close
Showing posts with label ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΧΩΡΙΑΝΩΝ ΜΑΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΧΩΡΙΑΝΩΝ ΜΑΣ. Show all posts

29.11.16

" EN ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ ..Η ΘΕΙΑ ΦΑΝΙΩ , Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ Τ'Σ ΚΑΦΤΑΝΑΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑ..ΣΠΑΑΘΡΑ "...


     ΠΑΛΙΟ   ΑΛΛΑ  ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ…
gaidaros
   Ο καλός  μας  φίλος , Γιώργος  Κ. Κουτσούμπας , που  μένει  μόνιμα  στην  Αμερική , στο  Σικάγο συγκεκριμένα , μας έκανε  δώρο   , μια  πολύ  όμορφη  και  βαθειά ανθρώπινη  ιστοριούλα με  τη  θεια  Φανιώ , που  ήταν  ηλικιωμένη  και  μόνη και  έμενε κάπου  δίπλα  στου  Παπαβασίλη  του  γιατρού , την  ιστορία  αυτή  , την  είπε  στο  Γιώργο , όταν  ήταν  μικρός  η  μάνα του η  αείμνηστη  Μαργαρίτα ..
   Βέβαια , όπως  καταλαβαίνετε , γυρνάμε  πίσω  μερικές  δεκαετίες , τότε  που  το  χωριό  μας  ήταν  στις μεγάλες  του…δόξες …
   Η θεια  Φανιώ  λοιπόν , είχε  ένα  γάϊδαρο , με  τον  οποίο  έκανε όλες  της  τις  δουλειές , καλός  γαϊδαράκος , καλόβολος αλλά…γεράκος , γέρασε  βλέπεις  αντάμα  με  τη  θεια  Φανιώ , και  φυσικό  ήταν  κάποια  στιγμή  να…αποχαιρετήσει  τούτη  τη  ζωή . Έσκασε  απ’ τη  στεναχώρια  η  θεια  Φανιώ , αλλά  και  τι  μπορούσε  να  κάνει ; να  τον  αναστήσει ; φυσικά  δεν  γινόταν κι’ έτσι  το  πήρε  απόφαση , μόνο  που  εκείνο  τον  καιρό , της χρειαζόταν  ένας  γάϊδαρος για  να  κάνει  κάποιες  μικρομεταφορές..
   Τι  να κάνει , λοιπόν  η  καημένη η  θεια  Φανιώ , η  πρώτη  που  σκέφτηκε ήταν η  φιλενάδα της η  Τασούλα  η Καφτάναινα , σηκώθηκε  και  μια  και  δυο πήγε  στο σπίτι  της , ύστερα  δυο  βήματα  ήταν ..Την  καλημέρισε , και  αμέσως  , μπήκε  στο…θέμα , αμ. ..έπος , αμ  έργον , που  λένε , μαρή  Τασιούλα , θέλω  να  μ’ δώεις το  γάϊδαρό σ’ να  κ’βαλήσου κατ’  πραματάκια  πο ‘χου…μαζιμένα ,  ναι  Φανιώ μ’  να  στον  δώσου  του  γάϊδαρου , αλλά  τι  θέλεις  να..κ’βαλήεις ;
    Να  ξέρ’ς έχου  ΄δυο  τρία  φορτώματα  σπάλαθρα  μαζεμένα  και  θέλου  να  τα  φέρου  στου…σπίτ’…
   Ξαφνιάστηκε η  θεια  Τασούλα , τ’ς  φάν΄κι  παράξενο να  μαζεύει η  θεια  Φανιώ   σπάλααθρα , γιατί  ούτε  φούρνο  έκαιγε , ούτε  τίποτα  άλλο  που  να  χρειάζονται τα  σπάλαθρα , γι’ αυτό  και  τη  ρώτησε , καλά  Φανιώ  μ ‘ τι  τα  θες  εσύ  τόσα σπάλαθρα , θα  αμολύεις ..αερόστατο ; Γιατί  τα  σπάλαθρα  τα  χρησιμοποιούσαν στα  αερόστατα , επειδή  έπαιρναν  αμέσως  φωτιά και  δεν πέταγαν  σπίθες ..
Αη …μαρί , π’ θα  αμολύσω  αερόστατο , τα  θέλω  για  να  μ' τα..” κλέβ’νι “ τα  πιδιά…
Τι  λες  μαρί  Φανιώ , μπας  κι..χάξιψις…, θα  τα  φερ’ς στο  σπιτ’ για  να  τα  κλέψ’ νι  τα  παιδιά ;
Ναι  Τασιούλα μ’ , τα  ποστιάζω  όξω  απ’ το σπιτ’ κάτω  ακριβώς  επ’ το  παραθυρό μ’ , κάνω τάχα  τις  πως  πάου  στ’ γειτόν’σσα …κι’ ερχουντι  κρυφά τα  παιδιά και  τα  κλέβ’ νι κι  του…φχαριστιέμι ..
Αχ  τρυγόνα μ’   εισί  το..εις  τιλείους χαϊμένου  ..
Κι΄ η  θεια  η Φανιώ..
Τι  να κάνου  Τασιούλα μ΄ , παίζου κι’ιγώ  σαν  πιδάκι ….
Καλό  σας μεσημέρι , απ' το  χωριό  μας  με αγάπη...
www.lidoriki.com 

24.7.16

" NEOΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΟΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΛΊΟΥ "..

Μια γλυκιά  ανάμνηση  της Μαρίας Μαργέλλου – Δημητροπούλου

hlios
   Μιλώντας  με  μια  αγαπημένη  χωριανή  και  φίλη , τη  Μαρία Γ. Μαργέλλου – Δημητροπούλου , κόρη  του Γιωργάκη, φυσικά  για  το  χωριό  μας , και αφού είπαμε  και  είπαμε , πολλά  και  διάφορα , πολλά δε   για  τον  αξέχαστο  αδερφό μου  Γιώργο , γιατί  η Μαρία  ήταν  συμμαθήτριά  του , η  Μαρία , λίγο  μεγαλύτερή μου , και   λόγο στο λόγο , λέξη τη  λέξη , γυρνώντας  νοσταλγικά  στα χρόνια  εκείνα  τα  σχολικά  μας , φτάσαμε και  στις  αρχές της  δεκαετίας του  ‘50 !
  Εκείνη  λοιπόν  την  εποχή , είχε  πρωτοκυκλοφορήσει το “Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν (Ήλιος), Ήλιος, αρχές δεκαετίας 1950, 18 τόμοι , η  Εγκυκλοπαίδεια  του  “ Ήλιου “ όπως έμεινε , και  τη  λέγαμε ..
   Ο  αλησμόνητος  πατέρας μου , είχε  τελειώσει το Σχολαρχείο , αλλά  είχε και πολλές  γνώσεις , αλλά και  τις..πλούτιζε  συνέχεια διαβάζοντας ό,τι  βιβλίο  έπεφτε  στα  χέρια  του , και  φυσικά  εκείνη την  εποχή  τα  περιοδικά και  τα  βιβλία ήταν ..” σεμνά “ και κυρίως  μορφωτικά .
   Επειδή  το  μαγαζί  μας , Ζαχαροπλαστείο  στο  Αλωνάκι , το  δουλεύαμε  οικογενειακά , ανά  ζεύγη , μια  βάρδια  ο  πατέρας  μου  με  το  Γιώργο και  την  άλλη  η  μάνα  μου  κι’ εγώ , πολλές  όμως  φορές τύχαινε , στις  ώρες  που  συνήθως  δεν  είχε  πολλή  δουλειά , να  μένουμε  και  μόνοι  μας , άλλοτε  ο Γιώργος  και  άλλοτε  εγώ , ο πατέρας  μας  λοιπόν μας  είχε  πει καθαρά  και …ξάστερα , πως  άμα  θέλουμε  να  αγοράσουμε κάτι , θα  τον  ρωτάμε πρώτα , εκτός  αν  θέλαμε  να  αγοράσουμε περιοδικά ή  βιβλία , τότε  δεν  χρειαζόταν  η  άδειά  του .
   Έτσι λοιπόν  είχαμε  τη  δυνατότητα  να αγοράζουμε  κάποια  περιοδικά  της  εποχής , Ζωή  του  παιδιού  κλπ , και  όλο  και  κάτι  μαθαίναμε , κάποια  μέρα  λοιπόν , όταν  κυκλοφόρησε , σε  τεύχη , η  εγκυκλοπαίδεια  του  Ήλιου , μας  ανακοίνωσε πως μπορούμε  αν  θέλουμε να  αγοράζουμε , και  την  εγκυκλοπαίδεια  αυτή . Άλλο που δεν  θέλαμε , κάθε  βδομάδα  λοιπόν αγοράζαμε  το  καινούργιο  τεύχος και  περιμέναμε  με  ανυπομονησία να συγκεντρωθούν  τα  απαιτούμενα  τεύχη  για να  τα στείλουμε  για  βιβλιοδεσία , που  βέβαια  γινόταν  στην Αθήνα , μέσω  του  πρακτορείου  εφημερίδων  του αείμνηστου Βασίλη  Καραμήτσου .
   Περνώντας  λοιπόν  ο  καιρός , άρχισαν  να αυξάνονται και  οι τόμοι , οπότε  ο  πατέρας  μας κάλεσε  μια  μέρα  ο Γιώργο  Κιντώνη , που  ήταν  επιπλοποιός και μάλιστα  άριστος , αλλά  και  καλός  φίλος  του  πατέρα μας  και του  είπε  να  φτιάξει  μια  καρυδένια βιβλιοθήκη γι να  βάλουμε  μέσα  τον Ήλιο , έτσι  και  έγινε , μας  έφτιαξε  μια  ωραία  βιβλιοθήκη , που  υπάρχει και  σήμερα , γεμάτη απ’ την  εγκυκλοπαίδεια  του  Ήλιου και  άλλα  φυσικά  βιβλία .
   Τότε  βέβαια , τα  πράγματα  ήταν  πολύ – πολύ  δύσκολα , τα  λεφτά..σπάνια έως..ανύπαρκτα , τα  βιβλία  οι  γονείς  τα  αγόραζαν , κι’ όπως  καταλαβαίνεται ακόμα  και  το  δημοτικό και  το  Γυμνάσιο , έπρεπε να  ξοδέψεις  λεφτά  για  να  το  τελειώσεις ..
   Σιγά – σιγά όμως , μαθεύτηκε πως  είχαμε “ Εγκυκλοπαιδικό “ λεξικό , και  τα  παιδιά έρχονταν  στο  σπίτι  μας , στην  αρχή για  να  δουν  τι  σόι  πράμα είναι  αυτό  το  Εγκυκλοπαιδικό λεξικό , και  μετά  σιγά – σιγά , αφού  μάθανε  και  τον  τρόπο   χρήσης  του , και για  να αντλήσουν  πληροφορίες  για  τα  μαθήματα του  σχολείου , κάτι  που  ευχαριστούσε ιδιαίτερα τους  καθηγητές  μας , σχεδόν  σε  καθημερινή  βάση ..
   Θυμάται  λοιπόν  η  αγαπητή  Μαρία , πως έρχονταν  στο  σπίτι , όταν  έβρεχε , μούσκεμα και  με  τα  παπούτσια  καταλασπωμένα , και  έψαχναν  να  βρουν  τις  πληροφορίες  που ήθελαν , εκείνο  όμως  που  τόνισε  η  Μαρία , και  βέβαια  εμένα  με  γέμισε ..χαρά  και  περηφάνια , είναι  το  ότι , παρά  τις  “ ατσαλιές “ που  γίνονταν , σχεδόν  κάθε  μέρα , η  σχωρεμένη  η  μάνα  μου , όχι  μόνο  δεν  δυσανασχετούσε , αλλά  και  φίλευε   τα  παιδιά με  ό,τι  βρισκόταν  στο  σπίτι .
   Ο  έβδομος  τόμος της  εγκυκλοπαίδειας  ήταν  αφιερωμένος  στην Ελλάδα , και  περιείχε  κάθε  είδους  πληροφορία , κάτι  που  βοήθαγε  πολύ  τους  μαθητές .
   Την  εγκυκλοπαίδεια λοιπόν  εκείνη , του  Ήλιου , την  προσέχω  σαν  κόρη  οφθαλμού , ταχτοποιημένη μέσα  στη  παλιά καρυδένια  βιβλιοθήκη  που  μας  είχε  πάρει  ο  πατέρας  μας  απ’ τον  αείμνηστο  Γιώργο  Κιντώνη , και  σας  πληροφορώ , πως  βρίσκεται  σε  άριστη  κατάσταση  παρά  τα…χρονάκια  της , εξηντάρισε…βλέπεις ..το  μόνο  που  λείπει  όμως  είναι  0  18ος τόμος , που  ποιός ξέρει  πως και  πότε  χάθηκε , και  δυστυχώς  δεν  μπόρεσα  να  βρω  να  τον  αγοράσω , παρότι  έψαξα αρκετά , βρήκα  βέβαια , αλλά νεότερων εκδόσεων , αλλά κάτι  δεν  μου ..κόλλαγε , και  έτσι  η  εγκυκλοπαίδεια  έμεινε  για  πάντα..λειψή ..

   ‘Ολα  αυτά  λοιπόν  που  είπαμε  με  τη  Μαρία , για την  εποχή  εκείνη , επιβεβαίωσαν αυτά που  γράφουμε  καμιά  φορά , για  τον  τότε ..” κοινωνικό “ ιστό του Λιδορικιού , που από  χρόνια  τώρα έπαψε  να  υπάρχει , το  γιατί  βέβαια ας  μη  το  σχολιάσουμε , όλοι  μας  λίγο – πολύ  το…γνωρίζουμε …

Κωνσταντίνος Ευθ, Καψάλης 
www.lidoriki.com

9.6.16

ANAΛΗΨΗ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΔΩΡΙΔΑΣ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ  ΧΩΡΙΑΝΩΝ  ΜΑΣ

047
Ανάληψη “ 26-5-1955 , στ’ “ Μπαχατούρ “ , στη στρούγκα του μπάρμπα Χαράλαμπου Μαργέλλου – Αρπάλη . Γιώργος Αρβανίτης , Δημ. Καφέτσης – Κοντοκράς , ..Παλούκης , ο ..λαναράς , Δημ. Βούλγαρης – Τσελεμεντές , Αθαν. Μοναχογιός , υπάλληλος ΑΤΕ και Γιώργος Καψάλης .
******
   Έφτασε φίλοι  μου ,  και η γιορτή “ Τ’ς ..Αναλήψεως “ , βαριά ..γιορτή , για τους τσοπάνηδες , αλλά και τα τσοπανοχώρια , του παλιότερου καλού καιρού , τώρα βέβαια είναι σχεδόν..μισοξεχασμένη , κι’ απ’ τις μεγάλες “ δόξες “ της μέρας αυτής , τίποτα σχεδόν , δεν έχει απομείνει , πέρυσι  , κάναμε προσπάθεια , να ..” βρούμε “ κάποια στρούγκα , στην περιοχή μας , που να γιορτάζει , παραδοσιακά , την Ανάληψη , μα ..στάθηκε αδύνατο , μας είπαν για κάποια , εκτός της περιοχής μας , αλλά και να πηγαίναμε , δεν θα ‘χε , νομίζουμε , ιδιαίτερη σημασία , σημασία έχει πως η όμορφη γιορτή της “ Ανάληψης “ , στα χωριά μας , έπαψε να ..υπάρχει , όπως τουλάχιστον την ξέραμε ..
   Η απάντηση όλων σχεδόν των κτηνοτρόφων που ρωτήσαμε , αν θα γιορτάσουν και θα..ψήσουν στη..στρούγκα , ήταν :…” Μπά..στο φούρνο θα το…ψήσουμε …”
   Προσπαθώντας , να περισώσουμε , έστω και..αναμνήσεις , απ’ τις παλιές μας γιορτές που..ξεθώριασαν με το χρόνο , βρήκαμε και δημοσιεύουμε , μια όμορφη “ Νοσταλγική “ ανάμνηση , από μια “ Ανάληψη “ του 1937 , του αείμνηστου χωριανού μας Αθαν. Κοκκαλιά , που δημοσιεύτηκε στο “ Λιδωρίκι” το 1982 .
Απολαύστε τη…
Ανάληψη
Ανάληψη του 1937 , στο “ Πασσόρεμα “ , στη στρούγκα του Πολυμενάκου . Κάτω σειρά , από αριστερά : Η Ειρηνούλα Παπασάββα , κόρη του τότε τηλεγραφητή , Ιωάννης Μπουλούμπασης – Καρατσαμπόγιαννος , Παπανικολάου , Ευθ. Δούκας , με το όπλο , Ιωαν. Κατσώνης , Κάγκαλος – Σγάϊας , Κ. Σακαρέλλος , Κατίνα Δρόσου , Ματίνα Σακαρέλλου , Τασία Δρόσου , Κούλα Κατσώνη , πάνω σειρά : Η κόρη του Συκιώτη που φύλαγε τα γελάδια , Παρ.Γ. Δούκα , Ζωίτσα Ι. Δούκα , Κούλα Ζ. Κούστα , Γεωργ. Ι . Παπαδοπούλου , ο Συκιώτης που φύλαγε τα γελάδια , Κων . Ι. Δούκας , εκτελέστηκε απ’ τους Γερμανούς στην Κόρινθο το 1944 , Σοφία Ι. Δρόσου , Δημ. Δρόσος – Πολυμενάκος , , ο γέρο Σιδέρης . Τα παιδιά στη μέση είναι : Γ.Κατσώνης , Λεων . Παπασάββας , Σπυρ. Σουρμελής , Νικ. Σουρμελής . Τη φωτογραφία έβγαλε ο Ι. Παπαδόπουλος , που είχε έρθει τότε απ’ την Αμερική .
*******
   Σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση , έγινε η Ανάληψη του Σωτήρος , που γιορτάζεται , σαν μια απ’ τις μεγαλύτερες γιορτές , και μάλιστα στην ύπαιθρο , επειδή η Ανάληψη έγινε στο “ Ορος των Ελαιών “.
   Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας , οι τσοπάνηδες , την έκαναν γιορτή καθαρά ποιμενική και τη γιόρταζαν στις στρούγκες , μαζί με τους προσκεκλημένους τους και τους κατοίκους των χωριών , μιας και ήταν καλοκαιρία και ο κόσμος μπορούσε να κινηθεί άνετα .
   Το έθιμο κρατήθηκε , και, προπολεμικά , ήταν κάτι ξεχωριστό .
   Σε μια τέτοια γιορτή , είμαστε καλεσμένοι , η οικογένειά μου και εγώ , στις “ Κορομπλιές “ , ένα απ’ τα καλοκαιρινά λειβάδια του Λιδορικιού . Μαζί μας , ήταν σχεδόν όλο το χωριό , που ήταν καλεσμένο και αυτό από τους κτηνοτρόφους της περιοχής , για να κάνουν “ Ανάληψη “ .
   Η χαρά μας ήτανε πολύ μεγάλη , αφού εκείνη την εποχή – πριν πενήντα χρόνια , απ’ όσο θυμάμαι – δεν υπήρχε άλλη ψυχαγωγία , ούτε γιορτή , ούτε πανηγύρι..
092
Ανάληψη 26-5-1955 , στη Μπαχατούρ , το χορό σέρνει η Κρίνα Σουρμελή , την κρατάει ο γαμπρός της , Δημ. Βούλγαρης , Χαρ. Μαργέλλος , Βασ. Καραμήτσος , και γιαουρτωμένοι , ο Γιώργος Καψάλης και Θαν. Παλιολόγος .
********
   Την παραμονή της γιορτής , όλο το Λιδορίκι ήταν ανάστατο , το Βαρούσι είχε την τιμητική του . Όλοι οι φούρνοι ..κάπνιζαν , πίτες , τυπόπιτες , λαχανόπιτες , αυγόπιτες , με φρέσκο βούτυρο και αυγά μοσχοβολούσαν και οι μυρωδιές τους γέμιζαν την ατμόσφαιρα . Έπρεπε ο τσοπάνης , αυτή τη μέρα , να φάει φρέσκο ..αφράτο ψωμί , πίτες και σαρμάδες τυλιγμένους σε ξερά κληματόφυλλα , για να μπορέσει να πιεί πολύ κρασί και λίγο νερό , γιατί με το γάλα και το γιαούρτι , που ήταν το καθημερινό του διαιτολόγιο , δεν του ‘κανε όρεξη για νερό..
   Αυτά βέβαια , δεν ισχύουν για τους σημερινούς τσοπάνηδες , αλλά γι’ αυτούς εκείνης της εποχής . Σήμερα , είναι λίγοι αυτοί που μένουν τις νύχτες έξω απ’ το χωριό και κοιμούνται κοντά στα πρόβατα .
   Ξημέρωσε η Πέμπτη , και οι ράχες στις Καρουτιανές “ Κορομπλιές “, και ο “ Πλατός “ , φόρεσαν ένα ρόδινο φωτεινό στεφάνι . Ο Αυγερινός , ανέβαινε δυο βουκέντρες απάνω . Πριν ακόμα σταματήσουν τα κοκόρια να διαλαλούν το ξημέρωμα , τα ζώα ήταν κι’όλας φορτωμένα με τα σακούλια γεμάτα πράματα , και  πανωσάμαρα φορτωμένατα μικρά παιδιά , δυο και τρία πολλές φορές , δεμένα το ‘να πίσω απ’ τα’λλο με τη σαμαροτριχιά . Στο ξεκίνημα , οι γεροντότεροι επέβλεπαν αν όλα φορτώθηκαν καλά , και πρόσεχαν μη και λείπει το “ μπομποτάλευρο “ , για το νόστιμο , παραδοσιακό και ..λιχουδάτο “ κοσμάρι “ .
Ανάληψη 1956-Κ.Χούμα
Ανάληψη  1956 , στο Κόκκινο  χούμα , στη λούστρα , Βουλγαραίοι και Κωστοπαναγιωταίοι απολαμβάνουν τη λιακάδα ..
******
   Κρατώντας τα ζώα , απ’ το καπίστρι , πέρασαν στον Κατρέλη και πήραν το δρόμο που οδηγούσε στα Καλτεζιά . Έτσι , σχηματίστηκε ένα μεγάλο καραβάνι , ανθρώπων και ζώων , που έπρεπε να φτάσουν με τη δροσιά στις στρούγκες , για να βοηθήσουν τους τσοπάνηδες στο ψήσιμο των σφαχτών και τα κοκορέτσια .
   Δεν είχε ακόμα φέξει καλά , και άκουσα τη γριά Μουσκέταινα να φωνάζει : “ Μη ξεχάσ’τε να βάλετε τίποτα στο στόμα σας για τον κούκο , τον κούκο δεν κάνει να τον ακούσ’τι.. νηστ’κοί , θα σας..κουμπώσει …”
   Ποιός άκουγε όμως τις γριές ..Μπήκε κι’η Κατζαβελάκαινα στη μέση , η Καφετσοθανασία , κοπελίτσα τότε πολύ όμορφη , που άρχισε με τις φιλενάδες της , το τραγούδι …
” ..τώρα τα πουλιά , τώρα τα χελιδόνια …” κι’ ούτε τον κούκο λογάριαζε , ούτε και την τρυγόνα , τον Λιαπόγιαννο μόνο είχε στο νου της , που τον αγαπούσε κι’ αργότερα τον παντρεύτηκε ...

7
   Φτάσαμε στα Καλτεζιά , στη βρύση , πρώτη στάση για νερό , για ζώα και ανθρώπους , και μια ανάσα για τους πεζούς . Πολλοί όμως , δεν έπιναν νερό , γιατί , όπως ήταν ακόμα θαμπά , φοβόντουσαν μη καταπιούν καμιά βδέλλα , απ’ τις πολλές που ‘χε αυτή η βρύση . Από δω και πέρα , το καραβάνι λιγόστευε , οι Καγκαλαίοι , Δροσαίοι και άλλοι , λόξευαν για τις στρούγκες που έπεφταν στη Μπουλιάνα , στο Κθαράκι , και τον Πλατό . Ο κύριος όγκος της πομπής προχωρούσε κατά το Πασσόρεμα , ενώ πολλοί ήτανε εκείνοι που τραβούσαν για το Βραχλάκι , της Μάρως τα Χωράφια , τις Τσουκνίδες , το Κόκκινο Χούμα , τις Κορομπλιές και τα Σπιθάρια , γιατί ήταν όψιμη εκείνη τη χρονιά η Ανάληψη και τα κοπάδια , είχαν ανεβεί στη Γκιώνα , στα καλοκαιρινά λιβάδια .
   Οι Μαρκαίοι , Κουτουλαίοι , Πουρναίοι , Δροσαίοι , Κατσικάδερος , Βελίας , Πολυμενάκος , Κοκκιναίοι , Τσιάντας , Λιάπης και άλλοι πολλοί , γέμιζαν τα γούπατα και τις πλαγιές , με πρόβατα και γίδια . Οι Καφετσαίοι , Παναγαίοι , Φουσκαίοι , Πετραίοι , πηγαίναν κατά τη Φτελιά , τα Σανιδαριά , το μόνιμο στέκι του γερο Φέρσαλλου και Μπαχατούρ , το στέκι του Μουσκέττα , ο δε Καρατσαμπόγιαννος , έπιανε κάθε χρόνο , την “ Απάνω μηλιά “. Οι κάτω Μαχαλιώτες , έπιαναν Χάρμαινα , Καλανάκι , Πλέσιβα , οι δε Γεροδημαίοι , τον Ασ’μένιο Πλάτανο και τον Άι Νικόλα .
1938 Αν'αληψη στον Αρδίνη
  “ Ανάληψη “ στον Αρδίνη , το 1938 …
   Προτού ακόμα βαρέσει ο ήλιος καλά , είχαμε σκαρφαλώσει στην απότομη ανηφοριά στο Βραχλάκι , και μέσα σε μια υπέροχη διαδρομή , ανάμεσα σε πανύψηλα γέρικα έλατα που μοσχοβολούσαν , φτάσαμε στις “ Κορομπλιές “, στη στρούγκα του Κοκκινοβασίλη , πρώτου ξεδέρφου της μάνας μου , του Βελία και του Λάγιου , που θα περνούσαμε τη μέρα μας . Τα μάτια μας πέσανε στην καταπράσινη , απ’ τη μαραβίτσα , Λάκκα , και τη λιθόστρωτη και πισσωμένη Λούστρα , που ποτέ δεν κράτησε νερό για τις ανάγκες των κοπαδιών , παρ’ όλες τις προσπάθειες του τότε πρόεδρου Κλωσσογιώργου . Δίπλα στη Λούστρα , είχε στήσει μια μεγάλη τραμπάλα , ο Κωστής , ο “ Κουτλοκώστας “ , για να ψυχαγωγούνται τα παιδιά και οι μεγάλοι .
3
Προπολεμική “ Ανάληψη “ στην Μπελεσίτσα .
   Τα κοπάδια , που είχαν κατακλύσει όλη την ισιάδα , “ στρώσαν “ το καθένα για τη στρούγκα του . Ήρθε η ώρα για το άρμεγμα και μαζεύτηκαν στο στάλο , από φουντωτό κέδρο , να ξεμεσημεριάσουν . Μπροστά τα γκεσέμια με τα βαριά κύπρια και τις χοντρές κουδούνες , πίσω το υπόλοιπο κοπάδι με τα λιανοκούδουνα .
   Ανάμερα , και λίγο πίσω , ακολουθούσε ο τσοπάνης , με την κάπα κρεμασμένη στη μια πλάτη του , και στο άλλο χέρι την αγκλίτσα από αγριελιά , να στηρίζεται και να οδηγεί τα πράτα . Τα λυκόσκυλα ακολουθούσαν κι’ αυτά , καμαρωτά , τα πλευρά του κοπαδιού , ικανοποιημένα που φέρναν πίσω το κοπάδι σώο και ακέριο , γαυγίζοντας χαρούμενα , που βλέπαν τόσο κόσμο , αλλά και που θα τρώγαν λάτι το ξεχωριστό , απ’ το συνηθισμένο σκυλόψωμο .
   Η πρώτη στρούγκα που συναντήσαμε , ήταν του Μήτρου του Λούτου , , δε θυμάμαι όμως , ποιόν είχε σμειχτάρη , ίσως τον Κωσταρίδα , που ήταν ξαδέρφια . Ο Μήτρος λοιπόν , όπως συνήθιζαν να τον φωνάζουν οι τσοπάνηδες , ήταν ένας απ’ τους πολλούς γραφικούς τύπους των τσοπάνηδων , που έζησε όλα του τα χρόνια τσοπανεύοντας στο “ Πασσόρεμα “ , πότιζε όμως το κοπάδι του , στον Αρδίνη και την Τρουπ’ και το πολύ καλοκαίρι , με τις μεγάλες ζέστες , ξεπετιόταν μέχρι του Αραποκώτση το Κονάκι ή στο Καπισάκι , που “ πέφταν “ στρούγκες .
IMG
   Είχε όμως , ένα μεγάλο προνόμιο , που αμφιβάλλω αν το ‘χαν άλλοι τσοπάνηδες της εποχής εκείνης . Είχε περάσει τον ωκεανό και ξενητεύτηκε στην Αμερική για καζάντι , όμως δεν βρήκε κεθρίτσες και κακαρέντζες εκεί , δεν του άρεσε και μόλις κονόμησε το είσιτήριό του , γύρισε πάλι στα Καλτεζιά και  στη Μπουλιάνα . Θάτανε τότε εβδομήντα πέντε χρόνων , μα όντας παλιό , γερό κόκκαλο , κράταγε γερά . Μόλις έφτασε στη στρούγκα , κρέμασε την πουρναρίσια γκλίτσα του , στη τζατνόρα , έξω απ’ την ταράτσα και κοντά στον στρογκόλιθο , πέταξε τη χοντρή πατατούκα του την αργαλίσια και φουσκωμένη στις ντρεστίλες του Λαλαγιάννη στο Βελούχι , πάνω στ’ απόκλαρα , που έφραζαν τη στρούγκα , να μη πηδάνε έξω τα “ ζαβατάρικα “, και κάθισε να μας γνωρίσει .
   Ο Μήτρος , φορούσε μια σκούρα – γαλάζια σκούφια με πολλά σειρίτια , γυρισμένη λίγο , προς το δεξί αυτί , ήταν ντυμένος με τη γιορτινή του ντρίλινη πουκαμίσα , ραμμένη απ’ την Τουρκοβάσιω , μοδίστρα με μεγάλο ταλέντο και ειδικότητα στις πουκαμίσες , που καμιά απ’ τις μετέπειτα μοδίστρες δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ή να συναγωνιστεί .
    Φορούσε άσπρες κάλτσες με μαύρες τεσγιέτες , σφιχτά δεμένες κάτω απ’ τα γόνατα και πάνω απ’ τις μπάκες . Τσουράπια δεν φορούσε , ήταν περιττά , τα τσαρούχια του , τριμμένα απ’ τα τρόχαλα και τους χαλιάδες , καλιγωμένα με πρόκες , για να μη βρίσκουν τα πετσώματα οι πέτρες . Απ’ το πρόσωπό του , φαίνονταν τα χοντρά άσπρα μουστάκια του , πεσμένα προς τα κάτω , και καφετιά γύρω απ’ τα χείλια , απ’ το λαθραίο τσιγάρο , στριμμένο με μπούλτσα . Τα φρύδια του, πυκνά και άσπρα , ενώ τα μάτια του μισόκλειστα , δεν διακρίνονταν σχεδόν .
9
    Έγειρε το κεφάλι και το σώμα του μπροστά , βάζοντας και την παλάμη του πάνω απ’ τα φρύδια , σαν να τον εμπόδιζε ο ήλιος , μας κοίταξε ερευνητικά και μας είπε μια “ καλημέρα “ κοφτή και βροντερή . Δεν προλάβαμε να ξεκαλημερίσουμε , και έψαχνε να βρει τον κούτλα , να μας βάλει ψιμοτύρι να κολατσίσουμε . “ Θα είστε πεινασμένοι κι’ αποσταμένοι “ , μας λέει , “ πάρτε μια χαψιά , ώσπου ν’ αρμέξουμε τα πρόβατα να πιείτε και γάλα . Δεν πρέπει να φύγετε νηστικοί απ’ το κονάκι τέτοια χρονιάρα μέρα “.
  “ Όπου να ‘ναι , θαρθεί κι’ ο γιός μου ο Αντρέας , βρήκε κάτι περδικόπ’λα , πάνω στην τσούκα και χάθ’κε το παλιόπαιδο κοντά , να τα κυνηγάει “. Πεινασμένοι όπως είμαστε και κουρασμένοι , καθίσαμε σε πέτρες , διαλεγμένες για κάθισμα , κι’ εκείνος έστρωσε το σακκούλι και έβαλε πάνω το καθάριο ψωμί . Φέρνει και μια βεδούρα γιαούρτι , πηγμένη αποβραδίς , και το ξύλινο κλειδοπίνακο , γεμάτο ψιμοτύρι . Μας δίνει μετά κι’ από ένα ξύλινο κουτάλι με γυριστή ουρά , όλα ήταν φρεσκοπελεκημένα και φυλαγμένα μέσα στο καποταμάνικο .
290
   Φάγαμε καλά , ευχαριστήσαμε το μπάρμπα Μήτρο , του ευχηθήκαμε “ και του χρόνου καλύτερα “ και τραβήξαμε για τη στρούγκα , που ήμασταν καλεσμένοι . Οι άλλοι της παρέας μας είχαν φτάσει με τα ζώα , και ξεφόρτωναν  σακούλια και μπαρδάκες , με νερό και κρασί και τα κρέμαγαν στον κέδρο .
   Οι τσοπάνηδες , είχαν αρμέξει κιόλας τα κοπάδια και τα όρμωσαν για το στάλο στα πλατά . Είχαν ανάψει και τις φωτιές , με γερά κούτσερα , ελατίσια και κέδρινα , για να γίνει γερή θράκα να ψηθούν οι στέρφες και οι παχιές μπλιόρες και τα κοκορέτσια . Σαν πρώτη δόση , μας κέρασαν από ένα κούτλα φρέσκο και κρύο χιονόγαλο , με χιόνι που είχε προμηθευτεί ο Δρόσος Βελίας , απ’ τον Κάρκαρο Τσουκνίδας , που είχε μαζευτεί εκεί απ’ το χειμώνα . Μ’ αυτή την ευκαιρία , και για όσους δεν ξέρουν , λέω , πως ο κάρκαρος Τσουκνίδας , είναι πολύ απότομος και επικίνδυνος να τον κατεβεί κανείς και λίγοι ήταν αυτοί που το αποτολμούσαν . Μέσα σ’ αυτούς ο Ασ’μακόγιαννος , ο Γιώργος Πουρνιάς και εγώ , που κατεβαίναμε και πιάναμε αγριοπερίστερα .
   Ήπιαμε λοιπόν , το παγωμένο γάλα , δροσιστήκαμε και ριχτήκαμε στη λάκκα και τις γειτονικές κεθρίτσες παίζοντας και κυνηγώντας ξεπεταγμένα αετομαχόπουλα , αλλά που να τα..πιάσουμε  !! Μόνο ο Λουταντρέας , που ήταν “ μάνα..καημένη “ με το λάστιχο .. Οι μεγάλοι , βάλθηκαν όλοι για το ψήσιμο των σφαχτών και οι γυναίκες για τις υπόλοιπες προετοιμασίες , για το αναμενόμενο φαγοπότι . Δεν πέρασε πολλή ώρα , και λίγο παραπέρα , σε μια μικρότερη φωτιά έβαλαν τα κοκορέτσια , που θα τρωγόντουσαν πρώτα . Μοσχοβόλησε η λάκκα , πήρε και μας η μυρωδιά , και αφήνοντας τα παιχνίδια και το ψάξιμο για τις φωλιές , “ στρώσαμε “ και μεις στη στρούγκα , στο σίγουρο και έτοιμο μεζέ ..
Ανάληψη 1939
Ανάληψη 1939 , στη Γκιώνα .
   Πράγματι , τα κοκορέτσια είχαν ψηθεί , ο Κοκκινοβασίλης , τα έκοψε σε μεγάλα κομμάτια και τα ‘βαλε σε δυο τρία καπάκια και πέσαμε όλοι επάνω , σαν …νηστικοί , χωρίς να σκεφτόμαστε αν έχουμε άλλη δραχμή , για να πάρουμε κοκορέτσι στους μακαρίτες Γιαλακιδαίους , Σφετσόγιαννο , Βελούλα και Ζόγκζα . Φάγαμε σχεδόν καλά με τα κοκορέτσια και το χλωρό τυρί με το καθάριο ψωμί .
   Αυτά όμως , δεν στάθηκαν εμπόδιο , όταν σε καμιά ώρα ψήθηκαν οι προβατίνες , που τις είχαν κιόλας ακουμπήσει στον τοίχο της ταράτσας , για να στεγνώσουν και να κρυώσουν λιγάκι , για να λιανίζονται πιο εύκολα .
   Τις λιάνισαν , λοιπόν , πάνω σε χοντρά κούτσερα , με τις μακριές μαχαίρες και σκόρπισαν τα κομμάτια πάνω στα άσπρα τραπεζομάντηλα , που οι γυναίκες είχαν στρώσει καταγής με προσοχή . Καθώς τα πιάτα δεν έφταναν για όλους , οι πίτες σερβιρίστηκαν σε πιατέλες και άρχισε το φαγοπότι μέσα σε ευχές για “ χρόνια πολλά “ και..” αρσενικά παιδιά και..θηλυκά αρνιά “ για τους τσοπάνηδες , που με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση στο πρόσωπό τους , φιλοξενούσαν στη μεγάλη τους γιορτή , συγγενείς και φίλους .
ανάληψη Καλανάκη
Ανάληψη κάτω απ’ τον ίσκιο των πλατανιών στον Καλανάκη , στη στρούγκα του Χαρ. Μαργέλλου – Αρπάλη .
*****
   Καταναλώθηκε και αρκετό κρασί , που αύξησε το κέφι μικρών και μεγάλων , οι πιο ηλικιωμένοι άρχισαν τα παραδοσιακά τραγούδια “ του τραπεζιού “ , σερβιρίστηκε και η πρόβεια ολόπαχη γιαούρτη της “ ποταμούλας “ , και αφού φάγαμε και το λιχουδάτο μπομποτένιο κοσμάρι , φκιαγμένο με χλωρό ανάλατο τυρί , ξεχυθήκαμε στη καταπράσινη λάκκα , κοντά στη λούστρα , αρχίζοντας το χορό και το τρικούβερτο γλέντι , μέχρι την ώρα που’πεφταν τ’ απόσκια . Κι’ αφού πήραμε όλοι οι φιλοξενούμενοι , από μια βεδούρα γιαούρτη πρόβεια , κατηφορίσαμε , μέσα απ’ τον ελατιά της Τσουκνίδας , για το Πασσόρεμα , αφού πρώτα , ευχαριστήσαμε τους τσοπάνηδες για τη φιλοξενία και την ευχάριστη μέρα που μας χάρισαν , ευχόμενοι ..” και του..χρόνου “.
     Με το σούρουπο , είχαμε φτάσει στο χωριό…
ΑΓΝΩΣΤΕΣ..ΛΕΞΕΙΣ :
   Επειδή  στην  πανέμορφη  αφήγηση  του  αξέχαστου  Θανάση  Κοκκαλιά , υπάρχουν  και  κάποιες  λέξεις  που  μάλλον  δεν  γνωρίζετε , τις  αναφέρουμε με  τις  σχετικές απαραίτητες  πληροφορίες  ..
Κούτλας : Μικρό  κστασρολάκι  με  ένα  χερούλι , που  το  χρησιμοποιούσαν , και΄ίσως  το  χρησιμοποιούν  ακόμα ,για  να  βράζουν γάλα  για  το  κολατσιό  τους , αλλά  ακόμα  και για  να φτιάχνουν “ κοσμάρ “ ( Κοσμάρι στα..πρωτευουσιάνικα  ) για  το  κοσμάρ(ι)  αντιγράφουμε την  περιγραφή  του απ’ την  αφήγηση   “ Πως  πήζουν το  τυρί  στα  βουνά  της  Δωρίδας “ του  Αρτοτινού  λαογράφου  Δημ . Λουκόπουλου
b101-bancream2

“ ΚΟΣΜΑΡΙ “

ΕΝΑ  ΠΡΟΧΕΙΡΟ  ΠΕΝΤΑΝΟΣΤΙΜΟ  ΤΣΟΠΑΝΙΚΟ  ΦΑΓΗΤΟ
boskoi_z1
   Την  τσοπάνικη συνταγή  για  το  “ κοσμάρι “ , αγαπημένοι  μου φίλοι , την…” ξεσηκώσαμε “ , απ’ την  περίφημη  αφήγηση  “ Πως  πήζουν  το  τυρί  στα  βουνά  της  Δωρίδας “ , του  Αρτοτινού  λαογράφου Δημήτρη  Λουκόπουλου .
   Δεν  ξέρω  αν  έχετε  δοκιμάσει  το  κοσμάρι , πάντως όσοι  έχουν  φάει  μιλάνε  για  ..υπέροχη  γεύση , σωστή  λιχουδιά . Τόσο  λοιπόν , πολύ αρέσει , ειδικά  στους  τσοπάνηδες , που  σκεφτόμαστε , απ’ του  χρόνου , γιατί φέτος δεν..προκάνουμε , να  καθιερώσουμε , μαζί  με  τις υπόλοιπες  Αυγουστιάτικες “ Πολιτιστικές ..εκδηλώσεις “ , τραχανόπιτες , ψιμοτύρια , χταπόδια και…γιαούρτες , να  καθιερώσουμε  και  μια  εκδήλωση  για  το  ..κοσμάρι , “ γιορτή  λοιπόν του..κοσμαριού .
    Για  να  γίνει  όμως  αυτό , θα  πρέπει  να..μάθουμε  να  το  φκιάχνουμε , ορίστε  λοιπόν  η  συνταγή …
                            *                           *
   “ Απ' το ξινισμένο τυρί φκιάνει και κοσμάρι ο τσοπάνης , να , πως , βάνει το τηγάνι στη φωτιά . Κι' αν δεν έχει τηγάνι , τον κούτουλα , παίρνει κάμποσο τυρί , το βάνει μέσα , ζεσταίνεται απ' τη φωτιά κι' απολάει . Λες και θα λειώσει όλο , μα αυτό δε λειώνει , μονάχα το βούτυρο ξεχωρίζει , σαν το λάδι , το βλέπεις να κιτρινίζει αποπάν' αποπάνω .
    Ο τσοπάνης με το ξυλοχούλιαρο όλη την ώρα όση ζεσταίνεται το τυρί ανακατεύει . Ανακατεύει , ανακατεύει , κι όντας κοντεύει να γίνει , το βλέπεις και μαστιχώνει . Γίνεται απαράλλαχτο σαν τη γλυκιά μαστίχα που πουλάν οι γυρολόγοι γλυκαντζήδες κόβοντας λίγο λίγο απ' το ξύλο που την κρατάει . Έγινε το κοσμάρι , όντας κλωστιάσει το κατεβάζουν . Τρως κι είναι ..άλλο που να σου λέω κι' άλλο που να φας . Λίγο βαρύ στο στομάχι είναι μονάχα “.
   Καλή  σας  μέρα και ΧΡΟΝΙΑ  ΟΛΛΑ 

  Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη …
 www.lidoriki.com 

29.4.16

" ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ...ΤΑ...ΖΩΝΤΑΦΑΚΙΑ ...!!! "

"

“ ΤΑ ΖΩΝΤΑΦΑΚΙΑ “…

         ΟΣΑ  ΘΥΜΑΜΑΙ

1
2


Κώστα,
             Σου φωτοτύπησα τα μικρά λιγοσέλιδα βιβλιαράκια που περιείχαν τα τροπάρια και τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, Τα έχω κράτηση διότι  μου θυμίζουν τα παιδικά μου αθώα χρόνια, που και εμείς τα μικρά αισθανόμασταν μια ιδιαίτερη χαρά που είχαμε αυτά τα βιβλιαράκια και παίρναμε θέση τραγουδώντας (Η Ζωή εν τάφων, κατετέθης  Χριστέ,  άξιον  εστί ..αι  γενεαί αι  πάσαι κλπ) και  Εμείς τα μικρά παιδιά απαραιτήτως πηγαίναμε την Μεγάλη Εβδομάδα στην Εκκλησία από σεβασμό και βέβαια μας το τόνιζαν και η δάσκαλοι του σχολείου μας.  Οι οποί μας δίδασκαν θρησκευτικά και υπήρχε και κατηχητικό σχολείο κάθε Τετάρτη στην εκκλησία Παναγίας.  Εγώ προσωπικά δυο φορές είχα βρεθεί, τα περισσότερα παιδάκια ήταν γύρο από την γειτονιά της Εκκλησίας.  Η υπόθεση για τον Άγιον Γεώργιο, τον γείτονα μου και φρουρό του Βαρουσιού και του  Λιδορικιού είναι σοβαρό θέμα και εξαρτάται από όλους μας , να διορθωθεί αυτό  το σοβαρό πρόβλημα, που θα  συζητήσουμε άλλη φορά 
Χρόνια Πολλά, Καλή Ανάσταση, Υγεία, Ευτυχία, Ειρήνη και καλή καρδιά Εύχομαι σε όλους σας Καλή Ανάσταση και καλή αντάμωση.
Με αγάπη,
Μαρία Γ. Πέτρου-  Νταλάκα
20-  4 – 2014


000
Μέσα  δεκαετίας  του '50 , αναμνηστική  φωτογραφία απ' το  κατηχητικό  σχολείο , στην  εκκλησία της  Ζωοδόχου  Πηγής , με  την  παρουσία  του  κατηχητή  παπα Σπύρου  Κοράκη . Αναγνωρίστηκαν : ..Λατσούδη , Μιμίκα  Καραμήτσου , Ανδρέας  Κοράκης , Μπάμπης Σουρμελής , Κώστας  Καψάλης , Γιάννης  Υφαντής , Δημ. Παπακυριακόπουλος , γιος  της καθηγήτριας Λιαπίκου , Μίμης Πίτσιος , Χρύσανθος  Πάζας , Ηλίας  Ανδρίτσος , Μιλτιάδης Κασίδης κάπου  ανάμεσα  πρέπει  να  είναι  η  Τασία Κρικέλα  και  η  Μαρία  Πέτρου .

   Με..κατακεραύνωσε αγαπημένοι μου  φίλοι , η  ξαδέλφη  μου  η  Μαρί Πέτρου – Νταλάκα , με  το  λιγόλογο αυτό  σημείωμά  της  σχετικά με  τα…” ζωνταφάκια “, τα  βιβλιαράκια  δηλαδή με  τα  εγκώμια της  Μεγάλης Παρασκευής , γιατί ομολογώ πως  δεν  μπορούσα  ποτέ  να  φανταστώ , πως  ένα  μικρό  κοριτσάκι φεύγοντας  με  την  οικογένειά  του  για  την Αμερική , θα  σκεφτόταν  να  πάρει μαζί  του κάτι  απ’ την  Πατρίδα για  να  του θυμίζει  τα  παιδικά  του  χρόνια , κι’άυτό  το  κάτι ήταν  το  βιβλιαράκι με  τον  “ Επιτάφιο  θρήνο “…
   Μόλις  διάβασα  φίλοι  μου  το  γραμματάκι  αυτό  της  Μαρίας , το  μυαλό  μου  αυτόματα  ταξίδεψε  στα  χρόνια  τα  παιδικά  μας , τότε  που  διαβάζαμε κατασυγκινημένοι το  υπέροχο  ποίημα του  ποιητή  μας  Γιώργου Δροσίνη και  αμέσως  μπήκα  στη  θέση  της  Μικρής  Μαρίας , τι  άραγε  θα  έκανα εγώ , τι  θα  έλεγα ;


Χῶμα ἑλληνικό


Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.
Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.
Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.
Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.
Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.

  Γ.Δροσίνη

  Για  το  ίδιο  θέμα , της  ξενιτιάς και  της..νοσταλγίας , απασχόλησε  και  απασχολεί  αιώνες τώρα  τους Έλληνες  ποιητές και  φυσικά  έχουν  γραφτεί δεκάδες , εκατοντάδες  θα  λέγαμε σχετικά  ποιήματα , που όμως όλα  έχουν  μέσα  τους  την..μελαγχολία και  τη  λαχτάρα  της  επιστροφής ..
    Ο άσβεστος βλέπεις  , καημός  της μικρής  Μαρίας είναι  ο  ίδιος καημός  εκατοντάδων  χιλιάδων Ελλήνων που  έφυγαν για  την  ξενιτιά  κουβαλώντας μέσα  στην  ψυχή  τους  κάποια  πράγματα  απ’ την  Ελλάδα ..ζουν  εκεί αλλά..” ΠΑΝΤΑ  ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ…”

ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙΣ…
Ο
Τι κι΄αν τις ομορφιές του κόσμου, όλες, γνώρισες,
κι΄αν έζησες στα πιο ‘μορφα,τα πιο ψηλά,παλάτια,
τίποτα δεν αξίζουν, όλα,μπρός στο καλωσόρισες
που θα σου πουν ψιθυριστά,δυο δακρυσμένα μάτια.
                  *                *
Τι κι΄αν στης μοναξιάς τ απέραντα τα πέλαγα ταξίδεψες,
και στων ονείρων σου ναυάγησες,τ’απάνεμα ακρογιάλια,
στου πατρικού σου την αυλή,σε μια γωνίτσα,γύρεψες,
τα παιδικά σου όνειρα να θάψεις,σαν πολύτιμα κοράλλια.
                  *                 *
Tη γερασμένη,του σπιτιού σου, καρυδιά ,στον κόρφο
σαν άγιο φυλαχτό,στα μακρινά σου τα ταξίδια,κράτησες
μαζί με τη μορφή του κοριτσιού,που ξύπνησε τον πόθο,
σαν ήσουνα αμούστακο παιδί , σαν πρωταγάπησες.
                  *                 *
Μέσα απ’τα πράσινα,ξεθωριασμένα,του σπιτιού παράθυρα,
ώρες ατέλειωτες ,κοιτώντας τη βροχή,ταξίδευες..ταξίδευες
σε χώρες μακρινές,εξωτικές,φέρνοντας πάντα λάφυρα,
τις ομορφιές του ονείρου ,της ζωής,που πάντα γύρευες.
                  *                  *
Πάντα επιστρέφεις,στη γωνιά τη φτωχική,τη λατρεμένη,
να ονειρευτείς,παιδί,ξανά κάτω απ’τη γέρικη μουριά,
μ’ αλίμονο..απ’όλα τα παλιά τίποτα ,πια, δεν απομένει,
μόνο στα βάθη της  ψυχής ,η απέραντη της μάνας η αγκαλιά.-…. Κ.Κ.-
Αθήνα 12 03 06.
“ Τραγουδώντας στη  Ζωή “
     Λιδορίκι  2010
www.lidoriki.com

30.8.15

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ “ ΑΥΘΕΝΤΙΚΕΣ “ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Μια  τρυφερή  ανάμνηση  της  Τασίας  Δούκα

 

Παρέάση, Τασία Δούκα,Ξένη Κανιού,Ξένη Λουτσόβου,Δημ. Τσίγκα,Ευαγγ.Καμουτσή,Σωτ.Σταυροπούλου,Μαρία Αποστολοπούλου,Κούλα Μποβιάτση,Κούλα  Παλούκη κ.α

Δεκαετία  του ‘50 , από  κάποια  σχολική  παρέλαση , από  αριστερά : Τασία  Δούκα , Ξένη Κανιού , Ξένη Λουτσόβου , Δήματρα Τσίγκα , Ευαγγελία  Καμουτσή , Σωτ. Σταυροπούλου , Μαρία  Αποστολοπούλου , Κούλα  Μποβιάτυση , Κούλα Παλούκη

Αρχείο  Τασίας  Δούκα

**************

  Στην  προσπάθειά  μας , να σας  δώσουμε  όσο  περισσότερες  και  πιο  αξιόπιστες  “ εικόνες “ απ’ την  αθέατη  πλευρά  της  Λιδορικιώτικης  ζωής , που  δυστυχώς  πολύ λίγα  πράγματα  γνωρίζουμε , δημοσιεύουμε  αυθεντικές  μαρτυρίες  Λιδορικιωτών , που  δεν “ μασάνε “ τα  λόγια  τους και  μας  μεταφέρουν  “ ΑΥΤΑ  ΑΚΡΙΒΩΣ  ΠΟΥ  ΕΖΗΣΑΝ “ και  κάποιοι  άλλοι..δεν τολμούν  μα  πουν .

  Ευχαριστούμε  θερμά  την  αγαπητή φίλη Τασία  , για την  υπέροχη  αφήγησή της και  περιμένουμε  φυσικά  και άλλες…Κ.Κ.-

Αγαπητέ  Κώστα

   Όπως σου υποσχέθηκα θα γυρίσω για λίγο πίσω πολλά χρόνια να συµμεριστώ µαζί σου τις  παιδικές µου αναµνήσεις απο τη ζωή του χωριού µας.

   Καθώς ξέρεις εγώ µεγάλωσα στο  Βαρούσι, που  τουλάχιστον εκείνη την εποχή ήταν σαν ένα άλλο χωριό

.   Επί το πλείστον οι Βαρουσιώτες ήσαν τσοπάνηδες και γεωργοί και οι περισσότεροι φτωχοί και αγράμµατοι.

   Τους κάτω µαχαλιώτες (έµπορους..κλπ.) τους βλέπαµε σαν ανώτερη τάξη του Λιδωρικιού. Εγω δεν είχα κατεβεί κάτω στην Αγορά µέχρι που επήγα στο σχολείο. Τα πρώτα χρόνια της ζωής µου πέρασαν γύρω στη γειτονιά και περισσότερο στα χωράφια.

   Η µάνα µου µε έπαιρνε πάντα µαζί στο χωράφι. Εκεί στη Φτελιά περνούσα ώρες ολόκληρες θαυµάζοντας τις φυσικές οµορφιές  και προσπαθούσα να βρω απάντηση στις τόσες απορίες που έχει ένα µικρό παιδί . Όπως κάθε µικρό παιδί µεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον έτσι και εγώ µε τη φαντασία µου ζούσα κάθε γεγονός σαν πραγµατικότητα. π.χ. η µάνα µου για να µην πηγαίνω κοντά στο πηγάδι µου είχε ειπεί ότι µέσα στο πηγάδι είναι  ένας αράπης και παίρνει τα µικρά παιδιά...κάθε φορά που περνούσα από το πηγάδι µε µεγάλο  φόβο φανταζόµουνα τον αράπη να βγαίνει από το πηγάδι και έτρεχα πριν με αρπάξει...

Τασλια Δούκα  β

Δεκαετία του ‘50 , Τασία  Δούκα

Αρχείο  Τασίας  Δούκα

   Με τη φαντασία µου , τα Χριστούγεννα ταξίδευα στη Βηθλεέµ, έβλεπα το αστέρι, τους τρεις µάγους , τους αγγέλους ....και τι δεν θα έδινα να µπορούσα να µεταδώσω  αυτή την εικόνα που έκανα µε τη φαντασία µου σε κάθε παιδί σήµερα...

   Να άκουγα τον ήχο της καµπάνας, τα βήµατα των παιδιών ανεβαίνοντας στη σκάλα να µας  πουν τα κάλαντα....Πως περίµενα το άνθισµα της πρώτης µυγδαλιάς., τα χελιδόνια να χτίζουν τις φωλιές τους, τον κούκο να το λέει στον παλιόραγκο... µε λίγα λόγια, έτσι άρχισε η ζωή µου στο Βαρούσι...

   Τα 18 χρόνια που έζησα στο Λιδωρίκι έτυχε να είναι ο πόλεµος, το κάψιµο του χωριού, ο ανταρτοπόλεµος, και οικογενειακά προβλήµατα που είναι δύσκολο για µένα να έχω καθαρά συναισθήµατα για το Λιδωρίκι...από το ένα µέρος νοσταλγώ το παρελθόν και τα αγαπητά πρόσωπα που άφησα πίσω όταν έφυγα, από το άλλο νοµίζω πως το ότι έφυγα και έζησα µακριά σε ένα µέρος που µε δέχτηκε µε τόση αγάπη και άνοιξε τόσες πόρτες για µένα , πρέπει να ήταν το µεγαλύτερο δώρο που ο Παντοδύναµος µου χάρισε.

   Και τώρα θα προσπαθήσω να περιγράψω µερικά γεγονότα από τα χρόνια εκείνα:

Αναμν.φωτ,απ' την  Τάξη , Απ.Στάγιας,Γ.Μπεζαϊτης,Κ.Τεμπέλης,..Καθαράκης,Τασία Δούκα, Ευμ.Πάζα,Χριστ.Μαραζιάρη,Ασπ.Ανδρεοπούλου

Αναμν.φωτογραφία  μέσα  στην Τάξη , Απ.Στάγιας , ΓΜπεζαϊτης , Κ.Τεμπέλης , Ν.Καθαράκης , Τασία  Δούκα , Ευμ. Πάζα, Χριστίνα  Μαραζιάρη , Ασπ. Ανδρεοπούλου

Αρχείο  Τασίας  Δούκα

      **********

   Θυµάµαι να ανεβαίνω στο δρόµο λίγο κάτω από τον Άγιο Γεώργιο µαζί µε τη Μαρία Πέτρου ( τη Μαρία τηṣ Χαραλµπιούς όπως τη λέγαμε ) που µε είχε πάρει µαζί της στο σχολείο να µε γράψει γιατί θα άρχιζα σχολείο για πρώτη φορά.

   Η καµπάνα χτυπούσε συναγερµό, γυναίκες έτρεχαν να µαζέψουν τα παιδιά και όταν προχωρήσαµε ακούσαµε τον Μαλάµο να φωνάζει µε ένα χωνί (ο Μαλάµος και ο Ζήσιµος  ήσαν οι ντελάληδες του χωριού ) ότι έρχονται οι Γερµανοί και πρέπει να φύγουν όλοι από το χωριό ,  εµείς φύγαµε και επήγαµε στη Φτελιά , στα χωράφια και εκεί είχαµε και τα πρόβατα.

Παραδείσι  β'

Εκδρομή  στο  Παραδείσι

   Οι περισσότεροι Λιδωρικιώτες έκαναν το ίδιο. ∆εν θυµάµαι πόσο καιρό µείναµε εκεί , µόνο θυµάµαι ότι είχαµε ελονοσία και µέναµε σε µια ταράτσα και το µόνο φαγητό που είχαµε ήταν αλευρόγαλο, βράζαµε λίγο γάλα µε λίγο αλεύρι (καλαµοκίσιο).

   Ούτε  φάρµακα, ούτε γιατρό, ούτε καµιά βοήθεια γιατί όλοι βρισκόµαστε στην ίδια θέση. Εκεί λοιπόν  ένα βράδυ ήρθε η Γιαννούλα (η Μητέρα της Μαριας Πέτρου - Νταλάκα) και µας είπε πως όλοι έφυγαν από τη Φτελιά γιατί οι Γερµανοι καίνε το Λιδωρίκι.

   Η Μάνα µου και η αδελφή µου η Κατίνα είχαν ελονοσία και πολύ πυρετό, µε µεγάλη προσπάθεια ξεκινήσαµε για το Τριβίδι (το χωριό της Μάνας µου). Αφού περάσαµε το ποτάµι και ανεβαίναµε προς το Τριβίδι, ακούγαµε κρότους , εκρήξεις και βλέπαµε τον ουρανό να φαίνεται ένα χρώµα πορτοκαλί σαν φλόγα  είναι δύσκολο να περιγράψω αυτή την εικόνα που µένει τόσο ζωντανή σε µένα για πάντα.

Εν το µεταξύ εγώ και ο αδελφός μου ο Γιώργος , περπατούσαµε ξυπόλυτα απάνω στα αγκάθια γιατί ήταν καλοκαίρι και µάλιστα θυµάµαι ότι ήταν καθαρή βραδιά και έλαµπε το φεγγάρι σαν να ήταν ηµέρα. Όταν φθάσαµε στο Τριβίδι , στο σπίτι του θείου µου βρήκαµε τη θεία µου που είχε φορτώσει το µουλάρι µε µερικά απαραίτητα και έφευγε, είπε στη Μάνα µου που είχαν πάει . (Όλοι οι Τριβιδιώτες είχαν φύγει από το χωριό).

Τελευταία  μέρα  της  μαθητικής  ζωής , αναμν.φωτογραφία Ευμ.Πάζα,Τασία Δούκα,Χριστίνα  Μαραζιάρη , Τασία  Ανδρεοπούλου

Τελευταία  μέρα  της  μαθητικής  ζωής , Ευμ. Πάζα , Τασία  Δούκα , Χριστίνα  Μαραζιάρη , Τασία  Ανδρεοπούλου

Αρχείο   Τασίας  Δούκα

**********

   Θυµάµαι πως η γλυκιά µου η µανούλα κάθισε στη σκάλα και είπε : δεν µπορώ πια , ας πεθάνω εδώ. Εγώ και ο Γιώργος πήγαµε στη βρύση και φέραµε λίγο νερό για τη Μάνα µου και σε λίγο ξεκινήσαµε να πάµε εκεί που ήταν οι συγγενείς µας. ∆εν θυµάµαι πόσο µείναµε εκεί, αλλά θυµάµαι ότι εµείς τα παιδιά περάσαµε πολύ καλά µε όλα το ξαδέλφια.

   Μετά , η Μάνα µου γύρισε στο Λιδωρίκι καθώς όλοι οι χωριανοί προσπαθούσαν να ξαναβάλουν µια σειρά στην ταλαίπωρη ζωή τους. Εµείς τα παιδιά µείναµε στο Τριβίδι στο θείο µου, θυµάµαι ότι η αδελφή µου η Κατίνα είχε πολύ πυρετό και ο καηµένος ο θείος µου δε µπορούσε να κάνει τίποτα άλλο , αφού φάρµακο δε υπήρχε, την επήρε στα χέρια του κλαίγοντας και την έβγαλε στο µπαλκόνι να πάρει λίγο αέρα.

Μετά από λίγο καιρό ήλθε η Μάνα µου και µας έφερε στο Λιδωρίκι.

   Το δικό µας σπίτι δε είχε καεί ,η φωτιά είχε αρχίσει σε µια άκρη του σπιτιού αλλά έσβησε πριν προχωρήσει. ∆εν θα ξεχάσω ποτέ τη µυρουδιά από το κάψιµο, τα ερείπια των σπιτιών όλα µαύρα, είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω αυτή την εικόνα...

   Το σπίτι µας είχε µόνο δυο δωµάτια και εκεί µέναµε εµείς, η γειτόνισσα η Χαραλαµπιού µε τη Μαρία, και η γιαγιά η Τσίµαινα (Φωτοπούλου) και η θεια Μαρία Φωτοπούλου (Τσιµογιόργαινα) µε τα τρία παιδιά ,το Θύµιο, την Κούλα και το Χαράλαµπο.

   Εδώ πρέπει να σηµειώσω ότι ο θείος ο Γιώργος (Τσιµογιώργος) είχε πεθάνει λίγο πριν έλθουν οι Γερµανοί στα δικά µας µέρη....Φαντάσου τι βάσανα και πίκρες είχαµε τότε....

   Θυµάµαι όμως , ότι όλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον να φτιάξουν ένα καλύβι να στεγάσουν την οικογένειά του γιατί ήλθε και ο χειµώνας.

   Τώρα θα προχωρήσω στις αναµνήσειṣ του σχολείου.

   Τα πρώτα µαθήµατα έγιναν στα σκαλιά της εκκλησίας (Παναγίας) και στο φυτώριο. Σου είχα γράψει σχετικά µε την πρώτη τάξη και το µάθηµα...

   Αργότερα (νοµίζω στην τρίτη τάξη) εµείς κάναµε µάθηµα σε ένα κτήριο του Ντούµα (απέναντι στου Μανουδάκη το σπίτι. Είχαµε δασκαλα την Καρβέλα, που όπως όλοι πίστευε ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο...

   Οι µεγάλοι όλοι είχαν τόσες ευθύνες και στεναχώριες που δεν είχαν καιρό να αποσχολούνται µε την ψυχολογία των παιδιών. Τα παιδιά νηστικά και ξυπόλυτα µια πλάκα και ένα κοντύλι πηγαίναµε στο σχολείο και έπρεπε να πάµε και ένα ξύλο για τη σόµπα κάθε µέρα. Παίρναµε και ένα κοµμάτι ψωµί (αν το είχαµε και αυτό) να φάµε στο διάλειμμα .

   .Θυµάµαι µια µέρα άλλαξα ψωµί µε την Ελένη του Κατροδαύλη- Υφαντή , (εγώ είχα µποµπότα και η Ελένη είχε ψωµί από αγκόρτσα) µάλιστα που φάνηκε πιο νόστιµο. Όταν σωνόταν το αλεύρι, πολλοί έκαναν ψωµί από αγκόρτσα, αγριάδες, κότσαλα... Τέλος πάντων, µετά το διάλειμμα η Καρβέλα σήκωσε τον Ηλία Ξηροµάµο και δεν θυµάµαι για πιο λόγο πείρε τη βέργα να τον χτυπήσει ,

   Ο Ηλίας την έπιασε από τα µαλλιά και η δασκάλα έβαλε τις φωνές και έστειλε ένα παιδί να πάει στο σχολείο (στο ∆ηµοτικό) όπου ήταν οι δάσκαλοι να φέρει βοήθεια....δεν θυµάµαι περισσότερα αλλά αυτό το γεγονός και το ψωµί της Ελένης δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Ας πάµε τώρα στα χειρότερα χρόνια του Ανταρτοπόλεµου...

   Φαντάζοµαι θα έχουν γράψει πολλοί γι’ αυτό το θέµα και χρειάζεται πολύς χρόνος για να γράψω όλα όσα θυµάµαι αλλά θα αναφέρω µόνο τρία γεγονότα από αυτή την περίοδο.

   Τότε δεν υπήρχαν δρόµοι να µπορεί ο στρατός να µεταχειρίζεται αυτοκίνητα, και ζητούσαν από τον κόσµο να πανε µαζυ µε τα µουλάρια να φορτώνουν τα πολεµοφόδια και ότι άλλο χρειάζονταν. Ο κόσµος βέβαια δεν το έκαναν αυτό µε ευχαρίστηση, µάλιστα προσπαθούσαν νε βρουν τρόπο να το αποφύγουν.

   Θυµάµαι ένα χωροφύλακα (το Γιαλαµά) ηρθε στο σπίτι της πεθεράς της  αδελφής  µου ( της Κλωσσοθανάσαινας ) και ζητούσε το µουλάρι. Η συµπεθέρα το είχε κρύψει στο κατώι της γειτόνισσας και του είπε ότι το µουλάρι ήταν στη Φτελιά , . και για να του αποδείξει ότι ήθελε να βοηθήσει το στρατό παίρνει ένα ταψί ζεστό ψωµί (όχι καρβέλι, αλλά ταψί µεγάλο) το βάζει σε ένα τραπεζοµάντηλο και µε φορτώνει εµένα και µου λέει , να πας να ειπείς στο Γιώργο να φέρει το µουλάρι αµέσως (ο Γιώργος ήταν στα πρόβατα με τον συµπέθερο).

  Εγώ ξεκίνησα να πάω στη Φτελιά (αν είχα λίγο µυαλό, θα πήγαινα πιο πέρα και θα περίµενα λίγο να βρω δικαιολογία ότι δεν τον βρήκα...) αλλά συνέχισα το ταξίδι και έφτασα µέχρι το Απόσκιο και εκεί είχε κάνει στάση ο στρατός και δεν µε άφησαν να προχωρήσω γιατί  βοµαρδίζανε απέναντι στα Βαρδούσια τα αεροπλάα.

   Εγώ καθόµουνα και περίµενα να περάσω. µερικοί  στρατιώτες µε πλησιάσανε να ιδούν τι έχω φορτωµένη. Μόλις είδαν το φρέσκο το ψωµί λίγο λίγο ί το πήρανε και µου έδιναν κονσέρβες για αντάλαγµα.   Έτσι γύρισα αργά το απόγευµα και έµαθα πως ο Γιαλαµάς δεν πίστεψε το ψέµα , βρήκε το µουλάρι και το είχαν στις Λάκκες όπου ετοιμάστηκε ο στρατός για τη µάχη της  Αρτοτίνας.

   Μάλιστα σε αυτή τη µάχη είχε πάει και η Μάνα µου , µαζί με πολλούς άλλους Λιδωρικιώτες. Σε αυτή τη µάχη σκοτώθηκε η Φροσύνη Ταµβάκη (ήταν δίπλα στη Μάνα µου όταν τη χτύπησε το βλήµα) και η Παλαιολόγου (δεν ξέρω το μικρό της όνοµα).Τότε έπιασαν αιχµαλώτους οι αντάρτες το συµπέθερο (Κλωσσοθανάση) και το Μπακόγιαννο.

   Επίσης όταν ήλθαν οι αντάρτες στο Λιδωρίκι (αν θυµάµαι καλά τον Απρίλιο του 1949) η Μάνα µου ήταν στην Αθήνα και εγώ ήµουν µόνη µου µε τη γιαγιά µου στο σπίτι. Αφού δεν ήξερα καλύτερα καθόµουνα στο παράθυρο και έβλεπα τους αντάρτες όταν περνούσαν φορτωµένοι για να φύγουν προς τα βουνά , έβλεπα και µερικούς που έτρεχαν να αποφύγουν τις σφαίρες που έριχναν οι στρατιώτες από τον Κουκορέφτο....

   Όταν επί τέλους τελείωσε η µάχη και ήλθε το πρωί , έµαθα πως είχαν σκοτωθεί τρεις κοπέλες ( συναγωνίστριες). Μια από αυτές προχωρούσε προς τον πλάτανο, φαίνεται είχε τραυµατιστεί και έπεσε σε ένα µέρος που το λέγανε του Κατσούρη το αλώνι.

   Εγώ επήγα και την είδα, θα ήταν περίπου 17−18 χρόνων , είχε πέσει επάνω σε ένα πουρνάρι , σαν να είχε ξαπλώσει να ξεκουραστεί.

   Το απόγευµα µαζεύτηκαν µερικές γυναίκες , έσκαψαν και τη έθαψαν εκεί , χωρίς φέρετρο, χωρίς παπά , απλώς κάναµε όλοι το σταυρό µας και θυµάµαι η Κλωσσοτέτα της σκέπασε το πρόσωπο µε ένα άσπρο µαντήλι. Αργότερα έµαθα πως ένας αντάρτης που είχε κρυφτεί και παραδόθηκε στο στρατό , πέρασε και την είδε πριν τη θάψουν και είπε πως ήταν µια από τις µαθήτριες που είχαν πάρει από την Καλαµπάκα.

   Όπως φαντάζοµαι θα ξέρεις , οι περισσότεροι αντάρτες είχαν πάει δια της βίας και όχι διότι το ήθελαν. Φαντάσου τους γονείς αυτού του κοριτσιού και τόσων άλλων , που δεν έµαθαν ποτέ που και πως τελείωσε η ζωή των παιδιών τους....

 Επίσης θυµάµαι που είχαν κρεµάσει δύο κεφάλια στη Βαθειά , στις ακακίες και δεν θα µου φύγει ποτέ αυτή η εικόνα από το µυαλό µου. Ήθελα να σου το ειπώ για ιστορικούς λόγους , ότι εκεί στου Κατσούρη το αλώνι , είχε ταφεί ένα κοριτσάκι άγνωστο και ότι στη Βαθειά , που γίνονται τόσα γλέντια και χαρές κάποτε οι Έλληνες έσφαζαν άλλους Έλληνες και κρεµούσαν τα κεφάλια τους στην πλατεία χωρίς να ενδιαφέρονται αν µικρά παιδιά τα έβλεπαν.

   Συγγνώµη που οι αναµνήσεις µου αυτές είναι γύρω από τα δυσάρεστα γεγονότα, άλλη φορά θα σου στείλω πιο ευχάριστες , γιατί έχω ζήσει και πάρα πολλές χαρούµενες ηµέρες στο Λιδωρίκι.

Θα κλείσω µε δυο ευτράπελα από τη σχολική ζωή του Γυµανσίου.

   Η Ασπασία Ανδρεοπούλου , απ’ την Ερατεινή , ήλθε στο Λιδωρίκι από το Γυμνάσιο Γαλαξιδίου στην εβδόµη κα ογδόη τάξη. Απο την πρώτη στιγµή υπήρξε µεταξύ µας µια αγνή και πραγµατική φιλία, καθίσαµε στο ίδιο θρανίο και συνήθως διαβάζαµε µαζί.

   Κάποτε την ωρα του µαθήµατος (το µάθηµα ήταν σχετικό µε τον Εθνικό Ύµνο)  η Ασπασία πολύ σοβαρά γυρίζει κα µε ρωτάει , ζει ο Σολωμός?

   Εγώ (παρ’ όλο που είχα µάθει να προσέχω από τον Μποτίνη, δεν σκέφτηκα ότι δε έπρεπε να γελάσω µε αυτή την ερώτηση και έτσι έπρεπε να απαντήσω στον κύριο Καλλιµάνη γιατί εγέλασα.

   Επειδή δεν ήθελα να θίξω την Ασπασία , προσπαθούσα να βρω δικαιολογία αλλά η Ασπασία που ήταν πάντα ειλικρινής και υπεύθυνη για τις πράξεις της , απάντησε αµέσως : εγώ κύριε καθηγητά την ερώτησα αν ζει ο Σολωµός µε αποτέλεσµα να γελάσει όλη η τάξη και να τιµωριθούμε και οι δυο και να γράψωµε τον Εθνικό Ύµνο  50 φορές η κάθε µία...

   Ο Καλλιµάνης ήταν ο πιο αγαπητός καθηγητής για µένα και εκτός του µαθήµατος νοµίζω πως οι συµβουλές του σχετικά µε τη ζωή , για εµένα τουλάχιστον , ήσαν τα θεµέλια στις αρχές που ακολούθησα στη ζωή µου.

   Ο κύριος Παπανδρέου εκτός από τη γυµναστική έκανε και µάθηµα υγιεινής. Λοιπόν µας εδίδασκε ότι το πρόγευµα είναι πολύ απαραίτητο και πρέπει να τρώµε καλά το πρωί

. Τα περισσότερα , βέβαια , παιδιά δεν είχαν τα απαραάτητα φαγητά και µάλιστα τα παιδιά από τα γύρω χωριά , που έπρεπε να φροντίζουν µόνα τους µακριά από το σπίτι τους. Τέλος πάντων , για να µας δείξει τι θα πει καλό πρωινό , ερώτησε το Σπύρο τον Καραµήτσο τι τρώει το πρωί . Ο Σπύρος βέβαια όχι µόνο ήταν από εύπορη οικογένεια , αλλά είχε και τη µαµά του που οπωσδήποτε του ετοίµαζε το πρωινό του.

Τασία  Δούκα  γ'

Από  κάποια  εκδρομή

   Ο Σπύρος λοιπόν απάντησε : κακάο, φρυγανιά….ο Παανδρέου του λέει , να τρως και ένα αυγό...εµείς ακούγαµε και βέβαια ο καθένας θα σκεφτόταν τι τρώει το πρωί…..ο Θόδωρος Νταλάκας , από τη Μηλιά, σήκωσε το χέρι..εγώ κύριε καθηγητά τρώγω τυρί και ψωµί…..

   ∆εν ξέρω αν ο καθηγητής κατάλαβε πως θα µπορούσε µε καλύτερο τρόπο να εξηγήσει το µάθηµα , αλλά αν έριχνε κανείς µια µατιά στο Σπύρο που ήταν κάπως αδύνατος και στο Νταλάκα µε τα ροδοκόκκινα µάγουλα θα πίστευε πως το τυρί και το ψωµί ήταν πολύ καλή τροφή...

.Με Αγάπη

Τασία

www.lidoriki.com

28.8.15

OΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΛΙΔΟΡΙΚΙΟΥ 29-8-1944 - ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΧΩΡΙΑΝΩΝ ΜΑΣ

ΑΓΝΑΝΤΕΥΑΜΕ ΤΟ ΛΙΔΟΡΙΚΙ ΝΑ..ΚΑΙΓΕΤΑΙ....

clip_image001

To χωριό μας , καμένο , θύμα της εκδικητικής Γερμανικής ..μανίας , αιώνων ιστορία , σβήστηκε μονομιάς , κι' εμείς ούτε ένα ταπεινό μνημείο δεν έχουμε φτιάξει..΄για τους χωριανούς μας που αδικοχάθηκαν , για τον πολιτισμό μας που χάθηκε...είμαστε άξιοι της τύχης μας....Μόλις ο Δήμος μας πέρυσι  αξιώθηκε να κάνει μια σεμνή εκδήλωση , ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ !!!!! ΧΡΟΝΙΑ

************

Στο " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " , του Αυγούστου 1983 αρ.φυλ. 21 , βρήκαμε αυτό το κομμάτι , συγκλονιστικό για μας , που αναφέρεται στο κάψιμο του χωριού μας τον Αύγουστο του 1944 , γραμμένο από μια εντεκάχρονη , τότε , Λιδορικιωτοπούλα , την φίλη Τασία Κατσώνη - Μαραγκού , που με την .. ολοζώντανη περιγραφής της , μας έκανε να νοιώσουμε τη..μυρωδιά της φωτιάς και τ' αποκαίδια να..πνίγουν τα ..μάτια μας , το χωριό μας καίγεται αδέρφια ανήμερα τ Αι Γιαννιού , 29 Αυγούστου 1944 , διαβάστε τι είχε καταγραφεί τότε στην τρυφερή παιδική ψυχούλα μιας εντεκάχρονης.....

   *********

" Σαράντα χρόνια κοντεύουν από τον μαύρο εκείνο Αύγουστο του 1944 . Ήμουν μικρό παιδί - 11 χρονών - και έχουν χαραχτεί βαθειά μέσα μου όλα όσα τραβήξαμε τότε . Όλα άρχισαν από τις Καρούτες . Εκεί , οι αντάρτες χτύπησαν ένα τάγμα Γερμανών από το οποίο δεν σώθηκε κανένας .

Νυχτιάτικα , οι αντάρτες ήρθαν και μας πήραν με τα ζώα μας αγγαρεία , να πάμε στις Καρούτες να φέρουμε λάφυρα . Και τι δεν αντίκρισαν τα παιδικά μου μάτια εκεί !...Τα θυμάμαι κι ανατριχιάζω ! Γύρω στις βρύσες , πτώματα Γερμανών πεσμένων το ένα πάνω στο άλλο . Άλλοι μπρούμιτα , άλλοι ανάσκελα , άλλοι με τα μάτια ορθάνοιχτα . Άγριο πράγμα ο θάνατος και πιο φοβερό όταν τον αντικρίζουν , σ' αυτή τη μορφή , παιδικά μάτια . Ήταν ένα βράδυ εφιαλτικό .

Οι Γερμανοί , όμως , λυσσασμένοι από τις αλλεπάλληλες ήττες ζητάνε εκδίκηση . Μεγάλες δυνάμεις τους ξεκίνησαν από την Άμφισσα , για " να τιμωρήσουν ". Άλλοι ψηλά , απ' τον Έλατο , και άλλοι χαμηλά απ' τ' Ανάθεμα . Ζητάνε εκδίκηση . Θα πληρώσει το Λιδορίκι για τον ξεπαστρεμό των Γερμανών στις Καρούτες .

Σ' όλα τα μέτωπα οι Γερμανοί λυγάνε , ο πόλεμος είναι βέβαιο πως τελειώνει και το Λιδορίκι καταστρέφεται . Από μακριά , βάλλουν με όλμους , εναντίον του Λιδορικιού . Ανταριασμένα όλα τα βουνά , ο Έλατος τα βουνά πάνω απ' τη Σκαλούλα , πνίγονται από τους όλμους και τις οβίδες . Όσο πάει και πλησιάζει ο αχός και η βοή...

Βλέπαμε τις οβίδες να πέφτουν στο " Βύθλα " στον " Τραγουδάκι " στον " Πλατό ", όλο το χωριό ανάστατο . Μικροί και μεγάλοι ξέραμε τι μας περίμενε αν μέναμε , και μαζεύαμε γρήγορα - γρήγορα ότι μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας , για να φύγουμε μακριά . Όλοι αδειάζουν τα σπίτια τους . Φορτωμένα τα ζώα καλαμπόκι , τρόφιμα , ρούχα και , πανωσάμαρα , οι κότες δεμένες όλες μαζί . Καραβάνι απελπισμένων και φοβισμένων ανθρώπων οι Λιδορικιώτες άνδρες , γυναίκες , παιδιά , κουβαλάνε το βιος τους - ότι περίσσεψε απ' τη λεηλασία των Ιταλών του 1943 - στα αμπέλια , στον Κόστεβο , τη Φτελιά και στα γύρω ορεινά χωριά . Ότι δεν μπορούν να πάρουν ανοίγουν λάκκους και το χώνουν στους κήπους ....Κανένας δεν τρέφει αυταπάτες , όλοι ξέρουν πολύ καλά τι περιμένει το όμορφο χωριό μας .

Οι όλμοι όσο πάνε και πλησιάζουν στο χωριό , και μόνο η θειά μου η Κούλα , η Μπαλατσούραινα με τη θεια μου τη Ζωίτσα - κοπέλες τότε - θυμήθηκαν ότι έχουν ένα αμπέλι στο Παραδείσι και πήγαν να κόψουν σταφύλια . Χαροπάλαιψαν να γυρίσουν πίσω . Παίρνει η θεια μου η Ζωίτσα ένα σακί , βάζει μέσα όλες τις κότες της και φεύγει , αλλά μέχρι να φτάσει στις Λάκκες ψόφησαν οι κότες και τις πέταξε μαζί με το σακί !....

Άδειασε το Λιδορίκι , λίγοι γέροντες έμειναν . Σαν λυσσασμένοι έπεσαν μέσα στο χωριό οι Γερμανοί , με τους προδότες που τούς συνόδευαν , και άρχισε ο χαλασμός . Φωτιά σε όλα τα σπίτια . Δεν σεβάστηκαν ούτε την εκκλησία , σκότωσαν με τις λόγχες γέροντες και άλλους τους πέταξαν ζωντανούς μέσα στα καιόμενα σπίτια .

Οι φλόγες υψώνονταν μέχρι τον ουρανό . Μαύρος πυκνός καπνός καλύπτει τα πάντα . Ανταριάζει το μέρος όλο και η μυρωδιά των καμένων υλών , φτάνει πολύ μακριά . Εκτελούν μέσα στο μαγαζί του τον Αθαν.Τσίγκα , τον Παπαναγιώτου , τον Παπαδόπουλο , τις αδελφές Λατσούδη και Πουρνιά και πολλούς άλλους . Κόλαση μέσα στο χωριό . Οι Λιδορικιώτες από τις γύρω βουνοκορφές , με δάκρυα στα μάτια , βλέπουν τους κόπους μιας ζωής να καίγονται .

Αφού χόρτασαν δυο μέρες χαλασμό και θάνατο , έφυγαν οι Γερμανοί . Γεμάτοι απελπισία οι κάτοικοι , δειλά-δειλά άρχισαν να γυρίζουν στο χωριό . Θρήνος παντού , η βαριά μυρωδιά του καμένου τους υποδέχεται . Τα παράθυρα , οι σκεπές , όλα καμένα , πεσμένα , καρβουνιασμένα . Δεν υπάρχει τίποτα .Χαλασμός , θάνατος πέρα ως πέρα . Σε λίγο θάρθει ο χειμώνας και θα μας βρει άστεγους , πεινασμένους , κρυωμένους . Από που ν' αρχίσουμε , όλοι είμαστε στην ίδια θέση , μικροί μεγάλοι , με το τσεκούρι , τρέχαμε στα βουνά να κόψωμε ξύλα να στεγαστούμε πρόχειρα . Ένδεκα χρονών παιδί και κουβαλούσα σβαρνώντας τα ξύλα , μαχιές και ψαλίδια . Τα σέρναμε με σκοινιά απ' τον Αρδίνη .

Θυμάμαι , Δεκέμβρης μήνας του 1944 , χιόνιζε και ήμουνα στα Καλτεζιά μόνη μου ( οι άλλοι είχαν προχωρήσει ), ό,τι είχε απομείνει απ΄τα παπούτσια που φορούσα , γλίστραγε και τα παιδικά μου χέρια πάγωναν . Δεν άφηναν όμως το σκοινί με το ψαλίδι ( ξύλο σκεπής ) για το σκέπασμα του σπιτιού . Ο αγώνας για το χτίσιμο του χωριού μας είχε αρχίσει .

Ένας αγώνας που κράτησε πολλά-πολλά χρόνια , ένας αγώνας στη διεξαγωγή του οποίου τόσοι και τόσοι συμπατριώτες μας χάθηκαν από πείνα , στερήσεις , αρρώστειες . στενοχώρια....".-

Καλό σας μεσημέρι  αγαπημένοι μου φίλοι .....ΚΚ.-

www/lidoriki.com

28.6.15

ΓΛΥΚΟ..ΠΙΚΡΕΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Γράφει  η  Τασία   Δούκα

 

Tασία Δούκα , 16- 8 - 1953 , στη  Σκαλούλα  με  το  συμπεθεριό του  Λιδορικιώτη ( Βαρουσιώτη ) γαμπρού  Ηρ.Μάρκου , που  ήγαν  για  να  πάρουν  τη  νύφη

Σκαλούλα , 18- 6 1953 , η  Τασία  Δούκα  με  το  “ συμπεθεριό “ του  Λιδορικιώτη  ( Βαρουσιώτη ) γαμπρού  Ηρακλή  Μάρκου , που  πήγαν  να  πάρουν  τη  νύφη  , σύμφωνα  με  το  έθιμο .

Αρχείο  Τασίας  Δούκα

   *****

      Αγαπητέ Κώστα

   Όπως σου υποσχέθηκα θα γυρίσω για λίγο πίσω πολλά χρόνια να μοιραστώ  µαζί σου τις  παιδικές µου αναµνήσεις από τη ζωή του χωριού µας.

   Καθώς ξέρεις εγώ µεγάλωσα στο  Βαρουσι, το Βαρουσι τουλάχιστον εκείνη την εποχή ήταν σαν ένα άλλο χωριό

. Επί το πλείστον οι Βαρουσιώτες ήσαν τσοπάνηδες και γεωργοί και οι περισσότεροι φτωχοί και αγράμµατοι.

  Τους κάτω µαχαλιώτες (έµπορους..κλπ.) τους βλέπαµε σαν ανώτερη τάξη του Λιδωρικιού. Εγω δεν είχα κατεβεί κάτω στην Αγορά µέχρι που επήγα στο σχολείο. Τα πρώτα χρόνια της ζωής µου πέρασαν γύρω στη γειτονιά και περισσότερο στα χωράφια.

  Η µάνα µου µε έπαιρνε πάντα µαζί στο χωράφι. Εκεί στη Φτελιά περνούσα ώρες ολόκληρες θαυµάζοντας τις φυσικές οµορφιές  και προσπαθούσα να βρω απάντηση στις τόσες απορίες που έχει ένα µικρό παιδί . Όπως κάθε µικρό παιδί µεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον έτσι και εγώ µε τη φαντασία µου ζούσα κάθε γεγονός σαν πραγµατικότητα. π.χ. η µάνα µου για να µην πηγαίνω κοντά στο πηγάδι µου είχε ειπεί ότι µέσα στο πηγάδι είναι  ένας αράπης και παίρνει τα µικρά παιδιά...κάθε φορά που περνούσα από το πηγάδι µε µεγάλο  φόβο φανταζόµουνα τον αράπη να βγαίνει από το πηγάδι και έτρεχα πριν με αρπάξει...

Σχολική θεατρική  παράσταση της  εποχής, . τρίτη  από  αριστερά  Τασία  Δούκα

Σκηνή από  σχολική  θεατρική  παράσταση της  εποχής , τρίτη από  αριστερά  η  Τασία  Δούκα .

Αρχείο  Τασίας  Δούκα

 

   Με τη φαντασία µου , τα Χριστούγεννα ταξίδευα στη Βηθλεέµ, έβλεπα το αστέρι, τους τρεις µάγους , τους αγγέλους ....και τι δεν θα έδινα να µπορούσα να µεταδώσω  αυτή την εικόνα που έκανα µε τη φαντασία µου σε κάθε παιδί σήµερα...

   Να άκουγα τον ήχο της καµπάνας, τα βήµατα των παιδιών ανεβαίνοντας στη σκάλα να µας  πουν τα κάλαντα....Πως περίµενα το άνθισµα της πρώτης µυγδαλιάς., τα χελιδόνια να χτίζουν τις φωλιές τους, τον κούκο να το λέει στον παλιόραγκο... µε λίγα λόγια, έτσι άρχισε η ζωή µου στο Βαρούσι...

   Τα 18 χρόνια που έζησα στο Λιδωρίκι έτυχε να είναι ο πόλεµος, το κάψιµο του χωριού, ο ανταρτοπόλεµος, και οικογενειακά προβλήµατα που είναι δύσκολο για µένα να έχω καθαρά συναισθήµατα για το Λιδωρίκι...από το ένα µέρος νοσταλγώ το παρελθόν και τα αγαπητά πρόσωπα που άφησα πίσω όταν έφυγα, από το άλλο νοµίζω πως το ότι έφυγα και έζησα µακριά σε ένα µέρος που µε δέχτηκε µε τόση αγάπη και άνοιξε τόσες πόρτες για µένα , πρέπει να ήταν το µεγαλύτερο δώρο που ο Παντοδύναµος µου χάρισε.

  Και τώρα θα προσπαθήσω να περιγράψω µερικά γεγονότα από τα χρόνια εκείνα:

   Θυµάµαι να ανεβαίνω στο δρόµο λίγο κάτω από τον Άγιο Γεώργιο µαζί µε τη Μαρίαα Πετρου ( τη Μαρία τηṣ Χαραλµπιούς όπως τη λέγαμε ) που µε είχε πάρει µαζί της στο σχολείο να µε γράψει γιατί θα άρχιζα σχολείο για πρώτη φορά.

Μετά την παρέλαση, ο  χορός  στη  Βαθιά,αρχή 10ετίας '50. Πρώτη , Τασία  Δούκα , δε'υτερη Ελένη Λατσούδη , πέμπτη, Πολ.Λουτσόβου

Δεκαετία  του ‘50 , ένα  μπουκέτο Λιδορικιώτικα ..” αγριολούλουδα “ χορεύουν  στη  Βαθιά , μετά  από  κάποια  παρέλαση  Εθνικής  Γιορτής , πρωτοχορεύτρια  η  Τασία  Δούκα , Ελένη  Λατσούδη , πέμπτη  η  Πολυξένη Λουτσόβου κ.α 

Αρχείο   Τασίας  Δούκα

  *****

   Η καµπάνα χτυπούσε συναγερµό, γυναίκες έτρεχαν να µαζέψουν τα παιδιά και όταν προχωρήσαµε ακούσαµε τον Μαλάµο να φωνάζει µε ένα χωνί (ο Μαλάµος και ο Ζήσιµος  ήσαν οι ντελάληδες του χωριού ) ότι έρχονται οι Γερµανοί και πρέπει να φύγουν όλοι από το χωριό ,  εµείς φύγαµε και επήγαµε στη Φτελιά , στα χωράφια και εκεί είχαµε και τα πρόβατα.

   Οι περισσότεροι Λιδωρικιώτες έκαναν το ίδιο. ∆εν θυµάµαι πόσο καιρό µείναµε εκεί , µόνο θυµάµαι ότι είχαµε ελονοσία και µέναµε σε µια ταράτσα και το µόνο φαγητό που είχαµε ήταν αλευρόγαλο, βράζαµε λίγο γάλα µε λίγο αλεύρι (καλαµοκίσιο).

  Ούτε  φάρµακα, ούτε γιατρό, ούτε καµιά βοήθεια γιατί όλοι βρισκόµαστε στην ίδια θέση. Εκεί λοιπόν  ένα βράδυ ήρθε η Γιαννούλα (η Μητέρα της Μαριας Πέτρου - Νταλάκα) και µας είπε πως όλοι έφυγαν από τη Φτελιά γιατί οι Γερµανοι καίνε το Λιδωρίκι.

23-8-1954, Πανηγύρι  Κουτσουρού,Τασία Δούκα , Μαρία Κλώσσα , ΤέταΚ.ΚΛώσσα,Τέτα Α.Κλώσσα ΚατίναΚλώσσα ( αδελφή  Τασίας )

Μια  παρέα  από  όμορφες  Λιδορικιωτοπούλες ( Βαρσιώτισσες ) στις  23-8-1954 , στο  πανηγύρι  του  Κουτσουρού , Από  αριστερά  η Τασία  Δούκα , Μαρία  Κλωσσα , Τέτα  Κ.Κλώσσα , Τέτα  Α. Κλώσσα  και  Κατίνα  Κλώσσα , αδελφή  της  Τασίας .

Αρχείο  Τασίας  Κλώσσα

*******

   Η Μάνα µου και η αδελφή µου η Κατίνα είχαν ελονοσία και πολύ πυρετό, µε µεγάλη προσπάθεια ξεκινήσαµε για το Τριβίδι (το χωριό της Μάνας µου). Αφού περάσαµε το ποτάµι και ανεβαίναµε προς το Τριβίδι, ακούγαµε κρότους , εκρήξεις και βλέπαµε τον ουρανό να φαίνεται ένα χρώµα πορτοκαλί σαν φλόγα  είναι δύσκολο να περιγράψω αυτή την εικόνα που µένει τόσο ζωντανή σε µένα για πάντα.

  Εν το µεταξύ εγώ και ο αδελφός μου ο Γιώργος , περπατούσαµε ξυπόλυτα απάνω στα αγκάθια γιατί ήταν καλοκαίρι και µάλιστα θυµάµαι ότι ήταν καθαρή βραδιά και έλαµπε το φεγγάρι σαν να ήταν ηµέρα. Όταν φθάσαµε στο Τριβίδι , στο σπίτι του θείου µου βρήκαµε τη θεία µου που είχε φορτώσει το µουλάρι µε µερικά απαραίτητα και έφευγε, είπε στη Μάνα µου που είχαν πάει . (Όλοι οι Τριβιδιώτες είχαν φύγει από το χωριό).

  Θυµάµαι πως η γλυκιά µου η µανούλα κάθισε στη σκάλα και είπε : δεν µπορώ πια , ας πεθάνω εδώ. Εγώ και ο Γιώργος πήγαµε στη βρύση και φέραµε λίγο νερό για τη Μάνα µου και σε λίγο ξεκινήσαµε να πάµε εκεί που ήταν οι συγγενείς µας. ∆εν θυµάµαι πόσο µείναµε εκεί, αλλά θυµάµαι ότι εµείς τα παιδιά περάσαµε πολύ καλά µε όλα το ξαδέλφια.

   Μετά , η Μάνα µου γύρισε στο Λιδωρίκι καθώς όλοι οι χωριανοί προσπαθούσαν να ξαναβάλουν µια σειρά στην ταλαίπωρη ζωή τους. Εµείς τα παιδιά µείναµε στο Τριβίδι στο θείο µου, θυµάµαι ότι η αδελφή µου η Κατίνα είχε πολύ πυρετό και ο καηµένος ο θείος µου δε µπορούσε να κάνει τίποτα άλλο , αφού φάρµακο δε υπήρχε, την επήρε στα χέρια του κλαίγοντας και την έβγαλε στο µπαλκόνι να πάρει λίγο αέρα. 

   Μετά από λίγο καιρό ήλθε η Μάνα µου και µας έφερε στο Λιδωρίκι.

  Το δικό µας σπίτι δε είχε καεί ,η φωτιά είχε αρχίσει σε µια άκρη του σπιτιού αλλά έσβησε πριν προχωρήσει. ∆εν θα ξεχάσω ποτέ τη µυρουδιά από το κάψιµο, τα ερείπια των σπιτιών όλα µαύρα, είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω αυτή την εικόνα...

   Το σπίτι µας είχε µόνο δυο δωµάτια και εκεί µέναµε εµείς, η γειτόνισσα η Χαραλαµπιού µε τη Μαρία, και η γιαγιά η Τσίµαινα (Φωτοπούλου) και η θεια Μαρία Φωτοπούλου (Τσιµογιώργαινα) µε τα τρία παιδιά ,το Θύµιο, την Κούλα και το Χαράλαµπο.

   Εδώ πρέπει να σηµειώσω ότι ο θείος ο Γιώργος (Τσιµογιώργος) είχε πεθάνει λίγο πριν έλθουν οι Γερµανοί στα δικά µας µέρη....Φαντάσου τι βάσανα και πίκρες είχαµε τότε....

   Θυµάµαι όμως , ότι όλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον να φτιάξουν ένα καλύβι να στεγάσουν την οικογένειά του γιατί ήλθε και ο χειµώνας.

Τώρα θα προχωρήσω στις αναµνήσειṣ του σχολείου.

   Τα πρώτα µαθήµατα έγιναν στα σκαλιά της εκκλησίας (Παναγίας) και στο φυτώριο. Σου είχα γράψει σχετικά µε την πρώτη τάξη και το µάθηµα...

   Αργότερα (νοµίζω στην τρίτη τάξη) εµείς κάναµε µάθηµα σε ένα κτήριο του Ντούµα (απέναντι στου Μανουδάκη το σπίτι. Είχαµε δασκαλα την Καρβέλα, που όπως όλοι πίστευε ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο...

   Οι µεγάλοι όλοι είχαν τόσες ευθύνες και στεναχώριες που δεν είχαν καιρό να αποσχολούνται µε την ψυχολογία των παιδιών. Τα παιδιά νηστικά και ξυπόλυτα µια πλάκα και ένα κοντύλι πηγαίναµε στο σχολείο και έπρεπε να πάµε και ένα ξύλο για τη σόµπα κάθε µέρα. Παίρναµε και ένα κοµμάτι ψωµί (αν το είχαµε και αυτό) να φάµε στο διάλειμμα .

   .Θυµάµαι µια µέρα άλλαξα ψωµί µε την Ελένη του Κατροδαύλη- Υφαντή , (εγώ είχα µποµπότα και η Ελένη είχε ψωµί από αγκόρτσα) µάλιστα μου φάνηκε πιο νόστιµο. Όταν σωνόταν το αλεύρι, πολλοί έκαναν ψωµί από αγκόρτσα, αγριάδες, κότσαλα... Τέλος πάντων, µετά το διάλειμμα η Καρβέλα σήκωσε τον Ηλία Ξηροµάµο και δεν θυµάµαι για πιο λόγο πείρε τη βέργα να τον χτυπήσει ,

   Ο Ηλίας την έπιασε από τα µαλλιά και η δασκάλα έβαλε τις φωνές και έστειλε ένα παιδί να πάει στο σχολείο (στο ∆ηµοτικό) όπου ήταν οι δάσκαλοι να φέρει βοήθεια....δεν θυµάµαι περισσότερα αλλά αυτό το γεγονός και το ψωµί της Ελένης δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

   Ας πάµε τώρα στα χειρότερα χρόνια του Ανταρτοπόλεµου...

   Φαντάζοµαι θα έχουν γράψει πολλοί γι’ αυτό το θέµα και χρειάζεται πολύς χρόνος για να γράψω όλα όσα θυµάµαι αλλά θα αναφέρω µόνο τρία γεγονότα από αυτή την περίοδο.

   Τότε δεν υπήρχαν δρόµοι να µπορεί ο στρατός να χρησιμοποιεί αυτοκίνητα, και ζητούσαν από τον κόσµο να πάνε µαζί  µε τα µουλάρια να φορτώνουν τα πολεµοφόδια και ότι άλλο χρειάζονταν. Ο κόσµος βέβαια δεν το έκαναν αυτό µε ευχαρίστηση, µάλιστα προσπαθούσαν νε βρουν τρόπο να το αποφύγουν.

   Θυµάµαι ένα χωροφύλακα (το Γιαλαµά) ήρθε στο σπίτι της πεθεράς της  αδελφής  µου ( της Κλωσσοθανάσαινας ) και ζητούσε το µουλάρι. Η συµπεθέρα το είχε κρύψει στο κατώι της γειτόνισσας και του είπε ότι το µουλάρι ήταν στη Φτελι , . και για να του αποδείξει ότι ήθελε να βοηθήσει το στρατό παίρνει ένα ταψί ζεστό ψωµί (όχι καρβέλι, αλλά ταψί µεγάλο) το βάζει σε ένα τραπεζοµάντηλο και µε φορτώνει εµένα και µου λέει , να πας να ειπείς στο Γιώργο να φέρει το µουλάρι αµέσως (ο Γιώργος ήταν στα πρόβατα με τον συµπέθερο).

   Εγώ ξεκίνησα να πάω στη Φτελιά (αν είχα λίγο µυαλό, θα πήγαινα πιο πέρα και θα περίµενα λίγο να βρω δικαιολογία ότι δεν τον βρήκα...) αλλά συνέχισα το ταξίδι και έφτασα µέχρι το Απόσκιο και εκεί είχε κάνει στάση ο στρατός και δεν µε άφησαν να προχωρήσω γιατί βοµβαρδίζανε απέναντι στα Βαρδούσια τα αεροπλάνα.

   Εγώ καθόµουνα και περίµενα να περάσω,  µερικοί  στρατιώτες µε πλησιάσανε να ιδούν τι έχω φορτωµένη. Μόλις είδαν το φρέσκο το ψωµί λίγο λίγο  το πήρανε και µου έδιναν κονσέρβες για αντάλλαγµα.   Έτσι γύρισα αργά το απόγευµα και έµαθα πως ο Γιαλαµάς δεν πίστεψε το ψέµα , βρήκε το µουλάρι και το είχαν στις Λάκκες όπου ετοιμάστηκε ο στρατός για τη µάχη της  Αρτοτίνας. 

   Μάλιστα σε αυτή τη µάχη είχε πάει και η Μάνα µου , µαζί με πολλούς άλλους Λιδωρικιώτες. Σε αυτή τη µάχη σκοτώθηκε η Φρο σύνη Ταµβάκη (ήταν δίπλα στη Μάνα µου όταν τη χτύπησε το βλήµα) και η Παλαιολόγου (δεν ξέρω το μικρό της όνοµα).Τότε έπιασαν αιχµαλώτους οι αντάρτες το συµπέθερο (Κλωσσοθανάση) και το Μπακόγιαννο.

   Επίσης όταν ήλθαν οι αντάρτες στο Λιδωρίκι (αν θυµάµαι καλά τον Απρίλιο του 1949) η Μάνα µου ήταν στην Αθήνα και εγώ ήµουν µόνη µου µε τη γιαγιά µου στο σπίτι. Αφού δεν ήξερα καλύτερα καθόµουνα στο παράθυρο και έβλεπα τους αντάρτες όταν περνούσαν φορτωµένοι για να φύγουν προς τα βουνά , έβλεπα και µερικούς που έτρεχαν να αποφύγουν τις σφαίρες που έριχναν οι στρατιώτες από τον Κουκορέφτο....

  Όταν επί τέλους τελείωσε η µάχη και ήλθε το πρωί , έµαθα πως είχαν σκοτωθεί τρεις κοπέλες ( συναγωνίστριες). Μία από  αυτές προχωρούσε προς τον πλάτανο, φαίνεται είχε τραυµατιστεί και έπεσε σε ένα µέρος που το λέγανε του  “ Κατσούρη το αλώνι “.

   Εγώ επήγα και την είδα, θα ήταν περίπου 17−18 χρόνων , είχε πέσει επάνω σε ένα πουρνάρι , σαν να είχε ξαπλώσει να ξεκουραστεί.

   Το απόγευµα µαζεύτηκαν µερικές γυναίκες , έσκαψαν και τη έθαψαν εκεί , χωρίς φέρετρο, χωρίς παπά , απλώς κάναµε όλοι το σταυρό µας και θυµάµαι η Κλωσσοτέτα της σκέπασε το πρόσωπο µε ένα άσπρο µαντήλι. Αργότερα έµαθα πως ένας αντάρτης που είχε κρυφτεί και παραδόθηκε στο στρατό , πέρασε και την είδε πριν τη θάψουν και είπε πως ήταν µια από τις µαθήτριες που είχαν πάρει από την Καλαµπάκα.

Στα σκαλιά του  Γυμνασίου,Χριστίνα  Μαραζιάρη,Ασπασ'ια Ανδρεοπούλου,Ασημούλα Παναγιωτοπούλου,Τασία Δούκα,Σωτηρία  Σταυροπούλου και  Ευμορφία  Πάζα . 1953

Λιδορίκι  1953 , αναμνηστική  φωτογραφία στα  σκαλιά  του  τότε  Γυμνασίου  και  τώρα  Δημοτικού , από  κάτω πρός  τα  επάνω :Ευμορφία  Πάζα , Σωτηρία Σταυροπούλου , ακόμα  Χριστινα  Μαραζιάρη , Ασπασία  Ανδρεοπούλου , Ασημούλα  Παναγιωτοπούλου και  Τασία  Δούκα .

Αρχείο  Τασίας  Δούκα

******

  Όπως φαντάζοµαι θα ξέρεις , οι περισσότεροι αντάρτες είχαν πάει δια της βίας και όχι διότι το ήθελαν. Φαντάσου τους γονείς αυτού του κοριτσιού και τόσων άλλων , που δεν έµαθαν ποτέ που και πως τελείωσε η ζωή των παιδιών τους....

   Επίσης θυµάµαι που είχαν κρεµάσει δύο κεφάλια στη Βαθειά , στις ακακίες και δεν θα µου φύγει ποτέ αυτή η εικόνα από το µυαλό µου. Ήθελα να σου το ειπώ για ιστορικούς λόγους , ότι εκεί στου Κατσούρη το αλώνι , είχε ταφεί ένα κοριτσάκι άγνωστο και ότι στη Βαθειά , που γίνονται τόσα γλέντια και χαρές κάποτε οι Έλληνες έσφαζαν άλλους Έλληνες και κρεµούσαν τα κεφάλια τους στην πλατεία χωρίς να ενδιαφέρονται αν µικρά παιδιά τα έβλεπαν.

   Συγγνώµη που οι αναµνήσεις µου αυτές είναι γύρω από τα δυσάρεστα γεγονότα, άλλη φορά θα σου στείλω πιο ευχάριστες , γιατί έχω ζήσει και πάρα πολλές χαρούµενες ηµέρες στο Λιδωρίκι.

   Θα κλείσω µε δυο ευτράπελα από τη σχολική ζωή του Γυµανσίου.

   Η Ασπασία Ανδρεοπούλου , απ’ την Ερατεινή , ήλθε στο Λιδωρίκι από το Γυμνάσιο Γαλαξιδίου στην εβδόµη κα ογδόη τάξη. Από την πρώτη στιγµή υπήρξε µεταξύ µας µια αγνή και πραγµατική φιλία, καθίσαµε στο ίδιο θρανίο και συνήθως διαβάζαµε µαζί.

   Κάποτε την ώρα του µαθήµατος (το µάθηµα ήταν σχετικό µε τον Εθνικό Ύµνο)  η Ασπασία πολύ σοβαρά γυρίζει κα µε ρωτάει , ζει ο Σολωμός?

   Εγώ (παρ’ όλο που είχα µάθει να προσέχω από τον Μποτίνη, δεν σκέφτηκα ότι δε έπρεπε να γελάσω µε αυτή την ερώτηση και έτσι έπρεπε να απαντήσω στον κύριο Καλλιµάνη γιατί εγέλασα.

  Επειδή δεν ήθελα να θίξω την Ασπασία , προσπαθούσα να βρω δικαιολογία αλλά η Ασπασία που ήταν πάντα ειλικρινής και υπεύθυνη για τις πράξεις της , απάντησε αµέσως : εγώ κύριε καθηγητά την ερώτησα αν ζει ο Σολωµός µε αποτέλεσµα να γελάσει όλη η τάξη και να τιµωριθούμε και οι δυο και να γράψωµε τον Εθνικό Ύµνο  50 φορές η κάθε µία...

   Ο Καλλιµάνης ήταν ο πιο αγαπητός καθηγητής για µένα και εκτός του µαθήµατος νοµίζω πως οι συµβουλές του σχετικά µε τη ζωή , για εµένα τουλάχιστον , ήσαν τα θεµέλια στις αρχές που ακολούθησα στη ζωή µου.

Ο  Παπανδρέου εκτός από τη γυµναστική έκανε και µάθηµα υγιεινής. Λοιπόν µας εδίδασκε ότι το πρόγευµα είναι πολύ απαραίτητο και πρέπει να τρώµε καλά το πρωί

. Τα περισσότερα , βέβαια , παιδιά δεν είχαν τα απαραίτητα φαγητά και µάλιστα τα παιδιά από τα γύρω χωριά , που έπρεπε να φροντίζουν µόνα τους µακριά από το σπίτι τους. Τέλος πάντων , για να µας δείξει τι θα πει καλό πρωινό , ερώτησε το Σπύρο τον Καραµήτσο τι τρώει το πρωί . Ο Σπύρος βέβαια όχι µόνο ήταν από εύπορη οικογένεια , αλλά είχε και τη µαµά του που οπωσδήποτε του ετοίµαζε το πρωινό του.

   Ο Σπύρος λοιπόν απάντησε : κακάο, φρυγανιά….ο Παανδρέου του λέει , να τρως και ένα αυγό...εµείς ακούγαµε και βέβαια ο καθένας θα σκεφτόταν τι τρώει το πρωί…..ο Θόδωρος Νταλάκας , από τη Μηλιά, σήκωσε το χέρι..εγώ κύριε καθηγητά τρώγω τυρί και ψωµί…..

  ∆εν ξέρω αν ο καθηγητής κατάλαβε πως θα µπορούσε µε καλύτερο τρόπο να εξηγήσει το µάθηµα , αλλά αν έριχνε κανείς µια µατιά στο Σπύρο που ήταν κάπως αδύνατος και στο Νταλάκα µε τα ροδοκόκκινα µάγουλα θα πίστευε πως το τυρί και το ψωµί ήταν πολύ καλή τροφή...

.Με Αγάπη

Τασία

   Απόλυτα ρεαλιστική  και ΄..ειλικρινής η  αφήγηση  της  αγαπητής  φίλης  Τασίας , που  δεν..” μασάει “ τα  λόγια  της  και  δεν..ωραιοποιεί την  τότε  Λιδορικιώτικη  ζωή , κάτι  που  πολλοί  δυστυχώς κάνουν , μη  δίνοντας  την  πραγματική  εικόνα ..

  Απολαύστε  τις  όμορφες  “παιδικές αναμνήσεις “ της  Τασίας  και  δείτε και  κάποιες..λεπτομέρειες της  τότε  Λιδορικιώτικης  ζωής που προσδιόριζαν  τις  σχέσεις  πάνω  και  κάτω  χωριού ..ακόμα η  αφήγηση  μοιάζει  με  ..ντοκυμαντέρ της  τότε  ζωής  μας , χωρίς  φτιασίδια  και..περικοκλάδες , η  σκληρή  πραγματικότητα που  δυστυχώς  οι  νεότεροι  δεν  γνωρίζουν

   Πολλά  έχουμε  να  “¨μάθουμε “ απ’ τις  αφηγήσεις της  Τασίας , γιατί  έχουμε  κι’άλλες ,  την  ευχαριστούμε  και  πάλι θερμά  ευχόμενοι να  είναι  πάντα  καλά και  καλή  αντάμωση ..

Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη ….Κ.Κ.-