close

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πνευματικοί άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πνευματικοί άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Η Λαμπρή και οι Φιλόσοφοι


Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Αντίφωνο (κάντε μια βόλτα)

Image

Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάθε Κυριακή άλλωστε θεωρούμε ότι γιορτάζουμε το Πάσχα και επίσης κάθε Θεία Λειτουργία είναι και αυτή εορτασμός του Πάσχα. Ο μεγάλος μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έλεγε ότι η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας, είναι βέβαια η Ανάσταση, η «χαριεστέρα» όμως είναι τα Χριστούγεννα- κάθε γιορτή έχει την αξία της και την σημασία της, με μια έννοια όμως όλες απορρέουν από το Πάσχα.

Η γιορτή αυτή είναι η παλαιότερη της Χριστιανοσύνης – θεσπίστηκε πολύ νωρίς και ήταν, μαζί με τα Θεοφάνεια, οι δύο κύριες βαπτισματικές περίοδοι της αρχαίας Εκκλησίας. Τα Χριστούγεννα, ως γνωστόν, εορτάζονταν αρχικά μαζί με τα Θεοφάνεια, αργότερα όμως, και πρώτα στην Δύση, καθιερώθηκαν ως ξεχωριστή εορτή, για χριστολογικούς κυρίως λόγους (δογματίσθηκε από τις Συνόδους ότι ο γεννηθείς Χριστός είναι Θεός, η Παναγία «Θεοτόκος κ.λπ.). Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε εδώ είναι ότι τους πρώτους αιώνες μερικές τοπικές εκκλησίες είχαν θεσπίσει μια συγκεκριμένη ημερομηνία που γιορταζόταν η «Ανάσταση». Γρήγορα όμως κυριάρχησε η λειτουργική πρακτική να μην ορίζεται σταθερή ημερομηνία για την Ανάσταση, αλλά η εορτή, μεταβαλλόμενη βαθμιαία σε «Πάσχα», να εορτάζεται πάντοτε Κυριακή και να έχει, όπως θα έλεγαν οι ανθρωπολόγοι, «μυσταγωγικό και μυητικό χαρακτήρα» στην Καινή Ζωή της Εκκλησίας. Η άφατη χαρά έγκειται στο μέγα μυστήριο: την νίκη κατά του θανάτου.

Μπορούμε εύκολα να ανιχνεύσουμε αυτόν τον μυητικό και μυσταγωγικό χαρακτήρα της εορτής, που κυριαρχεί ασφαλώς και σήμερα. Προηγείται μια περίοδος «καθαρμού» και ψυχοσωματικής προετοιμασίας για την εορτή, που γρήγορα παγιώθηκε με τα χαρακτηριστικά της «Μεγάλης Σαρακοστής». Περιττό να πει κανείς ότι αυτός ο «καθαρμός» και «εξαγνισμός» έλαβε πλήρως χριστιανικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι «εκκλησιοποιήθηκε». Ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ κάπου γράφει ότι δεν πρέπει να απαρνούμαστε τα ήθη και τα έθιμα μιας περιοχής που εκχριστιανίζεται, αλλά ακριβώς να τα «εκκλησιοποιούμε». Για παράδειγμα, αναφερόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, μπορούμε να «εκκλησιοποιήσουμε» την εορτή των Γενεθλίων, που ήρθαν ως έθιμο και στην χώρα μας στο 2ο ήμισυ του εικοστού αιώνα από την Δυτική Χριστιανοσύνη. Η εορτή των Χριστουγέννων εκχριστιάνισε την λατρεία του θεού-Ήλιου των παγανιστών, ενώ και το Πάσχα εκχριστιανίζει πλήρως το εβραϊκό Πάσχα κ.λπ.

Σε τι συνίσταται, ας ρωτήσουμε, ο μυητικός χαρακτήρας της γιορτής; Μπορούμε εύκολα να τον ανιχνεύσουμε διαβάζοντας τον περίφημο κανόνα της Αναστάσεως, ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, που παραφράζει ένα πασχαλινό κήρυγμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. O εορτασμός γίνεται «όρθρου βαθέος», μέσα στην βαθιά νύχτα, όπως τα παλαιά μυστήρια και έχει τον χαρακτήρα διαβατηρίου περάσματος από τον θάνατο στη ζωή. Τα πάντα διαπερνά η «ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα», για αυτό και ο υμνωδός μας καλεί να «λαμπρυνθούμε», να γίνουμε όμορφοι και να «καθαρθούμε» φυσικά ως προς τις αισθήσεις. Ανακαινίζονται και αυτές. Παντού σκορπίζεται η άφθονη φωτοχυσία της «απόκρυφης γνώσης» και αντηχεί ο επινίκιος ύμνος της Νέας Ιερουσαλήμ. Αυτή είναι «η καινή ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος»: υπάρχει τώρα και το «καινόν πόμα» του Ζωοφόρου Αίματος του Χριστού, το οποίο είναι η «πηγή αφθαρσίας». Αυτό είναι η αιτία της «νηφάλιας μέθης», που καταλαμβάνει τους πάντες- οι κατηχούμενοι βαπτίζονται και για πρώτη φορά τώρα έχουν την άδεια να αναγνώσουν το κατ’ εξοχήν «μυητικό» βιβλίο της Εκκλησίας, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. «Εν αρχή ην ο Λόγος».

*************

Η γιορτή του Πάσχα αποκαλούνταν παραδοσιακά από τους Έλληνες «Λαμπρή». Για να καταλάβουμε αυτόν τον χαρακτηρισμό, θα μας βοηθήσει η σκέψη  του γάλλου φαινομενολόγου και θεολόγου Jean-Luc Marion, ο οποίος, έχοντας εξαίρετη γνώση των Ελλήνων Πατέρων και ως ένα σημείο οφείλοντας πολλά στον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη αλλά και τους Καππαδόκες, μιλά για τα λεγόμενα «κορεσμένα φαινόμενα» (saturated phenomena), στα οποία ανήκει και η ίδια η Αποκάλυψη. Τι είναι όμως αυτά τα «κορεσμένα φαινόμενα»; Απλουστεύοντας την σκέψη του, αλλά χωρίς ελπίζω να την προδώσουμε, θα λέγαμε ότι πρόκειται για βιώματα τόσο πλούσια και έντονα, που υπερβαίνουν κάθε έννοια ή κατηγορία που διαθέτουμε για να τα περιορίσουμε διανοητικά. Παράδειγμα τέτοιου φαινομένου είναι το πρόσωπο του άλλου: όταν κοιτάζω κάποιον στα μάτια, δεν βλέπω ένα «πράγμα» αλλά μια άπειρη ετερότητα που με καλεί σε ευθύνη.

Ο έρωτας είναι επίσης ένα «κορεσμένο φαινόμενο»: εισβάλλει και κυριαρχεί στη συνείδηση, την κατακλύζει, σε τόσο βαθμό που «ξεχειλίζει». Ωστόσο, τα «κορεσμένα φαινόμενα» δεν καταργούν την θέα. Η διαφορά ανάμεσα π.χ. σε ένα είδωλο και στην (βυζαντινή) «εικόνα» είναι ότι το μεν πρώτο μαγνητίζει το βλέμμα και το αιχμαλωτίζει, κλείνοντας οριστικά την θέα, ενώ η «εικόνα» σε αφήνει να θεαθείς το αναπαριστώμενο πρόσωπο, χωρίς να εξουδετερώνεται την συνείδηση. Κοιτώντας την βυζαντινή εικόνα βλέπεις ακόμα πιο βαθιά, μπορείς να εξερευνήσεις - πάντα όντας σε συναρπαγή - τον άλλον. Ο άλλος είναι μια διαρκής έκπληξη - και η σχέση μαζί του αδύνατον να εξαντικειμενιστεί, να «περιγραφεί» εξαντλητικά. Αν δεν μετέχεις του ίδιου του Θεού, δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι ο Θεός, όσο καλά και να ξέρεις την δογματική. Πραγματική γνώση του Θεού έχουν οι θεόπτες, όσοι θεωρούν το «άκτιστο φως» κατά την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

*************

Ολόκληρη η Αποκάλυψη λοιπόν είναι κάτι που υπερβαίνει την συνείδηση. Ο νους παραλύει. Η σκέψη καθηλώνεται. Πώς η διάνοια να καταλάβει το γεγονός ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος, ο φοβερός Γιαχβέ εισέρχεται ως έμβρυο μέσα στην κοιλία της Υπέραγνης Παρθένου, βαπτίζεται στον Ιορδάνη ο αναμάρτητος για να καθαρίσει τους αμαρτωλούς κ.λπ. Ωστόσο, μολονότι ο λαός μας ευλαβείται όλο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αφήνεται να «κατακλυσθεί» από αυτό, γνωρίζει πως το έργο του Κυρίου επί γης κορυφώνεται με το Θείο Πάθος με τον Σταυρό και την Ανάσταση. Και είναι ακριβώς το Πάσχα -πράγμα που φαίνεται από το ότι μετονομάστηκε σε Λαμπρή- που το όλο βίωμα φθάνει, αν μπορεί να πει κανείς, σε ένα ατελεύτητο τέλος. Παντού κυριαρχεί η ιαχή «Χριστός Ανέστη», αλλά όσες φορές και αν το ακούει ο πιστός, δεν χορταίνει, ευφραίνεται μέσα στο μυστήριο. Τα πάντα κατακλύζονται από φως.

Τα ήθη και τα έθιμα της Λαμπρής, που δυστυχώς τείνουν να εξαφανιστούν λόγω του τρομερού εξαστισμού, καθιστούν φανερό ότι παρακινημένοι από έναν θείο έρωτα οι πιστοί γίνονται «άλλοι» άνθρωποι: ο μεγάλος μας συγγραφέας Χ. Βακαλόπουλος παρατηρεί σε ένα κείμενό του πως το βράδυ της Ανάστασης όλοι γίνονται απίστευτα όμορφοι, δημιουργείται ένας κόσμος καινός. Η συνείδηση θα έλεγε κάνεις καταργείται, αλλά ο Αναστάς Κύριος είναι ο Θεός της ελευθερίας, για αυτό, κατά τον άγιο Σιλουανό του Άθω, δίνει άφθονη την χάρη Του σε όποιον την ζητά ειλικρινά και τον βοηθά να την «αφομοιώσει» κιόλας - η Ανάσταση δεν είναι ένα «είδωλο». Κάπου γράφει ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ ότι χρειάζονται τριάντα περίπου χρόνια για να αφομοιώσει κανείς τη Χάρη, η αγία Εκκλησία όμως, όντας το Σώμα του Χριστού, ζει από την ημέρα ήδη της Πεντηκοστής το πλήρωμα της Χάριτος και την επιδαψιλεύει άφθονα στους πιστούς.

Έτσι λοιπόν, ας κρατήσουμε από τον πρώτο φιλόσοφο που είδαμε, τον Μαριόν, και την Σχολή στην οποία ανήκει, την Φαινομενολογία, το γεγονός ότι η Λαμπρή εορτάζεται «υπέρ πάσαν έννοιαν και διάνοιαν» από την ορθόδοξη χριστιανοσύνη - πράγμα που εντυπωσιάζει και τους πιστούς άλλων δογμάτων. Ο π. Λεβ Ζιλέ λέγει ότι, αν θέλουμε να ορίσουμε την Ορθοδοξία, θα έπρεπε να πούμε ότι είναι η Εκκλησία που ξέρει να γιορτάζει την Ανάσταση.

**************

Τι είναι όμως αυτό που γιορτάζουμε τόσο έντονα; Φαίνεται αυτονόητο, αλλά για να το αναλογιστούμε λίγο καλύτερα: θα πρέπει να πούμε λοιπόν ότι για τον φιλόσοφο Χάιντεγκερ ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-προς-θάνατον». Για τον εν λόγω στοχαστή, ο άνθρωπος, το λεγόμενο «ενθάδε-είναι» δεν έχει απλά χρόνο, δεν ζει μέσα στον «αντικειμενικό» χρόνο π.χ. του Καντ. Είναι το ίδιο «χρονικότητα». Αυτό φαίνεται από το ότι π.χ. ο προβιομηχανικός άνθρωπος δεν ονόμαζε τους μήνες παρά ως «Σποριά» «Θεριστή», «Αλωνάρη» κ.λπ. Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ στον Καντ. Οι αγροτικές αυτές προβιομηχανικές ονομασίες δείχνουν ακριβώς ότι ο άνθρωπος είναι «ερριμμένος» μέσα στον κόσμο, είναι ο ίδιος μια «χρονικότητα», και μια μέριμνα επίσης, λέγει ο φιλόσοφος, για τον κόσμο.

Και μέσα σε αυτήν την μέριμνα αποκαλύπτεται το νόημα του «Είναι». Είναι αυτό που αναδύεται μέσα από το μηδέν. Για παράδειγμα, πάμε σε μια κηδεία και τότε συμβαίνει το εξής: όλα όσα νομίζουμε για την ύπαρξη, όλες μας οι ιδέες, ολόκληρος ο κόσμος μας τίθενται στο «μηδέν». Και αυτό δεν μπορεί να το ξεπεράσει κανείς: είναι ακριβώς το «είναι-προς-θάνατον». Ο θάνατος είναι ανίκητος, γιατί είναι ανίκητο και το μηδέν. Και μια τελευταία παρατήρηση για την έννοια του θανάτου στον Χάιντεγκερ: κατά τον Γερμανό φιλόσοφο ο άνθρωπος, το «ενθάδε-είναι» είναι το μοναδικό ον που δεν πεθαίνει απλώς, αλλά «υφίσταται» τον θάνατο. Ο θάνατος δεν έχει νόημα, είναι, θα λέγαμε, κάτι υπερβατικό, που τον «υφίστασαι», με την έννοια που μια έγκυος γυναίκα «υφίσταται» την εγκυμοσύνη της. Καμιά γυναίκα δεν «ελέγχει» νοηματικά την εγκυμοσύνη της, δεν είναι μια έννοια ή έστω ένα βίωμα που μπορείς να το «νιώσεις». Πέρα από το τι νιώθει, η έγκυος «υφίσταται» ακριβώς την εγκυμοσύνη της. Και όλοι ανεξαιρέτως, με αυτήν την έννοια, «υφιστάμεθα» τον θάνατο. Για τον Γερμανό φιλόσοφο, δεν βιώνουμε απλά την έννοια του θανάτου, τρόπον τινά «είμαστε» ο θάνατος. Δεν έχει νόημα ούτε καν να ελπίζεις ότι θα τον «νικήσεις»!!!

Αλλά, η Ανάσταση είναι ακριβώς το τέλος αυτού του ζόφου: είναι η  ανήκουστη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου μέσω του ίδιου του θανάτου. Την βραδιά της Ανάστασης, ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας», καταργεί  τον έσχατο εχθρό, τον θάνατο. Τώρα «Ζωή πολιτεύεται». Υπερβαίνει κάθε έννοια και κάθε απλό ανθρώπινο βίωμα η Χαρά που μας χαρίζει αυτή η νίκη. Αυτή είναι όντως η ημέρα «ην εποίησεν ο Κύριος», αυτή πολύ απλά είναι η «Λαμπρή». «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».

*******************

Τελειώνοντας τούτη την μικρή περιήγηση στην Φιλοσοφία και όσα έχει να μας πει για τη ζωή και τον θάνατο, οφείλουμε να πούμε ότι και αυτή τελικά προσκυνά το Ανέσπερο Φως που εκ του τάφου ανέτειλε. Προσκυνά την «Λαμπρή». Χριστός Ανέστη!

Η ζωγραφική σύνθεση που συμπληρώνει τη σελίδα ("Η Ανάστασις", 2023) είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

∆άνεια, τόκοι καί τοκογλυφία, κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες

Ναυπάκτου Ιερόθεος 

Εκδόσεις Ι. Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά ἀσχολούμαστε μέ τόν βίο τους καί νά ἐντρυφοῦμε στήν διδασκαλία τους, μέ ἀποτέλεσμα νά ὠφελούμαστε ἀπό αὐτά.

Image  

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἦταν πρωτίστως Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ σέ συγκεκριμένες ἐπισκοπές καί καθοδηγοῦσαν ἕνα συγκεκριμένο ποίμνιο πρός τήν σωτηρία. Αὐτό τό ἔργο τό ἐπιτελοῦσαν μέ ὑπευθυνότητα καί μέσα στά ἐκκλησιαστικά πλαίσια. ∆έν ἦταν ἠθικολόγοι καί κοινωνιολόγοι, ἀλλά κατ’ ἐξοχήν θεολόγοι πού θεολογοῦσαν καί μέ τόν τρόπο αὐτό βοηθοῦσαν ἀποτελεσματικά τούς ἀνθρώπους. Ὁμιλοῦσαν γιά τόν Θεό καί γιά τό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά ἑνωθῆ μαζί Του. Καί ἐπειδή πολλοί ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὁμιλοῦσαν γιά τόν Τριαδικό Θεό, τά τρία Πρόσωπα καί τήν μία οὐσία καί ἔτσι θεολόγησαν μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί πολλά καθημερινά προβλήματα πού τόν βασανίζουν καί σχετίζονται μέ τό ἐπάγγελμα, τόν γάμο, τήν ἀνάπτυξη τῆς οἰκογενείας, τήν συμβίωση στήν κοινωνία. Καί σέ αὐτά τά θέματα οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὅπως καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔμειναν ἀπαθεῖς καί ἀσυγκίνητοι. Ἄλλωστε, ἦταν ποιμένες καί διδάσκαλοι τῶν Χριστιανῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τους. Καί ὅπως παρατηροῦμε στά γραπτά τους, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ποίμαιναν θεολογοῦντες καί θεολογοῦσαν ποιμαίνοντες.

Ἕνα ἀπό τά θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκαν εἶναι καί τό σχετικό μέ τούς τόκους καί τήν τοκογλυφία, καθώς ἐπίσης καί μέ τά δάνεια καί τόν δανεισμό. ∆άνεια καί τόκοι συνδέονται μεταξύ τους. Ἐπίσης, τά θέματα αὐτά ἐντάσσονται μέσα στήν προοπτική τῆς πτωχείας καί τοῦ πλούτου καί γενικότερα τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν πού ἐμπλέκονται μέ τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου.

Στήν συνέχεια θά ἐντοπισθοῦν μερικές πλευρές αὐτοῦ τοῦ θέματος τό ὁποῖο, ὅπως θά φανῆ, εἶναι καί σύγχρονο. Ἄλλωστε, σήμερα ζοῦμε στήν προοπτική τῆς τοκογλυφίας καί τῆς δανειοδότησης, πού ἐπιλύουν μερικά θέματα, ἀλλά δημιουργοῦν καί πολλούς κινδύνους.

1. Τά πορίσματα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας

Σέ μιά κοινωνία, στήν ὁποία γίνεται λόγος γιά τήν διαχείριση τοῦ χρήματος καί τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὑπῆρξε ἀνάγκη νά δημιουργηθῆ μιά ἰδιαίτερη ἐπιστήμη πού ὀνομάζεται πολιτική οἰκονομία. Οἰκονομία κατ’ ἀρχάς δηλώνει τήν διαχείριση τοῦ οἰκογενειακοῦ νοικοκυριοῦ, ἀπό τίς λέξεις οἶκο καί νέμω. Σήμερα μέ τόν ὅρο οἰκονομία καί κατ’ ἐπέκταση πολιτική οἰκονομία χαρακτηρίζουμε τήν κοινωνική ἐπιστήμη πού ἀσχολεῖται μέ «τόν τρόπο παραγωγῆς καί κυκλοφορίας τῶν ἀγαθῶν σέ μιά κοινωνία ἤ στήν κοινωνία γενικά, καθώς καί τήν ἐπιστήμη πού ἐρευνᾶ τούς νόμους τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς».

Ἑπομένως, ἡ πολιτική οἰκονομία ἀσχολεῖται μέ τήν κατανομή τοῦ εἰσοδήματος, χρησιμοποιώντας τά κατάλληλα κάθε φορά ἀξιολογικά κριτήρια. Σύμφωνα μέ τήν ἐπιστήμη αὐτή γιά τήν δίκαιη κατανομή τοῦ εἰσοδήματος πρέπει νά ἐπικρατοῦν τρεῖς ἀρχές. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ «ἀρχή τῆς ἴσης κατανομῆς», σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό εἰσόδημα κατανέμεται «σέ ἴσα μέρη στά μέλη τῆς κοινωνίας». Αὐτό συνδέεται μέ τό ὅτι ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας ἔχουν τίς ἴσες εὐκαιρίες γιά «μόρφωση καί ἐπαγγελματική σταδιοδρομία, τήν ἴση ἀμοιβή γιά τήν ἴδια ἐργασία καί τήν ἰσότητα ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἀπέναντι στό νόμο». Ἡ δεύτερη εἶναι «ἡ ἀρχή τῶν ἀναγκῶν», πού ἐξασφαλίζει ἕνα εἰσόδημα γιά τό ἐλάχιστο ἐπίπεδο διαβίωσης γιά ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας. Καί ἡ τρίτη ἀρχή εἶναι ἡ «ἀρχή τῆς συμβολῆς στήν παραγωγή», σύμφωνα μέ τήν ὁποία κάθε μέλος τῆς κοινωνίας «συμμετέχει καί ἀποκτᾶ μερίδιο στήν διανομή τοῦ εἰσοδήματος ἀνάλογα μέ τή συμβολή του στή παραγωγή τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ».

Ἀπό μελέτες πού εἶναι σχετικές μέ τέτοια θέματα, μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας διαπιστώνεται ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀντιμετώπιζαν παρόμοια ζητήματα μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας. Σέ μερικά σημεῖα συμπίπτουν μέ τά πορίσματα τῆς σύγχρονης πολιτικῆς οἰκονομίας, ἀλλά σέ ἄλλα διαφοροποιοῦνται, ἀφοῦ ἐξετάζουν τά θέματα μέσα ἀπό τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Μιά βασική ἀρχή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ὅτι πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε ἰσότητα μεταξύ τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ἀπολάμβαναν κατά τόν ἴδιο τρόπο τήν κτίση, ἀλλά μετά τήν πτώση ἐπῆλθε ἡ διαφοροποίηση καί ἀναπτύχθηκε ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά ἰδιοποιηθῆ τά ὑλικά ἀγαθά. Ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν θά ἀναφέρω μόνον ἐκείνη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού κάνει λόγο γιά τήν διαφοροποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ὕστερα ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέ τήν προπατορική ἁμαρτία.

Στόν λόγο του «Περί φιλοπτωχίας» κάνει μιά θεολογική ἀνάλυση τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλά καί ὅλων τῶν προβλημάτων πού προέρχονται ἀπό αὐτήν, πού εἶναι συνάρτηση καί ἐπακόλουθο τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας.

    Image

Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὅλοι μας πρέπει νά μιμηθοῦμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Θεός βρέχει στούς δικαίους καί τούς ἀδίκους καί ἀνατέλλει τόν ἥλιο ὁμοίως σέ ὅλους. Ὁ Θεός δημιούργησε ὁλόκληρη τήν κτίση, ἔκανε τόν ἥλιο νά στέλλη τίς ἀκτίνες του, τήν γῆ νά εἶναι εὐρύχωρη σέ ὅλα τά ζῶα, δημιούργησε πηγές καί ποταμούς καί δάση, ἔδωσε τόν ἀέρα γιά τά πτερωτά, τήν θάλασσα γιά ὅλα τά ὑδρόβια καί γενικά ἔδωσε σέ ὅλα τά ὄντα ἄφθονα τά στοιχεῖα πού εἶναι ἀπαραίτητα νά ζήσουν. Μάλιστα, ὁ Θεός τά ἔδωσε ὅλα σέ ὅλους ἄφθονα, χωρίς νά τά περιορίζη κάποιος γραπτός νόμος, χωρίς νά ὑπάρχουν σύνορα. Ὅλα αὐτά τά ὑλικά στοιχεῖα τά ἔδωσε πλουσιοπάροχα, χωρίς νά κάνη διακρίσεις. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι κάνουν τό ἀντίθετο. Ἀφοῦ ἀποκτήσουν μερικά ὑλικά ἀγαθά γιά τούς ἑαυτούς τους, τά κρατοῦν μέ ὑπεροψία, καί ὄχι μόνον δέν προσφέρουν ἐλεημοσύνη, ἀλλά δέν θέλουν νά δώσουν καί αὐτά τά περιττά, σέ αὐτούς πού τά ἔχουν ἀνάγκη.

Στήν συνέχεια, περιγράφει ὅτι ἡ ἰδιοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀπό τόν πλεονέκτη ἄνθρωπο δέν εἶναι φυσική κατάσταση, ἀφοῦ ὁ ἴδιος πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό νά ζῆ στόν Παράδεισο καί νά ἀπολαμβάνη τά πάντα, καί δέν ὑπῆρχε καμμία πτωχεία. Ὅμως, μετά τήν παρακοή ἐμφανίσθηκαν στό γένος μας ἡ πενία καί ὁ πλοῦτος, ἡ δουλεία καί ὅλα τά παρόμοια. Μετά τήν ἁμαρτία «ἐπεισῆλθε τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, ὥσπερ ἀρρωστήματα κοινά τινα τῇ κακίᾳ συνεισπεσόντα, κἀκείνης ὄντα ἐπινοήματα». ∆ηλαδή, ἡ κοινωνική ἀδικία, ἡ διαίρεση τῶν ἀνθρώπων σέ πτωχούς καί πλουσίους εἶναι ἐπινοήματα τῆς ἁμαρτίας, ὅπως εἶναι καί οἱ ἀρρώστιες. Καί λέγει: «Ἀπ’ ἀρχῆς, οὐ γέγονεν οὕτως».

Ἔτσι, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ἐμφανίσθηκαν οἱ φθόνοι καί οἱ φιλονικίες, ἡ δολερή τυραννία τοῦ σατανᾶ, πού παρασύρει πάντοτε μέ τήν ἡδονή καί ξεσηκώνει τούς πιό θρασεῖς ἐναντίον τῶν ἀσθενεστέρων. Μέ αὐτόν τόν τρόπο σχίσθηκε τό ἑνιαῖον τοῦ γένους μας πού ἔλαβε διάφορα ξένα ὀνόματα, καί ἡ πλεονεξία κατακερμάτισε τήν εὐγένεια τῆς φύσεως. Καί λέγοντας ὅλα αὐτά συνιστᾶ: «Ἀλλά σύ βλέπε μοι τήν πρώτην ἰσονομίαν, μή τήν τελευταίαν διαίρεσιν· μή τόν τοῦ κρατήσαντος νόμον, ἀλλά τόν τοῦ κτίσαντος. Βοήθησον κατά δύναμιν τῇ φύσει, τήν ἀρχαίαν ἐλευθερίαν τίμησον, αἰδέσθητι σαυτόν, συγκάλυψον τῷ γένει τήν ἀτιμίαν, ἐπάρκεσον τῇ νόσῳ, τήν ἔνδειαν παραμύθησαι· ὁ εὐρωστῶν, ὁ πλουτῶν τήν τοῦ νοσοῦντος, τήν τοῦ πενομένου…… Πλούτησον μή περιουσίαν μόνον, ἀλλά καί εὐσέβειαν· μή τό χρυσίον μόνον, ἀλλά καί τήν ἀρετήν, μᾶλλον δέ ταύτην μόνον. Γενοῦ τοῦ πλησίον τιμιώτερος, ἐκ τοῦ φανῆναι χρηστότερος· γενοῦ τῷ ἀτυχοῦντι Θεός, τόν ἔλεον Θεοῦ μιμησάμενος».

Ἀπό τό χωρίο αὐτό τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου φαίνεται ὅτι μέ τόν ἀγώνα μας πρέπει νά προχωροῦμε συνεχῶς ἀπό τήν διαίρεση, πού ἐπῆλθε μέ τήν ἁμαρτία, στήν πρώτη ἰσονομία, ὅπου δέν ὑπῆρχαν τότε πτωχοί καί πλούσιοι, ἔχοντες καί κατέχοντες, τοκογλύφοι καί δανειστές. Ὅλα ὅσα δημιούργησε ὁ Θεός εἶναι κοινά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἁμαρτία δημιούργησε τήν ἰδιοκτησία καί τήν πλεονεξία.

2. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες γιά τά δάνεια καί τούς τόκους

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀσχολήθηκαν μέ θεολογικά θέματα, ἀλλά καί μέ τά κοινωνικά προβλήματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους, μεταξύ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καί ἐκεῖνα πού ἔχουν σχέση μέ τά δάνεια καί τούς τόκους. Ἔζησαν σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὑπῆρχε μεγάλη φτώχεια καί συνέπεια αὐτῆς ἦταν καί ἡ ἐκμετάλλευση τῶν ἀνθρώπων.

Θά μποροῦσε νά ἀναπτυχθῆ συστηματικά τό θέμα αὐτό καί νά ἀντληθοῦν χωρία ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες πού εἶναι ἐγκατεσπαρμένα σέ ὅλα τά κείμενά τους, ἀλλ’ αὐτό ἐνέχει τόν κίνδυνο νά εἶναι ἀποσπασματικά. Γι’ αὐτό θά προτιμήσω νά κάνω ἀναφορές σέ συγκεκριμένα ἔργα τους πού ἀναφέρονται στά δάνεια καί τούς τόκους, ὅπως ἴσχυαν στήν ἐποχή τους.

Image  

Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἑρμηνεύοντας τόν ιδ΄ ψαλμό τοῦ ∆αυΐδ καί μάλιστα τόν τελευταῖο στίχο του «τό ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπί τόκῳ καί δῶρα ἐπ’ ἀθώοις οὐκ ἔλαβεν, ὁ ποιῶν ταῦτα, οὐ σαλευθήσεται εἰς τόν αἰῶνα» (Ψαλμ. ιδ΄, 5), σέ λόγο του πού ἐπιγράφει «Κατά τοκιζόντων» ἀναφέρεται διεξοδικά στό θέμα τοῦ δανεισμοῦ καί τῶν τόκων πού ἀπορρέουν ἀπό τόν πρῶτο.

Σέ κάποιο μέρος τῆς ὁμιλίας του δίνει τόν ὁρισμό τοῦ τόκου. Γράφει ὅτι λέγεται τόκος «διά τήν πολυγονίαν (γονιμότητα) τοῦ κακοῦ», ἤ γιά τούς πόνους καί τίς λύπες πού προξενοῦν στούς δανεισθέντες. Ὅπως παρουσιάζεται ὁ πόνος στήν γυναίκα πού πρόκειται νά γεννήση, κατά τόν ἴδιο τρόπο προκαλεῖ πόνους ἡ προθεσμία τῆς ἀποδόσεως τοῦ τόκου στόν χρεωφειλέτη. Ἐτσι, ὁ τόκος πάνω στόν τόκο εἶναι «πονηρῶν γονέων πονηρόν ἔκγονον». Χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα τοῦ λαγοῦ πού συγχρόνως γεννᾶ, τρέφει καί κυοφορεῖ, λέγει ὅτι τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τούς τοκιστές, ἀφοῦ τά χρήματα συγχρόνως δανείζονται καί γεννοῦν καί βλαστάνουν νέα. ∆έν πρόλαβε νά πάρη κανείς στά χέρια του τό δάνειο καί ἀμέσως τοῦ ζητοῦν τόν τόκο τοῦ μηνός.

Στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας αὐτῆς ὁ Μέγας Βασίλειος παραθέτει πολλά χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, στά ὁποῖα κατηγορεῖται ἡ τάση νά διανείζη κανείς τά χρήματά του μέ τόκο στούς πτωχούς. Κατά τόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ τό νά λαμβάνη κανείς τόκο εἶναι ἀπό τά μεγαλύτερα κακά. Στό ∆ευτερονόμιο λέγεται: «Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου καί τόκον βρωμάτων καί τόκον παντός πράγματος, οὗ ἄν ἐκδανείσῃς» (∆ευτ. κγ΄, 20)· Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας λέγει: «τόκος ἐπί τόκῳ, δόλος ἐπί δόλῳ· οὐκ ἤθελον εἰδέναι με» (Ἱερ. θ΄, 5). Κατά τόν Ψαλμωδό, συνδέεται ὁ τόκος μέ τόν δόλο, ἀφοῦ «οὐκ ἐξέλιπεν ἐκ τῶν πλατειῶν αὐτῆς τόκος καί δόλος» (Ψαλμ. νδ΄, 12). Ὑπενθυμίζει, ἐπίσης, καί τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «καί τόν θέλοντα ἀπό σοῦ δανείσασθαι, μή ἀποστραφῇς» (Ματθ. ε΄, 42). Εἶναι φοβερό, ὅπως λέγει, ὁ ἕνας νά στερῆται τά ἀπαραίτητα καί νά ἐξαναγκάζεται νά ζητᾶ δάνειο καί ὁ ἄλλος νά σκέπτεται καί νά ἐπινοῆ νέα κέρδη καί νά αὐξάνη τόν πλοῦτο του ἀπό τίς συμφορές τοῦ πτωχοῦ.

Μετά τήν ἁγιογραφική θεμελίωση τοῦ θέματος περιγράφει μέ ἐνάργεια καί ὡραῖες λέξεις τήν νοοτροπία τοῦ πτωχοῦ ἀνθρώπου πού ζητᾶ δάνειο ἀπό τόν πλούσιο, ἀλλά καί τοῦ δανειστοῦ πού ἔχει τά χρήματα καί δανείζει τούς πτωχούς. Ὁ πτωχός πέφτει στά πόδια τοῦ δανειστοῦ καί μέ δάκρυα ζητᾶ δάνειο, ἐνῶ αὐτός παραμένει ἄκαμπτος καί ἀσυγκίνητος, προφασιζόμενος ὅτι δέν ἔχει χρήματα γιά νά τοῦ δανείση. Ὅταν, ὅμως, ὁ πτωχός τοῦ ὑπόσχεται τούς τόκους, τότε ὁ δανειστής ἀλλάζει διάθεση καί προφασίζεται ὅτι κάτι θά κάνη, κάπου ἔχει φυλαγμένα χρήματα γιά νά τόν βοηθήση, ἀποβλέποντας, βέβαια, στούς τόκους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ξεγελᾶ τόν πτωχό καί τόν δεσμεύει μέ γραμμάτια, καί ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν πτωχεία του τοῦ ἀφαιρεῖ καί τήν ἐλευθερία του, γιατί ἐκεῖνος πού ἔκανε τόν ἑαυτό του ὑπεύθυνο στούς τόκους, τούς ὁποίους δέν μπορεῖ νά πληρώση, στήν πραγματικότητα γίνεται μέ τήν θέλησή του δοῦλος σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ Μέγας Βασίλειος στιγματίζει αὐτήν τήν νοοτροπία τοῦ τοκογλύφου, διότι δίνει δηλητήρια στόν πτωχό ἄνθρωπο, ὁμοιάζει μέ τούς ἰατρούς πού, ἀντί νά ἀφαιρέσουν ἀσθένειες ἀπό τούς ἀσθενεῖς, τούς ἀφαιροῦν καί τήν ἐλάχιστη δύναμη πού ἔχουν καί σάν τούς γεωργούς πού εὔχονται νά βρέξη γιά νά αὐξήσουν τούς καρπούς τους, δηλαδή εὔχονται νά πτωχεύουν οἱ ἄνθρωποι γιά νά αὐξάνουν αὐτοί τά χρήματά τους. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ τοκογλύφος εἶναι ψεύτης καί ὑποδύεται ἕναν ρόλο προκειμένου νά προσελκύση τόν δανειζόμενο.

Ἔπειτα, περιγράφει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πού ἔλαβε τό δάνειο μέ τούς ἀπαραίτητους τόκους. Τήν πρώτη ἡμέρα εἶναι λαμπρός καί χαρούμενος πού ἐπιχρίεται μέ τό ξένο μέταλλο, καί φανερώνει τήν ἀλλαγή στόν βίο του, πού ἐκδηλώνεται μέ τό φαγητό, τό ἔνδυμα, τά σπίτια. Ὅμως, μετά ἀπό λίγο, ὅταν ἐξοδεύωνται τά χρήματα καί περνᾶ ὁ καιρός καί αὐξάνωνται οἱ τόκοι, τότε ὑποφέρει, ἀφοῦ δέν τόν ἀναπαύει ἡ ἡμέρα καί ὁ ἥλιος, δέν τόν ξεκουράζουν οἱ νύκτες, μισεῖ καί φοβᾶται τούς μῆνες πού πλησιάζουν γιά νά ἀποδώση τό κεφάλαιο μέ τούς τόκους καί τούς θεωρεῖ «ὡς τόκων πατέρας». Ὅταν κοιμᾶται, βλέπει σέ ὄνειρο τόν δανειστή νά στέκεται στό κεφάλι του, ἀλλά καί ὅταν εἶναι ξύπνιος στήν σκέψη του βρίσκεται πάντοτε ὁ τόκος πού ὀφείλει. Καί συμβαίνει τό ἑξῆς φοβερό. Ἐκεῖνος πού δάνεισε χαίρεται ὅταν πλησιάζη ἡ ἡμέρα νά λάβη τό κεφάλαιο καί τούς τόκους, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε τό δάνειο στενάζει, ἐπειδή τοῦ προσθέτουν καί ἄλλες συμφορές. Ἔτσι, ὁ δανειστής ὁμοιάζει μέ σκύλο πού τρέχει στό θήραμα, ἐνῶ ὁ δανειζόμενος αἰσθάνεται θήραμα πού τρέμει τήν συνάντηση. 

Ἀπό αὐτό λαμβάνει τήν ἀφορμή νά συστήση στόν πτωχό νά μή δανείζεται, ἀλλά νά παραμένη στά ὀλίγα πού ἔχει, γιά νά μή χάση τήν ἐλευθερία του. Εἶναι προτιμότερο νά παρηγορῆται λίγο-λίγο μέ τά δικά του, παρά νά χαίρεται μέ τά ξένα καί ἔπειτα νά ἀπογυμνωθῆ ἀπό ὅλα τά ὑπάρχοντά του. Γράφει χαρακτηριστικά: «μή δέξῃ πολιορκοῦντά σε δανειστήν. Μή ἀνάσχῃ ὥσπερ ἄλλο τι θήραμα ἀναζητεῖσθαι καί ἐξιχνεύεσθαι». Τά ἀποτελέσματα τοῦ δανείου εἶναι φοβερά, ἀφοῦ τό δάνειο εἶναι ἀρχή τοῦ ψεύδους, ἀφορμή ἀχαριστίας, ἀγνωμοσύνης καί ἐπιορκίας. Περιγράφει δέ τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ὁ δανειζόμενος χάνει τήν ἐλευθερία του, ἀφοῦ ὁ τοκογλύφος προκειμένου νά λάβη τό κεφάλαιο μέ τούς τόκους μετέρχεται τά πάντα. Χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα τῶν σκυλιῶν λέγει ὅτι, ὅταν τά σκυλιά πάρουν τήν τροφή, ἡμερεύουν, ἐνῶ ὁ δανειστής καί ὅταν λάβη τά δανεικά ἐρεθίζεται περισσότερο. Ὁ τοκογλύφος γαυγίζει καί ζητᾶ περισσότερα, ἐκβιάζει τόν δανεισθέντα ποικιλοτρόπως, τόν ντροπιάζει καί τόν ἐξευτελίζει μπροστά στήν σύζυγο, στούς φίλους, τόν πιέζει στήν ἀγορά καί κάνει τόν βίο του ἀβίωτο. Γενικά λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι πτωχός, ἀλλά θά εἶναι καλό νά παραμένη σέ αὐτά πού ἔχει καί νά διατηρῆ τήν ἐλευθερία του. Ἐκεῖνος πού χρωστᾶ ἔχει πολλές φροντίδες, παραμένει ἄυπνος τήν ἡμέρα καί τήν νύκτα, καί εἶναι πάντοτε σκεπτικός.

Εἶναι καταπληκτική ἡ ἀνάλυση πού κάνει ὁ Μέγας Βασίλειος τῆς ὅλης ἀγωνίας καί τῆς καταστάσεως μέ τήν ὁποία ζῆ ὁ χρεωφειλέτης πού δέν μπορεῖ νά ἀποπληρώση τό δάνειο μέ τούς τόκους. Ζῆ συνεχῶς μέ φόβο, ὅταν ἀκούη νά κτυπᾶ κάποιος τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ὅταν μπαίνη στό σπίτι, ὅταν γαυγίζη ὁ σκύλος, καί τότε περιλούεται ἀπό ἱδρώτα, καί καταλαμβάνεται ἀπό ἀγωνία σκεπτόμενος ἀπό ποῦ θά φύγη γιά νά ἀποφύγη τήν συνάντηση μαζί του. Καί ὅταν ἔρχεται ἡ ἡμέρα νά ἐπιστρέψη τό δάνειο μέ τούς τόκους, προσπαθεῖ νά βρῆ τό τί ψέμα θά πῆ καί τί πλαστή πρόφαση θά χρησιμοποιήση γιά νά ἀποφύγη τόν δανειστή του. Ἀποφεύγει τόν δανειστή του περισσότερο ἀπό ὅτι ἀποφεύγει ὁ πυγμάχος τά κτυπήματα τοῦ ἀντιπάλου του. Ὑπάρχουν δέ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες οἱ δανεισθέντες, ἐπειδή δέν εἶχαν νά ἐπιστρέψουν τό κεφάλαιο καί τούς τόκους, κρεμάσθηκαν καί αὐτοκτόνησαν. Μάλιστα δίνει τήν μαρτυρία ὅτι ὁ ἴδιος εἶδε ἕνα ἀξιοθρήνητο θέαμα, ὅταν παιδιά ἐλεύθερα σέρνονταν γιά νά πωληθοῦν γιά τήν ἐξόφληση τῶν πατρικῶν χρεῶν. Καί γι’ αὐτό, χρησιμοποιώντας διάφορα παραδείγματα ἀπό τήν φύση, ὅπως τό μυρμήγκι, τήν μέλισσα, συνιστᾶ στούς ἀνθρώπους νά μή δανείζωνται καί νά ζοῦν ἀπό τά δικά τους.

Στό τέλος δέ τῆς ὁμιλίας του, συμβουλεύει καταλλήλως καί τούς πλουσίους πού ἔχουν χρήματα, νά δανείζουν σέ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη, χωρίς νά λαμβάνουν τόκους. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση τούς τόκους θά ἀναλάβη νά τούς δώση ὁ Θεός, μέ εὐλογία. Γιατί «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν» (Παροιμ. ιθ΄, 17). Καί τούς συνιστᾶ νά δίνουν τό χρῆμα πού παραμένει ἀχρησιμοποίητο σέ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη, χωρίς νά τούς ἐπιβαρύνουν μέ τούς τόκους. Στήν περίπτωση αὐτή θά ὠφεληθοῦν καί οἱ δύο. Καί αὐτός πού δανείζει καί αὐτός πού δανείζεται. Ἡ ὠφέλεια θά εἶναι πνευματική, ἔκφραση τῆς φιλανθρωπίας. Ἔπειτα παρουσιάζει τά φρικτά ἀποτελέσματα τοῦ δανείου.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δέν ἔχει εἰδικό λόγο πού νά ἀναφέρεται στό θέμα τῶν δανείων, τοῦ τόκου καί τῆς τοκογλυφίας, ὅπως τό βλέπουμε στόν Μέγα Βασίλειο, ἀλλά στούς διαφόρους λόγους του σποραδικά συναντᾶμε καί τήν ἄποψή του γιά τό θέμα αὐτό.

Συγκεκριμένα, στόν λόγο του «Εἰς τόν πατέρα σιωπῶντα διά τήν πληγήν τῆς χαλάζης» ἀναφέρεται στήν πληγή τῆς χαλάζης πού ἔπληξε τήν Ναζιανζό καί ἀφοῦ ὁ πατέρας του, Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος, δέν μποροῦσε νά ὁμιλήση γιά νά παρηγορήση τό ποίμνιό του, ἀνέθεσε στόν υἱό του, τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, νά τό πράξη.

Στήν ἀρχή τοῦ λόγου του δικαιολογεῖ τήν ἀδυναμία τοῦ πατρός του νά ὁμιλήση, ἀλλά ζητᾶ τήν συμβουλή του πῶς νά ὁμιλήση. Στήν συνέχεια, ἀναφέρεται στήν γῆ πού καταστράφηκε ἀπό τό χαλάζι καί ζητᾶ ἀπό τούς Χριστιανούς νά μετανοήσουν, καί κλαίοντας νά ζητήσουν ἀπό τόν Θεό τήν συγχώρηση. Ἀναλύει ὅτι αὐτό τό κακό ἔγινε γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ καί ὁ Θεός ἀποβλέπει στό νά τούς σωφρονήση καί νά τούς ὁδηγήση πάλιν κοντά Του. Ὁπότε, παρακινεῖ τούς ἀκροατές του νά ἀναζητήσουν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ πού κατά τήν γνώμη του εἶναι οἱ πιέσεις τῶν πτωχῶν, οἱ ἁρπαγές τῶν οἰκιῶν καί τῶν γαιῶν, ἡ σκληρότητα καί ἀσπλαχνία πρός τούς δυστυχεῖς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος κατηγορεῖ τούς ἐμπόρους τοῦ σίτου, πού μετέρχονται πολλά τεχνάσματα προκειμένου νά πλουτίσουν, ἤτοι τήν ἀπόκρυψη τῶν ἀγαθῶν γιά νά αὐξηθῆ ἡ τιμή τους, τά διπλά μέτρα καί σταθμά, τίς ἐλαττωματικές ζυγαριές. Ἐπίσης, ἐλέγχει τούς φιλαργύρους γιά τήν πλεονεξία τους, αὐτούς πού ἔχουν πολλούς δούλους καί καυχῶνται γι’ αὐτό, αὐτούς πού ἐνδύονται καί στολίζονται μέ πολυτέλεια, τούς ὑπερήφανους καί ματαιόδοξους, αὐτούς πού ζοῦν σέ τρυφές καί ἀπολαύσεις.

Μεταξύ αὐτῶν τῶν κακῶν συγκαταλέγει καί τήν τοκογλυφία. Μάλιστα, λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού μέ τούς τόκους συγκεντρώνει εἰσόδημα μολύνει τήν γῆ. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι δέν θεωρεῖ τήν τοκογλυφία ὡς μιά προσωπική ἁμαρτία, οὔτε ὡς μιά ἀδικία, ἀλλά ὡς μόλυνση τῆς γῆς πού δημιουργεῖ καταστροφές. Πρόκειται γιά ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα οἰκολογικῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Γράφει: «Ὁ δέ τόκοις καί πλεονασμοῖς τήν γῆν ἐμίανε, καί συνάγων ὅθεν οὐκ ἔσπειρε, καί θερίζων ὅπου μή διεσκόρπισε· γεωργῶν οὐ τήν γῆν, ἀλλά τήν χρείαν τῶν δεομένων». Στό χωρίο αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ τοκογλύφος μιαίνει τήν γῆ, καί εἶναι ἀργόσχολος, ἀντίθετος ἀπό τό ἔργο τοῦ γεωργοῦ. ∆ιότι ὁ γεωργός καλλιεργεῖ τήν γῆ καί θερίζει ἀπό τούς καρπούς πού ἀποδίδει ἡ γῆ, καί αὐτό εἶναι φυσική κατάσταση, ἐνῶ ὁ τοκογλύφος ὡς γῆ θεωρεῖ τούς δυστυχισμένους ἀνθρώπους καί θερίζει ἀπό ἐκεῖ πού δέν ἔσπειρε.

Σέ μιά ἄλλη ὁμιλία του μέ τίτλο «Περί φιλοπτωχίας» ἀναφέρεται καί στό θέμα τῆς φιλανθρωπίας πρός τούς ἐνδεεῖς, χωρίς νά τήν ζητήσουν καί χωρίς νά ζητοῦν ἄλλο ἀντάλλαγμα. Συνιστᾶ, νά προσφέρη κανείς πρῶτα τόν λόγο σέ αὐτούς πού τόν ἔχουν ἀνάγκη. Γράφει: «μᾶλλον δέ πρῶτα καί μάλιστα τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καί πρίν αἰτηθῆναι, ὅλην τήν ἡμέραν ἐλεῶν καί δανείζων τόν λόγον, καί ἀπαιτῶν φιλοπόνως τό δάνειον μετά τόκου τῆς τοῦ ὠφελημένου προσθήκης». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος σέ ἄλλη ὁμιλία του καταφέρεται ἐναντίον ἐκείνων πού ζητοῦν τόκους, στήν περίπτωση ὅμως αὐτή, ὁμιλώντας γιά τά πνευματικά θέματα, τήν προσφορά τοῦ λόγου, ἀναφέρεται στόν πνευματικό δανεισμό καί συμβουλεύει νά ζητᾶμε τήν ἀπόδοση τοῦ πνευματικοῦ δανείου μαζί μέ τούς τόκους, δηλαδή νά ζητᾶμε τήν πνευματική ὠφέλεια ἀπό αὐτούς τούς ὁποίους διακονοῦμε.

Πάντως, ἡ ὑλική προσφορά στούς ἐνδεεῖς ἀνάγεται στήν προσφορά στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀποκάλεσε τούς πτωχούς ἀδελφούς Του. Γι’ αὐτό συνιστᾶ: «ἕως ἐστί καιρός, Χριστόν ἐπισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ἐνδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν». Καί ἀπό αὐτό συνεπάγεται ὅτι ἐκεῖνος πού ἀδικεῖ τούς ἀδελφούς του, καί μάλιστα τούς χρησιμοποιεῖ γιά τήν κερδοφορία, ἁμαρτάνει στόν Χριστό. Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι δέν πρόκειται γιά ἕνα κοινωνικό πρόβλημα, ἀλλά γιά ἕνα κατ’ ἐξοχήν θεολογικό ζήτημα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τήν Ἁγία Γραφή, σέ πολλά σημεῖα ἀναφέρεται στά δάνεια καί τούς τόκους. Θά καταγραφοῦν μερικές τέτοιες ἀναφορές.

   Image

Κατ’ ἀρχάς τονίζει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή ἀπαγορεύει τόν τόκο. Ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του τό χωρίο τοῦ ∆ευτερονομίου «οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου καί τῷ πλησίον σου» (∆ευτ. κγ΄, 20), λέγει: «Ἐπί μέν τῶν χρημάτων τῶν αἰσθητῶν ἀπηγόρευσε τόν τόκον λαμβάνειν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὑποστηρίζοντας αὐτήν τήν θέση, ἔχει ὑπ’ ὄψη του καί «τούς ἔξωθεν νομοθέτας», πού θεωροῦν τήν τοκογλυφία ὡς «ἐσχάτη ἀναισχυντία». Γι’ αὐτό καί ἀπαγορεύει σέ αὐτούς πού εἶναι συγκλητικοί καί ὑπηρετοῦν σέ μεγάλες θέσεις νά ἀτιμάζωνται μέ τέτοια κέρδη. Ἄλλωστε, ὑπάρχει νόμος πού ἀπαγορεύει νά ἔχουν παρόμοια κέρδη. Ὁ τόκος «διαβεβλημένος ἐστί καί κατηγορίας ἄξιος», γιατί ὅσοι ἀποβλέπουν στόν τόκο ἀποκομίζουν κέρδος ἀπό τήν πενία τῶν ἄλλων καί ἐπινοοῦν «εὐπρόσωπον ἁρπαγήν, εὐπροφάσιστον πλεονεξίαν». Σέ κάποια διδασκαλία του ἀναφέρεται στούς τραπεζίτες πού ὅλη τήν ἡμέρα καταθέτουν καί λαμβάνουν χρήματα, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο συγκεντρώνουν γιά τόν ἑαυτό τους πολύ πλοῦτο.

Στίς ὁμιλίες του καταγράφει τά καταστρεπτικά ἀποτελέσματα τῶν τόκων. Μέ τούς τόκους βλάπτονται καί οἱ δανείζοντες καί οἱ δανειζόμενοι. «Ἑκάτερος αὐτῶν πολλήν ἐντεῦθεν ὑπομένει τήν βλάβην», γιατί τοῦ μέν δανειζομένου ἡ πενία αὐξάνει περισσότερο, ὁ δέ δανείζων μαζί μέ τήν αὔξηση τῶν χρημάτων συσσωρεύει γιά τόν ἑαυτό του πλῆθος ἁμαρτιῶν. Σέ κάποια ὁμιλία του λέγει ἐπιγραμματικά: «Οὐδέν γάρ, οὐδέν τῶν ἐνταῦθα τόκων αἰσχρότερον, οὐδέν ὠμότερον». Ὅσοι δανείζουν μέ τόκους ἐμπορεύονται τίς συμφορές τῶν ἄλλων, θεωροῦν ὡς πηγή κέρδους τήν δυστυχία τῶν συνανθρώπων τους καί ζητοῦν ἀμοιβή γιά τήν δῆθεν φιλανθρωπία καί ἐνίσχυσή τους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἐξαναγκάζουν τούς πτωχούς νά ἐπαιτοῦν καί παρουσιάζονται ὅτι τούς φιλοξενοῦν στό λιμάνι τους, ἀλλά στήν πραγματικότητα τούς ὁδηγοῦν στό ναυάγιο, ὅπως στόν σκόπελο καί τόν ὕφαλο καί τά ἀπόκρημνα ἀκρογιάλια. Μέ τόν δανεισμό δημιουργεῖται πτωχεία μεγαλύτερη, ἀντί νά ἐξαφανίζεται. Τά χρήματα ἔχουν σκοπό νά ἐξαφανίζουν τήν πτωχεία μέ τήν ἐλεημοσύνη καί ὄχι νά τήν αὐξάνουν μέ τήν τοκογλυφία. Γιά αὐτό λέγει ὅτι πρέπει νά παύσουμε νά συντρίβουμε τούς πτωχούς χρησιμοποιώντας ὡς ἀφορμή τήν ἀνάγκη τους, γιά τήν δική μας ἀναίσχυντη κερδοσκοπία. ∆έν ὑπάρχει τίποτε χειρότερο ἀπό τοῦ νά ἐμπορεύεται κανείς τήν συμφορά τῶν ἀδελφῶν του. Ὅταν ἔρχεται ὁ πτωχός στήν πόρτα τοῦ δανειστῆ καί ἀντί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ δίνει χρήματα μέ τόκους, τόν δηλητηριάζει, ὅπως κάποιος ἄλλος θά ἀναμείγνυε τίς τροφές μέ τά δηλητηριώδη φάρμακα.

Ἐκεῖνος πού δανείζει τά χρήματά του μέ τόκους οὐδέποτε τά ἀπολαμβάνει. Οὔτε εὐχαριστεῖται γι’ αὐτά, ἀλλά καί, ὅταν ἀκόμη λάβη τόν τόκο, δέν χαίρεται πού ἔχει ἕνα εἰσόδημα, ἀντίθετα μάλιστα λυπεῖται, γιατί ὁ τόκος δέν ἔφθασε ἀκόμη τό κεφάλαιο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει καί μιά ἰδιαίτερη παρατήρηση γιά τόν ἀνατοκισμό. Λέγει ὅτι ὁ τοκογλύφος παίρνει τούς τόκους, καί πρίν ἀκόμη γίνουν μεγάλο κεφάλαιο καί ὡριμάσουν, τούς ἐξαναγκάζει νά γεννοῦν, κάμνοντας ἔτσι τούς τόκους κεφάλαιο, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐξαναγκάζει αὐτά τά ἀνώριμα φίδια νά γεννοῦν πρόωρα ἄλλα φίδια. Οἱ τόκοι εἶναι σάν τά φίδια πού κατατρώγουν τίς ψυχές τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων περισσότερο ἀπό τά φίδια. Μέ τόν τρόπο αὐτό δέν αὐξάνεται ἡ περιουσία, ἀλλά ἀνάπτεται ἀπό τό ἄσβεστο πῦρ. Σέ ἄλλο σημεῖο λέγει ὅτι οἱ πλούσιοι συνεχῶς μετροῦν τούς τόκους καί τούς τόκους τῶν τόκων, λαμβάνουν τά ὑπάρχοντα ὅλων τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅμως ποτέ δέν χορταίνουν.

Τά δάνεια μέ τούς τόκους δημιουργοῦν περισσότερα προβλήματα καί σέ ἐκεῖνον πού τά λαμβάνει. Στήν ἀρχή, ὅπως γίνεται μέ κάθε ἁμαρτία, γλυκαίνεται ὁ λάρυγγάς του, ὕστερα, ὅμως, βρίσκει κάτι τό χειρότερο ἀπό χολή, καί ἀπό ἀκονισμένο μαχαίρι. ∆ηλαδή, στήν ἀρχή παίρνει μιά μικρή καί προσωρινή παρηγοριά, ἀλλά μετά, καθώς αὐξάνονται οἱ τόκοι, τό φορτίο γίνεται μεγαλύτερο ἀπό τήν δύναμή του, καί ἐκεῖνο πού γλυκαίνει προηγουμένως τόν λάρυγγα, ἔπειτα γίνεται πικρότερο ἀπό τήν χολή καί ἀπό τό ἀκονισμένο μαχαίρι, γιατί σέ κάποια στιγμή ἐξαναγκάζεται αὐτός πού δανείσθηκε νά ἀποχωρισθῆ ἀπό ὅλα τά πατρικά του.

Βεβαίως, οἱ τοκογλύφοι χρησιμοποιοῦν μερικά ἐπιχειρήματα προκειμένου νά δικαιολογήσουν αὐτό πού κάνουν. Ἕνα ἐπιχείρημα εἶναι, ὅτι δῆθεν μέ τό νά δίνουν χρήματα μέ τόκους ἐξασκοῦν φιλανθρωπία, βοηθοῦν αὐτούς πού δέν ἔχουν χρήματα. Ἀλλ’ αὐτό ἀνατρέπεται μέ ὅσα λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀφοῦ οἱ τοκογλύφοι ἔχουν τό προσωπεῖο τῶν φιλανθρώπων, στήν πραγματικότητα, ὅμως, καταστρέφουν τούς πτωχούς ἀκόμη περισσότερο, χύνοντάς τους τό δηλητήριο.

Πέρα ἀπό τήν δῆθεν φιλανθρωπία ἰσχυρίζονται ὅτι, λαμβάνοντας ὁ πτωχός τό δάνειο, εὐχαριστεῖται καί αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνη, γιατί μέ αὐτόν τόν τρόπο μπορεῖ νά ἀντιμετωπίζη διάφορα προβλήματα πού ἔχει. Ὅμως, αὐτός δέν εἶναι λόγος γιά νά δανείζη κανείς χρήματα μέ τόκους. Μπορεῖ κανείς νά δίνη φιλανθρωπία, χωρίς τόκους, ἐνῶ μέ τούς τόκους, καί λόγῳ τῆς σκληροκαρδίας του, ἐξαναγκάζει τόν πτωχό νά τοῦ χρεωστῆ χάρη.

Ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι τοκίζουν τά χρήματα σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις τοῦ νόμου καί, ἑπομένως, δέν κάνουν κάτι τό παράνομο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀπαντᾶ: «Μή γάρ μοι λέγε τούς ἔξω νόμους», δηλαδή μήν ἐπικαλῆσαι τούς κοσμικούς νόμους, διότι καί ὁ τελώνης ἐφαρμόζει τόν κοσμικό νόμο, ἀλλ’ ὅμως τιμωρεῖται ἀπό τόν Θεό.

Ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι λαμβάνουν νομίμους τόκους, ἀλλά στήν συνέχεια τούς δίνουν σέ ἄλλους πτωχούς πού ἔχουν ἀνάγκη, ἐξασκώντας ἔτσι τήν φιλανθρωπία. Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «Εὐφήμει (παῦσε) ἄνθρωπε· οὐ βούλεται τοιαύτας θυσίας ὁ Θεός. Μή σοφίζου (μή σοφίζεσαι γιά νά παραβιάζης) τόν νόμον. Βέλτιον μή διδόναι πένητι, ἤ ἐντεῦθεν διδόναι». Τά χρήματα πού συγκεντρώνονται ἀπό δίκαιους κόπους, μπορεῖ νά εἶναι παράνομα ἀπό τά πονηρά γεννήματα, ὡσάν νά ἐξαναγκάζη κάποιος μιά καλή κοιλιά νά γεννήση σκορπιούς.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τήν ἀπάντηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στόν χωλό «ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι» (Πράξ. γ΄, 6), λέγει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος δέν εἶχε χρήματα, ἦταν πτωχός, ἀλλά εἶχε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ αὐτήν ἔκανε θαύματα, γιατί, χωρίς νά ἔχη κανένα ὑλικό ἀγαθό, ἀνέσταινε τούς νεκρούς, θεράπευε τούς χωλούς, ἐκδίωκε τούς δαίμονες καί ἔκανε τόσες εὐεργεσίες πού δέν μπόρεσαν νά κάνουν ὅσοι περιβάλλονται τήν πορφύρα καί ὁδηγοῦν στρατεύματα μεγάλα καί φοβερά. Ὅπως κάποιος πού δέν ἔχει τίποτε, οὔτε οἰκία, οὔτε τράπεζα, οὔτε περιττό ἱμάτιο, ἀλλά ἀποστερεῖται τά πάντα γιά τόν Θεό, ὅμως χρησιμοποιεῖ τά κοινά ὡς δικά του, καί θά λάβη ἀπό ὅλους ὅσα θέλει, τό ἴδιο καί ἐκεῖνος, πού δέν ἔχει τίποτε, κατέχει τά ὑπάρχοντα ὅλων. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶχε τίποτε, ἀλλά μένοντας σέ μιά οἰκία εἶχε τά ὑπάρχοντα ὅλων. Ἀντίθετα, ὁ Ἀνανίας καί ἡ Σαπφείρα, ἐπειδή ἤθελαν νά διατηρήσουν κάτι ἀπό τήν περιουσία τους, ἔχασαν τά πάντα καί αὐτήν τήν ζωή τους. Γι’ αὐτό συνιστᾶ: «ἀπόστηθι τοίνυν τῶν σῶν, ἵνα ὡς ἰδίοις χρήσῃ τοῖς ἀλλοτρίοις».

Ὁ ἄνθρωπος ἀντί νά δανείζη χρήματα στούς πτωχούς μέ τόκους, θά πρέπει νά ἐξασκῆ τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. Γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Σκόρπισον τοίνυν, ἵνα μή ἀπολέσῃς· μή κατάσχῃς, ἵνα κατάσχῃς· ἔκβαλε, ἵνα φυλάξῃς· ἀνάλωσον, ἵνα κερδάνῃς». Μέ τόν τρόπο αὐτό δίνει κανείς τά χρήματά του στόν Θεό καί δέν θά φοβηθῆ νά τά κλέψη κανείς, γιατί ἐκεῖ δέν ὑπάρχει φθόνος, κατηγορία, σκευωρία, φόβος. Ὁ Θεός πού δέν χρειάζεται τά χρήματα θά τά ἐπιστρέψη σέ ἐκεῖνον πού τά ἔδωσε. Προτρέπει τούς Χριστιανούς νά δανείζουν τά χρήματά τους στόν Θεό, ὁ Ὁποῖος δίνει περισσότερο τόκο. Οἱ τόκοι πού προέρχονται ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁδηγοῦν στόν θάνατο, ἐνῶ οἱ τόκοι πού δίνει ὁ Θεός, λόγῳ τῆς ἐλεημοσύνης καί τῆς φιλανθρωπίας, ὁδηγοῦν στήν ζωή. Οἱ πρῶτοι εἶναι τόκοι φιλαργυρίας καί ὠμότητος, οἱ δεύτεροι εἶναι τόκοι φιλοσοφίας καί φιλανθρωπίας. «Οὗτοι μέν γάρ βασιλείαν, ἐκεῖνοι δέ γέενναν προξενοῦσιν οἱ τόκοι».

Μέ τήν σκέψη αὐτή κάνει λόγο γιά τούς πνευματικούς τόκους. Ἐάν ὁ τόκος ἀπό τούς δανεισμούς εἶναι διαβεβλημένος καί ἀξιοκατάκριτος, ὁ πνευματικός τόκος εἶναι «ἐπαινετός καί πολλῆς ἀποδοχῆς ἄξιος». Ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του τό χωρίο τῶν Παροιμιῶν «ὁ γάρ διδούς πτωχῷ, φησί, δανείζει Θεῷ» (Παροιμ. ιθ΄ 17), λέγει ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δίνη κάτι στόν Θεό, τότε θά τό λάβη πολλαπλάσια. Σέ ἄλλη ὁμιλία του γράφει: «Ἐπειδή ἀπ’ ἐναντίας τοῖς αἰσθητοῖς χρήμασιν οὗτός ἐστιν ὁ τόκος πνευματικός», ἀφοῦ στήν πρώτη περίπτωση ἀμέσως περιπίπτει σέ πενία, στήν δεύτερη περίπτωση, ὅταν δείξη εὐγνωμοσύνη καί προσφέρη περισσότερο τόκο στόν Θεό, θά λάβη μεγαλύτερη ἀμοιβή.

Σέ πολλά κείμενά του συνιστᾶ στούς Χριστιανούς νά ἀποφεύγουν νά δανείζουν χρήματα μέ τόκους, ἀλλά νά ἐξασκοῦν τήν φιλανθρωπία καί νά ἀποβλέπουν στήν κληρονόμηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλοῦ γράφει: «Μή τοίνυν πραγματευώμεθα τάς ἀλλοτρίας συμφοράς, μηδέ καπηλεύωμεν τήν φιλανθρωπίαν». Καί στήν ἴδια ὁμιλία του συνιστᾶ νά ἀποκόψουμε τήν πονηρή κοιλία τῶν τόκων καί νά ἀκρωτηριάσουμε τούς παρανόμους πόνους, νά ἀποξηράνουμε τήν ὀλέθρια αὐτή κοιλία καί νά ἐπιδιώκουμε μόνον τά μεγάλα κέρδη, πού εἶναι ἡ εὐσέβεια, ὅταν συνοδεύεται μέ τήν ὀλιγάρκεια, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο: «μέγας πορισμός ἡ εὐσέβεια μετά αὐταρκείας». Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀπολαμβάνουμε τά αἰώνια ἀγαθά.

Ἀπό ὅσα ἀναφέρθηκαν φαίνεται ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἦταν ἄξιοι ποιμένες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, διότι ἐνδιαφέρονταν γιά ὅλα τά θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους, ἀκόμη καί αὐτά τά βιωτικά. Καί μάλιστα δέν τά ἀντιμετώπιζαν ὡς κοινωνιολόγοι, ἀλλά τά τοποθετοῦσαν μέσα στήν προοπτική τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, καί μέσα στήν προοπτική τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

3. Ἡ ἐπικαιρότητα τῶν λόγων τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιά τά δάνεια, τούς τόκους καί τούς τοκογλύφους

Οἱ λόγοι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί γενικά τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς τόκους καί τήν τοκογλυφία ἔχουν μεγάλη ἐπικαιρότητα στήν σύγχρονη ἐποχή στήν ὁποία ἐπικρατεῖ ἡ θεοποίηση τοῦ χρήματος, τῆς ἡδονῆς καί τῆς εὐμάρειας.

Ἡ ἀξιοποίηση καί ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ χρήματος ἀναπτύχθηκε μέσα σέ προτεσταντικούς κύκλους, μέσα στήν ἠθική ὅτι τό χρῆμα εἶναι εὐλογία Θεοῦ, καί ὁ πλούσιος εἶναι ἀπό τόν Θεό εὐλογημένος. Αὐτό τό θέμα τό ἀναπτύσσει διεξοδικά ὁ Max Weber στό γνωστό του κλασικό βιβλίο Ἡ προτεσταντική ἠθική καί τό πνεῦμα τοῦ καπιταλισμοῦ. Ὑποστηρίζει ὅτι ὁ καπιταλισμός, ἡ ὀρθολογιστική ἀξιοποίηση τοῦ χρήματος καί τῆς ζωῆς εἶναι ἀπόρροια ὅλων τῶν ἀρχῶν πού ἀναπτύχθηκαν ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες στήν Εὐρώπη.

Εἰδικά γιά τήν ἀξία τοῦ χρήματος ὁ Max Weber ἀναφέρεται στίς ὁδηγίες πού δίνει ὁ Benzamin Franklin, τίς ὁποῖες συναντᾶμε στά βιβλία του Ἀναγκαῖες νύξεις σέ κείνους πού θά ἤθελαν νά γίνουν πλούσιοι καί Συμβουλή σέ ἕνα νέο ἔμπορο. Στά βιβλία αὐτά ὁ Franklin συμβουλεύει:

«Νά θυμᾶσαι ὅτι ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα… Νά θυμᾶσαι ὅτι ἡ πίστωση εἶναι χρῆμα… Νά θυμᾶσαι ὅτι τό χρῆμα ἔχει ἀναπαραγωγική καί καρποφόρα φύση. Τό χρῆμα μπορεῖ νά παράγει χρῆμα καί τά γεννήματά του μποροῦν νά παράγουν περισσότερα… Νά θυμᾶσαι ὅτι –κατά τό ρητό– ὁ καλός πληρωτής εἶναι ὁ κύριος τοῦ πορτοφολιοῦ τοῦ ἄλλου. Ὅποιος εἶναι γνωστός ὅτι πληρώνει ἀκριβῶς στόν χρόνο πού ὑποσχέθηκε, μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμή νά σηκώση ὅλο τό χρῆμα πού οἱ φίλοι του μποροῦν νά ἀποταμιεύσουν».

Ὁ Max Weber σχολιάζει ὅτι «ὁ ἄνθρωπος κυριαρχεῖται ἀπό τή δίψα γιά ἀπόκτηση χρήματος, ἀπόκτηση πού ἐκφράζεται σάν τελικός σκοπός τῆς ζωῆς του». Καί ἐρωτώντας ὁ Max Weber «γιατί πρέπει νά βγαίνουν λεφτά ἀπό τούς ἀνθρώπους;», σχολιάζει τήν συμβουλή πού ἔδωσε στόν Benzamin Franklin ὁ αὐστηρός καλβινιστής πατέρας του, χρησιμοποιώντας τό χωρίο ἀπό τίς Παροιμίες «εἶδες ἄνθρωπον ἐπιτήδειον εἰς τά ἔργα αὐτοῦ; αὐτός θέλει ἐμφανισθεῖ ἐνώπιον βασιλέων» (Παροιμ. κβ΄, 29): «Ἡ ἀπόκτηση χρήματος μέσα στήν σύγχρονη οἰκονομική τάξη εἶναι –ἐφόσον γίνεται νόμιμα– τό ἀποτέλεσμα καί ἡ ἔκφραση τῆς ἀρετῆς καί προκοπῆς σ’ ἕνα ἐπάγγελμα καί ἡ ἀρετή καί ἡ προκοπή αὐτή εἶναι, ὅπως εἶναι εὔκολο νά ἀντιληφθοῦμε, τό πραγματικό ἄλφα καί τό ὠμέγα τῆς ἠθικῆς τοῦ Franklin».

Αὐτή ἡ νοοτροπία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου εἶναι καπιταλιστική, παρατηρεῖται στήν ∆ύση καί ἐπηρέασε πολλούς σέ ὅλον τόν πλανήτη. Αὐτό βλέπουν σύγχρονοι ξένοι θεολόγοι καί ἀναλύουν τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ καθηγήτρια στό Λουθηρανικό Πανεπιστήμιο τῆς Τακόμα Brenda Ihssen ἔγραψε δύο κείμενα στά ὁποῖα ἀναλύει αὐτό τό θέμα.

Τό πρῶτο ἔχει τίτλο: «Ἡ τοκογλυφία, ἡ ἑλληνική Πατρολογία καί ἡ καθολική Κοινωνική διδασκαλία», στό ὁποῖο θίγει θέματα ὅπως: «τί λένε οἱ πατερικοί συγγραφεῖς γιά τήν κοινωνική ἠθική», «ποιοί εἶναι οἱ τοκογλύφοι», «ποιές εἶναι οἱ σημαντικές ἐρωτήσεις πού πρέπει νά τεθοῦν καί τίς ὁποῖες πρέπει νά γνωρίζη ὁ ἐρευνητής ὅταν προσεγγίζει ἕνα πατερικό κοινωνικό - ἠθικό κείμενο», «ὑπό ποιές προϋποθέσεις ἤ μέχρι ποιό ὅριο μποροῦν οἱ πατερικές πηγές νά θεωρηθοῦν ὅτι συνεισφέρουν στήν δημιουργία τῆς Καθολικῆς Κοινωνικῆς διδασκαλίας». Μέσα στά κεντρικά αὐτά κεφάλαια ἀνευρίσκουμε πολλές ὑποδιαιρέσεις, ὅπως «ἡ ἀπαγόρευση τῆς τοκογλυφίας στή Γραφή», «ὁ τοκογλύφος ὡς ἀπειλή γιά τήν κοινότητα (κακός, ἄγριο θηρίο, ψεύτης, ἀκόμη καί φονιάς)», «ἡ πνευματική πτωχεία τοῦ τοκογλύφου», οἱ τοκογλύφοι ὡς «μέλη τῆς κοινότητας», «ἄν ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις στόν δανεισμό». Ἐπίσης, ἀπαντᾶ σέ τρία βασικά ἐρωτήματα ὅπως: «ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα τά κείμενα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων;»· «τούς ἐνδιαφέρει νά ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα;»· «ἄν ἡ παρουσία τῶν ἑλληνορωμαϊκῶν θεμάτων εἶναι ἀναμφισβήτητη».

Τό δεύτερο κείμενό της ἔχει τίτλο: «Τά κηρύγματα τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου (Νύσσης) γιά τήν τοκογλυφία». Σέ αὐτό ἐξετάζει τά κίνητρά τους, νά ἀσχοληθοῦν μέ τό θέμα τῆς τοκογλυφίας, οἱ ἐπιρροές πού δέχθηκαν ἀπό φιλοσόφους, ἡ χρησιμοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ ἀναφορά στούς τόκους, ἡ τοκογλυφία ὡς κλοπή, ἡ ταραχή πού δημιουργεῖ ἡ τοκογλυφία, οἱ εἰκόνες πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά περιγράψουν τόν τοκογλύφο καί τήν τοκογλυφία, καί γιά τόν οὐράνιο τόκο.

Στό σημεῖο αὐτό θά παρουσιάσω τήν εἰσαγωγή τῆς Brenda Ihssen, τό συμπέρασμα τῆς πρώτης μελέτης της, καί ἕνα βασικό ἀπόσπασμα ἀπό τό κεντρικό θέμα. Καί τό θεωρῶ αὐτό καλό γιατί εἶναι γεννημένη, μεγαλωμένη καί διδάσκει σέ Πανεπιστήμιο στήν Ἀμερική ὅπου ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ χρήματος εἶναι μιά ὁλόκληρη ἐπιστήμη.

Στήν εἰσαγωγή της γράφει:

«Ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητη διαπίστωση ὅτι ἡ συζήτηση γιά τίς ἠθικές ἐπιπτώσεις τοῦ τόκου ἤ τῆς τοκογλυφίας δέν προκαλεῖ πιά τό ἐνδιαφέρον τοῦ μέσου πολίτη. Ὁ τόκος θεωρεῖται ὄχι πρόβλημα ἀλλά κανονικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς. Εἴμαστε εὐτυχεῖς νά πληρώνουμε 4% ἀρκεῖ νά μποροῦμε νά ἀγοράσουμε τά μαξιλάρια τῶν διακοπῶν τά ὁποῖα μᾶς λένε οἱ εἰδικοί τοῦ μάρκετινγκ ὅτι τά ἔχουμε ἀνάγκη. ∆υστυχῶς, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι στόν πλανήτη ὑποφέρουν στά χέρια ἄλλων πού εὐχαρίστως τούς διατηροῦν στή φτώχεια μέσω ὑπερβολικῶν καί ἐξοντωτικῶν ἐπιτοκίων.

Στήν τάξη μου, οἱ φοιτητές ἀναρωτιοῦνται ποιό εἶναι τό πρόβλημα ἄν κάποιοι δανείζονται καί ἀποπληρώνουν μέ τόκο, ἐφόσον εἶναι ἐνήλικες καί γνωρίζουν τί κάνουν. Πιστεύω ὅτι τό πρόβλημα εἶναι ὅτι στόν 21ο αἰῶνα ὑπάρχει θλιβερή φτώχεια, πείνα, ἄστεγοι καί θάνατοι γιά τούς ὀφειλέτες καί τίς οἰκογένειές τους. Ἐπίσης τό πρόβλημα εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ τοκογλύφου, τοῦ ὁποίου οἱ πράξεις τόν ἀποκόβουν ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ.

Στήν ἀρχαιότητα ὁ τόκος σέ δάνεια καταδικαζόταν στήν ἑβραϊκή κοινωνία, ἐνῶ ἦταν κανονικό μέρος τῶν συναλλαγῶν στό ἑλληνικό καί ρωμαϊκό σύστημα (ἄν καί στό ἑλληνικό σύστημα δέν εἶχε γίνει καθολικά ἀποδεκτός). Ἔτσι, παρ’ ὅτι καταδικαζόταν ἀπό τόν Πλάτωνα (πού τόν θεωροῦσε «χυδαῖο») καί τόν Ἀριστοτέλη (πού τόν θεωροῦσε «παρά φύση»), ὁ τόκος ἐθεωρεῖτο δίκαιη ἀποζημίωση γιά τό χρόνο καί τό ρίσκο πού ἀναλάμβανε ὁ δανειστής. Καθώς ὁ δανειστής δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιήση τά χρήματα πού ἔχει δανείσει, ὁ τόκος ἀποτελεῖ εὐγνωμοσύνη γιά τό χρόνο πού χρειάζεται νά ἐπιστραφοῦν. Τό ρίσκο σχετίζεται μέ τό ὅτι ὁ δανειστής μπορεῖ νά μή λάβει ποτέ πίσω τά χρήματά του, συνεπῶς ὅσο μεγαλύτερος ἦταν αὐτός ὁ κίνδυνος τόσο μεγαλύτερο τό ἐπιτόκιο.

Ὡστόσο γιά τήν ἑλληνική πατρολογία, ὁ χρόνος καί τό ρίσκο δέν μετροῦσαν. Ὁποιαδήποτε ἐγγύηση γιά χρήματα πού δανείστηκαν ἦταν ἀσυνείδητη, ὁποιοδήποτε ποσοστό πάνω ἀπό τό κεφάλαιο δανεισμοῦ ἀποτελοῦσε τοκογλυφία. Ἀκόμη καί ἕνα τοῖς ἑκατό ἐπιθυμία γιά κέρδος ἔβαζε σέ κίνδυνο τή σωτηρία».

Σέ ἕνα σημεῖο τοῦ κειμένου της κάνει λόγο γιά τό κατά πόσον ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς τοκογλυφίας ἔχει σχέση μέ τήν πραγματικότητα. Γράφει:

«Τά ἀποσπάσματα πού δείχνουν ὅτι οἱ θεολόγοι μας ἀπευθύνονται σέ γνωστούς ἀνθρώπους τῆς κοινότητάς τους μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἀναφέρονται σέ ἕνα πρόβλημα τό ὁποῖο ἔχει μεγάλη σχέση μέ τήν πραγματικότητα γύρω τους. Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἐποχή μας, ὁμολογῶ ὅτι πιστεύω πώς ἐξακολουθοῦν νά ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα γιά τόν ἑξῆς λόγο: κάθε κοινότητα ἐξακολουθεῖ νά περιλαμβάνη ἀνθρώπους πού εἶναι διατεθειμένοι νά κερδίσουν σέ βάρος ἄλλων. Ἑπομένως πιστεύω ὅτι μποροῦμε νά μάθουμε ἀπό αὐτούς τούς συγγραφεῖς τί εἶχαν νά ποῦν γιά τά ἀποτελέσματα τῆς ἀπληστίας σέ μιά κοινότητα. Τά γραπτά τους ἐπίσης ἀποτελοῦν ἀντανάκλαση τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους τῶν θεολόγων γιά τούς ὁποίους ἡ κύρια σπουδαιότητα τοῦ κειμένου ἦταν ἡ ἐξαγωγή ἠθικοῦ νοήματος γιά ἐφαρμογή στίς τρέχουσες καταστάσεις.

Τελικά, ὅλοι αὐτοί οἱ θεολόγοι πιστεύουν ὅτι τό χρῆμα –εἴτε κάποιος τό ἔχει, εἴτε δέν τό ἔχει, εἴτε τό δανείζει εἴτε τό χαρίζει– ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιά μιά ἀποτελεσματική σχέση μέ τό Θεό».

Στό συμπέρασμα γράφει:

«Ἡ ἀρετή τῆς προσφορᾶς εἶναι μιά διαρκής πορεία πού ποτέ δέν τελειοῦται. Σύμφωνα μέ τούς θεολόγους μας, αὐτός πού δίνει, ἀντί νά δανείζει, ἀπομακρύνει ἐμπόδια πού δημιούργησε ἡ ἁμαρτία, ἐμπόδια τά ὁποῖα δέν ἀφήνουν τούς ἀνθρώπους νά ἔχουν ὑγιεῖς καί διατηρήσιμες σχέσεις μεταξύ τους. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἐπιθυμεῖ νά μοιράζεται τό δικό της, ἐνῶ ἡ ἀληθινή ἀπληστία ἐπιθυμεῖ μόνο τό συμφέρον της. Ἡ τοκογλυφία ἀντιπροσωπεύει τό ἀκριβῶς ἀντίθετο τῆς ἀγάπης, καί μάλιστα μέ ἀγαθό προσωπεῖο. Ὁ συμφεροντολόγος χριστιανός μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ἔχει δικαίωμα νά δανείζη μέ τόκο –ἀκόμη καί μέ ὑπερβολικό ἐπιτόκιο– πρῶτον διότι εἶναι νόμιμο καί δεύτερον διότι ὁ Χριστιανός ἔχει ἐλευθερωθῆ ἀπό τό νόμο. Τήν ἴδια λογική συνάντησε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Κόρινθο καί ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι «ὅλα εἶναι νόμιμα γιά μένα, ἀλλά δέν εἶναι ὅλα ὠφέλιμα».

Συνοψίζοντας, οἱ Ἕλληνες Πατέρες θεωροῦσαν ὅτι ἡ τοκογλυφία δέν εἶναι ἠθική, δέν μπορεῖ νά δικαιολογηθῆ καί δέν εἶναι ὠφέλιμη. Οἱ σύγχρονοι συγγραφεῖς ὑποστηρίζουν ὅτι τό ζήτημα τῆς τοκογλυφίας εἶναι νεκρό στήν ἐποχή μας, καθώς ὅλοι δανείζουν καί δανείζονται μέ τόκο χωρίς νά τό σκέφτονται. Ἐλπίζω ὅτι κάνουν λάθος. Ἡ παγκόσμια φτώχεια εἶναι τόση πού τό θέμα τῆς τοκογλυφίας εἶναι σημαντικό γιά ὅσους στοχάζονται γιά τίς σύγχρονες οἰκονομικές καταστροφές τίς ὁποῖες ἐπιφέρουν ἄδικες πρακτικές δανεισμοῦ. Ὁ καπιταλισμός ἔχει ὑποτάξει γιά πάρα πολύ καιρό τήν ἀνθρώπινη ὑγεία καί ἀξιοπρέπεια σέ οἰκονομικούς σκοπούς. Ὡς θέμα ἡ τοκογλυφία δέν προκαλεῖ συζητήσεις, ἀλλά ἡ φτώχεια προκαλεῖ. Θά πρέπει νά προβληματιζόμαστε βαθιά γιά τό κακό πού ἐπιφέρει ὁ τόκος τῶν δανείων σέ ἄτομα, σέ οἰκογένειες, σέ κοινότητες, σέ χῶρες καί –ἄν οἱ θεολόγοι μας ἔχουν δίκαιο– ἀκόμη καί στή σωτηρία τοῦ καθενός μας».

Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία κυριαρχεῖ ὁ δανεισμός, ὁ ἐπίσημος καί νόμιμος μέ τίς Τράπεζες καί κατά κάποιον τρόπο θεωρεῖται καί ἠθικός. Πολλοί παίρνουν δάνεια γιά νά ἀποκτήσουν σπίτι, νά σπουδάσουν τά παιδιά τους, νά κάνουν τίς διακοπές τους κλπ. Σέ μερικές περιπτώσεις, ὅπως τήν ἀπόκτηση οἰκίας, μπορεῖ κανείς νά πῆ ὅτι εἶναι ὠφέλιμος ὁ δανεισμός. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις μιά κοινωνία δίκαιη μπορεῖ νά ὠφελήση τούς μή ἔχοντες, χωρίς, βέβαια, νά χάσουν καί οἱ κατέχοντες. Ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας μπορεῖ νά ἐξισορροπήση τά πράγματα, ὥστε καί οἱ Τράπεζες νά ὠφελοῦνται μέ μέτρο, νόμιμα, ἀλλά καί οἱ μή ἔχοντες νά βοηθοῦνται νά ἀντιμετωπίζουν τά προβλήματα τῆς ζωῆς τους, χωρίς νά χάνουν τήν ἐλευθερία τους. Ἄν αὐτό λειτουργῆ μέ νόμιμο καί δίκαιο τρόπο, τότε μπορεῖ νά λειτουργήση μέ τήν ἀρχή τῆς φιλαδελφίας.

Ὅμως, ὁ δανεισμός, ὅταν συνδέεται μέ τήν ἡδονή, τήν εὐδαιμονία, τήν καλοπέραση, τήν εὐμάρεια, τήν προσπάθεια γιά πλουτισμό κλπ, δέν μπορεῖ νά γίνη ἀποδεκτός. Πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε τό θέμα καί στά πάθη πού καλλιεργεῖ, καθώς ἐπίσης καί στήν ὅλη νοοτροπία πού ἀναπτύσσει, ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι κολλημένος μόνον στά χρήματα καί τά κτήματα, καί δέν τόν ἀφήνουμε νά ἀσχολῆται καί μέ ἄλλα σοβαρότερα θέματα.

Πρέπει νά στιγματίζουμε καί νά καυτηριάζουμε τούς τοκογλύφους πού ἐκμεταλλεύονται τόν πόνο τῶν συνανθρώπων τους καί μένουν ἀσυγκίνητοι μπροστά στήν δυστυχία τους. Οἱ χαρακτηρισμοί τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιά αὐτούς εἶναι πολύ βαρεῖς, ὅπως τό εἴδαμε προηγουμένως. Στίς περιπτώσεις αὐτές, ὅσοι ἔχουν χρήματα πρέπει νά ἀσκοῦν φιλανθρωπία καί νά δίνουν ἄτοκο δανεισμό σέ αὐτούς πού χρειάζονται χρήματα γιά νά ἀντιμετωπίσουν τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς.

Ἐπίσης, στά σύγχρονα δεδομένα ἡ ἀποταμίευση τῶν χρημάτων στίς Τράπεζες θεωρεῖται κάτι τό ἀπαραίτητο καί ὁ τόκος δίκαιος καί νόμιμος. ∆έν μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθῆ μιά τέτοια λελογισμένη δυνατότητα, ἰδίως γιά τούς οἰκογενειάρχες, ἀλλά τό κρίσιμο θέμα εἶναι ὅτι ἡ ἀποταμίευση, ὅταν ἐντάσσεται μέσα στήν προοπτική τοῦ πάθους τῆς φιλοκτημοσύνης καί τῆς φιλαργυρίας, καί μάλιστα ὅταν ἀναστέλλεται ἡ ἐλεημοσύνη καί ἡ φιλανθρωπία, καθώς ἐπίσης ὅταν στηρίζεται ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου στά χρήματα, καί ἀποβάλλεται ἡ πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τότε αὐτό δέν μπορεῖ νά δικαιωθῆ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἠθική.

Γενικά, δέν πρέπει νά αὐξάνουμε τίς ἀνάγκες μας, δέν πρέπει νά ἐπιδιώκουμε νά ζοῦμε πλουσιοπάροχα, ὥστε νά μήν ἐξαναγκαζόμαστε νά δανειζόμαστε χρήματα, γιατί ἔτσι χάνουμε τήν ἐλευθερία μας. Ἡ ὀλιγαρκής ζωή εἶναι μιά ἀξιοπρεπής ζωή. Ἄλλωστε, πτωχός δέν εἶναι ἐκεῖνος πού δέν ἔχει χρήματα, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος πού δημιουργεῖ τήν ἀνάγκη τῶν πολλῶν ἀναγκῶν καί ἐξαναγκάζεται νά δανείζεται ἀπό Τράπεζες καί ἀπό ἀνθρώπους, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνη τήν ἐλευθερία του. Ἔρχονται συχνά στήν Ἱερά Μητρόπολη ἄνθρωποι πού ἔχασαν τίς περιουσίες τους, τά σπίτια τους ἀπό τέτοιους δανεισμούς.

Ἡ ἀσκητική ζωή, πού συνίσταται καί στήν ἀποφυγή τῆς πολυτέλειας καί τῆς εὐδαιμονίας, μπορεῖ νά μᾶς ὠφελήση καί στό θέμα αὐτό, γιά νά διαφυλάττουμε τήν πνευματική μας ἐλευθερία καί τήν ἀνεξαρτησία μας ἀπό καταστάσεις πού μᾶς ὑποδουλώνουν κυριολεκτικά. Σέ μιά καπιταλιστική κοινωνία πού ὅλοι ζοῦν μέ τό ὄνειρο τοῦ χρήματος καί τά τηλεοπτικά παιχνίδια, καθώς ἐπίσης ἐκεῖ ἀποβλέπουν καί τά ποικίλης φύσεως λαχεῖα, ἔχουμε καθῆκον νά ζοῦμε ἀσκητικά καί νά ἐργαζόμαστε τίμια καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐφαρμόζουμε τόν εὐαγγελικό λόγο. Καί πάντοτε ὁ νοῦς μας πρέπει νά εἶναι στραμμένος στήν προπτωτική ζωή τῶν Πρωτοπλάστων καί τήν ἐσχατολογική ζωή, νά ἀποβλέπουμε, κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὄχι στήν μετέπειτα διαίρεση, ἀλλά στήν ἀρχική ἰσονομία - ἰσότητα.

ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο Θεολογία γεγονότων

 
Image

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ανάσταση, η ελπίδα του κόσμου


Βασίλειος Στογιάννος, καθηγητής Ιστορίας των χρόνων & της Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Στην τριάδα των χριστιανικών αρετών, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος στην κατακλείδα του ύμνου της αγάπης, ανάμεσα στην πίστη και στην αγάπη υπάρχει η ελπίδα. Σωστά, γιατί στηρίζεται στην πίστη και σχετίζεται πρακτικά με την αγάπη. Η ελπίδα του χριστιανού πηγάζει από την πίστη του, από την θεογνωσία και την ανθρωπογνωσία του. Συγχρόνως όμως δίνει φτερά και στην αγάπη του, γιατί την συνδέει με το όραμα του καινούριου κόσμου, με το πλήρωμα της βασιλείας του Θεού στην νέα γη και στον νέο ουρανό που κατοικεί η δικαιοσύνη κατά τον απόστολο Πέτρο. 

Αγωνιζόμαστε, κάνομε θυσίες, υφιστάμεθα δεινά αγόγγυστα, δίνομε την ζωή μας, γιατί έχομε ένα τελικό στόχο, την επικράτηση της νέας δημιουργίας, της βασιλείας του Θεού. Όλες μας οι πράξεις κατατείνουν στην έλευση αυτής της έσχατης πραγματικότητας, που την ξέρομε από την πίστη μας βέβαια, αλλά που βασικά την βλέπομε με την ελπίδα, με την προσδοκία μας.

Η δική μας, η χριστιανική προσδοκία στηρίζεται στην ανάσταση. Ξεκινά από την ανάσταση του Χριστού και απολήγει στη δική μας μετοχή στον κόσμο της αναστάσεως. Έτσι μιλώντας κανείς για την ανάσταση αναφέρεται στην ελπίδα του κόσμου.

Image

Η ανάσταση δεν είναι ελπίδα για τον χριστιανό στην αφετηρία της. Είναι αποδοχή ενός ιστορικού γεγονότος, της αναστάσεως του Χριστού. Είναι κατάφαση της μαρτυρίας των αποστόλων, που είδαν τον κενό τάφο και συναντήθηκαν με τον αναστημένο Χριστό. Είναι μια πίστη διαφορετική από την συνηθισμένη, γιατί βασίζεται σε αξιόπιστες μαρτυρίες, έχει δηλαδή περισσότερο το στοιχείο της αποδοχής ενός γεγονότος.

Όλα τα Ευαγγέλια μαρτυρούν για την ανάσταση του Χριστού. Αναφέρουν το γεγονός της ευρέσεως κενού, αδειανού του τάφου του Χριστού τόσο από τις μυροφόρες γυναίκες, όσο και από τους δύσπιστους μαθητές. Και μιλούν ακόμη για τις εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού στους μαθητές του, που δίνουν την εξήγηση για τον κενό τάφο: ο τάφος ήταν κενός γιατί ο Χριστός αναστήθηκε. Και δεν εμφανίστηκε σε έναν ή δύο, αλλά και στους δώδεκα, μια φορά μάλιστα και σε πεντακόσιους, ίσως και περισσότερους πιστούς. Ο απόστολος Παύλος, που αναφέρει αυτή την εμφάνιση σε μιαν επιστολή του γραμμένη γύρω στο 55, λίγα χρόνια μετά δηλαδή, θυμίζει στους αναγνώστες του ότι μπορούν να δουν τους μάρτυρες αυτής της εμφανίσεως και να διαπιστώσουν την αλήθεια των λόγων του. Πεντακόσιοι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένος αριθμός μαρτύρων!

Στο γεγονός της αναστάσεως του Χριστού στηρίχθηκε και η πίστη, σωστότερα η ελπίδα των χριστιανών και για την δική μας ανάσταση, την κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων σ’ ένα νέο κόσμο ζωής και αφθαρσίας. Αυτή η προσδοκία των πιστών είναι το σημείο του χριστιανικού κηρύγματος που συνάντησε την μεγαλύτερη αντίδραση στον αρχαίο κόσμο, αλλά συνάμα και η δύναμη του λόγου των αποστόλων και των άλλων κηρύκων της πίστεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αθήνα, όταν μίλησε ο Παύλος στον Άρειο Πάγο, τον άκουσαν με πολλή προσοχή και ανεκτικότητα μέχρι το σημείο του λόγου του, που αναφερόταν στην ανάσταση. Τότε ξαφνικά οι φιλόσοφοι των Αθηνών αισθάνθηκαν ενοχλημένοι και μισοειρωνικά του είπαν: «θα σ’ ακούσουμε μιαν άλλη φορά». 

Η προοπτική του κόσμου της αναστάσεως δεν ταίριαζε στην εικόνα για τον κόσμο που είχαν διαμορφώσει οι αρχαίοι σοφοί. Η ελπίδα του Παύλου για έναν νέο κόσμο, μια νέα δημιουργία, δεν μπορούσε να ταιριάσει με την άποψη για την τελειότητα του παρόντος κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση αμφισβητούσε την σιγουριά του παρόντος. Το πλάτεμα του παρόντος με το άνοιγμα στο μέλλον δημιουργούσε μιαν αβεβαιότητα, που δεν ήταν έτοιμοι να δεχθούν οι αρχαίοι, όπως δεν είναι πρόθυμοι να την δεχθούν και οι σύγχρονοί μας. Γιατί έτσι ξαφνικά φαίνεται γυμνό από κάθε ωραιοποίηση το παρόν. Η αναμονή της πληρότητας της ζωής στο μέλλον, φωτίζει μ’ ένα καινούριο φως και το παρόν. Δείχνει την απουσία της ζωής από έναν κόσμο που βρίσκεται κάτω από την καταθλιπτική δύναμη του θανάτου, που στενάζει κάτω από την φοβία για την αύριο, που είναι υπόδουλος στον τρόμο από την προοπτική του θανάτου. 

Η ελπίδα της αναστάσεως κάνει μιαν απομύθευση του κόσμου των ονείρων μας. Θυμίζει πόσο μετέωρα είναι τα ανθρώπινα πράγματα, όσο πάνω από τα κεφάλια μας βαραίνει η έλευση του θανάτου. Θυμίζει ακόμη η ανάσταση πως μόνο με την επέμβαση του Θεού εν Χριστώ, μόνο με μια νέα θεϊκή δημιουργική επέμβαση είναι δυνατή η απαλλαγή του ανθρώπου από τον φόβο και το άγχος και η μετοχή του στην πραγματική ζωή. Υπάρχει βέβαια έντονο το αισιόδοξο στοιχείο στην προσδοκία της αναστάσεως. Γεμίζει η ψυχή του ανθρώπου από νέα συναισθήματα, βλέπει τον κόσμο με νέα προοπτική. Αλλά για να γίνει αυτό, πιο πριν πρέπει να διαπιστώσει την αδυναμία του, την ανικανότητά του ν’ αλλάξει από μόνος του την πορεία του. 

Η ελπίδα της αναστάσεως προϋποθέτει σε τελευταία ανάλυση την απεμπόληση του ανθρωποκεντρισμού και την εγκατάλειψη στα χέρια του Θεού. Και στο σημείο αυτό αντιδρά ο φυσικός άνθρωπος. Γιατί έχει την τάση να λησμονεί πως είναι δημιούργημα, πως η ζωή του εξαρτάται από τον Θεό. Όταν έλθει αντιμέτωπος με την ανάσταση, ο άνθρωπος γίνεται συνήθως επαναστάτης έναντι του Θεού. Καταλαμβάνεται από την επιθυμία του Αδάμ ν’ αποκτήσει μόνος του την αθανασία. Και έτσι ακολουθεί τον πρωτόπλαστο στην τραγική πορεία της ύβρεως, της αποστασίας και της πτώσεως. Και όλα αυτά, γιατί φοβάται να παραδώσει το μέλλον του, την συνέχιση της ζωής του στον δημιουργό Θεό, στην πηγή της ζωής.

Image 

Η προσδοκία της αναστάσεως είναι η ελπίδα του χριστιανού και η ελπίδα του κόσμου, όταν μπορέσει κανείς να απαλλαγεί από την φοβία για το μέλλον και όταν δεν φοβηθεί την προοπτική μιας νέας δημιουργίας. Φτάνει να κάμει ο άνθρωπος μιαν ανατοποθέτηση του παρόντος, για να δει την ομορφιά του μέλλοντος, που θα χρωματίσει και το παρόν του στη συνέχεια. Η αποδοχή της ελπίδας για την ανάσταση δίνει νέες διαστάσεις στο παρόν. Έτσι ο θάνατος παύει να είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας των ανθρωπίνων σχέσεων. Αντί να προσπαθούμε με κάθε μέσο να παραμερίσομε τους άλλους για να διασφαλίσομε έτσι τουλάχιστον πιστεύομε την ζωή μας, μπορούμε να αγωνιζόμαστε χωρίς άγχος και για τους άλλους. Αντί να βλέπομε τον θάνατο σαν μια δαμόκλεια σπάθη πάνω από κάθε στιγμή μας, είναι δυνατό με την προσδοκία της αναστάσεως να δούμε το θάνατο οπως είναι: σάν μιά προσωρινή μάχη που δέν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτε σ’ ένα πόλεμο που έχει οριστικά κριθεί θετικά για μας. Ο θάνατος είναι τα τελευταία ψυχογραφήματα ενός κόσμου που χάνεται. Γιατί η ανάσταση του Χριστού έχει ανοίξει τον δρόμο της αιώνιας ζωής οριστικά για όλους μας. Έτσι μπορούμε να ξεπεράσομε οριστικά το άγχος, την αμφιβολία, την αβεβαιότητα για το μέλλον.

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι εύγλωττη σ’ αυτό το σημείο. Οι χριστιανοί αντιμετώπισαν μαρτύρια και διωγμούς, κοινωνικούς εξοστρακισμούς και βασανιστήρια με μοναδικό όπλο την βέβαιη ελπίδα της αναστάσεως. Οι ασκητές της ερήμου νίκησαν τον παλαιό άνθρωπο με την δύναμη της προσδοκίας της αναστάσεως των νεκρών. Και η ’Εκκλησία προσελκύει και σώζει ανθρώπους βασισμένη σ’ αυτή την προσδοκία, που κατακλείει το σύμβολο της πίστεως: «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Είναι η προσδοκία της ολοκληρωμένης και ατελεύτητης ζωής, που τόσο επιθυμεί ο άνθρωπος…

Στο 21ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως ο απόστολος Ιωάννης δίνει μια περιγραφή του καινούριου κόσμου, της ουράνιας Ιερουσαλήμ, της βασιλείας του Θεού. «Και είδα καινούριο ουρανό και καινούρια γη. Γιατί ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη έφυγαν και δεν υπάρχει πια και η θάλασσα. Και είδα την αγία πόλη Ιερουσαλήμ καινούρια να καταβαίνει από τον ουρανό, από τον Θεό, ετοιμασμένη και στολισμένη σαν νύμφη για τον άνδρα της. Και ήκουσα μια δυνατή φωνή από τον θρόνο του Θεού να λέγει: Να, η σκηνή του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Και θα κατασκηνώσει κοντά τους· και αυτοί θα γίνουν δικός του λαός και ο Θεός θα βρίσκεται πάντα μαζί τους. Και θα εξαφανίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους και δεν θα υπάρχει πια ο θάνατος και δεν θα υπάρχει πια ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος».

Είναι χαρακτηριστική για την χριστιανική προσδοκία αυτή η περιγραφή. Συνοψίζει με την ομορφιά της ποιητικής γλώσσας του προφήτη όλες τις ανθρώπινες ελπίδες. Δεν δίνει το βάρος σε υλικές περιγραφές και ανέσεις, αλλά συνδέει την Βασιλεία του Θεού με την απουσία του πόνου και του πένθους, με την κατάργηση του θανάτου και με την εξασφάλιση της αιώνιας ζωής που χορηγεί ο δημιουργός Θεός. Όλο το βάρος πέφτει στην εξαφάνιση του θανάτου και του πόνου, της αιτίας της ανθρώπινης δυστυχίας.

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα γιατί η Εκκλησία χαρακτήρισε ως άγκυρα ελπίδας την προσδοκία της αναστάσεως και γιατί ποτέ δεν έπαψε να περιμένει την έλευσή της με αδημονία. Γιατί η ανάσταση σημαίνει το τέλος της αγωνίας του ανθρώπου και την αρχή μιας νέας εποχής ζωής αληθινής. Γιατί με την ανάσταση θα γίνει πραγματικότητα η ανάκτηση του κόσμου και η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε εικόνα Θεού. Όλος ο μόχθος και ο αγώνας μας θα δικαιωθεί την ώρα που η ζωή θα πλημμυρίσει τον κόσμο. Η αγάπη του Θεού θα κυριαρχήσει στον κόσμο και τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους θα γκρεμιστούν από το φως της θεϊκής παρουσίας.

Η ανάσταση δεν είναι ένα ανθρώπινο όραμα, αλλά μια θεϊκή υπόσχεση, που συνοδεύεται από ένα γεγονός, από την ανάσταση του Χριστού. Η προσμονή της ελεύσεως αυτής της ώρας δεν έπαψε ποτέ να μας δίνει δύναμη, θα συνεχίσει να είναι πηγή θάρρους και ενθουσιασμού, μέχρι που να έλθει ως πραγματικότητα. Μέχρι τότε η Εκκλησία θα αγωνίζεται και θα αγαπά, θα μαρτυρεί για την βασιλεία του Θεού και θα διατηρεί την προσδοκία του ερχομού της, γιατί σ’ αυτή την προσδοκία κλείνεται η ελπίδα η δική της και μαζί η ελπίδα του κόσμου.

(Β. Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», εκδ. Π. Πουρναρά-Θεσ/νίκη, σ. 140-144)

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Μεγάλη Εβδομάδα: Από την έλευση του Νυμφίου μέχρι το κενό Μνημείο!


π. Αντώνιος Χρήστου / Ευχή

Βίντεο: Ίδρυμα Νεότητας και Οικογένειας Ι. Α. Αθηνών

Αγαπητοί Αναγνώστες, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε και να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας, ότι η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι απλώς μια θρησκευτική παράδοση ή μια αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων. Είναι μια προσωπική πρόσκληση σε έναν «γάμο», όπου ο Νυμφίος της Εκκλησίας έρχεται να συναντήσει την ψυχή μας και φυσικά να αναγεννήσει όλη την ύπαρξή μας.

Σε αυτό το άρθρο, ας ακολουθήσουμε μαζί τα βήματα του Κυρίου, μέρα με τη μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας, όχι ως θεατές, αλλά ως συνοδοιπόροι και αυτό καθιστά αυτονόητο την συνειδητή συμμετοχή μας στις Ιερές Ακολουθίες αυτής της ιδιαίτερης και μοναδικής εβδομάδας όλου του χρόνου:

Μεγάλη Δευτέρα - Η Είσοδος για το Πάθος: Ο Νυμφίος έρχεται…

Η πορεία ξεκινά το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων. Στο κέντρο του ναού τοποθετείται η εικόνα του Χριστού με το ακάνθινο στεφάνι. Είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας. Θυμόμαστε τον Πάγκαλο Ιωσήφ (τον γιο του Ιακώβ που πουλήθηκε άδικα και από φθόνο από τα αδέρφια του) και την άκαρπη συκιά που ξέρανε θαυματουργικά ο Χριστός.

Πώς οφείλουμε να μετέχουμε; Καλούμαστε να αναλογιστούμε την πνευματική μας «καρποφορία». Μήπως είμαστε δέντρα με πλούσιο φύλλωμα (κοινωνική εικόνα) αλλά χωρίς καρπούς (αγάπη, ελεημοσύνη και ταπείνωση);

Μεγάλη Τρίτη:

Η ημέρα είναι αφιερωμένη στην σπουδαία και πολύ διδακτική παραβολή των Δέκα Παρθένων.

Πώς οφείλουμε να μετέχουμε; Το ερώτημα είναι αν έχουμε «λάδι» στα «λυχνάρια μας». Το λάδι συμβολίζει την ελεημοσύνη και την εσωτερική εγρήγορση. Η συμμετοχή μας εδώ είναι μια άσκηση πνευματικής αφύπνισης.

Μεγάλη Τετάρτη:

Η ημέρα της μετανοημένης πόρνης που άλειψε με ακριβό μύρο και δάκρυα τα πόδια του Κυρίου και της προδοσίας του Ιούδα.

Πώς οφείλουμε να μετέχουμε; Το απόγευμα τελείται το Μυστήριο του Ευχελαίου. Δεν πηγαίνουμε απλώς για να μας «σταυρώσει» ο παπάς με λάδι, αλλά για να ζητήσουμε ίαση ψυχής και σώματος, αναγνωρίζοντας πως είμαστε, με τον τρόπο μας, «άσωτοι» που αναζητούν την επιστροφή αλλά και ίσως «Ιούδας» με τις πράξεις μας…!.

Μεγάλη Πέμπτη - Ο Μυστικός Δείπνο και ο Γολγοθάς

Από την Μ. Πέμπτη, το κλίμα αλλάζει. Η ατμόσφαιρα γίνεται πιο βαριά, πιο μυσταγωγική. Γιορτάζουμε τον Μυστικό Δείπνο, τον Ιερό Νιπτήρα (όπου ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών) την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, και την Αρχιερατική Προσευχή στη Γεσθημανή.

Πώς οφείλουμε να μετέχουμε: Το πρωί, με την συνειδητή συμμετοχή μας στη Θεία Κοινωνία με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει η Εκκλησία μας (εξομολόγηση, συμφιλίωση με όλους, νηστεία, πνευματική προετοιμασία αλλά και συναίσθηση της αναξιότητάς μας). Το βράδυ στην Ακολουθία των Παθών, στα 12 Ευαγγέλια, στεκόμαστε ευλαβικά κάτω από τον Εσταυρωμένο. Δεν είναι ώρα για κουβέντες, αλλά για σιωπή. Ο πιστός καλείται να «σταυρώσει» τον εγωισμό του και να συνπάθει μαζί με τον Χριστό.

Μεγάλη Παρασκευή:

Η ημέρα της απόλυτης κένωσης. Η Αποκαθήλωση το πρωί και ο Επιτάφιος Θρήνος το βράδυ.

Πώς οφείλουμε να μετέχουμε; Είναι μέρα απόλυτης νηστείας και πένθους. Η συμμετοχή στην περιφορά του Επιταφίου δεν είναι μια «βόλτα» στην πόλη, αλλά ουσιαστικά μια κηδεία. Συνοδεύουμε τον Ζωοδότη στον τάφο, συνειδητοποιώντας το βάρος της θυσίας Του για εμάς.

Το Μεγάλο Σάββατο - Η Κάθοδος στον Άδη


Πολλοί δυστυχώς θεωρούν το Σάββατο μια μέρα «αναμονής» ή προετοιμασίας για το φαγοπότι της Κυριακής. Θεολογικά, όμως, είναι η ημέρα που ο Χριστός «εν τάφω σωματικώς, εν άδη δε μετά ψυχής» και είναι η «σιγή κάθε σαρκός»!

Το Πρωί του Μεγάλου Σαββάτου: Η «Πρώτη Ανάσταση». Ο ιερέας σκορπά φύλλα δάφνης και ο ήχος των σήμαντρων προαναγγέλλει τη νίκη.

Πώς οφείλουμε μετέχουμε; Είναι η στιγμή να πετάξουμε από πάνω μας τη θλίψη όχι μόνο της προηγούμενης μέρας αλλά και του παλαιού εαυτού μας. Η κάθοδος του Χριστού στον Άδη σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια σκοτεινό σημείο στην ύπαρξή μας που να μην μπορεί να φωτιστεί.

Η Ανάσταση: Το Κενό Μνημείο

Το βράδυ του Σαββάτου, όλα καταλήγουν στο «Χριστός Ανέστη». Κυριακή του Πάσχα: Το κενό μνημείο είναι η απόδειξη ότι ο θάνατος νικήθηκε.

Πώς οφείλουμε να μετέχουμε; Η Ανάσταση δεν είναι ένα «γεγονός αμφισβητούμενο και κυρίως του παρελθόντος», αλλά μια κατάσταση που πρέπει να βιώνουμε καθημερινά. Ο πιστός μετέχει στη χαρά της Εκκλησίας μένοντας μέχρι το τέλος της Αναστάσιμης Λειτουργίας και κοινωνώντας το «Σώμα και το Αίμα» του Αναστάντος Χριστού ακούγοντας τον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου απαντώντας διαλογικά με τον Ιερέα από ψυχής και μετά με τα χείλη.

Κλείνοντας το άρθρο μας, συνοψίζουμε και κάποια απαραίτητα πνευματικά συμπεράσματα: Η Μεγάλη Εβδομάδα απαιτεί κάτι περισσότερο από την τήρηση της νηστείας στο φαγητό. Απαιτεί: α) Συγχώρηση: Δεν μπορείς να φτάσεις στην Ανάσταση κρατώντας κακία. β) Ταπείνωση: Όπως ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών, έτσι κι εμείς καλούμαστε να διακονήσουμε τον πλησίον μας. Και γ) Υπομονή: Το Πάθος προηγείται πάντα της Δόξας.

Το «Κενό Μνημείο» δεν είναι ένα σύμβολο απουσίας, αλλά μια υπόσχεση παρουσίας! Ο Χριστός δεν είναι πια κλεισμένος σε έναν τάφο, αλλά ελεύθερος μέσα στις καρδιές μας. Ας αφήσουμε, λοιπόν, αυτό το φως να διαλύσει τα σκοτάδια των δικών μας προσωπικών πτώσεων ή αμφιβολιών!

Καλή Ανάσταση Αδελφοί μου - Καλό Πάσχα!

Ενότητα άρθρων στην Ευχή για τη Μ. Εβδομάδα 

Πολλά άρθρα για τη Μ. Εβδομάδα στην ταπεινή μπλογκονησίδα μας 

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει πλέον να αγγίζεται η πληγή του, γιατί πονάει

 

Image
ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ο σημερινός άνθρωπος έρχεται στην Εκκλησία όχι ως άρρωστος, αλλά ως πελάτης. «Μου αρέσει», «Δεν μου αρέσει», «ήταν πολύωρο», «μίλησε πολύ δυνατά», «Δεν ένιωσα τίποτα». Έτσι κρίνει ο άνθρωπος τη λειτουργία, σαν να ήταν προϊόν. 

Δεν έρχεται πλέον για να θεραπευτεί, έρχεται για να ικανοποιηθεί. Αν το κήρυγμα τον πληγώσει, φεύγει. Αν του πουν να αλλάξει, αναστατώνεται. Αν του ζητήσουν να κάνει υπομονή, ψάχνει για άλλο μέρος. Έχει ξεχάσει ότι η Εκκλησία δεν είναι θέατρο, ούτε πνευματικό εστιατόριο. Είναι νοσοκομείο, και δεν πας στο νοσοκομείο για να σε χειροκροτήσουν, αλλά για να σε κόψουν, να σε καθαρίσουν, να σε γιατρέψουν. 

Όποιος μπαίνει στην Εκκλησία χωρίς ταπεινότητα φεύγει χωρίς θεραπεία. Η χάρη δεν λειτουργεί σύμφωνα με το γούστο του ανθρώπου, αλλά σύμφωνα με την πληγή του. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει πλέον να αγγίζεται η πληγή του, γιατί πονάει. Θέλει παρηγοριά χωρίς αλήθεια, συγχώρεση χωρίς μετάνοια, κοινωνία χωρίς εξομολόγηση. Και όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει, λέει ότι «δεν αισθάνεται πια τίποτα». 

Δεν είναι η Εκκλησία που έχει κρυώσει  η καρδιά έχει κλείσει... Το νοσοκομείο είναι το ίδιο. Ο γιατρός είναι ο ίδιος. Η θεραπεία είναι η ίδια. Αλλά ο ασθενής αρνείται την επέμβαση και εκπλήσσεται που η ασθένεια παραμένει.

Πατήρ Παναγιώτης

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

«Δυνάμεθα»


“Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα” (Μάρκ. 10, 38-39)
Ο ᾿Ιησοῦς τότε τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ πάθους ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ ἢ νὰ βαφτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαφτιστῶ ἐγώ;» «Μποροῦμε», τοῦ λένε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός - BHMATA (εικ)
29 Μαρτίου 2026
Κυριακή Ε’ Νηστειών

Image

Καθώς πλησιάζουμε προς την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα η Εκκλησία ορίζει την τελευταία Κυριακή των Νηστειών να διαβάζεται ένα απόσπασμα από το ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο αναφέρεται σε ένα παράξενο αίτημα δύο από των πρώτων μαθητών του Κυρίου, του Ιακώβου και του Ιωάννη του ευαγγελιστή. Έρχονται, όταν ο Ιησούς τους ενημερώνει για το τι πρόκειται να Του συμβεί, δηλαδή για τον Σταυρό, την ταφή και την Ανάσταση, το μαρτύριο το οποίο επέρχεται, να Του ζητήσουν στη δόξα Του να τους βάλει ως κριτές του νέου κόσμου, της βασιλείας του Θεού. Μάλιστα, όταν ο Ιησούς τους ρωτά αν μπορούν να πιουν το ποτήρι του πάθους Του και να βαπτιστούν στο βάπτισμα του αίματος, και εκείνοι απαντούν με έναν λόγο κοφτό, σαφή και, ταυτόχρονα, απαιτητικά υπερήφανο: “δυνάμεθα”. 

Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν σε όλη του τη διάσταση το πάθος του Κυρίου. Είναι ο ενθουσιασμός να μείνουν μαζί Του μέχρι το τέλος; Είναι η αγάπη τους προς τον Διδάσκαλό τους; Είναι εκείνη η άγνοια κινδύνου που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να αναλάβουν έργο ανώτερο από τις δυνάμεις τους; Είναι η δίψα για ανταμοιβή, το κίνητρο αυτό το οποίο πολλές φορές μας κάνει να διεκδικούμε χωρίς να κατανοούμε; Πάντως, ο λόγος “δυνάμεθα” κάνει εντύπωση. Θα μπορούσαμε να τον εκλάβουμε και ως ένδειξη θράσους, ψηλώματος του νου, ο οποίος δεν κάνει τον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά να τον θεώσει, οδηγώντας τον σε μια αυταπάτη.

Οι δύο αυτοί μαθητές, όπως και ο απόστολος Πέτρος, αντιλαμβάνονται καλύτερα από τους άλλους ποιος είναι ο Ιησούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους παίρνει μαζί Του σε θαύματα, όπως η Μεταμόρφωση και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, αλλά και θα τους έχει μαζί Του και τους τρεις στην αγωνία Του στον κήπο της Γεθσημανή, εκεί όπου η ανθρώπινη φύση του Χριστού θα επαναστατήσει μπροστά στο ξένο του θανάτου. 

Στο αίτημα των δύο ο Κύριος θα τους πει ότι όντως θα πιούνε το ποτήρι του Πάθους, διότι ο μεν ένας θα Τον εγκαταλείψει και θα συνειδητοποιήσει τι σημαίνει φόβος, τι υπερτίμηση των δυνατοτήτων του, τι ματαίωση, ο δε άλλος, ο Ιωάννης, θα Τον ακολουθήσει μέχρι τον Σταυρό και την ταφή, βιώνοντας ως αληθινός μαθητής και φίλος το μέγεθος του πόνου του Χριστού και διαπιστώνοντας ότι όσα ο Διδάσκαλός τους τούς είχε πει, βγήκαν αληθινά. Και οι δύο θα βαπτιστούν στο μαρτύριο του αίματος, ο μεν Ιάκωβος καθώς θα είναι ο πρώτος από τον κύκλο των μαθητών που θα μαρτυρήσει, ο δε Ιωάννης διότι θα ζήσει τη δοκιμασία της εξορίας, της απόρριψης, των γηρατειών, της αίσθησης ότι ο Θεός του έχει αναθέσει ένα καθήκον που, εκτός από τη χαρά, περιλαμβάνει την προφητεία, δηλαδή την πρόγευση του μαρτυρίου της ανθρωπότητας μέχρις ότου ο Χριστός ξαναέρθει.

Ο Χριστός όμως θα τους επισημάνει ότι η αποστολή τους, όπως και των υπολοίπων μαθητών, αλλά και του κάθε χριστιανού, δεν έχει να κάνει με τη δόξα ή την κρίση των ανθρώπων, αλλά με την αγάπη και τη διακονία. Ο Χριστός δεν ήρθε για να εξουσιάσει, ούτε για να Τον υπηρετήσουμε οι άνθρωποι, αλλά για να μας δώσει την αγάπη που φτάνει μέχρι τον θάνατο και να μας οδηγήσει στην οδό της βασιλείας Του, που είναι η αγάπη. Δεν είναι εύκολο να πούμε το “δυνάμεθα” σε μια τέτοια προοπτική. Γι’ αυτό και περισσότερο έχουμε στον νου την δικαίωσή μας, όταν σκεφτόμαστε την πίστη. Την ανταμοιβή. Ένα μέλλον στο οποίο ο Θεός θα μας δοξάσει. Γι’ αυτό και πολλοί εξ ημών υπομένουμε τα βάσανα αυτής της ζωής, μη κατανοώντας ότι τελικά η αγάπη θέλει κόπο. 

Ζούμε σε έναν κόσμο που μας υπόσχεται άνεση. Που μας θέλει να έχουμε ισχύ, για να μας υπηρετούν οι άλλοι. Η ισχύς δεν είναι απαραίτητα των όπλων. Είναι και του χρήματος, με το οποίο εξαγοράζουμε πολλά, ίσως και τα πάντα που μας χρειάζονται. Ας μην έχουμε όμως την αυταπάτη του “δυνάμεθα”. Με ταπείνωση ας μάθουμε να αγαπάμε και να προσφέρουμε, ώστε το Μεγαλοβδόμαδο να είναι συντονισμένο με τον τρόπο της Εκκλησίας: την αγάπη που γίνεται, ακόμη και χωρίς ανταμοιβή, ζωή. Με τον Χριστό.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Μνήμες και θρίαμβοι της Επανάστασης

 

Στην καρδιά της Ιστορίας, οι ψυχές των ηρώων ζωντανεύουν, οι σκιές του παρελθόντος ανασαίνουν και κάθε λέξη φέρνει τον θρίαμβο και την ανδρεία του ’21 μπροστά στα μάτια μας.
 
Image

Δημήτρης Νατσιός
Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ 

«Πάμε να ιδούμε τους παλιούς Έλληνες», να ακούσουμε τους πολέμαρχους του ’21, μας πνίγουν οι αναθυμιάσεις των τωρινών δημοπιθήκων. Διαβάζεις τα απομνημονεύματα και τις φυλλάδες για την Εθνεγερσία και νομίζεις ότι ανοίγεις ένα «μυρογιάλι», εκείνα τα μικρά φιαλίδια που περιέχουν αρώματα εξαίσια. Οσμή ευωδίας πνευματική αναδίδεται, παρ’ όλα τα πάθη και τους καπνούς εκείνης της περιόδου.

Έχω τη συνήθεια, όταν συναντώ στα αναγνώσματά μου λόγια και επεισόδια που στέκεσαι και τα ξαναδιαβάζεις, που κρύβουν στα φυλλώματά τους πετράδια, να τα καταγράφω, για να μη λησμονηθούν. Σκοπός μου να τα μοιραστώ με τους μαθητές μου. Σ’ αυτές τις εξοπλιστικές ηλικίες, τα παιδιά δεν θέλουν περισπούδαστες αναλύσεις και κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν με το παράδειγμα, με το παραμύθι, με την αξία και την αρετή σαρκωμένες σε πρόσωπα.

Παράδειγμα. Μάχη της Γράνας, 10 Αυγούστου του 1821. Βγήκαν οι πολιορκημένοι στην Τριπολιτσά Τούρκοι να χτυπήσουν τους Έλληνες. Ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ανοιχθεί τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ενός και πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμή οι Τούρκοι επιτίθενται στη γράνα και από τις δύο μεριές. Έπρεπε ο Γέρος του Μοριά να διατάξει τα παλικάρια του να χωριστούν, να μοιραστούν τα καριοφίλια, να «χτυπούν» οι μισοί προς τη μία πλευρά και οι άλλοι μισοί προς την άλλη.

Ερωτώ τους μαθητές μου πώς το έκανε πάνω στην αντάρα της μάχης. Τους βασάνισα κανένα πεντάλεπτο και άκουσα απίθανες απαντήσεις. Τι είπε ο Κολοκοτρώνης και αμέσως χωρίστηκαν τα ντουφέκια;

«Κώλο με κώλο, ωρέ Έλληνες!». «Χαμός» στην τάξη, γέλια και θαυμασμός για τη μεγαλοφυΐα του Γέρου.

Ο Μιαούλης ήταν γνωστός για την παλληκαριά του και την αφοβία του εμπρός στον θάνατο. Μια φορά, σε νεανικό του χρόνο, ο Άγγλος ναύαρχος Νέλσων τον έπιασε να προσπαθεί να σπάσει με το καράβι του έναν αποκλεισμό του. Όταν τον έφεραν μπροστά του, τον ρώτησε:

– Αν ήσουν εσύ στην θέση μου τι θα μ’ έκανες;
Θα σε κρεμούσα στο πιο ψηλό κατάρτι του σκάφους σου, απάντησε ο Μιαούλης. Και ο Νέλσων, κατάπληκτος από το θάρρος του, τον άφησε ελεύθερο. (περ. «Γνώσεις», σελ. 66, 1958).

Πήγαινε στην κρεμάλα τον αγωνιστή Θεόδωρο Γρίβα ο Αλή πασάς. Ο Γρίβας, όταν πλησίασε ο δήμιος, κάλυψε το κεφάλι του με το ένδυμά του. Τον ρωτά ο δήμιος των Ιωαννίνων: «Γιατί σκέπασες το κεφάλι σου; Φοβήθηκες τον θάνατο; Δεν ξέρεις ότι αφού ακολούθησες τη δουλειά του πατέρα σου, αυτό θα ήταν η τύχη σου;»

«Δεν φοβήθηκα τον θάνατο», απεκρίθη ο Θεόδωρος, «τον φόβο τον άφησα στην κοιλιά της μάνας μου, ούτε θα μείνω χωρίς εκδίκηση. Και πατέρα έχω και τέσσερις αδελφούς, μα ντρέπομαι τον κόσμο που θα ιδεί να πεθάνω έτσι και από τα χέρια τέτοιων παλιανθρώπων (και έδειξε τους Γύφτους, οίτηνες μετήρχοντο το επάγγελμα του δημίου). Εζήτησα το θάνατο όπου έπρεπε, αλλά αυτός με αρνήθηκε». Και ο Αλής του χάρισε τη ζωή.

Στις 14 Φεβρουαρίου, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γράφει σε επιστολή του προς τον Αναστάσιο Λόντο τούτα τα αθάνατα λόγια:

«Τον περισσότερο καιρό της ζωής μου πού τον επέρασα; Τον επέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά, τα καρτέρια των δρόμων οι λόγγοι και τα άγρια θηρία είναι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγε Τούρκος από τα χέρια μου, αν ζούσε, καμμιά πενηνταριά οργιές».

Το 1859, μια Σουηδή, η Φρεντρίκα Μπρέμερ, επισκέπτεται τον Κανάρη στο σπίτι του για να εκφράσει τον θαυμασμό της στον «γηραιό άνδρα της ελευθερίας», όπως τον ονομάζει. Ο Κανάρης απάντησε ότι «ευχαριστεί τον Θεό που επέτρεψε σ’ ένα μικρό ναυτικό ενός ελληνικού νησιού, από τα πιο μικρά, να κάνει για την πατρίδα του κάτι που έκανε τον απελευθερωτικό της αγώνα συμπαθή σε χώρες τόσες μακρινές». Ήταν αληθινά μια ωραία απάντηση, γράφει η Φρειδερίκα. Και όταν τον ρώτησε αν αισθάνθηκε σε κάποια στιγμή της ζωής του φόβο, ο Κανάρης αποκρίθηκε:

«Ένα τέτοιο πράγμα δεν μπαίνει ποτέ στο νου μας. Ο κίνδυνος μας διεγείρει. Το ντουφεκίδι και η μάχη μοιάζουν με μουσική».

Ο Ηλίας Φλέσσας και ο Παναγιώτης Κεφάλας προτείνουν στον «πυρπολητή των ψυχών» Παπαφλέσσα να αφήσει τους λόφους στο Μανιάκι και να ταμπουρωθεί ψηλότερα, στο βουνό, για να υπάρχει οδός διαφυγής.

Απαντά: «Εγώ δεν ήρθα εδώ να μετρήσω το στρατό του Μπραΐμη, πόσος είναι, από τα υψώματα. Ήρθα να πολεμήσω. Ούτε τρελλάθηκε ο Μπραΐμης να χασομεράει εκεί που ελπίζει να κερδίσει νίκη, μα θα τραβήξει ίσα κατά την Τριπολιτσά, κι εγώ τότε θα μείνω να μαζεύω από πίσω τα καρφοπέταλά του. Αν όμως τον κρατήσω εδώ στο Μανιάκι, γλιτώνω τον Μωριά, γιατί θα τον κάνω να πισωγυρίσει όπως ο Δράμαλης, είτε μη θα πληρώσει ακριβά το αίμα μου και θα συλλογιστεί καλά ύστερα να μπει στην καρδιά του Μωριά. Καθίστε εδώ να πεθάνουμε σαν αρχαίοι Έλληνες».

Πριν να οδηγήσουν το νεκρό σώμα του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι, στάθηκαν οι Σουλιώτες για λίγο στο μοναστήρι της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Εκεί νοσηλευόταν ο Καραϊσκάκης. Όταν το έμαθε, σύρθηκε στην εκκλησιά, φίλησε το νεκρό κλαίγοντας και είπε: «Άμποτες, αδελφέ μου Μάρκο, από τέτοιο θάνατο να πάω κι εγώ». Και όταν απομακρύνθηκε από το λείψανο, πρόσθεσε: «Μάνα δεν γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο… Ούτε είδα ούτε θα ιδώ τέτοιον πολεμάρχη».

Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (καταγόταν η οικογένειά του από το Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης, γι’ αυτό τον αποκαλούσαν και Τουρκοπελέκα), το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η αρμόδια αρχή, η οποία χορηγούσε άδειες επαιτείας, του επέτρεπε να επαιτεί, κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή!

Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη της Γαλλίας, αυτός απεστάλη από την κυβέρνησή του στο σημείο όπου ζητιάνευε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντιλήφθηκε τον ξένο, μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.

– Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος.
– Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
– Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθήμενος στον δρόμο; Επέμεινε ο ξένος.
– Η πατρίδα μού έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.

Ο ξένος κατάλαβε και διακριτικά, φεύγοντας, άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς σκύβει στο χώμα, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!». Στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, ο γενναίος και έντιμος ήρωας, πέθανε πάμπτωχος.

Και μια και σήμερα το ένδοξο τούτο αλωνάκι, η κατασυκοφαντημένη πατρίδα μας είναι ζωσμένη από τις «αλώπεκες του σκότους» (Ε. Βούλγαρης), τους Φράγκους, και το εξ Ανατολών θηρίο πάλι μαίνεται, να παραπέμψω στο ηρωικότερο επεισόδιο του Αγώνα, την Έξοδο του Μεσολογγίου, που μας διδάσκει πώς σώζονται τα έθνη.

Ήταν πρωί, Σάββατο του Λαζάρου, 10 Απριλίου του 1826, όταν συγκροτήθηκε το νεκροδόξαστο εκείνο συμβούλιο αποφάσεως. Ήταν ένα συμβούλιο θανάτου. Οι καπεταναίοι είχαν αναλάβει να διερευνήσουν, με ανιχνευτές, την ύπαρξη μυστικού δρόμου-διόδου για ακίνδυνο πέρασμα των Ελευθέρων Πολιορκημένων στην ελευθερία. Κανένας όμως δεν έφερε ελπιδοφόρα πληροφορία. Οι λόγχες και οι στενοποί φυλάγονταν άγρυπνα από τους πολιορκητές σε βάθος χώρου και τόπου. Γενική ήταν η κατήφεια και η σιωπηλή θλίψη. Την σιωπή της στιγμής έσπασε η βροντώδης και σταθερή έκρηξη του τρανοδύναμου αρχηγού της Φρουράς Ραζή-Κότσικα.

– Υπάρχει δρόμος, ωρέ!
– Ποιος είναι, στρατηγέ, και δεν τον λες τόση ώρα; Διαμαρτυρήθηκαν όλοι οι παριστάμενοι.
– Είναι ο δρόμος του Θεού, φώναξε. Μόνο αν βαδίσουμε τον δρόμο του Θεού, θα αναστηθούμε ως λαός…

4 Φεβρουαρίου του 1843 πέθανε ο Κολοκοτρώνης. Ζήτησε να βάλουν στον τάφο του, κάτω από τα τσαρούχια του, την τουρκική σημαία, να ποδοπατά την Τουρκιά και στο μνήμα. Αυτό το λιοντάρι μόνο μια φορά φοβήθηκε. Πότε;

«Εις τον καιρό του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνον δια την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τον καιρό του Δράμαλη, όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε τότε, μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα». Και τότε βροντοφώναξε: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Αυτό να είναι και αύριο το σύνθημά μας. Είναι το καλύτερο μνημόσυνο για τον αθάνατο Γέρο του Μοριά. Την Μακεδονία και τα μάτια μας, αδέλφια Έλληνες…

Το άρθρο του Δημήτρη Νατσιού δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «One Voice», την Τρίτη 24 Μαρτίου 2026.

Υπενθυμίζω:

Άκουσέ το, να καταλάβεις τι εστί Νατσιός

«Βαρετοί» ήρωες – Συναρπαστικοί υπερήρωες!...