close

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτόπλαστοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτόπλαστοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Το δέντρο της γνώσης του καλού & του κακού, κ. Τσαφούλια...




Παναγιώτης Ασημακόπουλος

Οι περισπούδαστες μπούρδες που λέει (για άλλη μια φορά) ο Τσαφούλιας, είναι μια ακόμη απόδειξη για την αναγκαιότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία.
Ο Τσαφούλιας (εσκεμμένα; κατά λάθος;) αλλοιώνει το κείμενο της Γένεσης για να υποστηρίξει το βολικό για τη θεωρία του ότι ο Θεός απαγορεύει στον άνθρωπο το δέντρο της γνώσης (σκέτο), προκειμένου να δείξει ότι η θεολογία θέλει τον άνθρωπο αγράμματο για να τον χειραγωγεί.
Έλα όμως, Σωτήρη μου, που το κείμενο λέει άλλα!
"ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ".
Αναφέρεται στο δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, δηλαδή στην επιδίωξη του ανθρώπου για την εγωιστική αυτοθέωση. Όλη η Πατερική θεολογία αναφέρεται στον εγωισμό ως το μείζον κακό και την αιτία όλων των συμφορών.
Εσύ, ως καλλιεργημένος άνθρωπος και ιδιαίτερα μορφωμένος (αφού μόνος σου λες ότι έχεις διαβάσει τα πάντα), δεν νομίζω να διαφωνείς με τον εγωισμό ως το μείζον κακό!

"Ν": Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι ο Θεός δημιούργησε τα δύο φύλα ισότιμα (γι' αυτό η γυναίκα πλάθεται από την πλευρά του άνδρα και όχι από τα πόδια του ή το κεφάλι του), η δε υποταγή της γυναίκας στον άνδρα είναι συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, άρα πρέπει να εκλείψει όπως όλες οι συνέπειές του. Γι' αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει "Πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ· ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ" (Α΄ Κοριθνίους 11, 11-12).

Ας συμπληρώσουμε με:

Πώς ξέρουμε σίγουρα ότι υπάρχει Θεός;
Η άμεση γνώση του Θεού από τους ανθρώπους


Επιστήμη & Θρησκεία, Ορθολογισμός & Δόγμα
Ένας άθεος στο ίδιο τραπέζι με το Χριστό
Άθεά μου αδέρφια, ζητήστε και θα λάβετε, όπως έλαβα εγώ...
Ο Καλός Άθεος

Εισαγωγή στην Ψυχολογία του Αθεϊσμού
 

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις - Τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις. Ὁ Ἅγιος Ἀδὰμ καὶ ἡ Ἁγία Εὔα.

Image

Ἀξίζει σήμερα, Ἐορτή τῶν Ἁγίων Προπατόρων, νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ νὰ τιμήσομε δύο ἐν πολλοῖς παρεξηγημένους ἢ καλύτερα παντελῶς ἀγνώστους ὡς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας: τὸν Ἅγιο Ἀδὰμ καὶ τὴν Ἁγία Εὔα. Τοὺς ἔχομε ἀκούσει ὅλοι, ἀλλὰ σχεδὸν κανεὶς δὲν συνειδητοποιεῖ ὅτι εἶναι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὡς τέτοιους θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς τιμοῦμε.

Στήν εἰκόνα τῶν Ἁγίων Πάντων ἂν προσέξομε στην κορυφη βλέπομε ἕναν κενὸ θρόνο, πάνω στὸν ὁποῖο βρίσκεται τὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτὴ εἶναι ἡ «Ἑτοιμασία τοῦ Θρόνου», ποὺ συμβολίζει τὸν θρόνο ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου θὰ ἔλθει γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο. Εἶναι σύμβολο τῆς θείας ἐξουσίας καὶ τῆς ἐπικείμενης κρίσεως.

Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοῦ Θρόνου βρίσκονται οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις μὲ προεξάρχουσες δύο Ἀρχαγγέλους. Οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις βρίσκονται σὲ στάση προσκυνήσεως (σκυμμένες μὲ βαθιὰ εὐλάβεια καὶ δέος μπροστὰ στὸν Θρόνο), ποὺ συμβολίζει τὴν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Ἐπίσης, δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοῦ Θρόνου ἀπεικονίζονται μὲ στεφάνι ἁγιότητος οἱ Προπάτορές μας, ὁ Ἅγιος Ἀδὰμ καὶ ἡ Ἁγία Εὔα. Παρίστανται σὲ στάση δεήσεως καὶ σεβασμοῦ, ἀναγνωρίζοντας τὸν Χριστὸν ὡς Σωτῆρά τους. 
 
Image 
Η Ετοιμασία του Θρόνου, Ιερά Μονή Παντοκράτορος.
 

Τὸ φωτοστέφανο τῆς ἁγιότητος γύρω ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα τὸ συναντᾶμε καὶ σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς εἰς ᾍδου καθόδου τοῦ Χριστοῦ, στὴν κατ’ ἐξοχὴν δηλαδὴ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας. Στὸ κέντρο, ὁ Χριστὸς ἐν δόξῃ, ἀστράπτων μέσα στὸ θεῖο φῶς, πατῶντας ἐπάνω στὶς συντετριμμένες πύλες τοῦ ᾍδου καὶ διαλύοντας τὰ δεσμὰ τοῦ Σατανᾶ. Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κρατᾷ σταθερὰ καὶ σώζει τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα.

Αὐτὸ τὸ φωτοστέφανο στὶς εἰκόνες γύρω ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν δύο μορφῶν, τὸ ὁποῖο συνήθως τὸ παραβλέπομε, εἶναι ἴσως τὸ πιὸ προκλητικὸ καὶ συνάμα τὸ πιὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα ὁλόκληρης τῆς εἰκονογραφίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνοι, διὰ τῶν ὁποίων «ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον», νὰ φέρουν τὸ στέμμα τῶν Ἁγίων; Πῶς οἱ πρωταίτιοι τῆς πτώσεως, τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἐξορίας ἀπὸ τὸν Παράδεισο, νὰ εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ δέχονται τὴν τιμὴ τῆς ἁγιότητος;
Image

Ἡ ἀπάντηση ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τοῦ Εὐαγγελίου: ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ζυγαριὰ ἀνταποδόσεως, ἀλλὰ μία ἀνεξάντλητη πηγὴ χάριτος ποὺ ἀναζητεῖ τὸν «ἔσχατο» γιὰ νὰ τὸν καταστήσῃ «πρῶτο».
 
Εις Άδου κάθοδος, Ιερά Μονή Ιβήρων

Ὅμως καὶ στὴν Ὑμνολογία μας καὶ στὰ Λειτουργικά μας Κείμενα (ὅπου ἐν πολλοῖς ἐκφράζεται καὶ διατυπώνεται ἡ Δογματικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας) οἱ ἀναφορὲς στὴν σωτηρία τῶν Προπατόρων μας εἶναι πολλές. Τέτοιες ἐπὶ παραδείγματι εἶναι: (α) φυσικὰ οἱ ρητὲς ἀναφορές: «Τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις – Τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις» στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, (β) τὸ Πασχάλιο «… ὁ Ἀδὰμ ἀνακέκληται, … ἡ Εὔα ἠλευθέρωται …», (γ) στὸ Δοξαστικὸ (ἀπόστιχο) τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ «…ὁ Ἀδὰμ καινουργεῖται, ἡ Εὔα τῆς πρώτης λύπης ἐλευθεροῦται, …», (δ) στὸ Ἐξαποστειλάριο τοῦ Πάσχα «…Ἀδὰμ ἐγείρας ἐκ φθορᾶς,…», (ε) ἢ ὅπως στὸ Στιχηρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τους, τῆς Κυριακῆς δηλαδὴ τῶν Προπατόρων «Τῶν Προπατόρων τὸν χορόν, ἀνευφημῆσαι σπεύσωμεν … σὺν τῷ Ἀδὰμ τε καὶ τῇ Εὔᾳ τῇ γλυκείᾳ» ἀλλὰ καὶ τόσες ἄλλες ἀναφορές.

Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ ὡς ἁγίους τοὺς προπάτορές μας Ἀδὰμ καὶ Εὔα, γεμίζοντάς μας ἀνείπωτη χαρὰ καὶ ἐλπίδα. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι συνεχής, ἀναλλοίωτη καὶ ἰσχυρότερη ἀπὸ κάθε ἀνυπακοὴ καὶ ἁμαρτία. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὰ κατώτατα τῆς γῆς γιὰ νὰ συναντήσει καὶ πάλι τοὺς προπάτορές μας, νὰ τοὺς τραβήξει στὸ φῶς καὶ νὰ τοὺς περιβάλει καὶ μὲ την δόξα του. Ὁ Χριστὸς θὰ κατέβει καὶ γιὰ μᾶς στὰ πιὸ σκοτεινὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ μᾶς τραβήξει καὶ ἐμᾶς στὸ φῶς. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴμαστε, ὅ,τι καὶ νὰ ἔχωμε κάνει, ὅσες φορὲς καὶ ἂν τὸν ἀρνηθήκαμε. Ἀρκοῦν μονάχα, ὅπως τῆς Εὔας, τὰ δάκρυα μας τά καρδιακά.

Ἅγιοι προπάτορές μας, Ἅγιε Ἀδὰμ καὶ Ἁγία Εὔα, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν!

Συμπλήρωμα

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

Τὸ δαγκωμένο μῆλο τῆς Apple


Image

Του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου
Εκκλησιαστική παρέμβαση

In English (από εκεί η φωτο)

Ὅλος ὁ κόσμος ὁδηγεῖται σέ μιά «εἰκονική πραγματικότητα». Ὅταν κάνουμε λόγο γιά «εἰκονική πραγματικότητα», «ἐννοοῦμε τήν προσομοίωση ἑνός πραγματικοῦ ἤ φανταστικοῦ περιβάλλοντος ἀπό ἕναν ὑπολογιστή». Ὅπως γράφεται, «ἡ τρέχουσα τεχνολογία VR χρησιμοποιεῖ συχνά ἀκουστικά εἰκονικῆς πραγματικότητας ἤ περιβάλλοντα πολλαπλῶν προβολῶν, μερικές φορές σέ συδυασμό μέ φυσικά περιβάλλοντα ἤ σκηνικό, γιά δημιουργία εἰκόνων, ἤχων καί ἄλλων αἰσθήσεων πού προσομοιώνουν τή φυσική παρουσία ἑνός χρήστη σέ ἕνα εἰκονικό ἤ φανταστικό περιβάλλον» (Βικιπαίδεια).

Σέ μιά ἔκθεση πού δημιουργήθηκε γιά τήν ἐπέτειο τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα, χρησιμοποιώντας τήν «εἰκονική πραγματικότητα», νά εἶμαι μέσα στόν Ναό τῆς Ἁγίας Λαύρας, τότε πού ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός ὕψωσε τό λάβαρο τῆς Ἐπαναστάσεως, καί ἀκόμη νά εἶμαι θεατής μιᾶς μάχης μεταξύ Ἑλλήνων καί Τούρκων.

Τό θέμα αὐτό ἔχει τά θετικά του, ἀλλά καί τά ἀρνητικά του, γι’ αὐτό χρειάζεται σωστή χρήση τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, διότι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀποφύγη τήν πορεία πρός τήν μοναξιά, τήν ἀπομόνωση καί τόν μονόλογο, νά ἀποφύγη τόν πειρασμό τῆς αὐτοθέωσης.

Διάβαζα πρόσφατα ὅτι παρουσιάσθηκε ὁ πρῶτος ὑπολογιστής πού χρησιμοποιεῖ «εἰκονική πραγματικότητα». Γράφηκε σέ σχόλιο:

«Ἡ Apple παρουσίασε τό Vision pro, τόν πρῶτο ὑπολογιστή πού χρησιμοποιεῖ εἰκονική πραγματικότητα. Φορώντας τά εἰδικά "γυαλιά", ὁ χρήστης θά βρίσκεται σέ ἕνα περιβάλλον ὅπου θά χειρίζεται τίς ἐφαρμογές μέ τά χέρια καί τή φωνή του. Δηλαδή δέν βλέπεις, ἁπλῶς, μία φωτογραφία ἤ μία ταινία, ἀλλά εἶσαι μέσα σέ αὐτήν. Τό μηχανάκι εἶναι πανάκριβο, κάνει 3.500 δολάρια. Ἀλλά, λογικά, μέχρι νά φύγει ἡ δεκαετία θά εἶναι προσιτό σέ περισσότερους. Ἄλλωστε σύντομα θά ὑπάρξει ἀπάντηση καί ἀπό τούς κατασκευαστές Android συσκευῶν.

Λογικά στό μέλλον ἡ συσκευή θά μικρύνει τόσο πού δέν θά διαφέρει, ὡς πρός τό μέγεθος, ἀπό ἕνα ζευγάρι κοινά γυαλιά. Καί ἀκόμα πιό μακριά, δέν ἀποκλείεται ὅλο τό σύστημα νά χωράει σέ φακούς ἐπαφῆς καί σέ ἕνα μικρόφωνο πού θά ἐμφυτεύεται, ὡς τσίπ, κοντά στό στόμα. Γιατί, βλέπετε, τό πεπρωμένο τοῦ εἴδους μας εἶναι κάποια στιγμή νά ἑνωθῆ μέ τή μηχανή ἤ νά γίνη τό ἴδιο μηχανή. Ἀνυπομονῶ» (Κώστας Γιαννακίδης, Τά ΝΕΑ, 7-6-2023).
Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν τείνει ἁπλῶς νά γίνη μηχανή καί νά ἑνωθῆ μέ τήν μηχανή, ἀλλά ἐπανέρχεται στόν πειρασμό τῆς αὐτοθέωσης, θέλει νά γίνη Θεός μέ τίς δικές του δυνάμεις, ἀλλά τό χειρότερο καί μέ τίς δυνάμεις τῆς φύσεως.

Μέ ἀπασχόλησε πρόσφατα τό γιατί ἡ Ἑταιρεία Apple ἀπό τήν ἴδρυσή της τό 1976 ἔχει ὡς σῆμα της τό δαγκωμένο μῆλο. Διάβασα ὅτι αὐτό τό σῆμα ἀποδίδεται σέ διάφορες αἰτίες. Μιά ἀπό αὐτές τίς αἰτίες προέρχεται ἀπό τό Προπατορικό ἁμάρτημα. Ἡ Εὔα ἔφαγε ἀπό τό δένδρο γιά νά γίνη Θεός, κατά τήν συμβουλή τοῦ διαβόλου. Ἔτσι, ἡ βρώση τοῦ δένδρου ἐνεῖχε τόν πόθο τῆς θεοποίησης, ἀντίθετα ἀπό τόν τρόπο πού ἔβαλε ὁ Θεός.

Ἔτσι, σύμφωνα μέ τήν ἄποψη αὐτή, ἡ Ἑταιρεία Apple μέ τό σῆμα τοῦ δαγκωμένου μήλου θέλησε νά ἱκανοποιήση τήν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιά γνώση. Μπορῶ νά προσθέσω ὄχι γιά ἀνθρώπινη γνώση, ἀλλά γιά θεία γνώση, πού θά προέλθη μέσα ἀπό τήν αὐτοθέωση, τήν αὐτοπραγμάτωση.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλη ἡ κτίση δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο ὡς δῶρο, ἀλλά ταυτόχρονα αὐτό τό δῶρο γίνεται καί ἀπάτη τοῦ διαβόλου.

Ἑπομένως, ἡ ἐξελισσόμενη σύγχρονη «εἰκονική πραγματικότητα» δέν καταλήγει μόνο νά ἑνωθῆ μέ τήν μηχανή, ἀλλά νά φθάση στήν αὐτοθέωση, πού εἶναι ὁ μεγάλος πειρασμός τῆς πτώσης, ἡ ὁποία προκάλεσε τόσα δεινά στόν ἄνθρωπο.

Για το προπατορικό αμάρτημα

Η πτώση και η επιστροφή τών πρωτοπλάστων (αφήγηση) 

Συνέπειες της πτώσεως του ανθρώπου

Τελείωση και πτώση: Αποτυχία θέωσης και όχι υπακοής

Κληρονομείται το προπατορικό αμάρτημα; Γιατί να πληρώνω εγώ τα λάθη των Πρωτοπλάστων;

Η σχέση των Πρωτοπλάστων με τα υπόλοιπα δημιουργήματα του Θεού

Το κλειδί του χαμένου Παραδείσου 

Για το μετανθρωπισμό και την τεχνητή νοημοσύνη

Δημήτριος Χιωτακάκος: Υπερανθρωπισμός και Μετανθρωπισμός 

«Μετανθρωπισμός – Ἀπειλή γιά τόν ἄνθρωπο» (ημερίδα της Εστίας Πατερικών Μελετών)

Άνθρωπος, «Μετάνθρωπος» και Θεάνθρωπος

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Κυριακή της Τυρινής: από την εξορία των Πρωτοπλάστων στους ουράνιους θησαυρούς!...

 

 Image

Ένα κλικ αγάπης, ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας & πνευματικής προετοιμασίας στα παρακάτω, παρακαλώ, αδελφοί:

Κυριακή της Τυρινής: από την εξορία των Πρωτοπλάστων στο γάμο με τον ουράνιο Νυμφίο 

Συγχώρηση, αυθεντική νηστεία & ουράνιοι θησαυροί (το ευαγγέλιο της Κυριακής της Τυρινής): από την καρδιά της διδασκαλίας του Κυρίου μας

Κληρονομείται το προπατορικό αμάρτημα; Γιατί να πληρώνω εγώ τα λάθη των Πρωτοπλάστων;

ImageΤελείωση και πτώση: Αποτυχία θέωσης και όχι υπακοής

Όλοι οι Xριστιανοί είναι καλεσμένοι για συμβασιλείς του Χριστού

Η σχέση των Πρωτοπλάστων με τα υπόλοιπα δημιουργήματα του Θεού

Το κλειδί του χαμένου Παραδείσου 

Η πτώση και η επιστροφή τών πρωτοπλάστων (αφήγηση) 

Συνέπειες της πτώσεως του ανθρώπου

Εσπερινός της Συγνώμης, η τελευταία στιγμή της Αποκριάς (& η πρώτη της Μ. Σαρακοστής)... 

Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι

"Μαγεία! Ευλογία! Μέθη!": Η εξομολόγηση ενός μοναχού

Αν δεν είχε γίνει το προπατορικό αμάρτημα, θα ερχόταν ο Χριστός;

ΘΗΣΑΥΡΙΖΕΤΕ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ 

Καλή Μεγάλη Σαρακοστή - Καλή Ανάσταση!


Image
ImageΕικ. Ο Προπάτωρ Αδάμ & η Προμήτωρ Εύα (οι Πρωτόπλαστοι) ως άγιοι της Εκκλησίας μας (από εδώ), αφού σώθηκαν με την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη και την ανάστασή Του. Γιορτάζονται την Κυριακή των Προπατόρων, για την οποία δείτε εδώ, ενώ μνημονεύονται και την Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Κυριακή της Τυρινής: από την εξορία των Πρωτοπλάστων στο γάμο με τον ουράνιο Νυμφίο

 

Image

ΕΥΧΗ

 Η σοφία του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου

Οι λέξεις Τριώδιο και Πεντηκοστάριο (τα δύο βιβλία που χρησιμοποιούνται στην Εκκλησία την περίοδο των Απόκρεω και της Μεγάλης Σαρακοστής, το ένα, και από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή και την Κυριακή των Αγίων Πάντων το άλλο) είναι άγνωστες λέξεις για τον πολύ κόσμο. Το ίδιο και οι λέξεις Μηναία, Παρακλητική κ.τ.λ., που είναι επίσης βασικά λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Πρέπει όμως να επισημάνουμε πως αυτά τα βιβλία, όπως εν προκειμένω το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο, έχουν ανάλογη αξία για τη μόρφωση και την πνευματική καλλιέργεια των ανθρώπων με την αξία που έχουν τα έργα της κλασικής αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Αν δηλαδή θεωρούμε ότι τα ομηρικά έπη και οι αρχαίες τραγωδίες περιέχουν σοφία και προσφέρουν στον άνθρωπο διαχρονικά μηνύματα, δοσμένα μάλιστα με πολύ υψηλό καλλιτεχνικό τρόπο (και πράγματι έτσι είναι), ας γνωρίζουμε πως και το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο (και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία) περιέχουν σοφία και προσφέρουν στον άνθρωπο διαχρονικά μηνύματα, δοσμένα με πολύ υψηλό καλλιτεχνικό τρόπο. 

Αυτά τα δύο βιβλία περιλαμβάνουν αριστουργήματα ποίησης και μουσικής, βαθιάς φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, ηθικής και φυσικά θεολογίας, θεολογίας όμως μετουσιωμένης σε ανθρωπολογία και ηθική φιλοσοφία. Στα βιβλία αυτά ανθολογούνται συγγραφείς και μουσική όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Κασσιανή η Υμνογράφος, Ανδρέας Κρήτης κ.ά., πολύπλευρες προσωπικότητες μεγάλης μόρφωσης και ανοιχτού πνεύματος, που έδωσαν οδυνηρούς αγώνες και για την προσωπική τους καλλιέργεια και για να διασώσουν τη σωστή άποψη της Εκκλησίας για τον άνθρωπο (όπως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που οι λόγοι του υπέρ των εικόνων τεκμηριώνουν την αποδοχή της ανθρώπινης φύσης του Ιησού Χριστού και την καταξίωση του ανθρώπου και του υλικού κόσμου γενικότερα).

Επίσης, όλα όσα τελούνται στις εκκλησίες, όσα εορτάζονται, ο τρόπος με τον οποίο εορτάζονται και ο χρόνος που τοποθετούνται, δεν είναι τυχαία, αλλά παρέχουν στον άνθρωπο διαχρονικά μηνύματα, αξιόλογα ακόμη και για τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν στο Χριστό, αν βέβαια αγαπούν τη φιλοσοφία και τη μόρφωση.

Ένα μικρό δείγμα της σοφίας του Τριωδίου (που βέβαια με υπερβαίνει κατά πολύ και στην πραγματικότητα είμαι ανεπαρκής για να τη μεταδώσω στους αδελφούς μου) θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στο παρόν άρθρο.

 Προπατορικό αμάρτημα και Σαρακοστή: μια «μυστηριώδης» σχέση

Οι τέσσερις Κυριακές της Αποκριάς, ή ορθότερα οι πρώτες τέσσερις Κυριακές του Τριωδίου, επισημαίνουν στοιχεία της διδασκαλίας του Ιησού Χριστού και της ορθόδοξης χριστιανικής πνευματικής κληρονομιάς, που όχι μόνο συμβάλλουν στην ηθική και πνευματική αναβάθμιση του ανθρώπου (αυτό ισχύει για όλες τις Κυριακές του Τριωδίου), αλλά και τον προετοιμάζουν για το ταξίδι της Μεγάλης Σαρακοστής, ως τη νύχτα της Αναστάσεως.

Την πρώτη Κυριακή στη θεία λειτουργία διαβάζουμε την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου (κατά Λουκάν, 17, 9-14), που μιλάει για την υποκρισία (και μάλιστα τη θρησκευτική υποκρισία), την αλαζονεία, την αμαρτία, τη μετάνοια και την ταπείνωση. Τη δεύτερη Κυριακή διαβάζουμε την παραβολή του Ασώτου (Λουκ. 15, 11-32), που τονίζει ότι ο Θεός μας περιμένει με αγάπη όπου κι αν έχουμε φτάσει, αλλά και ότι εκείνοι που δεν έχουν παρεκκλίνει ποτέ από το δρόμο του Θεού, δεν πρέπει να αγανακτούν κατά των εμφανώς αμαρτωλών αδελφών τους, όταν ο Θεός τους συγχωρεί και τους παίρνει στην αγκαλιά Του, για να τους γιατρέψει από τις πληγές που άνοιξαν οι ίδιοι στον εαυτό τους λόγω της απερισκεψίας τους.

Η τρίτη Κυριακή (των Απόκρεω, με την οποία σταματάει η κρεοφαγία, ώστε να μπούμε ομαλά και όχι απότομα στη Μ. Σαρακοστή) είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην ανάσταση των νεκρών και την τελική κρίση, με την οποία οι άνθρωποι θα τοποθετηθούμε στον παράδεισο ή στην κόλαση, και στη θεία λειτουργία διαβάζεται το ευαγγέλιο της Μέλλουσας Κρίσης, από το κεφ. 25 του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, στίχοι 31-46. Εκεί ο Χριστός περιγράφει τα τελικά αυτά γεγονότα (τα «έσχατα», όπως λέμε), με αρκετό ανθρωπομορφισμό και παραβολικά στοιχεία βέβαια, αλλά και με συγκλονιστική σοφία και φιλανθρωπία.

Βέβαια, να διευκρινίσουμε εδώ ότι ο παράδεισος και η κόλαση, κατά τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, είναι το ίδιο το Φως του Θεού, που οι αγαθοί άνθρωποι ενώνονται με αυτό και γίνονται όλοι φως, ενώ οι σκληροί και διεφθαρμένοι δεν το αντέχουν και υποφέρουν μέσα σε αυτό – συνεπώς, ο Θεός δεν τιμωρεί κυριολεκτικά, αλλά καλεί όλους εμάς να διαμορφώσουμε τον εαυτό μας έτσι, ώστε να ενωθούμε με το Φως Του και να γίνουμε υιοί Του και βασιλείς στη βασιλεία Του (συμβασιλείς του Χριστού), όπως πολλές φορές στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται (π.χ. κατά Ματθαίον, κεφ. 5, στους Μακαρισμούς: «αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών». προς Ρωμαίους, 8, 14-17. Αποκάλυψις κεφ. 5, στίχ. 10, κ.α.).

Η τέταρτη Κυριακή (της Τυρινής), την οποία ακολουθεί η Καθαρή Δευτέρα, η πρώτη μέρα της Μ. Σαρακοστής, είναι αφιερωμένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία στο προπατορικό αμάρτημα και στη μνήμη (θρηνητική μνήμη, όχι εορταστική) της εξορίας του Αδάμ και της Εύας από τον παράδεισο, που οι Πατέρες της Εκκλησίας την ερμηνεύουν ως αυτοεξορία (όπως του ασώτου υιού) και όχι κυριολεκτικά ως τιμωρία από πλευράς του Θεού. Άλλωστε, όταν κάποιος είναι εξόριστος, δεν μπορεί να επιστρέψει, ενώ εμείς επιστρέφουμε όποτε θέλουμε και μάλιστα ο Θεός μας περιμένει και μας υποδέχεται με χαρά!...

Image

Τι σχέση έχει ωστόσο το προπατορικό αμάρτημα και η εξορία των πρωτοπλάστων με τη Μ. Σαρακοστή και γιατί η Εκκλησία τοποθέτησε στην «πόρτα της Σαρακοστής» την ανάμνησή τους;

Η σχέση θα λέγαμε ότι είναι διπλή:

Κατ’ αρχάς, στη διήγηση του προπατορικού αμαρτήματος, στο βιβλίο της Γένεσης (το πρώτο βιβλίο της Παλ. Διαθήκης), η εντολή που δίνει ο Θεός στους πρωτοπλάστους αφορά σε φαγητό. Τους ζητάει να μη φάνε κάτι, και η Μ. Σαρακοστή είναι κατεξοχήν περίοδος, κατά την οποία η Εκκλησία ζητάει από εμάς να μη φάμε κάτι. Έτσι άμεσα συνδέεται το προπατορικό αμάρτημα με τη νηστεία.

Φυσικά, οι άγιοι Πατέρες διευκρινίζουν ότι η ιστορία με τον απαγορευμένο καρπό είναι αλληγορική, όχι κυριολεκτική: το προπατορικό αμάρτημα είναι η αλαζονεία και η δίψα για δύναμη και όχι η βρώση ενός καρπού («και έσεσθε ως θεοί» είπε ο όφις στην Εύα, δηλ. θα είστε σαν θεοί, αν φάτε από εκεί). Πάντως, όπως το διηγείται η Παλ. Διαθήκη, με το συμβολικό της τρόπο, η εντολή του Θεού αναφέρεται σε τροφή.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος, για τον οποίο η Εκκλησία τοποθέτησε στην «πόρτα της Σαρακοστής» την ανάμνηση του προπατορικού αμαρτήματος: για να περάσει στον άνθρωπο το μήνυμα ότι η κατάσταση στην οποία ζούμε (γεμάτη θλίψη, αμαρτία και αδικία) δεν είναι η πραγματική κατάσταση του ανθρώπου, για την οποία τον δημιούργησε ο Θεός, αλλά κατάσταση εξορίας από την αληθινή μας πατρίδα, τον παράδεισο.

Παράδεισο λέγοντας, δεν εννοούμε έναν ουράνιο τόπο, όπου πηγαίνουν οι ψυχές, αλλά την επίγεια ζωή (και τώρα, αλλά προπαντός στην αιωνιότητα) σε ενότητα με το Θεό, τον πλησίον μας και όλα τα πλάσματα της δημιουργίας.

Η Μεγάλη Σαρακοστή λοιπόν είναι το ταξίδι της επιστροφής (ιδού και ένας ομηρικός συνειρμός – υπενθυμίζω και το βιβλίο Ένθεοι περίπατοι στην Ομήρου Οδύσσεια του αρχιμανδρίτη π. Αρσένιου Κωτσόπουλου), με σταθμούς τις έξι Κυριακές (όχι σταθμούς τρόμου, σαν του ομηρικού Οδυσσέα, αλλά παρηγοριάς, φιλανθρωπίας, σοφίας, πνευματικής και ηθικής καλλιέργειας, με όσα εορτάζει η Εκκλησία τη Μ. Σαρακοστή από Κυριακή σε Κυριακή), ώστε η νύχτα της Ανάστασης του Χριστού να είναι η νύχτα της επιστροφής μας στην Ιθάκη μας, στο σπίτι του Πατέρα μας, δηλαδή η νύχτα και της δικής μας Ανάστασης.

 Το τέρμα του ταξιδιού και ο ουράνιος Νυμφίος

 Ο λαός μας έχει ένα έθιμο: όταν πεθάνει (σωστότερα: κοιμηθεί) ένας ανύπανδρος νέος, στην κηδεία του, οι δικοί του τού φορούν στεφάνι και λευκά ενδύματα, παρόμοια με τα ενδύματα γάμου, και μερικές φορές προσφέρουν στους παρευρισκόμενους κουφέτα. Ανάλογα ισχύουν και όταν κοιμηθεί μια άγαμη νέα.

Ποιος όμως είναι ο κατεξοχήν νέος και ωραίος νεκρός που κηδεύει η Ορθόδοξη Εκκλησία; Ο Ιησούς Χριστός. Πότε τελείται η κηδεία Του; Τη Μεγάλη Παρασκευή, στην ακολουθία του Επιταφίου Θρήνου. Αλλά από την αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας, μέρα τη μέρα, βυθιζόμαστε στην ατμόσφαιρα της κηδείας Του – μια ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζεται από χαρμολύπη, γιατί η προδοσία, η οδύνη και ο θάνατος συνυπάρχουν με τη σωτηρία και την ανάσταση.

Τι λοιπόν ψάλλει η Εκκλησία μας όταν πρόκειται να κηδέψει Αυτόν το νέο και ωραίο, τον πιο αγαπημένο απ’ όλους, νεκρό της; Ψάλλει: «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός», σαν να πρόκειται για το γάμο Του. Και τη Μεγάλη Δευτέρα η Εκκλησία θυμάται την παραβολή των δέκα παρθένων (Ματθ., αρχή κεφαλαίου 25, στο ίδιο κεφάλαιο με την παραβολή της Μέλλουσας Κρίσης), όπου έντονα ο Κύριος παρομοιάζει τον εαυτό Του με νυμφίο, την αποστολή Του στον κόσμο με γάμο και το παράδεισο με το εορταστικό τραπέζι αυτού του γάμου – όπως κάνει και σε άλλες παραβολές. Από αυτή την παραβολή μάλιστα προέρχεται ο πασίγνωστος στίχος που προαναφέραμε, «ιδού ο Νυμφίος…».

Image

Και η εικόνα με τον Ιησού δεμένο, με το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι Του, το καλάμι στα χέρια και την κόκκινη χλευαστική χλαμύδα, ονομάζεται στην Εκκλησία «Ο Νυμφίος». Και ο επιτάφιος στολίζεται με λουλούδια, σαν να πρόκειται πράγματι για το γάμο Του. Είναι «ο Νυμφίος ο κάλλει ωραίος παρά πάντας ανθρώπους», κατά το υπέροχο τροπάριο της Μεγάλης Δευτέρας, έκφραση βασισμένη στο σπουδαίο χριστολογικό Ψαλμό 44 της Παλαιάς Διαθήκης.

Ποια όμως είναι η Νύμφη αυτού του Νυμφίου;

Εμείς. Ο άνθρωπος. Ο κάθε άνθρωπος, προσκεκλημένος να ενωθεί με το Χριστό και διά του Χριστού με τον Τριαδικό Θεό, όπως η νύμφη ενώνεται με το νυμφίο της. Με αυτά και άλλα παρόμοια θεμελιώνεται η βασική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι σωτηρία είναι η ένωση του ανθρώπου με το Θεό εν Χριστώ. Γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός δεν θα μπορούσε να έχει νυμφευθεί μία γυναίκα, γιατί είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, ο δικός μας ουράνιος Νυμφίος, ανδρών και γυναικών.

Αυτή είναι η Ορθοδοξία. Όχι η ιδέα ότι ο Θεός κρατάει ένα τετράδιο και καταγράφει τις αμαρτίες μας και μας καταδιώκει για να μας δικάσει, αλλά η ιδέα ότι ο Θεός, από έρωτα για τον άνθρωπο (τον «θείο έρωτα» που αναφέρουν οι άγιοι Πατέρες), γίνεται άνθρωπος και πεθαίνει για να καλέσει τον άνθρωπο (τον εξόριστο, αμαρτωλό, συντετριμμένο άνθρωπο) σε ένωση με Αυτόν και να τον κάνει κατά χάριν θεό.

Αυτό, και ψέμα αν ήταν, θα είχε τεράστια φιλοσοφική αξία, για το πώς ο άνθρωπος καταξιώνεται μέσα στην Εκκλησία. Ακόμη και ο πιο διεφθαρμένος και ο πιο άπιστος και φυσικά ο πιο φτωχός και αγράμματος άνθρωπος, αφού όλοι είμαστε προσκαλεσμένοι ως νύμφη στο γάμο του ουράνιου Νυμφίου, ως συμβασιλείς στη βασιλεία των ουρανών, αρκεί – και σε τούτο δεν παραβιάζει την ελευθερία μας – να το θέλουμε! Αλλά δεν είναι ψέμα. Ας το ερευνήσει κάθε καλοπροαίρετος αναζητητής, μελετώντας τους βίους των αγίων μας, και ιδιαίτερα των αγίων της εποχής μας, για τους οποίους υπάρχει πιο απτή τεκμηρίωση. Και ίσως με τη χάρη του Θεού να συναντήσει και στο δρόμο της έρευνάς του και κάποιον ζωντανό άγιο – όχι φανφαρόνο απατεώνα, αλλά ταπεινό και αφανή δούλο του Θεού.

Με αυτό το γάμο (το γάμο «του Αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου») τελειώνει το βιβλίο της Αποκάλυψης στην Καινή Διαθήκη. Αυτό είναι και το επιθυμητό τέρμα του ταξιδιού της Μεγάλης Σαρακοστής, που άρχισε με την ανάμνηση της αυτοεξορίας και της αυτοκαταστροφής μας.

Μπορείτε να δείτε επίσης

Κληρονομείται το προπατορικό αμάρτημα; Γιατί να πληρώνω εγώ τα λάθη των Πρωτοπλάστων;

Όλοι οι Xριστιανοί είναι καλεσμένοι για συμβασιλείς του Χριστού

Η σχέση των Πρωτοπλάστων με τα υπόλοιπα δημιουργήματα του Θεού

Το κλειδί του χαμένου Παραδείσου 

Η πτώση και η επιστροφή τών πρωτοπλάστων (αφήγηση) 

Εσπερινός της Συγνώμης, η τελευταία στιγμή της Αποκριάς (& η πρώτη της Μ. Σαρακοστής)... 

Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι

"Μαγεία! Ευλογία! Μέθη!": Η εξομολόγηση ενός μοναχού

Αν δεν είχε γίνει το προπατορικό αμάρτημα, θα ερχόταν ο Χριστός;

ΘΗΣΑΥΡΙΖΕΤΕ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ 

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Το πρόβλημα του Κακού από τον Αυγουστίνο στη σύγχρονη Γενετική

Image

Ι Πριν καλά – καλά τελειώσει ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο σημαντικός Άγγλος συγγραφέας C . S . Lewis εξέδωσε, το 1944, το μυθιστόρημα του Perelandra , θέλοντας να διηγηθεί ξανά την ιστορία του Κήπου της Εδέμ. Η Perelandra είναι ένας άλλος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, αυτός που οι γήινοι αποκαλούν Αφροδίτη, και είναι όμως απολύτως κατοικημένος από λογικά όντα τα οποία, όμως, μαζί με τον πλανήτη τους ζουν -ω του θαύματος- μέσα στον παράδεισο, όπως ακριβώς μας περιέγραψε τον τελευταίο ένας Αυγουστίνος ή ένας Μ. Βασίλειος: πλήρης αρμονία, γαλήνη και αφθαρσία παντού, απόλυτη απουσία πόνου, ασθένειας, θλίψεων και αγωνιών, ευτυχία απερίσταλτη και αδιατάρακτη. Ο Θεός (τον οποίο στον πλανήτη αυτό αποκαλούν Maledi) θα αποστείλει εκεί έναν γήινο σοφό (ο οποίος στο μυθιστόρημα είναι μάλιστα πανεπιστημιακός καθηγητής) ονόματι Ransom (λέξη που στα αγγλικά σημαίνει την απολύτρωση), για να πληροφορήσει τους αθώους κατοίκους για τον κίνδυνο του κακού τον οποίο στο βιβλίο αντιπροσωπεύει ο Weston , ένας δαιμόνιος γήινος, που οπλισμένος αντιμετωπίζει τους κατοίκους του πλανήτη όπως ένας άποικος τους αγαθούς ιθαγενείς, θέλοντας να τους διαφθείρει και στη συνέχεια να τους υποτάξει (δεν είναι τυχαίο δε πως το όνομά του προέρχεται από την λέξη West – την Δύση).

Ο Ransom , μόλις βρίσκεται στην Perelandra , συγκλονίζεται: διαπιστώνει αμέσως πως οι αισθήσεις του λειτουργούν διαφορετικά, πολύ βαθύτερα και καθαρότερα, ο νους του γαληνεύει απροσδόκητα, το σώμα του ελαφρώνει. Ποτέ δεν ένοιωσε τη γεύση, την ακοή του και την όραση του τόσο ζωντανές, ενώ πλήρης αφοβία τον καταλαμβάνει· τα άγρια ζώα είναι φίλοι παιγνιώδεις. Κατάπληκτος και συγκλονισμένος συναντά την Εύα της Perelandra, την Κυρία ( Lady ), όπως αποκαλείται στο βιβλίο, χωρίς διόλου να σοκάρεται με την γυμνότητα της. «Έρχομαι εν ειρήνη», την χαιρετά τραυλίζοντας. «Και τι θα ‘πει ειρήνη;», του απαντά εκείνη. Μη έχοντας ποτέ γνωρίσει το κακό, δεν φοβάται κανέναν και τίποτα. Όπως τα πολύ μικρά παιδιά, όλη η ζωή της είναι αυτή η «ειρήνη» – τίποτε άλλο δεν γνωρίζει…

Θ’ αφήσω κατά μέρος την εξέλιξη της πάλης μεταξύ καλού και κακού, που συνιστούν την συνέχεια του μυθιστορήματος (όχι φυσικά προτού σάς διαβεβαιώσω, για να μην αγωνιάτε, πως η έκβαση της υπήρξε αίσια), για να σχολιάσω αυτόν τον μικρό διάλογο λίγο περισσότερο και να εισέλθουμε έτσι στο θέμα μας.

Παρά την αναμφισβήτητη λοιπόν ευτυχία των κατοίκων της Perelandra , ο Ransom – Λυτρωτής γήινος φαίνεται να ξέρει πολύ περισσότερα από αυτούς, μ’ όλα τα βάσανα και την αλλοτρίωση του. Οι ευτυχισμένοι αυτόχθονες του διαπλανητικού Παραδείσου είναι πράγματι εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στην άλλη όψη του Είναι – Αγαθού, απέναντι, εννοώ, στο Μηδέν – Κακό, το οποίο ωστόσο, παρ’ όλο που δεν «είναι », είναι απολύτως πραγματικό, δρα υποδόρια και αποτελεσματικά, απειλώντας να καταστρέψει –στ’ αλήθεια!- το παν. Γι’ αυτό ακριβώς άλλωστε ο Θεός αποστέλλει τον Λυτρωτή – Προφήτη Ransom σ’ αυτούς (και δεν διαλέγει προς τούτο έναν από δαύτους): είναι η γνώση του Μηδενός ή του Κακού, αν θέλετε, που καθιστά ικανό τον γήινο σοφό να διαφυλάξει το Είναι – Αγαθό. Αυτό σημαίνει όμως πως το κακό είναι υπαρξιακά και οντολογικά αναπόφευκτο; Πως είναι μια προϋπόθεση του Αγαθού κατ’ ανάγκην; Πως ανήκει, θα ‘λέγαμε τολμηρά, στο είναι του Αγαθού (επομένως και του θεού!); Τελικά το κακό ανήκει στο Είναι των όντων, κι αν όχι που ανήκει;

Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια πρώτη απάντηση, διατρέχοντας την φιλοσοφική και την θεολογική παράδοση και καταλήγοντας στη μοντέρνα Γενετική, της οποίας οι αναζητήσεις συνδέονται παράδοξα με τις παραπάνω παραδόσεις.

ΙΙ Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διάκριση Καλού και Κακού διατρέχει με πολλές μορφές την αρχαία ελληνική σκέψη. Ο φόβος του χάους, της αμετρίας, της Ύβρεως, του μη-όντος κατατρέχει βαθιά τον αρχαίο Έλληνα, γι’ αυτό και ήδη στους Προσωκρατικούς όλες o ι οντολογικές έννοιες περί του Όντος -και τέτοιες είναι όχι μόνον ο ηρακλείτειος Λόγος ή ο αναξαγόρειος Νους ή ο πυθαγόρειος αριθμός ή το παρμενίδειο Όν, αλλά και το Άπειρο του Αναξίμανδρου και η Φιλότης του Εμπεδοκλή και το αντίθετο του κενού φυσικό άτομο του Λεύκιππου και του Δημόκριτου (Βλ. π. Ν. Λουδοβίκου, θεολογική Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, Βιβλίο 1, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2003, σ.σ. 31-138) – αντιπαραθέτοντας σ’ αυτό ακριβώς το μη Όν το οποίο με διάφορες μορφές, όπως είπαμε παραπάνω, εκφράζει στο ηθικό πεδίο το Κακό. Πολύ περισσότερο στον Πλάτωνα, στου οποίου το έργο το Κακό. συνδέεται [είτε ως άγνοια και απουσία φρονήσεως (Πρωτ. 355 e ), είτε ως νόσος της ψυχής (Σοφιστ. 228 e ), είτε ως πτώση της ψυχής απ’ τον υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 246 e ), είτε ως κατά φύση κακότητα της ύλης στον Τίμαιο (42 e )] με την απάτη και το ξεγέλασμα αυτού του ψεύτικου κόσμου. Ο οποίος, όπως το βλέπουμε στο μύθο του Σπηλαίου «της Πολιτείας», αδυνατεί να στραφεί προς τον επουράνιο Ήλιο του Αγαθού, και τον κόσμο των Ιδεών (ό.π. σ.σ. 159-177).

Μη ον το Κακό και στον Αριστοτέλη (Μετ. VIII , 9,1051α), αφού δεν ανήκει στον κόσμο των πραγματικοτήτων, ενώ στον Πλωτίνο το Κακό ταυτίζεται εν τέλει με την ύλη (Ενν. 1,8,3), αφού αυτή είναι τόσο απομακρυσμένη από το Εν/Αγαθό, το οποίο είναι ωστόσο η μακρινή πηγή της. Ως οντολογική αρχή το Κακό θα εμφανισθεί κατ’ ουσίαν μόνον στον Μανιχαϊσμό, την ιουδαιοχριστιανίζουσα αυτή ανατολική διαρχική αίρεση, η οποία θέτει δύο ακριβώς αρχές στο Σύμπαν, αντιμαχόμενες μεταξύ τους. Εδώ κομμάτια ολόκληρα του κόσμου είναι κακά, φτιαγμένα από το Κακό, ενώ άλλα -τα πιο πνευματικά- είναι φτιαγμένα από το Καλό και η μεταξύ τους συμφιλίωση είναι αδύνατη.

III Όσον αφορά τώρα στη χριστιανική θεολογία, η θέση τόσο της ανατολικής – ελληνικής όσο και της δυτικής – λατινικής παράδοσης φαίνεται κατ’ αρχήν ταυτόσημη και προς αυτήν της αρχαίας φιλοσοφίας. Έτσι ο Ωριγένης από τη μια μας βεβαιώνει ( De Princ . II , 9, 2 · In Joh . 4, II , 17) πως ο Θεός δεν είναι ο Δημιουργός του κακού (με κ μικρό πλέον, αφού μόνον ο Θεός συνιστά το όντως Είναι) και πως αυτό δεν διαθέτει μια δική του υπόσταση ή ζωή ή ουσία -υφίσταται ως άρνηση του αγαθού, μία ιδέα που θα συναντήσουμε πολλές φορές στη Δυτική σκέψη μέχρι τον Έγελο. Ο Αυγουστίνος από την άλλη (π.χ. Conf . Ill , 7,12) μας βεβαιώνει παρομοίως ότι το κακό δεν υπάρχει ως ένα μεταξύ των όντων, αλλά συνίσταται ως άρνηση του αγαθού, privatio boni . Είναι μια απλή απουσία του αγαθού, της οποίας φυσικά δεν είναι δημιουργός ο Θεός ( De quaest . 83, 24). Με τον Αυγουστίνο ωστόσο αρχίζει μια σειρά μεγάλων προβλημάτων περί το κακό, τα οποία ταλανίζουν Δύση και Ανατολή μέχρι σήμερα. Θα καταλάβετε τι εννοώ όταν σας αναφέρω πως ο Αυγουστίνος είναι αφενός εκείνος ο οποίος συνέδεσε το κακό με το περίφημο, όπως ονομάσθηκε από τον ίδιο κατά το έτος 396, «Προπατορικό Αμάρτημα», το οποίο γι’ αυτόν είναι ένα ιστορικό γεγονός, όπως η άλωση της Τροίας ή o ι Περσικοί πόλεμοι – πράγμα διόλου αυτονόητο για την ελληνική πατερική παράδοση ωστόσο. Τώρα λοιπόν είναι η αμαρτία που «γεννά» το κακό και όχι αντίστροφα. Για να καταλάβετε τη διαφορά, θα πω πως για τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, για παράδειγμα, αιτία του κακού είναι η εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου -υφίσταται, δηλαδή, όχι μόνον μια φορά προς το Είναι αλλά επίσης και μία άλλη προς «απογένεσιν», όπως λέγει, των όντων- το κακό είναι θεμελιωδώς μια φθορά του είναι και όχι ένα «ηθικό» γεγονός. 

Έτσι, ενώ για τον Αγ. Μάξιμο (ή τον Μ. Αθανάσιο) είναι ακριβώς ο πρωταρχικός σπόρος του μηδενός μέσα στα σπλάγχνα του όντος που γεννά την δυνατότητα της αμαρτίας και συνεπώς του κακού, εάν και εφόσον ενεργοποιηθεί απ’ την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, στον Αυγουστίνο είναι, αντίστροφα, η ηθική απόφαση δύο ανθρώπων (του Αδάμ και της Εύας) που γεννάει το κακό (μ’ όλη την ένοχη του – ο Αυγουστίνος είναι ο πατέρας της ενοχής στη Δύση). Αυτό έχει μια πελώρια συνέπεια στο επίπεδο της οντολογίας. Θεωρήθηκε απ’ τον Αυγουστίνο, μ’ όλα αυτά, πως το κακό «εφευρέθηκε» απ’ τον άνθρωπο (με την συνδρομή βεβαίως του διαβόλου, του οποίου η θέση ωστόσο δεν είναι αρκετά ισχυρή, διόλου παράδοξα στο αυγουστίνειο έργο), η δε εφεύρεση αυτή φανερώνει μια πλήρη και ηθελημένη καταστροφή της φύσης του. Με την εφεύρεση δηλαδή αυτή ο άνθρωπος έδειξε πως η φύση του, ενώ πλάστηκε αθώα και καλή απ’ τον Θεό, έγινε ηθελημένα κατ’ ουσίαν κακή -και μάλιστα η γυναικεία φύση. Διότι η γυναίκα, προτού ήδη συναντήσει το Φίδι – Διάβολο, είχε ήδη εντός της την δίψα της δύναμης και την αυθάδεια της εύκολης ισοθεΐας, στις οποίες παρασύρει δόλια και τον Αδάμ, αποδεικνύοντάς τον όμοιό της. 

Μ’ απλά λόγια, κατά την αυγουστίνεια θεολογία, ο άνθρωπος δεν είναι κακός επειδή ηθελημένα ή κατόπιν απάτης μετέχει και αφήνεται στην ενεργούμενη ήδη κοσμική φθορά, αλλά εφευρίσκει αυτός ο ίδιος την φθορά στην φύση του την ίδια. (Δεν αγνοώ πως είναι δυνατόν και στους Έλληνες Πατέρες να βρούμε παρεμφερείς θέσεις, θεωρώ όμως πως αυτές δεν κυριαρχούν θεωρητικά στην πατερική παράδοση, όντας μάλλον κηρυγματικού χαρακτήρα). Έτσι γεννιέται η ιδέα της κληρονομικής ενοχής, καθώς και αυτή του απολύτου προορισμού. Καθώς η φύση του ανθρώπου είναι απολύτως πλέον διεστραμμένη, ο άνθρωπος αδυνατεί ν’ αναζητήσει πράγματι τον θεό και τη Χάρη Του -αυτή η τελευταία μπορεί να είναι μόνον ένα αναγκαστικό και αναντίστατο (ο Αυγουστίνος χρησιμοποιεί εδώ, χαρακτηριστικά τη λέξη irresistible ) δώρο του Θεού σ’ αυτούς που Εκείνος, για άγνωστους λόγους, επιθυμεί. Οι υπόλοιποι είναι καταδικασμένη μάζα – massa damnata . Με τον τρόπο όμως αυτό ελάχιστα γίνεται λόγος περί ελευθερίας στον άνθρωπο. Πράγματι, η ανθρώπινη ελευθερία έχει ελάχιστη σημασία εδώ. ‘Ή μάλλον δεν υπάρχει καν ελευθερία ως εκλογή αλλά ως αναγκαστική αποδοχή της αναντίστατης χάρης του Θεού.

IV Ανακεφαλαιώνω: ενώ όλη η αρχαία φιλοσοφία και η χριστιανική θεολογία (πλην του Μανιχαϊσμού) συμφωνούν κατ’ ουσίαν για το ότι το Κακό είναι απλώς άρνηση του Αγαθού, με τον Αυγουστίνο ο άνθρωπος γίνεται αιτία του κακού, γινόμενος έκτοτε κακός στην ίδια την φύση του -τώρα η κακότητα και η ενοχή της κληρονομούνται, μαζί φυσικά με την καταδίκη τους. Έτσι, ενώ για τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, για παράδειγμα, οι πρωτόπλαστοι αμαρτάνουν άθελα τους και λόγω πνευματικής ανωριμότητας, στον Αυγουστίνο η αμαρτία είναι έκφραση προϋπάρχουσας συνειδητής φυσικής διαστροφής ( pervertio ). Και είναι αδύνατον φυσικά στο σημείο αυτό να περιγράψω τον φόβο και την ενοχή που δημιούργησαν στους αιώνες θέσεις σαν κι αυτές, μαζί με τον συνεχή πειρασμό της κατηγορίας κατά του Θεού του ίδιου, ο Οποίος δημιούργησε μια ανθρώπινη φύση τόσο εύκολα και τόσο βαθιά και μόνιμα διαστρεφόμενη. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα «αμαρτωλό αυτόματο», είναι αδύνα­τον να μην αμαρτήσει, διότι η αμαρτία και το κακό έχουν γίνει μέρος της φύσης του. Μόνο η ανεξιχνίαστη επέμβαση του Θεού μπορεί να σταματήσει το δράμα αυτό και καμιά απολύτως αγαθή ανθρώπινη προαίρεση ή προσπάθεια. Ο Θεός συνεργάζεται ίσως με την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά αποφασίζει μόνος Του, ανεξάρτητα απ’ αυτήν. 

Oι θέσεις αυτές παρέμειναν στην Δυτική θεολογία ισχυρές, παρά την μεγάλη στροφή την οποία επεχείρησε ο άλλος μεγάλος της Δύσης, ο Θωμάς Ακινάτης, αποδίδοντας, όπως οι Έλληνες Πατέρες, και αυτός την αιτία του κακού στην κτιστότητα και την τρεπτότητα των όντων και όχι στο Προπατορικό Αμάρτημα. Την ίδια εποχή η Ελληνική Πατερική θεολογία έχει αποκρυ­σταλλώσει τις θέσεις της για την αιτιολόγηση του κακού, μ’ έναν τρόπο τον οποίο θα μπορούσαμε σχηματικά ν’ αποδώσουμε ως έξης, με βάση τα όσα ήδη είπαμε. Οι αιτίες λοιπόν του κακού είναι εδώ κυρίως τρεις: Πρώτη είναι το ίδιο το γεγονός της κτιστότητας και της εκ του μηδενός δημιουργίας, γεγονός που καθιστά τη φύση των όντων «ευόλισθον» προς το απόλυτο Μηδέν απ’ το οποίο προήλθαν, ειδικά αν ο άνθρωπος θεωρεί την ύπαρξή του αυτάρκη και μη δεομένη θείας Βοηθείας και χάριτος. Δεύτερη αιτία του κακού είναι η ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, ο οποίος, ως πρόσωπο, αμαρτάνει ή σφάλλει σηκώνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη των επιλογών του: η διαστροφή ή καταστροφή της φύσης του ανθρώπου και του κόσμου είναι ένα απλό επιφαινόμενο της λαθεμένης του επιλογής, είναι ένα γεγονός συνεπώς μη μόνιμο αλλά θεραπευόμενο (ήδη σιγά-σιγα από τώρα και τελείως, στα έσχατα) με την αλλαγή και μόνο της θέλησης του ανθρώπου. Και τρίτη αιτία του κακού, συνδεόμενη μάλιστα αρκετά με τις δύο πρώτες, είναι το γεγονός πως ο κόσμος δεν συγκροτείται ως «μονόλογος» του Θεού αλλά ως «διάλογος» Του με τον άνθρωπο.

Για κάθε αγαθή βούληση του θεού, λοιπόν, χρειάζεται μια εξίσου «αγαθή» απάντηση του ανθρώπου. Αν η τελευταία λείπει, η πρώτη ακυρώνεται. Ο Θεός αδυνατεί να κάνει άμεσα το καλό αν ο άνθρωπος το αρνείται. Το κάνει τότε ακριβώς έμμεσα κι αυτό σημαίνει αξιοποιώντας το παραγόμενο κακό προς υπεράσπιση και άμυνα του αγαθού, όπως ακριβώς με τον Ransom , τον μυθιστορηματικό ήρωα με τον οποίο ξεκινήσαμε. Ο Ransom παραχωρήθηκε να περάσει, αρκετά επώδυνα, απ’ το κακό, είναι όμως ο καλύτερος τώρα πλέον υπερασπιστής του αγαθού -αυτός και όχι οι πανευτυχείς και ακακοποίητοι κάτοικοι της Perelandra , οι οποίοι, ακριβώς λόγω της παραδείσιας ευτυχίας τους, αδυνατούν παραδόξως να διακρίνουν το κακό πίσω απ’ τη δολιότητα του πανούργου Weston , όπως ακριβώς άλλοτε συνέβη με τον Όφι και την Εύα της διήγησης της βιβλικής Γενέσεως. Το ότι ο Ransom παρά τη γνώση του Κακού επιθυμεί το Αγαθό και το υπερασπίζεται μέχρι θανάτου, σημαίνει ακριβώς πως, αντίθετα απ’ τον Αυγουστίνο, το κακό δεν ανήκει στη φύση του ανθρώπου, δεν διαστρέφεται ο άνθρωπος καθ’ ολοκληρίαν, αλλά ανάλογα με την ελεύθερη κλίση της προαίρεσής του μπορεί να αναδείξει όλη την έμφυτη αγαθότητα της φύσης του, η οποία εικονίζει άλλωστε την αγαθότητα του θεού του ίδιου. Για την πατερική άλλωστε παράδοση, το κακό είναι κάτι στο οποίο υπόκειται ο άνθρωπος, ακόμη και όταν το πράττει –δεν το εφευρίσκει εξ ου και η απουσία ηθικισμού ή νομικισμού στους Έλληνες Πατέρες. Ο άνθρωπος πάσχει το προκτισιακό μηδέ , όταν δεν μετέχει στη Χάρη του Θεού: αυτό είναι το μυστήριο του κακού.

Είναι λάθος, εξάλλου, το να θεωρείται πως η βιβλική περί του κόσμου έκφραση του Θεού, ως «καλού λίαν», αναφέρεται στην «αρχή» του κόσμου. Πρόκειται για έκφραση εσχατολογική, αναφερόμενη στην εσχατολογική τελείωση του κόσμου, κατά την πατερική τουλάχιστον παράδοση, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού (βλ. η Ευχαριστιακή Οντολογία, Δόμος, Αθήνα 1992). Η έκφραση αυτή σημαίνει οπωσδήποτε και την τελική υπέρβαση του θανάτου, ο οποίος σαφώς φυσικά προϋπήρχε της δημιουργίας του ανθρώπου – διαφορετικά ο κόσμος και ο άνθρωπος θα ήταν, κατά φύση και αναγκαστικά, απ’ την αρχή τους θεοί. Ο θάνατος προϋπήρχε, ως συνέπεια ακριβώς, όπως είπαμε, της εκ του μηδενός δημιουργίας, χωρίς φυσικά ν’ ακυρώνεται η προοπτική υπέρβασης του κατά χάριν και όχι κατά φύσιν – διαφορετικά (αν ο Αδάμ δηλαδή δεν γνώριζε τίποτε περί θανάτου) δεν θα είχε νόημα η προειδοποίηση του Θεού προς αυτόν πως «θανάτω αποθανείσθε», μετά την τυχόν βρώση του απαγορευμένου καρπού.

Στον Αδάμ γίνεται η οντολογική πρόταση για υπέρβαση του θανάτου από μέρους του θεού (και όχι μια πρόταση για ηθική επιλογή)· είναι ο Αδάμ το ον το οποίο ορίζεται θα λέγαμε υπαρξιακά απ’ την πρόταση ακριβώς αυτή του Θεού προς αυτό να γίνει, εν ελευθερία, δι’ αυτού η είσοδος αυτή του ακτίστου στο κτιστό. Στα όρια του νεώτερου υποκειμενισμού η οντολογική αυτή υφή του διαλόγου ανθρώπου και Θεού κινδυνεύει, καθώς το κακό, είτε ηθικολογικά είτε ορθολογικά, τοποθετείται είτε εντός του ανθρώπου, ως μέρος της φύσης του, είτε εκτός του, ως «αντικειμενικό» εξωτερικό γεγονός. Έκτος του ότι καταλήγουν υποχρεωτικά σε διάφορες μορφές θεοδικίας, τα παραπάνω αποκρύπτουν το γεγονός πως το κακό δεν υφίσταται ως αυγουστίνεια φυσική διαστροφή ( pervertio ) λόγω της αμαρτίας, αλλά ως διακοπή, μερική ή πλήρης, του διαλόγου αυτού μεταξύ ανθρώπου και Θεού, ο οποίος ελεύθερα συνάπτει τον θάνατο με τη ζωή, το κτιστό με το άκτιστο. Και μάλιστα, αν τα παραπάνω είναι σωστά, είναι αυτός ακριβώς ο διάλογος που αποτελεί ακριβώς την διαδικασία μέσω της οποίας η εσχατολογική εξάλειψη του κακού γίνεται πιθανή, ως ενσωμάτωση δηλαδή του κτιστού Είναι στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού εν προαιρέσει, ως «κοινωνία γνώμης», κατά την έκφραση του Αγ. Νικολάου Καβάσιλα και όχι απλώς ως υπο­χρεωτική ανάσταση των νεκρών. 

Με τον διάλογο, λοιπόν, αυτό ο άνθρωπος εξαλείφει απ’ την κτίση κάποια κομμάτια του προκτισιακού μηδενός, κατά την προαίρεση του, μεταβάλλοντας την σε κατά χάριν άκτιστο Σώμα Χριστού. Μια τέτοια στάση επιτρέπει στον θεό να επεμβαίνει περισσότερο στον κόσμο, περιορίζοντας το κακό ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν επαρκεί προς τούτο – ουδέποτε όμως, ούτε στα έσχατα, το κακό, ως άρνηση του διαλόγου μετά του Θεού, θ’ αφανιστεί εντελώς, παρά την υποχρεωτική αφθαρσία των όντων. Αυτό το οποίο τότε θα φανεί, όμως, είναι το ότι το κακό δεν αποτελεί μέρος της Δημιουργίας, του Είναι, της Ζωής, αλλά προαιρετική τους άρνηση.

Σε αντίθεση με τον Αυγουστίνο, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, επιπλέον, θεωρεί μόνον την «πτώση της προαίρεσης» διαβλητή, ενώ αυτήν της φύσεως αδιάβλητη. Δεν υπάρχει «κακή φύση» λοιπόν στην πατερική παράδοση · το ίδιο το γεγονός που περιγράφεται στη διήγηση της Γενέσεως ως πτώση του ανθρώπου είναι μια προαιρετική κίνηση αναχώρησης απ’ την βιωματικά αφθαρτοποιό άκτιστη Πρόνοια του Θεού και δεν μας ενδιαφέρει ως ιστορικό γεγονός.

V Αλλά ας επιστρέψουμε και πάλι στη Δύση για να δούμε δι’ ολίγων την συνέχεια και να φθάσουμε και ως τη σύγχρονη Γενετική. Οι εκτιμήσεις μου είναι φυσικά υποκειμενικές και είναι δυνατόν να συζητηθούν και διαφορετικά κάποια σημεία της σχετικής ιστορίας. Τα δύο μεγάλα προβλήματα τα οποία ανέκυψαν στη Δύση εξαιτίας της διάδοσης των θέσεων του Αυγουστίνου, που ήδη εξετάσαμε, νομίζω πως υπήρξαν το πρόβλημα καταρχήν της υπεράσπισης του Θεού και αυτό της υπεράσπισης της φύσης (του ανθρώπου και του κόσμου) στη συνέχεια. Το πρώτο έργο το ανέλαβε ο Γερμανός φιλόσοφος Leibniz και το δεύτερο ο Γάλλος φιλόσοφος Rousseau . Και ο μεν Leibniz (1646 – 1716) επιχείρησε μια ολόκληρη «θεοδικία», λέξη πλασμένη απ’ τον ίδιο και τίτλος ομώνυμου βιβλίου του (1710). Ο φιλόσοφος προσπαθεί να δικαιώσει τον Θεό, υποθέτοντας πως αυτός ανέχεται το κακό με σκοπό να βγει τελικά κάποιο καλό απ’ αυτό, μέσα σ’ έναν κόσμο δημιουργημένο απ’ τον Ίδιο, κόσμο που είναι «ο καλύτερος δυνατός απ’ όσους θα μπορούσαν να δημιουργηθούν», κατά την πασίγνωστη φράση του. Το ότι οι άνθρωποι μπορούν να σκεφθούν καλύτερους κόσμους, τούτο δεν σημαίνει πως αυτοί οι κόσμοι είναι πράγματι καλύτεροι, αφού η ανθρώπινη κρίση σφάλλει, περιοριζόμενη από πάθη υποκειμενικά και την άγνοια. Ο Θεός δημιούργησε τον καλύτερο δυνατό κόσμο, λοιπόν, υπό την προϋπόθεση πως αυτό θα το δούμε στο φως των δικών του επιλογών, οι οποίες είναι κατά πολύ ανώτερες και σοφότερες των δικών μας.

Οι θέσεις αυτές αποτέλεσαν προσφιλή στόχο πλήθους επιθέσεων από πλευράς των αθεϊστών, μ’ όλο που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από την πιο παρωχημένη τους επεξεργασία, αυτή του Hegel, ο οποίος στο κακό είδε, όπως ήδη είπαμε, μια αναγκαία «αρνητικότητα», την οποία το Πνεύμα-Θεός χρησιμοποιεί για μια ανώτερη σύνθεση που περιλαμβάνει μια σύντηξη των δύο (Καλού και Κακού ή Είναι και Μηδενός) μέσα στο Είναι. Νομίζω όμως πως πολύ μεγαλύτερη επίδραση στη Δύση είχε ο άλλος φιλόσοφος, ο υπερασπιστής της ανθρώπινης και κοσμικής φύσης, ο Rousseau (1712 – 1778). Η θέση του Γάλλου φιλοσόφου έχει το προσόν της εξαιρετικής απλότητας: η φύση του ανθρώπου και του κόσμου, λέγει, είναι βαθύτατα καλή και αγαθή. Ενάντια στον Αυγουστίνο (ή τον Καλβίνο) θεωρεί πως η φύση είναι ο καλύτερος δάσκαλος του καλού και η συμφωνία μαζί της κανόνας ζωής και αλήθειας. Ο θάνατος δεν είναι προϊόν συνεπώς αμαρτήματος ή πτώσης και η πολιτική ανισότητα, επιπλέον, είναι εντελώς αστήρικτη.

Με τον Rousseau η Δύση ξαναβρίσκει την θεμελιώδη χριστιανική θέση πως η φύση ανθρώπου και κόσμου είναι έργο του Θεού αγαθό – μόνο που ξαναβρίσκει τη θέση αυτή ως εναντίωση στην επίσημη εκκλησιαστική διδασκαλία, η οποία, είτε στην καλβινική Γενεύη όπου μεγάλωσε ο Rousseau είτε στη ρωμαιοκαθολική ή λουθηρανική υπόλοιπη Ευρώπη, θέλει συνήθως με αυγουστίνειο τρόπο τη φύση πεσμένη και διεστραμμένη. Οι Ευρωπαίοι, με τον Rousseau και στη συνέχεια με τον Διαφωτισμό, ξαναβρίσκουν λοιπόν μια θεμελιώδη πατερική θέση, αλλά ως διαμαρτυρία ενάντια στην Εκκλησία ή τη θεολογία της, διαμορφώνοντας μια ανθρωπολογία την οποία θεωρούν αθεϊστική (και η Εκκλησία επίσης την θεωρεί τέτοια), ενώ είναι χριστιανικότερη της εκκλησιαστικής. Το κακό δεν σταματά εδώ όμως. Χωρίς θεολογική αναφορά, η ανατίμηση αυτή της φύσης είδε μπροστά της ν’ ανοίγεται ο θεωρητικός δρόμος του De Sade . Πράγματι ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας βίαια αντιχριστιανός μαθητής του Rousseau , που αποκαλύπτει πως η φύση δεν διδάσκει μόνον την αρμονία αλλά και τη βία και τον φόνο. 

Η φυσική ζωή θα σήμαινε έτσι την δεξίωση και αυτών λοιπόν των «φυσικών» επιδόσεων, «πέρα απ’ το καλό και το κακό», όπως θα ‘λέγε ο Nietzsche , ο οποίος αποτελεί και την κορύφωση του δρόμου που πήρε η Δύση με τον Rousseau , αντιπαλεύοντας τον Αυγουστίνο. Η φύση υπαγορεύει εν τέλει τη θέληση για δύναμη ως ύψιστο κριτήριο ζωής· έχω δείξει σε παλαιότερο βιβλίο μου (π. Ν. Λ., Η Κλειστή Πνευματικότητα και το Νόημα του Εαυτού. Ο Μυστικισμός της ισχύος και η αλήθεια φύσεως και προσώπου, β΄ έκδ., Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999) πως με τον τρόπο αυτό ο Nietzsche όχι μόνον δεν απομακρύνεται από τον Αυγουστίνο, αλλά υιοθετεί το βαθύτερο σχήμα σκέψης του τελευταίου: στη θέση της πεσμένης φύσης, που στον Αυγουστίνο κυριαρχείται απ’ την αθάνατη και πνευματική ψυχή, τίθεται τώρα όλη αυτή η ανυπόστατη «πνευματικότητα», κυριαρχούμενη απ’ τα ζωτικά φυσικά ένστικτα.

VI Αυτή είναι εν συντομία η πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία γεννιέται ο νεώτερος θεωρητικός προβληματισμός περί του κακού στο χώρο της Γενετικής. Στα νεώτερα χρόνια η ανάπτυξη της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας προχώρησαν σημαντικά περισσότερο όλη αυτή την ορθολογική αναζήτηση του αιτίου του κακού μέσα στα όρια τα ίδια της ανθρώπινης φύσης και ποτέ έξω της. Ακολουθεί η αποδοχή του κακού ως στοιχείου της φύσης με την κατάλληλη «επιστημονική εξήγηση», ή τουλάχιστον η μερική απενοχοποίησή του. Απ’ την πλήρη εξουδένωση της φύσης ως την υπό όρους αποδοχή της όμως το οντολογικό σκηνικό παραμένει αμετάβλητο: καμμιά ουσιαστική προοπτική δεν υφίσταται για την ελευθερία ως δυνατότητα μεταμόρφωσης αυτής της φύσης και όχι απλώς ως αποδοχής ή απόρριψης της.

Θέλω στο σημείο αυτό να εξετάσουμε σύντομα τρία πρόσφατα βιβλία τα οποία θέτουν το πρόβλημα του κακού στην προοπτική της Γενετικής του εξήγησης. Το πρώτο απ’ αυτά είναι το βιβλίο του Robert Wright , The Moral Animal (1994). Στο βιβλίο του ο Wright θέτει υπό συζήτηση αυτό που αποκαλεί «ψυχολογία της εξέλιξης» με βιολογικούς όρους: τα πάντα εξηγούνται ως προερχόμενα από μια επιθυμία επιβίωσης των ανθρώπων που προσδιορίζεται ούτως ή άλλως από τη φυσική επιλογή. Συνεπώς, ελάχιστη γενετική βάση έχει η διάκριση καλού και κακού, ηθικού ή μη ηθικού: όσον αφορά στη σεξουαλική συμπεριφορά των γυναικών, λόγου χάρη, «συγκρατημένες» και πιο «ηθικές» είναι απλώς οι πιο σίγουρες για τον εαυτό τους, ενώ επιθετικές οι πιο ανασφαλείς. Ο στόχος όμως παραμένει ο ίδιος. Για όλες τις συμπεριφορές ισχύει το ίδιο. Η ηθικότητα έρχεται σε αντίθεση στην πραγματικότητα με την εξελικτική λογική, η οποία προσδιορίζεται αποτελεσματικά απ’ τα γονίδια και το περιβάλλον. Αν ήμασταν σε θέση να το αποδεχθούμε αυτό, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, θα διαθέταμε πολλή περισσότερη ανοχή και συγχωρητικότητα προς αλλήλους. Βεβαίως κάθε είδους αλτρουισμός ή ανιδιοτέλεια θα έπρεπε επίσης ν’ αποδοθεί σε γενετικά προσδιορισμένη ανώτερη εξελικτική ιδιοτέλεια.

Το δεύτερο βιβλίο που θα εξετάσουμε είναι αυτό του Lyall Watson , Dark Nature : a Natural History of Evil (1996). Ο Watson υποστηρίζει πως η φύση είναι βαθύτατα μη ηθική, βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού. Αυτό ακριβώς διαφαίνεται μέσα στον κόσμο των γονιδίων, τα οποία απλώς κάνουν οτιδήποτε για επιβίωση, ακολουθώντας κυρίως τις εξής μεθόδους: 1) Είναι εχθρικά προς τους ξένους, 2) Φιλικά προς τους φίλους και 3) Εξαπατούν όσο είναι δυνατόν. Όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά κτίζεται στην πραγματικότητα με βάση τις αρχές αυτές, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, αν και υπάρχουν και άλλες, μη εμφανώς βιολογικές αρχές, όπως ο αλτρουισμός, το μαρτύριο, η ασκητικότητα, οι οποίες δρουν και αυτές όμως με βουλητικούς κατά βάση σκοπούς, επιτρέποντας μια μικρή απλώς ανάδυση απ’ το πέλαγος της φυσικής επιλογής, μια μικρή μα ουσιώδη διαφορά του ανθρώπου απ’ τα ζώα. Τελευταίο είναι το βιβλίο του Β. Appleyard , In Brave New Worlds . Staying Human in the Genetic Future (1998). Στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας αναμετράται μ’ αυτό που αποκαλεί «γονοκεντρισμό» (genocentrism) και τολμά να θέσει το ερώτημα της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης αν τα πάντα σχεδόν στη συμπεριφορά προσδιορίζονται από γονίδια. Το πραγματικό ασυνείδητο, σημειώνει, έχει να κάνει μ’ αυτήν την κρυφή εσώτερη δράση των γονιδίων εντός μας, τα οποία ακολουθούν τους δικούς τους βιολογικούς δρόμους, άσχετα προς τα ήθη και τις συνειδητές μας δήθεν επιλογές. Ο Appleyard θρηνεί για την πιθανότητα μιας πλήρους επικράτησης του «γονοκεντρισμού», πράγμα που θα επέτρεπε σαφώς ολοκληρωτικές λύσεις στο μέλλον, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει να αντιπαραθέσει τίποτε σ’ αυτόν.

VII Είναι φανερό πως μια σειρά οντολογικών και κυρίως θεολογικών ερωτημάτων εγείρονται πλέον ακόμη. Η Δύση βεβαίως παραπαίει ανάμεσα στην σύγχρονη πλήρη αποδοχή και την αρχαία της αυγουστίνεια και καλβινική πλήρη απόρριψη της φύσης, αλλά το ερώτημα στο οποίο η θεολογία δεν απαντά ακόμη είναι αυτό που αναφέρεται στην δυνατότητα μιας πραγματικής σχέσης της φύσης αυτής με τον άκτιστο Θεό. Αν ο Θεός διαθέτει άκτιστες ενέργειες δρων ως πρόσωπο και αν ο άνθρωπος επίσης ως πρόσωπο μπορεί με τις δικές του ενέργειες να δεξιωθεί τον Θεό, τότε η φύση μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνεται, εξαφανιζόμενης κάθε αναγκαστικής φυσικής νομοτέλειας.

Τι είναι όμως το πρόσωπο; Και τι είναι η ελευθερία; Υπάρχει μια βιοχημεία της ελευθερίας; (Αν υπάρχει, δεν υπάρχει ελευθερία…). Που εδράζεται το πρόσωπο ή η ελευθερία μέσα στον άνθρωπο; Στην ψυχή του; Και τι είναι η ψυχή, όταν μάλιστα η ελληνική πατερική παράδοση έχει απορρίψει κάθε μεταφυσική έννοια της ψυχής, θεωρώντας την κατ’ ουσίαν υλική; Έχουμε ακόμη πάρα πολλά πράγματι να μάθουμε ακόμη για τον άνθρωπο, ακριβώς διότι κατά την πατερική θεολογία ο άνθρωπος δεν είναι ένα δεδομένο ον αλλά ένα ον εν τω γίγνεσθαι, που δημιουργείται συνέχεια, και μόνον στα έσχατα θα μάθουμε τι τέλος πάντων είναι. Η μεγάλη συμβολή της Ορθόδοξης θεολογίας στην ανθρωπολογική αυτή απορία είναι ωστόσο πως μας έμαθε πως είναι αδύνατο να χωρίσουμε το περί ανθρώπου ερώτημα απ’ το ερώτημα περί Θεού και πως μόνον η απάντηση σ’ αυτό το τελευταίο προοιωνίζεται και την απάντηση στο πρώτο.

Από το περιοδικό “Σύναξη”, τεύχος 95, Απρ-Ιουν 2005

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του γάλλου Fernand Leger.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

Ο άνθρωπος πλάσθηκε ως εικόνα του Χριστού

 

Image

Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής Λόγοι Επτά (Κείμενο - Μετάφραση). ΟΟΔΕ (εικ.).
Αναδημοσίευση Αρχαίου κειμένου από: http://www.orthodoxfathers.com
Πηγή Μετάφρασης: "Περί της εν Χριστώ ζωής Λόγοι Επτά". Του αγίου Νικολάου Καβάσιλα. Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Α΄ Έκδοση. 1990. Απόσπασμα του 6ου λόγου του αγίου.
 

Κείμενο

Μετάφραση

91. Και γαρ διά τον καινόν άνθρωπον ανθρώπου φύσις συνέστη το εξ αρχής, και νους και επιθυμία προς εκείνον κατεσκευάσθη· και λογισμόν ελάβομεν ίνα τον Χριστόν γινώσκωμεν, επιθυμίαν ίνα προς εκείνον τρέχωμεν· μνήμην έσχομεν ίνα εκείνον φέρωμεν· επεί και δημιουργουμένοις, αυτός αρχέτυπον ην.

92. Ου γαρ ο παλαιός του καινού, αλλ’ ο νέος Αδάμ του παλαιού παράδειγμα. Ει γαρ και καθ’ ομοιότητα του παλαιού τον νέον λέγεται γεγενήσθαι, αλλά δια την φθοράν ης απήρξατο μεν εκείνος, εκληρονόμησε δε ούτος, ως αν την της φύσεως αρρωστίαν τοις παρ’ εαυτώ φαρμάκοις ανέλη, και, η φησι Παύλος, «καταποθή το θνητόν υπό της ζωής».

93. Ως ένεκά γε της φύσεως αυτής αρχέτυπον ο παλαιός Αδάμ ημίν αν είη, τοις πρότερον εκείνον επισταμένοις· ω δε πάντα πριν είναι προ των οφθαλμών, ο πρεσβύτερος του δευτέρου μίμημα, και κατά την ιδέαν εκείνου και την εικόνα πέπλασται μεν, ουκ έμεινε δε· μάλλον δε ωρμήθη μεν προς εκείνην, ου κατείληφε δε. Όθεν και τον νόμον εδέξατο μεν εκείνος, έσωσε δε ούτος· και την υπακοήν απητήθη μεν ο παλαιός, απέδωκε δε ο νέος «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», φησί Παύλος· και ο μεν παρανομών δήλος ην, ων δέον άνθρωπον έχειν ατελώς έχων· ου γαρ παρήει την φύσιν ο νόμος ον υπερβάντα κολάζειν δίκαιον ην, ο δε τέλειος εν άπασιν ην, και· «Τετήρηκα, φησί, τας εντολάς του Πατρός μου.»

94. Και ο μεν την ατελή ζωήν εισήνεγκεν, η μυρίων δείται βοηθημάτων· ο δε της τελεωτάτης, λέγω δη της αθανάτου, πατήρ εγένετο τοις ανθρώποις. Και προς την αθανασίαν η φύσις ηπείγετο μεν εξ αρχής, αφίκετο δε ύστερον επί του Σωτήρος σώματος, όπερ αυτός εις την αθάνατον ζωήν από των νεκρών αναστήσας, ηγεμών υπήρξε της αθανασίας τω γένει. Και ίνα το παν είπω· τον αληθινόν άνθρωπον και τέλειον, και τρόπων και ζωής και των άλλων ένεκα πάντων, πρώτος και μόνος έδειξεν ο Σωτήρ.

95. Ει γε τούτό εστιν ως αληθώς όρος ανθρώπου προς ό βλέπων έσχατον έπλαττεν αυτόν ο Θεός, λέγω δη τον βίον τον ακήρατον, επειδάν φθοράς μεν η καθαρόν αυτώ το σώμα, γνώμη δε πάσης αμαρτίας απηλλαγμένη· ενταύθα γαρ τέλειον αν είη το κατ’ αυτόν, όταν ο δημιουργός αυτόν α δείν ωήθη πάντα εργάσηται, επεί και αγάλματος αποκαθίσταται κάλλος τη τελευταία του τεχνίτου χειρί· ει τοίνυν ο μεν πολλού τινος εδέησεν είναι τέλειος, ο δ’ ην εν άπασι, και της τελειότητος τοις ανθρώποις μετέδωκε και το γένος άπαν εις εαυτόν ήρμοσεν, πως ου τα δεύτερα των προτέρων παραδείγματα, και τον μεν αρχέτυπον είναι χρή νομίζειν, τον δε εκείθεν ειλήφθαι; Των γαρ ατοπωτάτων προς τα ατελή τα τελεώτατα πάντων επείγεσθαι νομίζειν, και τοις βελτίοσι παραδείγματα προκείσθαι τα χείρω, και τους τυφλούς ηγείσθαι τοις βλέπουσιν.

96. Ου γαρ ότι τον χρόνον πρότερα εκείνα δίκαιον αν είη θαυμάζειν, αλλ’ ότι τέλεια ταύτα, των ατελών αρχάς είναι προσήκε πιστεύειν, εκείνο ενθυμουμένους ότι και προς την ανθρώπου χρείαν, πολλά κατεσκεύασται μεν, πρότερα δε, και ο πάντων τούτων κανών άνθρωπος ύστατος απάντων της γης εξελήλυθεν.

97. Είεν.

Υπέρ τούτων τοίνυν απάντων και φύσει και γνώμη και λογισμοίς άνθρωπος προς τον Χριστόν ίεται, ου δια την θεότητα μόνον, η πάντων ούσα τυγχάνει τέλος, αλλά και της φύσεως ένεκα της ετέρας· και ούτος μεν το κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων, ούτος δε τρυφή λογισμών, και το παρά τούτον οτιούν η φιλείν η λογίζεσθαι περιφανής του δέοντος αμαρτία και των εξ αρχής υποτεθέντων τη φύσει παρατροπή.

...Για τον καινό άνθρωπο δημιουργήθηκε εξαρχής η ανθρώπινη φύση. Σ' Αυτόν προσαρμόστηκε ο νους και η επιθυμία. Λάβαμε νου, για να γνωρίζουμε τον Χριστό, επιθυμία για να τρέχουμε προς Αυτόν, μνήμη για να Τον ενθυμούμαστε. Άλλωστε και κατά τη δημιουργία μας Αυτός ήταν το αρχέτυπο.

Γιατί δεν ήταν ο παλαιός Αδάμ πρότυπο τού Νέου Αδάμ, αλλά ο Νέος τού παλαιού. Και αν αναφέρεται ότι ο Νέος Αδάμ γεννήθηκε "εν ομοιώματι τού παλαιού", αυτό λέγεται σε σχέση με τη φθορά που εισήγαγε ο παλαιός Αδάμ και κληρονόμησε ο Νέος, για να καταργήσει την ασθένεια τής φύσεως με τα θεραπευτικά μέσα που διέθετε, και όπως λέει ο Παύλος, "να καταπωθή το θνητό από τη ζωή" (Β΄ Κορ. 5: 4).

Βέβαια, σύμφωνα με τη φυσική τάξη τών πραγμάτων, αρχέτυπο για μάς είναι ο παλαιός Αδάμ, ως προγενέστερος. Για τον Θεό όμως, που έχει τα πάντα προ οφθαλμών πριν γίνουν, ο παλαιός είναι απομίμηση τού Νέου. Πλάστηκε κατά την ιδέα και την εικόνα Εκείνου, αλλά δεν παρέμεινε σ' αυτήν. Ή μάλλον ξεκίνησε γι' αυτήν, αλλά δεν έφθασε. Γι' αυτό και παρέλαβε το νόμο ο παλαιός, αλλά τον διαφύλαξε ο Νέος. Και η υπακοή ζητήθηκε από τον παλαιό, αλλά την εκπλήρωσε ο Νέος "μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού" (Φιλ. 2: 8), καθώς λέει ο Παύλος. Ο πρώτος με την παράβαση τού νόμου φανέρωσε ότι δεν είχε στην εντέλεια αυτά που πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Γιατί δεν ήταν πάνω από τη φύση μας ο νόμος που ήταν δίκαιο να τιμωρεί τον παραβάτη. Ο Δεύτερος όμως ήταν κατά πάντα τέλειος. Γι' αυτό λέει: "Τετήρηκα τας εντολάς τού Πατρός μου" (Ιω. 15: 10).

Εκείνος έφερε στον κόσμο την ατελή ζωή που χρειάζεται μύριες βοήθειες. Αυτός υπήρξε για τους ανθρώπους πατέρας τής τελειότερης ζωής, δηλαδή τής αθανάτου. Η φύση μας έτεινε βέβαια εξ αρχής προς την αθανασία, αλλά έφθασε σ' αυτήν αργότερα χάρη στο Σώμα τού Σωτήρος, που ανέστησε ο Ίδιος εκ νεκρών στην αθάνατη ζωή κι έγινε για το γένος μας αρχηγός τής αθανασίας. Και για να συνοψίσω: Πρώτος και μόνος ο Σωτήρας έδειξε τον αληθινό και τέλειο άνθρωπο και με το ήθος Του και με τη ζωή Του και με όλα τα άλλα.

Αυτός είναι λοιπόν ο προορισμός τού ανθρώπου, προς τον οποίο απέβλεπε ο Θεός, όταν τον δημιουργούσε: η άφθαρτη ζωή. Σ' αυτήν θα φθάσει όταν απαλλαγεί το σώμα του από την φθορά και η θέλησή του από την αμαρτία. Τότε δηλαδή θα τελειοποιηθεί, όταν ο Δημιουργός επιτελέσει σ' αυτόν όλα όσα έκρινε ότι τού χρειάζονται, όπως και το κάλλος τού αγάλματος ολοκληρώνεται στο τελευταίο χέρι τού τεχνίτου. Αν λοιπόν ο παλαιός Αδάμ απείχε πολύ από την τελειότητα, ενώ ο Νέος ήταν κατά πάντα τέλειος και μετέδωσε την τελειότητα στους ανθρώπους και προσάρμοσε στον εαυτό Του όλο το γένος μας, πώς τα δεύτερα δεν είναι υποδείγματα τών παλαιοτέρων; Πώς να μη θεωρούμε ότι ο Νέος είναι το αρχέτυπο από το οποίο προήλθε ο παλαιός; Γιατί είναι τελείως άτοπο  να νομίζουμε ότι τα τελειότερα φέρονται προς τα ατελή και τα κατώτερα γίνονται υποδείγματα για τα καλύτερα ή ότι οι τυφλοί οδηγούν αυτούς που βλέπουν.

Ούτε πρέπει ν' απορούμε, αν προηγούνται εκείνα χρονικά, αλλά να πιστεύουμε ότι τα τέλεια είναι κανόνας για τα ατελή αναλογιζόμενοι και τούτο: Πολλά πράγματα δημιουργήθηκαν για τις ανάγκες τού ανθρώπου πριν από αυτόν, ενώ ο άνθρωπος, ο ρυθμιστής τους, πλάστηκε τελευταίος από χώμα.

Ας είναι.

Για όλους λοιπόν αυτούς τους λόγους ο άνθρωπος και με τη φύση και με τη θέληση και με τους λογισμούς κατευθύνεται προς τον Χριστό. Όχι μόνο εξαιτίας τής θεότητος που είναι ο τελικός σκοπός όλων, αλλά και εξαιτίας τής ανθρώπινης φύσεώς Του. Αυτός είναι το κατάλυμα τών ανθρωπίνων πόθων. Αυτός η τρυφή τών λογισμών. Το ν' αγαπά ή να σκέπτεται κανείς κάτι άλλο εκτός από Αυτόν είναι καταφανής παρέκκληση από το ορθό και εκτροπή από τους όρους που εξαρχής έχουν τεθεί στη φύση...