close
Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΓΑΠΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΓΑΠΗΣ. Show all posts

5.3.14

Ο ΜΙΜΗΚΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΙΡΗ

Η πραγματική ιστορία της ερωτικής τραγωδίας

Η Μαίρη Βέμπερ.

Η Μαίρη Βέμπερ.

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς.

Καμία κινηματογραφική ταινία, κανένα θεατρικό έργο, τραγούδι, ποίημα, μυθιστόρημα ή ερωτικό ρομάντζο εξ όσων γράφτηκαν με θέμα τον Μιμήκο και τη Μαίρη δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να αποδώσει την αλήθεια και το μέγεθος των αισθημάτων εκείνης της ερωτικής τραγωδίας. Το παλάτι έριξε τη βαριά σκιά του στο ειδύλλιο που συγκλόνισε το πανελλήνιο στα τέλη του 19oυ αιώνα, επειδή πρωταγωνίστησε μια «θεραπαινίδα» του, η λαϊκή μούσα με τις υπερβολές και τον ρομαντισμό της παρέδωσε αλλοιωμένα τα στοιχεία, οι οικογένειες των πρωταγωνιστών δεν εμφανίστηκαν στο προσκήνιο και τα επίσημα στοιχεία κρύφτηκαν με επιμέλεια. Αλλά όσο και αν προσπαθήσει το ανθρώπινο χέρι, δεν μπορεί να σκεπάσει τα τεκμήρια, τα οποία όσο ισχνά και αν είναι, αποκαλύπτουν το μεγαλείο των ανθρώπινων αισθημάτων.

Ο Μιχαήλ Μιμήκος στη νεκρική κλίνη.

Ο Μιχαήλ Μιμήκος στη νεκρική κλίνη.

Οι πρωταγωνιστές

Ποιοι ήταν όμως οι πρωταγωνιστές; Η νεαρή Γερμανίδα παιδαγωγός Μαίρη Βέμπερ (Marie Weber), γεννημένη το 1871 στο Πότσδαμ, 26 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Βερολίνου, έφτασε στην Ελλάδα το 1892, σε ηλικία 21 ετών. Γόνος αστικής οικογένειας, εντάχθηκε στο δυναμικό του παλατιού ως παιδαγωγός του μικρού πρίγκιπα Γεωργίου, γιου του διαδόχου τότε και αργότερα βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο πατέρας της Μαίρης Βέμπερ διατελούσε στην υπηρεσία του αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου Γ’ ως κυνηγός. Η αυτοκράτειρα της Γερμανίας Βικτόρια έστειλε τη νεαρή Γερμανίδα παιδαγωγό στην κόρη της, τότε πριγκίπισσα και αργότερα βασίλισσα, Σοφία. Ισως για να ξεχαστεί από το πλήγμα που είχε δεχτεί η οικογένειά της, αφού έναν χρόνο νωρίτερα ο αδελφός της είχε αυτοκτονήσει από έρωτα στο Βερολίνο. Ηταν μετρίου αναστήματος, με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά.

Η Μαίρη Βέμπερ στη νεκρική κλίνη.

Η Μαίρη Βέμπερ στη νεκρική κλίνη.

Σε μία από τις καθημερινές βόλτες της, κάνοντας τον περίπατο του Ζαππείου και τον γύρο της Ακροπόλεως γνώρισε τον όμορφο και ενθουσιώδη 22χρονο διδάκτορα γιατρό Μιχαήλ Μιμήκο. Ο νεαρός υπηρετούσε τη θητεία του ως δόκιμος αξιωματικός γιατρόςς. Ηταν μάλλον υψηλού αναστήματος, μελαχρινός, με ωραία μεγάλα μαύρα μάτια και λεπτό μουστάκι. Μετέβαινε καθημερινά από την πλατεία Θησείου, όπου ήταν η φτωχική κατοικία του, στο Νοσοκομείο Μακρυγιάννη. Καταγόταν από την Ανδρο και ήταν γιος του απόστρατου ταγματάρχη Γεώργιου Μιμήκου και είχε γνωρίσει τη σκληρή πλευρά της ζωής. Εξι χρόνια νωρίτερα ο ένας αδελφός του, μαθητής Γυμνασίου, είχε αυτοκτονήσει για λόγους φιλοτιμίας. Σεμνός και εξαιρετικά ευγενής, είχε εξομολογηθεί τον έρωτά του σε συναδέλφους του.

Ο Μιχαήλ Μιμήκος στο χαγιάτι του σπιτιού του.

Ο Μιχαήλ Μιμήκος στο χαγιάτι του σπιτιού του.

Το ειδύλλιο

Εκείνος αγνοούσε τα γερμανικά και εκείνη τα ελληνικά και συνεννοούνταν με τα λίγα γαλλικά που γνώριζαν και οι δύο. Σύντομα ο Μιχαήλ είχε εκπαιδευτεί στα γερμανικά και η Μαίρη μιλούσε πλέον αλλά και έγραφε ελληνικά. Αντάλλασσαν συχνά επιστολές. Εκείνη τις έστελνε με το ταχυδρομείο στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο και άλλες φορές του τις πετούσε από το αμάξι. Στον αγαπημένο της είχε δώσει κλειδί, με το οποίο άνοιγε τη μικρή βοηθητική πόρτα του ανακτόρου του διαδόχου και της άφηνε τις επιστολές ή έπαιρνε δικές της!

Σπάνια φωτογραφία της Μαίρης Βέμπερ.

Σπάνια φωτογραφία της Μαίρης Βέμπερ.

Επτά μήνες συναντιόντουσαν οι δύο ερωτευμένοι είτε στην Ακρόπολη είτε στο Ζάππειο και στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, ακόμη και στην περιοχή του Νεκροταφείου. Σε συζητήσεις τους περί γάμου και οι δύο συμφωνούσαν ότι δεν είχαν τα οικονομικά μέσα να τα καταφέρουν. Η Μαίρη εξομολογήθηκε τον έρωτά της σε ανθρώπους των ανακτόρων ζητώντας αδελφικές συμβουλές. Εγραψε, λοιπόν, σχετικά στον πατέρα της, εξιστορώντας του τα καθέκαστα και ζητώντας την άδειά του να επισημοποιήσει τον δεσμό της με τον νεαρό αξιωματικό γιατρό. Εν τω μεταξύ, η τελευταία τρίωρη συνάντησή τους έφτασε στα αυτιά της πρεσβύτερης κουβερνάντας, η οποία της έκανε πικρές παρατηρήσεις.

Ο τάφος της Μαίρης Βέμπερ στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Επί του σταυρού αναφέρει στη γερμανική «Έχασαν τη ζωή τους 6 Μαρτίου 1893». Η απόκλιση στις ημερομηνίες 24 Φεβρουαρίου (6 Μαρτίου) 1893 οφείλεται στη διαφορά του Γρηγοριανού με το Ιουλιανό ημερολόγιο.

Ο τάφος της Μαίρης Βέμπερ στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Επί του σταυρού αναφέρει στη γερμανική «Έχασαν τη ζωή τους 6 Μαρτίου 1893». Η απόκλιση στις ημερομηνίες 24 Φεβρουαρίου (6 Μαρτίου) 1893 οφείλεται στη διαφορά του Γρηγοριανού με το Ιουλιανό ημερολόγιο.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1893 λαμβάνει την κάθετη άρνηση του πατέρα της απέναντι σε αυτήν τη σχέση. Σκίζει την επιστολή και κλαίει ασταμάτητα.

Η μοιραία ημέρα

Αμέσως αρχίζει να γράφει γράμματα στον αγαπημένο της, παρακαλώντας τον και εξορκίζοντάς τον να συναντηθούν για να αντιμετωπίσουν από κοινού τις εξελίξεις. Τον καλούσε να βρεθούν πότε στο Νεκροταφείο, πότε στην Ακρόπολη ή και αλλού. Στέλνει τις επιστολές στο νοσοκομείο όπου εργάζεται ο νεαρός δόκιμος ανθυπίατρος, αλλά δεν λαμβάνει απάντηση. Ασθενής εκείνος, παραμένει στο σπίτι του για ξεκούραση. Η Μαίρη στέλνει την τελευταία επιστολή στις 23 Φεβρουαρίου, του κλείνει ραντεβού για την επομένη στην Ακρόπολη και ξεκαθαρίζει ότι, μόλις περάσει η 11η πρωινή και δεν τον έχει κοντά της, θα αυτοκτονήσει!

Λεπτομέρεια από την πλάκα που τοποθέτησαν οι φίλοι του ζευγαριού. Εντυπωσιάζουν οι δύο καρδιές που έχουν αποδοθεί με την ιατρική απεικόνισή τους, γεγονός που οφείλεται μάλλον στον γιατρό Λουκά Μπέλλο.

Λεπτομέρεια από την πλάκα που τοποθέτησαν οι φίλοι του ζευγαριού. Εντυπωσιάζουν οι δύο καρδιές που έχουν αποδοθεί με την ιατρική απεικόνισή τους, γεγονός που οφείλεται μάλλον στον γιατρό Λουκά Μπέλλο.

Το πρωί η Μαίρη βγήκε την καθιερωμένη βόλτα συνοδεύοντας τη μεγαλύτερη παιδαγωγό και τον μικρό Γεώργιο. Τους εγκατέλειψε, όμως, και τράβηξε προς την Ακρόπολη. Περίμενε τον αγαπημένο της μέχρι τις 11.00. Δεν εμφανίστηκε. Εκοψε μερικά λουλούδια, όπως συνήθιζε, τα πήρε στην αγκαλιά της και έπεσε στο κενό. Σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση μεταφέρθηκε στο κοντινό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Μακρυγιάννη, όπου την παρέλαβε ένας ανθυπίατρος, ο αδελφικός φίλος του αγαπημένου της Κ. Μαυράκης. Ο Μιμήκος, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός, όρμησε έξαλλος στο νοσοκομείο. Την πρόλαβε ζωντανή για να του πει στα γερμανικά μόνον πέντε λέξεις: «Σε αγαπώ! Ζήσε! Το θέλω». Πέταξε στον παράδεισο. Η τυπική ληξιαρχική πράξη θανάτου που υπέγραψε ο γιατρός του παλατιού Σοφ. Μυκώνιος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις αναφέροντας ότι η «Μαρία Βέμπερ απεβίωσεν ένεκεν πτώσεως (τυχαίον συμβάν)»!

mimikos55 (2)Ο αδελφός του Μιχαήλ Μιμήκου, ο οποίος υπηρετούσε στον Ελληνικό Στρατό με τον βαθμό του υπολοχαγού, υποψιασμένος από γιατρούς φίλους του αδελφού του ότι είχε εμμέσως προαναγγείλει το απονενοημένο, έμεινε μαζί του στο ίδιο δωμάτιο εκείνο το βράδυ. Αλλά ο Μιχαήλ είχε πάρει την απόφασή του. Βρήκε πρόφαση ζητώντας από τον αδελφό του μια κουβέρτα. Μέχρι να τη φέρει, έβγαλε από το προσκεφάλι το υπηρεσιακό του περίστροφο, το έβαλε στην καρδιά και πυροβόλησε. Εδωσε το τέλος που εκείνος επιθυμούσε και ταξίδεψε να βρει την αγαπημένη του. Στο δωμάτιό του βρέθηκαν δεκάδες επιστολές της Μαίρης και βιβλία γεμάτα με αποξηραμένα λουλούδια. Και η δική του ληξιαρχική πράξη γράφτηκε με λεπτότητα αναφέροντας ότι ο 22χρονος Μιχ. Μιμήκος «απεβίωσεν ένεκεν τραύματος της καρδίας».

Η πλάκα που τοποθέτησαν οι φίλοι του ζευγαριού γράφοντας το δίστιχο «Καρδιαίς, αν σμίξουνε στη γη σαν τις καρδιαίς μας πάλι / Να μη χωρίσουν ποτέ η μία από την άλλη». Υπογράφεται:  «Οι εν ουρανώ ερασταί Μαίρη και Μιχαήλ» με ημερομηνία «Μηνί φεβρουαρίω φθίνοντι εν 1893 έτει».

Η πλάκα που τοποθέτησαν οι φίλοι του ζευγαριού γράφοντας το δίστιχο «Καρδιαίς, αν σμίξουνε στη γη σαν τις καρδιαίς μας πάλι / Να μη χωρίσουν ποτέ η μία από την άλλη». Υπογράφεται: «Οι εν ουρανώ ερασταί Μαίρη και Μιχαήλ» με ημερομηνία «Μηνί φεβρουαρίω φθίνοντι εν 1893 έτει».

Κηδεύτηκαν τελικά δίπλα δίπλα

Οι δύο αγαπημένοι κηδεύτηκαν με διαφορά έξι ωρών. Στις 10 το πρωί η Μαίρη, στις 4 το απόγευμα ο Μιχαήλ. Μόλις δέκα βήματα παραπέρα από τον τάφο της Μαίρης, ο αγαπημένος της. Η κοινότητα των διαμαρτυρομένων καθολικών των Αθηνών φρόντισε τη Μαίρη, ώστε να συνοδευτεί από ιερέα στην τελευταία της κατοικία. Αντίθετα, ο Μιχαήλ πήγε αδιάβαστος, αφού οι κανόνες της Εκκλησίας αυτό προβλέπουν για τους αυτόχειρες. Τα μεσάνυχτα της 1ης Μαρτίου τέσσερις φίλοι του Μιχάλη Μιμήκου άνοιξαν δεύτερο τάφο δίπλα σ’ εκείνον της Μαίρης και μετέφεραν το φέρετρο του αγαπημένου της, έτσι ώστε να ακουμπούν μεταξύ τους. Οι σφοδρές αντιρρήσεις που σημειώθηκαν γι’ αυτήν την ενέργεια κατέληξαν στην απαγγελία κατηγορίας για τυμβωρυχία! Ωστόσο, το ζήτημα έληξε με παρέμβαση της πριγκίπισσας Σοφίας!

Όσα ακολούθησαν ήταν μοναδικά στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Οι φωτογραφίες των δύο πρωταγωνιστών κοσμούσαν τις βιτρίνες κεντρικών καταστημάτων της πρωτεύουσας.

Οι αυτοκτονίες έδιναν και έπαιρναν, η μία μετά την άλλη. Τα ερωτευμένα ζευγαράκια θεωρούσαν υποχρέωσή τους να δώσουν όρκους παντοτινής αγάπης πάνω από το μνήμα του Μιμήκου και της Μαίρης. Ηταν τόση η εκμετάλλευση του θέματος, ώστε ο πατέρας του Μιχαήλ, ο Γεώργιος Μιμήκος, αναγκάστηκε να καταγγείλει «τους θελήσαντες να εκμεταλλευθώσι το θλιβερόν συμβάν επ’ αργυρολογία δι’ ανουσίων δημοσιευμάτων». Σήμερα, στα «ψηλά» του Α’ Κοιμητηρίου των Αθηνών ησυχάζει το πολυύμνητο ζευγάρι. Ο τάφος της Μαίρης λιτός, θυμίζει τον σφοδρό έρωτα του 19ου αιώνα. Δίπλα ησυχάζουν πολλά μέλη της οικογένειας Μιμήκου, αλλά δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα εκείνου που έφυγε «ένεκεν τραύματος της καρδίας»!

mikros-romios.gr

 πίσω στα παλιά

22.11.13

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

 

Image


Μια άγνωστη ελληνο-αυστραλιανή ιστορία αγάπης που γεννήθηκε μέσα στην «κόλαση» του πολέμου του 1940 ήρθε αυτές τις μέρες στη δημοσιότητα από τον αυστραλιανό τύπο.
Κεντρική ηρωίδα η ελληνίδα Ξανθούλα Παπαδόπουλου που σε ηλικία μόλις 14 ετών γνώρισε τον αυστραλό λοχία Herbert Wrigley.
Ο Herbert Wrigley πολεμούσε με τις αυστραλιανές δυνάμεις στη Μακεδονία όταν συνελήφθηκε από τους Γερμανούς. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και διέφυγε στο χωριό Ρητίνη όπου βρήκε προστασία στο σπίτι του δασκάλου Ιωάννη Παπαδόπουλου. Ο Παπαδόπουλος, αργότερα, συνελήφθηκε από τη Γκεστάπο και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς. Ο Herbert Wrigley ήταν ένας ψηλός εντυπωσιακός άνδρας. Έλαβε μέρος στον αντιστασιακό αγώνα των Ελλήνων και το 1943 διέφυγε στην Τουρκία από όπου και επέστρεψε στην Αυστραλία.
Η Ξανθούλα Παπαδοπούλου μάθαινε αγγλικά. Το 1949 καθώς κοιτούσε κάποιες παλιές φωτογραφίες βρήκε σε ένα χαρτί και το όνομα με την διεύθυνση του Herbert Wrigley και του έγραψε, μετά από προτροπή της μάνας της, ζητώντας να μάθει τι απέγινε. Ο αυστραλός θυμόταν πολύ καλά την όμορφη ελληνοπούλα και την προσκάλεσε στην Αυστραλία, μια πρόσκληση που αποδέχθηκε μετά από μεγάλο προβληματισμό η 24χρονη Ξανθούλα.
Πέντε εβδομάδες μετά την άφιξη της στην Αυστραλία παντρεύτηκαν και μάλιστα σε ελληνική εκκλησία. «Για να τιμήσω την μάνα σου και τον παππού σου» της είπε. Απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γιάννη και το Μιχάλη. Ο Herbert είχε μάθει ελληνικά , μια γλώσσα που του ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη καθώς εργαζόταν στην Ομοσπονδιακή αστυνομία.
Η Ξανθούλα με τα παιδιά επισκεπτόταν τακτικά την Ελλάδα. Την είχε κερδίσει όμως ο Herbert και η Αυστραλία. Ήταν παντρεμένοι 45 χρόνια όταν το 1995, σε ηλικία 75 ετών πέθανε ο Herbert. «Τον ίδιο τον αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί για λίγο αλλά ο Herber αιχμαλώτισε την καρδιά μου για πάντα» λέει σήμερα η Ξανθούλα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνικού Παραρτήματος των Αυστραλών Παλαιών Πολεμιστών (RSL) Στιβ Κυρίτση κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο 17.000 Αυστραλοί πολέμησαν στην Ελλάδα και 840 Αυστραλοί έπεσαν σε μάχες και έχουν ταφεί στην Ελλάδα.

OnAlert.gr

πίσω στα παλιά

26.10.13

“ ΟΤΑΝ Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΤΟΝ ΙΤΑΛΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ “

 

Ιστορίες αγάπης και μεικτοί γάμοι Ελληνίδων και Ιταλών στα Επτάνησα, πριν από 70 χρόνια. «ΤΑ ΝΕΑ» συνάντησαν τους επιζώντες της εποχής, οι οποίοι θυμούνται την άλλη όψη του πολέμου: όταν οι Ναζί συγκρούστηκαν με την ιταλική Μεραρχία και οι ντόπιοι αποφάσισαν να φυγαδεύσουν τους Ιταλούς

Γιάννης Παπαδόπουλος|

Image

Ο Παναγής Φωκάς, θυμάται τον έρωτα της αδελφής του Ελλης με τον Βάλτερ Γκόρνο (φωτογραφία,1943)

Ψηλά, στον λόφο που ατενίζει το Αργοστόλι, σε ένα σπίτι που τα πρωινά δεν το πιάνει η ομίχλη, κατοικεί ο Παναγής Φωκάς με τις αναμνήσεις του. Βραχύσωμος μα χειμαρρώδης, μιλά για τις «εμπρηστικές μπόμπες», τους νεκρούς και την πείνα της Κατοχής και δύσκολα φρενάρεις τις διηγήσεις του. Μιμείται τον κρότο των γερμανικών μυδραλιοβόλων και το βουητό των Στούκας. Γλυκαίνει μονάχα στο όνομα της αδελφής του Ελλης Φωκά, η οποία ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε έναν από τους ιταλούς στρατιώτες που είχαν αποβιβαστεί στο νησί. Στα συντρίμμια του πολέμου στέριωσε η ιστορία της. Μια ιστορία αγάπης.

Ο Βάλτερ Γκόρνο ήταν επιλοχίας και ασυρματιστής της ιταλικής Μεραρχίας Acqui, η οποία είχε στρατοπεδεύσει στην Κεφαλονιά με 12.000 άνδρες. Στο ύψωμα πάνω από το σπίτι της οικογένειας Φωκά οι Ιταλοί είχαν τοποθετήσει τα αντιαεροπορικά τους πυροβόλα και σήμερα μπορείς να βρεις εκεί τις πολεμίστρες τους. Ενα άλλο κτίσμα της οικογένειας το είχαν επιτάξει. «Ο Βάλτερ έπαιζε ωραίο ακορντεόν και ήταν σπουδαίος κολυμβητής. Η αδελφή μου ήταν 18 ετών κορίτσι. Ηθελε να δουλέψει σε τράπεζα. Ηταν ερωτευμένη με ντόπιο πρώτα, αλλά τη χαστούκισε μια ημέρα και δεν τον ήθελε άλλο», λέει ο Παναγής Φωκάς. «Ο Ιταλός τής έπαιζε μουσική και έκαναν σινιάλα με καθρέφτες για να συναντηθούν. Εμείς ήμασταν πιτσιρικάδες, δεν μας ένοιαζε. Ο μεγαλύτερος αδελφός μόνο δεν τον ήθελε. Και τη μητέρα δεν την ένοιαζε. Αγάπη, έλεγε, είναι».

Από τα τέλη Ιουλίου του 1943 η Ιταλία βίωνε μια διπλή ταυτότητα. Η χώρα είχε εξαντληθεί από τον πόλεμο και οι πολίτες της είχαν συμπληρώσει ήδη έναν χρόνο λαμβάνοντας τρόφιμα με δελτίο. Η μουσολινική συνθηματολογία κατέρρευσε αποδεικνύοντας ότι δεν είχε διαβρώσει την ιταλική κοινωνία. Το Ανώτατο Φασιστικό Συμβούλιο εκδίωξε τον Μουσολίνι και η πρωθυπουργία ανατέθηκε στον στρατηγό Μπαντόλιο. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους. Οι Γερμανοί, βλέποντας πως οι άλλοτε συνοδοιπόροι τους θα εγκατέλειπαν τον πόλεμο, είχαν στείλει στην Ελλάδα και αλλού δυνάμεις εποπτείας των ιταλικών στρατευμάτων. Στην Κεφαλονιά η Μεραρχία Acqui δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα των Ναζί για παράδοση των όπλων της. Αξιωματικοί τάχθηκαν υπέρ της σύγκρουσης. Στις μάχες που ακολούθησαν σκοτώθηκαν 1.305 Ιταλοί. Αλλοι 5.155 εκτελέσθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις οι οποίες δεν κράτησαν αιχμαλώτους. Και 3.000 χάθηκαν στη θάλασσα.

Οι ντόπιοι, βλέποντας τη σφαγή, προσπάθησαν να βοηθήσουν τους Ιταλούς. «Πολύς κόσμος τους έκρυβε στα σπίτια και στα υπόγεια όπου φυλούσε το στάρι και το κρασί. Αλλοι τους έδιναν ρούχα χωρικών. Παρά τις χιλιετίες που πέρασαν οι Κεφαλονίτες δεν άλλαξαν. Παρέμειναν οι '"μεγάθυμοι Κεφαλλήνες" όπως τους αποκάλεσε ο Ομηρος», λέει η Αντρεάς Μεσσάρη, η οποία ήταν 11 ετών το 1943. Ο Παναγής Φωκάς θυμάται πώς η οικογένειά του φυγάδευσε τον έρωτα της αδελφής του Βάλτερ Γκόρνο. «Τον ντύσαμε με ρούχα ελληνικά, του δώσαμε το όνομα Νίκος. Ηταν όμως πολύ φοβιτσιάρης. Για να μην τον πιάσουν πηγαίναμε σε σπηλιές στην παραλία, κάναμε λάκκο στην άμμο, τον βάζαμε μέσα και κοιμόμασταν μπροστά. Τον στείλαμε στο βουνό με τους αντάρτες και έτσι γλίτωσε το θάνατο», λέει. Μετά τον πόλεμο ο Γκόρνο και η Ελλη Φωκά παντρεύτηκαν. Απέκτησαν μια κόρη, τη Γιολάντα, και έφυγαν στην Ιταλία. Εκεί μένει μέχρι σήμερα η Ελλη Φωκά. Το νησί έζησε και άλλους έρωτες σαν κι αυτόν. Η Καλομοίρα Μαλλία παντρεύτηκε τον μάγειρα της μεραρχίας Αντρέα Μονέτι. Η μαλτέζικη καταγωγή της έκαμψε τις όποιες ενστάσεις μπορεί να είχαν οι δικοί της. Και αυτό το ζευγάρι έζησε στην Ιταλία. Πιστοποιητικά γάμου Ελληνίδων και ιταλών στρατιωτών φυλάσσονται ακόμη στην καθολική εκκλησία του νησιού. Το καλοκαίρι οι ηλικιωμένες πια γυναίκες των μεικτών γάμων επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη και αναχωρούν για τη γειτονική χώρα μόλις πιάσουν τα πρωτοβρόχια.

Η Αντρεάς Μεσσάρη θυμάται μετά τον πόλεμο να φτάνει στην Κεφαλονιά μια καλοντυμένη κυρία από τη Φλωρεντία. Με τη βοήθεια δικηγόρου αναζητούσε μια κοπέλα. Ο γιος της, στρατιώτης της Acqui, είχε εκμυστηρευτεί σε γράμματά του ότι αγαπούσε μια Ελληνίδα. Σκοτώθηκε όμως στη μάχη πριν προλάβει να την παντρευτεί. Η μητέρα του ήθελε να βρει την κοπέλα, να την υιοθετήσει ή να της γράψει την περιουσία της. Εμαθε όμως ότι ήταν παντρεμένη και δεν θέλησε να την ενοχλήσει.

Ο κεφαλονίτης γλύπτης Σπύρος Χουρμούζης θυμάται μια αντίστοιχη ιστορία. Ο Κάρλος Μικελέτι, οδηγός της ναυτικής διοίκησης, έπεσε στον λάκκο πριν τον βρει κάποια σφαίρα των γερμανών εκτελεστών. Παριστάνοντας τον νεκρό γλίτωσε. Επειτα τον βοήθησε η οικογένεια του Σπύρου Καούκη. «Ο Ιταλός ορκίστηκε ότι θα επιστρέψει στο νησί για να παντρευτεί Κεφαλονίτισα. Η αδελφή του Καούκη όμως είχε βρει σύζυγο. Ετσι ο Μικελέτι έπεισε ύστερα από χρόνια τον γιο του, τον οποίο ονόμασε Ολίσε (Οδυσσέα), να παντρευτεί Ελληνίδα. Οπως και έκανε».

Αυτοί οι μεικτοί γάμοι δεν γίνονταν πάντα αποδεκτοί χωρίς αντίδραση. «Δεν έβλεπαν όλοι τις γυναίκες με καλό μάτι. Κάποιοι θεωρούσαν ότι πρόδιδαν την πατρίδα», παρατηρεί η κυρία Μεσσάρη. «Και στην Ιταλία κάποιες κοπέλες πέρασαν άσχημα. Μας αρέσει όταν γυρίζουν οι ναυτικοί μας με ξένες γυναίκες από κάποιο λιμάνι; Ηρθαν οι άνθρωποι ως κατακτητές και γύρισαν από τον πόλεμο παντρεμένοι. Δεν άρεσε σε όλους αυτό».

Η Αουρα Ματιάτου όμως δεν ένιωσε ποτέ ανεπιθύμητη στο νησί. Είναι ένα από τα παιδιά του πολέμου. Η μητέρα της Μαρία Καπάτου παντρεύτηκε τον γιατρό της Μεραρχίας Acqui Τζουζέπε Μουσέτολα. «Η μητέρα μου ήταν 18 ετών όταν ανέβασε υψηλό πυρετό. Δεν βρίσκονταν τοπικοί γιατροί και φώναξαν τον Ιταλό. Εκείνος ήταν 29 ετών. Αγαπήθηκαν και μετά τον πόλεμο παντρεύτηκαν». Η κυρία Ματιάτου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιταλία. Πρώτη φορά βρέθηκε στο νησί της μητέρας της σε ηλικία τεσσάρων ετών. Εκεί γνώρισε αργότερα τον κεφαλονίτη σύζυγό της, με τον οποίο απέκτησαν δύο γιους. «Αφού παντρεύτηκα και εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα, ο πατέρας μου έλεγε: "Μία πήρα, μία έδωσα"», λέει.

Δείτε το βίντεο στο www.tanea.gr