close
Showing posts with label ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Show all posts

17.2.17

O " ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ " ΠΑΕΙ ΣΤΟΝ..ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ !!! "


ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ  

 
DSCN0296
Εκεί στη Βαθειά αδέρφια , κάτω απ’ τον πλάτανο , όταν  καλοκαιριάσει ,  μέσα στο ..παρδαλό λιβάδι με τις κάθε είδους..πολύχρωμες καρέκλες ,  πέραν των κοινωνικο..πολιτικών..σεμιναρίων και των διαφόρων..τοπικού ενδιαφέροντος , σχολιαζομένων , καλοπροαιρέτως  ( !! ) γεγονότων , που ο κόσμος τα ‘χει τούμπανο..κλπ…κλπ , μπορείς , αν είσαι τυχερός και έχεις την ..κατάλληλη παρέα να μάθεις πολλά..Λιδορικιώτικα , ιστορίες απίθανες , που αξίζει να καταγραφούν για να μείνουν …
   Κάποιο  μεσημεράκι  λοιπόν , υπό  τον…πλάτανον ,  πρώτο τραπέζι..πίστα που λέμε , φάτσα στο δρόμο , παρέα εκλεκτή , τα ζεύγη Ακαρέπη , Μπατατούδη , ο αείμνηστος πια ,  Γιώργος Παπαθανασίου , και φυσικά η ταπεινότης μου , το φέραμε από δω , το φέραμε από κει , και επί ώρα , για να μην πω ..ώρες , λέγαμε για πολλά και διάφορα , ευτράπελα και μη , του αξέχαστου φίλου Κώστα Μάρκου , γνωστότερου σαν…Τούρκου ..
  Είπαμε πολλά , πάρα πολλά , που καλύπτουν όλο το φάσμα της πολιτικο..κοινωνικο..κομματικο..οικονομικής καθημερινότητας και που αποτελούν πραγματικό..θησαυρό για τη Λιδορικιώτικη ζωή , απόψε όμως θα αναφερθούμε σε ένα περιστατικό που δεν έχει σχέση με τη..ζωή , αλλά με το θάνατο , και  μάλιστα του αξέχαστου φίλου Κώστα  , και μάλιστα με την κηδεία του ..
   Ο φίλος ο Κώστας , που έφυγε πριν μερικά χρόνια , ήταν απ’ τα νιάτα του οπαδός του Κ.Κ.Ε , και δεν το ‘κρυβε , γιατί κάποιοι στα ..δύσκολα το κρύβανε , στην κηδεία του λοιπόν , παρόντα όλα τα ..μέλη του Λιδορικιώτικου Κ.Κ.Ε , κόσμος πολύς , η σχωρεμένη η Κατίνα , η γυναίκα του , και τα παιδιά , συγγενείς και φίλοι , απ’ το Λιδορίκι , τον Κονιάκο , και άλλα χωριά , ιερουργούντος του παπά του Κονιάκου , λόγω  καταγωγής  του  Κώστα ,  μια καθωσπρέπει κηδεία , ενός αγαπημένου φίλου και χωριανού .
   Πρώτος μίλησε για τον Κώστα ο παπάς , που ήταν και ξάδερφος , συνέχισαν διάφοροι κομματικοί , και μη , φίλοι , συγγενείς , κάποια στιγμή μίλησε και η Κατίνα , η γυναίκα του , κάποια μέρα θ’ αναφερθούμε στο λόγο αυτό , και όταν σχεδόν τελείωσαν οι ..επιτάφιοι , κάποιος , η μάλλον κάποια , έβαλε στο φέρετρο , στα χέρια του νεκρού , ένα τσαλακωμένο..Ριζοσπάστη..

image
Κάτι τέτοιο βέβαια δεν ήταν και ιδιαίτερα..συνηθισμένο , προκάλεσε αίσθηση , και άρχισε η..κουβεντούλα με τα διάφορα σχόλιά της , άλλοι..πάγωσαν , άλλοι..χάρηκαν , κάποιοι κοίταζαν με απορία , και κάποιοι..κρυφοχαμογέλασαν..
   Κάποια λοιπόν συγγένισσα , που κράταγε την Κατίνα , τη χήρα του Κώστα , που μόλις είχε τελειώσει τα λόγια που είπε στον αγαπημένο της άντρα , της μετέφερε την είδηση , για τον Ριζοσπάστη , που ήταν διπλωμένος  φαίνεται , και ..τσαλακωμένος , κάτι που φυσικά είπε και στην Κατίνα , η οποία είχε τον καημό και τον πόνο της , αλλά βρήκε το κουράγιο , μετά το ..συνταρακτικό αυτό γεγονός να απαντήσει κιόλας στη συγγένισσά  της .
   Με το χαρακτηριστικό , για όσους την ήξεραν , ύφος της , λοιπόν η Κατίνα , και κάνοντας μια ..περίεργη γκριμάτσα την ώρα αυτή του πόνου , γυρίζει και της λέει , φυσικά..φυσικά και  αναφερόμενη στο..” τσαλάκωμα  του  Ριζοσπάστη  “ : Σιγά…άει  μαρί...χαζή , σάμπως και..πρόκειται να τον..διαβάσει ο Κώστας ...!!! "
   Ουδέ έτερον..σχόλιον…..
            Καλή  σας  μέρα  , απ’ το χωριό μας με αγάπη….
        www.lidoriki.com 

" ΤΙΜΑΙ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ..ΒΑΘΜΟΥ ..."

Image


ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ 
Image

Μια όμορφη ..προπολεμική Λιδορικιωτοπαρέα , στη Βαθειά , μπροστά στο Ανδριτσαίικο , από αριστερά Ν.Μπέης , Γ.Καραδήμας , Κ.Μαργέλλος - Σαψαρής , Π.Τσόλκας , Χρ.Καλαπτσής , όρθιος ο καφετζής Γ.Ταμβάκης - Κατσιαμπάκος και Γ.Γιαλακίδης
.
Image

Στην απέναντι γωνιά της Βαθειάς , μπροστά στο Γιαλακιδαίικο , είναι βγαλμένη αυτή η φωτογραφία , το 1928 ή 29 , ο..αυτοκράτωρ νωματάρχης - αστυνόμος Λιδορικίου , με τους Δημ. Κάππο , τότε καθηγητή μαθηματικών στο Γυμνάσιο , και ο Ιωαννίδης , σύζυγος της Ελένης Κάππου .
Γυρνάμε πάλι στην όμορφη προπολεμική ζωή του Λιδορικίου , στον ..συνήθη τόπο , τη Βαθειά , σωτήριον έτος 1925 ! απολαύστε :

   Την εποχή εκείνη , είχε πανδοχείο στη Βαθιά , εκεί που είναι σήμερα το Ταχυδρομείο , ο Γ. Θεοδώρου . Μια κατσαρόλα φαί έβραζε κάθε μέρα , ψωμί και κρασί , για τους περαστικούς , και ήταν πολλοί τότε κάθε μέρα , για τους εργάτες , αλλά και για τους Δημ . υπαλλήλους και φυσικά γιά τους αστυνομικούς , φτωχομάνα το ..μαγαζί .
   Μόνιμοι πελάτες , σε καθημερινή βάση , ο Αστυνόμος ( Νωματάρχης..παρακαλώ ! ) , ο Γραμματικός κι' ο Χωροφύλακας , όλη δηλαδή η Αστυνομική δύναμη .Κάθε μέρα , κι' οι τρεις παρέα , κάθονταν και παράγγελναν , συνήθως , το ίδιο φαγητό , ψωμί , κρασί και καμιά σαλάτα , που και που , κι' αφού τελειώναν το φαί , κάπνιζαν και το τσιγαράκι τους , ζήταγαν ...ιεραρχικά το λογαριασμό , είχε γίνει πλέον συνήθεια , πρώτος ο Χωροφύλακας , φώναζε : Τι χρωστάω κυρ - Γιώργη ; ερχόταν λοιπόν ο κυρ Γιώργης , με το μπλοκάκι του κι' άρχιζε , μία μερίδα...ψωμί...και..κρασί , όλα ..μαζί τέσσερες δραχμές .
   Αμέσως μετά , τηρουμένης της..ιεραρχίας , ρωτούσε ο Νωματάρχης , και μένα λογαριασμό κυρ- Γιώργη , και επαναλαμβανόταν η ίδια ακριβώς διαδικασία , μία..φαγητό...ψωμί...και..κρασί , έκανε τη σούμα , κι' έβγαζε το..αποτέλεσμα , όλα μαζί ..δραχμές ..πέντε !
   Κι' ερχόταν η ώρα του ...Διοικητή , παρακαλώ . Η ίδια πάλι διαδικασία , το..τελετουργικόν...μόνο που υπήρχε διαφοροποιημένο..αποτέλεσμα έναντι των προηγούμενων , άρχιζε ο κυρ- Γιώργης , μία μερίδα ..φαγητό , κρασί και..ψωμί όλα..μαζί...έξι..δραχμές , ενώ είχαν όλοι φάει το ίδιο φαγητό , το ίδιο ψωμί και είχαν πιεί το ίδιο κρασί , μια , δυο..τρεις ο Διοικητής δεν άντεξε , κι' όταν τέλειωσε τη σούμα ο κυρ- Γιώργης , τον ρώτησε : Καλά κυρ- Γιώργη , φάγαμε όλοι τα ίδια , γιατί εγώ πλήρωσα 6 δραχμές και ο Χωροφύλακας 4 ;
   Κι' ο κυρ - Γιώργης , με απόλυτη φυσικότητα και..αφέλεια , απάντησε : Μα...κύριε Διοικητά , μπορεί ένας χωροφύλακας , να πληρώση όσα ένας Διοικητής ; κόκκαλο ο...κ. Διοικητής !!

ΣΗΜ: Το περιστατικό το είχε διηγηθεί στον αξέχαστο μπάρμπα - Σπύρο Σφέτσο ( Καλέρη ) , ο ίδιος ο κ..Διοικητής , αυτουπρουσώπους , ο Νωματάρχης , Τηλέμαχος Παπασπύρου εκ Ναυπάκτου .

Kαλό  σας  βράδυ

www.lidoriki.com 

TO ..." MATΙΑΣΜΑ " ΤΗΣ ΑΣΠΡΟΥΛΑΣ ..

Image

ΟΣΑ  ΘΥΜΑΜΑΙ 

 
Image
Χειμώνας καιρός στο Λιδορίκι , πάντα στην ονειρεμένη 10ετία του 60 , κρύο ,ασταμάτητη βροχή , κι΄οι νύχτες ..ατέλειωτες.
Ευτυχώς την εποχή εκείνη είχαμε μιά υπέροχη παρέα , που απαρτιζόταν από νεαρούς Δημοσίους υπαλλήλους , κυρίως καθηγητές , που ξεκίναγαν την σταδιοδρομία τους ( με πολλή-πολλή δυσφορία και γκρίνια ) …στο χωριό μας.
Δύσκολη πράγματι η ζωή τα χρόνια εκείνα , για τους νεοδιοριζόμενους,λίγα τα λεφτά ,μακρινή η απόσταση απ΄την Αθήνα ( μια μέρα δρόμος σχεδόν ) , κι έμενε μια Κυριακή ,που δεν έφτανε ούτε μέχρι τους ..Δελφούς να πάνε , για αυτοκίνητα Ι.Χ ούτε κουβέντα να γίνεται,ήταν μέσα στα όνειρά μας βέβαια,που όμως μένουν πάντα όνειρα…
Η συνηθισμένη παρέα : Σταύρου Θεοδωρος , φιλόλογος , Θεοδώρου Δημήτριος , επίσης , Ρωμανού Ελένη , μαθηματικός , Καραπετσάνος Ιωάννης , γυμναστής , Καραχάλιου Ζωή , φιλόλογος , Κουτάντου Ειρήνη , φυσικός , Καγκάλου Βιολέτα , υπάλ.ΑΤΕ , Εφεντάκη Μαρία , υπάλληλος παιδικού σταθμού (νηπιαγωγός) , Μπαλαλλώτη Έλλη , μαθηματικός , Χριστοπούλου Ελένη , φιλόλογος ,Τάσσιος Νικόλαος , κτηνίατρος , αργότερα προστέθηκε και η Ζαλώνη η Καίτη , η κυρία Γαλλικού , μετέπειτα σύζυγος του Δημ.Θεοδώρου .
Από τους πιο πάνω μόνο η Ελένη η Χριστοπούλου και ο Γιάννης ο Καραπετσάνος ήταν παντρεμμένοι , όχι…μεταξύ τους , και όλοι οι άλλοι ...υποψήφιοι γαμπροί και νύφες , βέβαίως..βεβαίως..
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι , στην ευρύτερη παρέα , υπήρχαν και άλλοι Λιδορικιώτες και ..μη ,αλλά αναφέρθηκα στους αποκλειστικούς , τους …κολλητούς όπως λέμε , με τους οποίους κάθε βράδυ , σχεδόν , είμαστε μαζί.
Το πως περνούσαμε τα βράδυα μας εύκολα μπορεί να το μαντέψει κανείς , μεζεδάκι στις ταβέρνες , του Γούρα , στη Βαθειά ,του Αναγνωστόπουλου ( Κοτίνου) , στο Αλωνάκι , και πολλές φορές στην Άμυγδαλιά , την Πεντάπολη , και το ονειρεμένο Κάλλιο , τις περισσότερες όμως βραδιές τις περνούσαμε στα σπίτια μας , μιά στόν ένα , μιά στόν άλλο , ακούγοντας μουσική ,τραγουδώντας και χορεύοντας .
Τις εθνικές γιορτές , αλλά και τις Κυριακές , όχι πάντα , πηγαίναμε στη θεία λειτουργία , και μετά - καιρού επιτρέποντος - περνούσαμε όλο το πρωινό στην πλατεία της Βαθειάς , κάτω απ΄τον πλάτανο , αραχτοί , κάναμε τις ...δημόσιες σχέσεις μας , …ροκανίζοντας την ώρα , μέχρι να πάμε για φαγητό.
Εκείνη τη χρονιά λοιπόν , είχαμε βαρυχειμωνιά , κρύο , βροχές και πολλά-πολλά χιόνια , τα βράδια μας , όπως προανέφερα , τα περνούσαμε στα σπίτια ,.και κυρίως στο δικόμας , τοΚαψαλέικο , αφού εμείς , ο αδελφός μου α Γιώργος κι΄εγώ , είμαστε ντόπιοι , οι άλλοι της παρέας , είχαν νοικιάσει δωμάτια ( μερικοί δε σαν οικότροφοι , φούλ η …ντεμί πανσιόν όπως λέμε στα… ελληνικά ) σε διάφορα σπίτια , που ήταν μάλιστα και ..δυσεύρετα.
Μόνο ο Δημήτρης ο Θεοδώρου , κι΄ο Θόδωρος ο Σταύρου είχαν βρεί δωμάτια στο ίδιο σπίτι , και βολεύτηκαν μιά χαρά..
Η σπιτονοικοκυρά τους η θειά Μαρία η Αβγογιάννενα,κατά κόσμον Μαρία συζ.ΙωάννουΣτρούζα,ήταν μια καλοσυνάτη,ηλικιωμένη γυναίκα , που τους είχε σαν παιδιά της,αφού τα δικά της , τρία κορίτσια κι΄ένα παιδί,όπως λέγαμε κι ίσως και λέμε ακόμα στο Λιδωρίκι,ήταν μεγάλα ( τα κορίτσια παντρεμμένα ) και είχαν φύγει απ΄το χωριό.
Η θειά η Μαρία λοιπόν , τους είχε στα ώπα-ώπα , με το φρέσκο το γάλα , απ’ τη γίδα της , με τα… κοτίσια τα αβγά τους , το ζυμωτό ψωμί (..ζύμωναν ακόμα οι Λιδωρικιώτισσες…) το.. αλανιάρικο κοτοπουλάκι , κι΄όλα τα καλά του Θεού , αλλά και τα παιδιά , όλοι είχαν να το πούν , την είχαν σαν μάνα τους , κι΄ακόμα καλλίτερα ,α.. το σωστό να λέγεται….
Εκείνο τον καιρό , η θειά η Αβγογιάννενα , εκτός απ΄τις κότες , κάνα δυό αρνιά , μανάρια , για τη Λαμπρή , τη γίδα , και τα καματερά της τα ζωντανά , είχε και μιά δεύτερη γίδα , κάτασπρη , με… μουστάκια , γενάκια , και μακριά μεγάλα αυτιά , μαλτέζα , για έχα ,όπως έλεγε.
Την είχε παρμένη , μικρή κατσικάδα ,την περασμένη χρονιά , απ΄την Αγροτική Τράπεζα , που έφερνε , τότε , οικόσιτα ζώα βελτιωμένης ράτσας για αναπαραγωγή .
Η ασπρούλα μας λοιπόν , ήταν βέρα …Ολλανδέζα Ζάανεν, και με ..διαβατήριο που λένε….
Δεν μπορώ να θυμηθώ πως την έλεγε,θυμάμαι μόνο ότι την είχε σαν μοναχοκόρη της ,
καθαρή , περιποιημένη , καλοταισμένη , με το ωραίο της κουδουνάκι περασμένο σε δερμάτινο λουρί , κούκλα πραγματική , μόνο φόρεμα δεν της είχε φτιάξει , κι΄όλο την κοίταγε και την καμάρωνε , φτύνοντάς την για να μη της την ματιάσουν..
Σα χρόνιασε λοιπόν η ασπρούλα , άρχισε και η θειά η Μαρία την ιδιαίτερη περιποίηση , αλάτι στα πλύμματα , κλπ , και μόλις φάνηκαν τα πρώτα σημάδια (σημάδεψε όπως λένε ) , ότι δηλαδή , ήρθε ο καιρός να αρχίσει η διαδικασία της αναπαραγωγής ( ο μαρκάλος ) ,άρχισε και η γκρίνια με τον μπάρμπα Γιάννη: ταχειά να πάς τη γίδα στον τράγο , ήρθε η ώρα…
Το ‘πε , το ξανάπε , τι να κάνει κι ο μπαρμπα Γιάννης , πήρε την ασπρούλα , σαν καλός νοικοκύρης , και την πήγε δυό-τρείς φορές στον τράγο , για να ησυχάσει κι΄απο τη γκρίνια.
Δόξα τω Θεώ όμως , όλα πήγαν κατ΄ευχήν , τα μασταράκια της ασπρούλας βαρύναν λίγο , σημάδι αλάνθαστο , πως οι επισκέψεις στον.. τράγο έφεραν αποτέλεσμα και η θειά Μαρία ήταν στην τρελλή χαρά , που η...μικροκόρη της ήταν γκαστρωμένη…και να οι ..έξτρα περιποιήσεις , το..ξεχωριστό φαί , κι’ όλα τα πρεπούμενα για μια..έγκυο …
Όλα λοιπόν πήγαιναν μια χαρά , η κοιλιά της Ασπρούλας ..φούσκωνε , κι’ η θειά Μαρία ..κρυφοκαμάρωνε , το ‘χε ..κρυφή χαρά , και μάλιστα , από μόνη της , έλεγε και ..ξανάλεγε πως η ..Ασπρούλα της θα κάνει..διπλάρ’κα , τουτέστι…δύδυμα , παρακαλώ…
Πέρναγε ο καιρός , είχαμε μπει για καλά στο χειμώνα και πλησίαζε ο καιρός να γεννήσει και η Ασπρούλα , πούχε ..αφρατέψει , τα μασταράκια της κρέμαγαν κι’ είχε αρχίσει να ..βαραίνει , εμείς όλοι , όταν πηγαίναμε στο σπίτι στους φίλους μας , και βλέπαμε την ασπρούλα , γιατί ήταν πάντα στην αυλή , τη χαιρόμασταν , την καμαρώναμε και φυσικά τη..φτύναμε μη την ματιάσουμε , για το ..μάτι , που λένε , βέβαια η θειά Μαρία ε’ίχε παρμένα και τα..μέτρα της , για ..πάσα ..ενδεχόμενο , που λένε , και το ματόχαντρο της είχε κρεμασμένο , και ποιός ξέρει και ποιο άλλο..αντίδοτο , για το ..μάτι , έτσι για να ‘ναι..εξασφαλισμένη…
Βαρύς ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά , θυμάμαι , πολλά – πολλά τα χιόνια και το κρύο ..αβάσταχτο , και μη σκεφτείτε πως υπήρχαν..καλοριφέρ και τα..παρόμοια , όοχι , κάνα..τζάκι , στο κάθε σπίτι , τι να πρωτο..ζεστάνει , και ποιος να πρωτοζεσταθεί , η θειά Μαρία όμως τα φρόντιζε τα ..παιδιά της , τους είχε ένα..μαγκαλάκι , φκιαγμένο στο φαναρά , τον Αλεξίου , όχι τίποτα σπουδαίο , αλλά τη δουλίτσα του την ..ψευτοέκανε , πάντα με τη φροντίδα τη συνεχή της θειάς Μαρίας ..και βέβαια είχε και το..θερμαντικό της , τον τραχανά , και τι τραχανά , φκιαγμένο με τα χεράκια της , με ολόπαχο φρέσκο-φρέσκο γάλα , και διαλεχτό μπουλουγούρι (..πληγούρι κατά τους…Ευρωπαίους !! ) , έφκιαχνε λοιπόν κάτι τραχανόσουπες , στο τζάκι , με μπόλικο τυράκι και λίγο φρέσκο ωραίο..βούτυρο , άιντε..ντε , να γλύφεις και τα δάχτυλά σου , και εδώ που τα λέμε πολλές φορές μας κράταγε και μας εκεί για ..τραχανοφαγία , και φυσικά δεν ..αρνιόμασταν…
Μια Κυριακή λοιπόν , θα πρέπει να ήταν του Αγίου Ιγνατίου , που ήταν ο πολυούχος του χωριού μας και φυσικά και τοπική αργία , αλλά ..δεν ξέρω γιατί και πως , του κάναν …έξωση , θα πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία , οι υπηρεσίες ήταν κλειστές , συνεννοηθήκαμε λοιπόν απ’ το βράδυ , μετά την ..τραχανοσουποφαγία , όποιοι ετοιμαστούν πρώτοι να περάσουν να πάρουν και τους άλλους , έτσι κι’ έγινε ο αδερφός μου και γω , ετοιμαστήκαμε και πήγαμε απ’ το Αυγογαννέικο να πάρουμε το Θόδωρο και το Μήτσο .
Μπαίνοντας στην αυλόπορτα , είδαμε τη θειά Μαρία να..χαιδολογάει την ασπρούλα , που έιχε μπει στις..μέρες της , μας καλοδέχτηκε , μας ευχήθηκε ..βοήθειά μας , και μεις ως..έπρεπε , φτύσαμε για πολλοστή φορά την ασπρούλα , βγήκαν και οι φίλοι μας και τραβήξαμε για την εκκλησία ..
Σχολώντας η εκκλησία , κάτσαμε σε κάποιο μαγαζί , σκοτώνοντας την ώρα μέχρι να πάμε για φαγητό , κι όλα καλά κι’ ωραία..έφτασε η ώρα για φαί και χωρίσαμε με τους φίλους και πήγαμε στα σπίτια μας…
Τ’απόγευμα όμως , νωρίς – νωρίς , να σου οι φίλοι μας στο σπίτι μας , κάπως..κατσουφιασμένοι , κάπως..τέλος πάντων , κάθησαν κα μετά από λίγο μας ανακοίνωσαν πως δυστυχώς ..χάσαμε την ..ασπρούλα , αμέσως ρωτήσαμε , πως ; γιατί ; από τι ;..Έσκασε από κακό..μάτι ..είπε η θειά Μαρία , μας είπαν οι φίλοι μας , και τους είδαμε λιγάκι ..κουμπωμένους , σαν κάτι να’ θελαν να πουνε και παραπέρα…και μετά από ..ελαφρά πίεση , μας εκμυστηρεύτηκαν πως η θειά Μαρία , είναι κατασκασμένη , και κακοπαθιέται , και με το δίκιο της βέβαια , αλλά αυτό που μας πάγωσε , ήταν το ότι πίστευε πως την ασπρούλα την είχα ματιάσει εγώ , που είμαι…σμιχτοφρύδης , μάλιστα , επί λέξει τους είχε πεί : « Την ..έσκασε ο Κώστας , με τα σμιχτά τα..φρύδια , είναι..ολοφάνερο …» . Τα χάσαμε , και περισσότερο εγώ , γιατί αγαπούσα τη θειά Μαρία , ήμασταν οικογενειακοί φίλοι , και με τα παιδιά της φίλοι , αλλά αγαπούσα και την ασπρούλα , τη χαιρόμουνα και την ..καμ΄λαρωνα…
Τελικά η προσπάθειά μου να δώσω κάποιες..εξηγήσεις στη πονεμένη τη θειά , πως δεν έφταιγα εγώ , για το θάνατο της ασπρούλας , και πως αντιθέτως την γαπούσα , και την πρόσεχα , η θειά Μαρία έμεινε μ’ αυτή της την πίστη , πως εγώ τη μάτιασα , που είμαι και…σμιχτοφρύδης , κι ‘ εδώ που τα λέμε δεν ‘ηταν και η..μόνη που πίστευε κάτι τέτοιο …Η ουσία όμως ήταν πως για καιρό , η θειά Μαρία , δεν μου ..καλομίλαγε , με..απέφευγε , δεν μπορούσε φαίνεται να το..χωνέψει , ούτε κι’ εγώ βέβαια , απ’ τη μεριά μου , αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να κάνω και κ΄λατι , για να..ομαλοποιήσω την κατάσταση , βέβαια..ο ..γιατρός..χρόνος , σιγά – σιγά..βόηθησε , και η παρεξήγηση αυτή ..εκτονώθηκε..λύθηκε , και όλα ξανάγιναν όπως πρώτα , όμορφα κι’ ωραία , μόνο που εμένα μού ‘μεινε καρφωμένη στο μυαλό η ερευνητική..ματιά της θειάς Μαρίας , όταν διαπίστωσε πως ήμουνα..σμιχτοφρύδης ……..
www.lidoriki.com 
         

13.2.17

ΛΑΓΟΣ Μ' ΑΓΚΑΘΙΑ ...!!


Image

   Όπως  σας  είχαμε  υποσχεθεί  φίλοι  μου , ξεκινήσαμε  τη  δημοσίευση των " Λιδορικιώτικων Ιστοριών " του  αείμνηστου  Σπύρου  Σφέτσου και  έχουμε  πάρα πολλές  ιστορίες  ακόμα  να  δημοσιεύχουμε , απ' τις.." δραστηριοτητες " της  περίφημης  " ζευζεκοπαρέας  " της  Βαθιάς  και των  πέριξ ,  αλλά  θα  πρέπει  εδώ  να  τονίσουμε , πως  οι  φάρσες , οι  κασκαρίκες  και  γενικά οι  διάφορες..' μηχανές ' που  σκαρφίζονταν οι δαιμόνιοι  χωριανοί  μας , δεν  ήταν προνόμιο  και  αποκλειστικότητα της  προπολεμικήε  παλιοπαρέας , όοχι βέβαια , αυτό  το χούι του "ΛΟΙΔΟΡΕΙΝ " είναι  ως  φαίνεται ..ριζωμένο στο Λιδορικιώτικο DNA ,και  φυσικά  η  Λοιδορικιώτικη  νοοτροπία , είναι  απολύτως ..διαχρονική , γι' αυτό  εμβόλιμα  θα  δημοσιεύουμε  και  νεότερες  ιστορίες που  είνααι  ΑΝΤΑΞΙΕΣ ΤΩΝ  ΠΑΛΙΩΝ ..και  καλύπτουν όλο  το  χρονικό  διάστημα από  προπολεμικά  μέχρι  και  σήμερα ..
   Για  σήμερα λοιπόν διαλέξαμε  μια  ιστορία  της  δεκαετιας  του  '60 , που είχε  αφήσει εποχή  πρωταγωνιστές  , οι  αείμνηστοι Χρηστος Γατάκης , αγαπημένος  ξαδελφός  μου , ο Κώστας  Αλεξλιου ή..Φαναράς , οι  δύο  κτηνίατροι που  υπηρετούσαν στο χωριό  μας τότε και φυσικά  και  η..ταπεινοτητά  μου 
    Απολαύστε  την ...
                                                                ΛΑΓΟΣ Μ’ ….ΑΓΚΑΘΙΑ !!
Image
   Η φωτογραφία  μας  αυτή , είναι  βγαλμένη  στην  αυλή  της  ταβέρνας  του  αείμνηστου  Γιώργου  Κουτσούμπα , που  είναι πηγαίνοντας  προς  Αντώνη , λίγο  μετά   τη  Βαθιά στο  αριστερό  μέρος  του  δρόμου και  απέναντι  ακριβώς απ' την  παλιά  ΑΤΕ , νυν Παιραιώς .
   Η  αυλή  ααυτή όταν  καλοκαίριαζε και  άνθιζαν τα  λουλούδια  της ήταν πργματικά  ..παραδεισένια , τα  δε  μεζεδάκια του  μπάρμπα  Γιώργη..μοναδικά , η φωτογρφία είναι βγαλμένη  στα  τέλη  της δεκαετίας  του '70 , και  απ' ό,τι  βλέπουμε από αριστερά  είναι  η  Ελένη  και  ο  Γιώργος  Μπουρας , Δ/ντης του  Δ. Ταμείου , ο  Κώστας  Χατζηδημητρίου , φαρμακοποιός και απέναντι  η  γυναίκα του και  πρώτος  από  αριστερά ο Κώστας  Λατσούδης .


ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Image
Ο περίφημος ακανθοφόρος...λαγός , που ήταν αιτία... κι' αφορμή να γίνει η μεγάλη του...Κουτσούμπα σφαγή...εδώ φυσικά..αμαγέριυτους κι χουρίς τα..κριμ'δάκια.... 

        ******
   Στα μέσα της δεκαετίας του 60 το Λιδoρίκι , πρωτεύουσα πάντα της Επαρχίας , περνούσε την καλύτερη μεταπολεμική του περίοδο , αφού ήταν το μοναδικό εμπορικό κέντρο της περιοχής που εξυπηρετούσε εμπορικά , κοινωνικοπολιτικά και κυρίως Διοικητικά τους κατοίκους όλων των γύρω χωριών.
   Καθαρά κτηνοτροφική , λοιπόν , περιοχή , με ελάχιστη γεωργική απασχόληση , ελλείψει.. χώματος , έτυχε την περίοδο αυτή να έχει δύο κτηνιάτρους για τις ανάγκες του ζωικού πληθυσμού της επαρχίας , που την εποχή μάλιστα εκείνη ήταν και πολύ μεγάλος.Ο ένας κτηνίατρος , ο.. παλιός , ήταν ο μακαρίτης πια Λουκάς Αναγνώστου από την περιοχή της Λαμίας που ήταν ήδη μερικά χρόνια στο Λιδορίκι , κι’ ο άλλος , ο νέος , ο Νίκος Τάσσιος , από την Πρώτη Σερρών , που είχε έλθει για να αντικαταστήσει τον παλιό αλλά λόγω των αυξημένων ....κτηνιατρικών αναγκών παρέμενε , κοινό χαρακτηριστικό και των δύο οι σπουδές στην Ιταλία.
   Ο μακαρίτης ο Λουκάς ήταν γύρω στα 35 μετρίου αναστήματος ,γεματούλης ,καστανόξανθος , καλοσυνάτος , θεοσεβούμενος , κοινωνικός και πολύ καλός,πάνω απ’όλα , οικογενειάρχης με δύο μικρά –τότε - αγοράκια τριών και πέντε περίπου χρόνων τον Δημήτρη και τον Νικολάκη η γυναίκα του , η κυρία Βιβή , απ’ τη Λαμία κι’ αυτή , ήταν πολύ καλή μοδίστρα [απότι έλεγαν] , πρόσχαρη , καλή μητέρα και νοικοκυρά , καλή της ώρα όπου κι’αν είναι .
   Η οικογένεια Αναγνώστου , λοιπόν , είχε ενταχθεί στην Λιδορικιώτικη.. καλή δημοσιοϋπαλληλική κοινωνία , διατηρώντας όμως άριστες κοινωνικές και φιλικές σχέσεις με όλους , σχεδόν , τους Λιδορικιώτες , κτηνοτρόφους , εμπόρους , επαγγελματίες και φυσικά υπαλλήλους , έχοντας , όπως λέμε , πάντα ανοιχτό το σπίτι τους σε όλους .Στις συγκεντρώσεις που έκαναν στο σπίτι τους , γίνονταν ωραία γλέντια και ευκαιρίας δοθείσης οι οικοδεσπότες επιδίδονταν και στο αγαπημένο τους ...σπορ , το προξενιό , πάντα όμως όχι από ταπεινά ελατήρια κινούμενοι αλλά από ενδιαφέρον και αγάπη , που καμιά φορά όμως , ίσως και να ξεπερνούσαν τα επαρχιώτικα όρια γιαυτό και ο Χρήστος ο Γατάκης ( που δυστυχώς δεν ζει πια ) , Πρόεδρος ,τότε, της Κοινότητος και καλός φίλος του Λουκά ,τον αποκαλούσε , χαρακτηριστικά : μπερδεμένη ...κλωστούλα , γεγονός που έκανε το Λουκά να κουνάει το κεφάλι του μισογελώντας καλοσυνάτα....
   Ο Λουκάς , λοιπόν , όργωνε – ειδικότητος ένεκεν – καθημερινά , σχεδόν , τη Δωρίδα με το γκρι-σιέλ Σιτροέν ντε σεβώ που είχε , και το αποκαλούσε , με καμάρι , Ταρζάν , που όλοι το γνώριζαν και όταν περνούσε στο δρόμο φώναζαν , γεια σου γιατρέ , κι’ εκείνος , καμαρώνοντας , σαν γύφτικο σκεπάρνι , άνοιγε το μικρό παραθυράκι του Ταρζάν, και κουνώντας , χαρακτηριστικά , το αριστερό του χέρι , ανταπέδιδε το χαιρετισμό , χαμογελώντας ικανοποιημένος...
   Ένα απόγευμα λοιπόν ο Χρήστος ο Γατάκης , ο Πρόεδρος , με τον σιαμαίο του φίλο τον Κώστα τον Αλεξίου τον φαναρά , όπως όλοι τον ήξεραν , κάθονταν στο πεζοδρόμιο στην ταβέρνα του , μακαρίτη πια , μπάρμπα Γιώργου Κουτσούμπα , που έφτιαχνε καταπληκτικούς μεζέδες - σπληνάντερο , κοκορέτσι , κοντοσούβλι και κάνα μαγειρευτό..άμα λάχαινε - και μάζευε , καθημερινά , όλους τους μερακλήδες μεζεδοκυνηγούς .
   Περνώντας κι εγώ για την απογευματινή μου βόλτα , προς τον Αντώνη , αποδέχτηκα την πρόσκληση του Χρήστου , που ήταν ξαδελφός μου , και της παρέας του και κάθισα μαζί τους αφού με διαβεβαίωσαν ότι ετοιμάζεται καταπληκτικός μεζές και αν δεν μείνω θα χάσω , ενώ και ο μπάρμπα Γιώργος , ο συγχωρεμένος , με διαβεβαίωσε με το δικό του τρόπο ότι πράγματι ετοίμαζε σπέσιαλ μεζέ , κάτι βέβαια που το καταλάβαινες αμέσως από τη μοσχοβολιά που ξεχυνόταν από την κουζίνα.
   Βέβαια όταν σε λίγο έμαθα ότι η πηγή της μοσχοβολιάς , το περιεχόμενο της κατσαρόλας δηλαδή που μας έσπασε τις μύτες , ήταν σκαντζόχοιρος στιφάδο ,  η διάθεσή μου, για συμμετοχή στο τσιμπούσι , άλλαξε , αφού αηδίαζα και στο άκουσμα και μόνο της λέξης σκαντζόχοιρος , χωρίς βέβαια συγκεκριμένο λόγο , και παρά την επιμονή της παρέας για να μείνω , ετοιμαζόμουν να φύγω γιατί , ομολογώ ότι , άρχιζα να αισθάνομαι μια έντονη αναγούλα , ένα έντονο εσωτερικό ανακάτεμα που με οδηγούσε , σίγουρα,σε εμετό.
   Για κακή μου , όμως ,τύχη ακούστηκε ο γνώριμος θόρυβος της μηχανής του Ταρζάν , που ανέβαινε την ανηφόρα της Βαθιάς και μας πλησίαζε , φτάνοντας μπροστά μας ο Λουκάς σταμάτησε μας χαιρέτισε , και όταν ο Χρήστος τον κάλεσε να καθίσει στην παρέα μας , δήλωσε ότι έχει μια δουλειά στο Μαλανδρίνο και πρέπει να πάει οπωσδήποτε .Τότε ο Γατάκης του πέταξε πονηρά , κρίμα ρε γιατρέ γιατ' έχουμι ζλάπ μι κριμδάκια , τουτέστιν λαγό στιφάδο , οπότε ο Λουκάς , όπως άλλωστε αναμενόταν , τσίμπησε και άρχισε να μας διαβεβαιώνει ότι σε μισή ώρα το αργότερο θα είναι πίσω και ότι αν είμαστε πραγματικοί φίλοι πρέπει να τον περιμένουμε κλπ κλπ.....και στο κάτω κάτω αν αργήσω , κρατήστε μου το κεφαλάκι με δυο κρεμμυδάκια να πιώ ένα κρασί.
   Στα πολλά στα λίγα , ο πονηρός ο ξαδελφός μου έδειξε ότι τελικά ο Λουκάς τον τούμπαρε , και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον περιμένουμε για λίγο , και αν αργήσει θα του κρατήσουν το κεφαλάκι.Ικανοποιημένος ο γιατρός γιατί μας κατάφερε , έφυγε με τον Ταρζάν φωνάζοντας απ’ το παραθυράκι , ρε το μεζέ μου και τα μάτια σας τ’ακούς Πρόεδρε , κι’ο Χρήστος χαμογελώντας πονηρά απάντησε , μείνι ήσυχους Λκά , θα σ΄κρατήσουμι του κιφαλάκι μι κριμδάκια , αϊ στου καλό….
   Σε λίγο , ο μπάρμπα Γιώργος ανήγγειλε ότι ο μεζές είναι έτοιμος , όλοι όμως είπαν να περιμένουμε λίγο το Λουκά και βλέπουμε.Εγώ βέβαια , με την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα , και μαντεύοντας τι πρόκειται να επακολουθήσει , ούτε καν σκεφτόμουνα να φύγω και αποφάσισα να παραμείνω , έστω και σαν θεατής , αφού γνώριζα πολύ καλά ότι θα γινόταν πλάκα ανεπανάληπτη , που για κανένα λόγο δεν ήθελα να χάσω.
   Αφού λοιπόν πέρασε αρκετή ώρα και ο Λουκάς δεν είχε φανεί , ο Χρήστος με την απαιτούμενη , για την περίσταση , μεγαλοπρέπεια , κήρυξε την έναρξη της σκαντζοχοιροφαγίας φωνάζοντας , Γιώργου φερ του μιζέ , και σε δευτερόλεπτα όλοι απολάμβαναν τον καταπληκτικό , όπως συνέχεια έλεγαν , μεζέ , ενώ εγώ , παρά την προτροπή του Χρήστου , ξάδιρφι δουκίμασι χάν'ς , παρέμενα απλός θεατής ,αποφεύγοντας ακόμα και να κοιτάζω προς τα πιάτα , και δεν το κρύβω ότι με μεγάλη δυσκολία κρατιόμουν για να μην κάνω εμετό.
   Η παρέα έπλεε σε πελάγη γευστικής ευτυχίας , χωρίς , βέβαια, να έχουν ξεχάσει τον Λουκά , για τον οποίο είχαν φυλάξει το κεφαλάκι με δυο τρία κρεμμυδάκια.Όταν , μετά από ώρα , ακούστηκε η μηχανή του Ταρζάν , το τσιμπούσι είχε σχεδόν τελειώσει και τα πιάτα , καλοπαστρεμένα με ψωμί , γυάλιζαν λες και ήταν .....φρεσκοπλυμένα.
   Ο Λουκάς πλησιάζοντας φώναζε χειρονομώντας , δεν πιστεύω να με ρίξατε , θέλω το μεζέ μου , φοβούμενος ίσως ότι τον ξεχάσαμε και σκοτώθηκε να παρκάρει , όπως-όπως , για να μη χάνει χρόνο , ενώ παράλληλα μας εξηγούσε στα γρήγορα , δικαιολογούμενος , τους λόγους που τον έκαναν να καθυστερήσει ζητώντας μας και συγγνώμη , και φωνάζοντας μπάρμπα Γιώργο το μεζέ μου γρήγορα .
Ήρθε λοιπόν το πιάτο , κι ο Λουκάς , αφού βούτηξε ένα κομμάτι ψωμί στα κρεμμυδάκια και τη σάλτσα , που πραγματικά μοσχοβολούσαν , με το πιρούνι του γύρισε λίγο , ερευνητικά , το κεφαλάκι και μπουκωμένος όπως ήταν , γυρνάει προς το μέρος του Γατάκη και με θριαμβευτικό ύφος του λέει : « κύριε Πρόεδρε όχι στο Λουκά αυτά , τι φάγαμε τα μανίκια μας στην Ιταλία τόσα χρόνια , κουνέλι είναι » , και εξακολούθησε να στιφογυρίζει το κεφαλάκι μέσα στο πιάτο με το πιρούνι , ενώ κοίταζε με ένα περίεργο ύφος το Χρήστο επαναλαμβάνοντας συνέχεια τη φράση « τα τρώει ο Λ'κάς αυτά ρε πρόεδρε , τα τρώει ...». 
Image
  Ο Ταρζάν  του  Λουκά . 

   Ο Γατάκης , και οι υπόλοιποι της παρέας επέμεναν ότι είναι λαγός , ο Λουκάς ότι είναι κουνέλι και μέσα στη χάβρα λαγός , κουνέλι , λαγός κουνέλι , ο Χρήστος γυρίζει προς τον ταβερνιάρη και με το χαρακτηριστικό του ύφος του , τη βαθειά βραχνή φωνή με τη Σαλωνιτολιδορικιώτικη προφορά φωνάζει : « Γιώργου , φερ του τουμάρ » και επειδή ο συγχωρεμένος ο μπάρμπα Γιώργος ήταν λίγο περήφανος στ’αυτιά , επανέλαβε αργά αργά , « Γιώργου φερ του τουμάρ » , ενώ ο Λουκάς , εξακολουθούσε να τρώει και μπουκωμένος να επαναλαμβάνει « τα χάφτουμε αυτά ρε πρόεδρε , τι σπουδάζαμε τόσα χρόνια , τι τα, φοράμε τα γαλόνια ...».
   Ο μπάρμπα Γιώργος , σηκώθηκε και με το αργό , βαριεστημένο του βήμα , προχώρησε προς το βάθος του μαγαζιού , που ήταν η κουζίνα , ενώ εμείς , με τα μάτια καρφωμένα στο πορτάκι της κουζίνας , περιμέναμε με αγωνία την έκρηξη του ηφαιστείου που , φυσικά , αναμενόταν.
   Πράγματι σε λίγο εμφανίστηκε ο μπάρμπα Γιώργος κρατώντας με το δεξί του χέρι ψηλά , όπως ο παπάς το άγιο δισκοπότηρο , το σκαντζοχοιροτόμαρο ενώ στα χείλια του , σιγόσκαγε ένα μικροχαμόγελο και ήταν ολοφάνερη η μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε , για να συγκρατήσει το χείμαρρο του γέλιου που σιγά-σιγά τον κυρίευε.
   Το τι επακολούθησε είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί , στη θέα του τομαριού ο Λουκάς έγινε κατακόκκινος , παράτησε ποτήρι και πιρούνι , και με μια ενστικτώδη κίνηση , ανθρώπου που πνίγεται , ξέσφιξε τη γραβάτα του και με τα γαλανά ματάκια του κατακόκκινα και το βλέμμα καρφωμένο πάντα στο «λαγοτόμαρο», σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι και φωνάζοντας ¨αλήτες με μαγαρίσατε , δεν θα μπορώ να μεταλάβω , πανάθεμά σας αντίχριστοι¨ έφυγε προς την αυλή της ταβέρνας , ενώ ήταν φανερά πια τα πρώτα συμπτώματα του εμετού.
   Η παρέα πάγωσε όλη , με την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα , σηκωθήκαμε και βγήκαμε προς την αυλή , όπου ο καημένος ο Λουκάς , κατακόκκινος , με ξεκούμπωτο το πουκάμισο και λυμένη τη γραβάτα του , συνέχισε να φωνάζει χειρονομώντας , σαν παλαβός , και κάνοντας , φυσικά , εμετό.Στις φραστικές απόπειρες που έγιναν για να εκτονωθεί η κατάσταση ο Λουκάς δεν ανταποκρίθηκε θετικά , σε κατάσταση σχεδόν έξαλλη , φωνάζοντας και χειρονομώντας ,πάντα , κατευθύνθηκε προς τον Ταρζάν , μπήκε και χτυπώντας δυνατά την πόρτα έβαλε μπροστά τη μηχανή και απομακρύνθηκε.
   Για αρκετό καιρό , η στάση του απέναντί μας ήταν ψυχρή και απολύτως τυπική , σχεδόν μας έκοψε , όπως λέμε συνήθως , την καλημέρα και αν συναντούσε στο δρόμο κάποιον από τους ...συνωμότες , εύρισκε τον τρόπο να προσπερνάει αδιάφορα , χωρίς να μιλάει.
   Βέβαια , όπως και στην αρχή είπαμε , ο καλός μας φίλος ήταν άκακος και καλόψυχος , γίναμε πάλι – αργότερα – φίλοι , κάναμε πάλι καλή παρέα , με τις πλάκες και τα καλαμπούρια μας αλλά για το περιστατικό αυτό το συγκεκριμένο , δεν έγινε ποτέ ξανά κουβέντα από κανένα μας , λες και υπήρχε μεταξύ μας μια σιωπηρή συμφωνία .
   Τώρα , μετά από τόσα χρόνια , θα ήταν υπέροχο να μπορούσαμε να βρεθούμε και πάλι ,όλη η παλιοπαρέα , να θυμηθούμε τα παλιά και να γελάσουμε με την καρδιά μας , είναι όμως αδύνατο γιατί οι αγαπημένοι μας φίλοι , ο Λουκάς ,  ο Χρήστος και  ο Κώστας ο  Φαναρ΄ας έχουν φύγει απ’τη ζωή , Θεός σχωρέστους και ας είναι καλά όπου κι' αν είναι.... εμείς τους θυμόμαστε πάντα με πολλή-πολλή αγάπη , μας λείπουν......

     www.lidoriki.com

 Έτσι για  να  πάρετε  και  νια.."  γεύση " του  χώρου  του  ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΙΪΚΟΥ  ΤΑΒΕΡΝΕΊΟΥ , όπου εξελίσσονταν πολές ..Λιδορικιώτικες  .." σκανταλιές " , σας  δίνουμε  και την  ποιητική  εκδοχή του ...



ΣΤΟ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΙΪΚΟ ΜΑΓΑΖΙ



IMG_0005
Ο γέρο Θάνος ο Σκατής ,κι ο Παναγής ο Σκράπας,
γερονταδέρφια εργατικά ,μοχθοχαρακωμένα,
όταν ο ήλιος έγερνε,στον τελειωμό της στράτας,
πέρα στ’απόσκιο, κάμοντας τα βράχια χρυσωμένα,
κινάγαν τον κατήφορο , απ’ τα’ Άι Γιωργιού τ’αλώνι ,
για τ’ς..αγοράς το ταβερνιό , αρχιόντας να νυχτώνει .
                       *          *
Στο Κουτσουμπαίϊκο μαγαζί , πάντα στο ίδιο μέρος ,
καθένας το..στασίδι του , πάντα ‘ χε κρατημένο ,
από παλικαρόπουλο , και τώρα πια ήταν γέρος ,
μα το..σειρίτι κράταγε , χρόνια το..βλογημένο .
                     *             *
Ο Τσιαντομήτρος , στο ζερβί , αγνάντια ο Λουταντρέας ,
Παράμερα ο Μπακόϊαννος , κι’αντάμα ο Ταλτονίκος ,
κι’ όσο να καλομαζευτούν , κι’ οι άλλοι της παρέας ,
ξεπαστρευόταν ο μεζές , λες κι’ είχε πέσει ..λύκος ..
                     *              *
Παρέκι , στο ξυλόπαγκο , οι αγκλίτσες ποστιασμένες ,
Με τα φεσάκια , κρεμαστά , μαζί με τα καπότια ,
Στης πόρτας τις μαυρόπροκες , που’τανε καρφωμένες ,
Χρόνια και χρόνια , στα γνωστά , τα ίδια κατατόπια .
                     *                *
Και σαν η ώρα πέρναγε , κι’ αβγάταινε η παρέα ,
Μαλάμος , με το Καρατζιάν , μαζί κι’ ο Καπποθύμιος ,
Του σωματείου τ’ άλλα παιδιά , με τον Ελλαδαντρέα ,
Με τέτοια παρέα διαλεχτή , πώς να σε.πάρει ..ύπνος ..
                      *                *
Και να ο..κατρούτσος , πήγαινε , και ‘ρχότανε γιομάτος ,
Αβέρτα τα ..κεράσματα , κι’ η ..φάμπρικα σπουδαία ,
Μ’ένα ποτήρ' μισαδειανό , που φαίνεταν ο..πάτος ,
Καβάντζωνε τον..κράσο της , όλη η παλιοπαρέα ..
                     *                 *
Παλιά , μα ωραία η ..μηχανή , τη δούλευαν ..ρολόι ,
Χρόνια και χρόνια , από παιδιά βγαλμένοι στο κουρμπέτι ,
Τους μουστερήδες της..νυχτός , τους παίζαν κομπολόϊ
Και μ’ένα φράγκο , μαναχά , βγαίναν σε.. σαλαμέτι .
                     *                *
Κι’ αν πάγαινε καλά η δουλειά , και…πέρσευε ανάμα ..
Με του ματιού το..παίξιμο , γινότανε …καβάντζα ,
Κι’ έτσι το άλλο απόγιομα , ήταν απλό το..πράμα ,
Δεν χρειαζόταν ..μετρητό , γιατί γινόταν..σκάντζα..
                     *                *
Παλιά μου τέχνη ..κόσκινο , την παίζανε ωραία ,
Κι’ έτσι περνάγαν οι βραδιές , χειμώνα καλοκαίρι ,
Κι’ από κρασί , δόξα ο..θεός , τη βόλευε η παρέα ,
Χωρίς στη τσέπη του κανείς , ποτέ , να βάζει…χέρι ….Κ.Κ.-
Λιδορίκι  φθινόπωρο  2009
ΔΙΑΒΑΖΕΙ  Ο  Κ.ΚΑΨΑΛΗΣ


                               Καλό  σας  βράδυ 
                                        www.lidoriki.com 
ΣΗΜ : Οι  Λιδορικιώτικες  ιστορίες , είαι μια " χρυσή " ..κληρονομια που μας  άφησε ο  ακξέσαστος  μπάρμπα  Σπύρος Σφέτσος - Καλέρης  απ' την  ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΉ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ  ΖΩΉ , ΣΙΓΑ - ΣΙΓΑ  ΘΑ  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙΣ  ΥΠΌΛΟΙΠΕς  ΙΣΤΟΡΙΕΣ , ΠΟΥ ΕΧΟΝΝ  ΠΟΛΎ ΓΟΎΣΤΟ, ΑΦΟΎ  ΕΙΝΑΙ  ΠΡΟΪΟΝΤΑ " ΛΟΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ  ΣΚΩΠΤΙΚΗΣ  ΔΙΑΘΕΣΗΣ ...
         

21.1.17

" O MΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΜΑΝΤΑΣ ..."


ΠΑΛΙΕΣ..ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ...

 



Βαθειά 1927-28 Ανδριτσέικο .
Προπολεμική Βαθειά , δεκαετία του 1920 , προς το τέλος , μιά Λιδορικιωτοπαρέα , απολαμβάνει μπροστά στο Αντριτσέικο...



   Όλοι οι παλιοί Λιδορικιώτες θυμούνται τον μπάρμπα Γιώργο τον Μαντά,τον άντρα της Βιολέττας ,τον Βλάμη , όπως όλοι τον έλεγαν , ή Βλάμ στα ..Λιδορικιώτικα .
   Κοντός ,με το μουστακάκι του, με ντρίλινο παντελόνι και πουκάμισο, παπούτσι πέδιλο –βακέτα με λαστιχόσολα από ρόδα αυτοκινήτου-τελευταία λέξη της μόδας ,τραγιάσκα ,ντρίλινη κι’αυτή , πάντα ψιλοστραβοφορεμένη και το απαραίτητο συμπλήρωμα,το ζωνάρι - του...ζουνάρ -  σφιχτοτυλιγμένο στη μέση για να του κρατάει τα….πάκια .
   Από δουλειά…πάσης φύσεως οικοδομικές…μικροεργασίες , μάντρες ,χτισίματα ,μερεμέτια , ψευτομπαλώματα και θελήματα ,άνθρωπος για όλες τις δουλειές δηλαδή ,το ….μεροκάματο να βγαίνει…
   Ήταν πασίγνωστος για τις…επαναστατικές απόψεις του πάνω σε πολιτικοκοινωνικο-οικονομικά θέματα , με πάμπολλους προβληματισμούς σε καίρια προβλήματα της καθημερινότητας, έχοντας βέβαια ,πάντα, και τις σχετικές απαντήσεις .
   Αναρωτιόταν ,λοιπόν ,ο μπάρμπα Γιώργος ,γιατί χαλάνε τόσο χαρτί και φτιάχνουνε εφημερίδες και δεν το χρησιμοποιούν για να τυπώσουν χιλιάρικα (το euro δεν είχε…
..εφευρεθεί ακόμα ) νάχει ο κοσμάκης ν’αγοράζει φαί να τρώει.
   Βέβαια στην κατοχή άλλαξε γνώμη όταν είδε πως με ένα δισεκατομμύριο δεν μπορούσες να αγοράσεις ούτε …ένα αυγό,είχε επίσης κάνει… μελέτες πάνω στο δείκτη νοημοσύνης ανθρώπων και…βοϊδιών ισχυριζόμενος ,απολύτως τεκμηριωμένα,ότι τα βόιδια ..έχουν περισσότερο μυαλό ,φέρνοντας ένα πολύ-πολύ χειροπιαστό παράδειγμα : < άμα βάλεις μπροστά σ’ένα βόιδι δυο σακιά,ένα με σανό κι’ένα με χιλιάρικα,αυτό θα προτιμήσει το σανό!!! > Είπατε τίποτα ;
   Κάποιο πρωί κάλεσε τον μπάρμπα Γιώργο ο Βασίλης Παπαβασιλείου , ( Παπαβασίλης ) ο Γιατρός και του είπε να του χτίσει μια μάντρα ,πράγματι ο Μαντάς ξεκίνησε αμέσως και σε δυό μέρες η μάντρα ήταν έτοιμη,πληρώθηκε κι’όλα ήταν όλα καλώς καμωμένα.
   Την άλλη μέρα όμως ο Παπαβασίλης ειδοποίησε το Μαντά να πάει επειγόντως στο σπίτι του,ο μπάρμπα Γιώργος πήγε και βρήκε το Γιατρό έξω φρενών , αυτός μόλις τον αντίκρυσε τον πήρε απ’τα μούτρα : καλά ρε Γιώργο τι σόι μάντρα έφτιαξες ;του λέει φανερά εκνευρισμένος, αυτή γκρεμίστηκε ,πάμε να τη δεις.
   Πράγματι βγήκαν έξω και είδαν την καινούρια μάντρα ..μισογκρεμισμένη, ο Παπαβασίλης ..Τούρκος απ’τα νεύρα και ο Μαντάς απόλυτα ήρεμος, τα βλέπεις Γιώργο ; χτεσινή μάντρα κι’έπεσε,τι έχεις να πείς ; τι να πω,τη βλέπω έπεσε αλλά εσύ γιατί κάνεις έτσι ; τόσα  χρόνια γιατρος , τόσοι αρρώστοι έχνει πειράσει απ’τα χέριας,δε σ’πέθανει κανένας πουτέ ;
Κόκκαλο ο Παπαβασίλης….
   Ο μπάρμπα Γιώργος ,βέβαια,είχε μελετήσει πάρα πολλά…φλέγοντα θέματα και είχε…κατασταλαγμένες απόψεις πάνω σ’αυτά,π.χ πίστευε πως τα λεφτά ήταν άχρηστα και ότι οι οικονομικές καθημερινές συναλλαγές θα πρέπει να γίνουν πιο …απλές,δηλαδή, πράμα με πράμα, θέλεις π.χ τυρί ; δίνεις καλαμπόκι που έχεις και παίρνεις το τυρί που σου λείπει,πίστευε ,επίσης, ότι όλα στη ζωή είναι μια…ιδέα
και η πείνα και δίψα και…όλα γενικώς.
   Φυσικά είχε μελετήσει και το θέμα των…γυναικών,πίστευε ακράδαντα πως όταν η γυναίκα γερνούσε , ο άντρας θάπρεπε να παίρνει και μία ..μικρότερη να την αμολάει κοντά στην παλιά για να…μαθαίνει κι έτσι νάχει την μία ,τη γριά , για τις δουλειές και για το σπίτι γενικά , και την άλλη ,τη νέα , για έχα όπως έλεγε ,εννοώντας την….αναπαραγωγική διαδικασία και όλα τα…συνεπακόλουθα.
   Αυτά βέβαια τάλεγε όταν η κυρά Βιολέττα είχε πιά γεράσει και πάντα όταν ήταν απούσα , παντόφλας…ένεκεν...........
www.lidoriki.com 

28.11.16

ΤΟ ΜΙΣΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ ΤΟΥ..." ΠΑΪΔΑ "...


ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ  
 
Διαμαντής Καρανδρέας
   Πολλές φορές , αγαπημένοι  μου  φίλοι , έχουμε  αναφερθεί στην  περιβόητη γλυκιά..Λιδορικιώτικη “ φαρσο..συμμορία “ , που δρούσε   προπολεμικά  στη  Βαθειά  και  τα  πέριξ , γράφοντας  , κυριολεκτικά , ιστορία  στη  Λιδορικιώτικη  και  όχι  μόνο , ζωή .
   Αμέτρητες , απίθανες ιστορίες , που  καθημερινά  σκαρώνονταν  , εκεί  στη Βαθειά και..γύρω – γύρω , φάρσες , κασκαρίκες  και  κάθε  είδους  πλάκες , γίνονταν , απ’ την  αξέχαστη  αυτή ..” ζευζεκο..παρέα “ , κάθε  μέρα και  κάθε  ώρα ..
   Κατά  καιρούς  έχουμε  δημοσιεύσει πάρα πολλές τέτοιες  ιστορίες , που  μπορείτε  να  τις  βρείτε  στην  ετικέτα “ Λιδορικιώτικες ιστορίες “ , και βέβαια  έχουμε  αναφέρει  και  τα..επίλεκτα  μέλη  της απίθανης αυτής  παρέας που  αποτελούνταν από του  παρακάτω  χωριανούς  μας : Κώστα  Μαργέλλο – Σαψαρή , Θόδωρο  Σερεντέλο , Διαμαντή Καρανδρέα , Ανδρέα Γκομόζια κ.α .
   Ας δούμε  μια ιστοριούλα που  μας  είπε  ο  φίλος  Κώστας  Λακαφώσης , γιος  του  παπα Λια , απ’ το  Λευκαδίτι .
Ο  Διαμαντής Καρανδρέας , ο Διαμαντής  όπως  τον ήξεραν  όλοι , καταγόταν  απ’ τη  Γρανίτσα , αλλά  έμενε στο  Λιδορίκι , όπου  είχε  στο  Κουλοπουλαίκο , στη  Βαθειά , όπου  σήμερα  είναι  η  ταβέρνα “ Γιώργηδες “  στον  πάνω  όροφο ξενοδοχείο ύπνου και  εστιατοριο..ταβέρνα στο  ισόγειο , θα  πρέπει  εδώ  να  συμπληρώσουμε , πως  ο Διαμαντής ναι  μεν  καταγόταν  απ’ τη Γρανίτσα , είχε  όμως παντρευτεί  αδερφή του  Γιάννη  Λακαφώση , του  Κασβικόϊαννου , και  της Γιαλακίδαινας .
  Στα  μαγαζιά  λοιπόν του  αλησμόνητου  Διαμαντή , έχουν  διαδραματισθεί ουκ ολίγες ..φαρσοκωμωδίες , άλλοτε με την..συνεργασία  των  υπολοίπων της  ζευζεκοπαρέας , και  άλλοτε με  πρωταγωνιστή τον  Διαμαντή , όπως  και  η  σημερινή μας .
   Ένα  βράδυ  λοιπόν , κατέφθασε ..” ντίρλα “ στο  μεθύσι , ο ΠαΪδας , εκ  Λευκαδιτίου , λεβέντης  με  τα ..ούλα  του , που  όμως  είχε  αυτό  το…χούι , να  ..πίνει . Τον  είδε  ο  Διαμαντής  , σε  τι  χάλια  ήταν , του είπε ..καμπόσα , λες  και  ο  Παϊδας τον  καταλάβαινε , και  τον πήρε ..σέρνοντας , γιατί  ήταν  βλέπεις  και..μεγαλόσωμος , και τον  ανέβασε  με  τα  χίλια  βάσανα στον  πάνω  όροφο , όπου  και  το  ξενοδοχείο  ύπνου , για να  τον  βάλει  να  κοιμηθεί .
   Βέβαια  , κατά  τη  διάρκεια της  μεταφοράς , του’ λεγε..του ‘ λεγε , κι’ απάντηση  φυσικά  δεν  ..έπαιρνε..
   Αφού  λοιπόν  τον απίθωσε πάνω  στο  κρεβάτι , ντυμένο  όπως  ήταν , το  μυαλό  του πήγε ..που  αλλού , σε κάποια…κασκαρίκα  , μάλιστα , σκέφτηκε  να  του  κάνει  μια  γερή  πλάκα , μπας  και  έκοβε  το..πιόμα , αν  ήταν  δυνατόν…
   Τέλος  πάντων σκέφτηκε , ξανασκέφτηκε  και  του ‘ρθε  μια  τρελή  ιδέα , που  μπορεί  και  να γινόταν  αιτία  ..πολέμου  με  τον  Παίδα  : Τον  καλοκοίταξε  όπως  κοιμόταν και  κοιτάζοντας   το  παχύ περιποιημένο  του  μουστάκι ,   αμέσως..δούλεψε..το  μυαλό  του ..
  Πάει , παίρνει το  πινέλο , το  ξυράφι και  το  σαπούνι , κάνει  σαπουνάδα κι’ αλείβει το  μισό  μουστάκι , για  να  μαλακώσουν  οι  τρίχες , και παίρνει  την  απόφαση να  του  ξυρίσει  το  ..” μισό  μουστάκι “ μάλιστα το…ΜΙΣΟ ..
   Αφού τέλειωσε το…ξούρισμα , κατέβηκε  στη  δουλειά του  και  περίμενε  σαν ,  να  μη  συνέβαινε  τίποτα , τον  Παίδα , να  ξυπνήσει  να  δει  τι  θα  γινόταν , ενώ φρόντισε  βέβαια  να  ενημερώσει…αρμοδίως  , τους παρηκούντες  τη..Βαθειά ..κλακαδόρους και όχι  μόνο , για το  τι…αναμένεται , γιατί  είναι  προφανές  πως ..αναμενόταν…σεισμός , όταν  ο  Παίδας  αντιλαμβανόταν  την  κασκαρίκα  του  Διαμαντή ..
    Κάπως  έτσι  εξελίχθηκαν  τα  πράγματα , κάποια  στιγμή ο  Παίδας  ξύπνησε , και  μισοκοιμισμένος  όπως  ήταν  κατέβηκε  και  τράβηξε  να  πιεί καφέ  στη  Βαθειά , εκεί  βέβαια  όλοι  ενημερωμένοι μεν , τιν  κοιτούσαν ..περίεργα  χασκογελώντας .
  Το  ίδιο  και  η…μαρίδα , που  μαζευόταν  σε  παρόμοιες  περιπτώσεις , ειδοποιημένη  απ’ τον  Διαμαντή , που  χασκογελούσε  φωνάζοντας , ενώ  στην  αρχή  ο  Παίδας  , δεν  είχε  καταλάβει πως  όλος  ο  ..τζερτζελές γινόταν για  την  αφεντιά  του και  κάπου  άρχισε  κι’ αυτός  να  γελάει , μέχρι  που  κάποιος  του  φώναξε΅: Το  μουστάκι  σου  που είναι ; Ενστικτωδώς ..ψάχτηκε και  φυσικά  κατάλαβε  πως  του  είχαν  στήσει…μηχανή οι ..συνήθεις  ύποπτοι …
   Από  κει  και  πέρα τα  πράγματα  πήραν  το…δρόμο τους , επιβεβαίωσε στον  ..καθρέφτη  το..χάλι  του και  φυσικά κατάλαβε  από  που  ξεκίνησε η..πλάκα , όσο  για  τον  Διαμαντή , αυτός …παλιά  καραβάνα στο..κουρμπέτι  , περίμενε..ατάραχος ξεκαρδισμένος  στα  γέλια  , μαζί  με  την  υπόλοιπη …” συμμορία “ και την ..ζητοκραυγάζουσα ..” μαρίδα “ , βεβαίως..βεβαίως..
           Καλό  σας  απλογευμα 
                www.lidoriki.com

21.8.16

ΤΟ ΚΑΛΟΥΠΙ ΤΟΥ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗ ...



 
ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ...ΙΣΤΟΡΙΕΣ...
IMG_0007
  Ο Μαστρογιάννης , αριστερά , με τον Ανδρέα Δελενίκα..
Όλοι οι παλιοί Λιδορικιώτες , φίλοι μου , γνώριζαν και θυμούνται τον αείμνηστο Παπαβασίλη , το γιατρό , που ήταν πραγματικό ..περιβόλι , με τα πειράγματα και τις ατάκες του , εμείς δε οι μικρότεροι , ακόμα περισσότερο γιατί όσο μασ αγαπούσε τόσο μας πείραζε και μας παίδευς , καλοπροαίρετα , πάντα .
Μιά μέρα λοιπόν ο Παπαβασίλης , βλέποντας το σχωρεμένο το μαστρο - Γιάννη Κατσώνη , που ήταν πολύ καλός σιδεράς την εποχή εκείνη , τον φώναξε και του λέει , με το δικό του πάντα τρόπο : " Ε ..ωρέ Γιάννη ! όλου του κόσμου τα εργαλεία φτιάχνεις , κείνο το δικό μου γιατί δεν το φτιάχνεις .." , σημειωτέο  , ότι ο γιατρός τότε είχε ήδη μπει στην...εφηβεία της ωριμότητας .
Ο Μαστρογιάννης , λοιπόν δεν έχασε καιρό , και του απάντησε , αμέσως : " Ναι γιατρέ μου , εμείς ένα γιατρό έχουμε , έτσι θα τον αφήσουμε , θα στο φτιάξω...
Αλλά ξέρεις , άνθρωπος είμαι , φοβάμαι μη και κάνω κάνα λάθος , γι' αυτό στείλε μου το...καλούπι καμιά ..βδομάδα στο σπίτι να καλο..πάρω τα μέτρα !!! "
Κόκκαλο ο Παπαβασίλης , κι' ούτε κουβέντα ξανά για το..καλούπι.........Κ.-
www.lidoriki.com 

11.7.16

" ΜΠΡΕΚΦΑΣΤ ΣΤΗΝ ..ΜΠΕΛΈΣΙΤΣΑ ..."

   ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΑ   ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ .
Ανάληψη 1955-Μπαχατούρ
   Μια υπέροχη φωτογραφία της , τότε , εποχής βέβαια δεν είναι βγαλμένη στην..Μπελεσίτσα , όχι , είναι όμως βγαλμένη στη στρούγκα του αξέχαστου μπάρμπα Χαράλαμπου , στην Μπαχατούρ , πάνω στη Γκιώνα , της Αναλήψεως , στα 1955 , όπου είχε καλεσμένο , κατά το έθιμο , κόσμο και..κοσμάκη , από αριστερά , ο Βασ.Καραμήτσος , δίπλα με τη στολή ο αξέχαστος αδερφός μου Γιώργος , Θαν.Μοναχογιός , Τραπεζικός , ο Δημ.Καφέτσης΄-Κοντοκράς , και καθιστοί Διον.Παλούκης –Λαναράς , Στ.Μαργέλλος , κρατάει τ’ αρνί , δίπλα ο πατέρας του , ο μπάρμπα Χαράλαμπος , ο μελαχρινός με το μουστάκι , και ο Δημ.Βούλγαρης – Τσελεμεντές , ο μικρούλης σε πρώτο πλάνο , πρέπει να ‘ναι ο γιός του μπάρμπα Χαράλαμπου ο Γιάννης .
Ανάληψη_0001
Kαι μια φωτογραφία , από ..αυθεντική Ανάληψη στην Μπελεσίτσα , στον Καλανάκη , στα ..1930 !!

   Κατακαλόκαιρο αδέρφια , έσκαγε ο τζίτζικας , ο τόπος ολόγυρα ..ψηνόταν , νοσταλγική δεκαετία του ..΄50 , το Λιδορίκι μισο..ζωντανεμένο , μετά τα τόσα βάσανα και τις ταλαιπώριες , αρχίζει ν΄ανασαίνει , να παίρνει τα ..πάνω του ..
   Αγκομαχώντας , με κόπο και δυσκολίες αμέτρητες , οι Λιδορικιώτες προσπαθούν , με ,,νύχια και με ..δόντια , να βάλουν μπροστά τη…μηχανή , να ξαναχτυπήσει η ..καρδιά του χωριού μας , ν’ ανασάνει κι’ ο κόσμος , που με την ψυχή του ..μαυρισμένη , απ’ τα ..μύρια όσα που πέρασε , προσπαθεί να ξεχάσει , όπως…όπως..
   Ολόγυρα , στο χωριό , τα ..κουφάρια των καμένων σπιτιών θυμίζουν ακόμα το ..χαλασμό , μα όσο κι’ αν θες να ..ξεχάσεις , στο θυμίζουν αυτά , ερείπια , χαλάσματα , και τα περισσότερα σπίτια ..ψευτομπαλωμένα , όπως ..όπως , έτσι για να βάλουν μέσα το κεφάλι τους οι χωριανοί..εικόνες ..τραγικές..
   Αυτή βέβαια , ήταν η..πραγματική ..πραγματικότητα , η πραγματικότητα των..μεγάλων , των γονιών μας , για μας τα παιδιά , υπήρχε και η ..άλλη , η εικονική , της παιδικής..αθωότητας , ανεμελιά , ξυπολυταριό , ελαφριά..ενδυμασία , το κλασικό , για την εποχή , ..μπλε..σωβρακάκι , με..λαστιχάκι παρακαλώ , και το γνωστό μας αθλητικό φανελάκι και ..σουλάτσο , παιχνίδι , μπάλα με το..μεροκάματο στις Λάκκες μέχρι..βαθείας ..νυκτός , η μάλλον μέχρι να ‘ρθουν οι μανάδες μας με τις ..βέργες να διακόψουν τον αγώνα ..βιαίως , φυσικά …
   Βέβαια , προσωπικά είχα αναλάβει καθήκοντα..Διευθυντού-νεροκουβαλητού , στο μαγαζί μας , αλλά και όλα τα παιδιά της ηλικίας μου , όλο και κάτι είχαν να κάνουν , κάποια δουλειά , πήγαινα για νερό , μεγάλο πρόβλημα στη δεκαετία του ’50 , πήγαιναν φαί και νερό στους γονιούς τους , στα χωράφια η στα γιδοπρόβατα , αλλά πάντα περίσσευε χρόνος και για τα..παιδικά μας παιχνίδια , που φυσικά δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με τα σημερινά…
  Τότε δίναν και..παίρναν , οι ..μπίλιες (..γκαζές η βόλους , τις λέγαν οι..πρωτευουσιάνοι ) γιάλινες , αλλά και σιδερένιες , από..ρουλεμάν , που ήταν και πιο σπάνιες , ελλέιψει..αυτοκινήτων βλεπεις , αλλά οι πιο..γνωστές και διαδεδομένες , ήταν φυσικά οι .. ιδιοκατασκευαζόμενες , οι χειροποίητες , χαντ..μέιντ που λέμε και στα..Ελληνικά ..
   Αυτές τις φκιάχναμε μόνοι μας από..γλίνα , τώρα θα με ρωτήσετε τι είναι η γλίνα ; και με το δίκιο σας , η γλίνα λοιπόν είναι μια περίεργη φαιοπράσινη πυκνή λασπώδης μάζα μάλλον αργιλώδης , μια λάσπη πυκνή δηλαδή , που συνήθως υπήρχε σε υγρά σημεία , κοντά σε βρύσες , αυτή λοιπόν την βγάζαμε και την κάναμε βόλους , τις αφήναμε στον ήλιο να στεγνώσουν και είχαμε μπίλιες , πρώτης τάξεως , γιατί κακά τα ψέματα , τα λεφτά την εποχή εκείνη δεν ..έτρεχαν κι’ απ’ τα..μπατζάκια μας , γι’ αυτό τις γιάλινες , τις..γιαλένιες όπως τις λέγαμε , τις είχαμε σαν κάτι..ξεχωριστό , όπως είχαμε τα καλά μας..παπούτσια , σάμπως είχαμε..και δεύτερα , και ο αριθμός των..γιαλένιων αποτελούσε ακαταμάχητο..τεκμήριο της οικονομικής κατάστασης του καθενός μας..υπήρχαν από τότε ..τεκμήρια βλέπετε…
   Το ..θησαυρό μας , αυτό , τον είχαμε σε σακουλάκια , χώρια οι γιαλένιες , χώρια οι..γλινένιες , και το άθροισμά τους , ο συνολικός δηλαδή αριθμός της μπιλιο..περιουσίας μας , μας έδινε και την ανάλογη ..θέση στην ιεραρχική.. κατάταξη της γειτονιάς μας αλλά και του χωριού , ως προς την ποσότητα βέβαια , γιατί η..ποιοτική κατάταξη των ..παιχτών , είχε φυσικά άλλα κριτήρια , με πρώτο και καλύτερο τη…δεξιοτεχνία ..
   Η δεξιοτεχνία ήταν αποτέλεσμα πολλών..παραγόντων , πρώτα – πρώτα το..ταλέντο , το σταθερό χέρι , οι καλές μπίλιες , η αυτοσυγκέντρωση αλλά κυρίως η εξάσκηση ,κάτι που το ‘βλεπες αμέσως κοιτάζοντας τα χέρια μας , απ’ τους καλύτερους ..μπιλιαδόρους της εποχής μας , ήταν ο Νίκος ο Λατσούδης , συνομήλικος και συμμαθητής μας , το χέρι του οποίου οι ράχες του μέσου και του παράμεσου , στο δεξί του χέρι , είχαν , κα θα ‘χουν ακόμα πιστεύω , …κάλους , απ’ το ακούμπημα χάμω , γιατί το χέρι ακουμπούσε , όταν..σημάδευες..
   Όπως είπαμε λοιπόν τις χωματένες μπίλιες , τους ..βόλους , τους φκιάχναμε μόνοι μας , υπήρχαν βέβαια και στο..εμπόριο , αλλά προτιμούσαμε τις..χειροποίητες , ελλέιψει και…χρημάτων , την πρώτη και..μοναδική ύλη , για την κατασκευή τους την παίρναμε από συγκεκριμένα για κάθε .. γειτονιά ..Γλινωρυχεία , εμείς π.χ , που μέναμε στο κέντρο του χωριού , είχαμε τη βρυσούλα , στο Σκατόρεμα , τη Βουλωμένη , όπως τη λένε τώρα , και φυσικά την άλλη βρύση που είναι παρακάτω , στον Κούστη .
   Μη φαντασθείτε βέβαια , πως τα ..γλινοαποθέματα ήταν..ατέλειωτα , όχι , αντίθετα , ήταν περιορισμένα και γι΄αυτό ..περιφρουρούσαμε τις..γλινο..πηγές μας , απ’ τις..επιθέσεις παιδιών από άλλες γειτονιές , όταν λοιπόν τέλειωνε το απόθεμα στη βρυσούλα , πηγαίναμε παρακάτω στον Κούστη και λύναμε το πρόβλημά μας .
   Έτσι λοιπόν , αυτό το καυτερό Αυγουστιάτικο πρωινό , βρέθηκα να πηγαίνω για γλίνα , τώρα θα μου πείτε , διάλεξα τη μέρά ; ..ε τι να γίνει , είχα ξεμείνει από μπίλιες και έπρεπε να αναπληρώσω τις απώλειες , γιατί όπως θα ξέρετε , αν παίξατε ποτέ μπίλιες , στο παιχνίδι , ο νικητής , αυτός δηλαδή που σημαδεύει καλύτερα , παίρνει τη μπίλια του άλλου , κατέβηκα λοιπόν , μετά από μεγάλη ..γκρίνια της σχωρεμένης της μάνας μου , που με χρειαζότανε στο μαγαζί , στη βρυσούλα , κάτω στο Σκατόρεμα , να βγάλω γλίνα , αλλά δυστυχώς γλίνα…γιόκ..
   Τι να κάνω λοιπόν , δεν είχα και άλλη επιλογή , ξεκίνησα για τον Κούστη , πήρα το μονοπατάκι πλάι στο σκατόρεμα , αριστερά , που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια έχει..εξαφανισθεί , και τράβηξα προς τα κάτω , χαζοτραγουδώντας , ένεκα ο..φόβος , εκεί στον Κούστη δεξιά απ’ τη βρυσούλα , είχε περιβόλι η κουμπάρα μας η Θωμοκώσταινα , Κωσταντίνα Δούκα κατά κόσμον , με όλα τα ζαρζαβατικά της εποχής αλλά κυρίως με κάτι συκιές , άλλο πράγμα , όλοι είχαν να το λένε …και εγώ φυσικά είχα το..ελεύθερο στα σύκα , κουμπαριάς ..ένεκεν…
   Στάθηκα όμως ..άτυχος , κάποιος άλλος με πρόλαβε , δεν υπήρχε κανένα γινομένο , όσα υπήρχαν ήταν..μπόσικα και φυσικά δεν τρώγονταν , όπως ήταν φυσικό .. απογοητεύτηκα , αλλά δεν το ‘βαλα και κάτω , παρακάτω , αρκετά παρακάτω , στον Καλανάκη , είχε περιβόλι , παραδεισένιο πραγματικά , η θειά μου η Λένη η Ζέκαινα , αδερφή του πατέρα μου κι΄αγαπημένη μου θειά , ε..δεν το πολυσκέφτηκα , αφού μου ‘χε καρφωθεί να φάω , καλά και ντε ..σύκα , πήρα την απόφαση , παρότι..ψευτοφοβόμουνα , να τραβήξω για ..Καλανάκη , κανονικά νομίζω πως δεν είναι ο Καλανάκης , αλλά , το Καλανάκι , αυτό όμως είναι γιά..άλλη συζήτηση , αμ..έπος , αμ..έργο λοιπόν , έκανα τον έλεγχό μου στα ..γλινοαποθέματα , διαπίστωσα πως υπάρχει ..μπόλικο πράμα , και τράβηξα για τον Καλανάκη , μετά..φόβου.. βέβαια , κυρίως για τα ..αδέσποτα τσοπανόσκυλα , που υπήρχαν μπόλικα εκεί γύρω …
   Κατέβαινα λοιπόν , γρήγορα –γρήγορα , σφιγμένος , στην τσίτα , λόγω του φόβου , και είχα αρχίσει το..χαζοτράγουδο , έτσι για αυτο..παρηγοριά , έφτασα στα αμπέλια του χωριού , και τράβηξα αριστερά , προς Λεύκα , μπαίνοντας , συγά-σιγά , στην ποταμιά της Μπελεσίτσας , που δεν είχε σχεδόν καθόλου νερό , μόνο κάπου δω κει , είχαν ξεμείνει κάποιες γουρνούλες , με ελάχιστο νερό και πολλά..πολλά μπακακάκια , που πηδάγαν ξαφνιασμένα όταν πλησίαζα , εγώ φυσικά το…βιολί μου , η μάλλον το..τραγούδι μου , κόντευα να εξαντλήσω το..ρεπερτόριό μου , αλλά τι να γίνει ; ανάγκα…βλέπεις..ύστερα και οι..επαναλήψεις δεν απογορεύονται…
   Είχα προχωρήσει αρκετά , περπατούσα πλέον μέσα στον πλατανιά , ακούγοντας διάφορους ..περίεργους θορύβους , ενώ που και που , τα ξαφνικά ..κρωξίματα των πουλιών με..αλαφιάζανε , πολλές μάλιστα φορές είπα να ..γυρίσω , όταν μάλιστα , άκουγα γαυγίσματα σκυλιών , αλλά βλέπεις τα..σύκα ..περιμένανε , ούτε και θυμάμαι πόσα τραγούδια είχα πει , τι Γούναρη , τι Μαρούδα , κι’ αφού εξάντλησα το..ελαφρό μου..ρεπερτόριο , ..πέρασα και στο..λαικό , να..Καζαντζίδηδες , να..Γαβαλάδες και Αγγελοπουλέοι , μιλάμε για…σπέσιαλ..ρεσιτάλ…
   Κρατώντας πάντα κι’ ένα ξύλο , διά ..πάσα ..ενδεχόμενον , λες και θα με ‘σωνε , κατσ΄λαφτιασμένος διαρκώς , στην τσίτα που λέμε , προχωρούσα , δήθεν..ψύχραιμος και..αδιάφορος , οπότε άρχισα ν’ ακούω κουδούνια και κύπρια ,κάπου κοντά μου , ξεθαρρεψα λίγο και συνέχισα το δρόμο μου τραγουδώντας , πάντα , και κει που περπάταγα αμέριμνος , ακούω μια γνώριμη φωνή : ε…Κωσταντή , για πού το ‘βαλες ; Ξαφνιάστηκα , αλλά και ανακουφίστηκα όταν είδα ποιος μου μίλησε , ήταν ο μπάρμπα Χαράλαμπος Μαργέλλος , ο Αρπαλοχαραλάμπης , όπως τον ξέραμε όλοι , τσοπάνης , απ’ τους πιο συμπαθείς σε μένα , ηρέμησα..κάλμαρα , καταχάρηκα , καλύτερη τύχη απ’ αυτή δεν θα μπορούσα να έχω…
   Τον καλημέρισα με πραγματική χαρά κι’ ανακούφιση , και του εξήγησα πως πήγαινα στον Καλανάκη στη θειά μου τη Λένη , και τότε ο μπάρμπα Χαράλαμπος , μου ‘κανε την περίφημη πρόσκληση σε..μπρέκφαστ , μάλιστα , μπρέκφαστ , στην Μπελεσίτσα , κάτω απ’τα πλατάνια , και υπό τους ήχους κουδουνιών , βελασμάτων , και κελαηδημάτων πουλιών , παραδεισένιο περιβάλλον , και προπαντός…ασφαλές , μη το ξεχνάμε αυτό…
   Τυχερός είσαι , μου ‘πε , βράζω γάλα , θα φάμε βραστογαλιά , και θα κάνουμε και παπάρα , έλα κάτσε , πράγματι έκατσα , σ’ ένα πλατάνι , που προφανώς έπαιζε το ..ρόλο του,,πρόχειρου σαλονιού , η κάτι τέτοιο , από κοτρώνες , δόξα τω Θεώ , όσες ήθελα , διάλεξα την πιο βολική , περιεργάστηκα τα ..συμπράγκαλα που ήταν κρεμασμένα στον πλάτανο , μαρούδες , καρδαμπίκια ( τσοπάνικα κατσαρολικά ) , μια κάπα , και ένα σωρό άλλα ..κουτσοματζούκια , χρήσιμα όμως κι’ απαραίτητα στην τσοπάνικη ζωή ..
   Μέχρι να καλοσώσω την..εξερεύνηση , ήρθε κι’ ο μπάρμπα Χαράλαμπος , απ’ την..κουζίνα , το διπλανό..πλάτανο , όπου είχε ανάψει φωτιά κι’ έβραζε το γάλα , πάρε νιά πέτρα , μου λέει και βάλτην για..τραπεζάκι , έτσι κι’ έγινε , και τότε μου ‘δωσε , ένα ..περίεργο πιάτο , κάτι σαν πορσαλανη ..λιμόζ , αλλά ..ξύλινο , που ‘μοιαζε με το μισό κομμάτι ενός ολοστρόγγυλου πράγματος , τ’ ακούμπησα προσεκτικά στο..τραπέζι , και περίμενα και τα ..υπόλοιπα , κουτάλι , ψωμί κι’ αλάτι , έτσι το τρωγαμε το τσοπάνικο το γάλα , πάντα .
   Και ήρθε και η δεύτερη ..έκπληξη , ο μπαρμπα Χαράλαμπος , μου ‘φερε ένα περίεργο , ..εντελώς περίεργο , σκουρόχρωμο κουτάλι , που τέτοιο δεν είχα ξαναδεί , δεν ήταν από μέταλλο , αλλά και με την πρώτη ματιά δεν μπόρεσα να..καλο..καταλάβω από τι ήταν φκιαγμένο , πήρα κι’ ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί , νιά..’γκωνή , και φυσικά και αλατάκι , απολύτως απαραίτητο για την παπαροβραστο..γαλιά ..
   Κάτσαμε , αναπαυτικά..αναπαυτικά , στις,,πέτρινες..πολυθρόνες μας , ρίξαμε το αλατάκι μας , κι’ αφού δοκιμάσαμε και βρήκαμε το γάλα..αρκούντως ..αρμυρούλη , κάναμε και την..τριψιάνα μας , ψιλοτρίβοντας το ψωμί μέσα , τότε ο μπάρμπα Χαράλαμπος , θεοσεβούμενος όπως ήταν , έκανε το σταυρό του , κι’ εγώ φυσικά μαζί του , ψιθύρισε και δυό λόγια προσευχής , κι’ έδωσε το..σύνθημα της ..έναρξης , «…άϊντε Κωσταντή ..τρώγε…»
   Το ζυμωτό ψωμί είχε..παπαρώσει , μέσα στο ολόπαχο πρόβειο , φρέσκο-φρέσκο , γάλα , και με τη λιγοστή αρμυράδα του ήταν …άϊντε..ντε , θεσπέσιο , κάτι πρωτόγνωρο για μένα , όχι μόνο για τη νοστιμιά του , ήταν βέβαια κι’ αυτή , αλλά τι να σας πω , η όλη διαδικασία , η στοργή του αξέχαστου μπάρμπα Χαράλαμπου , η ολοφάνερη και αληθινή του αγάπη , η χαρά του που μου πρόσφερε αυτό που έιχε και μπορούσε , αλλά και το γύρω περιβάλλον , η όλη ατμόσφαιρα , κάτω απ’ τα πλατάνια , καταμεσίς της ρεματιάς , ν’ακούγονται τα κελαηδήματα των πουλιών , τα βελάσματα των προβατιών , αμ’ και κείνοι οι ήχοι των κουδουνιών , θεία..μελωδία , πραγματικά , ποιμενική ραψωδία , που μετά από 55 και πλέον , χρόνια , γιατί όλα αυτά συνέβησαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 , παραμένει έντονα χαραγμένη στο παιδικό , τότε , μυαλό μου , σαν μια πολύ-πολύ γλυκειά ανάμνηση , αναλλοίωτη , έντονη , ολοκάθαρη…που μακάρι να μπορούσα να ξαναζήσω ..μα ο αγαπημένος μου μπάρμπα Χαράλαμπος , έχει από χρόνια φύγει , κι’ ύστερα δεν υπάρχει πιά και …Μπελεσίτσα και.. πλατανιάς , είναι βλέπεις στον πάτο της..λίμνης , και χρειάζεται…κατάδυση…
   Τελειώνοντας την αφήγηση , αυτής της πανέμορφης και πολύ-πολύ νοσταλγικής , για μένα , ανάμνησης , θα ‘θελα να σας περιγράψω λίγο τον αξέχαστο μπάρμπα Χαράλαμπο , όπως τον είχα καταγράψει στον ..προσωπικό ..σκληρό δίσκο μου , και με δεδομένη βέβαια την μεγάλη συμπάθεια που έτρεφα για τον μπάρμπα χαράλαμπο .
   Μετρίου αναστήματος , με..ροπή προς το..κοντό , με μαύρα πυκνά μαλλιά , πάντα περιποιημένα και καλοχτενισμένα , χωρίστρα , και πάντα χαμηλά , στο πλάι , έντονα χαρακτηριστικά , πυκνά φρύδια , και φυσικά μουστάκι , άψογα..περιποιημένο ..και γαλανά , αν δεν κάνω λάθος , μάτια , μεγαλοφαμελίτης , πολλά παιδιά και..κορίτσια , κι’ όλα τα ταχτοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο , τα ..παιδιά , όλα , τα σπούδασε , και τα κορίτσια τα καλοπάντρεψε , καλοσυνάτος , αθόρυβος , σεμνός , νοικοκύρης και φυσικά άριστος οικογενειάρχης , ένας ..υποδειγματικός ..Λιδορικιώτης από κάθε άποψη , κατά την ταπεινή γνώμη μου..α..και κάτι που παραλίγο να ξεχάσω , και έχει βέβαια τη..σημασία του , όσο κι’ αν ..έψαξα στο μυαλό μου , με τη μέθοδο , της ..ανάκλησης της μνήμης , δεν μπόρεσα να βρώ έστω και μια φορά , που να τον είδα..απεριποίητο …
  Πιστεύω πως ο μπάρμπα Χαράλαμπος μας λείπει , λείπει απ’ το χωριό μας , όχι γιατί ήταν άνθρωπος της αγοράς κλπ , όχι αλλά για τα πολλά άλλα του χαρίσματα..
   Προσωπικά πάντως , τον θυμάμαι τον αξέχαστο μπάρμπα Χαράλαμπο με πολλή ..αγάπη , όπως άλλωστε και όλοι , πιστεύω ,   οι Λιδορικιώτες , να ‘σαι αναπαυμένος μπάρμπα , πάντα σε θυμόμαστε  με  αγάπη ….

Image
Μια παλιά νεαική  φωτογραφία του  αείμνηστου μπάρμπα Χαράλαμπου με τον  πεθερό  του Γιάννη Καντζιό - Τσουλόγιαννο και  τον  μπατζανάκη  του  Κώστα  Ζουμά , με  επίσημες  παραδοσιακές  φορεσιές ..βεβαλιως..βεβαίως ..
  www.lidoriki.com
" Λιδορικιώτικα διηγήματα "