close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραϊανός Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραϊανός Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Παραδοχή εποχής



Εκείνο το καλοκαίρι
Δαγκάνοντας με τους φλοίσβους του
Τα χείλια της άμμου
Ήρθε
Συναυλία κοχυλιών
Χορός οστράκων
Στην πίστα της παλάμης σου
Ατέρμονη προσδοκία
Του μετώπου μου

Εκείνο το καλοκαίρι
Σταματημένη ηλικία
Ετοίμασε τη βαριά του σφραγίδα

Η αφαίρεση



                                                                       Πώς μπορεί να υπάρξει αφαίρεση, αν
                                                                                               δεν προϋπάρξει άθροισμα ζωής;

                                                                                                                                     ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ
                                     
                                   
                                                                                  
Νεκρώσιμη πολιτεία παροπλισμένα σπίτια
Με ράχες παραθύρων κλειστές σ' έν' άγουρο φεγγάρι
Τσαλακωμένα όνειρα σ' εφημερίδες
Αρχαϊκή σιγή που επιστρέφει
Από πλανόδιους καθρέφτες στιλπνές προθήκες
Γκριζάροντας μιαν υποψία πικρίας
Μια δειλινή απόγνωση σε δρόμους που κράτησαν
Τα έκτυπα των βημάτων σου

Ημέρες ξοδεμένες σ' αλλόκοτους μορφασμούς
Με βήμα σταθερά σημειωτόν
Έμπροσθεν του αναμενόμενου
Εκείνος σίγουρα με τα παλαβά του μάτια
Το τελετουργικό του στερεότυπο ύφος
Στην εκδοχή του ανύπαρκτου
Τότε που ένα κοράκι πέταξε
Διχοτομώντας τον ουρανό

Έκτοτε σ' ένα σάκο μαζεύει
Τα ίχνη των μικρών του πελμάτων
Τα ίχνη των μεγάλων πελμάτων
Προσφορά στο νεκρό του

Από τη συλλογή Μικρές μέρες (1973)

Πιλάτοι



Δεν είμαι παρά απ' αυτό μόνο που έρχομαι
Κάθε μέρα υπάρχοντας σε κάτι το άλλο

Αυτό που δε θα γίνω ποτέ

Απ' αυτό είναι που είμαι φτιαγμένος
Απ' αυτό κι έναν τρόμο

Κι είναι
Σα να 'χεις ταχυδρομηθεί στο διάστημα
Ένα φτωχό ανόητο μήνυμα

Σκουριασμένος ύπνος
Με τον προβολέα των θέλω
Που διαλύει τα μέταλλα
Γαντζώνει την αγωνία στο μυαλό

Μια πληγή δίπλα σου να την αγγίζεις
Ανάμεσα στα χόρτα και τα τροχοφόρα
Στο αλκοολικό δωμάτιο
Και τα φτηνά βγαλμένα εσώρουχα
Και να παίρνεσαι
Από μαγικά χαμένα ονόματα
Μες σ' έναν ουρανό γεμάτο τζιν
Με τους αγγέλους του
Να μασουλάν αστέρια

Σύμπαν της κίτρινης σκονισμένης λάμπας
Τώρα που μου χορεύουν
Τώρα που μου φεύγουν
Ο κύριος Ίβνινγκ
Η Εσμεράλδα ο Κουασιμόδος

Τώρα π' ανοίγουν
Οι τελευταίες καταπακτές
Βγάζοντας νάνους
Κι ηλίθιους κι ουδέτερους

Καθένας τους κι ένας Πιλάτος

Όλοι τους μαχαίρια
Σαπούνια κι αποσμητικά
Ενώ εγώ περπατώ και θυμάμαι
Παρακολουθώ πάντα
Απ' το απέναντι πεζοδρόμιο
Τον εαυτό μου
Δεν κοιμάμαι

Τελευταίο σχοινί στο λαιμό

Προσπαθώ το ποίημα δίχως αέρα
Το μάτι που σκίζεται τον απέραντο χώρο
Πουλιά του τενεκέ του ανέμου
Κι όπου θέλει ο άνεμος τώρα
Τα γυμνά πριν απ’ το πριν όλα
Προσπαθώ από πέρυσι πρόπερσι
Από έναν κάποτε χρόνο
Ένα ποίημα απρόοπτο προσπαθώ
Τελευταίο σκοινί στο λαιμό οι μικροί θάνατοι κι ο παλιός τρελός
Εγώ να θυμάμαι εδώ
Μόνο η νύχτα τρέμει πάνω απ΄τα κόκαλα
Ενός παπά ο πιο μαύρος ψαλμός
Το καθετί ένα μικρό κτήνος με φόβο ερχόταν πάνω μου
Κύματα ρημαγμένου φεγγαριού και άγρια γέλια Σα λεκέδες
Και πάλι κύματα και αγρία γέλια μέσα σε νταντέλες
Έπειτα πέθανα σ’ ένα δωμάτιο
Ο χώρος ήταν κάτι Σα μπλε που σερνόταν
Ιδίως άσπρός μετά το φόνο
Μια γυναίκα ξεκίναγε τραγούδια απ’ τα χέρια μόνο
Τα έπαιρνε μετά και τα έβαζε μέσα στο στόμα
Προσπάθησα πόσο προσπάθησα
Τα τραγούδια χάθηκαν οι κουρτίνες κιτρίνισαν
Το πρόσωπό μου ξέρω δεν θα το βρω
Άδειος και κούφιος μέσα στα μεσημέρια θα περπατώ
Μονάχος πια θα ταξιδέψω
Λίγο να νιώσω ανθρώπων ομιλίες
Μέσα σε καφενεία σε οίκους ανοχής σε τρένα.

Αλέξης Τραϊανός (βιογραφία)

Ο Αλέξης Τραϊανός (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Ζαβατάρη) γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1944 στη Θεσσαλονίκη και αυτοκτόνησε στις 7 Μαΐου του 1980 στο Καπανδρίτι Αττικής[1]. Ανήκει στους ποιητές της γενιάς του '70[2].

To 1963 εισάγεται στο Οικονομικό της Νομικής του ΑΠΘ. Έχει ήδη ξεκινήσει να ασχολείται με την ποίηση, όταν το 1967, μεταφράζει νέγρικη ποίηση. Λίγο αργότερα, πραγματοποίησε την πρώτη του αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Παντρεύτηκε το Μάιο του 1969 και εκδόθηκε 'κοινή υπαιτιότητι' το διαζύγιο του το Φεβρουάριο του 1975. Το 1972 πήρε το πτυχίο του και προσλήφθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, από την οποία πήρε μετάθεση για την Αθήνα το 1979.

Υπήρξε ο πρώτος που μετέφρασε beat ποίηση στα ελληνικά, καθώς και μέρος από το έργο του Τσέζαρε Παβέζε και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Η ποίηση του λείπει από τις περισσότερες ανθολογίες σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, όπως και από τα βιβλία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της Ακαδημίας.

Η γραφή του είναι ελλειπτική και συνάμα καταγγελτική. Η φόρμα παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς τα όρια καραδοκούν στον εσωτερικό και στον εξωτερικό κόσμο του ποιητή. Η γλώσσα είναι ανανεωτική και άμεση. Ο Βασίλης Στεργιάδης έγραψε στην Καθημερινή το 1978:

Η φιλοσοφική-υπαρξιακή θέση του Α. Τ. είναι ακραία. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων του είναι σε οριακό σημείο φορτισμένη από τον κίνδυνο της ακροβασίας του μυαλού και σαν τοξινωμένη, σε μια λειτουργία όπου κάθε στιγμή το παιχνίδι με τα νεύρα μπορεί να χαθεί...

Έργα
«Οι μικρές μέρες», εκδόσεις Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1973
«Η κλεψύδρα με τις στάχτες», εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1975
«Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems», εκδόσεις Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1977
«Το σύνδρομο του Ελπήνορα», εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1984
«Φύλακας Ερειπίων – Τα ποιήματα» (συγκεντρωτική έκδοση, επιμέλεια Σ. Μπεκατώρου-Α. Ζήρα), εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, 1991
Δοκίμιο «Το απόν και το παρόν πάθος», περιοδικό Kαινούργια Eποχή, 1976
Μεταφράσεις
Ανθολογία νέγρων ποιητών (1969, Εκδόσεις Εγνατία)
Μεταπολεμική αμερικάνικη ποίηση (1979, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις)
Μπουκόφσκι.Επιλογή από το έργο του (1980,Εκδόσεις Η μικρή Εγνατία)
Τσέζαρε Παβέζε-Ο θάνατος θα 'ρθει και θα χει τα μάτια σου (1988, Μετάφραση του Αλέξη Τραϊανού και του Ευριπίδη Γαραντούδη,Εκδόσεις Υπόστεγο)

Επισκέψεις


[Από την ενότητα Θανάτοψις]
Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέπτες που κλωθογύριζαν ολημερίς
Για να 'βρουν ένα σπίτι που 'μεινε κλειδωμένο

Υαλοπίνακες αφημένοι στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους

Τι θέλουν

Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες φύγανε
Διωγμένοι

Σαθρές καρέκλες φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος

Πού να τους βάλω όλους να καθίσουν
Τις σαθρές καρέκλες πώς να δικαιολογήσω

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Μη με πεις άλλο ποιητή



Πρόσωπο δεν υπάρχεις Τέλειωσες άσκημα κάθε νύχτα

Ένα ταξίδι ινκόγκνιτο ήτανε όλα
Ένας χρόνος αγνώριστος σε μιαν άγνωστη χώρα

Μα τώρα η λογική μου γιατί έχει γίνει παράλογη

Σ΄ αυτό το παράθυρο απ’ όπου υποθέτω δεν πρόκειται
Ούτε να βγει ούτε να μπει καμιά ζωή

Κι απλώνεται πάλι αυτός ο κίτρινος ορίζοντας

Μέσα σ’ ένα παγωμένο μνημείο μεσημέρι

Αλλ’ αυτό το χαλασμένο αίμα μπορεί να το πίνει κανείς


Το πικρό του σώμα κατεβαίνει ολοένα τον ουρανό

Από μόρια χρονοΰλης τρύπιο νεφέλωμα

Από μόνο πως θα πεθάνω σ’ ένα χτες από μένα και τίποτα

Δίχως να ‘χω πολλά λόγια να πω

Κουράστηκα με την άβυσσο Αυτήν τη φωνή μου


Μιλώ με τον Μάλερ


Έναν αμφίβιο τρόμο Έναν υπόγειο κρότο

Έναν πυροβολισμό πάνω στο πρόσωπό μου

Σπέρματα της πολιτείας κεραίες χοάνες μαύρα αγκάθια


Ένας που πέρασε απόψε σαν πάλι


Κι οι λέξεις μου έρχονται και τεντώνουν την ίδια πάντα μουσική

Όμως η τελευταία ποίηση γράφτηκε πριν από χρόνια

Φτάνει πια Μη με πεις άλλο ποιητή

Πίνω το κίτρινο πρόσωπό μου

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Θανατοψις

Ώρες των ματιών κοιτάζοντας μέσα στο ψύχος
Ένα θάνατο τον ανθρώπινο θάνατο
Να πεθαίνουμε είδαμε πως γίνεται να πεθαίνουμε
Σ’ ένα ρηχό προσωπικό πιο χαμηλά κι απ’ τα χόρτα
Ήταν η ανάγκη
Ανάμεσα σ’ εκείνους που πέθαναν το δικό μου θάνατο
Κι εκείνους που πέθαναν ένα ξένο θάνατο
Ήταν η ανάγκη
Γι’ αυτό το ταξίδι το κομμάτιασμα
Να βρεις τη ζωή και το θάνατο το δικό σου
Εσύ πού πνιγμένος ήσουν έρχεσαι και κάθεσαι
Σ’ αυτό το κάθισμα το πέτρινο το γλυμμένο απ’ το αλάτι
Σώμα βαρύ βουλιαγμένο ανάμεσα στα πρώτα όστρακα
Στα πρώτα θαλασσινά κοχύλια
Και το πρόσωπό σου κενό μουσικής ποντισμένης στο χάος
Εκείνο που μας δέχεται μόνο γυμνούς
Και τα λόγια σου στάζοντας σαν το λιωμένο κερί
Βαθιά μες στις μασχάλες πίκρα πενία και ντροπή
Βαθιά μέσα σε μια σχισμή αρμών εξαρθρωμένων
Ανοίγοντας μες στο ακύμαντο γαλάζιο χέρια ακύμαντα
Έπειτα ήρθε τ’ απομεσήμερο όλο φως και κούραση
Ακίνητο μ’ ένα πουλί που βάθαινε στον ουρανό
Ραγίζοντας προς το σούρουπο τα ακύμαντα χέρια σου
Και το σβησμένο σου πρόσωπο
Και τα σημάδια των ποδιών σου
Κάτω από ναν ήχο ωρών εσπερινών
Πως γίνεται
Κι όμως πεθάναμε για γεννηθεί ο θεός μας
Πέφτοντας μέσα στη νύχτα απ’ το πιο μυτερό μεσημέρι
Άστρα σαν τα νησιά μια νύχτα φυγής
Σ’ αυτό το ψύχος το σκοτάδι τη σιωπή
Στο πουθενά τούτο
Κάνει κρύο μες στο σκοτάδι σε τούτα τα κλίματα
Και η ατέλειωτη άμμος ασπρίζει σαν χιόνι
Θα κρυώνεις τα ακύμαντα χέρια σου
Το σβησμένο σου πρόσωπο
Θα πεθαίνεις τόσες φορές σ’ έναν άλλον
Κι αυτός άλλες τόσες φορές μέσα σε σένα
Και δεν θα χεις το θάνατο μέσα σου
Και Δε θα χεις φωνή μήτε κι άνεμο
Για τα ακύμαντα χέρια σου
Να καρφώσεις το αίμα που τρέχει

οι μικρές ημέρες

Καλοκαίρι στεγνό κίτρινο
Φωλιασμένο στις ρυτίδες των πεύκων
Φωλιασμένο πάλι και πάλι φορώντας το χρόνο
Απουσία και νύχτα
Προσωπείο χλωμό και κερί μες στη σκυμμένη αγάπη
Προσωπείο κλεισμένο σε μελανές κάμαρες
Βλέποντας τα δέντρα του λωτού να ψηλώνουν
Σε μελανές κάμαρες τους λωτούς να πληθαίνουν
Ανάστημα από σιωπή
Δάπεδο φυτεμένο της απομόνωση
Έπειτα τόσες φορές πέρασε
Εκείνος ο δυνατός άνεμος
Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν
Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή
Ξεσεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες
Αρχίζοντας το παιχνίδι
Που προσπαθούμε να συκολλήσουμε
Μικρά μικρά κομματάκια τις χαμένες μας μέρες
Όλο σκόνη και στάχτη
Παίζουμε πάντα το ίδιο παιχνίδι
Χρώματα φωτεινά χρώματα θαμπωμένα
Κεδρίζοντας ακίνητοι ανέκφραστοι
Το βαρύ νόημα να υπάρχουμε
Μέρες ματωμένες από ράμφη πουλιών
Ριγώνοντας την ζωή μας
Οι μικρές μέρες χωράν μεγάλες λύπες

Ιχνηλασία

Ανεβαίνουν κάποτε όλα την κοφτερή στιγμή του φωτός
Σποράδες βράχων γυμνών στη γαλάζια διάρκεια
Αλατισμένα νησιά κόκκινα ίσαλα
Σκαπανεβάσματα πουλιών μέσα στη χίμαιρα
Μέσα στην ορθωμένη στιγμή του φωτοβόλου κενού
Τα χέρια σου ακούμπησαν για μια στιγμή
Για μια μόνο στιγμή το διαβατικό κύκλωμα
Το κοκάλιασμα της μέρας
Το κοκάλιασμα της ορμής της μέρας
Κάτω από τους τυφλωμένους αστερισμούς
Σκισμένα στόματα σχεδιασμένα στο σκούρο γρανίτη
Τον αμνημόνέυτο χρόνο του χρόνου
Εδώ ανάμεσα μακρύτερα και κοντά μας
Νήσος τις εστίν επί κυμάτων θαλάσσης
Νησός τις εστίν επί κυμάτων
Νήσος τις εστί
Και τα χέρια σου στο νησί πάνω του γύρω του
Ακόμα πιο βαθιά μέσα του σε ερείπια σεισμών
Όπως το ποίημα πιάνοντάς το να ξεφεύγει
Ή το ψάρι σ’ ένα πέρασμα σιωπής
Προσπαθώντας να σηκωθείς όχι μόνο τη λέξη
Όχι τη λέξη δέντρο αλλά το ίδιο το δέντρο
Όχι τη λέξη αγάπη μα την αγάπη
Απομεινάρι τραυματισμένο φτωχό θρύψαλο
Ανθρωπότητας μερμηγκιών
Φαγγωμένες κατατομές γυναικών που ναυάγησαν
Απ’ τα πρώτα τους χρόνια σ’ αφόρητη θλίψη
Για μια ξένη υπόθεση ή έστω δικιά τους
Για το τίποτα έστω στο έμπα της μέρας
Στο έμπα της νύχτας, στο έμπα του κόσμου
Μές απ’ τη λεωφόρο των Πελάσγων
Κακοτράχαλη σε στεριά και σε θάλασσα
Ταξιδεύοντας από βορινά σημάδια
Άστρα και ζώα πανάρχαια
Και πολύχρωμα πλοία σ’ Αιγαία λιμάνια
Ξαναζείς τη στιγμή στον πολλαπλασιασμό του κενού
Μέσα σ’ αυτό το φως τ’ απόκρήμνο που σε τυλίγει
Δίχως μετά και πριν στεγνή στιγμή
Μέσα στους κόλπους του άχρόνου
Τέλος κι αρχή σου

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΙΑΝΟΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Έλα στο σπίτι να γράψουμε ποιήματα,
Με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,
Η νύχτα διπλή δίχως σταθμό,
Μ’ όλα τα μίλια της μηχανής και του χρόνου στο φουλ
Έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι του νου,
Έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελλά ποιήματα,
Θυμάμαι που μού το ‘λέγες τόσες φορές
Και σ’ άκουγα στο βάθος της πολυκατοικίας
Οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,
Με τα πατζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,
Για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού
Στο πικ απ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα
Και εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,
Μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,
Με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας
Με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς
Για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας
Με το τηλέφωνο κατεβασμένο,
Σε πόναγε το κουδούνισμα απ΄ το υπερπέραν,
Στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι
Με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες της ζωής σου,
Τ΄ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες του θανάτου,
Μου τελείωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,
Έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα
Έχω Johnie Walker σήμερα,
Με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ στο Μανχάταν,
Μου’ πες θα’ ρθεις Χριστούγεννα
Κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,
Θα’ χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου
Θα ‘ χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,
Θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη λεωφόρο
Δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, στ’ ορκίζομαι Αλέξη,
Δε θα λιώσουν πότε τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,
Νόμιζα ότι σε είδα χτες στο δρόμο,
Ότι μου ‘ κάνες τάχα έκπλήξη
Κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη.
Φώναξα, τράβήξα κάποιον απ’ τον ώμο
Γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι
Είχε τα μάτια σου,
Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο
Για να χω έτοιμο το καλύτερο ουίσκυ που κυλλά εδώ
Θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις
Τα καινούρια σου ποιήματα, αυτά που λες
Τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»,
Θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο
Για να γυρίσουμε πίσω μαζί στην Σαλονίκη.

Μιλούσε όλο για μια γυναίκα...



Μιλούσε όλο για μια γυναίκα
Χαμένη μέσα σ' απέραντες πανεπιστημιακές αίθουσες
Με παγωμένους υαλοπίνακες
Για ένα όνομα που δεν ξανάκουσε πια
"Άλλωστε φίλε μου τι σημασία
Να 'χει ένα τόσο κοινό όνομα
Τι σημασία"

Μετά την πτώση και πριν την άλλη πτώση
Μετά τον ένα θάνατο και πριν τον άλλο
Όταν οι μέρες λυγίζουν μία μία
Χωνεύονται γίνονται μνήμη
Και ίσκιοι μες στη μνήμη
Ανοίγουν κύκλο γύρω τα παράθυρα
Τραβιούνται άξαφνα στις άκρες οι κουρτίνες
"Προσπάθησε να δεις
Προσπάθησε επί τέλους
Κοίταξε όρισε προσδιόρισε"

"Ζωή μας αυτό που ποτέ μας δε ζήσαμε
Αυτό το κενό - η ζωή μας"

Παρουσία



Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να 'μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ' ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ' ομορφιά σ' άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ' το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου

Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας


Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ' αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο...

Θα σε περιμένω



Θα σε περιμένω πίσω απ' την κλειστή πόρτα της νύχτας
Το φθινόπωρο προχώρησε έσμιξε με το πρόσωπό σου
Είναι η εποχή που γνωρίζεις τα δέντρα τα πουλιά
Μέσα στο πληγωμένο φως στο ψυχορράγημά τους

Είναι η εποχή των καθηλωμένων χεριών
Η μοναχιασμένη φωνή βρήκε το μίσχο της
Μια ανάσα σύρθηκε διπλή μες απ' τα πράγματα
Έπειτα ένας πνιγμένος ήχος
Ανακατωμένος με τα στερνά φύλλα

Το σκοτάδι στα μάτια σου κρυμμένα στο βράδυ
Που έψαχνα κι έχανα
Τα μεγάλα έκπληκτα μάτια σου
Ανοίγοντας στο φθινόπωρο
Αφημένα σε μιαν άκρη του χρόνου
Κάνοντάς με να ψάχνω
Να ζήσω μέσα σου όλο το χρόνο
Περνώντας ζώντας να ντυθώ την παρουσία σου
Να κρατήσω μέσα σου την ανθρώπινη ηλικία σου
Που την άφηνες κι έφευγες
Τόσες εικόνες που γυρεύουν ανάσταση
Να φορέσω μια παρέλαση ημερών ύστερ' απ' τη βροχή
Ένα δίχτυ από ήλιο σε μαύρα μαλλιά
Να κινηθώ στα βήματά σου
Που δοκιμάζαν τη μέρα και βιάζαν τη νύχτα
Ανοίγοντας τη σιωπή
Κι έπειτα πάλι στη σιωπή να τα ρίξω
Σα μια χαμένη μουσική φως που φεύγει

Από τη συλλογή Μικρές μέρες (1973)


(Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις)

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ' ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να 'ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να 'ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

Μουσική από αλκοόλ



Αμαρτία της ποίησης
Νευρική ακτινογραφία ψυχή

Βλέμμα λείψανο μέσα σ' ένα βόρειο σέλας
Και το παλιό λιμάνι όπου λιμνάζω

Τίποτα να με κοιτάζει τώρα που γράφω
Ζω φανταστικά
Γυρνώντας το κουμπί στα μακρά
Για λίγη Πλαθ
Μουσική από αλκοόλ
Άσπρη σάρκα της σιωπής
Μέρες

Που με γυρίζουνε στο ψέμα
Και σ' άλλες μέρες
Που δεν έχω τίποτα να κοιτάξω

Ταξιδεύουμε στο σωλήνα αυτό
Κλινική ησυχία
Χιονίζει συνέχεια αίμα

Το πρόσωπό μου σκεπασμένο
Κομμένα χέρια

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Κατοικίδιος σκορπιός

Έγινε βράδυ πάλι

Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ' το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ' αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ' τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης

Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ' το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ' αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες

Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω

Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες

Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο

Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα 'κει που αυτό καταστρέφεται

Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του '77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα

Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει

Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου

Γιατί τέλειωσα

Αυτή 'ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ' όλα τα πλάτη

Η γεωγραφία μ' άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

Θεσσαλονίκη Μνήμη 1949

Είχε κλειστεί στο πρόσωπό του
Στους ώμους της βροχής σα ριγμένο παλτό περπάτησε
Εκεί που τέλειωναν τα τραμ στην Αποθήκη της καρδιάς
Και βγαίνανε πιάνα ατέλειωτα μαύρα πιάνα
Ανάμεσα από χριστουγεννιάτικες νιφάδες
Ανάμεσα από γάλα σκόνη
Ανάμεσα από βυθισμένες ναφθαλίνες
Στις ράγες του ανέκκλητου κυλώντας

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.