close
Showing posts with label ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ. Show all posts
Showing posts with label ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ. Show all posts

14.9.15

CARTES POSTALES ΑΠΟ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

 
(Μαραμπού VΙ)

 

Image


Όπως προανήγγειλα, με αυτήν την ανάρτηση κλείνει η ενότητα "Cartes postales

από τα ταξίδια του Νίκου Καββαδία (Μαραμπού)" - αν και εδώ δεν πρόκειται για

κάρτες ταχυδρομικές. Πρόκειται για ενθύμια του τόπου, από όπου έφευγε

ο Καββαδίας, ή όπου τον έπιανε "των αναχωρήσεων η μανία".

Στην ποίηση του Καββαδία, το πρώτο που διαπιστώνει κανείς, είναι το πάθος των

αναχωρήσεων (mal du depart) ή η τάση της φυγής.



Γιατί θέλει κανείς να φεύγει;

Τι ήταν εκείνο που τον τράβηξε στη θάλασσα, στα μακρινά εκείνα ταξίδια, στην

αέναη περιπέτεια. Δεν ήταν επιλογή, ούτε το πάθος της αναζήτησης του αγνώστου,

αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για να φύγει, η οποία τελικά φαίνεται να παρουσιάζεται

ως εκείνη να τον είχε επιλέξει.

Ίσως ο νεαρός Καββαδίας να μην μπορεί να εξηγήσει ή να συμβολοποιήσει ψυχικά

τα βαθύτερα κίνητρα του για φυγή. Συμβολοποιεί όμως, μέσα από την ποίησή του,

αυτήν την ανάγκη του. Της δινει "σάρκα και οστά", την κάνει κοσμοθεωρία αυτάξια

και μύθο. Σαν αυτό που νιώθει μέσα του να "υπάρχει" και ταυτόχρονα να αποτελεί

μια κατάσταση ανεξήγητη, ακόμη και γι αυτόν τον ίδιο. Αποξένωση;

Ο Καββαδίας γεννήθηκε στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Τεσσάρων χρονών διασχίζει

με τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο την Ασία, την Ρωσία και τα Βαλκάνια για

εγκατασταθεί στην Κεφαλλονιά. Εφτά χρονών ζει τον Διχασμό, εννέα χρονών

τον πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία, δώδεκα χρονών το τραύμα της

Μικρασιατικής καταστροφής. Γίνεται έφηβος με τους απόηχους της Ρωσσικής

επανάστασης, κατά την οποία κόντεψε να χάσει τον πατέρα του. Μετά την

οικονομική καταστροφή του πατέρα του έρχεται η αστικοποιήση και η μετοίκηση

από την Κεφαλλονιά στον Πειραιά. Η εχθρότητα ανάμεσα σε ντόπιους και

πρόσφυγες, τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, το Ιδιώνυμο και οι εξορίες.

Η αρρώστια και ο θάνατος του πατέρα του. Στην Ελλάδα όλα διώχνουν.

Στην Ελλάδα όλα είναι ξένα.



Αυτή την "ξένη Ελλάδα", την Αθήνα και το λιμάνι της τον Πειραιά συναντάμε

στα ποιήματα του Μαραμπού.




Αθήνα


Image

Αθήνα, άποψη της πόλης το 1915.


Image

Αθήνα, η θεμελίωση του σταθμού της Ομόνοιας το 1928.


Image

Αθήνα, λαϊκή αγορά στο Θησείο τον μεσοπόλεμο.


Image

Αθήνα, καταυλισμός προσφύγων στο Θησείο το 1923.


Image

Αθήνα, λούστροι το 1929.


Image

Αθήνα, μετακόμιση στην οδό Ξενοκράτους τον μεσοπόλεμο.


Image

Αθήνα, η οδός Πανεπιστημίου το 1928.


Image

Αθήνα, η πλατεία Ομονοίας το 1928.



"Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
ανάμνησες παράξενες, πολλές, με το σωρό..."

Γράμμα από τη Μαρσίλια


"Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και νά 'χεις των αναχωρήσεων τη μανία..."

       Καφάρ







Πειραιάς


Image

Πειραιάς, το Τουρκολίμανο το 1930.


Image

Πειραιάς 1932.


Image

Πειραιάς, το λιμάνι το 1910.


Image

Πειραιάς, το Δημαρχείο το 1920.


Image

Πειραιάς, υπαίθρια αγορά στην Ακτή Θεμιστοκλέους.


Image

Πειραιάς, σκηνές από το λιμάνι τη δεκαετία του '20.


Image

Πειραιάς, Αρμένιοι πρόσφυγες στην Κοκκινιά το 1923.


Image

Πειραιάς, σκηνές από το λιμάνι τη δεκαετία του '20.


Image

Πειραιάς, το λιμάνι το 1935.


"... μα τίποτε απ' το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς
κι όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν".

       Ο Πλοίαρχος Φλέτσερ.

http://lexeis-skepseis-ki-alla.blogspot.gr


Πίσω στα παλιά

11.2.12

32 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

 

«Σαν παιδί που ντρέπεται»

Τριάντα δυο χρόνια συμπληρώθηκαν από τον θάνατο του Νίκου (Κόλια) Καββαδία. Χτυπημένος από εγκεφαλικό επεισόδιο έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο στις 10 Φεβρουαρίου του '75, στα 65 του χρόνια.

«Σαν παιδί που ντρέπεται»

“Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.”

Γεννήθηκε στην Ματζουρία, τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Κεφαλλονιά, την εφηβική του ηλικία τη βίωσε στον Πειραιά και στα 20 του, μετά την απώλεια του πατέρα του, ξεκινά ως ναυτόπαις τα ταξίδια. Το 1933, εκδίδει το «Μαραμπού», το ΄40 τον βρίσκει στην Αλβανία ενώ στην Κατοχή θα συμπορευτεί με το Ε.Α.Μ.

Η επόμενη μεγάλη, χρονικά, επαφή του με τη Θάλασσα ως ραδιοτηλεγραφητής πια, η αποχή από την πεπατημένη, (γάμος οικογένεια, καριέρα) και η αυτοκτονία του αδελφού του Αργύρη ήταν τα στοιχεία που όρισαν τη διαφορετικότητα, τη σημαντικότητα του ανθρώπου, του ναυτικού και τελικά του ποιητή.

«Σαν παιδί που ντρέπεται»

Το έργο του χαρακτηρίζεται ως βραχύσωμο. Τρεις ποιητικές συλλογές, ένα πεζογράφημα, τρία μικρά πεζά. Βραχύσωμο μεν, βιωματικό δε, εξόχως θεατρικό, μουσικό και τόσο ανθρώπινο όσο και ερωτικό. Όσοι πιστεύουν ότι η πορεία του ποιητή Καββαδία συντελέστηκε ερήμην των φιλολόγων δεν έχουν άδικο. Δεν συμπεριελήφθη στην μαγική σκηνή της γενιάς του '30.

Ο Κώστας Γεωγουσόπουλος περιγράφει με τη γνωστή του γλαφυρότητα το πόσο βαθιά πικραμένος είχε μείνει ο Κόλιας από τη συμπεριφορά του Σεφέρη ο οποίος, όταν επιβιβάστηκε στο ποστάλι που εργαζόταν ως ασυρματιστής, αρνήθηκε την χειραψία μαζί του, στο εθιμοτυπικό του καλωσορίσματος και απέφυγε το κοινό τραπέζι κατά τη διάρκεια των γευμάτων. Η Λίτσα Χατζοπούλου, μας γυρνά λίγο πιο πίσω και διηγείται μια ιστορία μεταξύ των δύο ανδρών στη Βυρηττό το '54, όταν ο Καββαδίας προθυμοποιήθηκε να οδηγήσει τον Σεφέρη στην ελληνική πρεσβεία με ταξί. Το αγώι έφερε τους δύο άνδρες να διασχίζουν την πόλη, με οδηγίες του Κόλια. Όταν κάποια στιγμή το όχημα έφτασε σε μια περιοχή όπου ο κόσμος μιλούσε ελληνικά ο νομπελίστας ρώτησε που βρίσκονταν. Η απάντηση του Καβαδία “στα ελληνικά μπουρδέλα” έφερε τέτοιο εκνευρισμό στο Σεφέρη που του είπε: “Κύριε ή εσείς θα κατεβείτε από το αυτοκίνητο ή εγώ”. Κατέβηκε ο Κόλιας και η σχέση ουδέποτε αποκαταστάθηκε, κρατώντας τον πικραμένο έως τέλους..

Ο Γεωργουσόπουλος που τον συναναστράφηκε αρκετά στα τελευταία του κάνει λόγο για έναν άνθρωπο συνεσταλμένο, “σαν παιδί που ντρέπεται” αλλά με “βαρύ φορτίο ζωής”. Ο Τάσος Κόρφης καταγράφει μια μάζωξη στο σπίτι του Κατσίμπαλη όπου πολλοί παρόντες σχεδόν παρακαλούν τον Καββαδία να διαβάσει ποιήματά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι πάει να φέρει το σακάκι του ώστε να ανασύρει τα χειρόγραφα, το φορά και φεύγει χωρίς να γίνει αντιληπτός.

Πάλι ο Κόρφης θα σημειώσει και για το “Τραβέρσο”, το οποίο ο ποιητής ατυχώς, δεν θα προλάβει να το δει να εκδίδεται.

«Έζησα, φίλος του κι εγώ, την ιστορία των τελευταίων αυτών ποιημάτων του και ξέρω με τι ένταση γραφήκανε. Αυτός που χρόνια είχε κόψει το σπίρτο και τον καπνό και μπορούσε να περάσει χρόνο ολόκληρο χωρίς να συνθέσει ένα ποίημα, που κι όταν έγραφε τυραννικά τον βασάνιζε η αμφιβολία, μέσα σε λίγα χρόνια συμπλήρωσε τη συλλογή του και την έδωσε στον εκδότη. Ποιήματα καυτά, άμεσα, πάνω στ' αχνάρια βέβαια του Πούσι, αλλά τόσο διαφορετικά. Ο στίχος κερδίζει σε σκληρότητα, σε δύναμη. Τα περιγραφικά, τα διακοσμητικά στοιχεία λιγοστεύουν».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τον πλούτο των εμπειριών, των εικόνων του κόσμου που έχει, είναι μοναχικός, Μπωντλερικός. Το έργο του είναι συχνά μακρυά από την εποχή του, ασφαλώς μακρυά από στεριά και δεν εντοπίζεται εύκολα με τοπικά ή χρονικά κριτήρια. Βεβαίως αφήνει το ιδεολογικό του στίγμα με κάποιο επίκαιρο, πολιτικό, κοινωνικό περιεχόμενο σε ποιήματα εκτός συλλογών, όπως με τα: “Αντίσταση”, “οι σπουδαστές”, “στον τάφο του Επονίτη, “η μπαλάντα για τον Τσε”.

Στο μικρό όμως σε διαστάσεις μόνο, υπόλοιπο έργο του αποκαλύπτει έναν αφάνταστα τρυφερό, συγκινητικό χαρακτήρα, με λόγο σπαραξικάρδιο, παρόντα σε όλο το μεγαλείο της ζωής. Ήταν ο Μαρκόνης που είχε βαφτίσει τον ασύρματό του “Θεία Γκρέτα”. Ήταν ο ναυτικός που στο ερώτημα: “Είσθε ο ποιητής Καββαδίας” θα απαντούσε με ντροπή: «Όχι, όχι. Είμαι απλώς ο ξάδελφός του. Εγώ είμαι μόνο ναυτικός. Δεν ξέρω από χαρτιά και από ποιήματα». Πάνω απ' όλα όμως, ήταν ο “Μαραμπού”, ο “Κόλιας” που ακολουθώντας πιστά την οδό των διαφορετικά σημαντικών χαρακτήρων, θα γινόταν ευρύτερα γνωστός, αποδεκτός μετά τον θάνατό του, που οι συλλογές του θα γνώριζαν παγκόσμια αποδοχή και οι στίχοι του θα τραγουδιόνταν από τις επόμενες γενιές.

Είναι αυτός που μας άφησε κληροδότημα στίχους όπως:

“Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.”

Νικόλας Σ. Ζαλμάς

nikolas@pegasus.gr

ethnos.gr