close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελάκης Ανδρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελάκης Ανδρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Ανδρέας Αγγελάκης (1940-1991) : …όλα τα έκαψα σαν ασημόχαρτο


Image


Κάποτε, βέβαια, θα βρεθώ κι εγώ -ας μη γελιόμαστε¬-
με κάποιο σουγιά μπηγμένο στα πλευρά,
κάποιο σκοινί γύρω απ’ το λαιμό μου,
παραμορφωμένος απ’ τα χτυπήματα τού αγνώστου,
(άνεργος; ναυτικός; ψυχοπαθή ς; τί σημασία έχει…).
Τα συρτάρια μου άνω κάτω, ρούχα πεταμένα,
ολόγυμνος σε στάση άμυνας ή παράκλησης
να κλείσει, να τελειώσει, επιτέλους, το μαρτύριο
(πού, άλλωστε, το περίμενα στο βάθος)
και’ πια να μείνουν πίσω μου δυό τρία ποιήματα,
μάλλον οι, τελευταίοι στίχοι μου,
πεντέξι σοφές υποθήκες πίσω από τη μάσκα μου.
Λοιπόν, ας έχετε το νου σας. «Αν χαθώ,
αν δεν τηλεφωνήσω κι εξαφανισθώ περίεργα,
μην το αποδώσετε στις γνωστές παραξενιές μου.
Ψάξτε με στο λιμάνι, σ’ έρημες μαούνες,
σε τίποτα θάμνα εξοχικά,
σε ύποπτα, παγωμένα ξενοδοχεία,
αναζητήστε με μ’ επιμονή στις ερημιές,
ρωτήστε πρόσωπα στα πάρκα,
κυρίως, διαβάστε για τις έρευνές σας
προσεκτικά τα ποιήματά μου.
Περιγράφω λεπτομερώς τους υποψήφιους δολοφόνους μου,
τί μάρκα τσιγάρου καπνίζουν,
το βλέμμα, τις συνήθειες,
τη βραχνάδα τους.

**

Πώς μπορείς να ξαναμπείς στο δωμάτιο
πού πριν λίγο κράταγες ένα κορμί αγαπημένο;
Βγαίνουν απ’ τις γωνίες χέρια και σε καλούνε
φωνές ψιθυρίζουν στο σκοτάδι μισόλογα «ναι», «όχι»,
«σβήσε το φώς», «μη», «ξανακοίτα με στα μάτια»
το φώς απ’ τις βλεφαρίδες σου πηχτό,
πίσω απ’ το κουρτινάκι ένα γυμνό στήθος
μόλις κρύφτηκε κι είναι χιλιάδες τα φιλιά,
χίλια τα ονόματα, ώμοι και ιδρώτας,
όλα τα έκαψα σαν ασημόχαρτο, κανένα πρόσωπο
δε μού έμεινε ατή μνήμη, βγήκα, λέει,
κάποιο βραδάκι έξω -μ’ έσπρωχναν
κι άρχισε να ψιλοβρέχει, ύστερα μπόρα
μ’ έφερε σε δρόμο ερημικό χωρίς κανένα
κι αυτοί πού στο κορμί. μου γνώρισα
λιώσαν και στάξαν αίμα κι έσβησαν
και φώναξα τότε τ’ όνομά σου να με λυπηθείς.

**
Φίλησέ με ξανά και μίλα μου- πάει καιρός
που δε με φίλησε κανένας, όπως γίνεται
με τους συφιλιδικούς ή με τούς γέρους-
ξέρεις εσύ, όπως παλιά πού ανέβαινε ή ψυχή
στα χείλη και γιόμιζε τό στόμα μας σάλιο,
πικραμύγδαλο και κείνο τόν ήχο μες στή γλώσσα μας
τόν υπόκωφο σαν το κρυφό νερό κάτω απ’ τα φύλλα,
που διάλεγε η καρδια να πει τα όσα ανομολόγητα.
Έτσι- τώρα βάλε τα χέρια σου στο στήθος
καθώς το συνηθίζεις κι άσε με να σε κοιτάω
ντροπαλά, βαρύς απ’ το δαφνόφυλλο και το φιλί σου.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Αγγελάκης, Ανδρέας, 1940-1991

Image

Ο Ανδρέας Αγγελάκης (Πειραιάς, 1940-1991) σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Αθήνας και του Λονδίνου. Δίδαξε στην Ελλάδα, στην Αμερική και στην Αγγλία. Έγραψε, κυρίως, ποίηση, θέατρο και πεζογραφία. Έχει κάνει, επίσης, πολλές μεταφράσεις (Μπλέικ, Λόρκα, σύγχρονους Αμερικανούς ποιητές κ.ά.).


Άλλα έργα του συγγραφέα:
  • Ποιητικές συνομιλίες (2012)
  • Σύγχρονη ερωτική ποίηση (2007)
  • Μια αλεπού στην πλατεία Βάθης (1996)
  • Το τελευταίο φάντασμα (1995)
  • Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη (1989)
  • Κώστας Ταχτσής (1989)
  • Τα ποιήματα του δολοφόνου μου (1986)
  • Η ιστορία του ερωτευμένου Τρίτωνα (1985)
  • Τον όρθρον τον ερχόμενον (1985)



Νο 56


Για πόσα ονόματα έχω να γράψω,
να δεηθώ για την ψυχή και το χαραμισμένο σώμα τους,
για πόσους άγιους και μαρτύρους της εκκλησίας μας,
για πόσες αδελφές κρυφές με αδυναμία στην ποίηση
και γενικώς, τις τέχνες,
για πόσους άντρακλες που το 'λεγε η καρδιά τους.
Ποιος, επιτέλους, θα βρεθεί
να γράψει το μαρτυρολόγιο τούτο,
ποια πένα που θα στάζει αίμα
θα δικαιώσει όλους εκείνους τους ανώνυμους,
τις αγιασμένες απ’ τη στέρηση ζωές τους;

Αλησμόνητα Σινεμά (ο φορέας)

Έχω AIDS. Πριν δέκα μήνες το ανακάλυψα. Κάτι ζαλάδες, κάτι κομάρες, δε μπορούσα να πάρω τα πόδια μου, ευκοίλια ένα σωρό, αϋπνίες, ιδρώτες. Το ‘πα στο τεκνό μου, ένα ναυτικό, τρίτος μηχανικός σε ποστάλι, που περιμάζεψα τότε που δεν είχε φράγκο και τώρα ούτε που γυρίζει να μας δει. «Μωρή, πήγαινε να κάνεις το τεστ μπας έχεις τίποτα και κάψεις κι εμάς, άι στο διάολο», μου κάνει. Η αλήθεια είναι πως το ‘θελα κι εγώ. Κάτι απ’ την τηλεόραση, κάτι απ’ τον «Οικογενειακό Θησαυρό», με είχανε ζώσει τα φίδια. «Να πάω», του ‘λέω. Τραβάω στην Αθήνα, εκεί κοντά στου Παναθηναϊκού το γήπεδο, πήρα και την Κωστούλα μαζί, καλό παιδί, κομμωτής αυτός, πουρεμένος, καμιά σαρανταριά χρονώ. Εγώ έχω δεν έχω κλείσει τα τριανταδύο. Πάμε, που λες, στηνόμαστε, να μη σ’ τα πολυλογώ, το τεστ θετικό. Σοκ εγώ. «Και τώρα τι γίνεται, μωρή Κωστούλα;» τη ρωτάω. Κίτρινη αυτή, κατακίτρινη, έχει πανιάσει και δεν ξέρει τι να πει. «Θα δούμε», μου λέει, «να ρωτήσουμε το γιατρό». Τι να μας πει κι αυτός; Τα τρία κακά της μοίρας του δεν ήξερε. «Καλή τροφή και ύπνος και μην κουράζεστε, σας παρακαλώ, και μειώστε τους ερωτικούς συντρόφους σας (πού κουράγιο για τέτοια πια) και απαραίτητα τα προφυλακτικά και να σας ξαναδούμε πώς πάτε γιατί κι εμείς στο στάδιο της ερεύνης είμαστε». Κατάλαβες δηλαδή η σκρόφα η μουστακαλού; Πειραματόζωα. .
Εγώ, όχι που να το παινευτώ, αλλά καθαρός-πεντακάθαρος υπήρξα από ανέκαθεν. Α, όλα κι όλα. Μετά το γαμίσι, πάντα σαπουνάδα και νερό. Κι εγώ και το τεκνό, να του πλένω με τα ίδια μου τα χέρια τη σερ μελιά. Μια φορά μάλιστα στη Σαλαμίνα, που τα ‘χα μ’ έναν ψαρά ιδιότροπο, μ’ έκανε κι αγόρασα ένα μπουκάλι αντισηπτικό, δε θυμάμαι πώς το λέγανε τώρα. Ο φαρμακοποιός το διάλεξε, όταν του εξήγησα απ’ έξω-απ’ έξω για ποιο λόγο το ήθελα. Και το μπάνιο μου κι η κολόνια μου και το πεντακάθαρο σλιπάκι μου. Τα πάντα. Εκεί που τα χαλούσαμε πάντα ήταν η καπότα. Τοπροφυλακτικό, όπως έμαθε και πιπιλίζει τώρα όλος ο κόσμος. Δεν τη βρίσκω με την καπότα. Βέβαια, αμέσως μετά πάω στον καμπινέ, καταλαβαίνεις. Κάτι σα να με τσούζει, σα να με ψιλοπονάει, εν πάση περιπτώσει, δεν τη συνήθισα ποτέ. Σπάνια αγόραζα. Αλλά και σπάνια μου ζητούσαν. Ξέρω ‘γώ; Γι’ αυτό και δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω στο γιατρό που με ρώτησε σχετικά κι επέμενε. Του τα μάσαγα. Κι αυτός να ξαναρωτάει. Τι να πω;
Τώρα πια ό,τι έγινε έγινε. Και το τεκνό ο μηχανικός έτζασε κι οι φίλοι μου οι πιο πολλοί γίνανε λούηδες μόλις το τζίναψαν και μου ‘μεινε μονάχα η Κωστούλα, ας είναι καλά το παιδί. Μου παραστάθηκε, δε μπορώ να πω. Και μάνα και πατέρας κι αδερΦός. Στο Ιπποκράτειο, που της έπεφτε κομμάτι μακριά, έκλεινε το κομμωτήριο μια ώρα νωρίτερα για να ‘ρχεται να με βλέπει, τότε με τη μεγάλη μου εξάντληση.
Έμεινα κοντά ένα μήνα. Ό,τι είχα και δεν είχα έγινε καπνός. Και τι να αάλει στη μπάντα ένας χορευτής, πότε Τρούμπα, πότε κανένα τραβεστί σόου σ’ ένα στέκι στην Αθήνα, πότε καμιά αρπαχτή στην επαρχία, Βέροια, Νάουσα, ξέρεις. Ψιλοπράματα. Πάνε, σκορπιστήκανε. Το ‘γραψα του αδερφού μου του μεγάλου στη Σαλονίκη, άφησα τις ντροπές καταμέρος και του ζήτησα να βάλει το χέρι στην τσέπη. «Σ’ έχω ξεγράψει προ πολλού», μου απαντάει στην επιστολή. «Με πούστηδες δε θέλω να ‘χει σχέση η οικογένειά μου και ν’ αλλάξεις όνομα να μη μας ρεζιλεύεις». Κι ούτε ένα πράσινο Φύλλο. Τ’ όνομα τόνε μάρανε που να του ‘ρθει το μπαρό και να μην του ξεκολλάει, Θε μου, συχώρεσέ με. Τι μου φταίνε τα παιδιά του, σάμπως μ’ έχει αΦήσει να γνωρίσω κι εγώ τ’ ανίΨια μου, να τους πάρω ένα δώρο, να τα ρωτήσω για το σχολείο τους; Δυο αγοράκια, οχτώ και δέκα χρονώ. Μωρέ, ας ζούσε η μάνα μου και θα σ’ τόνε κανόνιζε. Μόνο αυτή να φοβόταν. Αυτός φτυστός σαν το κάθαρμα τον πατέρα μου. Συγγενείς κι αδέρφια, σου λέει ο άλλος. «Ποιος σου βγαλε το μάτι κι είν’ έτσι βαθιά βγαλμένος ο αδερΦός μου». Θαρρείς πως έτσι βγήκαν οι παροιμίες; Από σοφία προέρχονται.
Με βγάλαν μια φορά και στην τηλεόραση. Δηλαδή την πλάτη μου . Αν κι εγώ δε θα ‘χα αντίρρηση να με δείχνανε και πρόσωπο και σώμα κι όλα. Σιγά τώρα. Τι είχα, τι έχασα. Κάτι με ρωτάγανε κι απαντούσα, ο
σκηνοθέτης με βοήθησε πολύ, τα ‘χα γράψει σ’ ένα χαρτάκι και τα προβάραμε τρεις-τέσσερις φορές. «Ωραίο βγήκε», μου είπανε, εγώ δεν κατάλαβα τίποτα - ως κι η φωνή μου έμοιαζε διαφόρετική, ίσως ήταν και το κρύωμα που είχα τότε και κρατιόμουνα μη βήξω. Με φέρανε με ταξί στο σπίτι πίσω και μια μούτζα δημοσιογράφος κράτησε το τηλέφωνό μου. Κάτι θα ‘κανε για οικονομική ενίσχυση μέσα στους τεχνικούς του στούντιο, είπε. Δεν πήρε ποτέ τηλέφωνο, αν την είδατε εσείς την είδα κι εγώ. Δε βαριέσαι. Κάναν τη δουλειά τους και χεστήκανε για τα περαιτέρω. Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς.. .
Α, ναι, και μια φορά κάποιος μου πήρε συνέντευξη μεγάλη. Δημοσιεύτηκε στην «Απογευματινή». Καλέ, μισή σελίδα με φωτογραφίες έγχρωμες και τέτοια. Αισθάνθηκα πολλή περηφάνια, κάτι σαν ήρωας, κι ο δημοσιογράφος μου Φέρθηκε πολύ κύριος. Ήρθε με πορτοκαλάδες και φρυγανιές και πάστες. Βέβαια εμένα το μάτι μου δούλευε και μου φάνηκε ψιλοτζιναβωτός, αλλά δεν έδωσα ουδεμίαν σημασία. Δικαίωμά του του ανθρώπου. Ο καθένας είναι ελεύθερος να τη βρίσκει όπως θέλει στο κρεβάτι. Μόνο που μου έκανε, πώς να το πω, κάπως αδιάκριτες ερωτήσεις, άσχετες με την υγεία μου: δηλαδή, πού έβρισκα τους γκόμενους κι αν τους πλήρωνα και διάφορα τέτοια πρόσωπικά. Ευτυχώς η Κωστούλα μού έγνεΨε να το βουλώσω, απ’ την κουζίνα που άκουγε, κι έκανα πως δεν κατάλαβα την ερώτηση λέγοντας κάτι για την επαγγελματική μου σταδιοδρομία και το χορό.
Αν είναι δυνατόν να ξεγελάσει εμένα η λουμπίνα. Στην πουτάνα πουτανιά. Πάντως το χάρηκα, γιατί κι οι φωτογραΦίες που με τράβηξε ένα άλλο τεκνό, που είχε φέρει μαζί, μ’ έδειχναν μια χαρά. Υγιέστατο.
Όπως κι η μούτζα της τηλεόρασης, υποσχέθηκε κι αυτός οικονομική ενίσχυση, πήρε τα μπογαλάκια του κι έγινε καπνός. Τι θέλουνε κι υπόσχονται, τους ζήτησε κανένας τίποτα; Τώρα είμαι καλά. Παίρνω και κάτι βιταμίνες απ’ το φαρμακείο κι αισθάνομαι καλύτερα. Δεν έχω κανονική ασφάλιση και δε μπορώ ν’ αγοράζω πολλά Φάρμακα. Ο φαρμακοποιός που ξέρει το πρόβλημά μου μου δίνει πολλές φορές βιταμίνες, σταγόνες, ένζυμα κι άλλα διάφορα τέτοια, τζάμπα. Δε δέχεται να πληρωθεί. Πολύ εντάξει τύπος.
Ε, πάω καμιά βόλτα, κάνω κανένα τηλέφωνο, μου φέρνει η Κωστούλα το «Ντομινό», Το «Πάνθεον», περνάει η ώρα. Τι να κάνεις…
Α, ξέχασα. Η Κωστούλα μου ‘φερε και βίντεο. Το δικό της. Να ‘ναι καλά. Μέρες να μου κόβει ο Παντοδύναμος και χρόνια να της δίνει, με όλη μου την ψυχή το λέω. Μου ‘κανε πολύ καλό το βίντεο, που λέτε. Γιατί, στην τηλεόραση τι θα δεις; Τα πολιτικά; Τα βαριέμαι. Μια ζωή τα ίδια, μια ζωή απάτες. Βέβαια μ’ αρέσουνε τα σίριαλ. Ιδίως τα ξένα. Τα ελληνικά τα βρίσκω βαρετά - γυφτιά και μιζέρια. Ενώ τα ξένα, παιδί μου, είναι άλλο πράμα. Εκείνη η «Δυναστεία» ήταν το κάτι άλλο. Τι πλούτος, τι πολυτέλεια, τι πισίνες, τι ρούχα, τι αυτοκίνητα. Και κάτι τεκνά δυο μέτρα μπόι. Όχι σαν τα δικά μας τα κοντοστούπικα. Πότε ήταν που το βλεπα ανελλιπώς στην τηλεόραση… ‘82; ‘83; Δε θυμάμαι. Παρασκευές ήτανε πάντως. Στηνόμουνα στην τηλεόραση, είχα τότε μια μικρή μαυρόασπρη, δεν άντεχαν τα οικονομικά μου για μεγαλύτερη, άσε πια την έγχρωμη, αυτό ήταν όνειρο απατηλό. Αχ, συγκινήθηκα τώρα που θυμήθηκα τη «Δυναστεία». Ήμουνα τότε καλά, βλέπεις, σαν την καλή χαρά, κι αλώνιζα τους σινεμάδες και τα πάρκα.’ Καλέ, στη «Δυναστεία»δεν ήτανε που ο γιος είναι τζιναβωτός και συζεί μ’ ένα άλλο παιδί δικό μας και το πετάει κατάμουτρα του
πατέρα: «Ναι, βρε, είμαι πούστης κι ό,τι θέλει ας γίνει» - δηλαδή δεν το ‘πε έτσι, το ‘πε λίγο περί διαγραμμάτου, αλλά ο πατέρας κόντεΨε να πάθει αποπληξία και τον αποκλήρωσε, ή κάτι τέτοιο.
Μόνο η Τζόαν Κόλινς πήρε το μέρος του δικού μας. Τι γυναίκα! Γυναικάρα με τα όλα της. Λένε πως έχει κάνει τρία λίφτιγκ και πάει για το τέταρτο, αλλά γιατί να την κατηγορήσω; Αν είχα το μπερντέ, θα ‘κανα κι εγώ - που λέει ο λόγος. Μια ζωή την έχουμε. Αυτή, λοιπόν, θυμάμαι πως πήρε το μέρος του δικού μας. Μάνα, βλέπεις. Όχι σαν τα ρεμάλια τους φασίστες τους πατεράδες που μας δέρνουνε και μας δίνουν για στιγματισμό στην κοινωνία και μας κάνουν το βίο αβιωτο. Σ’ τα ‘πα και πριν. Κόλαση μου ‘χαν κάνει τη ζωήμου, μέχρι που τους τα βρόντηξα και το ‘σκασα κι είπα«τέρμα η καταπίεση και το κλάμα, κώλος μου είναι και τον κάνω ό,τι θέλω».
Αμ τι θαρρείς. Ε, μου λείπουν βέβαια. ‘Αλλο να ‘σαι στη ζεστασιά σου και στο σπιτικό σου κι άλλο ανάμεσα σε ξένους. Ιδίως τώρα, με την αρρώστια μου, θα ‘θελα κι εγώ μια συντροφιά κάποιου δικού μου να με πάει και σε κανέναν άλλο γιατρό να δούμε τι θα γίνει. Ή στην Αμερική… Λένε πως πουλάνε το φάρμακο σε μερικά νοσοκομεία, αλλά κάνει ακριβά και δεν το διαδίδουν.
Στην Αμερική όλα συμβαίνουν. Αν έχεις λεφτά, βρε, και τον καρκίνο τον κάνεις γρίπη. Αχ, πουτάνα τύχη, που μας γέννησες φτωχούς. Τώρα μόνη μας χαρά να βλέπουμε τη Φιλίνη και τον Ψάλτη στο βίντεο. Όσο για τ’ άλλα, κουραβέλτες και τα σχετικά, δεν έχω διάθεση. Μπορεί να μου ‘ρθει. Πού ξέρεις; Άλλοι λένε θα βρεθεί το φάρμακο τώρα κοντά, άλλοι λένε το 2000. Πλήρης σύγχυσις, δηλαδή.
Σ’ ένα περιοδικό διάβασα πως έγινε ένας σύλλογoς για φορείς του AIDS. Πάν’, συγκεντρώνονται, μιλάνε, γελάνε, δίνουνε λεφτά ο ένας στον άλλο. Λέω να πάω. Τι έχω να χάσω; Βάρδα μην είναι κανένας σύλλογος με θεότρελες αδερΦές, θα τις καλιαρντέψω - όταν είναι παραπάνω από δυο, δεν υπάρχει χειρότερη φάρα. Προτιμώ να κάνω παρέα με τα πρεζόνια.
Άκουσα πως είναι πιο πολλοί φορείς κι απ’ τους ομοφυλόφιλους. Το κολλάνε απ’ τις ενέσεις τους. Θεός φυλάξει, μόνο χασίσι κάπνισα πέντ’ έξι φορές κι αυτό για το χατίρι εκείνου του αλευρά που ήθελε να με σπιτώσει. Ύστερα εξαφανίστηκε κι αυτός. Όπως όλοι. Έχεις δεν έχεις AIDS. Αυτό να λέγεται. Τώρα περιμένω. Να δουλέψω δε μπορώ, βέβαια. Ποιος θα με πάρει που δε μπορώ να κουνήσω καλά-καλά τα πόδια μου. Κι εμείς τα πόδια μας τα υπολογίζουμε πολύ. Είναι το εργαλείο για τη δουλειά μας.
…0 γιατρός μού ‘κοψε το κάπνισμα. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Αχ, να ‘χα ένα τσιγαράκι τώρα. Δε βαριέσαι. Έτσι είναι η ζωή. Το πιο πολύ, πίκρες και βάσανα.

Τα χέρια

Τα χέρια δεν λένε ποτέ ψέματα, είτε σφίγγουν
άλλα ροζιασμένα, προσπαθώντας να πούνε κάτι
για τη μοναξιά τους αδέξια,
είτε χαϊδεύουν άγνωστα δάχτυλα στη σκοτεινιά,
άμαθα από τέτοια, όπως των εργατών του Αρίωνα,
πάντα θυμίζουν κάτι.
Έχουν γνωρίσει, βλέπεις, την παγωνιά του αποχαιρετισμού, τον ιδρώτα της αστυνομικής εφόδου,
τον τρόμο του εκβιασμού,
γι’ αυτό είναι επιεική,
με το παραμικρό δακρύζουν
-κάποτε φίλησαν τις φλέβες τους.
Κι αν πάρουν μια βραδιά το περίστροφο
κι αυτό θα γίνει με μια μετρημένη χειρονομία,
ελάχιστα θεατρική, γεμάτη νοσταλγία,
όπως όταν κλείνουμε τα μάτια μας στον ήλιο
βάζοντας γαλάζια ομπρέλα την παλάμη μας,
όπως δίνουμε όρκο σ’ έναν ξένο
πως θα τον θυμόμαστε για πάντα
κι αύριο δεν μένει τίποτα:
ούτε τα χείλη, ούτε ο ιδρώτας,
ούτε καν το τηλέφωνό του που πετάξαμε…

Έτσι σ’ έψαξα

Έτσι σ’ έψαξα, αφήνοντας στην τύχη τους
τα άλλα ενενήντα εννιά,
κόβοντας δρόμο μέσα από τα λαγκάδια,
ύποπτα μούτρα, λόχμες, αστυνομικούς
που με άρπαζαν απ’ το σακάκι βίαια,
που με χτυπόυσαν για να τους πω πού πήγαινα,
τι κοίταζα πέρα από αυτούς
πίσω από το πάθος ή την ταπείνωση,
στο σιγανό κλάμα της αναζήτησης.
Και σε βρήκα. Τουρτούριζες μες τη βροχή,
είχες σφαλίσει τα γαλάζια μάτια σου
κι άπλωνες το χέρι στη σκοτεινιά
ν’ αναγνωρίσεις το δικό μου,
τι ωραία να λες «κοιμήσου τώρα,
δε θα με ξαναχάσεις,
δεν θα σε ξαναχάσω».
Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι,
χωράει πολλούς ζητιάνους, πολλούς που στερηθήκανε
τον έρωτα ή δεν τους φίλησαν ποτέ τους,
χαμογελάνε αυτοί που δεν τους χάιδεψε κανένας,
ζούνε ανάμεσά μας όλοι τούτοι,
ένα μπουμπούκι σκάει δειλά. Κοιμήσου.
Ξέσφιξε τα δάχτυλά σου και κοιμήσου.
Εγώ ειμ’ εδώ.

Βροχερό βράδυ ενός λησμονημένου ποιητή, ίσως του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Ναι, σίγουρα πρέπει. Μας περιμένουν.
Πίσω απ’ το τζάμι, στητοί και αξιοπρεπείς,
οι γέροι ποιητές καραδοκούν μήπως χτυπήσει το κουδούνι.
Τι περιμένουν; ποιον; Όλους και κανέναν.
Οι ανθολογίες πολλές φορές τους παρουσιάζουν νεκρούς,
πως πέθαναν πριν πέντε ή δέκα χρόνια,
κάπου στην Επαρχία,
εκείνοι στέλνουν επιστολές,
διευκρινίζουν, ειρωνεύονται, απειλούν τον ανθολόγο,
κατηγορούν για φιλολογική ανεπάρκεια, κακοήθεια.
Παίρνουν απάντηση ικανοποιητική,
υπόσχεση διόρθωσης μόλις εξαντληθεί η πρώτη έκδοση
και ησυχάζουν.
Τα διηγούνται πια κατόπιν σαν ανέκδοτο.
«Και να σκεφτείτε πως τώρα γράφω το αριστούργημά μου,
αυτές οι καρακάξες θα πλαντάξουν,
σας βεβαιώνω,
είμαι πιο νέος απ’ αυτούς, μην τους ακούτε,
μεθαύριο έχω γενέθλια. Μπαίνω στην εφηβεία μου.
Κλείνω τα δεκαπέντε μου.
Τι δώρο θα μου κάνουν, άραγε;»
Και ξαφνικά, μεταμορφώνονται.
Γίνονται μια κοπελίτσα με ξανθά μαλλιά,
στο μπούστο της νταντέλες,
γίνονται ένα άτακτο αγοράκι
που κλέβει το γλυκό και σκαλίζει τη μύτη του.
«Λοιπόν, θα πάμε καμιά βόλτα;», σε ρωτούν.
«Το υποσχεθήκατε».
Πώς, βέβαια, λες. Κι ετοιμάζονται.
Βάζουν πανάκριβα λουστρίνια,
μεταξωτά πουκάμισα, φορτώνονται δαχτυλίδια και καδένες.
«Δεν θ’ αργήσουμε», φωνάζουν στην υπηρέτρια.
«Αν τηλεφωνήσει κανένας, πες να ξαναπάρει,
θα ΄μαι πίσω σε δυο ώρες,
πρόσεχε να σημειώσεις τ’ όνομά του,
όλο ξεχνάς τώρα τελευταία, αντίο».
Και σκαρφαλώνουνε στην πλάτη σου.
Τα πόδια σου λυγίζουν.
Ενώ δεν είναι καν εξήντα κιλά,
σηκώνεις ένα αβάσταχτο φορτίο,
κουβαλάς σ’ ένα σακί το χρόνο,
τρέμεις, λυγάς.
Ένα προπολεμικό τραγούδι βουίζει μες στ’ αυτιά σου.
Και – τι περίεργο! Ενώ η δύση δεν προμήνυε τίποτε,
αρχίζει μια ψιλή βροχή να πέφτει,
συνοδεύει την κουβέντα και τη βόλτα σας
διακριτικά, αλλά επίμονα,
διαλύει τα πάντα σ’ έρωτα και μνήμη,
πρόσωπα διαγράφονται στο μάκρος της λεωφόρου,
τρέχει ποτίζοντας τα μαλλιά, τη σάρκα σου.
Ενσωματώνεται στη σκέψη σου.
Ολόκληρος γίνεσαι βροχή.
«Ας σταματήσουμε εδώ, στο υπόστεγο.
Αυτή η απρόοπτη βροχή μας χάλασε τα σχέδια.
Τι ατυχία!
Πάντα, όταν βρέχει,
αισθάνομαι σαν να με τιμωρεί ένα πρόσωπο,
αλλά δεν ξέρω ποιο ή γιατί.
Το ΄χω προσέξει από μικρός».
Σωπαίνουν. Περνάει ώρα. Σε ξεχνούν.
Μονάχα ακούγεται η βροχή στο υπόστεγο.
«Δεν επιστρέφουμε;», λένε. «Δεν πειράζει.
Εξάλλου, εσείς θα μου περιγράψετε
αυτά που επρόκειτο να δούμε,
Τα σινεμά, τα θέατρα, οι φαντάροι,
τ’ αγάλματα στο πάρκο τα κιτρινισμένα,
οι τυχερές αυτές υπάρξεις
που οι ανόητοι τα θαρρούν χωρίς ζωή
- τι λεία σάρκα, τι νεανική,
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους στο χρόνο
και, κυρίως, είναι άτρωτα,
οι μαχαιριές των αισθημάτων άσκοπες,
έχουν συναλλαγές με την αιωνιότητα,
γι’ αυτό τα βλέπετε έτσι αυτάρκη,
με γνωρίζουν εμένα, ωστόσο, τα γνωρίζω,
αλλά τι λέω, ξεχάστηκα,
ώρες είναι να μπλεχτούμε και με τη μεταφυσική,
αυτό μας έλειπε,
ανέκαθεν μισούσα τις αφηρημένες έννοιες,
λοιπόν, έτσι,
θέλετε λίγο ούζο, ουίσκι, αναψυκτικό;
Ούτε καν σας ρώτησα.
Βαρέθηκα πια τα ίδια πρόσωπα,
ποια πρόσωπα; για τον Καβάφη λέω.
Εφιάλτης μου έγινε. Έχει προσκολληθεί
σαν βδέλλα πάνω μου.
Όπου πάω, μ’ ακολουθεί. Στο σαλόνι,
που λιμνάζουν οι οικογενειακές φωτογραφίες μας,
στο χωλ, στην κουζίνα, όταν ψήνω κάποιο ζεστό,
στην τουαλέτα ακόμα. Παντού από πίσω μου.
Μα, καταντάει τυραννία.
Μ’ έχει κάνει νευρασθενικό.
Καταπίνω χάπια με τις φούχτες.
Κάποιος πρέπει να του μιλήσει πια,
να φύγει, να φύγει, να φύγει, να ξεκουμπιστεί.
Να, για ακούστε. Όχι, δεν είναι αυτός.
κάποιο ποντίκι θα ΄ναι, έχουμε και τέτοια,
δεν μας φτάναν τ’ άλλα.
Και η μνήμη να κρέμεται σαν βρυκόλακας στο τζάμι μου.
Όλα τούτα τα χαρτιά, τα ποιήματα, προσχέδια,
επιστολές νεκρών λογοτεχνών, καρτ ντε βιζίτ,
φωτογραφίες της Λεάντερ, δίσκοι της,
όλα τούτα μου ΄ρχεται ν’ ανοίξω το παράθυρο,
να τα πετάξω,
στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν,
όλο τούτο τ’ άχρηστο χαρτικό το ανεπρόκοπο
να γινόταν, λέει, κορμί φαντάρου ή ναύτη,
-έχω αδυναμία στις στολές, συγχωρέστε με,
εκείνο το βαθύ τους μπλε με κάνει
σα να ταξιδεύω-
να γίνει, που λέτε, σάρκα, αίμα και φλέβες,
αυτά που η ποίησή μου σεμνύνεται
να ομολογήσει,
μπράτσα, πλάτες, μέλη απόκρυφα.
Αχ, να γινόταν ξαφνικά, χωρίς κουδούνι να χτυπήσει,
χωρίς κανένα τηλεφώνημα,
ν’ ανοίξει η πόρτα του δωματίου μου
και να εμφανισθεί αυτός. Αυτός.
«Ήρθα», να πει. Τίποτε άλλο. Και να γδυθεί.
Ν’ αφήσει τον μπερέ του στην καρέκλα
κι αργά αργά να βγάλει το πουκάμισο,
το παντελόνι, τις λασπωμένες μπότες.
Μετά να πει, «Είμαι κουρασμένος,
κάναμε ασκήσεις σήμερα,
λίγο να κοιμηθώ, κι ύστερα βλέπουμε».
Ν’ αρχίσει να ψιλοροχαλίζει.
Εγώ –χα, χα, σας την έφερα–
θα τον αφήσω να κοιμάται,
θα πλησιάσω την καρέκλα στο κρεβάτι του.
Μυρίζει εκείνη η απροσδιόριστη μυρουδιά
της νεανικής σάρκας
(ορμόνες, μου ΄πε ένας γιατρός)×
το ΄να χέρι κάτω απ’ το κεφάλι του,
τ’ άλλο πάνω στην ήβη του. Περιττό.
Τίποτα δεν προσμένω. Τίποτα. Τίποτα.
Βαρεθήκατε; Ναι, βέβαια, είναι αργά.
Και τα ταξί δύσκολα βρίσκονται τέτοια ώρα.
Του χρόνου πάλι. Σίγουρα. Τηλεφωνείστε μου.
Ναι, αρκετά καλά τα ποιήματά σας,
θα βρω καιρό να σας γράψω τις εντυπώσεις μου.
Αντίο. Και να διαβάζετε. Διαβάζετε τους κλασικούς.
Είναι το άλφα και το ωμέγα.
Κακά τα ψέματα. Χωρίς την κλασική παιδεία μου
δεν ξέρω αν θα ΄γραφα τέτοια αριστουργήματα.
Γεια σας, λοιπόν.
Τραβήξτε, καθώς φεύγετε, καλά την πόρτα.
Ναι. Ναι. Συντόμως ελπίζω να τα ξαναπούμε.

Μελαγχολικοί Συλλογισμοί

Κάποτε, βέβαια, θα βρεθώ κι εγώ -ας μη γελιόμαστε¬-
με κάποιο σουγιά μπηγμένο στα πλευρά,
κάποιο σκοινί γύρω απ’ το λαιμό μου,
παραμορφωμένος απ’ τα χτυπήματα τού αγνώστου,
(άνεργος; ναυτικός; ψυχοπαθή ς; τί σημασία έχει…).
Τα συρτάρια μου άνω κάτω, ρούχα πεταμένα,
ολόγυμνος σε στάση άμυνας ή παράκλησης
να κλείσει, να τελειώσει, επιτέλους, το μαρτύριο
(πού, άλλωστε, το περίμενα στο βάθος)
και’ πια να μείνουν πίσω μου δυό τρία ποιήματα,
μάλλον οι, τελευταίοι στίχοι μου,
πεντέξι σοφές υποθήκες πίσω από τη μάσκα μου.
Λοιπόν, ας έχετε το νου σας. “Αν χαθώ,
αν δεν τηλεφωνήσω κι εξαφανισθώ περίεργα,
μην το αποδώσετε στις γνωστές παραξενιές μου.
Ψάξτε με στο λιμάνι, σ’ έρημες μαούνες,
σε τίποτα θάμνα εξοχικά,
σε ύποπτα, παγωμένα ξενοδοχεία,
αναζητήστε με μ’ επιμονή στις ερημιές,
ρωτήστε πρόσωπα στα πάρκα,
κυρίως, διαβάστε για τις έρευνές σας
προσεκτικά τα ποιήματά μου.
Περιγράφω λεπτομερώς τους υποψήφιους δολοφόνους μου,
τί μάρκα τσιγάρου καπνίζουν,
το βλέμμα, τις συνήθειες,
τη βραχνάδα τους.

Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή

Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή στις δάφνες
κι αλλάζουν φορεσιές αθόρυβα τα δέντρα
ρίχνοντας φλούδες και ψιθύρους στο βαθύ νερό,
μετράω τον χρόνο να γλιστρά στα δάχτυλά μου.
Ώρες που εφυγαν, με πρόσωπα μισοφωτισμένα
που αγάπησα, ριγμένα σαν πέτρες στο βυθό της θάλασσας.

Ο Κύριος ημών

Ο Κύριος ημών -θυμάσαι; κάπου βεβαίωσε
πως άλλη πιο μεγάλη αγάπη δεν είναι
απ’ το να δώσεις την ψυχή σου να τη σπαράξουν
και πια να γυροφέρνεις ήρεμος, τιποτένιος, χωρίς οργή,
χωρίς αντίκρισμα¬-
κι εγώ σε συλλογιέμαι από τότε αδάκρυτος,
δίχως καλοσύνη η μίσος, με μνήμη
πού μοιάζει των σφουγγαράδων πού τρελάθηκαν
όταν αντίκρισαν στοιχειά τής θάλασσας,
γεμάτος ομίχλη, λόγια ανεξήγητα, πυροβολισμούς,
σχεδόν είμαι ευτυχισμένος χωρίς επέκεινα,
χωρίς ψυχή, να σέρνομαι στα λιμάνια,
στα σκοτεινά παγκάκια,
μαζί μ’ άλλους χαμένους στο σκοτάδι
χέρι με χέρι όλοι μας,
βυθισμένοι στην απέραντη ερημιά τής σάρκας.

1η του Μάρτη

Μέχρι πριν λίγο άκουγα μόνο
το φάγωμα τής καρδιάς μου απ’ τα ποντίκια
σώπαινα καθώς σαλεύαν τα χέρια τους
τα τέρατα πού είχε θρέψει η ερημιά μου,
όλα τα πρόσωπα τα χιλιάδες
πού είχ’ αγκαλιάσει, είχα σκοτώσει.
Μέχρι πριν λίγο τα χέρια πού άγγιζα
ήταν κρύα, σαν πόμολο μιας πόρτας
πού σού αρνήθηκε ψωμί και πενταροδεκάρες
(τί άλλο ζήτησα ο φτωχός; σαν τα σκυλιά
τού δρόμου πού ακολουθάνε όποιον λάχει
κυρίως θέλοντας να δώσουν παρά να πάρουν)
ξανά όμως σήμερα όπως χαιρετούσες
όπως ανάσαινες
ακούστηκε μες στο μυαλό μου πυροβολισμός,
ένα λουλούδι πού άνοιγε, πρώτη τού Μάρτη,
και πάλι -πώς μπορεί να ξαναγίνονται θάματα;
ή βρύση πού άνοιξε ατό πλαϊνό διαμέρισμα
μού θύμισε πως κάποιος πίνει νερό
ερωτεύεται
βάζει τα χέρια του στα βλέφαρα τού άλλου
και πια τίποτα
μόνο έρωτας
είναι ωραίος ό ύπνος
ή νύχτα μερώνει τα δαιμονικά της
κορίτσια αγόρια ανεβοκατεβαίνουν σκάλες¬-
μη με κοιτάς στα μάτια μόνο
αυτό ήταν το πρώτο μου φιλί
άλλο δεν έδωσα, δεν έχω μνήμη, δε θυμάμαι,
όταν ο Άδης επιτρέπει την έξοδο
δεν έχουμε όνομα, δε ρωτάμε,
φίλησέ με πάλι να μάθω τα χείλια μου
χάιδεψε τις φλέβες μου όπως πριν
για ν’ αποκτήσω χέρια
βάφτισέ με
πες μου ποιος είμαι.

Πώς μπορείς

Πώς μπορείς να ξαναμπείς στο δωμάτιο
πού πριν λίγο κράταγες ένα κορμί αγαπημένο;
Βγαίνουν απ’ τις γωνίες χέρια και σε καλούνε
φωνές ψιθυρίζουν στο σκοτάδι μισόλογα «ναι», «όχι»,
«σβήσε το φώς», «μη», «ξανακοίτα με στα μάτια»
το φώς απ’ τις βλεφαρίδες σου πηχτό,
πίσω απ’ το κουρτινάκι ένα γυμνό στήθος
μόλις κρύφτηκε κι είναι χιλιάδες τα φιλιά,
χίλια τα ονόματα, ώμοι και ιδρώτας,
όλα τα έκαψα σαν ασημόχαρτο, κανένα πρόσωπο
δε μού έμεινε ατή μνήμη, βγήκα, λέει,
κάποιο βραδάκι έξω -μ’ έσπρωχναν
κι άρχισε να ψιλοβρέχει, ύστερα μπόρα
μ’ έφερε σε δρόμο ερημικό χωρίς κανένα
κι αυτοί πού στο κορμί. μου γνώρισα
λιώσαν και στάξαν αίμα κι έσβησαν
και φώναξα τότε τ’ όνομά σου να με λυπηθείς.

Περικοπή Ευαγγελίου

Ραβί, όλοι ετούτοι οι δικοί μου
που τριγυρνάνε στο λιμάνι δίχως μάνα, δίχως σπίτι,
δίχως ποτέ να τους χαϊδέψει χέρι
παρά μόνο παλιά, πολύ παλιά,
όλα τούτα τ’ ανίψια, οι γιοί μου, τ’ αδέρφια μου,
μαύροι, μελαψοί, χαρακωμένοι,
με τις χοντρές τσατσάρες στην κωλότσεπη,
ιδρωμένοι,
έτοιμοι να δοθούν, να γλείψουν, ν’ αγαπήσουν,
αυτοί πού θα καθίσουν όταν έρθεις;
Είναι πολλοί, τους ξέρω έναν ένανε,
Αρίφ, Ροζέ, Αχμέτ, Σαντίκ,
άλλοι που δεν θυμάμαι πια τα ονόματα τους,
μένει όμως μέσα στο λαιμό μου ή αρμύρα τους,
εκείνη ή γεύση, ή μυρουδιά τής μαύρης σάρκας
ή μαυλισrική, ή περηφάνια κι ή ταπείνωση τής ράτσας τους.
Ραβί, πονάω γι’ αυτούς,
μ’ έχουν παρακαλέσει να μη φύγω,
μπορεί να μη θυμίζει το φιλί τους πασχαλιά,
μα φονικό,
όμως τους προτιμώ -συχώρεσέ με-¬
από τη σκληρή, ανελέητη ράτσα των λευκών.
Μαζεύονται το σούρουπο τριγύρω μου,
τους δίνω καραμέλες, μού δίνουν κεχριμπάρια,
ξόρκια μαγικά μού εμπιστεύονται,
μερικοί ξεθάρρεψαν τόσο
που μού μιλούν ατή διάλεκτό τους,
τί ‘ναι λευκός, τί μαύρος;
Μ’ ένα φιλί (λέει το ξόρκι τους)
κι ένα βοτάνι που κατούρησε νυχτοπατούσα λέαινα
αλλάζεις αμοιβαία χρώμα,
δεν έχεις πια την οίηση τού λευκού,
δεν δυναστεύεσαι απ’ τη μωρία τής ‘Ιστορίας του,
σκουραίνεις, δυναμώνεις, κάνεις μπράτσα,
φεύγεις μακριά για το Αβουκίρ, τη Ζέντα,
ξαναγυρίζεις ξέμπαρκος στον Πειραιά,
κοιμάσαι σε παγκάκι ατσίγαρος,
ζητάς να κάνεις έρωτα χωρίς ντροπή,
όπως εζήτησες εσύ, Ραβί,
ψωμί, κρασί κι ελιές απ’ τη Μαρία
κι εκείνη σού άνοιξε τα στήθη της
μ’ όλη την ταπεινότητα τού στερημένου,
άναψε το λυχνάρι, σού φίλησε τα πόδια
και’ σε τάισε. Δεν θυμάσαι;
Ραβί, πονάω. Βρες μου δουλειά σ’ ένα ποστάλι
γεμάτο νέγρους, μεθυσμένους, μαστουρωμένους ίσως,
με μια άγρια νέγρα Παναγιά να με φυλάει
απ’ το μαχαίρι τού λευκού πισώπλατα.

Παράκληση

Χάιδεψέ μου το χέρι, κλείσε τα μάτια σου
και φαντάσου όποιον θέλεις, το φίλο σου,
το κορίτσι σου, πες ένα λόγο τρυφερό
απ’ αυτά πού λέμε πάνω στην έξαψη
και μετά δε θυμόμαστε.
Και μη με ρωτήσεις ονόματα
και πού δουλεύω και τούτο και κείνο.
Άσε τη σιωπή πού θα ‘ρθει μετά το τέταρτο
να μας κατακλύσει και να νιώσουμε ντροπή για το χρόνο
ντροπή για τον πηλό μας,
να γεμίσει η κάμαρα νοσταλγία.

η οδός Θρασυβούλου

Στοίχειωσε ή ζωή μου σε τούτο το κρεβάτι
το σαράβαλο απ’ τα τόσα κορμιά πού κυλιστήκανε
στην κουβέρτα του. Τόσα ονόματα, τόση ομίχλη,
τόση θλίψη αβάσταχτη.
Πέφτουν οι σοβάδες απ’ τούς τοίχους,
μέσα από τις τρύπες τους χιλιάδες μάτια,
φωνές ανάπηρες, πνιγμένες
και χρόνια -εξι νά ‘ναι;- τα ίδια:
ή βρύση, το λιωμένο σαπούνι, τα σκουπίδια
στις σκάλες, άδειες μποτίλιες, μαραμένα προφυλακτικά
σαν πουκαμισάκια χωρίς ζεστό κορμί να ντύσουν,
το καθρεφτάκι με το χρόνο κολλημένο
στα ραγίσματά του. Το πρόσωπό σου.
Έπιασε βοριαδάκι, ή βροχούλα μουσκεύει
τούς τενεκέδες με την αρμπαρόριζα στην πίσω αυλή,
θυμάσαι;
ή σιδερένια σκάλα με τη χοντρή νοικοκυρά
πού ζήταγε μετά τη λειτουργία το νοίκι,
τα μάτια τού παπά στο τζάμι τής εκκλησιάς απέναντι
να μού θυμίζουν τη φωτιά τής κόλασης,
ό διάβολος με στολή εσατζή ν’ ανάβει τσιγάρο
στην παρακάτω γωνία ύποπτος, απειλητικός
με το πιστόλι του στραμμένο πάνω μου
έτοιμος να ρουφήξει τα λεφτά και το λαιμό μου.
Τακ τακ έπαψε ή βροχή. Γινήκαν τόσα
από τότε πού έφυγες. .
Μαζεύω κομμάτια απ’ τό πρόσωπό σου
σε κάθε μούτρο τυχαίο, όπως ό βασιλιάς
το σπαραγμένο του γιό στο παραμύθι.
Μπήκε χειμώνας. Μοσχοκάρυδο. Ψήνουν μουσταλευριά επάνω.
«Πού να προλάβουν λίγα κόλλυβα να ταΐσουν
όλους τούς ζητιάνους», λέει ή καντηλανάφτισσα.
«Χτες πάλι ξεχάσατε ανοιχτή την πόρτα σας,
κάποιος χτύπησε με μπλούζα μαύρη ναυτική
εκεί γύρω στις οκτώ,
να προσέχετε,
πρεζάκηδες, καταζητούμενοι, άστεγοι,
θα σάς αρπάξουν τίποτα
(ξάφνου μύρισε γιασεμί, ανατρίχιασα, πού να ‘σαι;)
είπε πώς ζήταγε εσάς, τον περιμένατε, λέει,
είναι γνωστός σας».
«Ναι», απάντησα, «τον περίμενα, είναι ό θάνατος».
«Καλέ αφήστε αυτά τ’ αστεία, νέο παιδί,
χτύπα ξύλο,
ωστόσο δε βλάπτει να γίνετε προσεχτικότερος».
Σε θυμάται κι εκείνη μα δε βγάζει άχνα για σένα,
με κοιτάει λοξά κόβοντας αρμπαρόριζα,
αλλά κι εγώ σ’ εκδικιέμαι, αγρίμι¬-
κλείνω την ετοιμόρροπη πόρτα
και τρώω τις σάρκες σου δίχως τύψη
σαν γάτος πού ξεσχίζει τα μικρά του στο πλυσταριό.

πικραμύγδαλο

Φίλησέ με ξανά και μίλα μου- πάει καιρός
που δε με φίλησε κανένας, όπως γίνεται
με τους συφιλιδικούς ή με τούς γέρους-
ξέρεις εσύ, όπως παλιά πού ανέβαινε ή ψυχή
στα χείλη και γιόμιζε τό στόμα μας σάλιο,
πικραμύγδαλο και κείνο τόν ήχο μες στή γλώσσα μας
τόν υπόκωφο σαν το κρυφό νερό κάτω απ’ τα φύλλα,
που διάλεγε η καρδια να πει τα όσα ανομολόγητα.
Έτσι- τώρα βάλε τα χέρια σου στο στήθος
καθώς το συνηθίζεις κι άσε με να σε κοιτάω
ντροπαλά, βαρύς απ’ το δαφνόφυλλο και το φιλί σου.

Θα μπορούσα

Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.