close

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανέκδοτα με μοναχούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανέκδοτα με μοναχούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

"Ένα χλιμίντρισμα και η εντολή γινόταν αμέσως πράξη..."

 

Image

Πνεύματος κοινωνία

Ο χαριτωμένος ημίονος, ήταν ο προσωπικός μεταφορέας του Οσίου Γερασίμου Μικραγιαννανίτη στις δύσκολες διαδρομές από τη Μικραγιάννα στις Σκήτες και τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ήθελε όμως απαραίτητα πριν τις μεταφορές και τις άλλες δουλειές που έκανε, και ένα μεγάλο φιλί...

Είχε μιαν οικειότητα με τον Γέροντα που ξάφνιαζε. Χαρακτηριστικό είναι πως πολλές φορές μετέφερε μόνο του επισκέπτες σε διάφορα σημεία της Σκήτης, αφού πρώτα ο Γέροντας του ψιθύριζε στο αυτί τον προορισμό, π.χ. “Θα πας τον π. Τιμόθεο στους Δανιηλαίους και θα περιμένεις να τον γυρίσεις πίσω εδώ”. Ένα χλιμίντρισμα και η εντολή γινόταν αμέσως πράξη.

Το ζωάκι σε πήγαινε εκεί που του είπε ο Γέροντας, περίμενε υπομονετικά να τελειώσεις τη δουλειά σου και σε γύριζε πίσω, πολλές φορές αλλάζοντας και τη διαδρομή για να θαυμάσεις το τοπίο...

Επιστρέφοντας ήθελε το απαραίτητο ''φιλί'' από τον Γέροντα. που πολλές φορές το έπαιρνε και από τον αναβάτη και ένα μεγάλο τραγανό παξιμάδι για τα “μεταφορικά”. Τόσο απλή και ωραία έφτιαξε ο Δημιουργός τη ζωή μας, εμείς κάπου τα αλλάξαμε όλα και πήραμε τη ζωή μας λάθος, κατά τον ποιητήν...

Image

Επίσης

Οι άγιοι και τα ζώα  

Αναστάσεις ζώων στους βίους των αγίων

Η οικολογική καρδιά του πολιτισμού μας

Ο π. Γεώργιος Καψάνης για την προστασία του περιβάλλοντος

«Ξωτικά στη μπλογκόσφαιρα» 

Nature is not God - Η φύση δεν είναι Θεός

Ο γέροντας Ισίδωρος και η πλάση... Τα «σιωπηλά και ήσυχα παιδιά της γης»  

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

Μνήμη Γέροντα Νεκταρίου Βιτάλη († 8 Φεβρουαρίου 2018)


Tom Manakis

Image
Ο Γέρων Νεκτάριος Βιτάλης εκοιμήθη εν Κυρίω, τη ογδόη Φεβρουαρίου στίς 5:30 ώρα πρωινή.
(† 8 Φεβρουαρίου 2018)
Την ευχή και την ευλογία σου, Άγιε Γέροντα.
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
«Καλλιπόλεως τόν γόνον καί Λαυρίου τό καύχημα, τῆς ἀγάπης τόν κρίνον, Παναγίας Θησαύρισμα, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, τόν νεότερο ταπεινώσεως ἐραστήν. Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ θαυμαστώσαντι, δόξα τόν ἐν ἐσχάτοις χρόνοις καί καιροῖς σέ ἁγιάσαντι.»
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ ΠΑΤΑΤΕΣ, ΤΙΣ ΑΣΠΡΕΣ ΠΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΛΑΤΣΙΟ - Η Πρόνοια του Θεού στις λεπτομέρειές της
 
 
Αγαπούσε τις τηγανιτές πατάτες. «Το πιο ωραιότερο φαγητό!» έλεγε ο Γέροντας. «Τηγανιτή πατατίτσα!». Αλλ’ εκείνο το βράδυ που γύρισε από μία ομιλία, δεν άνοιξε ούτε το ψυγείο, γιατί το θυμόταν άδειο.
Πήγε να πέσει νηστικός, «σαν άνθρωπος πείναγα, δεν ξέρω μια λιγούρα», έλεγε. «Ρε, μάνα, αν ζούσες, κι ερχόμουν και σου 'λεγα, μάνα, μού κάνεις πατατούλα που ξέρεις πόσο σ’ αγαπάω, αμέσως θα μου 'κανες! Τώρα, θα πέσω στο κρεβάτι νηστικός…».
Έπεσε μ’ ένα μικρό παπλωματάκι, αλλά, «κάποια στιγμή κρύωνα, κρύωνα…», ώσπου ξυπνάει, είχε ξεπαγιάσει, «κοιτάω… ακούω τη μητέρα μου, που μου λέει (σ.σ. η κεκοιμημένη μητέρα του): Παιδί μου, θα κρυώσεις…».
Είχε καταλάβει νωρίτερα ότι κάποιος έρχονταν και τον σκέπαζε γιατί το πάπλωμα έπεφτε κι εκείνη τον σκέπαζε.
«Σ’ ευχαριστώ, μάνα! Σ’ ευχαριστώ, μάνα!».
Άκουσε, τότε, να του λέει η κεκοιμημένη μητέρα του:
«Παιδί μου, άκουσε να δεις, λες ότι πεινάς… Άνοιξε το ψυγείο και θα βρεις κάτι να φας. Ν’ ανοίξεις το ψυγείο και θα φας! Ακούς, τι σου λέω! Σήκω πάνω!».
 
Είπε ο Γέροντας: «Να σηκωθώ… Τι να πάω να δω; Αφού δεν είχα τίποτα…». Είχε, όμως, ξεχάσει εκείνο το κουτάκι.
«Ένα κουτάκι τόσο (σ.σ. μικρό) σε μια τσαντούλα πλαστική», που δεν το είχε ανοίξει από την ώρα που το πήρε δώρο απ’ τους ανθρώπους γιατί υπέθεσε πως είχε μέσα πάστες από ένα ανδρόγυνο που ερχόντουσαν, «κι όταν ερχόντουσαν ξέρανε ότι μ’ άρεσαν οι πάστες οι άσπρες και μου έφερναν».
Τις είχε βάλει στο ψυγείο, χωρίς να τις ανοίξει. Τις είχε ξεχάσει εντελώς. «Α, οι πάστες!» λέει. «Μωρέ, θα τις φάω εγώ κι ας ανεβεί το ζάχαρο! Ανοίγω το κουτάκι και τι να δω;».
Έκπληκτος είδε μέσα στο κουτί, που πάντα είχε μέσα το γλυκό, «ένα κομμάτι κασέρι, σαλάμι, μια ντομάτα και ψωμί φρέσκο».
«Καλά, αυτοί ποτέ δε μου είχαν φέρει κολατσιό… Τι είναι αυτά; Πως τα φέρανε εδώ;».
Τα έφαγε και στύλωσε. 
 
Image
Την άλλη μέρα, πήρε στο τηλέφωνο την ευλαβή κυρία του ανδρογύνου για να λύσει την απορία του.
«Λέει, άχου πάτερ, σας σκεπτόμασταν!».
«Γιατί;» της λέει.
«Ήρθαμε και σας είδαμε, κι αντί να σας αφήσουμε τις πάστες, αφήσαμε το κουτί με το κολατσιό, που θα γυρίζαμε και θα καθόμασταν κάπου να φάμε!».
Η Πρόνοια του Θεού είναι γραμμένη για εμάς από μέρες, δευτερόλεπτα, περιόδους και χρόνια στις λεπτομέρειες της. Αν δεν χαλάγαμε το Σάββατο το βράδυ με τις αγωνίες μας, θα τρώγαμε άσπρη πάστα σήμερα το βράδυ.
 
Στη Μνήμη του Παππούλη Μας Γέροντος Νεκταρίου Βιτάλη
Εκοιμήθη † 08.02.2018
 
Κ.γ.Π.

Μπορείτε να δείτε επίσης:
 
 
Και ένα μικρό κέρασμα (ξεχαστήκαμε...)
 
 
 
 

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021

'Oλες οι γυναίκες του κόσμου ήταν σαν την Παναγία και σαν τη μάνα του


Μιχάλης Μάλαμας (facebook)
Τι & πώς

Image
Περάσαμε από ένα κελί έξω από τις Καρυές το κελί του παπά Γρηγόρη. Αυτός ήρθε πολύ μικρός στο Άγιο Όρος, περίπου δέκα-δώδεκα ετών, και έγινε μοναχός.
Όταν πήγαμε εμείς ήταν γύρω στα ογδόντα πέντε με ενενήντα, και δεν είχε βγει ποτέ έξω από το Άγιον Όρος.
-Γέροντα θυμάστε τις γυναίκες;
-Ναι, τις θυμάμαι.
Και δεν μας φτάνει αυτό το όμορφο ναι, που ήταν αφοπλιστικό, ξαναρωτάμε:
-Πώς είναι οι γυναίκες γέροντα;
Και περιμένουμε να μας περιγράψει πως είναι μια γυναίκα. Κλείνει τα μάτια του, σοβαρεύει εκείνη την ώρα και λέει:
-Όταν κοιτάζω την Παναγία, θυμάμαι τη μάνα μου.

Και όλες οι γυναίκες του κόσμου για τον παπά Γρηγόρη ήταν σαν την Παναγία και σαν τη μάνα του.
Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό να αρχίσεις να μπερδεύεις τους Αγίους με τους ανθρώπους,
και βλέπεις μέσα στο ναό οι άγιοι είναι από ένα σημείο και μετά, από ένα σημείο και κάτω που είναι τα στασίδια είμαστε εμείς,
κι αυτός είναι ένας κύκλος,
στην κορυφή ο Παντοκράτορας και συνεχίζει και φτάνει μέχρι κάτω εκεί που είμαστε εμείς.
Τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί...
Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορέσουμε να το νιώσουμε έστω και κάποια στιγμή.
Κάποια στιγμή...

Ιερομόναχος Αναστάσιος (Κελίου Τιμίου Προδρόμου - Διονυσίου του εκ Φουρνά)

Για μια βόλτα:

«Αν στο πρόσωπο κάθε γυναίκας βλέπαμε την Παναγία, δεν θα είχαμε τέτοια εγκλήματα»

Θεοτόκος, η μητέρα του Φωτός [από εκεί η παρακάτω εικ.]

Λίγα λουλούδια για την Ημέρα της Γυναίκας...

Μην είσαι sexy

Η πιο sexy απ' όλες...
Miley Cyrus - ή: γιατί επείγει να ενταθεί η Ορθόδοξη Ιεραποστολή στο δυτικό κόσμο... 

 
Περί γάμου και συζυγικής απιστίας
Έρωτας, σεξ, γάμος και μοναχισμός
Ο πολιτισμός της νεκροκεφαλής
Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι ευχαριστώ!
Η αμαρτία (χωρίς ηθικισμούς)


ΕΛΑ ΟΠΩΣ ΕΙΣΑΙ!
ΖΗΣΕ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ!
Αυτογνωσία
Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός
Είσαι ο άνθρωπός μου;
Ελεωνόρα Ζουγανέλη, "Έλα!" - Σαν προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου...
Προσευχές από τους «τελειωμένους»...
 
Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι
H παρεξηγημένη αγιότητα
Άγιος Πορφύριος: Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ’ τους ανθρώπους
 

Δεκαπενταύγουστος: εποχή ανεφοδιασμού και εξοπλισμού - καιρός "αντεπίθεσης"!...

Image

Οι άγιοι Δεκαπεντιστάδες! (εξαιρετικό άρθρο)
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΝΑ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ  



Και:
Οι θρησκευτικές γιορτές ως παράγοντας ποιότητας ζωής

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

"Ένας άγγελος ζήτησε από εμένα να προσευχηθώ γι' αυτόν!"

 Image result for φικος ζωγραφικη στους τοιχους

Σύλλογος Φίλων των Απανταχού Κρυπτοχριστιανών 
(εικ. από εδώ, έργο Φίκου)
 
Ἕνας Γέροντας εἶπε ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ἀναχωρητής, ποὺ κατοικοῦσε στὴν πιὸ βαθιὰ ἔρημο ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια κι εἶχε ἀποκτήσει χάρισμα διορατικό, ὥστε νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀγγέλους. Καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς:
Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες πλησίασαν στὴ σπηλιὰ τοῦ Γέροντα. Ἀπὸ μακριὰ βλέπουν κάποιον σὰν ἄνθρωπο ντυμένο στὰ λευκὰ νὰ στέκεται πάνω σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς λόφους ποὺ ἦταν κοντὰ στὸν ὅσιο σὲ ἀπόσταση πρίπου τριῶν σημείων.
Τοὺς φώναξε:
«Ἀδελφοί, ἀδελφοί».
Αὐτοὶ τὸν ρώτησαν:
«Ποιὸς εἶσαι καὶ τί θέλεις;»
«Νὰ πεῖτε, τοὺς ἀποκρίθηκε, στὸν ἀββᾶ ἐκεῖνον ποὺ θὰ συναντήσετε: θυμήσου αὐτὸ ποὺ σὲ παρακάλεσα».
Οἱ ἀδελφοὶ ἦρθαν, βρῆκαν τὸν Γέροντα, τὸν χαιρέτισαν καὶ πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ παρακαλοῦσαν νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ὠφελήθηκαν πολύ.
Τοῦ μίλησαν καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶδαν καθὼς ἔρχονταν, καὶ τὴν παράκλησή του. Ὁ Γέροντας κατάλαβε ποιὸς ἦταν, ἀλλὰ προσποιοῦνταν ὅτι δὲν τὸν ἤξερε. Μάλιστα ἔλεγε: «Κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δὲν κατοικεῖ ἐδῶ». Οἱ ἀδελφοὶ ὅμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες καὶ ἀγκαλιάζοντας τὰ πόδια του τὸν ὑποχρέωναν νὰ πεῖ ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶδαν.
Ὁ Γέροντας τοὺς σήκωσε ὄρθιους καὶ τοὺς εἶπε:
«Δῶστε μου τὸν λόγο σας ὅτι δὲν θὰ μιλήσετε ἐπαινετικὰ σὲ κανέναν γιὰ μένα σὰν γιὰ κάποιον ἅγιο, μέχρι νὰ φύγω στὸν Κύριο, καὶ τότε θὰ σᾶς μιλήσω καθαρὰ γιὰ τὴν ὑπόθεση».
Ἐκεῖνοι ἔκαναν ὅπως τοὺς ζήτησε. Τοὺς λέει λοιπόν:
«Αὐτὸς ποὺ ἔχετε δεῖ ντυμένο στὰ λευκὰ εἶναι ἄγγελος Κυρίου, ποὺ ἦρθε ἐδῶ καὶ παρακαλεῖ ἐμένα τὸν ἀδύναμο καὶ μοῦ λέει: «Ἱκέτευσε τὸν Κύριο γιὰ μένα, νὰ ξαναγυρίσω στὸν τόπο μου, γιατὶ ἔχει πιὰ συμπληρωθεῖ ἡ προθεσμία ποὺ ὁρίσθηκε σὲ βάρος μου ἀπὸ τὸν Θεό».
Στὴν ἐρώτησή μου «ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ποινῆς σου;» ἀπάντησε:
«Συνέβη σὲ μία ἐπαρχιακὴ πόλη πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ παροργίζουν τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες τους γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, καὶ μ᾿ ἔστειλε νὰ τοὺς παιδεύσω μὲ εὐσπλαχνία. Ἐγὼ ὅμως ὅταν τοὺς εἶδα πολὺ νὰ ἀσεβοῦν, τοὺς ἐπέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, μὲ ἀποτέλεσμα πολλοὶ νὰ ἐξοντωθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ μοῦ ἐπεβλήθη ἡ ἀπομάκρυνσή μου ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ποὺ μοῦ εἶχε ἀναθέσει τὴν ἀποστολή».
Ὅταν τοῦ εἶπα «καὶ πῶς εἶμαι ἄξιος νὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ γιὰ ἕναν ἄγγελο;», ἐκεῖνος εἶπε:
«Ἂν δὲν ἤξερα ὅτι ὁ Θεὸς δέχεται τὴν προσευχὴ τῶν γνήσιων δούλων του, δὲν θὰ ἐρχόμουν καὶ δὲν θὰ σὲ ἐνοχλοῦσα».
Ἐγὼ ἀναλογίσθηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔκανε ἄξιο νὰ μιλάει μαζί του καὶ νὰ τὸν βλέπει, ἐπίσης οἱ ἄγγελοί του νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἔχουν ἐπαφὴ μαζί τους, ὅπως ἔχει γίνει μὲ τοὺς μακάριους δούλους του Ζαχαρία καὶ Κορνήλιο καὶ τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τοὺς ἄλλους ἁγίους. Ἔνιωσα κατάπληξη μ᾿ αὐτὰ καὶ δόξασα τὴν εὐσπλαχνία του».
Μετὰ ἀπ᾿ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ὁ τρισμακάριστος πατέρας μας ἀναπαύτηκε. Οἱ ἀδελφοὶ τὸν ἔθαψαν τιμητικὰ μὲ ὕμνους καὶ προσευχές. Κι ἐμεῖς ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετὲς αὐτοῦ τοῦ Γέροντα μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ φτάσουν στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειάς του.
Ἕνας Γέροντας ἔλεγε ὅτι δὲν πρέπει κανεὶς νὰ μεριμνᾷ γιὰ τίποτε παρὰ μόνο γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρόσθετε:
«Κι ἂν ἀναγκασθῶ νὰ φροντίσω γιὰ γήινη ἀνάγκη, ποτὲ δὲν τὴν σκέφτομαι πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα της».


Μέγα Γεροντικό


Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

"Εάν έμενες, θα έφευγα!..."


Image

Σύλλογος Φίλων των απανταχού Κρυπτοχριστιανών

Κάποιος μοναχός προσευχόταν στο κελλί του, όταν είδε μπροστά του να παρουσιάζεται σε όραμα η μορφή του Χριστού. Ο μοναχός παρατηρούσε το Θείο Πρόσωπο εκστατικός...
Έμεινε εκεί ακίνητος για πολλή ώρα, ώσπου άκουσε το χτύπο του ρολογιού, που του θύμισε ότι έπρεπε να δώσει το καθιερωμένο συσσίτιο σε κάποιους φτωχούς που συντηρούσε το Μοναστήρι.

Είχε μπροστά του το θείο όραμα, αλλά η σκέψη του καθήκοντος ήταν τόσο δυνατή, που σηκώθηκε να κάνει τη διακονία του.
Όταν, ύστερα από μία περίπου ώρα, ξαναγύρισε στο κελλί του, βρήκε τον Θείο Επισκέπτη στην ίδια θέση να περιμένει!
Κοίταξε ο Χριστός το μοναχό και με γλυκύτητα του είπε:
- Εάν έμενες, θα έφευγα!...
Αγάπη στο Χριστό σημαίνει αγάπη στον πλησίον...


῞Ελα σ’ ἐμᾶς, Κύριε, σέ ὥρα σκοτοδύνης, στήν ἄκρη τοῦ βουνοῦ...
Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι
ΕΛΑ ΟΠΩΣ ΕΙΣΑΙ!
ΖΗΣΕ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ!

Είσαι ο άνθρωπός μου;
Miley Cyrus - ή: γιατί επείγει να ενταθεί η Ορθόδοξη Ιεραποστολή στο δυτικό κόσμο...
Ελεωνόρα Ζουγανέλη, "Έλα!" - Σαν προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου...
Αυτογνωσία 
Επιείκεια, κατανόηση, αγάπη!...  

 
Συναξαριστής του 21ου αιώνα: επειδή η αγιότητα δεν έχει ημερομηνία λήξεως 
Μαρία η Μαία, η σύγχρονη μάρτυρας με τα 10 παιδιά  († Ιούνιος 2018)
 
Ένας άστεγος, μια τυρόπιτα & μια πνευματική σόμπα, δώρο του Χριστού...

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

''Αββά, τι να κάνω που χάνεται η ψυχή μου;''


Image

Ευεργετινός (ήτοι Συναγωγή των θεοφθόγγων ρημάτων και διδασκαλιών
των Θεοφόρων και Αγίων Πατέρων) 

Πνεύματος Κοινωνία

Ένας αδελφός πήγε στο όρος της Φέρμης, στον μεγάλο γέροντα, και του είπε: «Αββά, τι να κάνω που χάνεται η ψυχή μου;».

«Γιατί, παιδί μου;» τον ρώτησε ο γέροντας. Ο αδελφός αποκρίθηκε: «Όταν ήμουν στον κόσμο, έκανα στ’ αλήθεια πολλές νηστείες και αγρυπνίες και είχα μέσα μου πολλή κατάνυξη και θέρμη. Τώρα όμως (ενν.: τώρα, που έγινα μοναχός) δεν βλέπω μέσα μου κανένα καλό».

«Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε ο γέροντας, «όσα έκανες όταν ήσουν στον κόσμο, τα έκανες επειδή η κενοδοξία και ο έπαινος των ανθρώπων έβαζαν μέσα σου αυτή την προθυμία, ο Θεός όμως δεν τα δεχόταν.

Γι’ αυτό ούτε ο σατανάς σε πολεμούσε, γιατί δεν τον ένοιαζε να κόψει την προθυμία σου, αφού δεν είχες καμία ωφέλεια από αυτήν...

Τώρα όμως, που είδε ότι έγινες στρατιώτης του Χριστού και βγήκες να τον πολεμήσεις, πήρε και αυτός τα όπλα εναντίον σου. Πλην όμως στον Θεό αρέσει ο ένας ψαλμός που λες τώρα με κατάνυξη, παρά οι χίλιοι που έλεγες στον κόσμο· και δέχεται ο Θεός τη λίγη τωρινή νηστεία σου περισσότερο από τις εβδομάδες που νήστευες στον κόσμο...».

Ο αδελφός απάντησε: «Καθόλου δεν νηστεύω τώρα, αλλά όλα τα καλά που είχα στον κόσμο έφυγαν από εμένα». Και ο γέροντας του είπε: «Αδελφέ, σου φτάνει αυτό που έχεις. Μόνο κάνε υπομονή, και καλά είσαι».

Καθώς όμως ο αδελφός επέμενε και έλεγε: «Αλήθεια, αββά, χάνεται η ψυχή μου», ο γέροντας του είπε: «Πίστεψε, αδελφέ, δεν ήθελα να σου το πω, για να μη βλαφτεί ο λογισμός σου. Επειδή όμως βλέπω ότι ο σατανάς σε έριξε σε αποθάρρυνση, σου λέω:

Το ότι νομίζεις πως όταν ήσουν στον κόσμο έκανες καλά και είχες καλή ζωή, είναι υπερηφάνεια. Έτσι νόμιζε και ο Φαρισαίος και έχασε όλα τα καλά που είχε κάνει.

Επίσης, το ότι τώρα πιστεύεις πως τίποτε καλό δεν κάνεις, σου φτάνει, αδελφέ, για να σωθείς, γιατί είναι ταπείνωση. Έτσι δικαιώθηκε και ο τελώνης, χωρίς να κάνει κανένα καλό.

Γιατί στον Θεό είναι πιο αρεστός ένας άνθρωπος αμαρτωλός και αμελής με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση, παρά εκείνος που κάνει πολλά καλά και έχει την ιδέα ότι γενικά κάνει κάτι καλό».

Ο αδελφός ωφελήθηκε πάρα πολύ και έβαλε μετάνοια στον γέροντα λέγοντας:

«Σήμερα, αββά, σώθηκε η ψυχή μου με τη βοήθειά σου».

Ευεργετινός, "Η ταπεινοφροσύνη είναι εντελώς ανίκητη από τους δαίμονες", υπ. 44, τόμος Α΄, Το Περιβόλι της Παναγίας.


Και:

Κάτι τύποι με μαύρα που ζουν στον κόσμο τους
Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός
Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά
Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι

Αυτογνωσία
Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων 
Ηθικισμός; Όχι, ευχαριστώ!

Μαγεία! Ευλογία! Μέθη!
Δίψα & άμεση γνώση του Θεού, ειρήνη και αγάπη
ΕΛΑ ΟΠΩΣ ΕΙΣΑΙ!  
ΖΗΣΕ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ!

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ένας ξυπόλυτος ασκητής στο δικαστήριο...

Ο γερο-Φιλάρετος 
Τι και πώς
 
Image
Εχω διαβάσει στο Λαυσαϊκόν του Παλλαδίου τα εξής περί του αββά Ωρ: «Ούτος εν τη ερήμω διάγων, ήσθιεν μεν βοτάνας και ρίζας γλυκείας, έπινεν δε και ύδωρ ότε ηύρισκεν, εν ευχαίς και ύμνοις διατελών πάντα τον χρόνον». Νομίζω αποδίδουν άριστα τα της ασκητικοτάτης βιοτής του πατρός Φιλαρέτου.
Ηταν ενα από τα εύοσμα άνθη που φυτρώνουν στα βράχια των Καρουλίων! Φίλος  της αρετής όντως. Πάντα κυκλοφορούσε ξυπόλυτος.
Μια μέρα ο Γέροντάς μας, ο π. Γερόντιος, θέλοντας να τον δοκιμάσει αν είναι από τον Θεόν η τόση αγάπη και απλότητά του ή από εγωισμό, του είπε:
«Πάτερ Φιλάρετε...»
«Ευλογείτε, Γέροντα».
«Είσαι υποκριτής! Μας δείχνεις ότι περπατάς ξυπόλυτος και με κουρελιασμένα ράσα, για να κάνεις τον ταπεινό!
«Γέροντα», απήντησεν εκείνος κατεβάζοντας ταπεινά το κεφάλι, «είμαι υποκριτής! Ομως τι να κάνω για να... θεραπευθώ;»
«Να βάλεις παπούτσια και να σουλουπωθείς».
«Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα· αυτό θα κάνω».
Εβαλε βαθιά μετάνοια κι έφυγε. 
 
Πήγε αμέσως και βρήκε κάτι παμπάλαια παπούτσια και τα είχε κάτω από τη μασχάλη του και, όταν ήλθε στην πόρτα του ησυχαστηρίου μας, τα έβαλε και μπήκε! Αυτό έγινε με πόνο πολύ, διότι, τόσα χρόνια ξυπόλυτος, τα πέλματα είχαν πρησθεί και δεν χωρούσαν σε παπούτσι για πολλήν ώρα. Ομως η υπακοή, βλέπετε, και η ταπεινοφροσύνη κάνουν θαύματα! Η αρετή φαίνεται όταν σε ελέγχει ο αδελφός κι εσύ ταπεινώνεσαι αδιαμαρτύρητα. Ο διάβολος καίγεται με τέτοια συμπεριφορά...
«Τώρα, μάλιστα! Τώρα είσαι όντως ταπεινός μοναχός» του είπε ο Γέροντάς μας.
«Ευλόγησον, Γέροντα, ευλόγησον» είπε και, αφού έβαλε μετάνοια, απομακρύνθηκε παραπατώντας σαν παιδί...

Δίπλα στο ασκητήριό του φύτρωναν αγριόχορτα. Τα έκοβε και, μολονότι του ήσαν απολύτως απαραίτητα, μας τα έφερνε λέγοντας:
«Φάτε, πατέρες. Του Θεού είναι κι αυτά και πρέπει να τα τρώγουν αυτοί που ευαρεσθούν εις Αυτόν και όχι οι ράθυμοι σαν εμένα!»

Κάποια μέρα πέρασε από εκεί ένας ρασοφόρος, ο οποίος είπε πως ήτο διάκονος. Βλέποντας τα παλαιά βιβλία του ασκητού, τα έβαλε στο μάτι και με τρόπο τ’ αφήρεσε. Εφυγε παίρνοντάς τα μαζί του. Κατευθύνθηκε στη Δάφνη, μη γνωρίζοντας ότι στο τελωνείο της γίνεται έλεγχος στους εξερχομένους. Εκεί λοιπόν τον συνέλαβαν!
«Πού τα βρήκες αυτά;» τον ρώτησαν.
«Μου τα... πούλησε ο πατήρ Φιλάρετος, εις τα Καρούλια!»
Είπε ψέματα για να δικαιολογηθεί και συνέχισε τη φρικτή συκοφαντία του:
«Αυτός είναι αρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιά βιβλία!»
Οι αστυνομικοί ήλθαν εδώ στην έρημο κι έκαναν ανακρίσεις. Στη συνέχεια, έχοντας πεισθεί από τον πανούργο αυτόν άνθρωπο, μήνυσαν τον άγιον ασκητή! Κάποια μέρα έφθασαν σ’ εμάς οι κλήσεις, γιατί απ’ εδώ περνούν τα πάντα. Οι ασκηταί δεν γνωρίζουν από αυτά, αλλά και γενικότερα δεν ασχολούνται με βιοτικά πράγματα. Με τις κλήσεις εκαλείτο λοιπόν να δικασθεί! 
Τον ενημερώσαμε σχετικά κι εκείνος μας είπε: «Εγώ δεν γνωρίζω πού να πάω. Σας παρακαλώ σεις να με οδηγήσετε». 
Ε, εμείς κάναμε ό,τι έπρεπε, του δώσαμε μερικά ρουχαλάκια -γιατί τα μοναδικά δικά του ήσαν ξεσχισμένα από την τραχιάν ασκητική ζωή- και είπαμε σ’ έναν γνωστό μας δικηγόρο να πάει να τον βοηθήσει. Του δώσαμε και λίγα χρήματα για να πάει στη Θεσσαλονίκη να δικασθεί. Ποιος; Εκείνος τον οποίον ούτε ο Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δεν θα δικάσει «εν εκείνη τη ημέρα». Ενας ουράνιος άνθρωπος, ο οποίος ευωδίαζε άρωμα ασκήσεως! Παρά ταύτα ο άγιος ασκητής μάς είπε: «Εγώ θα κάνω υπακοή στην Πολιτεία και θα πάω, όπως μου λένε, να δικασθώ».
 
Image
Ασκητήριο στα Καρούλια (από εδώ)
Εφυγε για τη Θεσσαλονίκη αυτός που είχε να βγει από το Αγιον Ορος πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Πενήντα οκτώ χρόνια ασκητής εδώ, στο Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια και πίνοντας το νεράκι του Θεού! 
Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος, ο οποίος είχε φθάσει σε πολύ μεγάλα μέτρα αρετής, πήγε και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. 
Πώς γίνονται εκεί ούτε που ξέρω. Δεν πήγα ποτέ σ’ αυτές τις πόρτες... Απλώς θυμάμαι, όπως μας τα έλεγε ο ευλογημένος αυτός Γέροντας. Τον φώναξε λοιπόν ο πρόεδρος του δικαστηρίου:
«Ο μοναχός Φιλάρετος;»
«Εγώ είμαι ο ελεεινός» απήντησε ταπεινά σκύβοντας το κεφάλι.
«Γιατί πούλησες τα βιβλία αυτά;»
«Δεν τα πούλησα, αδελφέ! Να, πέρασε ο αδελφός και τα πήρε να τα διαβάσει και ασφαλώς θα τα γύριζε. Εγώ αυτό πίστευα...»
«Πρέπει να ορκισθείς, πάτερ, για να είσαι πιστευτός. Αυτή είναι η τάξη του δικαστηρίου».
«Α, δεν ορκίζομαι γιατί στο άγιον Ευαγγέλιο λέει “μη ομώσαι όλως”!»
«Μα πρέπει, πάτερ, να ορκισθείς».
«Πώς ορκίζονται;»
«Βάζοντας την παλάμη πάνω στο Ευαγγέλιο».
Ο π. Φιλάρετος τότε... έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες μπροστά στο ιερό Ευαγγέλιο και το ασπάσθηκε μ’ ευλάβεια, λέγοντάς τους:
«Αρκείσθε σ’ αυτό;»
«Οχι, πάτερ, πρέπει να βάλεις το χέρι σου στο Ευαγγέλιο και να πεις “ορκίζομαι...” κ.λπ.».
«Δεν μπορώ να ορκισθώ».
«Μα, αν δεν ορκισθείς, θα πας εννέα μήνες φυλακή...»
«Να πάω φυλακή χίλιες φορές! Εγώ αναμένω την αιωνία καταδίκη από τον Θεό για τις αμαρτίες μου και θα σκεφθώ τη φυλάκιση των εννέα μηνών;»
Παρών ήτο και ο ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας από μεγαλοπρέπεια και ύφος- ατσαλάκωτος μέσα στα γυαλιστερά ράσα του. Είχε βάλει έναν δικηγόρο, ο οποίος είπε ένα σωρό ψεύδη. Μεταξύ άλλων ο δικηγόρος είπε:
«Πώς είναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, να κλέψει ο εκλεκτός αυτός κληρικός τα βιβλία αυτού του ρακενδύτου; Είναι δυνατόν; Μήπως τα είχε ανάγκη; Αν είναι δυνατόν...».
Εν τέλει, με αυτές τις ψευδομαρτυρίες και τη διαστρέβλωση της αληθείας, δικαιώθηκε ο απαστράπτων  κλέπτης και καταδικάσθηκε ο ενάρετος ασκητής, ο οποίος παρουσιάσθηκε με φτωχικά ράσα, χωρίς την τέχνη του ψεύδους και, φυσικά, δίχως να ορκισθεί. Βγήκε λοιπόν η καταδικαστική απόφαση και τον πήρε ο αστυνομικός να τον οδηγήσει στη φυλακή!
Οι ιθύνοντες δεν συγκινήθηκαν και συγκινήθηκε το ακροατήριο. 
ImageΕκαναν πρόχειρον έρανο μεταξύ τους και μάζεψαν το ποσό που χρειαζόταν για ν’ απαλλαγεί ο ασκητής από τη φυλάκιση. Με απλότητα τους ευχαρίστησε κι έφυγε χαρούμενος, επιστρέφοντας εδώ στα Καρούλια, χώρο της μακροχρονίου ασκήσεώς του. Ευχαριστούσε κι εμάς που τον βοηθήσαμε με τις πενιχρές δυνάμεις μας: «Ευχαριστώ, πατέρες», μας έλεγε, «εύχεσθε να λυτρωθώ και από την αιωνία φυλακή!» Μεταξύ άλλων ήταν ενθουσιασμένος με τον δικηγόρο που είχαμε στείλει για να τον υπερασπισθεί. Ο αγαθός ασκητής, κάνοντας πάντα καλούς λογισμούς, τα έβλεπε όλα υπέροχα κι έλεγε και ξανάλεγε εντυπωσιασμένος:
«Αυτός ο δικηγόρος έχει πνεύμα Θεού! Οπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα, έτσι τα έλεγε».
«Γέροντα», του είπα, «η τέχνη του είναι αυτή...».
«Οχι, ευλόγησον, πνεύμα Θεού είναι» επέμενε ο Γέρων!
Τον ρώτησα:
«Γέροντα, πώς είδες τον κόσμο ύστερ’ από πενήντα οκτώ χρόνια που είχες να βγεις από το Αγιον Ορος»;
Ο καλός άνθρωπος που τα βλέπει όλα καλά έχει, όπως είπαμε, μόνον αγαθούς λογισμούς. Είπε λοιπόν ο Γέρων Φιλάρετος:
«Τι να σας πω, πατέρες, όλοι οι άνθρωποι έξω είναι πολύ καλοί. Ολοι τρέχουν πέρα δώθε για τη σωτηρία τους, εκτός από μένα τον ράθυμο και αμαρτωλό που κάθομαι σ’ αυτά εδώ τα βράχια και δεν εργάζομαι όπως πρέπει, όπως είναι το θέλημα του Θεού!»
Αυτά είπε και μπήκε στο ασκητήριό του, δοξάζοντας τον Θεό που στα τέλη της ζωής του τού έδωσε αυτή τη δοκιμασία για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως έλεγε συνεχώς.
 
Image
Ο μεγάλος και άγιος Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929), αφηγητής στην παρούσα διήγηση.
 
Οταν έφθασε σε βαθύ γήρας, μας εκάλεσε μίαν ημέρα στο ασκηταριό του. Πήγαμε με τον π. Ακάκιο. Με χαρά μας είπε:
«Καλώς τα παιδιά μου! Καλά κάνατε που ήλθατε, διότι άλλη φορά δεν θα σας δω! Εγώ απόψε θα φύγω... Θέλω όμως, πριν συμβεί αυτό, να με αναπαύσετε».
-Τι θέλεις, Γέροντα;
-Να μου ψάλετε! Πείτε κάτι να ευφρανθεί η ψυχή μου.
Ψάλαμε διάφορα κι ο Γέροντας έκλαιγε από χαρά και σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μας είπε:
«Τώρα, κάτι τελευταίο: Θέλω να μου ψάλετε τον “εθνικό ύμνο” της Παναγίας, το «Αξιον εστίν»! Αυτό όμως θα το ψάλουμε όρθιοι, όπως ψέλνουμε και τον εθνικό ύμνο της πατρίδος μας!»
Σηκώθηκε με κόπο. Ητο σκελετωμένος. Το δέρμα του σχεδόν διάφανο. Αφού συμψάλαμε, με δάκρυα χαράς και συγκινήσεως μας αγκάλιασε, μας ασπάσθηκε και μας είπε:
«Παιδιά μου, άλλη φορά εδώ δεν σας βλέπω! Συγχωρήσατέ με, συγχωρήσατέ με!»
Δακρύσαμε όλοι. Εκείνος με κόπο μας προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι. 
Το πρωί μας ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη! Οπως ακριβώς το είχε πει...
Ανοίξαμε στα βράχια μια λακκουβίτσα και τον θάψαμε, αφού τον κηδεύσαμε όπως του άξιζε... Εσβησε -ανθρωπίνως το λέγω- στον αθωνικό ουρανό το αστέρι αυτό του αγιορειτικού μοναχισμού. Αφησε όμως μίαν αείφωτη τροχιά αγωνιστικότητος και ασκήσεως αυστηρής. Αιωνία του η μνήμη. Την πολύτιμη ευχή του να έχουμε.
Μερικές φορές ο πανάγαθος Θεός παραχωρεί και στο τέλος της ζωής μια δοκιμασία, για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος και να ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι και ο π. Φιλάρετος υπέμεινε αγόγγυστα και βραβεύθηκε από τον Κύριο. Είδατε, πώς ο διάβολος πήγε να ταλαιπωρήσει τον άνθρωπο της ασκήσεως και της αρετής, αλλ’ ο πανάγαθος Θεός τον σκέπασε με τη χάρη Του και, αντί να πάθει βλάβη η ψυχή του, δέθηκε ακόμη περισσότερο με τον Θεό; 
Περισσότερο αγάπησε τον Θεό και με μεγαλύτερη ζέση Τον εδόξαζε.

Μανώλης Μελινός
Θεολόγος - συγγραφέας
σελίδα του, όπου και τα βιβλία του)
 
Και:

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Δύο ανέκδοτα με μοναχούς: ο σκορπιός κι ο ποντικός


"Είναι στη φύση μου να βοηθάω..."

 
Image  

Ένα κάθε μέρα - Προσκυνητής
(φωτο σκορπιού εδώθε)

Image
Δύο μοναχοί έπλεναν τις κούπες τους στο ποτάμι, όταν είδαν έναν σκορπιό να πνίγεται.
Ο ένας μοναχός, αμέσως τον άρπαξε και προσπάθησε να τον αφήσει δίπλα στην όχθη.
Αλλά ο σκορπιός τον τσίμπησε. Καθώς συνέχισε να πλένει την κούπα του, ο σκορπιός και πάλι έπεσε στο νερό.
Ο μοναχός και πάλι τον έσωσε, ενώ ο σκορπιός και πάλι τον τσίμπησε.
Ο άλλος μοναχός τον ρώτησε: «Aδελφέ μου, γιατί συνεχίζεις να τον βοηθάς, δεν ξέρεις πως είναι στην φύση του σκορπιού να τσιμπάει;»

«Είναι όμως στην δική μου φύση να βοηθάω» απάντησε ο μοναχός.

Ο μοναχός κι ο ποντικός

Χριστιανός - forum
(φωτο ποντικού εδώθε)

ImageΚάποτε κάποιος μοναχός, άφησε το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής.
Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του ονόματος του Χριστού και μάλιστα στο μυστήριο της Τριαδικότητας του Αγίου Θεού.
Έτσι πίστευε ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας να ενωθεί με τον Θεό χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες. Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, αισθάνθηκε κοντά του την παρουσία κάποιου.
Τι ήταν; Ένα μικρό ποντίκι...
Είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του, και μύριζε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει αμετακίνητο το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του.
Το είδε και είπε μέσα του: «Εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεό και να έρχεται τώρα να μου την χαλάει ένας ποντικός». 


Ε, αυτό δα, παρατραβάει το κορδόνι, και λέγει νευριασμένος στο ποντίκι, δυνατά τώρα:
-Γιατί βρε σιχαμένο μου διακόπτεις την προσευχή μου;
-Γιατί πεινάω, απάντησε το ποντίκι.
Και ο ησυχαστής ανταπάντησε με αγανάκτηση, χωρίς να αναρωτηθεί, πως το ποντίκι μίλησε με ανθρώπινη φωνή
-Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω πώς θα ενωθώ με τον Θεό, και συ ήρθες να μου ζητήσεις να ασχοληθώ με την κοιλιά σου; 

Και φράπ, τίναξε το πόδι του και πέταξε τον ποντικό στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του. 
 
 Image

Και τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού τον κοίταξε στα μάτια, του απάντησε, με ανθρώπινη γλώσσα:
-Μάθε το μία για πάντα, πάτερ, αν δεν... μπορέσεις με τους γύρω συνασκητάς σου και με τον γέρο Αββακούμ, πού ψήνεται στον πυρετό, και πεθαίνει από την πείνα μέσα σε μία διπλανή σου σπηλιά, αλλά και με τον κάθε Αββακούμ, δηλαδή τον πλησίον σου, που πονάει και υποφέρει, πού πεινάει και διψάει και κείται γυμνός και πληγιασμένος, και δεν τον συμπονέσεις, και δεν του σταθείς, στα προβλήματά του, τότε, ποτέ, μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεό της αγάπης και του ελέους.
Και χάθηκε ο ποντικός...


Όρα: Ιστορίες πλάνης: ψεύτικα θαύματα & οράματα στην Ορθοδοξία

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Ανέκδοτα με την Παναγία!...

Rethemnos.gr (εμπλουτισμένο)

ImageΌχι βέβαια για να γελάσουμε, αλλά για να χαμογελάσουμε… Και ίσως και να δούμε μερικά πράγματα με άλλο μάτι (της ψυχής). Για να θυμηθώ και μια εξαιρετική μαντινάδα του Γιώργη Καράτζη:
Χαρές κι αγάπες κι ομορφιές είν’ η ζωή γεμάτη,
μα πρέπει να τη δει κιανείς με τση ψυχής τ’ αμάτι.

Η Παναγία και ο κλόουν

Κείμενο του Ανατόλ Φρανς

Ο Πέτρος Γκουερέν ήταν σπουδαίος κλόουν. Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά.
Απελπισμένος και για να μη πεθάνει της πείνας, πήρε το δρόμο για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Ίσως οι καλόγεροι να τον φιλοξενούσαν για λίγο.
Πραγματικά, ο ηγούμενος τον κράτησε εκεί, για να κάνει κάποιο θέλημα. Ο Πέτρος χάρηκε. Κι ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία γι’ αυτό. Δεν ήξερε όμως γράμματα, για να μπορεί να διαβάζει στα μεγάλα βιβλία και να της ψέλνει ύμνους, όπως οι καλόγεροι.
Image
Αλλά κάτι σκέφτηκε να κάνει κι αυτός… Κι ένα μεσημέρι, που οι καλογέροι ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Πέτρος χάθηκε. Ο ηγούμενος, θέλοντας να τον στείλει σε κάποιο θέλημα, έψαξε να τον βρει. Τον γύρεψε παντού μα δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή πέρασε και μπροστά απ’ τη δυτική πόρτα της εκκλησίας κι απ’ το μεγάλο τζάμι της έριξε μία γρήγορη ματιά μέσα στην εκκλησία. Και τι να δει! Ο Πέτρος ήταν μπρος στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας κι έκανε τούμπες και χίλια δύο ακροβατικά. Μια περπατούσε με τα χέρια, μια ισορροπούσε μόνο πάνω στο ένα χέρι, μια κυλούσε στηριγμένος στις άκρες των ποδιών και των χεριών σαν τροχός.
Ο ηγούμενος αναστατώθηκε απ’ αυτά που έβλεπε. Τα πέρασε για μεγάλη ασέβεια κι ήταν έτοιμος να του βάλει τις φωνές. Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Πέτρος, ακουμπώντας μόνο πάνω στο κεφάλι του, έπαιζε στα πόδια του, τα γυρισμένα προς τα πάνω, το παλιό του μπαστούνι των κλόουν. Κι είχε αναψοκοκκινίσει το γέρικο πρόσωπό του κι είχαν φουσκώσει οι φλέβες του λαιμού του και ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας από το μέτωπό του.
Έτοιμος ήταν να του βάλει τις φωνές ο ηγούμενος. Μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε πως είδε την Παναγία εκεί από τη μεγάλη εικόνα ν’ απλώνει το χέρι της, να σκύβει και με την άκρη του μανδύα της να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του Πέτρου. Ανατρίχιασε ο ηγούμενος. Γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε τρέμοντας: “Συγχώρεσέ με, Παναγία μου. Εσύ ξέρεις ποιός σε τιμά και σε δοξάζει καλύτερα …”

Η Παναγία που φτιάχνει τσάι

Διήγηση μοναχού από την Αδελφότητα των Ιωασαφαίων, απόσπασμα από αυτό το σημαντικό άρθρο [κεφ. «Οι ζεύγαλοι – Ο γέρο Κώστας»]

Image
…Αλλά και οι λαϊκοί που μένουνε εδώ στο Άγιον Όρος παίρνουνε μία χάρη, παρ’ ότι πολλές φορές βλέπουμε ότι δεν έχουνε και βίο σωστό και πολλές φορές ίσως μας σκανδαλίζουν. Μερικοί λένε: «Τί τους θέλουμε αυτούς τους κοσμικούς εδώ πέρα και δεν τους βγάζει έξω η Ιερά Κοινότης». Σε παλαιότερη εποχή, απ’ ότι μας λέει ο παπά-Ακάκιος των Παχωμαίων που είναι μεγαλύτερος, αποφάσισε ή Ιερά Κοινότης να τους μαζέψει όλους αυτούς -εμείς τους λέγαμε «ζεύγαλους» ή «καβιώτες»- και να τους βγάλει έξω, να τους κάνη εξορία από το Άγιον Όρος, διότι οι περισσότεροι από αυτούς μεθούσανε, πέφτανε στους δρόμους, ζούσαν άσωτη ζωή. Τότε υπήρχαν τα καράβια τα μεγάλα, όπως το «Γεώργιος Φ», που ερχότανε από Θεσσαλονίκη και πήγαινε Καβάλα, και κάθε δεκαπενθήμερο περνούσε από την Δάφνη. Αυτή ήταν η συγκοινωνία του Αγίου Όρους.
Όταν τους μαζέψανε εκεί στην Δάφνη, είπαν: «Μια που είναι τώρα μαζεμένοι όλοι -ίσως να ήταν καμιά πενηνταριά άτομα- να τους βγάλουμε μία φωτογραφία, έτσι για ανάμνηση, για την ιστορία, να τους έχουμε». Όταν έβγαλαν την φωτογραφία και εμφανίσανε την πλάκα, είδανε επάνω απ’ όλους αυτούς τους «ζεύγαλους» την Παναγία μας να τους σκεπάζει. Παρουσιάστηκε η Παναγία στην πλάκα, οπότε αποφάσισαν οι πατέρες να μη τους διώξουν: «Αφού η Παναγία μας τους σκεπάζει, ποιοι είμαστε εμείς που θα τους διώξουμε;».
Γνωρίσαμε έναν απ’ αυτούς, που τον έλεγαν γέρο-Κώστα, ο όποιος έμενε στο Μπουραζέρι, πριν να πάνε ακόμα εκεί οι πατέρες, όταν ήταν λίγοι Ρώσοι. Είχανε εξώσπιτα απ’ έξω και ζούσανε κάποιοι απ’ αυτούς τους «ζεύγαλους».
Σ’ ένα καλυβάκι εκεί ζούσε και ο γέρο-Κώστας. Έναν βαρύ χειμώνα είχε πέσει πολύ χιόνι και ο γέρο-Κώστας αρρώστησε από γρίπη. Είχε πέσει 60-70 πόντους χιόνι και δεν μπορούσε κανείς να πάει να τον δη. Όταν έλιωσε το χιόνι, πήγαν οι άλλοι λαϊκοί, οι «ζεύγαλοι», εκεί να τον δουν, και του λένε: «Γέρο-Κώστα, πώς τα πέρασες με το χιόνι; Ποιος σου έφερνε ψωμί εδώ πέρα; Είχες τρόφιμα να πέρασης;». «Είχα αρρωστήσει, παιδιά, πολύ άσχημα και θα πέθαινα από γρίπη, αλλά μία μαυροφόρα κυρία ερχότανε, άναβε την σόμπα μου και μ’ έκανε και τσάι. Μου 'δινε και παξιμάδι και έτσι πέρασα αυτή την κρίση. Αλλιώς θα πέθαινα, θα ήμουν πεθαμένος».
Τον υπηρετούσε η Παναγία και αυτός το θεωρούσε τόσο φυσιολογικό [επειδή ήταν ταπεινός και δε σκεφτόταν πως ήταν κάτι φοβερό και τρομερό]…

Η Παναγία, ο Πατριάρχης και το γαϊδουράκι

(Από εδώ)

ImageΚοντά στο Κυριακό της Σκήτης της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, υπάρχει μία καλύβη, που λέγεται «του Πατριάρχου». Κι αυτό γιατί εκεί ασκήτευε κάποτε ένας Πατριάρχης, ονόματι Κύριλλος, που είχε εγκαταλείψει τον Πατριαρχικό Θρόνο, για να περάση το υπόλοιπο του βίου του ως μοναχός.
Οι Πατέρες της Σκήτης συνήθιζαν να κουβαλούν τα πράγματα στην πλάτη τους. Όμως για τον Πατριάρχη, επειδή ήταν ηλικιωμένος και αμάθητος, πήραν ένα γαϊδουράκι για ν’ ανεβαίνη και να κατεβαίνη μ’ αυτό.
Μια ημέρα, καθώς ανέβαινε ο Πατριάρχης επάνω στο ζώο και οι άλλοι Πατέρες περπατούσαν με τα τρόφιμα στην πλάτη τους, κάποια στιγμή κάθησαν λίγο να ξεκουραστούν.
Ξαφνικά ο Πατριάρχης βλέπει την Παναγία μας μαζί με Αγγέλους. Η Παναγία είχε ένα δοχείο και πότιζε τους Πατέρες με νερό, ενώ οι Άγγελοι είχαν μαντήλια και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Βλέποντας με έκπληξι, πως αυτόν δεν τον σκούπισαν, αλλά σκούπισαν το γαϊδουράκι του αντί γι’ αυτόν, λέει στους Αγγέλους:
-Σκουπίστε κι εμένα, σας παρακαλώ.
-Μα εσύ, Πάτερ, δεν έχεις ιδρώτα. Το γαϊδουράκι θα σκουπίσουμε, που έχει, του απάντησε η Παναγία μας.
Στενοχωρήθηκε τότε αυτός πολύ, που στερήθηκε τέτοια ευλογία, και είπε στους Πατέρες.
-Πάρτε το γαϊδουράκι, γιατί πολύ ζημιώνομαι μ’ αυτό. Η Παναγία μας και οι άγγελοι σκούπισαν το γαϊδουράκι, αρνήθηκαν όμως να σκουπίσουν κι εμένα.

Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των Ζώων Από την ημέρα εκείνη ο Πατριάρχης κουβαλούσε κι αυτός τα τρόφιμα της καλύβης του στην πλάτη του, όπως οι υπόλοιποι Πατέρες.

Από το βιβλίο: Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων.
Επιμέλεια, Σίμωνος μοναχού.
Εκδόσεις «Ο Αγιος Στέφανος»
ΑΘΗΝΑΙ 2006

*****

Φωτογραφία της Παναγίας; 
1902 - Μονή Παντελεήμωνος - Άγιον Όρος.
 
Image

Λόγω έλλειψης τροφίμων αποφάσισαν οι γέροντες να κάνουν μία σύναξη για να δουν αν θα σταματήσουν την ελεημοσύνη όπως αρχικά είχαν σκεφτεί.
Συγκεντρώθηκαν και έπειτα από πολύωρη συζήτηση αποφασίστηκε το τέλος της ελεημοσύνης, μιας και τα τρόφιμα που είχανε δεν επαρκούσαν ούτε και για τους ίδιους πλέον.
Αμέσως μετά από την σύναξη τραβήχτηκε και μια φωτογραφία, προκειμένου να καταχωρηθεί αυτή η απόφαση μένοντας στην ιστορία, αφού αποφασίστηκε να δοθεί τέλος σε αυτό το υπέρτατο αγαθό της ελεημοσύνης.
Όμως η Χάρη της Παναγίας μας δεν επέτρεψε να γίνει αυτό, με τον Θαυμαστό τρόπο που όλοι μας πλέον μπορούμε να διακρίνουμε στην φωτογραφία, βλέπουμε φανερά την λύπη Της σε αυτήν τους την απόφαση, κλαίγοντας πάνω από μια φωτιά η οποία ούτε αυτή υπήρχε στην πραγματικότητα. [Από
εδώ. "Ν": Δεν είμαι άξιος να πω αν είναι η Παναγία στη φωτο, γιατί υπάρχουν και πλάνες (βέβαια Εκείνη εμφανίζεται με μαύρα, και στο παρόν post & εδώ). Αλλά τη θεωρώ εντυπωσιακή έστω & ως ιδέα, και ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σας].

Η Παναγία και ο λαθροκυνηγός

Από εδώ. Απόσπασμα από τη βιογραφία του Γέροντα Παΐσιου.
 
ImageΜπροστά από μισό περίπου αιώνα ζούσε ένας αγροφύλακας, πού τον έλεγαν Αντώνη και ήταν γνωστός σε πολλά χωριά της Κόνιτσας, ιδίως για τη μεγάλη του οικογένεια Είχε εννιά παιδιά, από δύο έως δέκα-εφτά χρονών. Έξι ήταν κορίτσια και τρία αγόρια Ήταν άνθρωπος διαφορετικός, με ξεχωριστό ήθος και ασυνήθιστη συμπεριφορά. Όσοι τον γνώριζαν, τον περιέγραφαν με υπερβολικά λόγια Οι περισσότεροι τον επαινούσαν και τον συμπαθούσαν. Υπήρχαν, βέβαια, κι εκείνοι, πού τον αντιπαθούσαν, χωρίς αιτία και μιλούσαν περιφρονητικά Ό ίδιος, αδιαφορώντας για το τι λένε οι άλλοι, ήταν ορμητικός στη ζωή του. Απ' τους ανθρώπους δεν ζητούσε βοήθεια Προσπαθούσε με τις δικές τους δυνάμεις να καλύπτει τις βασικές ανάγκες της οικογένειας του. Είχε το μικρό μισθό του, τα χωράφια, το κυνήγι και μερικά ευκαιριακά μεροκάματα.
Ή γυναίκα του, ή Δέσπω, ήταν απλή και προσπαθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια, χωρίς γογγυσμούς και θορύβους. Ήταν και απερίεργη. Δεν ήθελε να μαθαίνει τι συνέβαινε στους άλλους, στα ξένα σπίτια Απέφευγε το κουτσομπολιό και τις φιλονικίες. Ωστόσο, οί άλλοι ασχολούνταν καθημερινά με το σπίτι της. Τη σχολίαζαν με τρόπο σκληρό και τη χαρακτήριζαν καθυστερημένη, γιατί δεν έκανε εκτρώσεις. Ή Δέσπω δεν έβγαινε απ' το σπίτι. Είχε πάντα δουλειές και ήταν μόνιμα κουρασμένη. Ή φτώχεια της ήταν εμφανής και δικαιολογημένη. Άλλα και ή αδιαφορία των ευπόρων μεγάλη. Δεν θυμόταν ή Δέσπω ποτέ να της έχει συμπαρασταθεί κάποιος. Ούτε μια δραχμή ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά της.
Ό Αντώνης, κάθε φορά, πού γυρνούσε απ' τα χωριά στα οποία υπηρετούσε, κάτι είχε στον τορβά του. Οί άνθρωποι πάντα του έδιναν, γιατί τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν. Τα παιδιά του άνοιγαν τον τορβά, για να δουν τι είχε μέσα Τα λουκούμια, οι καραμέλες και τα φρούτα εξαφανίζονταν αμέσως. Μερικές φορές, όταν έβρισκε ευκαιρία, τα καταβρόχθιζε μόνος του ό ζωηρός και σωματώδης Νικόλας, το τρίτο παιδί της οικογένειας.
Στο σχολείο τα παιδιά του Αντώνη και της Δέσπως ήταν καλοί μαθητές. Δεν αντιμετώπιζαν δυσκολίες και δεν δημιουργούσαν προβλήματα στ' αλλά παιδιά ήταν κοινωνικοποιημένα και δεν είχαν απαιτήσεις. Όχι πως υποχωρούσαν συνέχεια και δέχονταν να τους κοροϊδεύουν οί άλλοι, αλλά δεν είχαν εγωισμό και πονηριά.
Ό Αντώνης ήταν αγνός άνθρωπος. Ό χαρακτήρας του τραχύς, ντόμπρος και αποφασιστικός. Αγωνιζόταν αδιάκοπα για την οικογένεια του, γι` αυτό και βρισκόταν σε διαρκή κίνηση. Όλες τις εποχές. Και το χειμώνα, πού δεν υπήρχε κανένας λόγος να τρέχει από χωριό σε χωριό για τυχόν αγροτοζημιές. Ήθελε να γεμίζει καθημερινά τον τορβά του, γιατί καθημερινά έπρεπε να θρέφει δέκα στόματα Μια φορά το μήνα πήγαινε και στη χαράδρα του Αώου, οπού υπήρχαν πολλά γιδοπρόβατα Έφτανε μέχρι την τοποθεσία Μύγα Περνούσε πάντα απ' το μοναστήρι του Στομίου, οπού έκανε στάση, Ιδίως όταν γύριζε. Τότε βρισκόταν εκεί ό μοναχός Παΐσιος, νέος μοναχός, πού είχε έρθει απ' το Άγιο Όρος. Ό Αντώνης γνώριζε το μοναχό και συχνά του εκμυστηρευόταν ότι τον απασχολούσε. Εκείνος ήταν πρόθυμος πάντα και προσπαθούσε με πολλούς τρόπους να βοηθάει τον πολύτεκνο αγροφύλακα.
Στο μοναστήρι ό Αντώνης ήθελε να ανάβει μόνος του τα καντήλια και να προσεύχεται μπροστά στην εικόνα της Παναγίας για την οικογένεια του. Ό μοναχός Παΐσιος άφηνε τον Αντώνη ελεύθερο, γιατί γνώριζε την καλή του προαίρεση και τη βαθιά του πίστη. Δεν μπορούσε, όμως, να εξηγήσει τον πυροβολισμό, πού άκουγε κάθε φορά, πού απομακρυνόταν απ' το μοναστήρι ό Αντώνης. Ήξερε ότι είχε πάντα το δίκαννο κοντά του, άλλα δεν γνώριζε τι σημάδευε. Δεν τον είχε ρωτήσει, γιατί δεν ήθελε να φανεί περίεργος. Συνεχιζόταν αύτη ή τακτική για αρκετούς μήνες. Κάποτε, όμως, ό μοναχός, ετοιμάζοντας καφέ στον Αντώνη, βρήκε την κατάλληλη στιγμή και τον ρώτησε:
-Βρε Αντώνη, κάθε φορά, πού φεύγεις απ' το μοναστήρι, ακούω και μια ντουφέκια. Τι βρίσκεις και σημαδεύεις;
Ό Αντώνης, λίγο ανήσυχος, αποκάλυψε:
—Ξέρεις, παππούλη, εγώ έχω μεγάλη οικογένεια και τα οικονομικά μου είναι λιγοστά Δεν φτάνουν ν' αγοράσω κρέας νια τα παιδιά μου. Έτσι παίρνω κοντά και το δίκαννο κι όταν βρω κάτι στο βουνό, το σκοτώνω.
-Μα εσύ ντουφεκάς κάθε φορά, πού έρχεσαι εδώ.
-Πρέπει να στο φανερώσω, παππούλη, τι κάνω. Όταν ανάβω τα καντήλια, κάνω την προσευχή μου και ζητάω απ' την Παναγία να με βοηθήσει να πάω στα παιδιά μου λίγο κρέας. Κι εκείνη πάντα βοηθάει. Εγώ παίρνω λάδι απ' το καντήλι της και αλείφω κάθε φορά το στόχαστρο, πού είναι πάνω στην κάνη και όλο κάτι βρίσκω.
-Πιστεύεις ότι σε βοηθάει ή Παναγία σ' αυτό;

Image 
 Φωτο από εδώ

-Βέβαια, παππούλη. Σε μια συγκεκριμένη μεριά, εκεί κοντά στον Ασπρόλακκο, τις περισσότερες φορές με περιμένει κάποιο αγριοκάτσικο, σταλμένο απ' την Παναγία Το σκοτώνω και το παίρνω.
Ό μοναχός Παΐσιος είχε μείνει κατάπληκτος απ' αυτό, πού άκουσε. Ζήλευε τον Αντώνη για την πίστη του, αλλά και τον καθαρό του νου. Τον θαύμαζε, πού με την προσευχή εξασφάλιζε το κρέας των παιδιών του.
Ό Αντώνης, όταν σκότωνε το απαγορευμένο απ' το νόμο ζώο, το σήκωνε στην πλάτη του και κατηφόριζε από ένα δικό του μονοπάτι κοντά στη όχθη του ποταμού Αώου, σ' ένα κρυφό σημείο, οπού κανένας δεν μπορούσε να τον δει . Ήταν δύο μεγάλες πέτρες, πού είχαν σχηματίσει μια πυραμίδα κι ένα μικρό σπήλαιο, ενώ γύρω -γύρω υπήρχαν ιτιές και διάφοροι θάμνοι. εκεί ό Αντώνης έγδερνε το αγριοκάτσικο, το κομμάτιαζε και το έβαζε μέσα στους τορβάδες του. Κι όταν εκείνος έφευγε απ' το σπήλαιο, εμφανίζονταν οι αλεπούδες και τα τσακάλια, πού έτρωγαν ότι άφηνε ό λαθροκυνηγός. Συγχρόνως κατέβαιναν και τα κοράκια, πού ζητούσαν το δικό τους μερίδιο.
Ό Αντώνης, φορώντας την υπηρεσιακή του στολή, φορτώνονταν το κρέας, πού κάποτε έφτανε και τα είκοσι κιλά και οδοιπορούσε πολλές ώρες, για να φτάσει στο σπίτι του. Ή ικανοποίηση του ήταν βαθιά και ή ευχαριστία προς την Παναγία αδιάκοπη.
Όταν ό μοναχός Παΐσιος έφυγε απ' το μοναστήρι του Στομίου, ό Αντώνης συνέχισε για λίγα χρόνια την ίδια διαδρομή, όσο άντεχαν οι σωματικές του δυνάμεις. Πολύ αργότερα, συνταξιούχος πια, έμαθε ότι ό γνωστός του μοναχός Παΐσιος βρισκόταν στο Άγιο Όρος και θέλησε να τον επισκεφθεί. Ή συνάντηση υπήρξε συγκινητική. Ό φημισμένος πια μεγάλος Γέροντας θυμήθηκε τα παλιά και συμβούλεψε το γερασμένο Αντώνη:
—Να διατηρήσεις την εμπιστοσύνη σου στην πρόνοια του Θεού και να 'σαι σίγουρος ότι όλα θα πηγαίνουν καλά.

Τα… «γουρουνάκια» της Παναγίας!
Από εδώ 

Στο περιβόλι της Παναγίας μας (το Άγιο Όρος), η παρουσία της Παναγίας μας είναι έντονη. Παντού φαίνεται να υπάρχει η παρουσία Της Ακόμα και ο προσκυνητής μπορεί να νοιώσει την ευλογία Της και ότι η ακούραστη μεσίτριά μας σκεπάζει με στοργή το αγιώνυμο Όρος της. Άλλωστε είναι η προστάτις του Μοναχισμού μας και η μητέρα όλων των Μοναχών.
ImageΜια από τις αμέτρητες διηγήσεις για την παρουσία της Παναγίας μας στη ζωή των μοναχών είναι και η εξής, που μας διηγήθηκαν και που για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μέγεθος της αγάπης του Θεού που κανέναν δεν αποστρέφεται, αλλά θέλει “πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” [=όλοι να σωθούν και να συνειδητοποιήσουν την αλήθεια (φράση από την Αγία Γραφή)].
Κάποτε λοιπόν, λέει η διήγηση, ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι δυο υποτακτικοί [=μαθητευόμενοι], οι οποίοι είχαν κυριευθεί από το πάθος της μέθης. Και ήταν καθημερινά μεθυσμένοι. Ο Γέροντας [=πνευματικός οδηγός τους] και οι υπόλοιποι αδελφοί προσπαθούσαν με αγάπη να τους νουθετήσουν και να τους συμβουλέψουν. Εκείνοι όμως δεν εθεραπεύοντο και παρέμεναν κυριευμένοι στο πάθος τους. Επειδή όμως αποτελούσαν σκάνδαλο με την αμετανοησία τους και με τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά τους λόγω της μέθης τους, γι’ αυτό και η Αδελφότητα και η Ιερά Επιστασία απεφάσισε να τους εκδιώξει από τη Μονή, προς γνώση και συμμόρφωση. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ, που ο καιρός είχε αγριέψει πολύ και το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, ο Ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του την Παναγία να τον σκουντά και να του λέει: “Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν”.
Ο ηγούμενος νόμιζε ότι η ενέργεια ήταν εκ του πονηρού και δεν υπάκουσε. Οπότε η Θεοτόκος ξαναήλθε για δεύτερη φορά και του επανέλαβε τα ίδια λόγια: “Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν”. Και όταν ο ηγούμενος και πάλι δεν υπάκουσε, ήλθε πιο αυστηρή αυτή τη φορά και σε τόνο που δεν σήκωνε πλέον ανυπακοή του λέει “Τρέξε τώρα, γιατί σου είπα ότι τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν”.
Οπότε αυτή τη φορά σηκώθηκε και μαζί με άλλους πατέρες βγήκε έξω από την μάνδρα της Μονής, ψάχνοντας τα γουρουνάκια της Παναγίας. Σε μια στιγμή ακούνε στα δεξιά τους και από το βάθος ενός γκρεμού βογγητά και άρχισαν να κατεβαίνουν την απόκρημνη πλαγιά και φτάνουν κοντά σε δυο μοναχούς που ήταν χτυπημένοι από το πέσιμο και κυριολεκτικά θαμμένοι μέσα στο χιόνι. Τους σηκώνουν και, ω του θαύματος! Αναγνωρίζουν στα πρόσωπά τους τούς δύο μοναχούς που μεθούσαν και ήθελαν ως εκ τούτου να εκδιώξουν από το Μοναστήρι. Με πολύ κόπο, τους σήκωσαν και τους πήγαν στο Μοναστήρι, αλλά όμως δεν τους έδιωξαν όπως είχαν αποφασίσει, διότι πως ήταν δυνατόν αυτούς που η Παναγία τους έσωσε τόσο θαυματουργικά και νοιάστηκε η ίδια για να σωθούν τα γουρουνάκια της, αυτοί να τους διώξουν; Γι’ αυτό αποφάσισαν, αφού έτσι το θέλει η Παναγία, να κρατήσουν “τα γουρουνάκια” στο μοναστήρι.
Αλλά, ω του θαύματος! Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου σωφρόνισε τους δυο μοναχούς και από τότε που σώθηκαν με την θαυματουργική της επέμβαση δεν ξαναέπεσαν στο πάθος της μέθης, αλλά έζησαν πλέον εν μετανοία.
Λέγεται δε, ότι ίσως το Άγιο Όρος να ονομάζεται “περιβόλι της Παναγίας”, διότι περιέχει όλων των ειδών τα “λουλούδια”, αγίους και αμαρτωλούς. Κανέναν όμως μοναχό δεν απομακρύνουν, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ενθυμούμενοι πάντοτε το περιστατικό με τα “γουρουνάκια”… (περιοδικό Ο.Μ).

Μόλις το ζήτησε, τακ!
Από εδώ

Image
Η Πορταΐτισσα (από εδώ)
Στον δρόμο, καθώς πηγαίναμε προς το κελί του αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, μου λέει ο π. Γεννάδιος [μοναχός της Μονής Ιβήρων, όπου φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας]:
«Πάτερ Βασίλειε, εσύ που είσαι παλαιότερος εδώ πέρα, έχω μια σφοδρά επιθυμία. Να βρούμε κανέναν ξυλογλύπτη, να μου κάνη μία καρδιά από ξύλο, και εγώ να κάνω μέσα την Παναγία χρυσή, γιατί ξέρω από σχέδιο. Να κάνω την Παναγία μας χυτή χρυσή, να την βάλουμε μέσα στην καρδιά. Μάλιστα θα ήθελα στην καρδιά να έχει και τριαντάφυλλα», μου έλεγε. Του λέγω: «Αυτό είναι πανεύκολο». Τότε υπήρχαν πολλοί ξυλογλύπτες. «Θα πούμε σ’ ένα ξυλογλύπτη να σου κάνη μία καρδιά. Δεν είναι τίποτα αυτό. Εύκολο είναι. Μη στεναχωριέσαι». Μου λέγει: «Ξέρεις, πάτερ Βασίλειε; Την έχω την Παναγία μέσα στην καρδιά μου». Και όντως την αγαπούσε, την υπεραγαπούσε την Παναγία μας ο π. Γεννάδιος.
Εκείνη την στιγμή που τα λέγαμε αυτά, από την απέναντι μεριά του δρόμου, να ένας γέροντας, ψηλός, ασπρογένης, μακρυγένης. Του βάζουμε μετάνοια. Του φιλάμε το χέρι. Στον πατέρα Γεννάδιο, ο όποιος του φίλησε δεύτερος το χέρι, του δίνει ένα μαντηλάκι λέγοντας του: «Πάτερ Γεννάδιε, αυτό για σένα». Τον αποκάλεσε με το όνομά του. Τον κοιτάζω εγώ και του λέγω: «Τον ξέρεις τον γέροντα αυτόν;». «Όχι», μου λέει. «Εσύ; Έχεις πολλά χρόνια εδώ πέρα, εγώ είμαι νέος μοναχός». «Όχι», του λέω. «Και εγώ πρώτη φορά τον βλέπω». Κοιτάμε πίσω, για να δούμε τον γέροντα. Εξαφανίστηκε από τον δρόμο. «Ε!», λέω «κάπου θα πήγε μέσα στο δάσος. Για να δούμε τί σου έδωσε. Έμενα δεν μου έδωσε τίποτα», παραπονέθηκα. Ανοίγει το μαντηλάκι και βλέπουμε μία καρδιά με την Παναγία χρυσή μέσα, και μάλιστα την Πορταΐτισσα. Δεν ήταν οποιαδήποτε Παναγία, αλλά η Πορταΐτισσα.
Τότε και εγώ πονήρεψα και του λέω: «Είχατε ραντεβού με τον γέροντα και με κορόιδευες τόσην ώρα λέγοντας μου, να βρούμε κάποιον ξυλογλύπτη να σου κάνη μια καρδιά». «Όχι», λέει. «Ούτε τον ξέρω, ούτε τον έχω ξαναδεί». Αλλά τον αποκάλεσε με το όνομα του· εκείνη την στιγμή που επιθυμούσε. Τανκ! Αυτήν την καρδιά την κρατούσε πάντα επάνω του. Όταν κοιμήθηκε ο π. Γεννάδιος -έχει τρία χρόνια τώρα-, ο υποτακτικός του την άφησε επάνω του, και τον θάψαμε μαζί με την καρδιά. Μάλιστα σήμερα σκεφτόμουνα ότι μπορεί το ξύλο να σάπισε, αλλά το μέταλλο το χρυσό… Αν θα ανοίξουνε τον τάφο στα 3 ή 7 χρόνια -πότε θα τον ανοίξουνε δεν ξέρω-, μπορεί να την βρούμε την Παναγίτσα αυτή. Δεν έπρεπε να την βάλει μέσα στον τάφο, αλλά δυστυχώς την έβαλε.