close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεβαστός Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεβαστός Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

το τραγουδι της Οινωνης (απόσπασμα)

VII
Την αγωνία που από ώρα την καρδιά μου κάτεχε,
πόνος αβάσταχτος αυτήν διαδέχτει,
και μου σπαράζει βάναυσα τα σωθικά.
Γιατί ώρα πολύ δεν είναι που στο παλάτι ήρθα,
και το μαντάτο το φριχτό κατάστηθα με βρήκε.
Τώρα ο χαμός του εμέ βαραίνει,
γιατί η άρνησή μου γοργότερα αυτόν στέλνει στον Άδη.
Συνεργός χωρίς να θέλω έγινα του φονιά του!
Και πώς να επανορθώσει η μετάνοια'
γιατί η έπαρση απερίσκεφτα μ΄ άρπαξε το λογικό,
κι αρνήθηκα ζωή σε κείνον π΄ αγαπούσα.
Και στη δική μου όρισα όμοια καταδίκη.
Χρόνια αυτόν περίμενα μ΄ ελπίδα να γυρίσει,
της ευτυχίας αναθυμόμουν τις στιγμές, τα δάση,
που αντηχούσαν τις χαρωπές φωνές μας,
κι οι έρωτες παίζανε σ΄ όνειρο γαλανό.
Κι αυτό το γλυκό το σώμα τώρα τ΄ άψυχο, αυτό είναι,
που τη θεά θερμά παρακαλούσα να μου φέρει,
και πάνω του σαν πρώτα να με σφίξει.
Τα άχρηστα τώρα βότανα με θηλεία φαρμακερή θ΄ αλλάξω,
γιατί τη ζωή χωρίς αυτόν ν΄ αντέξω δεν μπορώ,
Κι΄ απ΄ τον λαιμό αυτόν κάθε πνοή θα πάρω,
π΄ άσπλαχνα κι΄ αστόχαστα λόγια βγήκαν,
που τον αγαπημένο έστειλαν στον Άδη,
και τώρα εμένα για ΄κει ετοιμάζουν.
Χαιρετώ σε πατέρα, πάνω στις σκιερές τις ρεματιές
εκεί που τα κρύα τα τραγουδιστά γκρεμίζεις τα νερά σου,
μην περιμένεις στην αγκαλιά σου ευτυχισμένος πάλι,
την αγαπημένη κόρη να δεχτείς.

τραγούδι

Στα Σάλωνα σφαζούν αρνιά,
Στης Αφρικής τα γκέτο παιδιά αθώα.
Κι’ εσύ τον αιώνιο ύπνο κοιμάσαι του δικαίου
του άδικου εικοστού αιώνα του μοιραίου.
Στην ιεροφάνεια χρέους ψευδού σκορπιέσαι,
βαράς, γλεντάς, και δε βαριέσαι!


Όταν έχεις περάσει μέσα απ’ τη κόλαση,
δε θα ανατριχιάσεις ακούγοντας περιγραφές
για της φωτιές της.

Ιθάκη

Χθαμαλή πανυπερτάτη είν αλί κείται προς ζόφον.
(Χαμηλή ψηλά ψηλά μέσα στη θάλασσα κατά τα δυτικά ).
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Μέσα σε τρείς θάλασσες τα Κυκλώπεια
κάτω απ’ τους αιώνες θαμμένα, ψάχναμε τείχη.
Χαμηλά στ’ ακρογιάλι στις φούχτες γυμνών κοριτσιών
έσταζαν χνουδωτοί καρποί και βότσαλα άστρα
αιθρίας αχλή τα μάτια τους στων σταφυλιών τα πεζούλια.
Μελτέμι ευωχίας ιρίδιζε χρώματα.
Από δάκρια νοτισμένα τραβήχτηκαν πέπλα
κι’άστραψαν σαϊτες επιθυμίας ανεκπλήρωτης.
Κάτω απ’ τα ανύποπτα βήματα στα θρυμματισμένα αγγεία
καλυμμένα από αρίφνητους μανδύες εποχών,
κόκκινου ίχνη, κρασί, ή αίμα!
Ας μην προδώσουν τώρα οι θεοί τ’ αραξοβόλι σου.
Κι’ ας σκιρτήσει η Πηνελόπη στη χαρά που δε λόγιαζε.
Οι ψηφίδες των θρύλων λιασμένο φίλντισι
κοχύλια στιλπνά που στενάζουν μυστήριο
Λυγμοί πόθοι κραυγές χαραγμένοι σε ανάερους κύλικες φωτός
κάτω απ’ τα πεύκα, στο τραγούδι του Φήμιου
γυμνάζονται κιόλας πουλιά.

έξοδος

I
Κάποιος γαλάζιος δίσκος της θάλασσας ή τ’ ουρανού
που ακουμπούσε ανάερα στου γιαλού το ομόκεντρο ψηφιδωτό.
Ανέβαινε το μονοπάτι χρυσό
και τα μποστάνια που ωρίμαζαν πόθοι.
Κι’ εσύ έστεκες ξεχασμένο άγαλμα πολύτιμο παράξενης εποχής,
με τρυγημένους καρπούς και χυμούς νέους
που ανασταίνουν το φως και διαστέλλουν τη νύχτα.
Απ’ το σώμα σου το γερμένο στην άμμο,
το σωστό έπαιρναν κυμάτισμά τους οι λόφοι.
Διασταύρωνες με σπουδή τον άρτο της τετάρτης πρωινής
στη γέννηση του λυκαυγούς πουλιά να νανουρίσουνε άστρα.
Τα κυπαρίσσια αναγγέλλουν τη λύπη
της πάχνης το βελούδο τα διαστήματα ταιριάζει της μέρας
το φως μες στις καμπάνες σημαίνει τα χρώματα.
Πάνω στων κόκκινων βράχων τις παλιές πληγές
λικνίζεις το όνειρο.
βράχια κομμένα από χειρονομία κάποιου θεού,
εκεί η πηγή σου
που ξεδιψούσε τα τέσσερα δάχτυλα του ανέμου.
II
Στους υδάτινους της αγκάλης σου δρόμους
γλιστρούσα λαθραία και με ταξίδευες.
Με το πορφυρό σου φόρεμα στη μοτοσικλέτα να ανεμίζεις
κατά τη νύχτα με τα κίτρινα φώτα δακρυσμένη,
στις παρυφές οι παριές της άνοιξης μες από δάση,
και μια φυσαρμόνικα να χρωματίζει τα μονοπάτια.
Άπλωνες τα χέρια κι έσερνες το χορό των δελφινιών.
Μού ’δειχνες με έναν καρπό χαμόγελου το ξεκίνημα.
Άνεμος τα φιλιά σου στους σιωπηλούς
αραχνιασμένους της ψυχής μου αυλούς.
Μια εσύ η μέλισσα μια εγώ το λουλούδι,
Ο βόμβος του αίματος ως να γίνει τραγούδι.
Τα μάτια σου μελλοντικές αναλαμπές
Από ξανθά λιοπύρια στις Κυκλάδες.
III
Η χαρά μας' η χαρά μας θα ’ναι που αλώνει πρωτόκολλα
αναποδογυρίζει φακέλους
κορδέλες λύνει απ’ τα μαλλιά των κοριτσιών
αποδιοργανώνει αρχεία και κατάστιχα.
Τα στυλό δεν συμπληρώνουν πια έντυπα
ζωγραφίζουν το άρωμα των χειλιών μας
τη μυστική διαδικασία των φιλιών.
Οι τοίχοι γκρεμίζονται αθόρυβα για να δεις
τις πράσινες συστάδες του παραδείσου
να μακραίνουν στης θάλασσας τον κόλπο γαλάζιο ρίγος,
ως να σε ανεβάσω στη διαύγεια του βόμβου της Άνοιξης
μακριά από τοίχους και χειμώνες που σε ζώνουν.

ο ποιητής

Εκεί που το βλέμμα του πλανιέται και τ’ ανύπαρκτο ρωτά, Δε μένει κενό στο τίποτα. Εκεί που ο θαυμασμός σας τον βαραίνει Ή τον ξεχνά, μοναξιά. Πίσω απ’ τις χειρονομίες το πρόσωπο των πραγμάτων.
Τα πιο κρυφά του βλέμματα τα χαρίζει στον άνεμο.
Ακούει τραγούδια χωρίς ήχο,
Βλέπει εικόνες με δίχως μάτια,
Κι’ αγκαλιάζει με δίχως χέρια
Όλους αυτούς που τον χλευάζουν.
Στο βάρος των αποχρώσεων λυγίζει.
Μέσα στο χρόνο πάντα αδημονεί,
Κι’ οι διαβατάρηκες οι ώρες τον βαραίνουν.
Κι’ όταν η αγάπη καταλεί τη συνήθεια,
Μακραίνει τ’ονείρου, μες σε τοπία που εγκυμονούν σπαθιά.


πορεία


Κατά τη δύση έσβησαν τα χαμόγελα στους δρόμους τ’ ουρανού.
Στα αποσταμένα ακρογιάλια
Φλόγες ξεπηδούν αιωνιότητες κεντούν
Το φεγγάρι ματώνει τις ερωτικές καμπύλες των λόφων.
Στο κύμα λικνίζεται μια πίκρα
Και με τους πόθους των σπηλαίων αναβλύζει.
Κι’ ο λυγμός στα στήθη, η αρμύρα είναι που θά’ρθει
Με τη βουή της θάλασσας
Απ’ την καρδιά σκοτεινιασμένων βράχων.
Ήρθες με τα χαμόγελα της αλιφασκιάς
Κι’ η χαρά σου κάποια θαμμένη στην καρδιά μου άγγιξε θλίψη.
Στο έρημο ακρογιάλι πάνε μέρες που η θάλασσα μας διώχνει.
Μελανιασμένα σκοτεινά βουνά ντύθηκαν βαρύ σταχτί χιτώνα.
Καιρός να πλέξουμε τη μοναξιά μας
Με τα κυκλάμινα που πένθιμα σημαίνουν.
Όλες τις πόρτες ο κεραυνός στον ήλιο κλείνει
Διαχέοντας τον εαυτό του σε μικρές φωτιές μες σε ξωκλήσια.
Οι τροπικές προσπάθειες της ρεματιάς
Θαυμάστηκαν και άλλοτε.
Ακούς τη βουή της ανάμεσα απ’ τις πτυχές του χρόνου!
Η μέρα με αιμάσσοντα πορτοκάλια τις κορυφές αφήνει.
Κορίτσια με μάτια αμυγδαλωτά
Μαζεύουν ρίγη από ακροκέραμα
Και τις καμάρες των ριγηλών καλντεριμιών.
Κι ’εσύ με υπερπόντιες κραυγές, το δελφίνι καλείς του Αρίωνα.
Μες στους παφλάζοντες πίνακες του γαλάζιου
Αστράφτουν τα νερένια όνειρα των δελφινιών.
Κορίτσια με μάτια αμυγδαλωτά
Ανθίζουν στην ηχώ των σταφυλιών
Από σκάλες κατεβαίνουν φτιαγμένες με βιτρό
Κουβαλώντας μέσα σε σάκους ταξιδιωτικούς
Πανάρχαιες καμπάνες.
Ένας χιλιόχρονος ψαράς ένα με την αρμύρα με τη σκουριά,
Ατέλειωτα μια απολιθωμένη βάρκα μες στους αιώνες γδέρνει.
Στ’ ακρογιάλι άπλωσα την καρδιά μου να πλουτίσει με φως
Μα μέσα της είναι μια θάλασσα άλλη,
Που η βουή της θα μακραίνει στο χρόνο.
Γοερές κραυγές πεύκων άνεμος σέρνει ρεματιές ηχούν.
Σπίτια στο λιμάνι φαγωμένα σκελετωμένα απ’ τη μοναξιά
Τα οστά των λουλουδιών ασπρίζουν στα μπαλκόνια
Που πιο βαριά έτσι άδεια γίναν
Τώρα που πόδι ανάλαφρο πια δεν τα πατά.
Μήτε χέρια που τυλίγουνε λύπη, σταυρό και προσευχή
Ενάντια στο κύμα.
Η συστροφή του κέδρου μέσα από χιλιετηρίδες
Να διώχνει τον άνεμο πίσω στη νύχτα.
Στις ραγισμένες πλάκες οι ατέλειωτες λιτανείες των αχιβάδων
Και τα μελανά βράχια που λάξεψε η οδύνη.
Φωτοστέφανα σε κιονόκρανα αφημένα.
Μαρτυρία ανεπίστρεπτα χαμένη στην αγκαλιά της
Θάλασσας , αλάβαστρα έσβησαν, κάστρα ,
Κάτω από τη συμπίεση των βλεφάρων σου.
Οι γόοι της αρμύρας και των αυλών της λήθης
Μες στα μαλλιά σου ξεσπούν.
Μέσα απ’ τις σχισμές άρρωστων τοίχων άλλες μαντεύεις
Που ατέρμονα στεναγμούς ξερνούν σε λιγωμένους κρίνους.
Και τα ρόδια που εκρήγνυνται με όνειρα πορφυρά,
Ανάβουνε καταμεσήμερα μικρά φανάρια.
Χαμένα καΐκια η νύχτα ρίχνει στα παγωμένα δίχτυα του βοριά.

Κορίτσια με μάτια αμυγδαλωτά, πάνε, πάνε τ’ ονείρου.

ταξίδι

Όλο και πιο βαθιά
          μες στον θρήνο του δάσους.
Όλο και πιο χαμένος
          στους σκοτεινούς λυγμούς των δέντρων.
Όλο και πιο βαθιά
          μες στις ανοίκειες σκιές,
Το κουρασμένο χέρι βαθύτερα πίσω απ’
Τον μανδύα της γης που μας σκεπάζει,

τα δακρυσμένα μάτια σου μητέρα.
Σε φυλακή από νοσταλγίες σ’ είχανε κλείσει

Κι έγινε ο πόνος σου ερημικό ξωκλήσι.

Καθώς κοιτούσες

Εκεί που ανήκουν τα άνθη θα επιστρέψουν Εκεί που η νύχτα καραδοκεί Της τρυφερότητας την πηγή να πνίξει. Κι’ αν είναι η άρνηση βρισιά, Πώς να ξέρω με τι χρώμα θ’ ανθίσουνε πάλι. Δυό μονοπάτια τα μάτια από σκίρτημα σε θλίψη θα χαθούν Θα επιστρέψουν εκεί που ο άνεμος ανήκει, Ώσπου σε χώρο βυθιστούν κάποιας σιγής, Καθώς πεσμένα φύλλα. Χάρισέ μου τα μάτια σου τα δάκρια να μη πάν’ χαμένα. Τι τα μαργαριτάρια τόσο σπάνια είναι. Θα επιστρέψουν εκεί που το κύμα κάτι γαλάζιο γνέθει, Μήπως και ξεδιψάσουν τα ερέβη. Κι’ η αναζήτησή τους, σε τρικυμία τα δικά μου θα αλλάζει.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.