close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλας Ηλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλας Ηλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαΐου 2023

ΧΑΪΚΟΥ του Ηλία Κεφάλα

 

ψιλή βροχούλα
και το χώμα σαν ρόδο
μοσκοβόλησε

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

ΚΑΙ ΠΑΛΙ Η ΦΩΝΗ


Ποῦ  εἶναι ἡ φωνή σου;

Ἀργὰ καὶ βαθιὰ σκοτεινιάζουν τὰ δάση
Βαριὰ  νυχτώνει πάνω ἀπὸ τοὺς ποταμούς
Ἡ πόλη μὲσα ἀπὸ τὸ ἔρημο πλῆθος
κρατᾶ τὴν ἀνάσα της
Καὶ ἡ σιωπὴ καθολικὴ ἀναχαράζει
ἐγκλωβίζοντας τὴν πέτρινη πεταλούδα
τῆς ψυχῆς μου

Κανεὶς δὲν μιλᾶ

Μέσα ἀπὸ κίτρινα φύλλα σιγοπερνοῦν
ἄγνωστες πνοές
Οἱ ἄνθρωποι ἀφουγκράζονται τὸ κενὸ
σὰν ἀνύπαρκτοι
Και ἐγὼ ἀπελπισμένος
κοιτάω μόνο ψηλά

Ποῦ  εἶναι ἡ φωνή σου;

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ



Ὅλα τὰ χτὲς φωλιάζουν
Σ’ ἕνα βρεγμένο φύλλο

Ὅλα τὰ χτὲς φωλιάζουν Σ’ ἕνα βρεγμένο φύλλο
Ἀντανακλάσεις παλιότερων βροχῶν
Ποὺ ξέβρασαν τὴν ψυχή μου
Σὲ σκοτεινὲς λόχμες

Μαῦρα πλατιὰ νερὰ
Φαιόχρυσα φύλλα σαπισμένα
Ἀνεμόδαρτα κλαριὰ

Ἐκεῖ μέσα ἡ ματιά μου
Πλανᾶται ἀνεπαισθήτως

Πορεύεται σὰν φύλλο
Καὶ σὰν γυμνὸ κλαδὶ
Μὲ ὅλο τὸ χτὲς φορτίο
Καὶ χαμηλὴ φραγὴ

Ἐπειδὴ χαμένος εἶμαι σὲ φυγὲς

Καὶ ἀνέτοιμος σὲ διαλύσεις

ΠΕΡΙΛΗΨΗ



Με συλλαβισμούς
επάλληλους στη γλώσσα
βρήκα το ξόρκι.

Μ’ αρχαία δίψα
αναβάτης και ίππος
μπήκαν στη νύχτα.

Στο «αχ» - φαράγγι.
Ανοίγω τα φτερά μου
και -μέσα- πέφτω.

Χαρτιά, μολύβια
κι ατέλειωτο ποίημα.
Το τσάι κρύο.

Πότε τα ’ζησα;
Σκόρπια χρόνια σαν φύλλα.

Πότε τα ’χασα;

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑ ΚΟΣΜΟΥ



Μεγάλα πηγάδια ανοίγονται μέσα σου
από άγνωστους φοβερούς καιρούς
προσέχεις να μην κατολισθήσεις
απορείς για την σκοτεινιά που αναβλύζουν
σκέφτεσαι να απευθύνεις το λόγο
στην τρομερή ηχώ τους
και λέξεις ανυποψίαστες επιστρέφουν
στο αμήχανο πρόσωπό σου
αναρωτιέσαι αν συλλάβισες ποτέ
και είπες: έρμαιο ή σύγκρυο
λέξεις με άνεμο και παγερό νερό μέσα τους
λέξεις του μέσα κόσμου που σε αγκαλιάζουν

με τα μεγάλα μαύρα τους φτερά.

Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΟΧΗ



Γυρίζω
και είμαι σαν ένα ρούχο παλιό
φαγωμένο από μέσα.
Κρύες ανάσες με διαπερνούν
και με μουσκεύει μια παλιά βροχή.
Από που αρχίζει και που τελειώνει
ο κόσμος;
Απέραντα χωράφια υγρά μ’ εκμηδενίζουν.
Και αυτό το κοράκι
πάνω στη γέρικη μοναχική λεύκα

κοιμάται από τη μέρα που λείπω.

Προτροπές



Διάφανος νὰ εἶσαι. Σὰν τὴ σταγόνα
Τῆς βροχῆς ποὺ κρέμεται
Στὴ λαμπερὴ ἀπόληξη τῶν φύλλων
Γυμνὸς καὶ τόσο καθαρός. Ὅπως ἀστέρι
Καὶ κρύσταλλο ποὺ τὸ χτυπᾶ ἡ ἀντηλιά.
Γι' αὐτὸ - προτοῦ νὰ 'ρθεῖς - ρωτῶ καὶ πάλι:
Εἶσαι σὰν τὸ νερὸ καὶ σὰν τὸ φῶς;
Εἶσαι σὰν τὸ μετάξι;
Εἶσαι σὰν τὴ μηλιὰ καὶ σὰν τὴν κερασιὰ κατάφορτος;
Εἶσαι σὰν τὸ βουνὸ καὶ τὴν πεδιάδα ἀνοιχτός;
Προβάλλεις φωτεινὸς χωρὶς νὰ κρύβεις τίποτα;
Ἀνθίζεις ἤρεμα σὰν δέντρο;
Τραγούδια λὲς ἀθῶα σὰν μικρὸ παιδί;
Ἄν ναὶ τότε μπορεῖς νὰ 'ρθεῖς

Ἐσένα θέλω μόνο καὶ σὲ περιμένω.

Λουλούδια καὶ ἀγαπημένες



Πολλοὶ ἀγαποῦν καὶ ὅλοι σχεδὸν
παρομοιάζουν τὶς ἀγαπημένες τους μὲ ἄνθη:
ρόδο μου κόκκινο, μικρὸ γαρύφαλλό μου,
λουλούδι τῆς παιώνιας, μενεξέ μου
καὶ ἄλλες τέτοιες εὐωδιαστὲς
καὶ διαχυτικὲς πολυχρωμίες.
Ὅμως τώρα - ἐδῶ, ἐδῶ, μπροστά σου - 
ἐγὼ εἶμαι ποὺ ἀγαπῶ
κι ἐγὼ προσαγορεύω σε καλή μου
μ' αὐτὸ τὸ ἀθέατο λουλούδι.
Ὄχι γιὰ τὴν ὀσμὴ καὶ τὴ θωριά του
ὄχι γιὰ τὴν καλὴ τοῦ κόσμου μαρτυρία
ἀλλὰ γιὰ τὸ σπαραχτικό του ὄνομα:

«μὴ μὲ λησμόνει»

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΓΟΝΑΤΙΖΕΙ ΚΙ ΑΔΙΑΦΟΡΕΙ


Το αν γυρίζω κατάμονος στους λόφους
φταίει που είμαι ποιητής;
Αν αποφεύγω το πυκνό και θορυβώδες πλήθος
η ποίηση είναι μια αρκετή δικαιολογία;
Αν απουσιάζω από δεξιώσεις και συναθροίσεις
από αξιώματα και τιμές
αν στέκομαι μακριά από φιλοδοξίες
φταίει τάχα θανάσιμα η ποίηση που με ποδηγετεί;
Και αν πράγματι έτσι πάντα και σταθερά συμβαίνει
η ποίηση είναι εκείνη που με φυγαδεύει
στ’ απόμερα κι ερημικά σκοτάδια;
Η ποίηση – λέει μια φωνή – είναι μόνο μια αλήθεια
– ανυπεράσπιστη κι αυτή – σαν όλες τις αλήθειες.
Η ποίηση είναι μια αλήθεια
που αντιστρατεύεται όλες τις άλλες τις αλήθειες.
Μία φωνή που καταργεί όλες τις άλλες τις φωνές.
Η ποίηση τίποτα δεν δικαιολογεί
Η ποίηση είναι αυτή που όλα τα ανατρέπει
Και εξάπαντος τον εαυτό της πάνω απ’ όλα.

Τον ποιητή της θα σκεφτεί;

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Πέρα στους πέρα κάμπους



Πέρα στους πέρα κάμπους που ήταν οι ελιές. 
Τρέμουν οι πικροδάφνες κι οι μέρες οι παλιές. 

Πέρα στους πέρα κάμπους - τόποι αλλόκοτοι. 
Μόνο χορτάρι μαύρο - γυμνοί βοσκότοποι. 

Πήγα κι εγώ μονάχος και χάθηκα άπελπις. 
Και ξύπνησα στη μέση μιας νύχτας άφεγγης. 

Μέσα σε κοίτες άδειες σβησμένων ποταμών.
 Σαν βέλασμα που τρέμει αβύζαχτων αμνών. 

Και γλείφοντας τη μούχλα των ασφοδέλων λύγισα. 
Και στης υπομονής μου την πέτρα πίσω γύρισα. 

Πέρα στους πέρα κάμπους θρηνούν οι ερημιές. 
Πέρα στους πέρα κάμπους που ήταν οι ελιές.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

η μοναξιά πουντιάζει στο χιονόνερο

Μοναξιά, είπε το πουλί ραμφίζοντας
τα περαστικά στενάγματα του αγέρα.
Μοναξιά, είπε το νοτισμένο βρύο
πίνοντας τις αργές σταγόνες της βροχής.
Μοναξιά, αντιλάλησε και το δάσος
πνιγμένο στη σκοτεινή πυκνότητά του,
και η κοιλότητα της ψυχής - αντιλάλησε: μοναξιά
και η γυμνότητα του ποταμού - αντιφώνησε: μοναξιά
και η αρχαία δίψα - υπονόησε: μοναξιά,
μόνο μοναξιά· (όλα καταστάλαζαν
σ' αυτή τη μαύρη πνιγηρή φωλιά).
Κι εγώ πού ήμουν;
Πού ήμουν εγώ και δεν είπα τίποτα;
Τι ήμουν εγώ και δεν με στέγαζε η λέξη;
Ή ήμουν η λέξη που στέγαζε τα πάντα;

η επιθυμία

Αυτά τα βουνά λένε να φύγουν, 
να μη φύγουν, 
εν τέλει λίγο να υψωθούν. 
Ίδια διστάζουν και τα σύννεφα. 
Να πέσουν κάπου, να μην πέσουν, 
λίγο να μετεωριστούν. 
Πάλι κι εγώ διστάζω το ίδιο. 
Να φύγω πέρα, να μη φύγω,
 κάπως να εξαϋλωθώ. 
Τελικά η μέρα απέρχεται, 
η νύχτα φτάνει, η μέρα τρέχει πάλι απ' την αρχή,
 κι όλα μένουν στη θέση τους ακούνητα. 
Μα όχι. Κάπου στο βάθος όλα έχουν κουνηθεί. 
Κάπου στο βάθος η επιθυμία τέλετε το μαγικό ταξίδι της.

Ιέρεια του Φθινοπώρου

Ἔχει καιρὸ νὰ βρέξει. Τὸ χῶμα στέγνωσε.
Τὰ φύλλα ἐκλιπαροῦν τὴν κίτρινη φωταύγεια.
Καὶ ὁ ἄνεμος θερμὸς μᾶς ψιθυρίζει
Εἰδήσεις ἀπὸ μακρινὰ ναυάγια.
Μὰ ποιὸς ἀκόμα τὰ νομίζει μακρινά;
Γι’ αὐτὸ σὲ θέλω τώρα. Αὐτὴν τὴν κρίσιμη
Στιγμὴ ἀκριβῶς, χωρὶς ἀναβολή. Τώρα.
Κρυφὴ κι ἀμίλητη νὰ κυριεύσεις τὴ ζωή μου.
Ὅπως ἱέρεια τοῦ φθινοπώρου
Ποὺ βάζει τάξη στὸ ρίγος καὶ τὴν ἔξαρση τῆς γῆς.
Πέσε –κρυφὴ- σὰν ξαφνική βροχὴ στὴν ξηρασία μου
Ἐπιθυμημένη βαθιὰ καὶ ἀξόδευτη ἀπὸ αἰῶνες.
Ἱέρεια σεπτὴ μὲ ὅλους τοὺς ἀνέμους
Ν’ ἀναστατώνουν τὰ μακριὰ μαλλιά σου.
Καὶ μὲ τὴν ὄψιμη εὐωδιὰ τῶν λουλουδιῶν
Στὰ ἰαματικά σου δάκρυα νὰ ἀντιλάμπεις.
Ἀμίαντη ὅπως πάντα νὰ προσέρχεσαι
Ἐντός μου.

Μὲς στὴν ἀκμὴ τῆς θλίψης μου

Μὲς στὴν ἀκμὴ τῆς θλίψης μου
Γέρνει σὰν μαῦρο νούφαρο
Ἡ ἐκλεκτή μου.
Μὲ ἀστροφώτιστα ἔρχεται πετράδια στὸ λαιμὸ
Καὶ μυστικὰ φανάρια κάτω ἀπὸ τὴ γλώσσα.
Βγαίνει ἀπ’ τὴ μνήμη μέσα τοῦ βουνοῦ
Καὶ τὶς βεντάλιες τῆς στυφῆς πεδιάδας.
Χαῖρε - φωνάζω - ἀψεγάδιαστη
Πριγκίπισσα τοῦ ποταμοῦ
Κρυφὲ μαγνήτη τοῦ ἄγριου δάσους.
Φέρε τὰ κατευναστικὰ τὰ λόγια σου
Καὶ τὴν ἰκμάδα τῶν ματιῶν σου
Φέρε τὶς μεταξένιες ἴνες σου
Καὶ ὕφανε τὴν ἀπόκοσμη αἰώρα.
Σ’ αὐτὴν μονάχα θέλω τώρα νὰ ἀποκοιμηθῶ.
Σ’ αὐτήν νὰ δῶ τὸ ὂνειρο ποὺ διηγοῦμαι κιόλας.
Κι ὅσοι μ’ ἀκοῦτε νὰ θαυμάσετε
Τὴ μαγεμένη ὑφάντρα τῆς ζωῆς μου
Ποὺ μὲ χλωρὸ σκοινὶ κληματαριᾶς μ’ ἀργοκουνάει
Πέρα ἀπ’ τὸν ὕπνο.

ο μονόχειρ

Μὲ τὸ ἐλλεῖπον χέρι πίνει τὸν καφέ του
ὁ μονόχειρας. Μὲ ἀπέριττες φασματικὲς
κινήσεις πιάνει τὸ φλυτζάνι
ἀνασηκώνει τὸ βλέμμα
ἐποπτεύει ἐνδοσκοπικὰ τὸν χῶρο.
Ἄψογος ἀπαλείφει κάθε αὐταπάτη
καὶ ἀμφιβολία τοῦ μικρόκοσμου.
Σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ αἰχμαλωτίζει τοὺς καθρέφτες
ἀπρόσιτος συμπεριφέρεται
μὲ αὐτὸ τὸ μέλος-φάντασμα νὰ καταστρώνει
χτυπήματα στὴν καθημερινότητα
δηλώνοντας ταυτόχρονα παρὼν - ἀπὼν
σ’ ὅλα τὰ πεπραγμένα της.

το βράδυ

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Σιωπὲς, κίτρινα φύλλα καὶ στάσιμα νερὰ
ναρκώνουν τὸν κάμπο.
Οἱ δρόμοι ἔρημοι.
Στὶς ἐσοχὲς τοῦ ὕπνου τὰ πουλιὰ
κρύβουν τὸν φόβο τους.
Ἄνθρωποι κουρασμένοι
δοκιμάζουν τὶς ἀντοχές τους
μέσα σὲ φευγαλέα ὄνειρα.

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Τὰ χρόνια πάντα στὸν κατήφορο κυλοῦν.
Περπάτησα καὶ ξαναπερπάτησα
χωρὶς νὰ φτάσω πουθενά.
Τόσο μόνος μέσα σὲ μιὰν ἀπέραντη ἐπικράτεια
ἀπὸ μεγάλες σιωπές,
κίτρινα φύλλα
καὶ στάσιμα νερά.

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Σὲ λίγο θὰ εἶναι μόνο βράδυ.

Διαπιστώσεις

Δὲν ὑπάρχει βαθύτερο πηγάδι ἀπὸ τὴ λησμονιά.
Δὲν ὑπάρχει ἀποδεκτὴ παρηγοριὰ
Χωρὶς μιὰ χάρη δωρεᾶς στὸν ἑαυτό μας.
Οἱ στίχοι τὶ εὔκολα ποὺ γράφονται
Καὶ οἱ στίχοι τὶ εὔκολα ποὺ σβήνουν.
Τὰ ποιήματα καὶ οἱ ποιητὲς
Θὰ φύγουν σὰν τὸ γοργὸ νερὸ.
Ἡ ποίηση θὰ μείνει. Λοιπὸν,
Ἡ ποίηση θὰ μείνει, εὐνόητο.
Ἀλλά, γιὰ κέρδος ἄν τὸ περνᾶς αὐτὸ
Ἔλα νὰ μοῦ τὸ πεῖς.

προτρέχοντας

Κοντὰ σὲ δέντρα θέλω ν’ ἀποκοιμηθῶ: ἄς ποῦμε
ἰτιὲς μὲ ὑπόγεια νερὰ καὶ ἀγκιστρωμένες φωνὲς
προαπελθόντων. Βέβαια
λέω γιὰ τὴ μέρα ποὺ οἱ φίλοι
θὰ πάψουν πιὰ νὰ μ’ ἀγαποῦν
(πῶς ν’ ἀγαπᾶς μιὰ χούφτα ἀέρα;)
καὶ ἡ μόνη τιμὴ θὰ εἶναι νὰ μὲ θυμοῦνται.

τι χάραμα κι αυτό

Καλημέρα κύριε Φυλλόπουλε
Τὶ χάραμα κι αὐτὸ
Ἡ αὐγὴ ἐνέσκηψε ἀπὸ λάθος δρόμο
Ἡ βροχὴ πέρασε μὲ κλαδευτήρια ἀπὸ ἀτσάλι
Ἡ μέρα κατάπιε σύννεφα καὶ φυλλωσιὲς
Κι ἐσὺ ἀμήχανος πῆρες τὶς ἀνηφόρες τῆς ὁμίχλης
Ἐπιπλέοντας πάνω σὲ βαρέλια καὶ παλιὰ τελάρα
Μ’ ἀκοῦτε κύριε Φυλλόπουλε;
Βρέχει ἀκόμα κύριε Φυλλόπουλε;
Εἶστε ἤ δὲν εἶστε ἄνθρωπος, πιὰ, δύστροπε γείτονα;

Αὐτὸ τὸ πρωινὸ δὲν ἀπαντάει σὲ κανένα.

περίληψη

Με συλλαβισμούς
επάλληλους στη γλώσσα
βρήκα το ξόρκι.

Μ’ αρχαία δίψα
αναβάτης και ίππος
μπήκαν στη νύχτα.

Στο «αχ» - φαράγγι.
Ανοίγω τα φτερά μου
και -μέσα- πέφτω.

Χαρτιά, μολύβια
κι ατέλειωτο ποίημα.
Το τσάι κρύο.

Πότε τα ’ζησα;
Σκόρπια χρόνια σαν φύλλα.
Πότε τα ’χασα;

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.