Τη πλάγιασα σιγά-σιγά στα χόρτα τ' ανθισμένα,
τύλιξα το γυμνό κορμί στη μαλακή μου χλαίνη,
η αγκαλιά μου σφάλισε τριγύρω στο λαιμό της.
Κι έτρεμε απ' το φόβο της σα το μικρό λαφάκι,
που τρέχει και το κυνηγούν οι κυνηγοί στο δάσο.
Και τα βυζάκια απαλά τ' άγγιξα με τα χέρια,
μ' αυτά αμέσως άναψε η τρυφερή της σάρκα
και φλογισμένη πρόβαλε πρωτόγνωρη ή ήβη,
ναι! τ' όμορφο κορμάκι της το γιόμιζα όλο χάδια,
καθώς στις τρίχες τις ξανθές τριβόμουν με λαχτάρα,
χύθηκεν άσπρο με ορμή το σπέρμα σα το γάλα
κι εμπήκα στην απανεμιά μετά την άγρια κάβλα.
Κι η πεθυμιά του έρωτα σφίγγοντας τη καρδιά
σα σύννεφο πελώριο μου τύλιξε τα μάτια
κι έκλεψεν απ' τα στήθια μου τη πιο γλυκιά πνοή.
Χωρίς πνοή ο δυστυχής κείτομαι μες στον πόθο.
Τα κόκαλά μου τρύπησαν οι μύριες συμφορές.
Κρατώντας μυρτοκλώναρο κι ώριον ανθό τριανταφυλλιάς
πολύ-πολυ χαιρότανε. Και τα δικά της τα μαλλιά
σκεπάζανε τους ώμους της και φτάναν ως τη μέση.
Σε τριγυρίζω, σε ζητώ με μάγια και με ξόρκια
τα χέρια απλώνω προς τα μπρος κι όλο σου ζητιανεύω