή δεν φτάνει
να μάθεις τι`ναι η ζωή.
Τα λάθη που δε θες να κάνεις
θα κάνεις πάλι απ`την αρχή
και η ζωή δε θα σου φτάνει.

Πολλούς ανθρώπους θα ξεχάσεις
και σ`άλλους πάλι θ`ακουμπάς
τον εαυτό σου θα τον χάσεις
κι ας είν`αυτός που θα ζητάς.

Σε άλλα σπίτια θα κοιμάσαι
σε ξένες πόλεις θα γυρνάς
στο τέλος μόνος πάλι θα`σαι
και άλλα πάλι θα ζητάς.

Ολόκληρη ζωή δε φτάνει
να μάθεις τι`ναι αυτό που θες.
Το αύριο δεν θα σου κάνει
όπως δεν σου`κανε το χτες
και η ζωή δεν θα σου φτάνει

Πάντα αλλού

Σαν σκοτεινή γυναίκα σε άγριο καιρό
πατρίδα μου σε ψάχνω με το τραγούδι αυτό.
Απ`την Ιθάκη ως τον Πόντο πήγα
μα είχες φύγει και στο Έβρο σ`είδα
μα και στον Έβρο πουθενά δεν σ`ηύρα.

Αρχαίος ταξιδιώτης και με θολό το νου
εσένανε γυρεύω μα εσυ`σαι πάντα αλλού.
Από την Κρήτη ως τη Χίο πήγα
μα είχες φύγει και στην Ύδρα σ`είδα
μα και στην Ύδρα πουθενά δεν σ`ηύρα.

ειμ. ακόμα εδώ

Στης πόλης την παγίδα
σε νύχτα από μπετό
κλεισμένος ένας γκιώνης
ζει χρόνια το κενό.
Ζει μόνος κι αναπνέει
σκοτάδι και καπνοί
κοιμάται και ξυπνάει
και λέει μοναχ`αυτό.

Και το τραγούδι σβήνει
στης νύχτας τις στοές.
Οι εμπόροι δεν τ`ακούνε
κάτω στις αγορές
Τ`ακούει κάποιος ράφτης
σε πιο αργές στροφές
τ`ακούει κι απαντάει
λες κι είναι η ηχώ.

Πού πας κοριτσάκι

Πού πας κοριτσάκι
σε τούτη την πόλη
η πόλη έχει αλλάξει
σε ξέχασαν όλοι.

Φοράς φτηνό τσιτάκι μπλε
και πας στο χρόνο κόντρα,ναι
μα καταργείς τα σύνορα
της εποχής τα σύνδρομα.

Πού πας κοριτσάκι
και πού θα σε βγάλει
ετούτος ο δρόμος
που διάλεξες πάλι.

Στο δρόμο σου ασημικά
αστέρια μελαγχολικά
φωτίζουνε τον ουρανό
μα κρύβουνε το μυστικό
στους μυστικούς χειμώνες του
στους κήπους,στους λειμώνες του.

Δε θέλω να ξέρω πια

Δε θέλω πια , δε θέλω να ξέρω πια
το πώς θα τελειώσει κι απόψε για μας η βραδιά.
Δε θέλω πια , δε θέλω να ξέρω πια
αν θα`ναι η λύπη που θα μας λυγίσει ή θα`ναι η χαρά.

Δε θέλω πια,δε θέλω να ξέρω πια
αν μείνουμε σπίτι,αν έξω χιονίζει,
αν έφυγ`η νύχτα,αν ξημέρωσε πια.
Μου φτάνει μόνο που θα`μαι μαζί σου αυτή τη φορά.

Δε θέλω πια,δε θέλω να ξέρω πια
αν θα`μαστε ακόμη μαζί και την άλλη χρονιά.
Δε θέλω πια,δε θέλω να ξέρω πια
αν θα`ναι η αλήθεια που θα μας κερδίσει ή θα`ναι η ψευτιά
Μου φτάνει μόνο που θα`μαι μαζί σου αυτή τη φορά.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Τα δεακαοχτώ καράβια


Μια βραδιά-μια βραδιά
ήρθαν δεκαοχτώ παιδιά,
ήρθαν δεκαοχτώ παιδιά
στην αυλή.

Φτιάξαν δε- φτιάξαν δε-
φτιάξαν δεκαοχτώ καράβια,
φτιάξαν δεκαοχτώ καράβια
με χαρτί.

Και τ' αφή- και τ' αφή-
και τ' αφήσαν στο βοριά
στο βοριά και χαθή-
και χαθή- και χαθήκαν
την αυγή τα παιδιά.

Και την ά- και την ά-
και την άλλη τη βραδιά
μείναν δεκαεφτά καράβια
στην αυλή.

Χάθηκε-χάθηκε, χάθηκε
το ένα καράβι χάθηκε
το ένα καράβι στο βοριά.

Και το βρή- και το βρή-
και το βρήκε η αγάπη μου
η αγάπη μου και το πή-
και το πή- και το πήρε
για να 'ρθει για να 'ρθει.

Μια βραδιά μια βραδιά
ήρθ' η αγάπη μου κοντά,
ήρθ' η αγάπη μου κοντά
κι έγινε-κι έγινε κι-έγινε
η μικρη αυλή πέλαγο.

Κι έγινε-κι έγινε-κι έγινε
η μικρη αυλή πέλαγο.

στην άλλη γη

Στην άλλη γη, στα Τάρταρα
στου σκοταδιού τον κήπο
θα πάω να βρω τη μάνα μου
θα πάω να της μιλήσω.

Μάνα μου καλή,πέφτει μια βροχή
πέφτει μια βροχή, κοιμήσου
και σ`αυτή τη γη είναι η ζωή
μια βαθιά πληγή, θυμήσου.

Στην άλλη γη, στα Τάρταρα
στα σκοτεινά κοιμάσαι
κοιμάσαι πια και δε μιλάς
τάχα τι να θυμάσαι.

Το τσιμεντένιο δάσος

Τα σπίτια πύκνωσαν αγαπημένη
Τα σπίτια πύκνωσαν
Στο τσιμεντένιο δάσος
Κι έγινε η φωνή μου
Στους γκρίζους τοίχους χαρακιά
Αγαπημένη

Τώρα είμαι μόνος μου αγαπημένη
Τώρα είμαι μόνος μου
Στις αδειανές πλατείες
Και έμεινε η κραυγή σου
Πάνω στην άσφαλτο αγαπημένη
Πάνω στην άσφαλτο

Αργά μες στον ύπνο περνούσες

Αργά μες στον ύπνο περνούσες
κι η μέρα φευγάτο πουλί
στα χείλη μια λύπη κρατούσες
μια λύπη βαθιά
πιο βαθιά απ`τη σιωπή..

Στου ονείρου βαθιά το πηγάδι
μια κόκκινη πέφτει κλωστή
κοιτάς στου νερού το σκοτάδι
μια λύπη που ανάβει
μια λύπη μικρή.

Βαθιά μες σε χιόνι κοιμάσαι
κι αγάπες τριγύρω,σιωπή
βαθιά,πιο βαθιά,το θυμάσαι
ο κόσμος μια λύπη
μια λύπη μικρή.

Σαν τραγούδι παλιό

Τι νύχτα είναι κι αυτή!
Νύχτα μαγική σαν τραγούδι παλιό
του Τσιτσάνη που κλαίει.
Κλαίει μια ψυχή μα δεν τολμάει να πει σαν παλιά
τον κρυφό τον καημό που την καίει.

Σε λάθος εποχή κλαίει μια ψυχή μοναχή.
Ψυχή μου σιωπηλή κάνε μιαν αρχή,
δες στον θόλο ψηλά το φεγγάρι που φέγγει
και στη σιγαλιά κλάψε όπως παλιά
την κακούργα ομορφιά της ζωής μας που φεύγει.

Σε λάθος εποχή κλαίει μια ψυχή μοναχή.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.