close
Showing posts with label ΑΜΑΞΕΣ - ΑΜΑΞΑΔΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΜΑΞΕΣ - ΑΜΑΞΑΔΕΣ. Show all posts

11.2.17

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΜΑΞΑ


Image
   «Ποιος θα κάτσει πια να καθαρίζει χάμουρα και καβαλίνες», έλεγε ο Αυλωνίτης στην ταινία το Αμαξάκι. "Πάρε ένα ταξί να ησυχάσεις", συνέχιζε, απευθυνόμενος στον συμπρωταγωνιστή του, Ορέστη Μακρή. 
Image
   Περιγράφοντας ίσως έτσι αυτό που θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια. Την πλήρη εκβιομηχάνιση. Την βίαιη εισβολή του αυτοκινήτου στη ζωή μας. Και την εξαφάνιση της παραδοσιακής άμαξας από περιοχές όπως η Κηφισιά ή ο λόφος του Φιλοπάππου. 
Image
Τα ταξί μιας άλλης εποχής, τα βρίσκει κανείς σήμερα στην Κηφισιά. Εκεί όπου τέσσερις αμαξάδες, από μεράκι και «έρωτα», όπως λέει ο Σταύρος Χατζηδημητρίου, ένας από αυτούς, ακολουθούν το ρομαντισμό και τη διάθεση μιας άλλης εποχής. Διατηρούν με πείσμα αυτό που έμαθαν από τους πατεράδες και τους παππούδες τους.
Image
Ταξίδι στο… χθες
   «Κάποτε μπλέκαμε πέντε αμαξάδες μαζί. Φεύγαμε από την πιάτσα το βράδυ παρέα και πηγαίναμε στην ταβέρνα. Εκεί αράζαμε τα άλογα απέξω. Εκείνα έκαναν αγώνα ποιο θα προσπεράσει το άλλο, για να έρθει πιο κοντά στην πόρτα του μαγαζιού, να μπορεί να βλέπει τ’ αφεντικό του. 
Image
   Το δικό μου το άλογο, ήταν πάντοτε λυτό. Έφευγε από τη “γαλαρία” και ερχόταν κοντά. Ήξερε ότι θα το κεράσω ψωμάκι βουτηγμένο στο κρασί. Δεν μπορούσαμε να πίνουμε εμείς κι αυτό να μην πίνει». 
Image
Ο αμαξάς της Πηνελόπης Δέλτας
  Ο Σταύρος θυμάται τον προσωπικό… σωφέρ της Πηνελόπης Δέλτα. Τον οξύθυμο και εμβληματικό, Βασίλη Κανούση. Όταν εκείνος έμπλεξε σε καβγά με βαθμοφόρο κι εκείνη ανέλαβε να… καθαρίσει.
Image
   «Ο Κανούσης έχει μεγάλη ιστορία. Ήταν αμαξάς της Πηνελόπης Δέλτα. Κάποτε είχε πλακώσει έναν αστυνομικό στο ξύλο, γιατί του ζήτησε να μετακινήσει την άμαξα από ‘κει που την είχε αραγμένη. Αμέσως μετά πήγε στην Πηνελόπη κι εκείνη του είπε: ‘Πήγαινε στο σπίτι και βγες αύριο πάλι για δουλειά’. Τελικά ανέλαβε να καθαρίσει εκείνη, όπως και έγινε».
Image
Άμαξάδες για όλες τις δουλειές
   Πολυτεχνίτες οι αμαξάδες χρησιμοποιούσαν τα άλογά τους για το όργωμα, για τις μεταφορές των προϊόντων τους και τις δουλειές τους. Τα απογεύματα τα “έντυναν”, τα περιποιούνταν και τα ετοίμαζαν για το βραδυνό τους περίπατο με κόσμο. 
Image
   «Οι αμαξάδες κάνανε και αλέτρι τα παλιά τα χρόνια. Μέχρι τις πέντε το απόγευμα όργωναν. Μετά έβγαιναν στο δρόμο με την άμαξα. Εμείς έχουμε ένα κτήμα, νοικιασμένο, με στάβλο. Κι εκεί ζουν τα άλογα», θυμάται ο αμαξάς της Κηφισιάς.
Image
Ανταγωνισμός για το πιο περήφανο άτι
   «Η αρρώστια ξέρεις ποια ήταν τότε; Όπως λένε σήμερα οι ταξιτζήδες ‘πήρες καινούργια Mercedes’, τότε ανταγωνιζόμαστε για το ποιος θα έχει το πιο ψηλό άλογο, ή ποιος θα έπαιρνε Ντορή (καφέ άλογο). 
Image
   Οι αμαξάδες έτρωγαν όλα τους στα λεφτά στο ποιος θα πάρει το καλύτερο άτι και ποιος θα έχει το καλύτερο αμαξάκι. Άσε που όλοι ντύνονταν στην πένα. Αν κάποιος ερχόταν στην πιάτσα και δεν ήταν καλά ντυμένος, οι άλλοι τον γιούχαραν. Στην Κηφισιά ήταν όλοι ντυμένοι στο ‘γκραντ’. Και οι άμαξές τους περιποιημένες».
Image
«Για να φανταστείς φορούσαν πουκάμισο, γραβάτα, γιλέκο, ρεπούμπλικα. Εγώ το κρατάω ακόμα. Μ’ αρέσει να ντύνομαι έτσι. Το νιώθω και το κάνω. Θέλω να είμαι ‘ντυμένος’ στην άμαξα». 
Image
Οικογενειακή παράδοση
  Ο Σταύρος κρατάει από οικογένεια αμαξάδων. Τόσο ο αδελφός του, όσο κι ο πατέρας του, κουβαλάνε το ίδιο μικρόβιο. Το παρατσούκλι του, “Νερουλός”, του κόλλησε καθώς η οικογένειά του μετέφερε στα σπίτια το νερό με το κάρο. 
Image
   Τα άλογα έγραφαν πολλά χιλιόμετρα στην εποχή τους. Όταν αλώνιζαν” ολημερίς στους δρόμους…  «Έφευγε το άλογο από εδώ και πήγαινε στη Δροσιά, στην Άνοιξη, στη Βαρυμπόμπη. Ήταν σαν το ταξί. Όσοι ανέβαιναν με το τρένο, το ‘θηρίο’, έπαιρναν μετά το σταθμό την άμαξα για να πάνε στον προορισμό τους. 
Image
   Στο σταθμό περίμεναν ουρά οι άμαξες για να πάρουν επιβάτες. Ή πήγαιναν τις κυρίες για ψώνια στην αγορά. Έκλεινε το ραντεβού η κυρά με τον αμαξά και την πήγαινε όπου ήθελε». 
Image
Αμάξια με ιστορία αιώνων
  Αμάξια με ιστορία αιώνων πάνω τους. Φτιαγμένα από αμαξοποιούς. Μεταλλικοί σκελετοί, χυτοί, φτιαγμένοι από τα καλύτερα αμαξάδικα της Ευρώπης. Φινιρισμένοι με τα πιο εκλεκτά ξύλα και δέρματα.
Image
   «Το δικό μου το αμάξι έχει φτιαχτεί τουλάχιστον 150 χρόνια πριν. Δεν υπάρχουν όμως πια συντηρητές. Μόνο στις Σπέτσες υπάρχει τεχνίτης, καραβομαραγκός. Ο αμαξοποιός που υπήρχε κάποτε στην Κηφισιά, αποτελεί παρελθόν. 
Image
  Τώρα τα φτιάχνουμε μόνοι μας ή πεταλώνουμε οι ίδιοι τα άλογα όταν χρειάζεται. Δεν ξέρει κανείς πια να φτιάξει πια άμαξα. Δεν υπάρχει κανένας νέος που να γνωρίζει την τέχνη. Τα ξύλα δεν είναι πια τα ίδια. Ακακία ή πουρνάρι για να κάνεις ρόδα. Βρίσκεις μόνο τα καινούργια υλικά. Ο σκελετός της άμαξας είναι μεταλλικός από τη Γαλλία και οι επενδύσεις ξύλινες», εξηγεί ο “Νερουλός”.
Image
Σε μια Κηφισιά με πρόσωπο αλλιώτικο. Σχεδόν αλλοιωμένο…
  «Ο πατέρας μου λέει: ‘Κηφισιά είναι αυτή; Δουλειά είναι αυτή; Δουλειά ήταν να μη σταματάει το άλογο’. Αν σκεφτείς ότι τότε κάθε τρεις μήνες αλλάζαμε άλογο… Δεν άντεχε γιατί λύγιζαν τα πόδια από τα χιλιόμετρα. 
Image
  Τώρα πρέπει να έχεις γαϊδουράκι για να πηγαίνει σιγά σιγά μέσα στην κίνηση. Δεν έχει 'άπλα' όπως τότε που αμόλαγες το άλογο. Πρέπει να βρεις άλογο που να είναι σταμάτα – ξεκίνα». 
Image
  Πατέρας δύο κοριτσιών, του έκανε την… ένεση ο πατέρας τους και η αγάπη για τα άλογα έμεινε. “Ο προπάππους δούλευε στη Σμύρνη τραπεζικός. Η άμαξα ήταν μια λύση ανάγκης. Ο παππούς τα πρώτα χρόνια, αγόρασε κάρο και έκανε μεταφορές. Σκεφτείτε ότι από τα επτά παιδιά, τα τέσσερα δούλευαν κάρο. Μετά κόλλησε την αρρώστια και ο πατέρας μου. 
Image
  Όταν ο παππούς πήρε άμαξα όμως, η γιαγιά την πούλησε για να μη συνεχίσει και γίνει αμαξάς. Έβλεπε ότι δεν είχε λεφτά το επάγγελμα, καθότι σιγά σιγά έρχονταν στο προσκήνιο τα ενεργοβόρα αυτοκίνητα”. 
Image
Παράπονό του, ότι δεν έχει κάνει ακόμα γιο, για να καβαλήσει το αμάξι. “Δύσκολα θα πιάσει κάποια από τις κόρες τα γκέμια. Θα ‘θελα να κάνω ‘γαμπρό’ και να πάρει την άμαξα. Το σήμα κατατεθέν της Κηφισιάς. Αυτό που πια έσβησε. 
Image
  Χαρακτηριστικό είναι ότι πριν από μερικά χρόνια πέθανε ο μεγαλύτερος σε ηλικία αμαξάς. Ο Λεντής, όπως ήταν το παρατσούκλι του. Τα παιδιά του δεν κράτησαν ούτε 40 μέρες το άλογό του όταν πέθανε. Τσακώνονταν για το ποιος θα πάει να το ταΐσει. Τελικά το πούλησαν σε κάποιον στη Βόρεια Εύβοια”. 
Image
Το φάετρο, το κάρο και η άμαξα
  “Έγω παρόλ' αυτά αγαπάω πολύ αυτό που μου έδωσε ο πατέρας μου. Γι' αυτό και στο σπίτι μου έχω όλα τα εργαλεία του αμαξά. Το φάετρο για τη βόλτα, το αμάξι το μακρύ, τη σούστα για να κουβαλάω λαχανικά.
Image
   Με το φάετρο πήγαινε βόλτα η παρέα. Το κάρο ήταν για να κουβαλάμε αμμοχάλικο και διάφορα υλικά. Και το αμάξι το μακρύ φόρτωνε εμπορεύματα από τα περιβόλια. Υπήρχαν και οι νταλίκες στα λιμάνια που φόρτωναν μέχρι δύο τόνους εμπορευμάτων”.
Image
  Οι περισσότερες άμαξες σήμερα έχουν απομείνει στη Ζάκυνθο που έχει περίπου 60 αμαξάκια. Αμαξάδες θα δει επίσης κανείς στην Κέρκυρα, στις Σπέτσες, στην Αίγινα, στη Σύρο, στην Τήνο, στου Φιλοπάππου. 
Image
   Ο κόσμος όμως δεν φαίνεται καταλαβαίνει αυτό που γίνεται. Δεν ‘ταξιδεύει μ’ αυτό. Μόνο κάποιοι μερακλήδες Κηφισιώτες που θέλουν ακόμα να παίρνουν την άμαξα να κάνουν τη βόλτα τους. 
Image
  «Έχω μια πελάτισσα, η οποία θυμάται τα παιδικά της χρόνια και ακόμα και τώρα ζητάει να την πηγαίνω βόλτα. Θέλει ν’ ανέβει περισσότερο κι από τα εγγόνια της. Πάω στο σπίτι και την παίρνω και αφού αφήσουμε το εγγόνι, πηγαίνει, ψωνίζει και την πάω πάλι στο σπίτι της», λέει ο Σταύρος. 
Image
Τότε που έβρισκες άφθονες
   Τις άμαξες, τις συναντά κανείς για πρώτη φορά στα γραπτά του Εντμόντ Αμπού. Κάνει λόγο για ‘κείνες του 1854, λέγοντας στο βιβλίο του, «Η Ελλάδα του Όθωνος», ότι «δεν σπανίζουν στην Αθήνα και βρίσκεις άφθονες για την πόλη και για την ύπαιθρο». «Σε φωνάζουν και σε πολιορκούν οι αμαξάδες», έλεγε μεταξύ άλλων ο Αμπού στο ίδιο βιβλίο. 
Image
  Μάλιστα οι συχνές επισκέψεις του Όθωνα και πολλών διακεκριμένων οικογενειών στην Κηφισιά, ίσως να επέβαλαν τη δημιουργία του ταχυδρομείου, το οποίο μετέφεραν οι άμαξες της εποχής. 
Image
  Τότε υπήρχε μόνο η λεωφόρος Μαραθώνος, ο δρόμος που οδηγούσε στην Κηφισιά. Αυτός που αργότερα μετονομάστηκε σε Κηφισίας, τουλάχιστον ένα τμήμα του. Και η διαδρομή με τα άλογα από τον Μαραθώνα στην Κηφισιά απαιτούσε μιάμισι ώρα με το δρόμο ελεύθερο, χωρίς κίνηση, αυτοκίνητα, κορναρίσματα και τη βουή της πόλης, εντελώς άγνωστα για τότε. 
Image
  Μια διαδρομή, που σήμερα, με πολύ πιο γρήγορα και σύγχρονα μέσα, χρειάζεται περίπου την ίδια ώρα. Σε δρόμους πνιγμένους από την κίνηση και τον εκνευρισμό των ασυγκράτητων ρυθμών της καθημερινότητας. 
Image
  Ίσως το μόνο κοινό που απέμεινε ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Ο χρόνος για να διανύσουμε την ίδια απόσταση, σχεδόν ο ίδιος. Κι όλα τα υπόλοιπα τόσο μακρινά και για κάποιους παρωχημένα. Όπως και η άμαξες, σύμβολο μιας άλλης, πολύ μακρινής εποχής.
Image
Newsbeast
http://lolanaenaallo.blogspot.gr

 Πίσω στα παλιά

20.11.16

ΑΜΑΞΕΣ ΚΑΙ ΑΜΑΞΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ


Η άμαξα, η καρότσα, το “όχημα”, έχουν συνδεθεί στενά με την κοινωνική ζωή της Παλιάς Αθήνας.
Image
Από την πρώτη καρότσα, επί εποχής Όθωνα, με τον φουστανελοφόρο καροτσέρη της μέχρι τα τελευταία απομεινάρια, τέλεια σαράβαλα, που επέμεναν πεισματικά ακόμη και τη δεκαετία του 1930 εναντίον των αυτοκινήτων, όλα αποτελούν μια μεγάλη ιστορία της καθημερινής ζωής των Αθηναίων. Πόσων και πόσων ειδών αμάξια, ιδιωτικά κι αγοραία, δεν περιφέρονταν στους δρόμους της Παλιάς Αθήνας! Καταρχάς τα λαντώ και οι βικτωρίες• μετά το πρώτο κουπέ. Ακολούθησαν τα απαστράπτοντα και καλοζεμένα “φαετόν” και “σοννά”, τα ωραία “βιζαβή”, τα “τανδέμ” και τα “σαρέτ ανγκλαίζ”.
Image
Δεν άργησε να εμφανιστεί και το μόνιππο (1906) που κατέκτησε αμέσως την πιάτσα, καθότι ελαφρύ κι ευμεταχείριστο: οι γνωστές “Μαρίκες”.
Μιλώντας για πιάτσα, το μυαλό μας πάει αυτομάτως στον αμαξά. Συμπαθής, περίεργος, γκρινιάρης, αλλιώτικος, βάσανο• όποιο επίθετο προτιμάτε, ανάλογα με τις εμπειρίες που έχετε! Μια πιο σε βάθος προσέγγιση, μπορεί να τους κατατάξει με διαφορετικά κριτήρια:
Πρώτα-πρώτα η προέλευση. Σπουδαίο κριτήριο, που το τηρούμε ευλαβώς μέχρι σήμερα -μετά το “πώς λέγεσαι” δεν ακολουθεί το “από που είσαι”;-. Οι περισσότεροι αμαξάδες ήταν κατά σειρά Κορίνθιοι, Θηβαίοι, Λιδωρικιώτες και… Αθηναίοι. Αντιζηλίες κι εχθρότητες καθημερινές! Ιδιαίτερα Κορίνθιοι και Λιδωρικιώτες, καβγάδιζαν πώς θα αποκλείσουν οι μεν τους δε από τα νυχτερινά αγώγια μεγάλων χορών ή από τα αγώγια εκδρομών και μεγάλων αποστάσεων. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι τσακωμοί αυτοί ήταν αιματηροί.
Image
Δεύτερο κριτήριο κατάταξης, η πιάτσα. Άλλο οι αμαξάδες του Συντάγματος, άλλο των Χαυτείων, άλλο της Ομονοίας, άλλο της πλατείας Λαυρίου, άλλο του Σταθμού και πάει λέγοντας! Εδώ, καθένας αμαξάς έχει το όνομά του ή πιο συνηθισμένα ακόμη, το παρατσούκλι του. Αν δεν ξέρεις πώς θα ζητήσεις τον αμαξά στην πιάτσα, έκανες μια τρύπα στο νερό. Θέλω τον Ψαθά, τον Χάρο, τον Σαρδανάπαλο, τον Πάπια, τον Πρίγκιπα, τον Καβαλάρη, τον Μπουκαλάκια, τον Πατρινό, τον Μπόγια, τον Παλιγενεσία, τον Τζόγια, τον Γαλέτα και φυσικά, τον Μανώλη τον Τραμπαρίφα…
Τρίτο κριτήριο, η βάρδια! Άλλο ο αμαξάς της ημέρας, άλλος της νύχτας. Η διαφορά; Νύχτα με μέρα!!! Όσοι δούλευαν την ημέρα σπάνια έβγαιναν τη νύχτα στην πιάτσα, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Εκτός κι αν έπαιρναν συγκεκριμένο πελάτη.
Αντίστροφα, τα αμάξια της νύχτας: Αυτοί δεν έβγαιναν την ημέρα εκτός αν ήταν να πάνε σε καμιά κηδεία! Καλός αμαξάς με καλό αμάξι σπάνια έπαιρνε αγώγι κηδείας. Α, όλα κι όλα, είχαν και τις προκαταλήψεις τους οι άνθρωποι!
Image
Τα νυχτερινά αμάξια ήταν ένα ποίημα φουτουριστικής σχολής. Η κουκούλα τους έμοιαζε με χαλασμένο ακορντεόν. Το εσωτερικό τους ήταν “ντυμένο” με ένα ύφασμα αμφιβόλου χρωματισμού, ενώ τα μαξιλάρια νόμιζες ότι ήταν παραγεμισμένα με σιδερένιες σούστες. Δεν έλειπε και το χαλάκι σε στιλ “κουρελί”, ενώ την εικόνα συμπλήρωναν τα φανάρια με τα βρώμικα τζαμάκια που έσταζαν και μύριζαν διαρκώς πετρέλαιο.
Άλογα, σούστες, χάμουρα και λοιπός “εξοπλισμός” ανήκαν στην παλαιοντολογική εποχή.
Τίποτε, βεβαίως, δεν χάλαγε τη “ζαχαρένια” των αμαξάδων. Το επάγγελμα του “ηνίοχου” μεταφερόταν με ιδιαίτερη υπερηφάνεια από πατέρα προς γιο κι αργότερα προς εγγονό. Αν και ίσως θα πρέπει να πούμε ότι ο εγγονός πέρναγε πλέον στο αυτοκίνητο! Φρόνιμοι οδηγοί, καλοί επαγγελματίες!
Image
Πέρα όμως από γκρίνιες: Πέστε μου εσείς πώς θα μπορούσε να διασκεδάσει ο Αθηναίος αν δεν υπήρχαν άμαξες κι αμαξάδες! Με 25 δραχμές σε πήγαινε στο Τατόι και σε περίμενε όλη τη μέρα να τελειώσεις! Με 10 δραχμούλες σε πήγαιναν στην Κηφισιά, στο “Ξενοδοχείο Μελά”, παρακαλώ! Με 5 δραχμές σε κατέβαζαν στο Τροκαντερό, στο Παλαιό Φάληρο. Με 3 δραχμούλες γύρναγες την πόλη, έκανες τις δουλειές σου και την κυριλέ “εμφάνισή” σου.
***
Ποιο ήταν το πρώτο μέλημα της Αθηναϊκής Οικογένειας όταν επρόκειτο να γλεντήσει; Φυσικά, το αμάξι που θα έπαιρνε! Ο αμαξάς ερχόταν νωρίς-νωρίς και βοηθούσε στο να φορτωθεί όλο το συγγενολόι. Γέροι, νέοι, μεσόκοποι, γυναίκες, παιδιά, το σκυλάκι του σπιτιού κι όλα τα καλάθια έπρεπε να χωρέσουν, έστω με τη μέθοδο του “πατείς με πατώ σε”!

Την καλύτερη κι ανετότερη θέση την είχε πάντα το “δουλάκι”: δίπλα στον αμαξά. Κι αυτό όχι για άλλο λόγο, αλλά για να φυλάει τη “χιλιάρικη” με το κρασί, που την κρατούσε σφιχτά στα γόνατά του!
Απ’όπου κι αν περνούσε η βαρυφορτωμένη καρότσα, ακουγόταν το ίδιο γιουχάισμα:
-Μαρίδααα!
Ποιος, όμως, νοιαζόταν για τη γνώμη των άξεστων και των χαμινιών. Τίποτε δεν εμπόδιζε την “αγία” οικογένεια να διασκεδάζει εποχούμενη.
***
Φυσικά δεν ήταν όλα τα αμάξια της “παλαιοντολογικής σχολής”• υπήρχαν ανοικτά λαντώ, βικτώριες καθαρές, καουτσουτέ, φρεσκοβερνικωμένες με ωραία άλογα, με χάμουρα που άστραφταν και με αμαξάδες καλοντυμένους με “μακρές βαθυκύανες ρεντιγκότες”, με μπότες που έφταναν μέχρι το γόνατο και ψηλά καπέλα. Αυτές τις άμαξες “κυνηγούσαν” ιδιαίτερα οι εποχούμενοι γλεντζέδες, που περιφέρονταν από μπυραρία σε μπυραρία. Ήταν της μόδας το αμάξι να σταματά και τα γαλόνια του αφρώδους ποτού να σερβίρονται μέσα στο αμάξι. Ποιος είπε ότι το Drive-in γεννήθηκε στην Αμερική; Σας πιάνω αδιάβαστους!

Και να κλείσουμε με λίγο σεξ! Αθώο φυσικά… Η σιωπηλή καουτσουτέ “βικτώρια” ήταν η αγαπημένη άμαξα για τα ερωτικά ζευγαράκια, που ήθελαν να αποφύγουν αδιάκριτα βλέμματα. Με μια προϋπόθεση φυσικά: Η κουκούλα να είναι κατεβασμένη!  (βασισμένο σε μια σειρά από πληροφοριακά άρθρα με γενικό τίτλο “Η Αθήνα μέσα σε 40 χρόνια” του Μιλτ.Λιδωρίκη, που δημοσίευσε η “Εστία” τον Μάρτιο του 1929).
http://www.protothema.gr
http://www.periodiko.net

Πίσω στα παλιά  

15.8.16

AMAΞΕΣ ΚΑΙ ΑΜΑΞΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ


Ιστορίες από την παλιά Αθήνα
Θωμάς Σιταράς
Άμαξες και αμαξάδες στην Παλιά Αθήνα


Η άμαξα, η καρότσα, το "όχημα", έχουν συνδεθεί στενά με την κοινωνική ζωή της Παλιάς Αθήνας.
Από την πρώτη καρότσα, επί εποχής Όθωνα, με τον φουστανελοφόρο καροτσέρη της μέχρι τα τελευταία απομεινάρια, τέλεια σαράβαλα, που επέμεναν πεισματικά ακόμη και τη δεκαετία του 1930 εναντίον των αυτοκινήτων, όλα αποτελούν μια μεγάλη ιστορία της καθημερινής ζωής των Αθηναίων. Πόσων και πόσων ειδών αμάξια, ιδιωτικά κι αγοραία, δεν περιφέρονταν στους δρόμους της Παλιάς Αθήνας! Καταρχάς τα λαντώ και οι βικτωρίες• μετά το πρώτο κουπέ. Ακολούθησαν τα απαστράπτοντα και καλοζεμένα "φαετόν" και "σοννά", τα ωραία "βιζαβή", τα "τανδέμ" και τα "σαρέτ ανγκλαίζ".
Image
Δεν άργησε να εμφανιστεί και το μόνιππο (1906) που κατέκτησε αμέσως την πιάτσα, καθότι ελαφρύ κι ευμεταχείριστο: οι γνωστές "Μαρίκες".
Μιλώντας για πιάτσα, το μυαλό μας πάει αυτομάτως στον αμαξά. Συμπαθής, περίεργος, γκρινιάρης, αλλιώτικος, βάσανο• όποιο επίθετο προτιμάτε, ανάλογα με τις εμπειρίες που έχετε! Μια πιο σε βάθος προσέγγιση, μπορεί να τους κατατάξει με διαφορετικά κριτήρια:
Πρώτα-πρώτα η προέλευση. Σπουδαίο κριτήριο, που το τηρούμε ευλαβώς μέχρι σήμερα -μετά το "πώς λέγεσαι" δεν ακολουθεί το "από που είσαι";-. Οι περισσότεροι αμαξάδες ήταν κατά σειρά Κορίνθιοι, Θηβαίοι, Λιδωρικιώτες και... Αθηναίοι. Αντιζηλίες κι εχθρότητες καθημερινές! Ιδιαίτερα Κορίνθιοι και Λιδωρικιώτες, καβγάδιζαν πώς θα αποκλείσουν οι μεν τους δε από τα νυχτερινά αγώγια μεγάλων χορών ή από τα αγώγια εκδρομών και μεγάλων αποστάσεων. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι τσακωμοί αυτοί ήταν αιματηροί.
Image
Δεύτερο κριτήριο κατάταξης, η πιάτσα. Άλλο οι αμαξάδες του Συντάγματος, άλλο των Χαυτείων, άλλο της Ομονοίας, άλλο της πλατείας Λαυρίου, άλλο του Σταθμού και πάει λέγοντας! Εδώ, καθένας αμαξάς έχει το όνομά του ή πιο συνηθισμένα ακόμη, το παρατσούκλι του. Αν δεν ξέρεις πώς θα ζητήσεις τον αμαξά στην πιάτσα, έκανες μια τρύπα στο νερό. Θέλω τον Ψαθά, τον Χάρο, τον Σαρδανάπαλο, τον Πάπια, τον Πρίγκιπα, τον Καβαλάρη, τον Μπουκαλάκια, τον Πατρινό, τον Μπόγια, τον Παλιγενεσία, τον Τζόγια, τον Γαλέτα και φυσικά, τον Μανώλη τον Τραμπαρίφα...
Τρίτο κριτήριο, η βάρδια! Άλλο ο αμαξάς της ημέρας, άλλος της νύχτας. Η διαφορά; Νύχτα με μέρα!!! Όσοι δούλευαν την ημέρα σπάνια έβγαιναν τη νύχτα στην πιάτσα, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Εκτός κι αν έπαιρναν συγκεκριμένο πελάτη.
Αντίστροφα, τα αμάξια της νύχτας: Αυτοί δεν έβγαιναν την ημέρα εκτός αν ήταν να πάνε σε καμιά κηδεία! Καλός αμαξάς με καλό αμάξι σπάνια έπαιρνε αγώγι κηδείας. Α, όλα κι όλα, είχαν και τις προκαταλήψεις τους οι άνθρωποι!
Image
Τα νυχτερινά αμάξια ήταν ένα ποίημα φουτουριστικής σχολής. Η κουκούλα τους έμοιαζε με χαλασμένο ακορντεόν. Το εσωτερικό τους ήταν "ντυμένο" με ένα ύφασμα αμφιβόλου χρωματισμού, ενώ τα μαξιλάρια νόμιζες ότι ήταν παραγεμισμένα με σιδερένιες σούστες. Δεν έλειπε και το χαλάκι σε στιλ "κουρελί", ενώ την εικόνα συμπλήρωναν τα φανάρια με τα βρώμικα τζαμάκια που έσταζαν και μύριζαν διαρκώς πετρέλαιο.
Άλογα, σούστες, χάμουρα και λοιπός "εξοπλισμός" ανήκαν στην παλαιοντολογική εποχή.
Τίποτε, βεβαίως, δεν χάλαγε τη "ζαχαρένια" των αμαξάδων. Το επάγγελμα του "ηνίοχου" μεταφερόταν με ιδιαίτερη υπερηφάνεια από πατέρα προς γιο κι αργότερα προς εγγονό. Αν και ίσως θα πρέπει να πούμε ότι ο εγγονός πέρναγε πλέον στο αυτοκίνητο! Φρόνιμοι οδηγοί, καλοί επαγγελματίες!
Image
Πέρα όμως από γκρίνιες: Πέστε μου εσείς πώς θα μπορούσε να διασκεδάσει ο Αθηναίος αν δεν υπήρχαν άμαξες κι αμαξάδες! Με 25 δραχμές σε πήγαινε στο Τατόι και σε περίμενε όλη τη μέρα να τελειώσεις! Με 10 δραχμούλες σε πήγαιναν στην Κηφισιά, στο "Ξενοδοχείο Μελά", παρακαλώ! Με 5 δραχμές σε κατέβαζαν στο Τροκαντερό, στο Παλαιό Φάληρο. Με 3 δραχμούλες γύρναγες την πόλη, έκανες τις δουλειές σου και την κυριλέ "εμφάνισή" σου.
                                                      ***
Ποιο ήταν το πρώτο μέλημα της Αθηναϊκής Οικογένειας όταν επρόκειτο να γλεντήσει; Φυσικά, το αμάξι που θα έπαιρνε! Ο αμαξάς ερχόταν νωρίς-νωρίς και βοηθούσε στο να φορτωθεί όλο το συγγενολόι. Γέροι, νέοι, μεσόκοποι, γυναίκες, παιδιά, το σκυλάκι του σπιτιού κι όλα τα καλάθια έπρεπε να χωρέσουν, έστω με τη μέθοδο του "πατείς με πατώ σε"!
Την καλύτερη κι ανετότερη θέση την είχε πάντα το "δουλάκι": δίπλα στον αμαξά. Κι αυτό όχι για άλλο λόγο, αλλά για να φυλάει τη "χιλιάρικη" με το κρασί, που την κρατούσε σφιχτά στα γόνατά του!
Απ'όπου κι αν περνούσε η βαρυφορτωμένη καρότσα, ακουγόταν το ίδιο γιουχάισμα:
-Μαρίδααα!
Ποιος, όμως, νοιαζόταν για τη γνώμη των άξεστων και των χαμινιών. Τίποτε δεν εμπόδιζε την "αγία" οικογένεια να διασκεδάζει εποχούμενη.
                                                      ***
Φυσικά δεν ήταν όλα τα αμάξια της "παλαιοντολογικής σχολής"• υπήρχαν ανοικτά λαντώ, βικτώριες καθαρές, καουτσουτέ, φρεσκοβερνικωμένες με ωραία άλογα, με χάμουρα που άστραφταν και με αμαξάδες καλοντυμένους με "μακρές βαθυκύανες ρεντιγκότες", με μπότες που έφταναν μέχρι το γόνατο και ψηλά καπέλα. Αυτές τις άμαξες "κυνηγούσαν" ιδιαίτερα οι εποχούμενοι γλεντζέδες, που περιφέρονταν από μπυραρία σε μπυραρία. Ήταν της μόδας το αμάξι να σταματά και τα γαλόνια του αφρώδους ποτού να σερβίρονται μέσα στο αμάξι. Ποιος είπε ότι το Drive-in γεννήθηκε στην Αμερική; Σας πιάνω αδιάβαστους!
Και να κλείσουμε με λίγο σεξ! Αθώο φυσικά... Η σιωπηλή καουτσουτέ "βικτώρια" ήταν η αγαπημένη άμαξα για τα ερωτικά ζευγαράκια, που ήθελαν να αποφύγουν αδιάκριτα βλέμματα. Με μια προϋπόθεση φυσικά: Η κουκούλα να είναι κατεβασμένη!
(βασισμένο σε μια σειρά από πληροφοριακά άρθρα με γενικό τίτλο "Η Αθήνα μέσα σε 40 χρόνια" του Μιλτ.Λιδωρίκη, που δημοσίευσε η "Εστία" τον Μάρτιο του 1929).
Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

http://paliaathina.com/
http://www.protothema.gr
 Πίσω στα παλιά