close
Showing posts with label ΠΑΛΙΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΠΑΛΙΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ. Show all posts

27.6.13

OI ΠΑΛΙΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ

 

H ολη ιστορια με τις παρεες, εφερε στο νου μνημες απο κεινα τα χρονια, που οχι μονο οι παρεες , αλλα και οι γειτονειες ηταν αλλιως.

images[70].jpg.Η βροχη  μου θυμιζει το παλιο σπιτι που σε καθε βροχη το ταβανι ετρεχε και καμια δεκαρια κατασαρολακια καναν τον αποδεκτη αυτης της βροχης .Τοτε νερο δεν ειχε . Νερο περναμε με τα παγουρια απο μια βρυση καπου 600 μετρα μακρια η απο τον νερουλα που ερχοταν τα απογευματα και πουλουσε το νερο.Το νερο που μαζευαν τα κατσαρολακια ομως δεν εκανε για τιποτα ωστοσο η μανα μου ελεγε να το κραταμε .

ΣΤη Θεσσαλονικη σε συνοικια εμενα ,αλλα ηταν σαν χωριο. Πεντε δεκα απιτια μαζεμενα καναν την γειτονια, μια γειτονια που ο ενας ηξερε τον αλλον, τον καλημεριζε, ενδιαφεροταν, σε ηξερε και τον ηξερες .Ετρεχε οταν ειχες αναγκη αλλα και οταν δεν ειχες αναγκη. Και πιο κατω αλλη μια γειτονια και ενδιαμεσα αλανες και δρομοι απο χωμα Τι λασπουρια ειχε με την βροχη αλλο πραμα! Η χαρα των νοικοκυρων .

.Εμεις παιδια τοτε τα απογευματα κυριως τα καλοκαιρια με το κομματι ψωμι στο χερι και με λιγο σαλαμι η ζαχαρη, (τι μυρωδια κι αυτη του ψωμιου ακομα τη θυμαμαι, εντονες γευσεις και κεινο το κακαο ,που εφερνε ο γαλατας ολο γλυκα ηταν και με γευση που δεν την ξαναβρηκα)

images[18].jpgΠαιδια τοτε λοιπον, αλωνιζαμε τις αλανες αγορια, κοριτσια ,τρεχαμε παιζαμε πολεμο, το ενα δυο τρια κοκκινο φως , κρυφτο ,και πολλα αλλα ξεχασμενα πια , αλλα και ξυλο .Επεφτε ξυλο μεταξυ μας για οποια διαφωνια μεγαλη προεκυπτε, η ανταγωνισμο ,η γιατι σε κοροιδευαν η τους κοροιδευες. Και την αλλη μερα παλι μαζι μακρινα γελια και τρεξιματα στο κοσμο που ηταν αλλιως γεματος ονειρα και ηταν ολος δικος μας.Και δεν ειχαμε ψυχολογικα προβληματα ,παρα το οτι ο κοσμος μας ηταν απλος και χωρις πολλα.παιχνιδια τυπου Μπαρμπι η Σπαιντερμαν.

Οι γονεις μας δεν φοβοντουσαν τα αυτοκινητα ουτε τους αγνωστους αυτα δεν υπηρχαν εκει, ηταν πιο κατω μεσα στην πολη. Ο καθε γονιος προσεχε το παιδι του αλλου. Μαζεμενοι σε παρεες, οι μεγαλοι κατω απο την κληματαρια και το γιασεμι με ενα απλο μεζε οι αντρες και το ουζακι η το κρασι απο το χωριο ( η πολυτελεια ηταν η μπυρα τοτε,) και με τις γυναικες μαζεμενες εκει κοντα να ετοιμαζουν τον μεζε ,να μιλουν ,να γελουν, να κοτσομπολευουν ,να λενε τα καθημερινα τους.η και να κλαιν ακομα γιατι εβγαινε και το παραπονο η η στεναχωρια.Και καμια φορα να μαλωνουν αλλα μετα απο λιγο να ναι παλι μαζι ενωμενες στο κοινο μετεριζι τους.

images[46].jpgΚαι καπου εκει κοντα το τραγουδι. Απο ενα παλιο ραδιοφωνο , η πικαπ, να βγαινει η φωνη του Καζαντζιδη, η του Τσιτσανη και να τραγουδαει τους καημους της ξενιτιας η της αγαπης.Απο τοτε μου μεινε εκεινο το τραγουδι του Μ. Θεοδωρακη και που το τραγουδουσε ο Καζαντζιδης και εχει δωσει ομορφια στα σαββατα μου.

"" Σαββατο βραδυ εμορφο η κι ο χριστος ανεστη/

Οι αντρες γυρνα απο την δουλεια με το βαρυ καημο τους

/ κι ενα τραγουδι του Τσιτσανη παιζει καπου μακρια/

Παει και αποψε το ομορφο το ομορφο το αποβραδο /

απο Δευτερα παλι πικρα και σκοταδι αχ! να ταν η ζωη μας Σαββατοβραδο!

Καθε σπιτι ειχε και απο εναν ξενιτεμενο, αλλα και πολλοι, μολις ειχαν γυρισει απο τηνbougevilia_small[1].jpgΓερμανια. Ετσι και οι δικοι μου .Γυρισαν λιγο πριν την δικτατορια το 1967 με τα ονειρα ανεκπληρωτα ακομα και με ενα κουτι που το ελεγαν τηλεοραση. Τοτε δεν υπηρχε σταθμος στην Ελλαδα .Το κουτι που το ελεγαν τηλεοραση ,εκανε χρεη επιπλου. και οι γειτονισες ψαχναν να δουν πως μεσα απο αυτο το κουτι θα μπορουσαν να δουν αυτα που ακουγαν για την τηλεοραση. Οταν εγινε ο πρωτος σταθμος, (εδω ξεκινησε απο θεσσαλονικη ),ολη η γειτονια ειχε μαζευτει στο σπιτι μας, Η Τηλεοραση βγηκε απο το σαλονι και εκατσε καπου αναμεσα στην πορτα της κουζινας και προς την αυλη.Και εμενε εκει ολο το καλοκαιρι.

Καρεκλες στημενες ,και η γειτονια μαζεμενοι ολοι βλεπαν καθε βραδυ την ΥΕΝΕΔ και αργοτερα την ΕΙΡΤ.Και θαυμαζαν !Το σπιτι μας ηταν το επικεντρο γενικως χειμωνα καλοκαιρι, μεχρι που και καποιος ακομα γειτονας αγορασε τηλεοραση και μετα, καποιος ακομα και μετα κλειστηκαμε ολοι ο καθενας στο σπιτι του και η παλια γειτονια ξεχαστηκε . Την θεση της πηραν ψηλα κλουβια

CAYBCZED.jpgΤωρα που το σκεφτομαι αν και φτωχα αν και στερημενα ηταν ομορφα χρονια. Χρονια που τα προσωπα και οι οσμες,οι φωνες τα τραγουδια αγγιζαν τον νου και μεναν ..Χρονια που ηξερες οτι δε θα σαι μονος οτι εκει διπλα ειναι καποιος παντα.Και δεν μπορουσες να κρυψεις και τιποτα βεβαια .

Η γειτονια και οι ανθρωποι της γειτονιας .Και μεγαλωσαμε μεσα σε αυτες τις οσμες και τις κρυφες απο μας κουβεντες των γυναικων, και μεσα στο βασιλικο ,το γερανι και το ανθισμενο γιασεμι. Και τα βραδια τα αστρα ηταν πολλα και λαμπαν δυνατα και ο ουρανος γεματος με φως και φεγγαρια.

Μακαρι και τα παιδια μου να ζουσαν αυτη την γειτονια και μακαρι να μεναμε σ αυτην την γειτονια καθε φορα που οι τοιχοι ερχονται πανω μας.

Και καπου εκει μακρια να κλαιει ενα τραγουδι του Τσιτσανη.......

Αντε και να πιουμε τον πρωτο καφε της ημερας στον καφενε μας

Μια οσμη απο παλια γειτονια και καλης παρεας πλαναται στον αερα και θαρω πως βγαινει

απο την δικια μας γειτονια εδω αλλα και απο αλλες γειτονιες  που δεν τις γνωρισαμε ακομα.

πηγή

Αναρτήθηκε από pisostapalia.blogspot.gr

28.3.13

HTAN H ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ ….

 


Του Δημήτρη Πετρόπουλου:


Ήταν η γειτονιά μας εκείνα τα χρόνια, ο κόσμος μας όλος!

Εκείνα τα χρόνια, μιλάμε για την δεκαετία του 1950, όταν λέγαμε ‘’ η Γειτονιά μας’’, δεν εννοούσαμε μόνο τον τόπο, αλλά και τη μάζωξη των γειτόνων, είχε δηλαδή και κοινωνική έννοια. Στην αγορά ήταν τα καταστήματα, τα καφενεία,

ο κόσμος που πέρναγε, αλλά πίσω από τα χτήρια της αγοράς σχηματίζονταν οι κοινωνικές γειτονιές. Το μέρος της συγκέντρωσης ήταν ένα διαλεγμένο μέρος που έπρεπε να έχει απλοχωριά και να είναι προφυλαγμένο από τον αέρα.

Τ’ απογεύματα, από τον Μάη μέχρι πέρα τον Σεμπτέβρη, σχεδόν καθημερινά, οι γυναίκες που δεν μπορούσαν βέβαια να πάνε στό καφενείο, μαζεύονταν εκεί. Μία έφερνε την κοντή καρεκλίτσα της, άλλη έφερνε σκαμνάκι ή καμιά φορά μερικές κάθονταν και επάνω σε επίπεδες πέτρες που με τον καιρό είχαν αποθέσει εκεί.
Γεμάτο γειτονιές το χωριό μας, στου Μούστα , στο Σπανοχώρι, στου Τσαούση , στην Αλλαγή.
Ά ν πέρναγες από ξένη γειτονιά, όλοι σε χαιρετούσαν και μόλις προσπέρναγες, τα βλέμματα σε ακολουθούσαν μέχρι να χαθείς στη στροφή του δρόμου,και ακολουθούσε το σχετικό κουτσομπολιό. Έτσι και είχες και κανά μικρό κουσουράκι... κάηκες.
Όλες οι γειτονιές του χωριού μου, λίγο πολύ ήταν όμοιες, μα εγώ θα σας μιλήσω ειδικά για την δική μου γειτονιά όπως την θυμάμαι.

Image

Μπροστά στην αγορά, ήταν το καφενείο του Μητσιάκου και απέναντι ακριβώς ήταν παλιότερα το φαρμακείο του Μήτρου του Ντόγκα που αργότερα έγινε μπακάλικο του Παν Κοντογιαννόπουλου. Αριστερά ήταν ο φούρνος του Ρήγα και δεξιά το καπνοπωλείο του Χρ. Δημόπουλου. Τις Κυριακές το καφενείο γέμιζε κόσμο με τις καρέκλες να απλώνονται σε αρκετό μήκος του δρόμου. Εκείνες τις Κυριακές, παρά τη φτώχεια που τυραννούσε σχεδόν όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι φορούσαν το καλό τους κοστούμι, γραβάτα και οι ηλικιωμένοι την ρεμπούπληκα. Έπιναν τον καφέ τους έπαιζαν την πρέφα τους ,πειραζόντουσαν μιλούσαν ένιωθες πως η Κυριακή ήταν μια ξεχωριστή ημέρα.
Και πίσω από την αγορά η γειτονιά μας.
Οι γείτονές μου ήταν ωραίοι άνθρωποι, οικογενειάρχες, δεν θυμάμαι σοβαρές διχόνοιες μεταξύ τους. Όλοι πάσχιζαν να αναθρέψουν τα παιδιά τους έντιμα εκείνα τα δύσκολα χρόνια που και το ψωμί ακόμη δεν ήταν δεδομένο ότι θα υπάρχει στο τραπέζι...
Οι γυναίκες, νοικοκυρές στο σπίτι και δουλεύτρες  στα χτήματα, φορτωμένες τις έγνοιες των παιδιών . Σον έκοβαν ψωμί για το παιδί τους πάντα μου έδιναν και εμένα μια φέτα με λάδι. Γιαυτό τις ένιωθα όλες τους μάνες μου, μέχρι σήμερα τις θυμάμαι με συγκίνηση.
Εκεί στη καθημερινή συγκέντρωση, πάντα βρισκόταν θέμα για συζήτηση. Πότε κάποιο κουτσομπολιό , πότε τα καθημερινά βάσανα η ακόμη καμιά φορά τραγούδι η παραμύθι, η αίνιγμα. Μιάς και μου δόθηκε η ευκαιρία θα σας πω ένα αίνιγμα που άκουσα από τη μάνα μου μια φορά εκει στή γειτονιά και που και εκείνη το θυμόταν από τη γιαγιά της.
‘’Χίλιοι ,μύριοι επήγαιναν – ένας τούς απάντησε – το όνομα τούς άλλαξε – και πίσω τούς εγύρισε.’’ Τί είναι;
Τόσο μου είχε αρέσει από το ωραίο μέτρο στήν απαγγελία του, όσο και από την ευρηματικότητα του που το θυμάμαι ακόμη.
Σήμερα δέν θέλω να σας κουράσω με σοβαρά η δυσάρεστα, μα να θυμηθώ κάποια ευτράπελα που άκουγες από εκείνες τίς κατά κανόνα αγράμματες μα τόσο γλυκές γυναίκες.
Που λέτε, η πρώτη και καλλίτερη στην παρέα τους η θεία μου η Χρυσούλα. Είχε γεννηθεί στο Λουτρό το 1896 δηλαδή ήταν το 1955 περίπου 59 χρόνων και είχε πάει μέχρι την Δευτέρα του Δημοτικού. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ήταν πολυ βαρήκοη και αυτό το κουσουράκι της τήν έκανε πολύ ευχάριστη γιά μάς τα παιδιά που γελάγαμε με εκείνα που απαντούσε αλλά και εκείνη όταν καταλάβαινε τη γκάφα της γελούσε ανοιχτόκαρδα.
Μια φορά, το Υπουργείο Γεωργίας προκειμένου να βελτιώσει τη ράτσα στις κατσίκες, έφερε μερικές από την Ελβετία ράτσας Zaanen – αυτές οι λευκές που υπάρχουν και σήμερα στα μέρη μας. Στήν Μερόπη έφεραν τρείς καί τίς έδωσαν σε τρία σπίτια. Μία από αυτές πήρε και η θεία Χρυσούλα και από εκείνη τη στιγμή, νόμιζε ότι όλος ο κόσμος ασχολείται με την κατσίκα της. Μία ημέρα ένας χωριανός μας ήλθε και ζητούσε τόν θείο μου τόν Ηλία. Μπήκε στήν άκρη της αυλής και ρωτάει από μακρυά τη βαρύκοη θεία.
-Χρυσούλα, πού είναι ο Μαστρολιάς;
-Γέννησε, απαντάει η θεία που νόμισε ότι τη ρώτησε γιά την κατσίκα της.
- Ο Μαστρολιάς πού είναι; επανέλαβε ο άλλος γελώντας
- Δύο μωρέ έκανε, να τόοοσα
- Βρέ εσύ ο Μαστρολιάς πού είναι;
- A, από γάλα ένα σωρό και τα μαστάρια τα έχει συνέχεια γιομάτα. Ο άλλος βλέποντας πως δέν μπορεί να συνενοηθεί με την θεία, πλησίασε κοντά της και τήν ρώτησε πού είναι ο Ηλίας.
Τότε η αγαθή θεία κατάλαβε τί του απαντούσε και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια μα περισσότερα ήταν τα γέλια που κάναμε εμείς τα παιδιά που βέβαια το διαδόσαμε σε όλες τίς γειτόνησες.
Απέναντι από το σπίτι μας καθόταν η Ρουμπίνη με τον άντρα της τόν Μήτσο, έναν εργατικό και σοβαρό άνθρωπο και παρά το ότι δεν είχε πάει σχολείο, κουβέντιαζε όμορφα.
Η Ρουμπίνη που και εκείνη δέν γνώριζε γράμματα ήταν πολύ περήφανη γιατί είχε δουλέψει στου Κριμπά το σπίτι. Ένα απόγευμα καθόταν η Χρυσούλα στην γειτονιά με άλλες γυναίκες, ήρθε και η Ρουμπίνη όχι και πολύ ορεξάτη.
-Μωρή, πήγες στό γιατρό, τι σου είπε τι σου βρήκε; ρώτησε η Χρυσούλα.
- Άστα, εμένα μου βρήκε απόσταση και στό Μήτσο μου συνεργία.
- Τί λές μωρή καλιακούδα, αυτές είναι βαρειές αρρώστειες τί θα κάμεις τώρα;
- Σιγά μωρή που είναι βαρειές αρρώστειες, ένα χαπάκι τόσο δά μας έδωσε ο γιατρός.
-Ρουμπίνη, τα χαπάκια τόσα δα είναι δεν είναι σάν καρβέλια της είπε η μάνα μου.
- Άσε με μωρή και σύ τί ξέρεις από αρρώστειες... μετά από λίγη ώρα πέρασε ο άντρας της ο Μήτσος και κάποια τόν ρώτησε τί τους βρήκε ο γιατρός.
-Η Ρουμπίνη έχει υπόταση και εγώ έχω ισχιαλγία, αλλά αντιμετωπίζουνται μας είπε ο γιατρός. Τι ωραίοι διάλογοι από αυτές τις γυναίκες.....
. Όμως η θεία έκανε τα νοστιμότερα κεφτεδάκια του κόσμου. Έβαζε κιμά από μοσχάρι και μπουτάκι αρνί, τα έκοβε με το μπαλνταδάκι, όχι σε μηχανή, έβαζε μυρωδικά αλλά σημασία έχει, ότι το αποτέλεσμα ήταν τα ονομαστά κεφτεδάκια της θείας που εγώ πήγαινα και της τα έκλεβα. Το καταλάβαινε, έκανε πως θύμωνε αλλά μετά γελούσε και νομίζω ότι το διασκέδαζε γιατί και ο γυιός της όταν ήταν μικρός , της τα έκλεβε.
Θα συνεχίσω με τα αστεία από την θειά Χρυσούλα γιατί με αυτή είχαμε τα ωραιότερα.
Η θεία , είχε βάλει σε ένα ταψί πίτουρα, λιοκόκκι, ξερά ψωμιά και τα είχε βρέξει με νερό να φάνε τα κοτόπουλα. Εγώ, χωρίς να με ιδεί, πήγα και έριξα ένα μεγάλο ποτήρι κρασί στο ταψί, έφαγαν τα κοτόπουλα και μετά από λίγο άρχισαν να περπατάνε με στραβό το λαιμό, σκουντουφλούσαν και έπεφταν κάτω.
-Κακό που έπαθα άρχισε να τσιρίζει η θεία Χρυσούλα. Έπεσε αρρώστια στα πουλιά, δεν θα μου μείνει κανένα. Να προλάβω να σφάξω μερικά. Εγώ βλέποντας ότι σοβαρεύουν τα πράγματα , είπα της μάνας μου τί είχα κάνει. Η μάνα μου και θύμωσε μα και γέλαγε . της λέει, μη τα σφάζεις ακόμα ,είναι μια απαλή αρρώστια που θα τούς περάσει γρήγορα. Λες; αναρωτήθηκε η Χρυσούλα και δεν τα έσφαξε. Μετά μερικές ημέρες της είπα τι είχα κάνει και γέλαγε όπως πάντα ανοιχτόκαρδα.
Μα πάλι θα σοβαρέψω κι ας υποσχέθηκα ότι τούτο το κειμενάκι θα είναι μόνο εύθυμο. Με τριγυρίζουν οι αναμνήσεις για κείνα που ζήσαμε εκεί και πέρασαν και χάθηκαν και δεν μπορούμε να τα ξαναζωντανέψουμε, παρά μόνο στην θύμησή μας.
Πολλές φορές λέμε τί ωραία ήταν εκείνα τα χρόνια και τα αναπολούμε με νοσταλγία...
Μα αν είμαστε ψύχραιμοι, δεν ήταν καθόλου καλά. Φτώχεια, σχετική πείνα, ξυπόλυτα παιδιά, γονείς ταλαιπωρημένοι που δέν είχαν το χρόνο να ασχοληθούν μα τα παιδιά τους και η έγνοια τους ήταν να βρουν το απαραίτητο ψωμί...
Ο πόλεμος, οι πολιτικές καταστάσεις μετά τον εμφύλιο δύσκολες.  Τα καλύτερά μας χρόνια τα περάσαμε κάτω απ’ τίς λόγχες των φρουρών..
Σήμερα τα αναπολούμε με νοσταλγία, μα πιστεύω πως δεν είναι τα χρόνια που νοσταλγούμε αλλά το γεγονός ότι τότε δεν είχαμε αρθριτικά, δεν είχαμε πίεση ούτε πρεσβυωπία και τα βάσανα τα είχαν οι γονείς μας που τώρα μας λείπουν... Το απλό παιχνίδι για το παιδί ήταν αρκετή διασκέδαση και μάλιστα όταν στο ένα χέρι μπορούσε να κρατάει ένα κουμούτσι ψωμί. ‘Ηταν και οι άνθρωποι γύρω μας.
Πώς μπορώ να ξεχάσω τις απόκριες ,στις γειτονιές που ανάβαμε το ντιλιβάνι και όλοι, μικροί μεγάλοι χόρευαν με τραγούδια που έλεγαν με το στόμα, βλεπεις τότε δέν είχαμε ούτε ραδιόφωνα ούτε στερεοφωνικά. Παίζαμε την Αμπάριζα, τον κλίτσικα – έτσι λέγαμε το ξυλίκι- την καραβάνα, έπαιζαν τα κορίτσια με το πάνινο τόπι και τις πάνινες κούκλες.
Πώς να ξεχάσω εκείνες τις γυναίκες με το κεφολομάντηλο στά μαλλιά να ιδιάζουν το νήμα για τον αργαλειό , να γνέθουν με τη ρόκα τους το μαλλί η το λινάρι η καμιά φορά να φτάνουν στο σπίτι τους με μια ζαλιά ξύλα από το βουνό κατάκοπες, για να συνεχίσουν με το μαγείρεμα η το ζύμωμα;
Ξεχνιέται η γιαγιά με τα ροζιασμένα χέρια, που μπορούσαν όμως να χαϊδεύει τόσο γλυκά ενώ μας έλεγε παραμύθια;
Κι οι πατεράδες που γυρνούσαν το σούρουπο με αργά βήματα, σκαφτιάδες η ζευγολάτες χωρίς ωράριο, Ήλιο με Ήλιο που λέγανε με μόνο φαγητό μια ρέγγα στο λάδι και ένα μπουκάλι κρασί...
Φίλοι μου, δεν ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια , μα ήταν ωραίοι οι δικοί μας άνθρωποι που τώρα δεν τούς έχουμε αλλά πάντα θα μας λείπουν...
Ήταν η γειτονιά μας ο κόσμος μας, εκεί νιώθαμε ασφάλεια και σιγουριά εκεί τα γειτονάκια ήταν αδέρφια, και σύντροφοι στο παιχνίδι – με τα παιδιά από άλλες γειτονιές κάναμε πετροπόλεμο- εκεί νιώσαμε το ξεκίνημα της ζωής μας.
Οπως Τα χελωνάκια που γεννιούνται στην αμμουδιά της θάλασσας, και διασχίζουν μια απόσταση 10 μέτρων για να μπουν στο νερό,και τα αρπαχτικά πουλιά τα αφανίζουν, ένα στα είκοσι γλυτώνει.- Γιατί δεν τα παίρνετε στα χέρια σας εσείς να τα ρίξετε στη θάλασσα ; ρωτήσαμε τον επιστήμονα ζωολογίας.-Η διαδρομή αυτή που κάνουν τα χελωνάκια, μας είπε , καταγράφεται στον εγκέφαλό τους και έτσι όταν ενηλικιωθούν θα επιστρέψουν εκεί που γεννήθηκαν για να αναπαραχθούν, αλλιώς θα χαθούν για πάντα.
Ο σολωμός, μετά από χρόνια περιπλάνησης στις θάλασσες, επιστρέφει στό ποτάμι που γεννήθηκε για να αναπαραχθει και να πεθάνει.
Τα πρώτα βήματα, οι πρώτες παραστάσεις, όπως και σε πολλά είδη του ζωικού βασιλείου, έτσι και στόν άνθρωπο, καταγράφονται ανεξήτηλα στόν εγκέφαλό του, δεν ξεχνιούνται ποτέ. Πέντε δεκαετίες λείπω από το χωριό μου και τη γειτονιά μου, μα κάθε όνειρο που βλέπω, πάντα συμβαίνει ΕΚΕΙ, εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα... εκεί που γαληνεύω...
Σε όλους σχεδόν συμβαίνει αυτό .Ας κοιτάξουμε γύρω μας, πόσοι και πόσοι, ξενιτεύτηκαν, έκαναν οικογένειες μακριά, αλλά ζουν και ονειρεύονται την επιστροφή στο σπιτάκι και στη γειτονιά τους.
Σήμερα σχεδόν δεν υπάρχουν γειτονιές σαν αυτές που γνωρίσαμε εμείς,

Τί θα καταγράψουν τα νέα παιδιά που θα γεννηθούν; Ας ελπίσουμε ότι η φύση θα κάνει καλά τη δουλειά της και δεν θα τα αφήσει με μηδενικές αναμνήσεις, δεν θα τα αφήσει να χαθούν...

Πηγή ΗΤΑΝ Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ... | ΜΕΡΟΠΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

http://pisostapalia.blogspot.gr/