close

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το δικό μου Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το δικό μου Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Κυριακή του Θωμά: Ιωάννης 20:19–31 // Thomas Sunday: John 20:19–31

 

Η περικοπή Ιωάννης 20:19–31, που διαβάζεται στην θεία Λειτουργία της Κυριακής του Θωμά, δεν είναι απλώς μία «ιστορία αμφιβολίας», αλλά μια συνοπτική αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Αναστημένος Χριστός συγκροτεί την Εκκλησία ως σώμα ζωντανής κοινωνίας, πίστεως και αποστολής. Η Ορθόδοξη παράδοση βλέπει εδώ την έξοδο από τον φόβο, τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, τη θεραπεία της ανθρώπινης δυσπιστίας και τη μαρτυρία ότι ο Ιησούς είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος.
Το κείμενο αρχίζει «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» και «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Οι μαθητές έχουν ακούσει την είδηση της Αναστάσεως, αλλά ο εσωτερικός τους κόσμος παραμένει τραυματισμένος: φόβος, αμηχανία, ανασφάλεια. Ο Χριστός, όμως, έρχεται «καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον». Στη λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας, Αυτός που «στέκεται στο μέσον» είναι ο Κύριος που καθιστά την κοινότητα εκκλησιαστική σύναξη: δεν είναι ιδεολογία που ενώνει, αλλά Πρόσωπο που παρίσταται. Η είσοδός Του, παρά τις κλειστές θύρες, δείχνει ότι το αναστημένο σώμα Του είναι αληθινό σώμα, αλλά πλέον ελευθερωμένο από τους περιορισμούς της φθοράς· δεν πρόκειται για φάντασμα, αλλά για τον ίδιο Ιησού σε νέα, αφθαρτοποιημένη κατάσταση ζωής.
 
Ο χαιρετισμός «Εἰρήνη ὑμῖν» δεν είναι τυπική ευχή. Η ειρήνη εδώ είναι καρπός της καταλλαγής ανθρώπου και Θεού, το τέλος της εχθρότητας που γεννά η αμαρτία. Αμέσως «ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ». Τα σημάδια των ήλων και η πληγωμένη πλευρά φανερώνουν ότι η Ανάσταση δεν καταργεί τον Σταυρό, αλλά τον δοξάζει. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η σωτηρία δεν είναι διαγραφή της ιστορίας του πόνου, αλλά μεταμόρφωσή της σε δόξα: ο Χριστός φέρει τα τραύματα ως αιώνια μαρτυρία της αγάπης Του.
Κατόπιν ο Χριστός «ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον». Η κίνηση της εμφυσήσεως θυμίζει τη Γένεση, όπου ο Θεός εμφυσά στον Αδάμ πνοή ζωής. Εδώ αρχίζει μια νέα κτίση: ο ανακαινισμένος άνθρωπος ζει πλέον «ἐν Πνεύματι». Η δωρεά συνδέεται με την αποστολή και την άφεση των αμαρτιών: «ἄν τινων ἀφῆτε…». Η Εκκλησία δεν κηρύττει γενικά «ιδέες περί συγγνώμης», αλλά διακονεί μυστηριακά τη συμφιλίωση, ως καρπό του Πάθους και της Αναστάσεως. Η εξουσία αυτή δεν είναι ανθρώπινη κυριαρχία, αλλά διακονία θεραπείας, που προϋποθέτει μετάνοια και ένταξη στην εκκλησιαστική κοινότητα.
 
Ο Θωμάς απουσιάζει και δηλώνει ότι χρειάζεται να δει και να αγγίξει. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν τον παρουσιάζει ως «αρνητή», αλλά ως άνθρωπο που επιθυμεί βεβαιότητα προσωπικής σχέσης. Ο Χριστός μετά από οκτώ ημέρες επανέρχεται, πάλι «εἰς τὸ μέσον», και προσκαλεί τον Θωμά να ψηλαφήσει. Δεν τον εξευτελίζει, δεν τον απορρίπτει· συγκαταβαίνει παιδαγωγικά, ώστε η πίστη να γίνει εμπειρία. Η πρόσκληση «μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός» δεν καταδικάζει την αναζήτηση, αλλά θεραπεύει τη δυσπιστία που κλείνει τον άνθρωπο στον εαυτό του.
Η ομολογία του Θωμά «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» είναι η κορύφωση του Ευαγγελίου του Ιωάννη: ο Ιησούς αναγνωρίζεται ρητά ως Θεός. Και όμως, ο μακαρισμός του Χριστού—«μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»—δεν υμνεί μια τυφλή αποδοχή, αλλά μια πίστη που γεννιέται από την εκκλησιαστική μαρτυρία, τα Μυστήρια και την ενέργεια του Πνεύματος. Στη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία ζει αυτή την πραγματικότητα: «βλέπει» και κοινωνεί τον Αναστημένο ως αληθινή παρουσία.
Ο επίλογος της περικοπής φανερώνει τον σκοπό της Γραφής: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες, ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ». Η πίστη δεν είναι ψυχολογική παρηγοριά, αλλά είσοδος στην καινή ζωή, δηλαδή στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι η Κυριακή του Θωμά γίνεται εορτή της βεβαιότητας ότι ο Αναστημένος δεν είναι ανάμνηση, αλλά Κύριος που είναι παρών μέσα στην Εκκλησία Του και μεταδίδει ειρήνη, Πνεύμα Άγιο και ζωή.
***** 
 
Thomas Sunday: John 20:19–31
 
Image

  
The passage John 20:19–31, read at the Divine Liturgy on Thomas Sunday, is not simply a “story of doubt,” but a concise revelation of how the Risen Christ constitutes the Church as a body of living communion, faith, and mission. Orthodox tradition sees here the passage out of fear, the gift of the Holy Spirit, the healing of human unbelief, and the witness that Jesus is truly God and truly man.
The text begins “on the first day of the week” and with “the doors being shut where the disciples were gathered, for fear of the Jews.” The disciples have heard the news of the Resurrection, yet their inner world remains wounded: fear, confusion, insecurity. Christ, however, comes and “stood in the midst.” In the Church’s liturgical experience, the One who “stands in the midst” is the Lord who makes the community an ecclesial assembly: it is not an ideology that unites, but a Person who is present. His entrance, despite the closed doors, shows that His risen body is a true body, now freed from the limitations of corruption; it is not a ghost, but the same Jesus in a new, incorruptible mode of life.
 
The greeting “Peace be with you” is not a conventional wish. Here peace is the fruit of reconciliation between man and God, the end of the enmity generated by sin. At once “He showed them His hands and His side.” The marks of the nails and the wounded side reveal that the Resurrection does not abolish the Cross, but glorifies it. In Orthodox theology, salvation is not the erasure of the history of suffering, but its transfiguration into glory: Christ bears His wounds as an eternal testimony of His love.
Then Christ “breathed on them and said to them, ‘Receive the Holy Spirit.’” The act of breathing recalls Genesis, where God breathes into Adam the breath of life. Here a new creation begins: the renewed human being now lives “in the Spirit.” The gift is linked to mission and the forgiveness of sins: “if you forgive the sins of any….” 
The Church does not merely proclaim general “ideas about forgiveness,” but serves reconciliation sacramentally, as the fruit of the Passion and the Resurrection. This authority is not human domination, but a ministry of healing, which presupposes repentance and incorporation into the ecclesial community.
Thomas is absent and declares that he needs to see and to touch. Orthodox tradition does not present him as a “denier,” but as a person who desires the certainty of a personal relationship. 
 
After eight days Christ returns, again “in the midst,” and invites Thomas to touch. He does not humiliate him; He does not reject him. He condescends pedagogically, so that faith may become experience. The summons, “Do not be unbelieving, but believing,” does not condemn honest searching, but heals the distrust that closes the person in upon himself.
Thomas’s confession, “My Lord and my God,” is the climax of the Gospel of John: Jesus is explicitly acknowledged as God. And yet Christ’s beatitude—“Blessed are those who have not seen and yet have believed”—does not praise blind acceptance, but a faith born from the Church’s witness, the Mysteries (Sacraments), and the energy of the Spirit. In the Divine Liturgy the Church lives this reality: it “sees” and communes with the Risen One as a true presence.
The epilogue of the passage reveals the purpose of Scripture: “that you may believe that Jesus is the Christ, the Son of God, and that believing you may have life in His name.” Faith is not psychological consolation, but entry into new life—namely, communion with the Triune God. Thus Thomas Sunday becomes a feast of certainty that the Risen One is not a memory, but the Lord who is present within His Church and communicates peace, the Holy Spirit, and life.

Η Λαμπρή και οι Φιλόσοφοι


Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Αντίφωνο (κάντε μια βόλτα)

Image

Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάθε Κυριακή άλλωστε θεωρούμε ότι γιορτάζουμε το Πάσχα και επίσης κάθε Θεία Λειτουργία είναι και αυτή εορτασμός του Πάσχα. Ο μεγάλος μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έλεγε ότι η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας, είναι βέβαια η Ανάσταση, η «χαριεστέρα» όμως είναι τα Χριστούγεννα- κάθε γιορτή έχει την αξία της και την σημασία της, με μια έννοια όμως όλες απορρέουν από το Πάσχα.

Η γιορτή αυτή είναι η παλαιότερη της Χριστιανοσύνης – θεσπίστηκε πολύ νωρίς και ήταν, μαζί με τα Θεοφάνεια, οι δύο κύριες βαπτισματικές περίοδοι της αρχαίας Εκκλησίας. Τα Χριστούγεννα, ως γνωστόν, εορτάζονταν αρχικά μαζί με τα Θεοφάνεια, αργότερα όμως, και πρώτα στην Δύση, καθιερώθηκαν ως ξεχωριστή εορτή, για χριστολογικούς κυρίως λόγους (δογματίσθηκε από τις Συνόδους ότι ο γεννηθείς Χριστός είναι Θεός, η Παναγία «Θεοτόκος κ.λπ.). Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε εδώ είναι ότι τους πρώτους αιώνες μερικές τοπικές εκκλησίες είχαν θεσπίσει μια συγκεκριμένη ημερομηνία που γιορταζόταν η «Ανάσταση». Γρήγορα όμως κυριάρχησε η λειτουργική πρακτική να μην ορίζεται σταθερή ημερομηνία για την Ανάσταση, αλλά η εορτή, μεταβαλλόμενη βαθμιαία σε «Πάσχα», να εορτάζεται πάντοτε Κυριακή και να έχει, όπως θα έλεγαν οι ανθρωπολόγοι, «μυσταγωγικό και μυητικό χαρακτήρα» στην Καινή Ζωή της Εκκλησίας. Η άφατη χαρά έγκειται στο μέγα μυστήριο: την νίκη κατά του θανάτου.

Μπορούμε εύκολα να ανιχνεύσουμε αυτόν τον μυητικό και μυσταγωγικό χαρακτήρα της εορτής, που κυριαρχεί ασφαλώς και σήμερα. Προηγείται μια περίοδος «καθαρμού» και ψυχοσωματικής προετοιμασίας για την εορτή, που γρήγορα παγιώθηκε με τα χαρακτηριστικά της «Μεγάλης Σαρακοστής». Περιττό να πει κανείς ότι αυτός ο «καθαρμός» και «εξαγνισμός» έλαβε πλήρως χριστιανικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι «εκκλησιοποιήθηκε». Ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ κάπου γράφει ότι δεν πρέπει να απαρνούμαστε τα ήθη και τα έθιμα μιας περιοχής που εκχριστιανίζεται, αλλά ακριβώς να τα «εκκλησιοποιούμε». Για παράδειγμα, αναφερόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, μπορούμε να «εκκλησιοποιήσουμε» την εορτή των Γενεθλίων, που ήρθαν ως έθιμο και στην χώρα μας στο 2ο ήμισυ του εικοστού αιώνα από την Δυτική Χριστιανοσύνη. Η εορτή των Χριστουγέννων εκχριστιάνισε την λατρεία του θεού-Ήλιου των παγανιστών, ενώ και το Πάσχα εκχριστιανίζει πλήρως το εβραϊκό Πάσχα κ.λπ.

Σε τι συνίσταται, ας ρωτήσουμε, ο μυητικός χαρακτήρας της γιορτής; Μπορούμε εύκολα να τον ανιχνεύσουμε διαβάζοντας τον περίφημο κανόνα της Αναστάσεως, ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, που παραφράζει ένα πασχαλινό κήρυγμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. O εορτασμός γίνεται «όρθρου βαθέος», μέσα στην βαθιά νύχτα, όπως τα παλαιά μυστήρια και έχει τον χαρακτήρα διαβατηρίου περάσματος από τον θάνατο στη ζωή. Τα πάντα διαπερνά η «ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα», για αυτό και ο υμνωδός μας καλεί να «λαμπρυνθούμε», να γίνουμε όμορφοι και να «καθαρθούμε» φυσικά ως προς τις αισθήσεις. Ανακαινίζονται και αυτές. Παντού σκορπίζεται η άφθονη φωτοχυσία της «απόκρυφης γνώσης» και αντηχεί ο επινίκιος ύμνος της Νέας Ιερουσαλήμ. Αυτή είναι «η καινή ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος»: υπάρχει τώρα και το «καινόν πόμα» του Ζωοφόρου Αίματος του Χριστού, το οποίο είναι η «πηγή αφθαρσίας». Αυτό είναι η αιτία της «νηφάλιας μέθης», που καταλαμβάνει τους πάντες- οι κατηχούμενοι βαπτίζονται και για πρώτη φορά τώρα έχουν την άδεια να αναγνώσουν το κατ’ εξοχήν «μυητικό» βιβλίο της Εκκλησίας, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. «Εν αρχή ην ο Λόγος».

*************

Η γιορτή του Πάσχα αποκαλούνταν παραδοσιακά από τους Έλληνες «Λαμπρή». Για να καταλάβουμε αυτόν τον χαρακτηρισμό, θα μας βοηθήσει η σκέψη  του γάλλου φαινομενολόγου και θεολόγου Jean-Luc Marion, ο οποίος, έχοντας εξαίρετη γνώση των Ελλήνων Πατέρων και ως ένα σημείο οφείλοντας πολλά στον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη αλλά και τους Καππαδόκες, μιλά για τα λεγόμενα «κορεσμένα φαινόμενα» (saturated phenomena), στα οποία ανήκει και η ίδια η Αποκάλυψη. Τι είναι όμως αυτά τα «κορεσμένα φαινόμενα»; Απλουστεύοντας την σκέψη του, αλλά χωρίς ελπίζω να την προδώσουμε, θα λέγαμε ότι πρόκειται για βιώματα τόσο πλούσια και έντονα, που υπερβαίνουν κάθε έννοια ή κατηγορία που διαθέτουμε για να τα περιορίσουμε διανοητικά. Παράδειγμα τέτοιου φαινομένου είναι το πρόσωπο του άλλου: όταν κοιτάζω κάποιον στα μάτια, δεν βλέπω ένα «πράγμα» αλλά μια άπειρη ετερότητα που με καλεί σε ευθύνη.

Ο έρωτας είναι επίσης ένα «κορεσμένο φαινόμενο»: εισβάλλει και κυριαρχεί στη συνείδηση, την κατακλύζει, σε τόσο βαθμό που «ξεχειλίζει». Ωστόσο, τα «κορεσμένα φαινόμενα» δεν καταργούν την θέα. Η διαφορά ανάμεσα π.χ. σε ένα είδωλο και στην (βυζαντινή) «εικόνα» είναι ότι το μεν πρώτο μαγνητίζει το βλέμμα και το αιχμαλωτίζει, κλείνοντας οριστικά την θέα, ενώ η «εικόνα» σε αφήνει να θεαθείς το αναπαριστώμενο πρόσωπο, χωρίς να εξουδετερώνεται την συνείδηση. Κοιτώντας την βυζαντινή εικόνα βλέπεις ακόμα πιο βαθιά, μπορείς να εξερευνήσεις - πάντα όντας σε συναρπαγή - τον άλλον. Ο άλλος είναι μια διαρκής έκπληξη - και η σχέση μαζί του αδύνατον να εξαντικειμενιστεί, να «περιγραφεί» εξαντλητικά. Αν δεν μετέχεις του ίδιου του Θεού, δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι ο Θεός, όσο καλά και να ξέρεις την δογματική. Πραγματική γνώση του Θεού έχουν οι θεόπτες, όσοι θεωρούν το «άκτιστο φως» κατά την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

*************

Ολόκληρη η Αποκάλυψη λοιπόν είναι κάτι που υπερβαίνει την συνείδηση. Ο νους παραλύει. Η σκέψη καθηλώνεται. Πώς η διάνοια να καταλάβει το γεγονός ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος, ο φοβερός Γιαχβέ εισέρχεται ως έμβρυο μέσα στην κοιλία της Υπέραγνης Παρθένου, βαπτίζεται στον Ιορδάνη ο αναμάρτητος για να καθαρίσει τους αμαρτωλούς κ.λπ. Ωστόσο, μολονότι ο λαός μας ευλαβείται όλο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αφήνεται να «κατακλυσθεί» από αυτό, γνωρίζει πως το έργο του Κυρίου επί γης κορυφώνεται με το Θείο Πάθος με τον Σταυρό και την Ανάσταση. Και είναι ακριβώς το Πάσχα -πράγμα που φαίνεται από το ότι μετονομάστηκε σε Λαμπρή- που το όλο βίωμα φθάνει, αν μπορεί να πει κανείς, σε ένα ατελεύτητο τέλος. Παντού κυριαρχεί η ιαχή «Χριστός Ανέστη», αλλά όσες φορές και αν το ακούει ο πιστός, δεν χορταίνει, ευφραίνεται μέσα στο μυστήριο. Τα πάντα κατακλύζονται από φως.

Τα ήθη και τα έθιμα της Λαμπρής, που δυστυχώς τείνουν να εξαφανιστούν λόγω του τρομερού εξαστισμού, καθιστούν φανερό ότι παρακινημένοι από έναν θείο έρωτα οι πιστοί γίνονται «άλλοι» άνθρωποι: ο μεγάλος μας συγγραφέας Χ. Βακαλόπουλος παρατηρεί σε ένα κείμενό του πως το βράδυ της Ανάστασης όλοι γίνονται απίστευτα όμορφοι, δημιουργείται ένας κόσμος καινός. Η συνείδηση θα έλεγε κάνεις καταργείται, αλλά ο Αναστάς Κύριος είναι ο Θεός της ελευθερίας, για αυτό, κατά τον άγιο Σιλουανό του Άθω, δίνει άφθονη την χάρη Του σε όποιον την ζητά ειλικρινά και τον βοηθά να την «αφομοιώσει» κιόλας - η Ανάσταση δεν είναι ένα «είδωλο». Κάπου γράφει ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ ότι χρειάζονται τριάντα περίπου χρόνια για να αφομοιώσει κανείς τη Χάρη, η αγία Εκκλησία όμως, όντας το Σώμα του Χριστού, ζει από την ημέρα ήδη της Πεντηκοστής το πλήρωμα της Χάριτος και την επιδαψιλεύει άφθονα στους πιστούς.

Έτσι λοιπόν, ας κρατήσουμε από τον πρώτο φιλόσοφο που είδαμε, τον Μαριόν, και την Σχολή στην οποία ανήκει, την Φαινομενολογία, το γεγονός ότι η Λαμπρή εορτάζεται «υπέρ πάσαν έννοιαν και διάνοιαν» από την ορθόδοξη χριστιανοσύνη - πράγμα που εντυπωσιάζει και τους πιστούς άλλων δογμάτων. Ο π. Λεβ Ζιλέ λέγει ότι, αν θέλουμε να ορίσουμε την Ορθοδοξία, θα έπρεπε να πούμε ότι είναι η Εκκλησία που ξέρει να γιορτάζει την Ανάσταση.

**************

Τι είναι όμως αυτό που γιορτάζουμε τόσο έντονα; Φαίνεται αυτονόητο, αλλά για να το αναλογιστούμε λίγο καλύτερα: θα πρέπει να πούμε λοιπόν ότι για τον φιλόσοφο Χάιντεγκερ ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-προς-θάνατον». Για τον εν λόγω στοχαστή, ο άνθρωπος, το λεγόμενο «ενθάδε-είναι» δεν έχει απλά χρόνο, δεν ζει μέσα στον «αντικειμενικό» χρόνο π.χ. του Καντ. Είναι το ίδιο «χρονικότητα». Αυτό φαίνεται από το ότι π.χ. ο προβιομηχανικός άνθρωπος δεν ονόμαζε τους μήνες παρά ως «Σποριά» «Θεριστή», «Αλωνάρη» κ.λπ. Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ στον Καντ. Οι αγροτικές αυτές προβιομηχανικές ονομασίες δείχνουν ακριβώς ότι ο άνθρωπος είναι «ερριμμένος» μέσα στον κόσμο, είναι ο ίδιος μια «χρονικότητα», και μια μέριμνα επίσης, λέγει ο φιλόσοφος, για τον κόσμο.

Και μέσα σε αυτήν την μέριμνα αποκαλύπτεται το νόημα του «Είναι». Είναι αυτό που αναδύεται μέσα από το μηδέν. Για παράδειγμα, πάμε σε μια κηδεία και τότε συμβαίνει το εξής: όλα όσα νομίζουμε για την ύπαρξη, όλες μας οι ιδέες, ολόκληρος ο κόσμος μας τίθενται στο «μηδέν». Και αυτό δεν μπορεί να το ξεπεράσει κανείς: είναι ακριβώς το «είναι-προς-θάνατον». Ο θάνατος είναι ανίκητος, γιατί είναι ανίκητο και το μηδέν. Και μια τελευταία παρατήρηση για την έννοια του θανάτου στον Χάιντεγκερ: κατά τον Γερμανό φιλόσοφο ο άνθρωπος, το «ενθάδε-είναι» είναι το μοναδικό ον που δεν πεθαίνει απλώς, αλλά «υφίσταται» τον θάνατο. Ο θάνατος δεν έχει νόημα, είναι, θα λέγαμε, κάτι υπερβατικό, που τον «υφίστασαι», με την έννοια που μια έγκυος γυναίκα «υφίσταται» την εγκυμοσύνη της. Καμιά γυναίκα δεν «ελέγχει» νοηματικά την εγκυμοσύνη της, δεν είναι μια έννοια ή έστω ένα βίωμα που μπορείς να το «νιώσεις». Πέρα από το τι νιώθει, η έγκυος «υφίσταται» ακριβώς την εγκυμοσύνη της. Και όλοι ανεξαιρέτως, με αυτήν την έννοια, «υφιστάμεθα» τον θάνατο. Για τον Γερμανό φιλόσοφο, δεν βιώνουμε απλά την έννοια του θανάτου, τρόπον τινά «είμαστε» ο θάνατος. Δεν έχει νόημα ούτε καν να ελπίζεις ότι θα τον «νικήσεις»!!!

Αλλά, η Ανάσταση είναι ακριβώς το τέλος αυτού του ζόφου: είναι η  ανήκουστη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου μέσω του ίδιου του θανάτου. Την βραδιά της Ανάστασης, ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας», καταργεί  τον έσχατο εχθρό, τον θάνατο. Τώρα «Ζωή πολιτεύεται». Υπερβαίνει κάθε έννοια και κάθε απλό ανθρώπινο βίωμα η Χαρά που μας χαρίζει αυτή η νίκη. Αυτή είναι όντως η ημέρα «ην εποίησεν ο Κύριος», αυτή πολύ απλά είναι η «Λαμπρή». «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».

*******************

Τελειώνοντας τούτη την μικρή περιήγηση στην Φιλοσοφία και όσα έχει να μας πει για τη ζωή και τον θάνατο, οφείλουμε να πούμε ότι και αυτή τελικά προσκυνά το Ανέσπερο Φως που εκ του τάφου ανέτειλε. Προσκυνά την «Λαμπρή». Χριστός Ανέστη!

Η ζωγραφική σύνθεση που συμπληρώνει τη σελίδα ("Η Ανάστασις", 2023) είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Λαμπροτρίτη (Τρίτη του Πάσχα): Άγιος Ραφαήλ - Οι 179 άγιοι Μάρτυρες της Πεντέλης - Η ματαίωση από τον άγιο Μηνά σφαγής των χριστιανών στο Ηράκλειο!...


Image
Εντυπωσιακή εικόνα με όλους τους αγίους μάρτυρες που μαρτύρησαν μαζί με τον άγιο Ραφαήλ στη Θερμή της Λέσβου. Προέρχεται από εδώ.

Ο γιατρός Γ. Λασκαρίδης, που έγινε ο άγιος Ραφαήλ!
Η εύρεση του αγίου Ραφαήλ (βίντεο)
Η αγία παιδομάρτυρας Ειρήνη, που γιορτάζει μαζί με τους αγίους Ραφαήλ και Νικόλαο
Αφιέρωμα στους αγίους νεομάρτυρες Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη
Ο παρακλητικός κανόνας προς τους αγίους νεομάρτυρες Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη

Για το θαύμα του αγίου Μηνά

Image

Η ματαίωση σφαγής των χριστιανών του Ηρακλείου Κρήτης το Πάσχα του 1826, με παρέμβαση του αγίου Μηνά (πολιούχου της πόλης)
Ο στρατιώτης με τ' άσπρα γένια (βιογραφία του αγίου μεγαλομάρτυρα Μηνά)

Για τον άγιο Μηνά επίσης:

Άγιος Μηνάς, ο νοικοκύρης της Καστοριάς
The Miracle of Saint Menas in El Alamein in 1942  
  
Image 
Φωτο από αυτή τη σελίδα, με μεγάλο αφιέρωμα στον άγιο Μηνά.
 
Και:
 
 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ανάσταση, η ελπίδα του κόσμου


Βασίλειος Στογιάννος, καθηγητής Ιστορίας των χρόνων & της Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Στην τριάδα των χριστιανικών αρετών, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος στην κατακλείδα του ύμνου της αγάπης, ανάμεσα στην πίστη και στην αγάπη υπάρχει η ελπίδα. Σωστά, γιατί στηρίζεται στην πίστη και σχετίζεται πρακτικά με την αγάπη. Η ελπίδα του χριστιανού πηγάζει από την πίστη του, από την θεογνωσία και την ανθρωπογνωσία του. Συγχρόνως όμως δίνει φτερά και στην αγάπη του, γιατί την συνδέει με το όραμα του καινούριου κόσμου, με το πλήρωμα της βασιλείας του Θεού στην νέα γη και στον νέο ουρανό που κατοικεί η δικαιοσύνη κατά τον απόστολο Πέτρο. 

Αγωνιζόμαστε, κάνομε θυσίες, υφιστάμεθα δεινά αγόγγυστα, δίνομε την ζωή μας, γιατί έχομε ένα τελικό στόχο, την επικράτηση της νέας δημιουργίας, της βασιλείας του Θεού. Όλες μας οι πράξεις κατατείνουν στην έλευση αυτής της έσχατης πραγματικότητας, που την ξέρομε από την πίστη μας βέβαια, αλλά που βασικά την βλέπομε με την ελπίδα, με την προσδοκία μας.

Η δική μας, η χριστιανική προσδοκία στηρίζεται στην ανάσταση. Ξεκινά από την ανάσταση του Χριστού και απολήγει στη δική μας μετοχή στον κόσμο της αναστάσεως. Έτσι μιλώντας κανείς για την ανάσταση αναφέρεται στην ελπίδα του κόσμου.

Image

Η ανάσταση δεν είναι ελπίδα για τον χριστιανό στην αφετηρία της. Είναι αποδοχή ενός ιστορικού γεγονότος, της αναστάσεως του Χριστού. Είναι κατάφαση της μαρτυρίας των αποστόλων, που είδαν τον κενό τάφο και συναντήθηκαν με τον αναστημένο Χριστό. Είναι μια πίστη διαφορετική από την συνηθισμένη, γιατί βασίζεται σε αξιόπιστες μαρτυρίες, έχει δηλαδή περισσότερο το στοιχείο της αποδοχής ενός γεγονότος.

Όλα τα Ευαγγέλια μαρτυρούν για την ανάσταση του Χριστού. Αναφέρουν το γεγονός της ευρέσεως κενού, αδειανού του τάφου του Χριστού τόσο από τις μυροφόρες γυναίκες, όσο και από τους δύσπιστους μαθητές. Και μιλούν ακόμη για τις εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού στους μαθητές του, που δίνουν την εξήγηση για τον κενό τάφο: ο τάφος ήταν κενός γιατί ο Χριστός αναστήθηκε. Και δεν εμφανίστηκε σε έναν ή δύο, αλλά και στους δώδεκα, μια φορά μάλιστα και σε πεντακόσιους, ίσως και περισσότερους πιστούς. Ο απόστολος Παύλος, που αναφέρει αυτή την εμφάνιση σε μιαν επιστολή του γραμμένη γύρω στο 55, λίγα χρόνια μετά δηλαδή, θυμίζει στους αναγνώστες του ότι μπορούν να δουν τους μάρτυρες αυτής της εμφανίσεως και να διαπιστώσουν την αλήθεια των λόγων του. Πεντακόσιοι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένος αριθμός μαρτύρων!

Στο γεγονός της αναστάσεως του Χριστού στηρίχθηκε και η πίστη, σωστότερα η ελπίδα των χριστιανών και για την δική μας ανάσταση, την κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων σ’ ένα νέο κόσμο ζωής και αφθαρσίας. Αυτή η προσδοκία των πιστών είναι το σημείο του χριστιανικού κηρύγματος που συνάντησε την μεγαλύτερη αντίδραση στον αρχαίο κόσμο, αλλά συνάμα και η δύναμη του λόγου των αποστόλων και των άλλων κηρύκων της πίστεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αθήνα, όταν μίλησε ο Παύλος στον Άρειο Πάγο, τον άκουσαν με πολλή προσοχή και ανεκτικότητα μέχρι το σημείο του λόγου του, που αναφερόταν στην ανάσταση. Τότε ξαφνικά οι φιλόσοφοι των Αθηνών αισθάνθηκαν ενοχλημένοι και μισοειρωνικά του είπαν: «θα σ’ ακούσουμε μιαν άλλη φορά». 

Η προοπτική του κόσμου της αναστάσεως δεν ταίριαζε στην εικόνα για τον κόσμο που είχαν διαμορφώσει οι αρχαίοι σοφοί. Η ελπίδα του Παύλου για έναν νέο κόσμο, μια νέα δημιουργία, δεν μπορούσε να ταιριάσει με την άποψη για την τελειότητα του παρόντος κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση αμφισβητούσε την σιγουριά του παρόντος. Το πλάτεμα του παρόντος με το άνοιγμα στο μέλλον δημιουργούσε μιαν αβεβαιότητα, που δεν ήταν έτοιμοι να δεχθούν οι αρχαίοι, όπως δεν είναι πρόθυμοι να την δεχθούν και οι σύγχρονοί μας. Γιατί έτσι ξαφνικά φαίνεται γυμνό από κάθε ωραιοποίηση το παρόν. Η αναμονή της πληρότητας της ζωής στο μέλλον, φωτίζει μ’ ένα καινούριο φως και το παρόν. Δείχνει την απουσία της ζωής από έναν κόσμο που βρίσκεται κάτω από την καταθλιπτική δύναμη του θανάτου, που στενάζει κάτω από την φοβία για την αύριο, που είναι υπόδουλος στον τρόμο από την προοπτική του θανάτου. 

Η ελπίδα της αναστάσεως κάνει μιαν απομύθευση του κόσμου των ονείρων μας. Θυμίζει πόσο μετέωρα είναι τα ανθρώπινα πράγματα, όσο πάνω από τα κεφάλια μας βαραίνει η έλευση του θανάτου. Θυμίζει ακόμη η ανάσταση πως μόνο με την επέμβαση του Θεού εν Χριστώ, μόνο με μια νέα θεϊκή δημιουργική επέμβαση είναι δυνατή η απαλλαγή του ανθρώπου από τον φόβο και το άγχος και η μετοχή του στην πραγματική ζωή. Υπάρχει βέβαια έντονο το αισιόδοξο στοιχείο στην προσδοκία της αναστάσεως. Γεμίζει η ψυχή του ανθρώπου από νέα συναισθήματα, βλέπει τον κόσμο με νέα προοπτική. Αλλά για να γίνει αυτό, πιο πριν πρέπει να διαπιστώσει την αδυναμία του, την ανικανότητά του ν’ αλλάξει από μόνος του την πορεία του. 

Η ελπίδα της αναστάσεως προϋποθέτει σε τελευταία ανάλυση την απεμπόληση του ανθρωποκεντρισμού και την εγκατάλειψη στα χέρια του Θεού. Και στο σημείο αυτό αντιδρά ο φυσικός άνθρωπος. Γιατί έχει την τάση να λησμονεί πως είναι δημιούργημα, πως η ζωή του εξαρτάται από τον Θεό. Όταν έλθει αντιμέτωπος με την ανάσταση, ο άνθρωπος γίνεται συνήθως επαναστάτης έναντι του Θεού. Καταλαμβάνεται από την επιθυμία του Αδάμ ν’ αποκτήσει μόνος του την αθανασία. Και έτσι ακολουθεί τον πρωτόπλαστο στην τραγική πορεία της ύβρεως, της αποστασίας και της πτώσεως. Και όλα αυτά, γιατί φοβάται να παραδώσει το μέλλον του, την συνέχιση της ζωής του στον δημιουργό Θεό, στην πηγή της ζωής.

Image 

Η προσδοκία της αναστάσεως είναι η ελπίδα του χριστιανού και η ελπίδα του κόσμου, όταν μπορέσει κανείς να απαλλαγεί από την φοβία για το μέλλον και όταν δεν φοβηθεί την προοπτική μιας νέας δημιουργίας. Φτάνει να κάμει ο άνθρωπος μιαν ανατοποθέτηση του παρόντος, για να δει την ομορφιά του μέλλοντος, που θα χρωματίσει και το παρόν του στη συνέχεια. Η αποδοχή της ελπίδας για την ανάσταση δίνει νέες διαστάσεις στο παρόν. Έτσι ο θάνατος παύει να είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας των ανθρωπίνων σχέσεων. Αντί να προσπαθούμε με κάθε μέσο να παραμερίσομε τους άλλους για να διασφαλίσομε έτσι τουλάχιστον πιστεύομε την ζωή μας, μπορούμε να αγωνιζόμαστε χωρίς άγχος και για τους άλλους. Αντί να βλέπομε τον θάνατο σαν μια δαμόκλεια σπάθη πάνω από κάθε στιγμή μας, είναι δυνατό με την προσδοκία της αναστάσεως να δούμε το θάνατο οπως είναι: σάν μιά προσωρινή μάχη που δέν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτε σ’ ένα πόλεμο που έχει οριστικά κριθεί θετικά για μας. Ο θάνατος είναι τα τελευταία ψυχογραφήματα ενός κόσμου που χάνεται. Γιατί η ανάσταση του Χριστού έχει ανοίξει τον δρόμο της αιώνιας ζωής οριστικά για όλους μας. Έτσι μπορούμε να ξεπεράσομε οριστικά το άγχος, την αμφιβολία, την αβεβαιότητα για το μέλλον.

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι εύγλωττη σ’ αυτό το σημείο. Οι χριστιανοί αντιμετώπισαν μαρτύρια και διωγμούς, κοινωνικούς εξοστρακισμούς και βασανιστήρια με μοναδικό όπλο την βέβαιη ελπίδα της αναστάσεως. Οι ασκητές της ερήμου νίκησαν τον παλαιό άνθρωπο με την δύναμη της προσδοκίας της αναστάσεως των νεκρών. Και η ’Εκκλησία προσελκύει και σώζει ανθρώπους βασισμένη σ’ αυτή την προσδοκία, που κατακλείει το σύμβολο της πίστεως: «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Είναι η προσδοκία της ολοκληρωμένης και ατελεύτητης ζωής, που τόσο επιθυμεί ο άνθρωπος…

Στο 21ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως ο απόστολος Ιωάννης δίνει μια περιγραφή του καινούριου κόσμου, της ουράνιας Ιερουσαλήμ, της βασιλείας του Θεού. «Και είδα καινούριο ουρανό και καινούρια γη. Γιατί ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη έφυγαν και δεν υπάρχει πια και η θάλασσα. Και είδα την αγία πόλη Ιερουσαλήμ καινούρια να καταβαίνει από τον ουρανό, από τον Θεό, ετοιμασμένη και στολισμένη σαν νύμφη για τον άνδρα της. Και ήκουσα μια δυνατή φωνή από τον θρόνο του Θεού να λέγει: Να, η σκηνή του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Και θα κατασκηνώσει κοντά τους· και αυτοί θα γίνουν δικός του λαός και ο Θεός θα βρίσκεται πάντα μαζί τους. Και θα εξαφανίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους και δεν θα υπάρχει πια ο θάνατος και δεν θα υπάρχει πια ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος».

Είναι χαρακτηριστική για την χριστιανική προσδοκία αυτή η περιγραφή. Συνοψίζει με την ομορφιά της ποιητικής γλώσσας του προφήτη όλες τις ανθρώπινες ελπίδες. Δεν δίνει το βάρος σε υλικές περιγραφές και ανέσεις, αλλά συνδέει την Βασιλεία του Θεού με την απουσία του πόνου και του πένθους, με την κατάργηση του θανάτου και με την εξασφάλιση της αιώνιας ζωής που χορηγεί ο δημιουργός Θεός. Όλο το βάρος πέφτει στην εξαφάνιση του θανάτου και του πόνου, της αιτίας της ανθρώπινης δυστυχίας.

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα γιατί η Εκκλησία χαρακτήρισε ως άγκυρα ελπίδας την προσδοκία της αναστάσεως και γιατί ποτέ δεν έπαψε να περιμένει την έλευσή της με αδημονία. Γιατί η ανάσταση σημαίνει το τέλος της αγωνίας του ανθρώπου και την αρχή μιας νέας εποχής ζωής αληθινής. Γιατί με την ανάσταση θα γίνει πραγματικότητα η ανάκτηση του κόσμου και η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε εικόνα Θεού. Όλος ο μόχθος και ο αγώνας μας θα δικαιωθεί την ώρα που η ζωή θα πλημμυρίσει τον κόσμο. Η αγάπη του Θεού θα κυριαρχήσει στον κόσμο και τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους θα γκρεμιστούν από το φως της θεϊκής παρουσίας.

Η ανάσταση δεν είναι ένα ανθρώπινο όραμα, αλλά μια θεϊκή υπόσχεση, που συνοδεύεται από ένα γεγονός, από την ανάσταση του Χριστού. Η προσμονή της ελεύσεως αυτής της ώρας δεν έπαψε ποτέ να μας δίνει δύναμη, θα συνεχίσει να είναι πηγή θάρρους και ενθουσιασμού, μέχρι που να έλθει ως πραγματικότητα. Μέχρι τότε η Εκκλησία θα αγωνίζεται και θα αγαπά, θα μαρτυρεί για την βασιλεία του Θεού και θα διατηρεί την προσδοκία του ερχομού της, γιατί σ’ αυτή την προσδοκία κλείνεται η ελπίδα η δική της και μαζί η ελπίδα του κόσμου.

(Β. Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», εκδ. Π. Πουρναρά-Θεσ/νίκη, σ. 140-144)

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, στή φωτοφόρο καί ἁγία Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου: «ἡ βασιλεία σου εἶναι βασιλεία ὅλων τῶν αἰώνων» (Ψαλμ. 144, 13)

 

Image

ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΣ (Εικ.

ImageΆγιος Γρηγόριος Νύσσης. Τοιχογραφία 11ου αι. μ.Χ. Ιερός Ναός Παναγίας των Χαλκέων, Θεσσαλονίκη

«Εὐλογητός ὁ Θεός» (Λουκ. 1, 68). Ἄς ἐπαινέσουμε σήμερα τόν Μονογενή Θεό τόν δημιουργό τῶν οὐρανίων, αὐτόν πού ἔσκυψε πάνω στίς μυστικές λαγόνες τῆς γῆς καί μέ τίς φωτοφόρες ἀκτίνες του φώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα τήν ταφή τοῦ Μονογενοῦς, τήν ἀνάσταση τοῦ Νικητῆ, τή χαρά τοῦ κόσμου, τή ζωή τῶν λαῶν (Ἰω. 16, 20. Λουκ. 2, 10).

Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα αὐτόν πού φόρεσε τήν ἁμαρτία (Β´ Κορ 5, 21). Ἄς εὐφημήσουμε σήμερα τόν Θεό Λόγο, πού ντρόπιασε τή σοφία τοῦ κόσμου (Α´ Κορ. 1, 20), ἐπιβεβαίωσε τήν ἀναγγελία τῶν προφητῶν, συγκέντρωσε τήν ὁμάδα τῶν ἀποστόλων, διάδωσε τήν κλήση τῆς Ἐκκλησίας καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιατί νά, ἐμεῖς πού κάποτε ἤμαστε ξένοι ἀπό τήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. 2, 13.19), γνωρίσαμε τό Θεό καί ἐκπληρώθηκε ὅ,τι ἔχει γραφεῖ: «θά θυμηθοῦν καί θά στραφοῦν στόν Κύριο ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς καί θά πέσουν νά τόν προσκυνήσουν ὅλες οἱ φυλές τῶν λαῶν» (Ψαλμ. 21, 28).

Τί θά θυμηθοῦν; Τήν παλαιά πτώση, τή νέα ἀνάσταση, τήν ἀρχαία παράβαση καί τήν κατοπινή διόρθωση, τό θάνατο τῆς Εὔας, τή γέννηση τῆς Παρθένου, τήν ἀποκατάσταση τῶν λαῶν, τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτωλῶν, τήν προαναγγελία τῶν προφητῶν, τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, τήν ἀναγέννηση ἀπό τήν κολυμβήθρα (Ἰω. 5, 1-30), τήν ἐπανεγκατάσταση στόν Παράδεισο, τήν ἐπιστροφή τῶν οὐρανῶν, τόν δημιουργό πού ἀναστήθηκε, ἐκεῖνον πού ἀπέθεσε ὅσα δέν τοῦ ταίριαζαν, ἐκεῖνον πού μέ τή θεϊκή μεγαλοσύνη του ξαναέχυσε σάν μέταλλο τό φθαρτό σέ ἀφθαρσία. Καί ποιά ἀπέθεσε πού δέν τοῦ ταίριαζαν; Ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ Ἠσαΐας:«τόν εἴδαμε», λέει, «καί δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε κάλλος, ἀλλά τό πρόσωπό του ἦταν ἀτιμασμένο καί στεροῦσε ὡς πρός τήν ὡραιότητα ἀπό ὅλων τῶν ἀνθρώπων» (Ἠσ. 53, 2-3).

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν συναναστρεφόταν μέ τούς ἀλιτήριους Ἰουδαίους καί τόν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καί δαιμονισμένο (Ἰω. 8, 48). Ὅταν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης καί τά γεννήματα τοῦ σκότους κρατοῦσαν τόν ἀχώρητο γιά νά τόν θανατώσουν. Δέν ἔλεγε ἀδικαιολόγητα ὁ Ἰωάννης γι᾿ αὐτούς, «γεννήματα ἐχιδνῶν. Ποιός σᾶς συμβούλεψε νά ξεφύγετε τήν μελλοντική ὀργή;» (Ματθ. 3, 7). Γιατί πραγματικά ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ θά μείνει ἐπάνω τους.

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν ἀντιμετώπιζαν τό βλαστό τῆς ἐπιείκειας μέ ραπίσματα καί ζητοῦσαν ἀπαντήσεις μέ ὅρκους ἀπό αὐτόν πού εἶναι δικαστής τῶν ὅρκων (Μαρκ. 14, 65).

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν δίκαζαν τό δικαστή καί ἔκριναν τόν κριτή τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ δοῦλος ρωτοῦσε καί ὁ Κύριος σώπαινε, τό φῶς ἡσύχαζε καί τό σκοτάδι γαυριοῦσε, τό πλάσμα ἔδειχνε θρασύτητα καί ὁ Δημιουργός ἔδειχνε ὑπομονή.

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ ταῦροι χτυποῦσαν μέ τά κέρατα καί ὁ μόσχος στεκόταν, ὅταν τό λιοντάρι βρυχιόταν καί οἱ ταῦροι κοίταζαν ἀγέρωχοι, ὅπως ἔχει γραφτεῖ: «μέ περικύκλωσαν πολλά μοσχάρια καί μέ τριγύρισαν ταῦροι καλοθρεμμένοι• ἄνοιξαν τό στόμα τους καταπάνω μου σάν λιοντάρι ἁρπαχτικό» (Ψαλμ. 21, 12).

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν ἀλυχτοῦσαν τά σκυλιά καί ὁ ἀφέντης ἔδειχνε ἀνοχή, ὅταν οἱ λύκοι εἶχαν βγεῖ γιά ν᾿ ἁρπάξουν καί τό πρόβατο ἦταν παρόν ἐκεῖ. Ὅταν ὁ ληστής δεχόταν πρόσκληση στή ζωή, ἐνῶ ἡ ζωή τοῦ κόσμου συρόταν στό θάνατο, ὅταν ἔβγαζαν τίς ἄτακτες καί θεοκτόνες ἐκεῖνες φωνές «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. Τό αἷμα του ἐπάνω σ᾿ ἐμᾶς καί τά παιδιά μας» (Ἰω. 19, 15. Ματθ. 27, 25), οἱ φονιάδες τοῦ Κυρίου καί τῶν προφητῶν, οἱ θεομάχοι, οἱ μισόθεοι, οἱ ὑβριστές τοῦ νόμου, οἱ πολέμιοι τῆς χάριτος, οἱ ἐχθροί τῆς πίστης τῶν πατέρων, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου, τά γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν, οἱ ψιθυριστές, οἱ καταλαλητές, ἐκεῖνοι πού εἶχαν βουτηγμένο τό νοῦ τους στό σκοτάδι, ἡ ζύμη τῶν Φαρισαίων (Ματθ. 16, 6. Μάρκ. 8, 15. Λουκ. 12, 1), τό συνέδριο τῶν δαιμόνων, οἱ μιαροί, οἱ πάμφαυλοι, οἱ λιθοβολιστές, οἱ μισόκαλοι. Καί δικαιολογημένα φώναζαν, «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν». Γιατί τούς καταπλάκωνε ἡ παρουσία τῆς θεότητας μέ σάρκα καί τούς δυσαρεστοῦσε ὁ ἔλεγχος γιά τόν τρόπο ζωῆς τους. Εἶναι συνήθεια πάγια τῶν ἁμαρτωλῶν νά μισοῦν τή συναναστροφή τῶν δικαίων.

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν τόν φραγγέλωσαν καί βασάνιζαν τό Ἅγιο σῶμα ἐκείνου πού ὑπέφερε θεληματικά τά πάθη, γιά νά θεραπεύσει τίς παλιές πληγές τῶν ἁμαρτημάτων μας.ὅταν σήκωσε στούς ὤμους του τό ξύλο τοῦ σταυροῦ τό τρόπαιο κατά τοῦ διαβόλου• ὅταν ἔβαζαν στεφάνι ἀπό ἀγκάθια σ᾿ ἐκεῖνον πού στεφανώνει ὅσους πιστεύουν σ᾿ αὐτόν• ὅταν φόρεσαν τήν πορφύρα σ᾿ αὐτόν πού χαρίζει ἀφθαρσία σέ ὅσους ἀναγεννιοῦνται μέ νερό καί Πνεῦμα Ἅγιο (Ἰω. 3, 5. Ματθ. 27, 48)• ὅταν κάρφωσαν στό ξύλο αὐτόν πού εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες θριάμβευαν περιπαίζοντας τόν Κύριο τῆς στρατιᾶς τῶν οὐρανῶν.

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν ἔδεσαν στό καλάμι σπόγγο γεμάτο μέ ξίδι καί τόν πότιζαν δίνοντας χολή, αὐτόν πού τούς ἔριξε τό μάννα σά βροχή (Ἐξ. 16, 13-15)• ὅταν ἔσπαζαν οἱ πέτρες καί σκιζόταν τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ κατάπληκτα ἀπό τό θράσος τῶν ἀλιτηρίων• ὅταν ὁ ἥλιος πενθοῦσε καί φοροῦσε τό σκότος σάν πένθιμο σάκκο πενθώντας τήν πτώση τῶν Ἰουδαίων. Γιατί ἡ ἡμέρα θρηνοῦσε τίς συμφορές τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ἡ ζωή ἦταν κρεμασμένη ἀνάμεσα στούς ληστές καί ὁ ἕνας τόν χλεύαζε καί τόν κατηγοροῦσε, ἐνῶ ὁ ἄλλος μέ τή μετάνοιά του λήστευε τόν Παράδεισο (Λουκ. 23, 39-43).

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν τό σῶμα παραδινόταν γιά τήν ταφή.

Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες φύλαγαν καί ἡ γῆ ἔκρυβε αὐτόν πού στήριξε τή γῆ πάνω στά νερά (Γεν. 1, 9)• ὅταν οἱ ἀπόστολοι κρύβονταν μή μπορώντας νά ὑποφέρουν τόν ὄγκο τῶν πειρασμῶν.

Ἀλλά πρόσεχε, ἀγαπητέ, τά θαύματα τοῦ Θεοῦ καί τά κατορθώματα τῆς χαρᾶς μετά τό πάθος. Ὁ περιφρονημένος μεταβαλλόταν σέ ἔνδοξο καί ἡ χαρά τοῦ κόσμου ἀνασταίνεται ἄφθαρτη μαζί μέ τό σῶμα. Τότε εἶχε ὠδίνες ἡ γῆ καί κυοφόρησε ἡ ἡμέρα καί ὁ θάνατος ἀπέβαλε τή ζωή τῶν ὅλων. Δέν ἦταν δυνατό νά κρατήσει ὁ θάνατος Ἐκεῖνον πού κρατεῖ τά πάντα μέ τό λόγο του.

Ἄς ἑορτάσουμε λοιπόν τήν τριήμερη ἀνάσταση πού ἔγινε πρόξενος αἰώνιας ζωῆς. Γιατί, ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία δέ δοκίμασε παρθενικές ὠδίνες κόρης ἀνύμφευτης, ἀλλά μέ τή θέληση τοῦ Θεοῦ καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος γέννησε τόν Δημιουργό τῶν αἰώνων, τόν Θεό Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ἡ γῆ ἀπό τίς λαγόνες της, ἀποφεύγοντας τίς ὠδίνες τοῦ θανάτου (Πράξ. 2, 24), ἄφησε ἐλεύθερο, ὅταν διατάχτηκε τόν Κύριο τῶν Ἰουδαίων• γιατί δέν μποροῦσε νά κατέχει ἕνα σῶμα πού εἶχε γίνει φορέας ἀθανασίας. Φέροντας λοιπόν στό νοῦ ὁ προφήτης Δαβίδ τήν ἀποκατάσταση τοῦ μεγαλείου, τήν κατάργηση τοῦ θανάτου, τήν ἐλευθερία ὅσων ἦταν κάποτε δοῦλοι, φωνάζει καί λέει:«ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιάς, φόρεσε τό μεγαλεῖο του» (Ψαλμ. 92, 1).

Ποιό μεγαλεῖο ντύθηκε; Τήν ἀφθαρσία, τήν ἀθανασία, τή σύναξη τῶν ἀποστόλων, τό στεφάνι τῆς Ἐκκλησίας. Δέν προδίδει πιά ὁ Ἰούδας, δέν ἀπειλεῖ ὁ Καϊάφας, δέν ἁρματώνεται ὁ Ἡρώδης γιά τό φόνο τῶν παιδιῶν, δέν δικάζει ὁ Πιλάτος, οὔτε φυλακίζουν οἱ Ἰσραηλίτες. Τό φθαρτό ἔγινε ἄφθαρτο κι Ἐκεῖνος πού τόν θεωροῦσαν ἁπλό ἄνθρωπο μόνο, ἀποδείχτηκε Θεός ἀληθινός. Γι᾿ αὐτό φωνάζομε κι ἐμεῖς:«ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί τῆς δύναμης; Ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). «Ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιάς, ντύθηκε μεγαλεῖο, ντύθηκε καί ζώστηκε δύναμη» (Ψαλμ. 92, 1). Δύναμη ἐννοεῖ τήν οἰκονομία τῆς ἔνσαρκης παρουσίας του, γιατί δέν εἶναι τίποτα δυνατότερο ἀπό αὐτήν.μέ τό σῶμα του ὁ ἀσώματος νίκησε τούς δαίμονες, μέ τό σταυρό ὑποδούλωσε τίς ἀντίπαλες δυνάμεις.

Ἐπειδή δηλαδή στήν ἀρχή ἡ ἁμαρτία συγκλόνιζε τή γῆ, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὅπως προεῖπε, τή στερέωσε μέ τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, γιά νά μήν βαδίζει στόν γκρεμό τῆς ἀπώλειας οὔτε νά τήν δέρνουν οἱ ἄνεμοι τῆς πλάνης. Καί μάρτυρα τοῦ λόγου μας ἄς φέρουμε τόν μακάριο Παῦλο πού λέει τά ἑξῆς.«πρέπει τοῦτο τό φθαρτό νά ντυθεῖ ἀφθαρσία καί τό θνητό αὐτό νά ντυθεῖ ἀθανασία» (Α´ Κορ. 15, 53). Γι᾿ αὐτό κι ὁ ψαλμωδός λέει:«ἕτοιμος εἶναι ὁ θρόνος σου ἀπό τότε, ἐσύ ὑπάρχεις ἀπό τόν αἰώνα» (Ψαλμ. 92, 2) καί «ἡ βασιλεία σου εἶναι βασιλεία αἰώνια, πού δέ θά καταλυθεῖ» (Δαν. 7, 14). Καί πάλι.«ἡ βασιλεία σου εἶναι βασιλεία ὅλων τῶν αἰώνων» (Ψαλμ. 144, 13). Καί πάλι:«ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιάς, ἄς ἀναγαλλιάσει ἡ γῆ, ἄς εὐφρανθοῦν νησιά πολλά» (Ψαλμ. 96, 1), γιατί σ᾿ αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Άστεγοι & Πάσχα: "Το Πάσχα για μένα δεν είναι γιορτή. Είναι μια πληγή που ανοίγει πιο βαθιά."

Συναντήσαμε τον Μιχάλη, στο κέντρο της Αθήνας. Μας μίλησε για... το δικό του Πάσχα.

Άλφα Βήτα

Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων

"Ζω μέσα στις κακουχίες. Δεν είναι απλά ότι δεν έχω χρήματα. Είναι ότι δεν έχω τα βασικά για να ζήσω σαν άνθρωπος. Πείνα που καίει το στομάχι, κρύο που μπαίνει μέσα στα κόκαλα, νύχτες που δεν κοιμάμαι γιατί φοβάμαι και πονάω. Τα ρούχα μου είναι σκισμένα, τα παπούτσια μου ανοίγουν από κάτω, και πολλές φορές περπατάω χωρίς να νιώθω τα πόδια μου.

ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΓΟΙ

Και τις μέρες του Πάσχα… όλα αυτά γίνονται πιο βαριά. Ακούω καμπάνες, βλέπω οικογένειες, μυρίζω φαγητά… και εγώ είμαι στο περιθώριο. Σαν να μην υπάρχω. Σαν να μην είμαι άνθρωπος.

Εκείνη τη μέρα ήμουν στον δρόμο. Είχα μέρες να φάω. Το σώμα μου έτρεμε. Ένιωσα ότι θα πέσω. Κάθισα κάτω, δίπλα στο πεζοδρόμιο, και κατέβασα το κεφάλι. Δεν είχα δύναμη ούτε να ζητήσω βοήθεια.

ΑΣΤΕΓΟΙ ΠΑΣΧΑ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ

Και τότε… έγινε το θαύμα φίλε.

Ένα μικρό παιδί στάθηκε μπροστά μου. Δεν φοβήθηκε. Δεν με απέφυγε όπως κάνουν πολλοί. Με κοίταξε στα μάτια. Στα αλήθεια. Και μου έδωσε το κουλούρι του. Ήταν ό,τι είχε.

Τα χέρια μου έτρεμαν όταν το πήρα. Δεν ήταν απλά φαγητό. Ήταν ζωή. Ήταν σαν να μου έλεγε κάποιος: «Σε βλέπω. Υπάρχεις».

Μετά ήρθε κι άλλος κόσμος. Μια γυναίκα που άφησε φαγητό χωρίς να πει πολλά. Ένας άνθρωπος που μου έβαλε μια κουβέρτα στους ώμους. Κάποιος που μου είπε «Χριστός Ανέστη» και το εννοούσε.

Αυτή είναι η ελεημοσύνη. Είναι όταν δίνεις ενώ ίσως δεν σου περισσεύει. Είναι όταν σκύβεις πάνω στον άλλον που είναι πεσμένος. Είναι όταν απλώνεις το χέρι εκεί που όλοι οι άλλοι κοιτάνε αλλού.

Για εμάς, η ελεημοσύνη δεν είναι κάτι μικρό. Είναι ανάσα. Είναι σωτηρία. Είναι το μόνο φως μέσα σε μια ζωή σκοτεινή και σκληρή."

Κάπου εδώ, τελείωσε ο Μιχάλης, ο Λάκης όπως τον έλεγαν στην Σάμο.

ΑΣΤΕΓΟΙ ΚΑΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Η δική μου η σειρά τώρα...

Το Πάσχα μιλά για αγάπη και θυσία. Μα αν δεν δώσεις στον πεινασμένο, αν δεν ντύσεις τον γυμνό, αν δεν σταθείς στον μόνο… τότε τι σημαίνει;

Εκείνη τη μέρα, στον δρόμο, με ένα κομμάτι ψωμί που έφαγε ο Μιχάλης… εγώ ένιωσα την Ανάσταση.

Όχι μόνο στις Εκκλησίες. Όχι μόνο στα τραπέζια.

Στην ελεημοσύνη.

Καλλωπίσαμε τα λόγια του Μιχάλη, εμείς οι "μορφωμένοι", έτσι, για να "βγεί" ωραίο το κείμενο.

Καλό Πάσχα.

*Απο μικρό παιδί με έπαιρνε και πηγαίναμε σε διάφορα σημεία, για να δούμε πως υπάρχει δυστυχία λίγο πιο πέρα απο εμάς."Πάμε αγόρι μου να δούμε, πως ζούν κάποιοι συνάνθρωποί μας στον δρόμο και ειδικά τέτοιες ημέρες", μου είπε ξανά... Και πήγαμε. Για το μόνο που στεναχωρήθηκα, ήταν για το ότι, όταν ο Μιχάλης μου ζήτησε τσιγάρο, δεν έβγαλα να του δώσω, γιατί ήταν μπροστά ο πατέρας μου. Μου χαμογέλασε όμως και έτσι ο Μιχάλης απέκτησε ενα πακέτο με τσιγάρα. Αυτό είχα να του δώσω.

Ο κύριος με τα σκουλαρίκια που πέρασε δίπλα μου στην εκκλησία...

 

Image

...με συγκίνησε βαθύτατα. Κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μωράκι. Πήγε και προσκύνησε τον Επιτάφιο και, φεύγοντας, έκανε το σταυρό του πολύ ευλαβικά, έναν μεγάλο σταυρό - όπως πρέπει να γίνεται - σταυρώνοντας και τον εαυτό του και το μωρό που κρατούσε.

Τα σκουλαρίκια που φορούσε και στα δύο αφτιά του δεν τον εμπόδισαν να έρθει στην εκκλησία τη Μ. Παρασκευή.

Δόξα τω Θεώ. Έτσι, αδέρφια. Όλοι μαζί στην εκκλησία μας, όλοι στο Χριστό μας!

Μεγάλη Παρασκευή στη σκιά του Τιμίου Σταυρού, Μεγάλο Σάββατο στον Πανάγιο Τάφο και από τη Νύχτα της Αναστάσεως στον κενό Τάφο, τον λουσμένο στο ανέσπερο Φως της Ανάστασης.

Ανάστα, ο Θεός! Ανάστα, ψυχή μου! Τι καθεύδεις; 

Ένα μικρό κέρασμα 

 
 
 
 
 
 

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Μεγάλη Παρασκευή: Η κορύφωση της θυσίας του Κυρίου και η σιωπηλή δύναμη της πίστης

Η ημέρα της σιωπής και της πίστης που ενώνει τους Έλληνες σε κοινό βίωμα και αναζήτηση νοήματος

Image

ΝΙΚΗ

Η Μεγάλη Παρασκευή αποτελεί την πλέον κατανυκτική ημέρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ημέρα σιωπής και βαθιάς περισυλλογής, κατά την οποία ο άνθρωπος στέκεται με δέος ενώπιον του μυστηρίου της Σταυρώσεως και του μεγέθους της θυσίας του Ιησού Χριστού, αναζητώντας το νόημα που αυτή φέρει για την ίδια του την ύπαρξη.

Ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, προσφέρει εκούσια τον εαυτό Του «υπέρ της του κόσμου ζωής», αποκαλύπτοντας την άκρα ταπείνωση και την άπειρη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες, το φως των κεριών και η ευλάβεια των πιστών στους ναούς συνιστούν έκφραση της συμμετοχής στο Θείο Πάθος, ενώ η περιφορά του Επιταφίου γίνεται ζωντανό εκκλησιαστικό βίωμα που ενώνει την κοινότητα σε κοινή εμπειρία πίστης και μνήμης.

Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων, αβεβαιότητας και δοκιμασιών, η ημέρα αυτή αποκτά βαθύτερη υπαρξιακή σημασία. Οι δυσκολίες της καθημερινότητας και η ανασφάλεια για το μέλλον εντείνουν την ανάγκη για πνευματικό προσανατολισμό, οδηγώντας τον άνθρωπο σε εσωτερική αναζήτηση που συνδέεται με το μήνυμα της θυσίας, της μετάνοιας και της επιστροφής στον Θεό.

Στον Σταυρό αναγνωρίζεται όχι μόνο ο πόνος, αλλά και η οδός της σωτηρίας, που περνά μέσα από την ταπείνωση και την πίστη, θεμελιώνοντας μια στάση ζωής που εδράζεται στην αλήθεια και στις πατροπαράδοτες αρχές.

Η Μεγάλη Παρασκευή οδηγεί στην προσδοκία της Αναστάσεως, καλλιεργώντας τη βεβαιότητα ότι η ελπίδα παραμένει ζωντανή και ότι η αναγέννηση αποτελεί διαρκή επιλογή. Το σκοτάδι του Γολγοθά και η σιωπή του Τάφου του Κυρίου προετοιμάζουν το φως της ζωής, υπενθυμίζοντας ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Έτσι, η ημέρα αυτή καλεί τον άνθρωπο σε εσωτερική μεταμόρφωση, οδηγώντας τον από τη λύπη στην ελπίδα και από το σκοτάδι στο φως, μέσα από μια ουσιαστική σχέση με τον Θεό.

Δημήτρης Σωτηρίου

Μεγάλη Πέμπτη στην πόλη Τζίντζα, Ουγκάντα (στιγμιότυπο)

 

 
Το Μυστικό Δείπνο! #αγιαπεμπτη

Για τη Μεγάλη Παρασκευή

 

 Image

 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Μ. Τετάρτη 2026 στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων / Μήνυμα ελπίδας από τον Πατριάρχη Θεόφιλο — Ανοίγει ο Πανάγιος Τάφος!

Πατριαρχική χοροστασία στον Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

Image

Η ακολουθία του Όρθρου της Τετάρτης τελέστηκε το απόγευμα της Μεγάλης Τρίτης, στον Πατριαρχικό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, παρουσία-χοροστασία του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Θεοφίλου Γ', μελών της αγιοταφικής αδελφότητος και ελαχίστων πιστών.

Σήμερα το πρωί, τελέστηκε η ο Εσπερινός της Μεγάλης Τετάρτης με την τελευταία Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία στον Πατριαρχικό Ναό παρουσία του Πατριάρχου. Το απόγευμα θα τελεστεί το Ιερό Ευχέλαιο.

Η Πατριαρχική Υποδοχή σε Σιωπή

Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος στεγάζει και τον χώρο της Πατριαρχικής υποδοχής, παραμένει το κέντρο της διοίκησης του Πατριαρχείου. Ωστόσο, η φετινή Μεγάλη Εβδομάδα στερείται της συνήθους κίνησης και των επίσημων αντιπροσωπειών, μετατρέποντας τις ημέρες αυτές σε μια περίοδο εσωτερικής περίσκεψης και αγωνιώδους προσευχής για την επικράτηση της ειρήνης.

Ιεροσόλυμα: Μήνυμα ελπίδας από τον Πατριάρχη Θεόφιλο, εν μέσω πολέμου

Image

Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων

 

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Ανοίγει ο Πανάγιος Τάφος!

Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων

Image

Με μεγάλη χαρά υποδέχεται το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων την απόφαση για το άνοιγμα του Ναού της Αναστάσεως.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της ΕΟΔ, μετά την επίτευξη εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν οι ισραηλινές αρχές επιτρέπουν την κανονική λειτουργία του Ναού της Αναστάσεως. H επίσημη απόφαση θα ανακοινωθεί αύριο, καθώς σήμερα στα Ιεροσόλυμα ήταν δημόσια αργία λόγω της εορτής του εβραϊκού Πάσχα.  

Αυτό σημαίνει ότι αύριο το απόγευμα η κατανυκτική Ακολουθία των Παθών (ο Όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής) θα τελεστεί στον Ναό της Αναστάσεως όπου βρίσκεται και ο Φρικτός Γολγοθάς με ελεύθερη παρουσία πιστών.

Μετά τον πρόσφατο συναγερμό με την αναχαίτιση πυραύλου πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και την ισχυρή έκρηξη λίγο έξω από την παλιά Πόλη των Ιεροσολύμων, η καμπάνα του Ναού της Αναστάσεως θα ηχήσει και πάλι, καλώντας τους πιστούς να συνοδεύσουν τον Κύριο στο εκούσιο Πάθος Του.