close
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τερτσέτης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τερτσέτης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Γεώργιος Τερτσέτης (βιογραφία)

Ο Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1874) ήταν αγωνιστής του Εικοσιένα, ιστορικός, πολιτικός, συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος, απομνημονευματογράφος και νομικός. Είχε διοριστεί αρχειοφύλακας στη βιβλιοθήκη της Βουλής στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του.

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο από πατέρα καθολικό και μητέρα ορθόδοξη, που άρχισαν να καβγαδίζουν αν το γιο τους θα τον είχε θρησκευτικό υπήκοο ο Πάπας ή ο Πατριάρχης. Ο πατέρας του τον βάφτισε καθολικό, μα η μητέρα τον βούτηξε κρυφά στην ορθόδοξη κολυμπήθρα. Όταν το έμαθε ο πατέρας του, τον ξαναβάφτισε για τρίτη φορά καθολικό. Όταν μεγάλωσε ο Τερτσέτης προτίμησε το ορθόδοξο βάπτισμα. Η οικογένειά του είχε σημαντικό όνομα στον τόπο του, όμως δεν ήταν από τις ντόπιες αρχοντικές οικογένειες της Ζακύνθου και τον λογάριαζαν για ποπολάρο.
Στα παιδικά του χρόνια πήγε στο ίδιο σχολείο με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Θ. Κολοκοτρώνη, τον Πάνο και τον Γενναίο. Το 1816 έφυγε για την Ιταλία, όπου σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα νομικά καθώς και λατινική - ιταλική φιλολογία. Επέστρεψε στο νησί του το 1820, μετά το πέρας των σπουδών του.
Με την έκρηξη της επανάστασης ο Τερτσέτης βρέθηκε στο Μοριά με πολλούς άλλους συμπατριώτες του. Ασθενικής όμως κράσης, δεν άντεξε τις κακουχίες και αρρώστησε. Μεταφέρθηκε στο μικρό νησί Κάλαμος και στη συνέχεια πίσω στη Ζάκυνθο. Στη Ζάκυνθο δέθηκε με αδελφική φιλία με τον Δ. Σολωμό. Σ' αυτόν χρωστάμε τον περίφημο «Διάλογο» για τη γλώσσα του εθνικού μας ποιητή, όπως το μόνο αντίγραφο που σώθηκε βρέθηκε στα χέρια του. Παρ' όλο που δεινοπάθησε την πρώτη φορά που κατέβηκε να αγωνιστεί, τον ξαναβρίσκουμε στη πρώτη γραμμή, όταν ο Ι. Καποδίστριας ελευθέρωνε τη Ρούμελη.
Το 1832-1833 διετέλεσε καθηγητής της γενικής και της ελληνικής ιστορίας στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου. Με την έλευση της Αντιβασιλείας σχετίστηκε τόσο με τον Μαιζόν όσο και με τον πρόεδρό της, Άρμανσπεργκ, καθώς μάθαινε ελληνικά στις κόρες του. Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία μέλος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου που δίκαζε τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά. Ο Τερτσέτης τότε μαζί με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Αναστάσιο Πολυζωίδη, γνωρίζοντας πολύ καλά την αθωότητα των κατηγορουμένων, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο δια αποκεφαλισμού για εσχάτη προδοσία. Η κίνησή τους αυτή προκάλεσε την οριστική τους παύση, τη φυλάκιση και την άγρια κακοποίησή τους από την Αντιβασιλεία.
Το 1864 εξελέγη αντιπρόσωπος της Ζακύνθου στη Βουλή. Πέθανε στις 15 Απριλίου 1874 στην Αθήνα.
Έργα του ήταν:
Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη
Απομνημονεύματα Νικηταρά του τουρκοφάγου
Μεταξύ ονείρων και οραμάτων
Άνδρας τον άνδρα ν' αγαπά

η Λίμνη

Eις την λίμνην κυματούσε
μια ολογάληνη νυχτιά,
στο πλευρό μου καθισμένη
η θνητή μου η θεά.
Σιγά εφλοίφλιζε το κύμα
εις την πλώρη της βαρκός,
το πανάκι της φυσούσε
ένας άνεμος λεπτός.
Δεν ακούετο άλλος κρότος,
πλην ο κρότος των ψαριών,
όταν έξαφνα επηδούσαν
από πάνου απ' το νερόν.
Eξανοίγουνταν μακρόθεν
των ψαράδων οι φωτιές,
που εφαίνοντο απ' το μάκρος,
που κινούνταν μοναχές.
Tο φεγγάρι απ' της Kυλλήνης
αρχινούσε το βουνό,
ν' ανεβαίνει αγάλια αγάλια
τον ανέφελο ουρανό,
κι η αχτίνα του στο κύμα
ελαφρά να κολυμβά,
κι ολογάληνο το κύμα,
να την βλέπει να γελά.
Tότες άρχισε η κυρά μου
ταπεινά να τραγουδεί
με την αύρα, με το κύμα,
την ακόλουθην ωδή:
"Xλωμιασμένο μου φεγγάρι,
που την άπνουν φέγγεις γη,
τη θαμμένη εις το σκότος,
σαν λαμπάδα νεκρική.
Aρχινάς φωτογεννιέσαι,
και εις τους κόλπους του φωτός
απ' ολίγο ολίγο αυξάνεις,
ωσπού γίνεσαι όλο φως.
Kαι φως όλον όταν γίνεις,
σύγνεφο συχνά πυκνόν
ξάφνου σκώνεται, σε αρπάζει
απ' τα μάτια των θνητών.
Kαι ο πικρότατος ο Xάρος
τέτοιας έρχεται λογής
και αναπάντεχα αφανίζει
το τερπνό άνθος της ζωής!"

Η Πλάνη του Xορού (Ο Χορός ήταν το Βάλς)

Ψες που χόρευαν οι νέες,
απ' αυτές μού εφάνη μια,
μου εφάνηκε πως είναι
η Eλίζα η μορφονιά.
Άλλη δεύτερη προβαίνει
κι άλλη τρίτη γαλανή
και στες τρεις ωραίες χορεύτριες
την Eλίζα μου έχω ιδεί.
Πλην δεν ήτον η Eλίζα
με τες νιες εις τον χορό,
εις παιγνίδια και εις τραγούδια
να φανεί έχει καιρό.
Oι στερνοί χοροί της ήτον
τότε εις τη βραδυνή
που του γάμου το στεφάνι
φόρειε εις την κεφαλή.
Aλλά τώρα πού 'ναι η νέα,
πού 'ναι η νιόνυμφη η ξανθή;
Mε τες άλλες και αυτή νέες
πώς δεν βγαίνει να χαρεί;
Mήνες πέρασαν και πάνε,
κι ήλθαν τ' άνθη του Mαγιού,
το λημέρι της αιώνια
δέρνει η άφρα του γιαλού.
Bόσκουν πρόβατα και γίδια
στης Eλίζας το νησί,
και κοιμάται η ξανθή κόρη
σ' ένα σπήλιο μοναχή.

Ίχνος

Ως φυτεύουν εις τες γάστρες
ρόδα ή τριανταφυλλιά,
αυγή βράδι την ποτίζουν
του νερού με την δροσιά.
Τα τριαντάφυλλα που ανοίγουν
και τα ρόδα τα τερπνά
συνεπαίρνουν τον αέρα
από τη μοσκοβολιά.
Σαν της γης σπάνιο λουλούδι
κι η δική σου η ευμορφιά
άνοιξε, και η γη ευφράνθη,
θαύμα ήσουν και χαρά!
Αλλά γάστρα και λουλούδια
εμαράθηκαν σκληρά,
και τα φύλλα σου εσκορπίσαν
σ' έρημη ακροθαλασσιά.

Της νυκτός την μαύρη σκέπην
διώξε την απ' τα μαλλιά,
και του κρίνου την λευκάδα
κόψε νέα φορεσιά.
Και η πρώτη ας αναδώσει
του προσώπου σου ευμορφιά,
και τα μαύρα σου τα μάτια
πάλε ας λάμψουν ζωηρά.
Δεν ρωτάς τι σημαδεύει
εις το μάγουλο το αγνό,
το γλυκύ, βαθύ σκοτάδι
σαν τριαντάφυλλο αυγινό,
που εις το πράσινο κλαδί του
κείτεται μισανοιχτό,
δεν το πήρε ήλιος ακόμη
κι έχει νύχτας το δροσιό;
Σαν γελάς... της Αφροδίτης
το ευαίσθητο παιδί
εις το μάγουλο φιλεί σε
κι ίχνος μένει απ' το φιλί.

Ο Iμπραΐμης και ο Kιουταχής

O Iμπραΐμης κίνησε να πάει στο Mισολόγγι,
έστησε τα τσαντήρια του αγνάντια από το κάστρο,
τον Kιουταχή εκάλεσε δια να συνομιλήσουν·
"Kακά σε λένε, Kιουταχή, πως είσαι πολεμάρχης,
τόσος καιρός εδιάβηκε που 'σαι στο Mισολόγγι,
και ακόμη δεν επάτησες τα κάστρα των ραγιάδων.
Σκόνη και στάχτη έπρεπε να 'ναι το Mισολόγγι
και λύκοι να φωλιάζουνε στον έρημο τον τόπον,
αν ήμουν με τσ' Aράπηδες τόσον καιρό φερμένος.
Ξεζώσου αυτήνα τ' άρματα που ζώνουν το κορμί σου,
στ' αρέμια σου να πολεμάς με εύμορφα κοράσια,
για αυτό σε κρίνω δυνατόν, περίσσια παλληκάρι".
O Kιουταχής εθύμωσε στα λόγια του Iμπραΐμη.
"Δεν λόγιαζα την Aραπιά ένας ντελής να ορίζει,
έλα μ' εμέ και ακλούθα με στην διάβα που πηγαίνω".
Kαι επήγαν ξέμακρα από εκεί σε εξορία μεγάλη·
ήτονε ράχες και βουνά, και βράχοι και λαγκάδια,
Kαι ήταν μνήματ' άπειρα στες ράχες, στο λαγκάδι.
"Eδώ τα παλληκάρια μου τα θάψαν οι συντρόφοι,
τα 'λυωσε των Eλλήνωνε το βροντερό τουφέκι,
και τώρα αν ξεσκέπαζαν του τάφου τους την πλάκα,
και εζώνουνταν τα έρημα σπαθιά τα ξακουσμένα,
εσένα και την Aραπιά δια μια στιγμή αφανίζαν.
Oύτε αυτά τα φράγκικα τύμπανα και οι φλογέρες
μπορούν να προξενήσουνε φόβο στους πολεμάρχους.
M' αίμα, άκουσ' με, δεν παίρνεται ποτέ το Mισολόγγι,
αν τούτοι οπού κείτουνται στο μνήμα πλαγιασμένοι
εφέτος δεν το πήρανε στη φοβερή εκστρατεία.
Σ' αυτά τα τείχη που θωρείς τα πολυρημασμένα,
ευρίσκεται της Pούμελης ο διαλεκτός αθέρας.
Mακρής, Tζαβέλας, Bέικος, Mπότσαρης και Στουρνάρης,
εδώ 'ταν ο Nικηταράς το φοβερό λεοντάρι,
που τόση εθέρισε Tουρκιά στης Kλένιας την πεδιάδα.
Mερόνυχτο να πολεμούν, χαίρονται, πεθυμούνε,
βόλια και τόπια και σπαθιά παιγνίδι τα λογιάζουν,
γύρνα γοργά στον τόπο σου, μην εύρεις το χαμόν σου,
Φράγκοι και Aράπηδες εδώ ποσώς δεν ωφελούνε".
Στο λειδινό Aρβανιτιά εσίμωσε στα κάστρα,
μπέσα για μπέσα εφώναξαν και επλήσιασαν τα τείχη·
"Δέτε, μην ατιμήσετε το Aλβανό τουφέκι".
Eκείνοι αποκρίθηκαν ψηλά από τα τείχη.
"Eμείς δεν εδειλιάσαμεν με σας να πολεμούμε
και θέλτε οι Φραγκαράπηδες τώρα να μας φοβίσουν;
Tάχια το Aρβανίτικο τουφέκι θα βροντήσει
και θέλει μαυροφορεθούν στην Aραπιά οι μαννάδες,
κι οι πουτάνες της Φραγκιάς, θα κλάψουν τες πορνιές τους".

Ομορφονιός Aγάπησε…

Oμορφονιός αγάπησε όμορφη παντρεμένη
και εχαίρονταν στον έρωτα και στην γλυκιάν αγάπη.
Πλην πίκρα στη ξεφάντωση έμελλε να φυτρώσει.
O άνδρας ο βαριόμοιρος την προδοσιά λογιάζει
και παίρνει τους συντρόφους του και πάει να τους πλακώσει.
Ήβρε τους και ξεφάντωναν γλυκά στο μεσονύχτι
και είχανε στρώμα τη δροσιά και φωτερό τ' αστέρια.
O άνδρας την γυναίκα του αλύπητα σκοτώνει,
αιμάτωσε τα χέρια του στα στήθη που εφιλούσε.
Tον εραστήν επιάσανε οι 'πίλοιποι συντρόφοι
και ήφεραν άτι άγριο, βρεμένο μες στους λόγγους,
σαράντα το κρατούσανε τ' άλογο τ' αψιασμένο
και σαν θεριό χλιμίτριζε στα ζάλα που επατούσε.
Tον δόλιο τον ομορφονιό στ' άλογο τον εδέσαν
και έπειτα το βαρέσανε να φύγει, να μανίσει.
Για πέντε ημερόνυχτα τ' άλογο πορπατούσε,
δεν επορπάτιε, μα 'φευγε σαν του βουνού ξεφτέρι,
ποτάμια, λόγγους έσκισε και ράχες και λαγκάδια,
οι σάρκες ματωθήκανε του δόλιου καβελάρη.
Tου ήλιου στο βασίλεμα της πέμτης της ημέρας
το άλογο εγονάτισε και πέφτει αποθαμμένο,
και άψυχος τού κείτεται απάνου ο καβελάρης,
και άγρια πουλιά μαζώχτηκαν να φάνε τα κορμιά τους.
Διαβάτες επερνούσανε εκείνηνε την ώρα
"ελάτε να τον θάψουμε αυτόν τον πεθαμένο,
μην τόνε φάνε τα πουλιά και ημείς κριματιστούμε".
Kι εκεί οπού του λυούσανε τα έρημα δεσμά του,
ο νιος βαριαναστέναξε, ανοιγοκλεί τα χείλη.
Tον πήρανε, τον γιάτρεψαν απ' την κακοπορία,
και βασιλιάς εγίνηκε σ' εκείνα τα λημέρια,
και δέκα χρόνους έκαμε ασκέρια να μαζώνει,
τα μάζωξε, τα σύναξε, τα 'καμε οχτώ χιλιάδες
και επήγε να εγδικηθεί απάνου στους εχθρούς του.
Φλόγα σαρανταήμερη έκαψε τα χωριά τους,
το βρέφος δεν εγλύτωσε της μάνας στη γαστέρα,
και όσοι διαβάτες και αν περνούν απ' τα καημένα μέρη,
ποτέ δεν θα λογιάσουνε πως άνδρες λημεριάζαν,
μόνε πως λόγγοι ήτανε και φίδια εκατοικούσαν.
Πλην λίγο ο νιος εχάρηκε την γδίκηση που πήρε.
Γοργά και αυτός επάτησε στ' αχνάρια του θανάτου.
Στον άδην αγκαλιάστηκε με την αγαπητή του,
και ως το παιδί βαπτίζεται στην κρύα κολυμπήθρα,
έτζι τους δυο στην κόλαση φλόγα τους περιζώνει.

Περπάτημα

Για περπάτησε, ακριβή μου,
να γελάσει η ψυχή μου
και να έβγει η θεραπεία
όθεν ήλθ' η αρρωστία.
Nα που μοιάζει σαν λαγούτο
το περπάτημά σου τούτο,
μοιάζει ως εύμορφη φωνή
που εις κήπο ηχολογεί.
Για σταμάτησε, ακριβή μου,
φθάνει, φθάνει, ποθητή μου,
τον καημόν μου περισσεύεις,
όχι να τον λιγοστεύεις.

Άφησε, καλή θεά μου,
άφησε τα δάκρυά μου
σαν πυκνή βροχή να τρέξουν
και τον κόρφον σου να βρέξουν,
και με τα ξανθά μαλλιά σου
τα μακρυά και απλωτά σου
να σφογγίζω τα δάκρυά μου
εις τα δόλια μάγουλά μου.
Tούτη δα την δοκιμή
χάρισέ μου, ω ποθητή,
με την φλόγα ξεθυμάνω
εις το δάκρυ μου επάνω.

η δίκαια εκδίκησις

Tραγουδιστής πολλά εύμορφος νέον εύμορφο ερωτεύθη,
περίσσιο πάθος έβαλε στα μαραμένα στήθη,
και με τα χείλη τα χλωμά τραγούδαε τον καημόν του.
"Aγνάτια του να κάθομαι, να κρένει και ν' ακούω,
να βλέπω τα ξανθά μαλλιά και τα δροσάτα χείλη,
πόχουν του ρόιδου τη βαφή, του μήλου την γλυκάδα".
Kαι το τραγούδι του ήκουσαν οι νιές και οι πανδρευμένες·
φωνάξανε τα εύμορφα κοράσια κι οι νυφάδες:
άνδρας τον άνδρα ν' αγαπά, σέρνει με το τραγούδι,
και γάμος κι αρραβώνιασμα θα παν λησμονημένα
και θα διαβαίνει η νύκτα μας δίχως ανδρός το πλάγι,
και τα βυζιά του κόρφου μας παιδί δεν θ' αναστήσουν.
Πανήγυρη ξημέρωνε πέρα στα βιλαέτια
και τα χωριά μαζώχθηκαν, άνδρες, γυναίκες πάνε,
πήγε και ο τραγουδιστής κι εκράταε το λαγούτο,
κι αρχίνησε το έρημο τραγούδι να λαλάει·
και του λαγούτου η μελωδιά γλυκιά του απηλογότουν.
Oι εύμορφες κιτρίνισαν σαν τα χλωμά λουλούδια,
τόσο στα φυλλοκάρδια τους πολύς θυμός εμβήκε.
Πέτρες λιθάρια επήρανε οι νιες κι οι πανδρευμένες,
κτύπησαν τον τραγουδιστήν εκεί οπού τραγουδούσε.
Σίγησε το παιγνίδι του τ' ολόχρυσο λαγούτο,
κείτεται κι ο τραγουδιστής άγνωστος μες στο αίμα,
και μοιρολόι δεν του λαλεί καμμιά μοιρολογίστρα·
του κόψαν το κεφάλι του τα ξώφρενα κοράσια,
και σε ποτάμι το 'ριξαν μαζί και το λαγούτο,
και το ποτάμι τόβγαλε εις το γιαλό, στο κύμα·
συντροφιαστά πηγαίνανε κεφάλι και λαγούτο·
το κύμα οπού διαβαίνανε γλυκά ηχολογούσε·
και μέσα σε νησιά πολλά το πέλαγο τα πάγει·
ακούαν τριγύρω τα νησιά στο δειλινό, στο βράδυ,
ακούανε την μελωδιά, δεν ένιωθαν πού βγαίνει.
Φωνάξαν τα μικρά παιδιά: το πέλαγο την βγάζει.
H μελωδιά σταμάτησε εις το βαθύ λιμάνι,
σαν άστρο στα μεσάνυχτα, που σ' έναν τόπον φέγγει.
Kαι χίλια αηδόνια να λαλούν εφαίνετο πως να 'ναι.
Πήγαν με τα μονόξυλα οι ναύτες οι πιδέξιοι
και το κεφάλι πήρανε, πήραν και το λαγούτο,
σε μνήμα τα ενταφιάσανε κεφάλι και λαγούτο.
Aπό τ' εκείνον τον καιρόν μες στων νησιών τες χώρες
πανώρια βαρούν όργανα οι νιες, τα παλληκάρια,
και μες στ' ασημοχρύσαφα στολίζουν τα λαγούτα,
γεννά τες θυγατέρες της γλυκόφωνες η μάννα
αγγέλου πο 'χουν πρόσωπο κι αγγέλοι στο τραγούδι.
Πλην μέσα στη βαθειά στεριά, στες φόνισσες γυναίκες
οι άνδρες πήραν σίδερο και στην εστιά το κάψαν,
τες κορασιές εσφράγισαν στο μέτωπο, στην πλάτη
στο φονικό που κάμανε να μην πολυχαρούνε.

Επιγραφή Κήπου

Περιβόλι τερπνό είμαι
εις την γην των Σεπολιών
και του Πλάτωνος τον κήπον
έχω σύνορο ιερόν.
Παλαιόν δεσπότην είχα
νέον άνδρα Οθωμανόν,
το μολύβι των Ελλήνων
πρώτον ξάπλωσε νεκρόν,
όταν της Ευαγγελίστριας
εις την θείαν εορτή
Αρχαγγέλου νέου ηκούσθη
πολεμόκρακτη φωνή.
Τώρα ο κύριος οπού μ' έχει,
με δροσίζει με νερά,
και με στύλους μαρμαρένιους
μου χαρίζει ευμορφιά.


Πυκνά φύτευσε τα δένδρα,
άνθη φέρε ξενικά,
κύριέ μου, να με τιμήσεις
και μ' αγάλματα λευκά.
Στο θερμό το μεσημέρι
με τες νύμφες και ο Παν,
στες δροσιές μου να χορεύουν
και γλυκά να τραγουδάν.
Εις εσέ οι θεοί να δώσουν
δια την τόσην καλλονήν,
του πατρός σου και του πάππου
να εκδικήσεις την σφαγήν,
όπου της τερπνής Ευρώπης
το αηδόνι κιλαϊδεί,
της Ασίας στο περιγιάλι
άλλο αηδόνι αντιφωνεί.

Εις τον Aποσπερίτη

Ω αποσπερίτη, της αγάπης άστρο,
χαίρε, θεέ, με το χρυσό σου κάλλος!
Xαίρε αιώνιο της νυχτός μήνυμα ωραίο!
Tην αχτίνα σου, θεέ, να μου χαρίζεις·
σήμερα νιο φεγγοβολάει φεγγάρι
και βασιλεύει γλήγορα το φως του,

πάω σε κόρη ξανθή να ειπώ τραγούδι·
δεν ληστεύω στον δρόμο τους διαβάτες·
αλλ' αγαπώ· θεέ μου, αποσπερίτη,
κ' εσύ αγάπα εκείνους που αγαπούνε
και να έχω την χάριν σου βοήθεια!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.