Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015
Η μάνα μου
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
Ο παραγιός
ένας παραγιός.
Δυο κορμιά βασανισμένα
όλο κι όλο μας το βιος.
Είμαι παραγιός σαν και σένα
κι όχι αφεντικό
Πού τα βρήκανε γραμμένα
ν' αρπαχτούμε εμείς τα δυο;
Είμαι παραγιός στην Αγιάσσο
κι είσαι στ' Αϊβαλί
Ρίξε σκάλα να περάσω
για να πιούμε ένα ρακί.
Μίλα σιγά
σαν θα ξαναβρεθούμε
μες στις φωνές μες στις κραυγές
να μην ξαναχαθούμε.
Σαλπιγκτή σώπασε,
έρημη κι άδεια είν' η πλατεία.
Στρατηγέ ξέχνα με,
ψάξε για μια νέα πελατεία.
Η ζωή βιάζεται
αχ και δεν μ' άφησαν
να χαρώ εσένανε κι όσα
μαζί σου αγάπησα.
Μίλα σιγά, πολύ σιγά
απάνω στην καρδιά μου
χρόνια που ζω χωρίς να ζω
γιατί είσαι μακριά μου.
Μια στιγμή δώστε μου
μια στιγμή μόνο για μένα,
για να βρω μέσα μου
όσα δεν μου έχετε κλεμμένα.
Η ζωή χάνεται
αχ και δεν μπόρεσα να χαρώ
εσένανε που μέχρι τώρα
δεν σε γνώρισα.
Γεια χαρά
τρέχω στους δρόμους
μπαίνω στις καρδιές σας
άιντε γεια χαρά
Σαν το Μάη φέρνω
κήπους στη ζωή σας
άνθη ματωμένα
άιντε γεια χαρά
Είμαι ένας στίχος
του σεβντά τραγούδι
σέρνω τη φωνή σας
άιντε γεια χαρά
Είμαι ένα κύμα
μπαίνω μες στα σπίτια
βρέχω τ' όνειρά σας
άιντε merhaba
Μέσα στην ταβέρνα
με κρυφή παρέα
πίνω την αλήθεια
άιντε merhaba
Σαν τη φλόγα είμαι
την ψυχή ανάβω
λάμπει η οργή σας
άιντε merhaba
Σαν καπνό φουγάρου
τα σινιάλα δείχνω
τ' άπιαστο αγγίζω
άιντε γεια χαρά
Είμαι το τραγούδι
στις καρδιές τρυπώνω
και τις πέτρες λιώνω
άιντε γεια χαρά
Γεια χαρά σας φίλοι
άνοιξη κι Απρίλη
γεια χαρά αδέλφια
άιντε γεια χαρά.
το τραίνο των 8
δεν ταξιδεύεις εσύ αγάπη μου χρυσή,
ταξιδεύει η λύπη μου και το καρδιοχτύπι μου
απόψε μέσα στο τρένο αυτό, το τρένο των οκτώ.
Καλό ταξίδι και κει που πας
να με θυμάσαι να μ' αγαπάς
να 'χω κουράγιο και να μπορώ
να σε καρτερώ, να σε καρτερώ.
Καλό ταξίδι κι αν πας μακριά
σ' έχω κλειδώσει μες στην καρδιά
και να γυρίσεις με το καλό
τον Θεό παρακαλώ.
Ένας μεγάλος σταθμός, μεγάλος κι ο καημός
ένας πικρός ουρανός πικρός κι ο χωρισμός,
έφυγ' η αγάπη μου κύλησε το δάκρυ μου
απόψε μέσα στο τρένο αυτό, το τρένο των οκτώ.
Καλό ταξίδι και κει που πας
να με θυμάσαι να μ' αγαπάς
να 'χω κουράγιο και να μπορώ
να σε καρτερώ, να σε καρτερώ.
Καλό ταξίδι κι αν πας μακριά
σ' έχω κλειδώσει μες στην καρδιά
και να γυρίσεις με το καλό
τον Θεό παρακαλώ.
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
Σεβάχ ο θαλασσινός
γαλέρες έρχονται και πάνε
ρεσάλτα κάνουνε οι μούτσοι
κι οι πειρατές μεθοκοπανε
στο καπηλειό το λιμανίσιο
Θάλασσα πικροθάλασσα
γιατί να σ' αγαπήσω
Σαρακηνοί και Βενετσάνοι
πιάνουν και δένουν στο κατάρτι
ελόγου μου τον καπετάν Γιάννη
το παλικάρι τον αντάρτη
τον άντρακλα τον πελαγίσιο
Θάλασσα πικροθάλασσα
γιατί να σ' αγαπήσω
Κι εκεί στου μακελειού την άψη
δαγκώνω τα σχοινιά τα λύνω
και μα τον ʼγιο Κωνσταντίνο
όλους τους ρίχνω μες στη χάψη
δεμένους με τα χέρια πίσω
Θάλασσα πικροθάλασσα
πώς να μην σ' αγαπήσω;
Σαν τον Μετανάστη
μέρα νύχτα λύνεις δένεις την πληγή
κι όλα γύρω ξένα κι όλα πετρωμένα
και δεν ξημερώνει να 'ρθει χαραυγή
Στράγγισε η ζωή σου που αιμορραγεί
κάθε ώρα τρόμος πόνος και κραυγή
και σ' ακούν οι ξένοι κι ο αδερφός σωπαίνει
αχ δεν είναι άλλη πιο βαθιά πληγή
Σύρμα κι άλλο σύρμα και χοντρό γυαλί
μάτωσε ο ήλιος την ανατολή
κλαις κι αναστενάζεις αχ ξενιτιά φωνάζεις
μα η ελπίδα μαύρο κι άπιαστο πουλί
Οι μέρες μας
μες στους δρόμους σκορπισμένα
φύλλα ποδοπατημένα
είναι οι μέρες μας.
Σαν κουβάρι που τ' αφήσαν
να ξετυλιχτεί στην τύχη
σιωπηλές σαν γκρίζοι ήχοι
είναι οι μέρες μας.
Όπως ο φυλακισμένος
που του έκλεισαν τις στράτες
απ' τα χέρια μας φευγάτες
είναι οι μέρες μας.
Σαν βιβλίο που 'χουν κάψει
πριν κανείς το 'χει διαβάσει
σαν τους φίλους που έχει χάσει
είναι οι μέρες μας.
Είναι οι μέρες μας.
Οι Κυριακές στην Κατερίνη
φεύγουν μαζί με τη βροχή
και τα μπουλούκια οι θεατρίνοι
παίζουν τη Γκόλφω μοναχοί
Και τα φαντάρια σαν κι εσένα
στριφογυρνάνε στο σταθμό
κι όπου ανταμώνουνε με τραίνα
κάτι τους πνίγει στο λαιμό
Τώρα θα κλαις και θα με ψάχνεις
κι απέ θα γέρνεις στη σκοπιά
σαν τα κλαδιά της πικροδάφνης
που την επνίξαν τα γιαπιά
Οδός Αριστοτέλους
στην Αριστοτέλους που γερνάς
έβγαζα απ' τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι
σου 'ριχνα στα μάτια να πονάς
Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους
κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους
τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ
Βγάζανε τα δίκοχα οι παλιοί φαντάροι
γέμιζ' η πλατεία από παιδιά
κι ήταν ένα πράσινο, πράσινο φεγγάρι
να σου μαχαιρώνει την καρδιά
Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους
κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους
τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ
Ο Λιόντας ο ληστής
πιάσαν το Λιόντα το ληστή
Στο Πήλιο στην Αργαλαστή
πιάσαν το Λιόντα το ληστή
που 'χε τα χέρια τέσσερα
τα πόδια δεκατέσσερα
κι έβλεπε κι απ' την πλάτη
μ' ένα μεγάλο μάτι
Τι φταίει που 'γινες ληστής
τον ρώτησεν ο δικαστής
φταίει που 'χα χέρια τέσσερα
και πόδια δεκατέσσερα
μα πιο πολύ το μάτι
που έβλεπα απ' την πλάτη
Δεν είχε κάνει φονικά
ούτε χρωστούσε δανεικά
μόνο που αυτό το μάτι του
το πίσω από την πλάτη του
τήραε τον αγά τον ψεύτη
το γενίτσαρο τον κλέφτη
Στο Πήλιο στην Αργαλαστή
πιάσαν το Λιόντα το ληστή
Νανούρισμα
με διαμαντόπετρες σωρό
του φεγγαριού το πήγαιν' έλα
στο πελαγίσιο το νερό
Αγόρι μου,αγόρι μου
αγόρι μου να σε χαρώ
Θα κεντήσω στ' ασημοπίστολα σου πλάι
της χελιδόνας το φτερό
κι έναν σταυρό να σε φιλάει
τις νύχτες που σε καρτερώ
Θα κεντήσω πάνω στο δίκοπό σου λάζο
το βλέμμα σου το καθαρό
αυτό το βλέμμα το γαλάζιο
που δε χορταίνω να θωρώ
Μοιρολόι
κάνε να μη σβήσει τούτο το κερί,
κι ούτε ένα λουλούδι να μη μαραθεί,
δεν τον σκοτώσαν έχει κοιμηθεί.
Κι εσύ αγέρα πάψε πια να κλαις,
δεν έχει φύγει ψέματα μου λες.
Μη κοιτάς το στήθος που 'χει ματωθεί,
δεν τον σκοτώσαν έχει κοιμηθεί.
Ζεστό σαν το ψωμί καθάριο σα νερό
ένα παλικάρι είκοσι χρονών
ούτε που τ' αφήσαν ν' απολογηθεί,
δεν τον σκοτώσαν έχει κοιμηθεί.
Μαύρο κοιμητήρι πώς και να γενείς
κάμπος της ελπίδας και της προσμονής;
Ο αρχάγγελός μου έχει πια χαθεί,
μου τον σκοτώσαν δεν θα ξαναρθεί.
Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011
Με φυτέψανε πάνω σε καμένη γη
Ήλιος κι άνεμος κι ούτε γύρω μια πηγή
Και μου ζητάς να γίνω δέντρο δροσερό
Δεν μπορώ. Είναι πια αργά
Το διψασμένο κλαρί δεν λυγά
Φύγε. Δεν υπάρχει γιατρειά
Δεν υπάρχει γιατρειά.
Πικρά φιλιά καίνε στα χείλη μου
Στο καλό, Απρίλη μου
άσε με στην ερημιά του καημού
Στα στρατόπεδα κι από κει στην προσφυγιά
Κάτσε μέτρησε πόσα χώρεσ' η καρδιά
και ξαφνικά μέσα στο δρόμο μου εσύ
Δυνατό, κόκκινο κρασί
Αχ, τι παιχνίδια μας παίζ' η ζωή...
Φύγε. Δεν υπάρχει γιατρειά.
Δεν υπάρχει γιατρειά.
Πικρά φιλιά καίν' στα χείλη μου
Στο καλό, Απρίλη μου
άσε με στην ερημιά του καημού.
Κόρδοβα
πουλάρι μαύρο, φεγγάρι γεμάτο
κι ελιές στο δισάκι μου
Αν και τους ξέρω τους δρόμους
ποτέ δεν θα φτάσω στην Κόρδοβα
Αχ τι ατέλειωτος δρόμος
Αχ πουλάρι μου γενναίο
Ο θάνατος αχ με καρτεράει
προτού να φτάσω στην Κόρδοβα
Μέσα από τον κάμπο
μέσα από τον άνεμο
πουλάρι μαύρο, φεγγάρι κόκκινο
Ο θάνατος με παραμονεύει
από τους πύργους της Κόρντοβας
λέι λιμ λέι
ήταν κάποτε τα φύλλα της καρδιάς λέι λιμ λέι
που τα μάρανε η μαύρη ξενιτιά λέι λιμ λέι
κι η αγάπη σου τα πήρε στη φωτιά λέι λιμ λέι.
Μη καλέ μου μη ζητάς απ’ το βοριά λέι λιμ λέι
τη συμπόνια απ’ τη δόλια μου καρδιά λέι λιμ λέι
ένα δέντρο που το κάψαν κεραυνοί λέι λιμ λέι
δεν ανθίζει, δε φοβάται, δεν πονεί λέι λιμ λέι.
Τούτη η στάχτη που τη σέρνει ο βοριάς λέι λιμ λέι
ήταν κάποτε τα φύλλα της καρδιάς λέι λιμ λέι
άφησε την στα σοκάκια να χαθεί λέι λιμ λέι
πόσο πόνεσα ποτέ μη μαθευτεί λέι λιμ λέι.
Κίτρινη πόλη
το πόμολο της πόρτας παγωμένο
Ακόμα μια νύχτα που σε περιμένω
μα πάλι δε θα 'ρθείς
Πέρασ' η ώρα, ντιβάνι μισερό
στρωσίδι που μυρίζει απ' τη κλεισούρα
Ακόμα μια νύχτα στην ανεμοδούρα
να τρέμω τον καιρό
Βήματα ξένα στη σκάλα την παλιά
θα είναι ο απέναντι εργένης
Ακόμα μια νύχτα που ζεις και πεθαίνεις
σε άλλη αγκαλιά
Κάποτε θα 'ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ' αγαπούν
και πώς σε θένε
Έχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν
Και όταν θα 'ρθουν οι καιροί
που θα 'χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα
Ήσουνα φεγγάρι
χίμηξε κι απόψε να με βρει
κι έγινε το σπίτι ένα δάσος πετρωμένο
πού 'μοιαζαν τα δέντρα του σταυροί.
Έρημο τραγούδι από αίμα κι από χιόνι
κλαίει στα παλιά μου τα χαρτιά
όπως το φτωχό μου το κορμί που δεν παλιώνει
για να το πετάξω στη φωτιά.
Ήσουνα φεγγάρι κι ήμουνα πουλί
πέταξα για να σε φτάσω
κι όταν σ' είχα φτάσει μέχρι το φιλί
σ' έσβησ' η ανατολή.
Έπεφτε βαθιά σιωπή
στο παλιό μας δάσο
"τρέξε να σε πιάσω"
μου χες πρωτοπεί
Και όταν έτριζε η βροχή
στα πεσμένα φύλλα,
πόση ανατριχίλα
μέσα στην ψυχή.
Κίτρινο πικρό κρασί,
κίτρινο φεγγάρι,
φεύγαν οι φαντάροι
έφευγες και συ.
Κι είχες μέσα στην ματιά
ένα σκούρο θάμπος,
ένα σκούρο...σάμπως
να ‘πεφτε η νυχτιά
Κάποια κόκκινη πληγή
που δεν λέει να κλείσει,
το μικρό ξωκλήσι
δίπλα στην πηγή
Και μια κίτρινη σιγή
στο παλιό μας δάσο,
πώς να σε ξεχάσω
που σε πήρε η γη
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.