close

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουδοβίκος π. Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουδοβίκος π. Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

π. Ν. Λουδοβίκος: H μοναξιά του Χριστού


 

00:00 Εν αρχή 

02:45 Ο Χριστός και ο Σκοπός της ζωής  

05:58 Η Παναγία ξέρει  

07:32 Η Aπερισκεψία του Θεού  

12:00 Αξιοπρεπής Βουδιστής 

17:00 Ανηθικολογία  

19:30 Εσχατολογικό Παρκάρισμα  

25:50 Το γεγονός της Εκκλησίας  

29:40 Διακονία όλων για όλους  

33:10 Και ο διάβολος πιστεύει...  

36:00 "Κάντε ότι θέλετε..." 

40:00 Οι Άγιοι και η ανάπαυση του Χριστού  

42:50 Αμερική, Νότια Αμερική  

44:00 Ινδία  

48:00 Νοοτροπία απελευθέρωσης χωρίς σοφία 

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

Eίναι ο Θεός δiκαιος; (π. Ν. Λουδοβίκος)

Θρησκευτικά... αλλιώς!!

🎬 Τι θα δείτε σε αυτό το Βίντεο: 🎬  

00:00 Εισαγωγή 

 03:33 Η θεολογία είναι τόσο απέραντη 

 06:55 Η Παϊσιολογία λιγάκι μου τη δίνει,... 

 12:36 Oλιγόπιστοι, σε αναζήτηση, υπαξιακής ανασύνθεσης. 

 15:46 Aνεκλάλητη, ανείπωτη, απερίγραπτη δωρεά  

22:54 Γι' αυτό όταν μετατρέπουμε τον χριστιανισμό σε νόμο.... 

 29:13 Ο Θεός δεν είναι δίκαιος. 

 38:30 Η Χάρις, η δωρεά και η άσκηση

 42:29 H υπέροχη ειρωνεία του Χριστού 

45:42 Μόνο δωρεά είναι η εκκλησία και μόνο δωρεά είναι ο Θεός.  

50:03 Είμαστε συλλογικά άδικοι....  

53:28 Εάν ο Χριστός είχε διαλέξει φιλοσόφους... 

 56:40 Μόλις πούμε ναι, αυτό λογίζεται δικό μας. 

 59:30 Για να μαθητεύουμε σε αυτή τη χάρη....

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

π. Νικόλαος Λουδοβίκος, «Η αξία της αγιότητας για τον σύγχρονο άνθρωπο»

Απαρχή

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός

"Η αγιότητα είναι ζητούμενο από τον σύγχρονο άνθρωπο αν και δεν έχει την επίγνωσή της. Ο άνθρωπος αναζητεί το απόλυτο, θέλει να δει Αγίους, να βρει εμπιστοσύνη. Η απολυτότητα και αγιότητα είναι κατά μετοχή. Η αγιότητα θα δώσει στον σύγχρονο άνθρωπο την πληρότητα ζωής και την απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο άνθρωπος με τη χρήση της ελευθερίας του μπορεί να φθάσει στην αγιότητα, μπορεί όμως να φθάσει και στον ολοκληρωτισμό…"

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

π. Ν. Λουδοβίκος: Θεοφάνεια ή η κάθοδος του Χριστού στην άβυσσο του ανθρώπου

Αντίφωνο

0:00 Eισαγωγή 1:05 Αποστολικό Ανάγνωσμα: επεφάνη η χάρις του Θεού... 3:13 Αριστοτέλης - Πλάτων 6:06 Γιατί μας αγαπάει ο Θεός; 8:05 Εντολές ακατόρθωτες; 9:33 Ο θεός του Χριστού και οι δημοσιογράφοι 10:45 Ο Οιδίποδας να πληρώσει... 13:37 Γιατί αμαρτάνουμε; ΜΚΔ και μικροί θεοί 15:37 Οι παραλογισμοί μας και οι ανθρωποφάγοι 20:07 μετά-Ναρκισσισμός και οι oρμόνες που έρχονται από τον άλλον 23:13 Aνθρωποφάνεια 22:16 Οβελίξ 26:44 Θα κάνεις ευτυχισμένο κανέναν την νέα χρονιά; 28:55 Ανάσταση δια πτώσεως η μόνη πρόοδος 29:39 Ο δικαιωματισμός, η παρέκκλιση και η αποδόμηση 32:17 Θεοί κατά Χάριν 37:32 Το βάπτισμα ως πράξη υιοθεσίας 40:45 Το σύμπαν, το σοκολατάκι και ο Θεός 45:50 Εξοντωτική ταπείνωση 99 προς 1 48:46 Oύτε ο Θυρωρός 51:15 Aπό πολλή δικαίωση θα πεθάνουμε.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

Ο Ελληνισμός θα παίξει ένα πολύ σημαντικό ρόλο κατά της παγκοσμιοποίησης στον κόσμο που έρχεται (π. Νικόλαος Λουδοβίκος)

Ρωμιοί της Πόλης

σχόλιο Γιώργος Θαλάσσης: Αντισυμβατικός, επαναστατικός, σχεδόν παρεξηγήσιμος, φιλόσοφος της Ρωμιοσύνης. Πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος σε μια τρομερή και ανεπανάληπτη ομιλία, για τον Ελληνισμό που έχει την δύναμη να μετασχηματίζει και να ελληνοποιεί τα πάντα 

-Μας επιβάλανε εθνικό κράτος οι Δυτικοί μετά την απελευθέρωση γιατί φοβόντουσαν την ανάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
-Ο Ελληνισμός θα παίξει ένα πολύ σημαντικό ρόλο κατά της παγκοσμιοποίησης στον κόσμο που έρχεται
-Το Βυζάντιο και η Δύση
-Η Δύση και σήμερα περιμένει από τον Ελληνισμό την σωτηρία!
-Τα σκοτεινά κέντρα έχουν τα σκοτεινά σχέδιά τους αλλά σημασία έχει τι θα κάνουμε εμείς
-Αυτοί που ετοιμάζουν αυτό το “τσαλάκωμα” που έρχεται, δεν έχουν υπολογίσει πόσο ισχυρές είναι κάποιες παραδόσεις
-Η Μεγάλη Ιδέα, η προβολή του Ορθόδοξου Ελληνισμού στην Δύση, θα γίνει πάλι με ένα πνευματικό τρόπο. Δεν μπορεί να γίνει με τα όπλα και με διεκδικήσεις και αλυτρωτισμούς, εκτός αν το θέλει ο Θεός…

 

Χτυπιέται η Ορθοδοξία αλλά μην είστε απαισιόδοξοι. Ο πατέρας Παΐσιος ήταν αισιόδοξος

Ορθοδοξία και διαφορές με τους Παπικούς - πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος

 

Δείτε και:

Αναζητώντας τη Ρωμιοσύνη (ως νέα πολιτική και πολιτισμική πρόταση)

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Ημερίδα: Ο ελληνικός Πολιτισμός ως οικουμενική πρόταση - Μια ελπίδα για τον 21ο αιώνα

Αρχαία Ολυμπία, 9 Σεπτεμβρίου 2023 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

https://www.youtube.com/watch?v=TzFXxKYlrfQ&t=616s

Πρωινή Ενότητα: 10:15 - 13:30 - Συντονισμός: Βίκυ Φλέσσα 
 
10:15 Βασίλης Καραποστόλης: «Ο πόθος της διαιώνισης στον ελληνικό πολιτισμό - από την εύκλεια στην φήμη» 
10:45 Γιώργος Κοντογιώργης: «Η απάντηση του ελληνικού κόσμου στο ερώτημα πού πηγαίνει ο κόσμος τον 21ο αιώνα» 
11:15 Γιώργος Καραμπελιάς: «Μια νέα συγκυρία για τον ελληνισμό στην Ευρώπη» 
12:00 Θεόδωρος Ζιάκας: «Τα ελληνικά Φώτα» 
12:30 Γιάννης Παπαδάκης: «Η οικουμενικότητα της ελληνότροπης σκέψης ως πρόκληση για το μέλλον» 
13:00 - 13:30 Ανοικτή Συζήτηση
 
 

2η συνεδρία
Απογευματινή Ενότητα: 17:00 - 20:00

17:00 π. Νικόλαος Λουδοβίκος: «Η Ελλάδα ως Ανατολή της Δύσης και ως Δύση της Ανατολής: Ο Ρικαίρ, ο Ντούγκιν κι εμείς»
17:30 Χαρίκλεια Τσοκανή: «Η σημασία του αρχαιοελληνικού μύθου στον καιρό μας»
18:00 Σωτήρης Γουνελάς: «Οι αρχαίοι, ο Χριστός και ο πολιτισμός της βαρβαρότητας»
18:30 Μελέτης H. Μελετόπουλος: «Ο κοινοτισμός ως οικουμενική πρόταση»
19:00 - 20:00 Ανοικτή Συζήτηση - Συμπερασματικές Σκέψεις - Αποχαιρετισμός
Συντονισμός: Βίκυ Φλέσσα
 

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Το πρόβλημα του Κακού από τον Αυγουστίνο στη σύγχρονη Γενετική

Image

Ι Πριν καλά – καλά τελειώσει ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο σημαντικός Άγγλος συγγραφέας C . S . Lewis εξέδωσε, το 1944, το μυθιστόρημα του Perelandra , θέλοντας να διηγηθεί ξανά την ιστορία του Κήπου της Εδέμ. Η Perelandra είναι ένας άλλος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, αυτός που οι γήινοι αποκαλούν Αφροδίτη, και είναι όμως απολύτως κατοικημένος από λογικά όντα τα οποία, όμως, μαζί με τον πλανήτη τους ζουν -ω του θαύματος- μέσα στον παράδεισο, όπως ακριβώς μας περιέγραψε τον τελευταίο ένας Αυγουστίνος ή ένας Μ. Βασίλειος: πλήρης αρμονία, γαλήνη και αφθαρσία παντού, απόλυτη απουσία πόνου, ασθένειας, θλίψεων και αγωνιών, ευτυχία απερίσταλτη και αδιατάρακτη. Ο Θεός (τον οποίο στον πλανήτη αυτό αποκαλούν Maledi) θα αποστείλει εκεί έναν γήινο σοφό (ο οποίος στο μυθιστόρημα είναι μάλιστα πανεπιστημιακός καθηγητής) ονόματι Ransom (λέξη που στα αγγλικά σημαίνει την απολύτρωση), για να πληροφορήσει τους αθώους κατοίκους για τον κίνδυνο του κακού τον οποίο στο βιβλίο αντιπροσωπεύει ο Weston , ένας δαιμόνιος γήινος, που οπλισμένος αντιμετωπίζει τους κατοίκους του πλανήτη όπως ένας άποικος τους αγαθούς ιθαγενείς, θέλοντας να τους διαφθείρει και στη συνέχεια να τους υποτάξει (δεν είναι τυχαίο δε πως το όνομά του προέρχεται από την λέξη West – την Δύση).

Ο Ransom , μόλις βρίσκεται στην Perelandra , συγκλονίζεται: διαπιστώνει αμέσως πως οι αισθήσεις του λειτουργούν διαφορετικά, πολύ βαθύτερα και καθαρότερα, ο νους του γαληνεύει απροσδόκητα, το σώμα του ελαφρώνει. Ποτέ δεν ένοιωσε τη γεύση, την ακοή του και την όραση του τόσο ζωντανές, ενώ πλήρης αφοβία τον καταλαμβάνει· τα άγρια ζώα είναι φίλοι παιγνιώδεις. Κατάπληκτος και συγκλονισμένος συναντά την Εύα της Perelandra, την Κυρία ( Lady ), όπως αποκαλείται στο βιβλίο, χωρίς διόλου να σοκάρεται με την γυμνότητα της. «Έρχομαι εν ειρήνη», την χαιρετά τραυλίζοντας. «Και τι θα ‘πει ειρήνη;», του απαντά εκείνη. Μη έχοντας ποτέ γνωρίσει το κακό, δεν φοβάται κανέναν και τίποτα. Όπως τα πολύ μικρά παιδιά, όλη η ζωή της είναι αυτή η «ειρήνη» – τίποτε άλλο δεν γνωρίζει…

Θ’ αφήσω κατά μέρος την εξέλιξη της πάλης μεταξύ καλού και κακού, που συνιστούν την συνέχεια του μυθιστορήματος (όχι φυσικά προτού σάς διαβεβαιώσω, για να μην αγωνιάτε, πως η έκβαση της υπήρξε αίσια), για να σχολιάσω αυτόν τον μικρό διάλογο λίγο περισσότερο και να εισέλθουμε έτσι στο θέμα μας.

Παρά την αναμφισβήτητη λοιπόν ευτυχία των κατοίκων της Perelandra , ο Ransom – Λυτρωτής γήινος φαίνεται να ξέρει πολύ περισσότερα από αυτούς, μ’ όλα τα βάσανα και την αλλοτρίωση του. Οι ευτυχισμένοι αυτόχθονες του διαπλανητικού Παραδείσου είναι πράγματι εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στην άλλη όψη του Είναι – Αγαθού, απέναντι, εννοώ, στο Μηδέν – Κακό, το οποίο ωστόσο, παρ’ όλο που δεν «είναι », είναι απολύτως πραγματικό, δρα υποδόρια και αποτελεσματικά, απειλώντας να καταστρέψει –στ’ αλήθεια!- το παν. Γι’ αυτό ακριβώς άλλωστε ο Θεός αποστέλλει τον Λυτρωτή – Προφήτη Ransom σ’ αυτούς (και δεν διαλέγει προς τούτο έναν από δαύτους): είναι η γνώση του Μηδενός ή του Κακού, αν θέλετε, που καθιστά ικανό τον γήινο σοφό να διαφυλάξει το Είναι – Αγαθό. Αυτό σημαίνει όμως πως το κακό είναι υπαρξιακά και οντολογικά αναπόφευκτο; Πως είναι μια προϋπόθεση του Αγαθού κατ’ ανάγκην; Πως ανήκει, θα ‘λέγαμε τολμηρά, στο είναι του Αγαθού (επομένως και του θεού!); Τελικά το κακό ανήκει στο Είναι των όντων, κι αν όχι που ανήκει;

Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια πρώτη απάντηση, διατρέχοντας την φιλοσοφική και την θεολογική παράδοση και καταλήγοντας στη μοντέρνα Γενετική, της οποίας οι αναζητήσεις συνδέονται παράδοξα με τις παραπάνω παραδόσεις.

ΙΙ Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διάκριση Καλού και Κακού διατρέχει με πολλές μορφές την αρχαία ελληνική σκέψη. Ο φόβος του χάους, της αμετρίας, της Ύβρεως, του μη-όντος κατατρέχει βαθιά τον αρχαίο Έλληνα, γι’ αυτό και ήδη στους Προσωκρατικούς όλες o ι οντολογικές έννοιες περί του Όντος -και τέτοιες είναι όχι μόνον ο ηρακλείτειος Λόγος ή ο αναξαγόρειος Νους ή ο πυθαγόρειος αριθμός ή το παρμενίδειο Όν, αλλά και το Άπειρο του Αναξίμανδρου και η Φιλότης του Εμπεδοκλή και το αντίθετο του κενού φυσικό άτομο του Λεύκιππου και του Δημόκριτου (Βλ. π. Ν. Λουδοβίκου, θεολογική Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, Βιβλίο 1, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2003, σ.σ. 31-138) – αντιπαραθέτοντας σ’ αυτό ακριβώς το μη Όν το οποίο με διάφορες μορφές, όπως είπαμε παραπάνω, εκφράζει στο ηθικό πεδίο το Κακό. Πολύ περισσότερο στον Πλάτωνα, στου οποίου το έργο το Κακό. συνδέεται [είτε ως άγνοια και απουσία φρονήσεως (Πρωτ. 355 e ), είτε ως νόσος της ψυχής (Σοφιστ. 228 e ), είτε ως πτώση της ψυχής απ’ τον υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 246 e ), είτε ως κατά φύση κακότητα της ύλης στον Τίμαιο (42 e )] με την απάτη και το ξεγέλασμα αυτού του ψεύτικου κόσμου. Ο οποίος, όπως το βλέπουμε στο μύθο του Σπηλαίου «της Πολιτείας», αδυνατεί να στραφεί προς τον επουράνιο Ήλιο του Αγαθού, και τον κόσμο των Ιδεών (ό.π. σ.σ. 159-177).

Μη ον το Κακό και στον Αριστοτέλη (Μετ. VIII , 9,1051α), αφού δεν ανήκει στον κόσμο των πραγματικοτήτων, ενώ στον Πλωτίνο το Κακό ταυτίζεται εν τέλει με την ύλη (Ενν. 1,8,3), αφού αυτή είναι τόσο απομακρυσμένη από το Εν/Αγαθό, το οποίο είναι ωστόσο η μακρινή πηγή της. Ως οντολογική αρχή το Κακό θα εμφανισθεί κατ’ ουσίαν μόνον στον Μανιχαϊσμό, την ιουδαιοχριστιανίζουσα αυτή ανατολική διαρχική αίρεση, η οποία θέτει δύο ακριβώς αρχές στο Σύμπαν, αντιμαχόμενες μεταξύ τους. Εδώ κομμάτια ολόκληρα του κόσμου είναι κακά, φτιαγμένα από το Κακό, ενώ άλλα -τα πιο πνευματικά- είναι φτιαγμένα από το Καλό και η μεταξύ τους συμφιλίωση είναι αδύνατη.

III Όσον αφορά τώρα στη χριστιανική θεολογία, η θέση τόσο της ανατολικής – ελληνικής όσο και της δυτικής – λατινικής παράδοσης φαίνεται κατ’ αρχήν ταυτόσημη και προς αυτήν της αρχαίας φιλοσοφίας. Έτσι ο Ωριγένης από τη μια μας βεβαιώνει ( De Princ . II , 9, 2 · In Joh . 4, II , 17) πως ο Θεός δεν είναι ο Δημιουργός του κακού (με κ μικρό πλέον, αφού μόνον ο Θεός συνιστά το όντως Είναι) και πως αυτό δεν διαθέτει μια δική του υπόσταση ή ζωή ή ουσία -υφίσταται ως άρνηση του αγαθού, μία ιδέα που θα συναντήσουμε πολλές φορές στη Δυτική σκέψη μέχρι τον Έγελο. Ο Αυγουστίνος από την άλλη (π.χ. Conf . Ill , 7,12) μας βεβαιώνει παρομοίως ότι το κακό δεν υπάρχει ως ένα μεταξύ των όντων, αλλά συνίσταται ως άρνηση του αγαθού, privatio boni . Είναι μια απλή απουσία του αγαθού, της οποίας φυσικά δεν είναι δημιουργός ο Θεός ( De quaest . 83, 24). Με τον Αυγουστίνο ωστόσο αρχίζει μια σειρά μεγάλων προβλημάτων περί το κακό, τα οποία ταλανίζουν Δύση και Ανατολή μέχρι σήμερα. Θα καταλάβετε τι εννοώ όταν σας αναφέρω πως ο Αυγουστίνος είναι αφενός εκείνος ο οποίος συνέδεσε το κακό με το περίφημο, όπως ονομάσθηκε από τον ίδιο κατά το έτος 396, «Προπατορικό Αμάρτημα», το οποίο γι’ αυτόν είναι ένα ιστορικό γεγονός, όπως η άλωση της Τροίας ή o ι Περσικοί πόλεμοι – πράγμα διόλου αυτονόητο για την ελληνική πατερική παράδοση ωστόσο. Τώρα λοιπόν είναι η αμαρτία που «γεννά» το κακό και όχι αντίστροφα. Για να καταλάβετε τη διαφορά, θα πω πως για τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, για παράδειγμα, αιτία του κακού είναι η εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου -υφίσταται, δηλαδή, όχι μόνον μια φορά προς το Είναι αλλά επίσης και μία άλλη προς «απογένεσιν», όπως λέγει, των όντων- το κακό είναι θεμελιωδώς μια φθορά του είναι και όχι ένα «ηθικό» γεγονός. 

Έτσι, ενώ για τον Αγ. Μάξιμο (ή τον Μ. Αθανάσιο) είναι ακριβώς ο πρωταρχικός σπόρος του μηδενός μέσα στα σπλάγχνα του όντος που γεννά την δυνατότητα της αμαρτίας και συνεπώς του κακού, εάν και εφόσον ενεργοποιηθεί απ’ την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, στον Αυγουστίνο είναι, αντίστροφα, η ηθική απόφαση δύο ανθρώπων (του Αδάμ και της Εύας) που γεννάει το κακό (μ’ όλη την ένοχη του – ο Αυγουστίνος είναι ο πατέρας της ενοχής στη Δύση). Αυτό έχει μια πελώρια συνέπεια στο επίπεδο της οντολογίας. Θεωρήθηκε απ’ τον Αυγουστίνο, μ’ όλα αυτά, πως το κακό «εφευρέθηκε» απ’ τον άνθρωπο (με την συνδρομή βεβαίως του διαβόλου, του οποίου η θέση ωστόσο δεν είναι αρκετά ισχυρή, διόλου παράδοξα στο αυγουστίνειο έργο), η δε εφεύρεση αυτή φανερώνει μια πλήρη και ηθελημένη καταστροφή της φύσης του. Με την εφεύρεση δηλαδή αυτή ο άνθρωπος έδειξε πως η φύση του, ενώ πλάστηκε αθώα και καλή απ’ τον Θεό, έγινε ηθελημένα κατ’ ουσίαν κακή -και μάλιστα η γυναικεία φύση. Διότι η γυναίκα, προτού ήδη συναντήσει το Φίδι – Διάβολο, είχε ήδη εντός της την δίψα της δύναμης και την αυθάδεια της εύκολης ισοθεΐας, στις οποίες παρασύρει δόλια και τον Αδάμ, αποδεικνύοντάς τον όμοιό της. 

Μ’ απλά λόγια, κατά την αυγουστίνεια θεολογία, ο άνθρωπος δεν είναι κακός επειδή ηθελημένα ή κατόπιν απάτης μετέχει και αφήνεται στην ενεργούμενη ήδη κοσμική φθορά, αλλά εφευρίσκει αυτός ο ίδιος την φθορά στην φύση του την ίδια. (Δεν αγνοώ πως είναι δυνατόν και στους Έλληνες Πατέρες να βρούμε παρεμφερείς θέσεις, θεωρώ όμως πως αυτές δεν κυριαρχούν θεωρητικά στην πατερική παράδοση, όντας μάλλον κηρυγματικού χαρακτήρα). Έτσι γεννιέται η ιδέα της κληρονομικής ενοχής, καθώς και αυτή του απολύτου προορισμού. Καθώς η φύση του ανθρώπου είναι απολύτως πλέον διεστραμμένη, ο άνθρωπος αδυνατεί ν’ αναζητήσει πράγματι τον θεό και τη Χάρη Του -αυτή η τελευταία μπορεί να είναι μόνον ένα αναγκαστικό και αναντίστατο (ο Αυγουστίνος χρησιμοποιεί εδώ, χαρακτηριστικά τη λέξη irresistible ) δώρο του Θεού σ’ αυτούς που Εκείνος, για άγνωστους λόγους, επιθυμεί. Οι υπόλοιποι είναι καταδικασμένη μάζα – massa damnata . Με τον τρόπο όμως αυτό ελάχιστα γίνεται λόγος περί ελευθερίας στον άνθρωπο. Πράγματι, η ανθρώπινη ελευθερία έχει ελάχιστη σημασία εδώ. ‘Ή μάλλον δεν υπάρχει καν ελευθερία ως εκλογή αλλά ως αναγκαστική αποδοχή της αναντίστατης χάρης του Θεού.

IV Ανακεφαλαιώνω: ενώ όλη η αρχαία φιλοσοφία και η χριστιανική θεολογία (πλην του Μανιχαϊσμού) συμφωνούν κατ’ ουσίαν για το ότι το Κακό είναι απλώς άρνηση του Αγαθού, με τον Αυγουστίνο ο άνθρωπος γίνεται αιτία του κακού, γινόμενος έκτοτε κακός στην ίδια την φύση του -τώρα η κακότητα και η ενοχή της κληρονομούνται, μαζί φυσικά με την καταδίκη τους. Έτσι, ενώ για τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, για παράδειγμα, οι πρωτόπλαστοι αμαρτάνουν άθελα τους και λόγω πνευματικής ανωριμότητας, στον Αυγουστίνο η αμαρτία είναι έκφραση προϋπάρχουσας συνειδητής φυσικής διαστροφής ( pervertio ). Και είναι αδύνατον φυσικά στο σημείο αυτό να περιγράψω τον φόβο και την ενοχή που δημιούργησαν στους αιώνες θέσεις σαν κι αυτές, μαζί με τον συνεχή πειρασμό της κατηγορίας κατά του Θεού του ίδιου, ο Οποίος δημιούργησε μια ανθρώπινη φύση τόσο εύκολα και τόσο βαθιά και μόνιμα διαστρεφόμενη. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα «αμαρτωλό αυτόματο», είναι αδύνα­τον να μην αμαρτήσει, διότι η αμαρτία και το κακό έχουν γίνει μέρος της φύσης του. Μόνο η ανεξιχνίαστη επέμβαση του Θεού μπορεί να σταματήσει το δράμα αυτό και καμιά απολύτως αγαθή ανθρώπινη προαίρεση ή προσπάθεια. Ο Θεός συνεργάζεται ίσως με την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά αποφασίζει μόνος Του, ανεξάρτητα απ’ αυτήν. 

Oι θέσεις αυτές παρέμειναν στην Δυτική θεολογία ισχυρές, παρά την μεγάλη στροφή την οποία επεχείρησε ο άλλος μεγάλος της Δύσης, ο Θωμάς Ακινάτης, αποδίδοντας, όπως οι Έλληνες Πατέρες, και αυτός την αιτία του κακού στην κτιστότητα και την τρεπτότητα των όντων και όχι στο Προπατορικό Αμάρτημα. Την ίδια εποχή η Ελληνική Πατερική θεολογία έχει αποκρυ­σταλλώσει τις θέσεις της για την αιτιολόγηση του κακού, μ’ έναν τρόπο τον οποίο θα μπορούσαμε σχηματικά ν’ αποδώσουμε ως έξης, με βάση τα όσα ήδη είπαμε. Οι αιτίες λοιπόν του κακού είναι εδώ κυρίως τρεις: Πρώτη είναι το ίδιο το γεγονός της κτιστότητας και της εκ του μηδενός δημιουργίας, γεγονός που καθιστά τη φύση των όντων «ευόλισθον» προς το απόλυτο Μηδέν απ’ το οποίο προήλθαν, ειδικά αν ο άνθρωπος θεωρεί την ύπαρξή του αυτάρκη και μη δεομένη θείας Βοηθείας και χάριτος. Δεύτερη αιτία του κακού είναι η ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, ο οποίος, ως πρόσωπο, αμαρτάνει ή σφάλλει σηκώνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη των επιλογών του: η διαστροφή ή καταστροφή της φύσης του ανθρώπου και του κόσμου είναι ένα απλό επιφαινόμενο της λαθεμένης του επιλογής, είναι ένα γεγονός συνεπώς μη μόνιμο αλλά θεραπευόμενο (ήδη σιγά-σιγα από τώρα και τελείως, στα έσχατα) με την αλλαγή και μόνο της θέλησης του ανθρώπου. Και τρίτη αιτία του κακού, συνδεόμενη μάλιστα αρκετά με τις δύο πρώτες, είναι το γεγονός πως ο κόσμος δεν συγκροτείται ως «μονόλογος» του Θεού αλλά ως «διάλογος» Του με τον άνθρωπο.

Για κάθε αγαθή βούληση του θεού, λοιπόν, χρειάζεται μια εξίσου «αγαθή» απάντηση του ανθρώπου. Αν η τελευταία λείπει, η πρώτη ακυρώνεται. Ο Θεός αδυνατεί να κάνει άμεσα το καλό αν ο άνθρωπος το αρνείται. Το κάνει τότε ακριβώς έμμεσα κι αυτό σημαίνει αξιοποιώντας το παραγόμενο κακό προς υπεράσπιση και άμυνα του αγαθού, όπως ακριβώς με τον Ransom , τον μυθιστορηματικό ήρωα με τον οποίο ξεκινήσαμε. Ο Ransom παραχωρήθηκε να περάσει, αρκετά επώδυνα, απ’ το κακό, είναι όμως ο καλύτερος τώρα πλέον υπερασπιστής του αγαθού -αυτός και όχι οι πανευτυχείς και ακακοποίητοι κάτοικοι της Perelandra , οι οποίοι, ακριβώς λόγω της παραδείσιας ευτυχίας τους, αδυνατούν παραδόξως να διακρίνουν το κακό πίσω απ’ τη δολιότητα του πανούργου Weston , όπως ακριβώς άλλοτε συνέβη με τον Όφι και την Εύα της διήγησης της βιβλικής Γενέσεως. Το ότι ο Ransom παρά τη γνώση του Κακού επιθυμεί το Αγαθό και το υπερασπίζεται μέχρι θανάτου, σημαίνει ακριβώς πως, αντίθετα απ’ τον Αυγουστίνο, το κακό δεν ανήκει στη φύση του ανθρώπου, δεν διαστρέφεται ο άνθρωπος καθ’ ολοκληρίαν, αλλά ανάλογα με την ελεύθερη κλίση της προαίρεσής του μπορεί να αναδείξει όλη την έμφυτη αγαθότητα της φύσης του, η οποία εικονίζει άλλωστε την αγαθότητα του θεού του ίδιου. Για την πατερική άλλωστε παράδοση, το κακό είναι κάτι στο οποίο υπόκειται ο άνθρωπος, ακόμη και όταν το πράττει –δεν το εφευρίσκει εξ ου και η απουσία ηθικισμού ή νομικισμού στους Έλληνες Πατέρες. Ο άνθρωπος πάσχει το προκτισιακό μηδέ , όταν δεν μετέχει στη Χάρη του Θεού: αυτό είναι το μυστήριο του κακού.

Είναι λάθος, εξάλλου, το να θεωρείται πως η βιβλική περί του κόσμου έκφραση του Θεού, ως «καλού λίαν», αναφέρεται στην «αρχή» του κόσμου. Πρόκειται για έκφραση εσχατολογική, αναφερόμενη στην εσχατολογική τελείωση του κόσμου, κατά την πατερική τουλάχιστον παράδοση, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού (βλ. η Ευχαριστιακή Οντολογία, Δόμος, Αθήνα 1992). Η έκφραση αυτή σημαίνει οπωσδήποτε και την τελική υπέρβαση του θανάτου, ο οποίος σαφώς φυσικά προϋπήρχε της δημιουργίας του ανθρώπου – διαφορετικά ο κόσμος και ο άνθρωπος θα ήταν, κατά φύση και αναγκαστικά, απ’ την αρχή τους θεοί. Ο θάνατος προϋπήρχε, ως συνέπεια ακριβώς, όπως είπαμε, της εκ του μηδενός δημιουργίας, χωρίς φυσικά ν’ ακυρώνεται η προοπτική υπέρβασης του κατά χάριν και όχι κατά φύσιν – διαφορετικά (αν ο Αδάμ δηλαδή δεν γνώριζε τίποτε περί θανάτου) δεν θα είχε νόημα η προειδοποίηση του Θεού προς αυτόν πως «θανάτω αποθανείσθε», μετά την τυχόν βρώση του απαγορευμένου καρπού.

Στον Αδάμ γίνεται η οντολογική πρόταση για υπέρβαση του θανάτου από μέρους του θεού (και όχι μια πρόταση για ηθική επιλογή)· είναι ο Αδάμ το ον το οποίο ορίζεται θα λέγαμε υπαρξιακά απ’ την πρόταση ακριβώς αυτή του Θεού προς αυτό να γίνει, εν ελευθερία, δι’ αυτού η είσοδος αυτή του ακτίστου στο κτιστό. Στα όρια του νεώτερου υποκειμενισμού η οντολογική αυτή υφή του διαλόγου ανθρώπου και Θεού κινδυνεύει, καθώς το κακό, είτε ηθικολογικά είτε ορθολογικά, τοποθετείται είτε εντός του ανθρώπου, ως μέρος της φύσης του, είτε εκτός του, ως «αντικειμενικό» εξωτερικό γεγονός. Έκτος του ότι καταλήγουν υποχρεωτικά σε διάφορες μορφές θεοδικίας, τα παραπάνω αποκρύπτουν το γεγονός πως το κακό δεν υφίσταται ως αυγουστίνεια φυσική διαστροφή ( pervertio ) λόγω της αμαρτίας, αλλά ως διακοπή, μερική ή πλήρης, του διαλόγου αυτού μεταξύ ανθρώπου και Θεού, ο οποίος ελεύθερα συνάπτει τον θάνατο με τη ζωή, το κτιστό με το άκτιστο. Και μάλιστα, αν τα παραπάνω είναι σωστά, είναι αυτός ακριβώς ο διάλογος που αποτελεί ακριβώς την διαδικασία μέσω της οποίας η εσχατολογική εξάλειψη του κακού γίνεται πιθανή, ως ενσωμάτωση δηλαδή του κτιστού Είναι στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού εν προαιρέσει, ως «κοινωνία γνώμης», κατά την έκφραση του Αγ. Νικολάου Καβάσιλα και όχι απλώς ως υπο­χρεωτική ανάσταση των νεκρών. 

Με τον διάλογο, λοιπόν, αυτό ο άνθρωπος εξαλείφει απ’ την κτίση κάποια κομμάτια του προκτισιακού μηδενός, κατά την προαίρεση του, μεταβάλλοντας την σε κατά χάριν άκτιστο Σώμα Χριστού. Μια τέτοια στάση επιτρέπει στον θεό να επεμβαίνει περισσότερο στον κόσμο, περιορίζοντας το κακό ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν επαρκεί προς τούτο – ουδέποτε όμως, ούτε στα έσχατα, το κακό, ως άρνηση του διαλόγου μετά του Θεού, θ’ αφανιστεί εντελώς, παρά την υποχρεωτική αφθαρσία των όντων. Αυτό το οποίο τότε θα φανεί, όμως, είναι το ότι το κακό δεν αποτελεί μέρος της Δημιουργίας, του Είναι, της Ζωής, αλλά προαιρετική τους άρνηση.

Σε αντίθεση με τον Αυγουστίνο, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, επιπλέον, θεωρεί μόνον την «πτώση της προαίρεσης» διαβλητή, ενώ αυτήν της φύσεως αδιάβλητη. Δεν υπάρχει «κακή φύση» λοιπόν στην πατερική παράδοση · το ίδιο το γεγονός που περιγράφεται στη διήγηση της Γενέσεως ως πτώση του ανθρώπου είναι μια προαιρετική κίνηση αναχώρησης απ’ την βιωματικά αφθαρτοποιό άκτιστη Πρόνοια του Θεού και δεν μας ενδιαφέρει ως ιστορικό γεγονός.

V Αλλά ας επιστρέψουμε και πάλι στη Δύση για να δούμε δι’ ολίγων την συνέχεια και να φθάσουμε και ως τη σύγχρονη Γενετική. Οι εκτιμήσεις μου είναι φυσικά υποκειμενικές και είναι δυνατόν να συζητηθούν και διαφορετικά κάποια σημεία της σχετικής ιστορίας. Τα δύο μεγάλα προβλήματα τα οποία ανέκυψαν στη Δύση εξαιτίας της διάδοσης των θέσεων του Αυγουστίνου, που ήδη εξετάσαμε, νομίζω πως υπήρξαν το πρόβλημα καταρχήν της υπεράσπισης του Θεού και αυτό της υπεράσπισης της φύσης (του ανθρώπου και του κόσμου) στη συνέχεια. Το πρώτο έργο το ανέλαβε ο Γερμανός φιλόσοφος Leibniz και το δεύτερο ο Γάλλος φιλόσοφος Rousseau . Και ο μεν Leibniz (1646 – 1716) επιχείρησε μια ολόκληρη «θεοδικία», λέξη πλασμένη απ’ τον ίδιο και τίτλος ομώνυμου βιβλίου του (1710). Ο φιλόσοφος προσπαθεί να δικαιώσει τον Θεό, υποθέτοντας πως αυτός ανέχεται το κακό με σκοπό να βγει τελικά κάποιο καλό απ’ αυτό, μέσα σ’ έναν κόσμο δημιουργημένο απ’ τον Ίδιο, κόσμο που είναι «ο καλύτερος δυνατός απ’ όσους θα μπορούσαν να δημιουργηθούν», κατά την πασίγνωστη φράση του. Το ότι οι άνθρωποι μπορούν να σκεφθούν καλύτερους κόσμους, τούτο δεν σημαίνει πως αυτοί οι κόσμοι είναι πράγματι καλύτεροι, αφού η ανθρώπινη κρίση σφάλλει, περιοριζόμενη από πάθη υποκειμενικά και την άγνοια. Ο Θεός δημιούργησε τον καλύτερο δυνατό κόσμο, λοιπόν, υπό την προϋπόθεση πως αυτό θα το δούμε στο φως των δικών του επιλογών, οι οποίες είναι κατά πολύ ανώτερες και σοφότερες των δικών μας.

Οι θέσεις αυτές αποτέλεσαν προσφιλή στόχο πλήθους επιθέσεων από πλευράς των αθεϊστών, μ’ όλο που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από την πιο παρωχημένη τους επεξεργασία, αυτή του Hegel, ο οποίος στο κακό είδε, όπως ήδη είπαμε, μια αναγκαία «αρνητικότητα», την οποία το Πνεύμα-Θεός χρησιμοποιεί για μια ανώτερη σύνθεση που περιλαμβάνει μια σύντηξη των δύο (Καλού και Κακού ή Είναι και Μηδενός) μέσα στο Είναι. Νομίζω όμως πως πολύ μεγαλύτερη επίδραση στη Δύση είχε ο άλλος φιλόσοφος, ο υπερασπιστής της ανθρώπινης και κοσμικής φύσης, ο Rousseau (1712 – 1778). Η θέση του Γάλλου φιλοσόφου έχει το προσόν της εξαιρετικής απλότητας: η φύση του ανθρώπου και του κόσμου, λέγει, είναι βαθύτατα καλή και αγαθή. Ενάντια στον Αυγουστίνο (ή τον Καλβίνο) θεωρεί πως η φύση είναι ο καλύτερος δάσκαλος του καλού και η συμφωνία μαζί της κανόνας ζωής και αλήθειας. Ο θάνατος δεν είναι προϊόν συνεπώς αμαρτήματος ή πτώσης και η πολιτική ανισότητα, επιπλέον, είναι εντελώς αστήρικτη.

Με τον Rousseau η Δύση ξαναβρίσκει την θεμελιώδη χριστιανική θέση πως η φύση ανθρώπου και κόσμου είναι έργο του Θεού αγαθό – μόνο που ξαναβρίσκει τη θέση αυτή ως εναντίωση στην επίσημη εκκλησιαστική διδασκαλία, η οποία, είτε στην καλβινική Γενεύη όπου μεγάλωσε ο Rousseau είτε στη ρωμαιοκαθολική ή λουθηρανική υπόλοιπη Ευρώπη, θέλει συνήθως με αυγουστίνειο τρόπο τη φύση πεσμένη και διεστραμμένη. Οι Ευρωπαίοι, με τον Rousseau και στη συνέχεια με τον Διαφωτισμό, ξαναβρίσκουν λοιπόν μια θεμελιώδη πατερική θέση, αλλά ως διαμαρτυρία ενάντια στην Εκκλησία ή τη θεολογία της, διαμορφώνοντας μια ανθρωπολογία την οποία θεωρούν αθεϊστική (και η Εκκλησία επίσης την θεωρεί τέτοια), ενώ είναι χριστιανικότερη της εκκλησιαστικής. Το κακό δεν σταματά εδώ όμως. Χωρίς θεολογική αναφορά, η ανατίμηση αυτή της φύσης είδε μπροστά της ν’ ανοίγεται ο θεωρητικός δρόμος του De Sade . Πράγματι ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας βίαια αντιχριστιανός μαθητής του Rousseau , που αποκαλύπτει πως η φύση δεν διδάσκει μόνον την αρμονία αλλά και τη βία και τον φόνο. 

Η φυσική ζωή θα σήμαινε έτσι την δεξίωση και αυτών λοιπόν των «φυσικών» επιδόσεων, «πέρα απ’ το καλό και το κακό», όπως θα ‘λέγε ο Nietzsche , ο οποίος αποτελεί και την κορύφωση του δρόμου που πήρε η Δύση με τον Rousseau , αντιπαλεύοντας τον Αυγουστίνο. Η φύση υπαγορεύει εν τέλει τη θέληση για δύναμη ως ύψιστο κριτήριο ζωής· έχω δείξει σε παλαιότερο βιβλίο μου (π. Ν. Λ., Η Κλειστή Πνευματικότητα και το Νόημα του Εαυτού. Ο Μυστικισμός της ισχύος και η αλήθεια φύσεως και προσώπου, β΄ έκδ., Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999) πως με τον τρόπο αυτό ο Nietzsche όχι μόνον δεν απομακρύνεται από τον Αυγουστίνο, αλλά υιοθετεί το βαθύτερο σχήμα σκέψης του τελευταίου: στη θέση της πεσμένης φύσης, που στον Αυγουστίνο κυριαρχείται απ’ την αθάνατη και πνευματική ψυχή, τίθεται τώρα όλη αυτή η ανυπόστατη «πνευματικότητα», κυριαρχούμενη απ’ τα ζωτικά φυσικά ένστικτα.

VI Αυτή είναι εν συντομία η πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία γεννιέται ο νεώτερος θεωρητικός προβληματισμός περί του κακού στο χώρο της Γενετικής. Στα νεώτερα χρόνια η ανάπτυξη της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας προχώρησαν σημαντικά περισσότερο όλη αυτή την ορθολογική αναζήτηση του αιτίου του κακού μέσα στα όρια τα ίδια της ανθρώπινης φύσης και ποτέ έξω της. Ακολουθεί η αποδοχή του κακού ως στοιχείου της φύσης με την κατάλληλη «επιστημονική εξήγηση», ή τουλάχιστον η μερική απενοχοποίησή του. Απ’ την πλήρη εξουδένωση της φύσης ως την υπό όρους αποδοχή της όμως το οντολογικό σκηνικό παραμένει αμετάβλητο: καμμιά ουσιαστική προοπτική δεν υφίσταται για την ελευθερία ως δυνατότητα μεταμόρφωσης αυτής της φύσης και όχι απλώς ως αποδοχής ή απόρριψης της.

Θέλω στο σημείο αυτό να εξετάσουμε σύντομα τρία πρόσφατα βιβλία τα οποία θέτουν το πρόβλημα του κακού στην προοπτική της Γενετικής του εξήγησης. Το πρώτο απ’ αυτά είναι το βιβλίο του Robert Wright , The Moral Animal (1994). Στο βιβλίο του ο Wright θέτει υπό συζήτηση αυτό που αποκαλεί «ψυχολογία της εξέλιξης» με βιολογικούς όρους: τα πάντα εξηγούνται ως προερχόμενα από μια επιθυμία επιβίωσης των ανθρώπων που προσδιορίζεται ούτως ή άλλως από τη φυσική επιλογή. Συνεπώς, ελάχιστη γενετική βάση έχει η διάκριση καλού και κακού, ηθικού ή μη ηθικού: όσον αφορά στη σεξουαλική συμπεριφορά των γυναικών, λόγου χάρη, «συγκρατημένες» και πιο «ηθικές» είναι απλώς οι πιο σίγουρες για τον εαυτό τους, ενώ επιθετικές οι πιο ανασφαλείς. Ο στόχος όμως παραμένει ο ίδιος. Για όλες τις συμπεριφορές ισχύει το ίδιο. Η ηθικότητα έρχεται σε αντίθεση στην πραγματικότητα με την εξελικτική λογική, η οποία προσδιορίζεται αποτελεσματικά απ’ τα γονίδια και το περιβάλλον. Αν ήμασταν σε θέση να το αποδεχθούμε αυτό, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, θα διαθέταμε πολλή περισσότερη ανοχή και συγχωρητικότητα προς αλλήλους. Βεβαίως κάθε είδους αλτρουισμός ή ανιδιοτέλεια θα έπρεπε επίσης ν’ αποδοθεί σε γενετικά προσδιορισμένη ανώτερη εξελικτική ιδιοτέλεια.

Το δεύτερο βιβλίο που θα εξετάσουμε είναι αυτό του Lyall Watson , Dark Nature : a Natural History of Evil (1996). Ο Watson υποστηρίζει πως η φύση είναι βαθύτατα μη ηθική, βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού. Αυτό ακριβώς διαφαίνεται μέσα στον κόσμο των γονιδίων, τα οποία απλώς κάνουν οτιδήποτε για επιβίωση, ακολουθώντας κυρίως τις εξής μεθόδους: 1) Είναι εχθρικά προς τους ξένους, 2) Φιλικά προς τους φίλους και 3) Εξαπατούν όσο είναι δυνατόν. Όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά κτίζεται στην πραγματικότητα με βάση τις αρχές αυτές, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, αν και υπάρχουν και άλλες, μη εμφανώς βιολογικές αρχές, όπως ο αλτρουισμός, το μαρτύριο, η ασκητικότητα, οι οποίες δρουν και αυτές όμως με βουλητικούς κατά βάση σκοπούς, επιτρέποντας μια μικρή απλώς ανάδυση απ’ το πέλαγος της φυσικής επιλογής, μια μικρή μα ουσιώδη διαφορά του ανθρώπου απ’ τα ζώα. Τελευταίο είναι το βιβλίο του Β. Appleyard , In Brave New Worlds . Staying Human in the Genetic Future (1998). Στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας αναμετράται μ’ αυτό που αποκαλεί «γονοκεντρισμό» (genocentrism) και τολμά να θέσει το ερώτημα της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης αν τα πάντα σχεδόν στη συμπεριφορά προσδιορίζονται από γονίδια. Το πραγματικό ασυνείδητο, σημειώνει, έχει να κάνει μ’ αυτήν την κρυφή εσώτερη δράση των γονιδίων εντός μας, τα οποία ακολουθούν τους δικούς τους βιολογικούς δρόμους, άσχετα προς τα ήθη και τις συνειδητές μας δήθεν επιλογές. Ο Appleyard θρηνεί για την πιθανότητα μιας πλήρους επικράτησης του «γονοκεντρισμού», πράγμα που θα επέτρεπε σαφώς ολοκληρωτικές λύσεις στο μέλλον, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει να αντιπαραθέσει τίποτε σ’ αυτόν.

VII Είναι φανερό πως μια σειρά οντολογικών και κυρίως θεολογικών ερωτημάτων εγείρονται πλέον ακόμη. Η Δύση βεβαίως παραπαίει ανάμεσα στην σύγχρονη πλήρη αποδοχή και την αρχαία της αυγουστίνεια και καλβινική πλήρη απόρριψη της φύσης, αλλά το ερώτημα στο οποίο η θεολογία δεν απαντά ακόμη είναι αυτό που αναφέρεται στην δυνατότητα μιας πραγματικής σχέσης της φύσης αυτής με τον άκτιστο Θεό. Αν ο Θεός διαθέτει άκτιστες ενέργειες δρων ως πρόσωπο και αν ο άνθρωπος επίσης ως πρόσωπο μπορεί με τις δικές του ενέργειες να δεξιωθεί τον Θεό, τότε η φύση μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνεται, εξαφανιζόμενης κάθε αναγκαστικής φυσικής νομοτέλειας.

Τι είναι όμως το πρόσωπο; Και τι είναι η ελευθερία; Υπάρχει μια βιοχημεία της ελευθερίας; (Αν υπάρχει, δεν υπάρχει ελευθερία…). Που εδράζεται το πρόσωπο ή η ελευθερία μέσα στον άνθρωπο; Στην ψυχή του; Και τι είναι η ψυχή, όταν μάλιστα η ελληνική πατερική παράδοση έχει απορρίψει κάθε μεταφυσική έννοια της ψυχής, θεωρώντας την κατ’ ουσίαν υλική; Έχουμε ακόμη πάρα πολλά πράγματι να μάθουμε ακόμη για τον άνθρωπο, ακριβώς διότι κατά την πατερική θεολογία ο άνθρωπος δεν είναι ένα δεδομένο ον αλλά ένα ον εν τω γίγνεσθαι, που δημιουργείται συνέχεια, και μόνον στα έσχατα θα μάθουμε τι τέλος πάντων είναι. Η μεγάλη συμβολή της Ορθόδοξης θεολογίας στην ανθρωπολογική αυτή απορία είναι ωστόσο πως μας έμαθε πως είναι αδύνατο να χωρίσουμε το περί ανθρώπου ερώτημα απ’ το ερώτημα περί Θεού και πως μόνον η απάντηση σ’ αυτό το τελευταίο προοιωνίζεται και την απάντηση στο πρώτο.

Από το περιοδικό “Σύναξη”, τεύχος 95, Απρ-Ιουν 2005

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του γάλλου Fernand Leger.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

Η μαρτυρία του π. Ν. Λουδοβίκου (ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες διανοητές) για τους Ορθοδόξους αγίους της εποχής μας

 

Εισαγωγή: Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος δεν είναι κάποιος «ημιμαθής παπάς», ούτε κάποιο θρησκόληπτο παιδί του κατηχητικού, που χειραγωγήθηκε εξ απαλών ονύχων σε μια κοντόφθαλμη πίστη. Είναι ένας ανήσυχος πνευματικός αναζητητής, που έζησε σε μια ούτως ή άλλως ανήσυχη εποχή, στο πνεύμα της οποίας εντάχθηκε. Από την εφηβεία του ήδη απέρριψε την πλαστή Ορθοδοξία που του είχαν διδάξει, σπούδασε ψυχολογία και παρέμενε άθεος κατά τον καιρό των σπουδών του. Η ανακάλυψη της πνευματικής κληρονομιάς των πατέρων του δεν ήταν γι’ αυτόν επιπόλαιη και η μελέτη και εμβάθυνσή του σ’ αυτήν, μέχρι σήμερα, επίσης κάθε άλλο παρά επιφανειακή μπορεί να χαρακτηριστεί.

Έχει σπουδάσει ψυχολογία, παιδαγωγική, θεολογία και φιλοσοφία στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Παρίσι (στη Σορβόνη – Paris IV, και στο Καθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού) και το Κέμπριτζ. Οι επιστημονικοί του τίτλοι είναι άφθονοι, όπως και οι σταθμοί της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, η δε παρουσία του στα ελληνικά γράμματα εμβληματική (λεπτομέρειες εδώ). Πρόκειται λοιπόν για έναν άνθρωπο που δεν γράφει όσα γράφει «επειδή είναι ιερέας», αλλά είναι ιερέας ως επιστέγασμα μακράς πνευματικής αναζήτησης και πολυετούς πείρας και μελέτης σε πολλά επιστημονικά πεδία, των ανθρωπιστικών επιστημών. Το συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι δεν λέει ανοησίες και ψέματα, αλλά καταθέτει μια μαρτυρία αληθινή, η οποία μάλιστα συνέβαλε καθοριστικά στην αλλαγή της ζωής του και στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Η ανοικτή ιστορία και οι εχθροί της – Η άνοδος του Βελούδινου Ολοκληρωτισμού, Αρμός 2020, σελίδες 158 – 161 και 164 – 166.

Image

Ας μου συγχωρηθεί, σ’ αυτό μόνον το κεφάλαιο, ένας προσωπικός τόνος. Σύρω αυτές τις γραμμές σήμερα, εικοστή δεύτερη μέρα του Νοεμβρίου, ημέρα της πρώτης μνήμης του νεοκαταταγέντος οσίου Ιακώβου, ηγουμένου της Μονής του Οσίου Δαυΐδ του εν Ευβοία. Θυμούμαι με συγκίνηση την πρώτη μας γνωριμία: μεταπτυχιακός φοιτητής, νιόπαντρος και άνεργος φτάνω προσκυνητής στη δυσπρόσιτη τότε Μονή, εισέρχομαι στον έρημο ναό και ρίχνω στο παγκάρι, απονενοημένως, το τελευταίο μου χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών. Ξαφνικά καταφθάνει, ελαφρύς και απρόσμενος, από τα βάθη του ιερού του ναού. «Μόλις κάνατε», μου λέγει χαμογελώντας με αγάπη, «αυτό που έκανε η φτωχή χήρα του Ευαγγελίου, καταθέτοντας όλη της την μικρή περιουσία στον ναό. Αλλά γιατί το κάνατε, όντας φτωχός και άνεργος;» και, χωρίς να περιμένει απάντηση από την βουβή μου κατάπληξη, προσθέτει, «με συγχωρείτε, αλλά αυτό με υποχρεώνει απέναντί σας». Και αμέσως αρχίζει, εκεί στην είσοδο της εκκλησίας, μιαν εκπληκτική ανάλυση, ψυχολογική και πνευματική, του χαρακτήρα μου, την οποία ακολούθησε μια παρόμοια της νεαρής μου συζύγου που στο μεταξύ κατέφθασε, μαζί με προρρήσεις για σημαντικά γεγονότα της προσωπικής μας ζωής, τις οποίες κρατώ σαν πολύτιμο θησαυρό μέχρι σήμερα.

Η περαιτέρω γνωριμία μας μου αποκάλυψε μιαν ακόμη πύλη του ουρανού, έναν μεθόριο άνθρωπο που διέσχιζε συνεχώς και αδιαλείπτως τα ανθρώπινα όρια, διαπορθμεύοντας τη ζωντανή χάρη και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο – παραμένοντας ταυτόχρονα, βαθύτατα ταπεινός και ανθρώπινος.

 Image Image

Και δεν ήταν η πρώτη μου φορά που συναντούσα κάτι παρόμοιο· λίγα χρόνια πριν, κατάπληκτος και ενεός, ως νεαρός άθεος φοιτητής της ψυχολογίας, ήδη τεθραυσμένος από μεταφυσικά και ανθρωπολογικά ερωτήματα που με ξεπερνούσαν, άκουγα τον Γέροντα Πορφύριο (ήδη όσιο Πορφύριο του Ωρωπού) να με υποδέχεται απαγγέλλοντας αδημοσίευτους στίχους μου. «Πώς του γνωρίζετε τους στίχους αυτούς, πάτερ;», ψέλλισα. «Όχι εγώ, απάντησε, αλλά ο Θεός τους γνωρίζει και μου τους αποκαλύπτει την στιγμήν αυτή για χάρη σου, για να δεις πως παρακολουθούσε με αγάπη πάντοτε κάθε σου στιγμή, μέχρι σήμερα». Ακολούθησε στη συνέχεια κρουνηδόν η περιγραφή προσωπικών γεγονότων που μόνος εγώ γνώριζα, αλλά και η πρόρρηση πραγμάτων της ζωής μου, μερικά εκ των οποίων αρχίζουν να εκπληρώνονται μόλις τώρα. «Για να δεις πως ο Θεός είναι ο Κύριος του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, “ο ων και ο ην και ο ερχόμενος”», κατέληξε, συντρίβοντας μπροστά στα συγκλονισμένα και δακρυσμένα μάτια μου έναν ολόκληρο κόσμο παιδικών μεταφυσικών παιχνιδιών ενός ολόκληρου πολιτισμού που ήδη κείται ημιθανής από απορία και πενία πνευματική.

Κυρίως όμως συνέτριβε ό,τι στην μέχρι τότε ζωή μου είχα γνωρίσει και μισήσει ως «Θρησκευτικά» του σχολείου και την ηθικιστικο-νομικίστικη κατήχηση που με είχε απομακρύνει ήδη από την Εκκλησία οριστικά, όπως πίστευα, από τα πρώτα μου εφηβικά χρόνια. Και μου αποκάλυπτε την αναπάντεχη πιθανότητα – που είχα για χρόνια, για φιλοσοφικούς λόγους, λυσσαλέα αρνηθεί – της Ενσάρκωσης του Λόγου, της συγκλονιστικής πιθανότητας της αλλαγής του τρόπου της υπάρξεως της ανθρώπινης φύσης σε θεοειδή και θεωμένη, μέσα από την υποστατική επαφή, την αδιαίρετη και ασύγχυτη σύγκρασή της δηλαδή, με την θεία και άκτιστη φύση. Τίποτε λοιπόν εδώ δεν θυμίζει ηθικολογία ή νομική συναλλαγή: πρόκειται για την συγκλονιστική είσοδο της θείας ζωής μέσα στην φθαρτή φύση, μετά το ναι της ανθρώπινης συνεργίας της Θεοτόκου που μιμείται την κένωση αυτή της θείας αγάπης και δέεται να εισοδεύσει αυτή η τελευταία μέσα στην φθορά και τον θάνατό μας.

Image

Με τους αγίους αυτούς, αυτές τις παρουσίες του Χριστού στον κόσμο, η Χριστολογία της Εκκλησίας καθίσταται – έτσι και μόνο! – πειστική. Και δεν θα παραλείψω φυσικά τον τρίτο Χριστό κατά χάρη που συνάντησα εκείνα τα χρόνια και με τον οποία ανέπτυξα τελικά την μακροβιότερη σχέση: τον όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη. Δεν έχω καταγράψει ακόμη συστηματικά όλα τα παραπάνω· το μεν διότι αρκετά βιβλία με τέτοιες μαρτυρίες ήδη κυκλοφορούν· το δε διότι θεωρώ πως είναι ακριβώς μια θεολογική επεξεργασία όλων αυτών των γεγονότων και εμπειριών που τους δίνει την αξία τους – διαφορετικά κινδυνεύουν να εκφυλισθούν σε θαυματολογίες που προκρίνουν τον εύκολο εντυπωσιασμό από την πραγματική, υπαρξιακή και θεωρητικά αλλαγή του νου, την μετά-νοια. Παρά ταύτα και για χάρη αυτής μας εδώ της αναφοράς, δεν θα παραλείψω να θυμηθώ πλάι στις αδιαμφισβήτητες προσωπικές διοράσεις και προοράσεις, το μεγάλο προφητικό χάρισμα του Γέροντα. Το χάρισμα που ξεδίπλωνε, ήδη τον Ιούνιο του 1981, μπροστά μου, όλα τα μελλοντικά κατορθώματα «ενός καινούργιου κόμματος που θα έλθει στην εξουσία», καταλεπτώς, από το μονοτονικό, τις ελεύθερες εκτρώσεις και το αυτόματο διαζύγιο ώς την τελική χρεωκοπία της χώρας και «το μεγάλο χρέος που έρχεται». Ακόμη περισσότερο: την πτώση του Κομμουνισμού, προφητευμένη καταλεπτώς ήδη από το 1985 – η CIA και η KGB δεν μπορούσαν να το δούνε ούτε το 1989! Και άλλα, τα οποία δεν θέλω να δημοσιοποιήσω…

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά και μάλιστα σε ένα βιβλίο που δουλειά του είναι, αντιθέτως, η θεωρία; Μα για την αλλαγή πλαισίου ακριβώς της θεωρίας αυτής: η χαρά της νίκης εναντίον όλης αυτής της παράλογης θανατικότητας που στοιχειώνει τα ανθρώπινα δρώμενα και ιδεολογήματα, που μερικεύει και τσακίζει την αγαθότητα των προθέσεων, η, σε θεολογικότερη γλώσσσα, αποκατάσταση του κατά φύσιν τρόπου του ανθρώπου, είναι αδύνατη, όχι παράδοξα πλέον σήμερα, που όλα έχουν εναλλακτικώς δοκιμασθεί, χωρίς την διείσδυση της θείας σοφίας και ενέργειας, εν Χριστώ, στον κτιστό και περιορισμένο κόσμο του ανθρώπου. Αυτό ακριβώς είναι και το «μυστικό του Ιησού» και όχι η, κατά Ράμφο, άνευ Θεού εγωτική και αυτοστοχαστική εξατομίκευση.

Ακόμη περισσότερο: όλα αυτά φιλοξενούν εντός τους μιαν ανθρωπολογία εκπλήσσουσας εμβέλειας και μιαν αντίληψη για την ιστορία διαλογική και συνεργητική, η οποία αποτελεί τον αντίποδα όλων των κλειστών ναρκισσιστικών καθηλώσεων τις οποίες παρακολουθήσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια – και του υφέρποντος μηδενισμού τους. Είναι κρίμα, μεγάλο κρίμα, που την ανθρωπολογία αυτή, αντί να την περιγράψουν, αφού πρώτα την διακρίνουν, αρκετοί εκ των σημερινών Ορθόδοξων θεολόγων, συναγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα την απαξιώσει αποτελεσματικότερα για χάρη των «κεκτημένων της μετανεωτερικότητας» – που και αυτά ακόμη μόνον δι’ αυτής θα σώζονταν στις μέρες μας, και μάλιστα στην αυθεντικότητά τους, από τον αύτανδρο σημερινό καταποντισμό τους στον γενικευμένο πρακτικό μηδενισμό που καταπίνει ακόμη και τα προ ολίγου δικά του δημιουργήματα.

 Image

Και τι να πω για τον οσονούπω καταταγησόμενο στις αγιολογικές δέλτους της Ορθόδοξης Εκκλησίας Ιωσήφ τον Ησυχαστή; (……) Η επιπρόσθετη αναφορά μου λοιπόν στον Ιωσήφ τον Ησυχαστή, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση των Επιστολών και Ποιημάτων του από την Μονή Βατοπαιδίου, έχει τον λόγο της. Ο ολιγογράμματος και ευαίσθητος αυτός άνθρωπος παρουσιάζει όλην αυτή την ανθρωπολογικήν ακεραιότητα και ψυχική υγεία που θαυμάζει κανείς (μόνον) εάν εγκύψει στο βάθος του Ησυχασμού. Ο πτωχός και ρακένδυτος ερημίτης αυτός, με την άκρα αυταπάρνηση, την απόλυτη νηστεία, αγρυπνία και κακοπάθεια, διά των οποίων εκφράζει όχι κάποιαν απέχθεια για την αγαπημένη του δημιουργία [σημ. δική μας: εννοεί τον υλικό κόσμο, όσα δημιούργησε ο Θεός], αλλά μιαν άμεση και απροσμέτρητη ερωτική διαθεσιμότητα προς τον Δημιουργό της, διαθέτει μια τρυφερότατη αρχοντική αγάπη για τα πνευματικά του τέκνα, τους φίλους και τους συγγενείς, η οποία εκφράζεται με φροντίδα ανύστακτη και διηνεκή, πνευματική αλλά και υλική, για τους πάντες – «για κάθε ψυχή δοκιμάζω τον πόλεμο του έχει» (σελ. 253), μας λέγει ο θεοειδής αυτός άνθρωπος που, σ’ αυτήν την εποχή της υπερ-ναρκισσικής, περίκλειστης αυτοδικαίωσης, «προτιμά μυρίους θανάτους», παρά να πει «λόγο ψυχρόν» για τον αδελφό (σελ. 300).

Εισέρχεται στον μοναχισμό βαριά πληρωμένος, ζητώντας την κατάργηση της ματαιότητας και του θανάτου που του πήρε την νεανική του αγαπημένη: «έφυγε το άνθος [η Μαρία] και με έκανε να καταλάβω την ματαιότητα» (σελ. 424). Ο θερισμένος νεανικός έρωτας μεταμορφώνεται σε απεγνωσμένη αναζήτηση του Θεού και έρωτα θείο και την ανένδοτη προσωπική πάλη κατά των παθών ακολουθούν θαυμαστές υπερφυσικές θεωρίες [=οπτασίες], πληροφορίες και ελλάμψεις. Ο  γλυκύς και βαθύτατα ανθρώπινος Ιωσήφ, ο ποιητής αυτός, δεν (έχει καμμιάν ανάγκη να) φθονεί καθόλου ούτε την επιστήμη, ούτε τα όντα, ούτε το σώμα, ούτε τον γάμο, ούτε την… μετανεωτερικότητα. Πονά σπαραχτικά και νοιάζεται για όλα τα όντα, γνωρίζοντάς τα στο θείο τους βάθος, στις χερουβικές θεωρίες του, όταν τους ασκητικούς αγώνες «διαδέχεται γνώσεως φωτισμός, διαύγεια του νοός, όπου [ο ασκητής] καθορά την αλήθειαν. Βλέπει τα πράγματα εις την φύσιν τους, χωρίς τέχνην και τρόπους και συλλογισμούς ανθρωπίνους. Το κάθε πράγμα στέκει φυσικώς εις την πραγματικήν του αλήθειαν […]. Τον δε φωτισμόν διαδέχεται διακοπή της ευχής [=της νοεράς προσευχής] και συχναί θεωρίαι, αρπαγή του νοός, κατάπαυσις των αισθήσεων, ακινησία και άκρα σιγή των μελών, ένωσις Θεού και ανθρώπου εις έν» (σελ. 172).

Παρέχεται έτσι, πλην του εξαίσιου οντολογικού ορίζοντα για την ανθρωπολογία, επιπλέον, όχι άρνηση, αλλά μέγα πνευματικό και θείο βάθος ακόμη και στην ίδια την επιστημονική θεωρία, εφόσον οι άκτιστοι λόγοι της φυσικής θεωρίας, όπως ονομάζονται στην ησυχαστική και φιλοκαλική ορολογία, εικονίζονται επίσης και στους επιστημονικούς τρόπους των όντων, καθοδηγώντας ποιητικά στην αναζήτηση των τελευταίων – το γνωσιολογικό συνδέεται εντέλει οργανικά και αξεδιάλυτα με το ηθικό, το αισθητικό και το οντολογικό, όπως υπήρξαν άλλωστε και η αρχαία γνωσιολογική επιδίωξη και όραμα, οδηγώντας μάλιστα φυσιολογικά, στο τέλος, στην έσχατη άκτιστη πηγή των πάντων. Αυτήν την κεφαλαιώδη ενοποίηση όμως δεν έχει χάσει, μεταξύ άλλων, από το οπτικό της πεδίο η μετανεωτερικότητα – και κάποτε αναζητά να ξαναβρεί;

Παρακαλώ και προσκαλώ ως συμπλήρωμα

π. Ν. Λουδοβίκος: Η έκσταση ως κάθοδος: Το παλαμικό υπόβαθρο της Θεολογίας του π. Σωφρονίου

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας: Η γνώμη μου για τον Χριστό 

Πανεπιστημιακοί και αγιότητα

Θαυματουργοί άγιοι: αλήθεια ή μύθος;

Πώς ξέρουμε σίγουρα ότι υπάρχει Θεός;

Η άμεση γνώση του Θεού από τους ανθρώπους

 
 
 
 

Επιστήμη & Θρησκεία, Ορθολογισμός & Δόγμα

Ένας άθεος στο ίδιο τραπέζι με το Χριστό

Άθεά μου αδέρφια, ζητήστε και θα λάβετε, όπως έλαβα εγώ...