"Θεέ μου, τι είναι αυτό που ζω; 10 εκατ. Έλληνες πρέπει να πάρουμε μια λαμπάδα και να αναφωνήσουμε: Εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε!"
Ομάδα "Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος"
ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)
Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Πατάπιος γεννήθηκε στην Θήβα της Άνω Αιγύπτου από πλούσιους και ευσεβείς γονείς από τους οποίους πήρε χριστιανική αγωγή και αξιόλογη παιδεία. H αγάπη του Χριστού έφλεγε το είναι του και έτσι αναχώρησε σε νεαρή ηλικία για να ασκηθεί στην έρημο ποθώντας την ένωσή του με τον Θεό. H αδιάλειπτη προσευχή και ή μελέτη των Θείων Γραφών πλαισίωναν την ασκητική του πρακτική την οποία χαρακτήριζαν ή σκληραγωγία, η αυστηρή νηστεία, η νέκρωση των σαρκικών επιθυμιών. Έτσι έγινε ο αληθινός άνθρωπος του Θεού και απέκτησε ουράνια χαρίσματα και ιαματική δύναμη που τον έκανε αγαπητό και περιζήτητο στον λαό του Θεού.
Επειδή όμως η πνευματική του πορεία συναντούσε εμπόδια από τον έπαινο των ανθρώπων, εγκατέλειψε κρυφά το αγαπημένο του ασκητήριο και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκε νέο τόπο ψυχικής αναπαύσεως, για να συνεχίσει απρόσκοπτα την πνευματική του εργασία. Ωστόσο συνδέθηκε πνευματικά με δύο θεόφρονες ασκητές, τον Βάρα και τον Ραβουλά, και όλοι μαζί αποφάσισαν να εγκατασταθούν έξω από τα τείχη της πρωτεύουσας με κοινό πρόγραμμα προσευχής και ασκήσεως άλλα διαφορετικό τόπο διαμονής. Ο όσιος Πατάπιος διάλεξε την βόρεια περιοχή κοντά στις Βλαχέρνες. Ο όσιος Ραβουλάς στάθηκε κοντά στην πύλη του Ρωμανού, ενώ ο όσιος Βάρας έκτισε την Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας στο μέσο της διαδρομής των ασκητηρίων των δύο φίλων του.
Με τον καιρό ο Όσιος Πατάπιος έγινε γνωστός στην βυζαντινή κοινωνία με αποτέλεσμα να συναχθεί γύρω του πλήθος μοναχών. Γι’ αυτό τον λόγο ανήγειρε την Μονή του Τιμίου Προδρόμου των Αιγυπτίων, της οποίας ήταν όχι μόνο ο κτίτορας αλλά και ο απλανής οδηγός. Οι αρετές και τα χαρίσματά του έκαναν πλήθος κόσμου να καταφεύγει στην Μονή για ευχή, συμβουλή και ψυχοσωματική θεραπεία. Στην Μονή αυτή ο Όσιος -πλήρης έργων αγαθών- κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η ανακομιδή του αποκάλυψε στην Εκκλησία του Χριστού ένα ουράνιο δώρο: Το άφθαρτο και θαυματουργό λείψανό του, που ευωδιάζει.
Όταν μετά από λίγα χρόνια η Μονή των Αιγυπτίων καταστράφηκε από πυρκαγιά (το 536 μ.Χ.) ο Όσιος Βάρας μετέφερε το ιερό σκήνωμα στην δική του Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας. Η Μονή αυτή και για τον ιδιαίτερο λόγο ότι φύλαγε το λείψανο του μεγάλου ασκητού απολάμβανε τον σεβασμό και την προστασία πολλών αυτοκρατόρων και αρχόντων.
Ο αρχικός βίος και τα πρώτα θαύματα του Οσίου Παταπίου γράφηκαν από δύο αγίους της Εκκλησίας μας: Τον Όσιο Συμεών τον Μεταφραστή ( 9 Νοεμβρίου) και τον Άγιο Ανδρέα τον Ιεροσολυμίτη (4 Ιουλίου), Αρχιεπίσκοπο Κρήτης και ποιητή του Μεγάλου Κανόνος.
Ύστερα από πολλούς αιώνες η Μονή της Πέτρας έτυχε της ιδιαίτερης προστασίας της αυτοκράτειρας Ελένης Παλαιολογίνας, διότι εκεί ίδρυσε γηροκομείο με την επωνυμία «η Ελπίς των απηλπισμένων». Η αυτοκράτειρα αυτή ήταν θεοσεβής και φιλάνθρωπος και κατά τον φιλόσοφο Γεώργιο Πλήθωνα ή Γεμιστό διακρινόταν για την σωφροσύνη και δικαιοσύνη της. Στην νόμιμη ηλικία παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Απέκτησαν έξι τέκνα, δύο εκ των οποίων ανέβηκαν στον θρόνο τον Ιωάννη τον Η’ Παλαιολόγο και τον Κωνσταντίνο τον ΙΔ’ Παλαιολόγο, τον τελευταίο και μαρτυρικό αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης.
Ο σύζυγός της κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1425 ως μοναχός Ματθαίος. Η κουρά του έγινε 2 χρόνια πριν την κοίμησή του. Τότε εκείνη κατέφυγε στην Μονή της Κυρά-Μάρθας στην Βασιλεύουσα, όπου έγινε μοναχή με το όνομα «Υπομονή». Στο μοναστήρι αυτό έζησε 25 χρόνια και κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη στις 13 Μαρτίου 1450. Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στις 29 Μαΐου 1453 ο Αγγελής Νοταράς -αδελφός του Λουκά Νοταρά του τελευταίου πρωθυπουργού της αυτοκρατορίας και εθνομάρτυρος, συγγενούς της μοναχής Υπομονής- άνθρωπος ευλαβής και πιστός, κατέφυγε με την οικογένεια του στην Ελλάδα.
Ήρθε στην Πελοπόννησο κοντά στον εξάδελφό του Θωμά Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά, ο οποίος του χάρισε κτήματα πολλά στην Κορινθία και ρίζωσε στα Τρίκαλα. Ήταν ανεψιός της Οσίας Υπομονής και παππούς του Γεωργίου Νοταρά, του μετέπειτα Αγίου Γερασίμου του νέου ασκητού στην Κεφαλλονιά. Ο τελευταίος μάλιστα είχε προστάτη και πρότυπο ασκητικό τον Όσιο Πατάπιο, τον οποίο προσκύνησε στο σπήλαιο των Γερανείων.
Ο Αγγελής Νοταράς λοιπόν μαζί με την οικογένεια και την κινητή του περιουσία έφερε στην Ελλάδα από την Μονή της Πέτρας (η οποία διαλύθηκε μετά το 1640 μ.Χ.) ως πολύτιμο θησαύρισμα το Ιερό σκήνωμα του Οσίου Παταπίου, που προστατευόταν με αυτοκρατορική εντολή, καθώς και την τιμία κάρα της θείας του Αγίας Υπομονής. Το ιερό του φορτίο το εναπέθεσε με τιμές στο σπήλαιο ασκητών στα Γεράνεια Όρη, το οποίο χρονολογείται πριν από τον ΙΔ’ αιώνα και είναι διαρρυθμισμένο σε ναό εδώ και εκατοντάδες χρόνια.
Στο πέτρινο τέμπλο του ναού εικονίζονται στα δεξιά η Δέηση και στα αριστερά τρία άγια πρόσωπα από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως: η Αγία Υπομονή, ο Άγιος Πατάπιος και ο Άγιος Νίκων ο Νέος (ο Ρώσος κατά την καταγωγή). Οι δύο ανδρικές αυτές μορφές συνοδεύονται από την επιγραφή «ο εν τω Ξηρώ όρει ασκήσας», που μας δείχνει με ακρίβεια τον κατάξερο και δυσπρόσιτο τόπο πού ασκήθηκαν: ο Πατάπιος στην περιφέρεια των Βλαχερνών και ο Νίκων ο Νέος στην Μονή της Πέτρας. Η αριστερή παράσταση συμπληρώνεται από την μορφή του Αγίου Υπατίου Γαγγρών που μαρτύρησε στον Ξηρόλοφο Κωνσταντινουπόλεως. Οι αγιογραφίες τελείωσαν και το άγιο λείψανο τάφηκε με εντολή του Αγγελή Νοταρά. Στην κοινή θέα παρέμεινε μόνο η τοιχογράφηση του σπηλαιώδους μικρού ναού σαν ένας δυσεπίλυτος γρίφος.
Αναφέρουμε εδώ ότι ο σπηλαιώδης αυτός ναός σκέπασε την πνευματική αναζήτηση κάποιων ασκητών αιώνες νωρίτερα και αποτέλεσε μέρος των «παραλαυρίων» του ονομαστού ασκητού και ποδηγέτη του Κιθαιρώνα, του οσίου Μελετίου του Νέου (1 Σεμπτεμβρίου), που ήδη καθοδηγούσε τρεις χιλιάδες μοναχούς, οι όποιοι ασκήτευαν από τον Κιθαιρώνα και την περιφέρεια της Μεγαρικής ως τα Γεράνεια όρη.
Ο γρίφος των τοιχογραφιών λύθηκε μόλις στα 1904, όταν ανακαλύφθηκε το ιερό λείψανο. Αφορμή δόθηκε από τον υψηλόσωμο ιερέα Κωνσταντίνο Σουσάνη, ο όποιος αγαπούσε το σπήλαιο και πήγαινε εκεί με την συνοδεία του για να λειτουργήσει. Ως ψηλός όμως που ήταν, δυσκολευόταν πολύ στο ιερό και έπρεπε πάντοτε να σκύβει.
Με την εντολή του ο Λουτρακιώτης μαρμαράς Βασίλης Πρωτοπαπάς ανέλαβε την διάνοιξη του Ιερού Βήματος καθώς και της δυτικής πλευράς των τοιχωμάτων του κυρίως ναού. Καθώς όμως έριχνε τον δυτικό τοίχο απομακρύνοντας τα χώματα πού τον συγκρατούσαν, η αξίνα του σφηνώθηκε. Προσπαθώντας να τον βγάλει από εκεί αποκαλύφθηκε το ευωδιάζον και ακέραιο σκήνωμα του Οσίου Παταπίου. Κέδρινη βάση το στήριζε στο κεφάλι και μαρμάρινη στα πόδια και καλυπτόταν με σειρά από κεραμίδια, ενώ έφερε πετραχήλι.
Μέσα στον τάφο βρέθηκαν ακόμη ένας μικρός ξύλινος σταυρός ρωσικής τεχνοτροπίας, βυζαντινά νομίσματα διαφόρων εποχών και δερμάτινη μεμβράνη με το όνομα του Οσίου. Αργότερα βρέθηκε η κάρα της Αγίας Υπομονής και πολύ αργότερα ευωδιάζοντα οστά ασκητών του σπηλαίου καθώς ανακαινιζόταν ή βορεινή πλευρά του μικρού ναού. Η εύρεση του λειψάνου του Αγίου Παταπίου κατά την τρίτη της Διακαινησίμου του 1904 σήμανε την αρχή για τη δημιουργία της Μονής του η οποία ξεκίνησε το 1945 από τον αρχιμ. Νεκτάριο Μαρμαρινό. και με την εγκατάσταση της πρώτης μοναχής το 1952. Βάσει των παλαιοτέρων και νεοτέρων θαυμάτων του ο Όσιος Πατάπιος είναι προστάτης των καρκινοπαθών και των υδρωπικών.
Ραδιοπαραμυθία, 4.12.2023 - Καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο της Πειραϊκής Εκκλησίας, 91.2 FM. Επιμέλεια - παραγωγή: Σοφία Χατζή. Καλεσμένη Ελισάβετ Καραταράκη.
(Το ακούσαμε σήμερα και το μοιραζόμαστε μαζί σας).
Παλαιότερη ανάρτησή μας: Η θαυμαστή ανακάλυψη του αγίου Ισιδώρου του ιερομάρτυρα εν Βαλή Κρήτης & των τέκνων του
Αμφοτεροδέξιος (16 Ιουλίου 2025)
Εδώ παρακαλώ.
Και: Αρχαίοι διωγμοί και Μάρτυρες - η αξιοπιστία των Συναξαρίων και Μαρτυρολογίων των αγίων Μαρτύρων των πρώτων χριστιανικών αιώνων.
Κεφάλαιο Οι άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία.
Ο Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, γεννήθηκε στο Πεταλίδι
Μεσσηνίας το έτος 1908 μ.Χ., όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Το
κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Στα 18 του χρόνια πήγε στην Καλαμάτα,
όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και αποφάσισε να εισέλθει στον
ιερό κλήρο. Έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Βησσαρίων. Έπειτα
χειροτονήθηκε Διάκονος, Ιερέας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.
Ανώτερες
σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο. Ωστόσο η συνεχής μελέτη των ιερών
βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου,
είχαν κάνει τον Όσιο Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο
θεολογικά.
Γεμάτος πνευματικά εφόδια το έτος 1935 μ.Χ., ύστερα
από πρόσκληση του επίσης Μεσσήνιου Μητροπολίτη Καρδίτσας Ιεζεκιήλ, ο
Όσιος Βησσαρίων πήγε στην Καρδίτσα, όπου αφοσιώθηκε στο έργο της
διακονίας του Κυρίου μας. Εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και
μέσα σε αυτό ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του σε σημείο που ευρισκόμενος στο
Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν το θάνατό του, να ρωτάει από το κρεβάτι
του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, τους φτωχούς, για τα
πράγματα της Εκκλησίας και της κοινωνίας.
Ανέλαβε πολλές και
δύσκολες αποστολές. Μεταξύ αυτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γερμανική
κατοχή, κατά την οποία αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες και
έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά που είχαν συλλάβει οι
Γερμανοί.
Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο ο Όσιος Βησσαρίων
έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη Αρχιμανδρίτης με πολύχρονο ασκητικό βίο και
πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος
μετά το 1955 μ.Χ., επηρεασμένος από τον επίσης Πελοποννήσιο π. Γερμανό
Δημάκο. Εκεί ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του Μοναστηριού.
Είχε εσωτερικό διακόνημα μέσα στο Μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική
υπηρεσία στον κόσμο. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη πήγαινε στα Νοσοκομεία της
Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Με
τη χαρισματική προσωπικότητά του, την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον
γλυκύ και απλό τρόπο του κατάφερνε να ανακουφίζει τις πονεμένες ψυχές.
Τις λοιπές ημέρες καθόταν στο Μοναστήρι, μπροστά στην Εκκλησία,
υποδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο και άκουγε τα
προβλήματά του. Οι άνθρωποι που έρχονταν φορτωμένοι με πόνο, βάσανα και
άγχος, έφευγαν από τον Όσιο Γέροντα ανακουφισμένοι. Πολλούς από αυτούς
τους βοηθούσε και οικονομικά. Όσα πράγματα και χρήματα του έφερναν
πολλοί άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν, ο παππούλης τα μοίραζε στους
φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Έλεγε συνεχώς: «Έξω οι άνθρωποι είναι
φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε».
Κάθε Σαρακοστή
έφευγε από το Μοναστήρι με την ευχή του Γέροντα Γερμανού και έφτανε από
τη μια άκρη του Νομού Φθιώτιδος στην άλλη. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια και
βοηθούσε. Πολλές φορές κοιμόταν και εκεί. Η περιοδεία του περιλάμβανε
κατ' αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία τον ανέμεναν με αδημονία σε
όλα τα χωριά. Ο Όσιος Βησσαρίων εξομολογούσε και τα παιδιά στο
Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας και ήταν ο πνευματικός τους.
Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε τους έβαζε «κάτι» στο χέρι,
για να τα ενισχύσει.
Όταν λειτουργούσε ο Όσιος Βησσαρίων, έλαμπε
ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο το σεβασμό και την
ιεροπρέπεια που αρμόζει. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μιλήσει
καλά, καθώς η φωνή του ήταν φθίνουσα, εξαιτίας ενός περιστατικού με τους
Γερμανούς, δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πως: «ο δε
έχω, Κύριε, τούτο σοι δίδωμι» (Πρ. γ', 6). Με συμβουλές που η Θεία Χάρις
παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική
εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού. Ήταν Μέγας
Εξομολόγος. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την
αδύναμη φωνούλα του και έλκονταν.
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν και ο
«κουβαλητής» του Μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγία στα
χωριά, όπου με λαχτάρα τον περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί. Τελούσαν
ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους
πνευματικούς και οικοδομητικούς και εκείνοι έδιναν ευλογίες από τα
προϊόντα τους. Ο Όσιος Βησσαρίων όσα μάζευε τα μοίραζε σε δύο «σακιά».
Ένα σακί έφερνε στο Μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε
λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Ιερά Μονή φιλοξενούσε 82
άπορα παιδιά. Όσα περιείχε το άλλο σακί τα μοίραζε κατευθείαν στους
φτωχούς. Γνώριζε ποιες ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και ανάλογα
έκανε τη διανομή.
Ο Όσιος Γέρων Βησσαρίων πέρασε τη ζωή του
νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το
ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν, που θυσίασε τη ζωή του υπέρ των
προβάτων. Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέει ο Απόστολος
Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε το Χριστό. Ο Όσιος
Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο οποίος οικονόμησε εξαιρετικά
να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλά, του κράτησε το σώμα σε
αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε,
να δυναμωθούμε, να συνετιστούμε, να συγκλονιστούμε.
Ο Όσιος
Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές. Δεν είχε μεγάλα
προβλήματα. Προς το τέλος της ζωής του ήρθαν η κόπωση και τα γεράματα.
Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Σωτηρία»
στην Αθήνα, όπου κοιμήθηκε από πνευμονικό οίδημα την 22 Ιανουαρίου 1991
μ.Χ.
Η πρόσβαση στο Μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν δύσκολη
λόγω έντονης χιονόπτωσης. Με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Για δύο
ημέρες τοποθετήθηκε στην Εκκλησία, όπου πολύς κόσμος περνούσε για να
χαιρετήσει το Γέροντα και να κλάψει. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο
φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Το σώμα του δεν μπορούσε να
ενταφιαστεί στο κοιμητήριο λόγω των καιρικών συνθηκών και ως εκ τούτου
κηδεύτηκε στα Βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δωμάτια προορισμένα για την
εξομολόγηση. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια κατέβαιναν για να προσκυνήσουν
το σκήνωμα, δείχνοντας την ευσέβειά τους. Μάλιστα πολλοί του έφερναν
αφιερώματα, σαν να τα προσέφεραν σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν
οποιοδήποτε σημείο για να αποδείξει την αγιότητά του.
Μάλιστα υπάρχουν
αναφορές των θαυμαστών εμπειριών και των βιωμάτων που είχαν στον τάφο
του Γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα όταν είδαν τον
Όσιο Βησσαρίωνα στον ύπνο τους, ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένεια, και
άλλα παρόμοια. Αποφασίστηκε να μη γίνει εκταφή, αλλά αναβάθμιση του
χώρου των Βαπτιστηρίων. Ωστόσο η καθίζηση που παρουσιάστηκε στην
ανατολική πλευρά του Μοναστηριού απαιτούσε το γκρέμισμα και την
ανοικοδόμηση αυτής με νέα στηρίγματα. Επομένως η εκταφή ήταν απαραίτητο
να γίνει. Αφού τελέστηκε Τρισάγιο, ξεκίνησε η αφαίρεση των τούβλων.
Φάνηκε το φέρετρο σε άριστη κατάσταση. Αφού μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο,
άνοιξαν οι Μοναχοί το φέρετρο για να αφαιρέσουν τα οστά. Όταν όμως το
άνοιξαν, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το σώμα του κάτω από το σάβανο ήταν
άφθαρτο.
Αυτό αποτελούσε θαυμαστό γεγονός και θεία οικονομία.
Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Μοναχοί πίστευαν στην αγιότητά του, η Αγία
Εκκλησία έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης
Φθιώτιδος κ.κ. Νικόλαος, όταν το έμαθε συγκλονίστηκε, επισκέφθηκε το
Μοναστήρι και προσκύνησε συγκινημένος το ιερό σκήνωμα. Το άφθαρτο σώμα
του Όσιου Γέροντα μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδας για να
προστατεύεται και έκτοτε εκεί βρίσκεται προς προσκύνηση από χιλιάδες
πιστούς.
Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Θεού τάραξε το
πανελλήνιο. Μετά από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκε το σκήνωμα αυτού του
ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά
μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην είναι εύκολο να του το αποσπάσει
κανείς. Σαν να θέλει να μας πει ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και να μας
προτρέπει, κυρίως τους Ιερείς: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πληγές της
Πίστεώς μας, στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείστε
με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι για
αυτά τα θέματα. Εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις νομάς
σωτηρίους, να ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!...».

Στις
14 Ιουνίου 2022 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατέταξε στο
Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Ολόκληρο το ανακοινωθέν είναι το εξής:
«Συνῆλθε
σήμερον, 14ην τ.μ. Ἰουνίου 2022, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν
τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καθ᾿
ἥν:
α) εὐμενεῖ εἰσηγήσει Αὐτῆς ἐξέλεξε παμψηφεί τόν Μ.
Ἀρχιδιάκονον κ. Παΐσιον, Ἐπίσκοπον Βοηθόν παρ᾿ Αὐτῇ ὑπό τόν ψιλόν τίτλον
Ξανθουπόλεως, μέλλοντα ἵνα διακονήσῃ ὡς Ὑπεύθυνος ἐν τῇ Ἱερᾷ
Πατριαρχικῇ καί Σταυροπηγιακῇ Μονῇ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ. Ἡ εἰς
Ἐπίσκοπον χειροτονία αὐτοῦ θά τελεσθῇ, σύν Θεῷ, τήν Κυριακήν 3ην Ἰουλίου
2022, ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καί ἑτέρων ἁγίων Ἀρχιερέων, ἐν τῷ
Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί
β) κατόπιν σχετικῶν ἐκθέσεων τῆς
Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς, κατέταξεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ᾿ Ἀνατολάς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν νέον Ἱερομάρτυρα Ἀνανίαν, Ἀρχιεπίσκοπον
Λακεδαιμονίας, καί τόν μακαριστόν Ἱερομόναχον Βησσαρίωνα (Κορκολιάκον),
ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»
Κωστής Ηλ. Παπαδάκης / Ρεθεμνιώτικες αναδρομές
Σε επίσκεψή μου, το καλοκαίρι τού 2014, στον αγιώνυμο Άθω, είχα την ευκαιρία, για πολλοστή φορά, να επισκεφθώ και την Ιερή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα (με την τουρκ. προσωνυμία Σεράι, ένεκα του μεγαλοπρεπούς όγκου της), η οποία ανήκει στην Ι. Μ. Βατοπεδίου. Είχε κτιστεί από τους Ρώσους με απώτερο σκοπό την κυριαρχία τους στο Άγιον Όρος. Ύστερα, όμως, από την Οκτωβριανή Επανάσταση ερημώθηκε. Επαναλειτούργησε πριν από λίγα χρόνια και σήμερα λειτουργεί εκεί υπερσύγχρονο εργαστήριο συντήρησης έργων τέχνης.
Η Σκήτη του Αγίου Ανδρέα (Σεράι) είναι ένα σύνολο επιβλητικών κτιρίων, που αποτελούσε το αντιπροσωπευτικότερο κέντρο του ρωσικού μοναχισμού στις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι κτισμένη σε μορφή ενιαίου συγκροτήματος, σε υψηλή, αέρινη τοποθεσία, πεντακόσια μέτρα από τις Καρυές, την πρωτεύουσα τού Αγίου Όρους.
Η Σκήτη τού Αγίου Ανδρέα έχει σημαντική ιστορία, αφού, στη συγκεκριμένη περιοχή, ήδη από τις αρχές του αγιορείτικου μοναχισμού, τον δέκατο αιώνα μ.Χ., μνημονεύεται μονύδριο με το όνομα «του Ξύστρη» ή «Ξέστ(ρ)ου», ενώ σε χώρο αμέσως λίγο πιο πάνω από τη Σκήτη σημειώθηκε το πρώτο ξεκίνημα τής Αθωνικής Πολιτείας από τον θείο Γενάρχη όλων των Αγιορειτών, τον όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ο οποίος μαζί με τον Νίκωνα τον Μετανοείτε και τον Ιωάννη τον Ξένο, στάθηκαν, μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες το 961, οι μεγάλοι Εθναπόστολοι της Μεγαλονήσου, που ανέλαβαν να επαναφέρουν τους κατοίκους της στην πάτριο θρησκεία και να τους επανασυνδέσουν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η γνωστή, όμως, σε μας σήμερα ιστορία της Σκήτης τού Αγίου Ανδρέα έλαβε διαστάσεις αληθινές με τον ερχομό στη συγκεκριμένη περιοχή τού πραγματικού δομήτορός της, του Ρεθεμνιώτη αγίου Αθανασίου του Πατελάρου του Γ΄, ο οποίος θεωρείται και κτίτωρ αυτής.
Ο Αθανάσιος Πατελάρος (κατά κόσμον Αλέξιος Πατελάρος) γεννήθηκε στην Αξό Μυλοποτάμου, Ρεθύμνου, μεταξύ των ετών 1580 και 1597. Την εγκύκλιο μόρφωσή του έλαβε στο Ρέθυμνο, ενώ, στη συνέχεια, σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Ήξερε ελληνικά και λατινικά και διακρινόταν για τη γενικότερη μόρφωσή του, το κήρυγμά του και την ποίηση που έγραφε. Μελετούσε την Αγία Γραφή, και, μάλιστα, μετέφρασε μέρος της στα νέα ελληνικά. Στη Μονή Ιβήρων σώζεται σήμερα και μετάφραση τού Ψαλτηρίου που έκανε ο ίδιος.
Εκάρη μοναχός στο Σιναϊτικό Μετόχι τού Χάνδακα. Κατόπιν μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου εγκαταστάθηκε σε κελί που έκτισε ο ίδιος στην περιοχή της Μονής Παντοκράτορος. Χειροτονήθηκε διάκονος, ιερέας και επίσκοπος στη Θεσσαλονίκη. Το 1631 μ.Χ. εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Για ένα μικρό διάστημα- θα ήταν μάλλον εντός τού έτους 1634 (25 Φεβρουαρίου μέχρις αρχές Απριλίου)- διετέλεσε και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Μέσα, όμως, σ’ εκείνα τα ταραχώδη και δύσκολα χρόνια ενωρίς παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο και ως Μητροπολίτης, πια, Θεσσαλονίκης ήλθε, περί τα μέσα τού 17ου αιώνα, στον αγιώνυμο Άθω και διέμεινε στο αρχαίο μονύδριο που αναφέραμε, ήδη, «τού Ξύστρη» ή «Ξέστου», κοντά στις Καρυές, το οποίο διεύρυνε με προσωπική του εργασία. Έτσι, θεωρείται ο ιδρυτής και εκ βάθρων ανακαινιστής της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα, την οποία διά της παρουσίας του και λαμπρώς ανέδειξε.
Το 1639 ο Πατριάρχης Παρθένιος Α’ παραχώρησε και πάλι στον Αθανάσιο τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την Ι. Μονή Βλατάδων. Το 1643 ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία, όπου κέρδισε τη συμπαράσταση τού τοπικού ηγεμόνα και αναρριχήθηκε εκ νέου στον Πατριαρχικό Θρόνο το 1652 για δεκαπέντε, μόλις, ημέρες.
Αν και αναφέρεται ότι τάχθηκε υπέρ της ένωσης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, εν τούτοις την ημέρα τής εκθρόνισής του έβγαλε πύρινο κήρυγμα με βάση το χωρίο: «Σύ εἰ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο. Το κήρυγμά του αυτό προκάλεσε την μήνιν των λατινοφρόνων, με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος το 1655 κυκλοφόρησε πραγματεία με τον τίτλο «Αντιπατελάριον», όπου υβρίζει και καταδικάζει τον Αθανάσιο με απρεπή και φτωχή γλώσσα.
Στη Ρωσία ο Αθανάσιος άσκησε σημαντικό ιεραποστολικό έργο και αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί και την ιδιαίτερη τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Απεβίωσε στις 5 Απριλίου 1654 στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος τού Λούμπνι, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, όπου ενταφιάστηκε καθήμενος, κατά το τυπικό τής Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Οκτώ χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο τού 1662, που ανοίχτηκε ο τάφος του, το σκήνωμα του βρέθηκε άφθαρτον. Από τότε από την τοπική Ρωσική Εκκλησία αναγνωρίστηκε και η αγιότητά του.

Λιτανεία στην εορτή του αγίου Αθανασίου Πατελάρου στη γενέτειρά του, την Αξό (από εδώ)
Για την ιστορία, το κελί τού αγίου Αθανασίου Πατελάρου στο αγιώνυμον Όρος και η μετέπειτα εγερθείσα Σκήτη, συνέχισε να πανηγυρίζει τη μνήμη τού οσίου Αντωνίου τού Μεγάλου (17 Ιανουαρίου), αφού μέχρι τον 17ο αιώνα ήταν κελί του Αγίου Αντωνίου και σε αυτό το κελί εγκαταστάθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα ο παραιτηθείς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Αθανάσιος Πατελάρος. Αργότερα, προστέθηκε και το πανηγύρι τού αποστόλου Ανδρέα (30 Νοεμβρ.), όταν ένας άλλος Οικουμενικός Πατριάρχης, που και αυτός είχε παραιτηθεί τού Οικουμενικού Θρόνου, ο Σεραφείμ ο Β’ (1761), κατεδάφισε το κελί και έκτισε καινούριο, με μεγάλο και μεγαλοπρεπέστατο ναό αφιερωμένο στον μέγα Αντώνιο και τον απόστολο Ανδρέα, στο κλίτος τού οποίου και θησαυρίστηκε το μετωπιαίο οστούν τού Αποστόλου.
Το 1841 παρέλαβαν το κελί δυο μοναχοί από τη Ρωσία (οι Βησσαρίων και Βαρσανούφιος) και με σιγίλιο τού τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανθίμου τού ΣΤ’ (1849) το κελί μετατράπηκε σε κοινοβιακή σκήτη, με πρώτο Δικαίο τον ιερομόναχο, πλέον, Βησσαρίωνα. Η έναρξη τού 1ου Παγκοσμίου Πολέμου (1914- 18), η Ρωσική Επανάσταση (1917) και η μεγάλη πυρκαγιά το 1958 επέφεραν την ολική καταστροφή τής Σκήτης. Όμως, το 1992 εγκαθίσταται καινούρια ελληνόφωνη συνοδεία και το 2001 έρχονται να προστεθούν αρκετοί νέοι μοναχοί, ενώ σε κτίριο τής Σκήτης στεγάζεται από το 1930 η «Αθωνιάς Εκκλησιαστική Ακαδημία».
Τέλος, σχετικά με τον ναό προς τιμήν τού αγίου Αθανασίου τού Πατελάρου στη γενέτειρά του, την Αξό Μυλοποτάμου, οι εργασίες ανεγέρσεώς του είχαν αρχίσει από τον Μάρτιο τού 2003, ενώ τα εγκαίνιά του έγιναν στις 21 Αυγούστου 2008, από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο. Τμήμα τού ιερού λειψάνου τού Αγίου μεταφέρθηκε στη γενέτειρα του, στις 21 Αυγούστου 1993, από το Χάρκοβο τής Ουκρανίας, από τον Πατριάρχη, επίσης, Αλεξανδρείας Θεόδωρο (και τότε επίσκοπο Κυρήνης). Από τότε στις 21 Αυγούστου κάθε έτους εορτάζεται η μνήμη τής Μετακομιδής των Λειψάνων τού αγίου Αθανασίου τού Πατελάρου στον γενέθλιο τόπο του, στην Αξό Μυλοποτάμου, ενώ από την Ορθόδοξη Εκκλησία η μνήμη του εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαΐου.
Τη μνήμη, λοιπόν, της Μετακομιδής των Λειψάνων τού Αγίου στον γενέθλιο τόπο του, την Αξό Μυλοποτάμου, εόρτασε προ ημερών (21 Αυγούστου) η Αξός με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λαοδικείας κ. Θεοδώρητο, Διευθυντή του Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα, ο οποίος προσκλήθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, για να προεξάρχει τής εν λόγω Πανηγύρεως του Αγίου Αθανασίου στη γενέτειρά του.
Αξός Μυλοποτάμου (Ρεθύμνης)
Βρίσκεται στην Κρήτη, στο Ρέθυμνο, στο Μυλοπόταμο και μάλιστα στον ορεινό Μυλοπόταμο.
Γειτονεύει με τα χωριά: Ανώγεια, Ζωνιανά, Κράνα, Κάλυβος, Λειβάδια, Βενί, Γαράζο, Θεοδώρα, Δροσιά, Χώνος, Αϊμονας.
Είναι κτισμένο σε μια πλαγιά, βόρεια του Ψηλορείτη, σε υψόμετρο 500 μέτρων περίπου. Είναι στενόμακρο, σε θέση αμφιθεατρική, πυκνοκατοικημένο και με πλούσια ιστορία τριών χιλιάδων και πλέον χρόνων.
Κάτω από το χωριό, απλώνεται μεγάλη κοιλάδα, ανάμεσα στον Ψηλορείτη και τα Τάλαια όρη, γεμάτη από περιβόλια, ελαιώνες, αμπέλια, μποστάνια και κάθε λογής δένδρα, πορτοκαλιές, μανταρινιές, καρυδιές, κερασιές, μουρνιές, μπουρνελιές, απιδιές, μηλιές, ρογδιές, συκιές, χαρουπιές, πλατάνους και πρίνους.
Την κοιλάδα αυτή διασχίζει ποταμός που πηγάζει από τον Ψηλορείτη, το χειμώνα κατεβάζει μεγάλες ποσότητες νερού και εκβάλει στο Κρητικό Πέλαγος.
Η Αξός συνδέεται με αυτοκινητόδρομο και με καθημερινή συγκοινωνία, τόσο με το Ρέθυμνο από το οποίο απέχει 46 χλμ. όσο και με το Ηράκλειο από το οποίο απέχει 48 χλμ.
Στο χωριό μας σήμερα, κατοικούν 300 άτομα κάθε ηλικίας και στη Λιβάδα 35 περίπου. Είναι εργατικοί, ειρηνικοί και φιλήσυχοι. Ασχολούνται με τη γεωργία, κτηνοτροφία, μικροεμπόριο και τα τελευταία χρόνια και με τον τουρισμό.
Λειτουργεί Νηπιαγωγείο, διθέσιο Δημοτικό Σχολείο, έχει δική του ενορία, διαθέτει φούρνο, κρεοπωλείο, mini markets, τουριστικά καταστήματα, ψησταριές, ταβέρνα, καφετέριες και παραδοσιακά καφενεία.
Είναι, από το 1960, χώρος προορισμού οργανωμένων και μη τουριστών, λόγω της σοβαρής ιστορικής και αρχαιολογικής του αξίας. Λειτουργούν τουριστικά-ξενοδοχειακά καταλύμματα, όπως είναι το «ΕΝΑΓΡΟΝ»-ΞΕΝΩΝΕΣ ΣΤΟ ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ (www.enagron.gr). οι επιπλωμένες κατοικίες «ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΜΑΝΙΑΣ» (archontikomanias.gr) και «ΕΛΛΗΝΟΣΠΙΤΟ» που αποτελούν στολίδια και πόλο έλξης για την Αξό, το Μυλοπόταμο και ολόκληρη την Κρήτη
Το χωριό μας διαθέτει από παληά αποχετευτικό σύστημα και νερό τόσο για ύδρευση όσο και για άρδευση. Μέσα κι έξω απ’ αυτό, υπάρχουν πάνω από 10 πηγές, που, άλλες λίγο και άλλες περισσότερο τρέχουν όλο το χρόνο. Η μια απ’ αυτές στολίζει το κέντρο του χωριού. Από τα στόματα τριών λιονταριών τρέχει κρύο νερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα. Η πηγή αυτή μαζί με το σκιανό του γέρο-πλάτανου που βρίσκεται δίπλα της, αποτελούν μαγνήτη για κάθε χωριανό ή οποιοδήποτε περαστικό όλο το καλοκαίρι. Γενιές και γενιές έχουν ξαποστάσει στο σκιανό του πλατάνου πίνοντας κρύο νερό απ’ την πηγή.
Αίτημα όλων των Αξικών είναι να αναστηλωθούν και συντηρηθούν όλες οι εκκλησίες, ιδιαίτερα όσες είναι μέσα στο χωριό, για αρχαιολογικούς και πολιτιστικούς κυρίως λόγους.
Η αξιόλογη και πολλά υποσχόμενη νεολαία της Αξού, διαπίστωσε την αναγκαιότητα ύπαρξης, λειτουργίας και δράσης του Πολιτιστικού Συλλόγου Αξού-Λιβάδας, που, για κάποια χρόνια, παρά την επιτυχημένη παρουσία και το έργο του στο χωριό, είχε αδρανήσει και αποφάσισε φέτος την επανενεργοποίηση του.
Σύσσωμη η νεολαία των Αξικών, τόσο οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού όσο και κυρίως αυτοί που μένουν στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο, με πρόεδρο το Δημήτρη Γεωργίου Κουτάντο (του Παππά Γιώργη), μπήκαν στη δράση με θετικότατα τα πρώτα αποτελέσματα.
Επίσης αξιόλογη είναι και η δράση του Αθλητικού Συλλόγου της ΔΟΞΑΣ ΑΞΟΥ.
Το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου έκανε γνωστό ότι βρέθηκε ο Μητροπολίτης Χαλκίδας Χρυσόστομος.
Ο Σεβασμιότατος, στο τέλος της ομιλίας του στην επετειακή εκδήλωση για τα 100 χρόνια από την έλευση του ιερού σκηνώματος του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου από την Καππαδοκία στην Εύβοια, όπως έγραψε η Απογευματινή, επεφύλασσε τη χαρμόσυνη είδηση στους πιστούς, κάποιοι από τους οποίους δάκρυσαν.
Όπως είπε, στις 27 Μαΐου, ανήμερα της γιορτής του θαυματουργού οσίου, θα φτάσει στο Προκόπι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με το δεξί χέρι του Οσίου, το οποίο θα τοποθετηθεί στη λάρνακα όπου βρίσκεται το σκήνωμά του.
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι η χείρα είχε αποσπαστεί από το ιερό λείψανο και μεταφέρθηκε αρχικά στο Άγιον Όρος και κατόπιν βρέθηκε στην κατοχή δύο αδερφιών.
Όπως είπε, μετά την επικοινωνία που είχε μαζί τους, συμφώνησαν με το δεξί χέρι του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου να μεταφερθεί στον Ιερό Ναό στο Προκόπι Ευβοίας: «Το συγκλονιστικό είναι ότι φέτος, στην πανήγυρη του οσίου στο Νέο Προκόπιο, θα έχουμε το χέρι πίσω στο προσκύνημα».
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος θεωρείται σύμβολο της πολυπολιτισμικότητας και της συμφιλίωσης των λαών. Τα θαύματα που χρεώνονται στον Άγιο θεωρούνται ότι είναι πολλά και τεκμήρια της πίστης των ανθρώπων στην αγιοσύνη του.
Η μνήμη του γιορτάζεται στις 27 Μαΐου και εκατοντάδες πιστοί προσέρχονται στο χωριό Προκόπι της Εύβοιας, όπου, από το 1924, φυλάσσεται σε λάρνακα το σκήνωμά του στον ομώνυμο Ιερό Ναό.
Δέος και συγκίνηση! Επέστρεψε στο σκήνωμα το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου. Το κόμισε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, Καρυστίας Σεραφείμ, Χαλκίδος Χρυσόστομος.
Η µακρά διαδροµή του σκηνώµατος του Αγίου ξεκινά το 1773, οπότε έγινε εκταφή του λειψάνου του, το οποίο ήταν ακέραιο και ευωδίαζε. Αµέσως τοποθετήθηκε σε µια λάρνακα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Προκόπι της Μικράς Ασίας, όπου συχνά κατέφευγε ο όσιος, όταν ήταν εν ζωή.
Όταν Τούρκοι στρατιώτες λεηλάτησαν την περιοχή, εισέβαλαν και στον ναό του Αγίου Γεωργίου, άναψαν φωτιά στο προαύλιο του ναού και έριξαν το λείψανο για να το κάψουν, αλλά εκείνο δεν έπαθε το παραµικρό! Το 1881, το δεξί χέρι του Οσίου δωρήθηκε στη Μονή Παντελεήµονος του Αγίου Όρους, για τη συνδροµή της στην κατασκευή του ναού του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Οκτώβριο του 1924 οι ξεριζωµένοι κάτοικοι του Προκοπίου πήραν µαζί τους ως πολύτιµο κειµήλιο το λείψανο για να τους προστατεύει. Όταν εγκαταστάθηκαν στην Εύβοια, δηµιούργησαν το Νέο Προκόπιο κι έστησαν τον µεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, όπου βρίσκεται το λείψανό του, το οποίο προσκυνούν αµέτρητοι πιστοί.
Και:
Βίντεο αφιέρωμα στον άγιο Ιωάννη το Ρώσο (27 Μαΐου)
Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος (η βιογραφία και θαύματά του)
Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ένας παράξενος δούλος (Σβιάτ Ιβάν Ρούσκι. Ήταν ελεύθερος μέσα στη σκλαβιά του!)
Η βιογραφία του αγαπημένου μας αυτού ζεύγους αγίων μαρτύρων εδώ, όπου και άλλα ζεύγη αγίων, καθώς και περί του γάμου στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εικ. από εδώ.
ΟΟΔΕ (Απόσπασμα από τη μελέτη Αρχαίοι διωγμοί και Μάρτυρες – Ιστορικά στοιχεία για τους αρχαίους διωγμούς κατά των χριστιανών και τους μάρτυρες της Εκκλησίας)
Για το ζεύγος αυτό των δύο αγίων ας αρχίσουμε με μια ανταπόκριση από την εφημερίδα Το Βήμα στις 21/4/2011: «Βρέθηκαν τα οστά των αγίων Χρύσανθου και Δαρείας – Σύμφωνα με μελέτες στην Ιταλία». Από την ιστοσελίδα της εφημερίδας εδώ:
«Σοβαρές ενδείξεις ότι δύο σκελετοί που βρέθηκαν στη βόρειο Ιταλία ανήκουν σε ένα ζευγάρι πρωτοχριστιανικών αγίων ισχυρίζονται ότι έχουν ιταλοί επιστήμονες. Η ανάλυση των σκελετών που είχαν παραμείνει σφραγισμένοι επί αιώνες στην κρύπτη ενός καθεδρικού ναού της περιοχής Ρέτζιο Εμίλια μέχρι πρόσφατα, φαίνεται να υποστηρίζει τον μύθο [ΟΟΔΕ: δεν είναι και τόσο «μύθος» τελικά, σωστά;] του Χρύσανθου και της Δαρείας, οι οποίοι πιστεύεται ότι θάφτηκαν ζωντανοί κατά τη διάρκεια διωγμών στη Ρώμη γύρω στον 3ο αιώνα μ.Χ.
Αν και δεν υπάρχει τρόπος να αναγνωριστούν οι σκελετοί με απόλυτη βεβαιότητα, “όλα τα στοιχεία που διαθέτουμε συγκλίνουν στην άποψη ότι τα οστά που βρέθηκαν ανήκουν πράγματι στον Χρύσανθο και τη Δαρεία”, λέει ο επικεφαλής της έρευνας και παλαιοπαθολόγος στο πανεπιστήμιο της Γένοβας Έτσιο Φουλκέρι.
Μετά την εξέταση των ευρημάτων που είδαν το φως τυχαία το 2008, κατά τη διάρκεια εργασιών αναστύλωσης ενός ναού, αποκαλύφθηκε ότι τα οστά του ενός από τους δύο σκελετούς ανήκαν σε μια μικρόσωμη γυναίκα με στενή λεκάνη και αιχμηρό πηγούνι, που όταν πέθανε ήταν περίπου 25 ετών. Όσο για τον δεύτερο σκελετό εκείνος φαίνεται ανήκει σε ένα νεαρό άντρα ηλικίας 17 - 18 ετών.
Τα οστά δείχνουν ότι έζησαν μια ζωή χωρίς έντονη σωματική εργασία και ότι πιθανότατα ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη, καθώς έπασχαν και οι δύο από δηλητηρίαση από μόλυβδο, χαρακτηριστική και αποκλειστική ασθένεια των πατρικίων λόγω των συστήματος ύδρευσης, στο οποίο μόνο εκείνοι είχαν πρόσβαση.
Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο Χρύσανθος ήταν γιος του ρωμαίου συγκλητικού Πολέμονα, ο οποίος ως έφηβος προσηλυτίσθηκε στον Χριστιανισμό. Ο πατέρας του εξαγριώθηκε από το γεγονός και για να τον συνετίσει κανόνισε να παντρευτεί την Δαρεία, η οποία ήταν Εστιάδα, δηλαδή παρθένα ιέρεια της θεάς Εστίας.
Όμως το σχέδιο του Πολέμονα είχε τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς και η Δαρεία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και το νεαρό ζευγάρι έδωσε όρκους αγάπης, αλλά και παρθενίας. Όταν έγινε γνωστό όχι μόνον αυτό, αλλά και το γεγονός ότι οι δυο τους είχαν προσηλυτίσει πολλούς Ρωμαίους στον Χριστιανισμό, καταδικάστηκαν σε θάνατο, βασανίστηκαν και τελικά θάφτηκαν ζωντανοί.
Πολύ αργότερα τα οστά τους μεταφέρθηκαν από τη Ρώμη αρκετές φορές. Παρόλο που υπάρχουν περισσότερο ενδείξεις παρά αποδείξεις, η ραδιοχρονολόγηση των οστών έδειξε ότι η ημερομηνία του θανάτου τους συμπίπτει με εκείνη που θέλει η χριστιανική παράδοση να μαρτύρησαν».
Επισημάναμε την πληροφορία ότι η αγία Δαρεία ήταν Εστιάδα, δηλαδή ιέρεια της Εστίας (στο λατινικό πάνθεο Vesta), επειδή είναι φανερό ότι έχει άμεση σχέση με τον τρόπο θανάτωσης των δύο αγίων, το ότι θάφτηκαν ζωντανοί. Αυτό εξάλλου αναλύεται διεξοδικά στο δημοσίευμα της ιστοσελίδας του National Geographic «Legendary Saints Were Real, Buried Alive, Study Hints», όπου παρουσιάζονται λεπτομερώς και τα επιστημονικά συμπεράσματα από τη μελέτη των ευρεθέντων λειψάνων. Δημοσιεύεται εδώ.
Για την ιδιότητα της αγίας Δαρείας ως Εστιάδας διαβάζουμε και εδώ.
Αντιγράφουμε από γραπτό αφιέρωμα στους αγίους: «Κανονικά οι Εστιάδες έπρεπε να μείνουν παρθένες για 30 χρόνια. Αν ο Πολέμων ήταν επιφανής ειδωλολάτρης, κάπως θα κατόρθωσε να παρακάμψει το ζήτημα. Αλλά ο τρόπος θανάτωσης των αγίων – θάφτηκαν ζωντανοί – ήταν ακριβώς η τιμωρία που επιβαλλόταν στις Εστιάδες αν παρέβαιναν τον όρκο παρθενίας τους».
Για τον φρικτό αυτό τρόπο θανάτωσης διαβάζουμε εδώ:
«Η αγνότητα των Εστιάδων θεωρείτο συνυφασμένη με την υγεία του ρωμαϊκού κράτους. Όταν έμπαιναν στο σχήμα τα κορίτσια άφηναν πίσω την εξουσία του πατέρα και γίνονταν κόρες του κράτους. Κατ’ επέκταση οποιαδήποτε σαρκική σχέση με έναν πολίτη θεωρείτο αιμομιξία και πράξη προδοσίας. Η τιμωρία για την παραβίαση του όρκου ήταν να θαφτούν ζωντανές στο Campus Sceleratus, μια υπόγεια κάμαρα, με φαγητό και νερό λίγων ημερών.
Η αρχαία παράδοση απαιτούσε μια ανυπάκουη Εστιάδα να θάβεται μέσα στην πόλη, καθώς ήταν ο μοναδικός τρόπος να μην χυθεί το αίμα της, πράγμα που απαγορευόταν αυστηρά. Δυστυχώς, η πράξη αυτή παραβίαζε το ρωμαϊκό νόμο, που όριζε κανένα πρόσωπο να μη θάβεται μέσα στην πόλη. Για να λυθεί το ζήτημα αυτό, οι Ρωμαίοι έθαβαν την ιέρεια με μια ποσότητα τροφίμων και νερού, όχι για να επεκτείνουν την τιμωρία της, αλλά ώστε να μην πεθάνει πρακτικά μες στην πόλη, αλλά να κατέβει σε ένα “κατοικήσιμο δωμάτιο”. Επιπλέον, θα πέθαινε με τη θέλησή της».
Στη συνέχεια το άρθρο αναφέρει τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις Εστιάδων που θανατώθηκαν με αυτόν τον τρόπο (λίγες μέσα σε πολλά χρόνια), στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η αγία Δαρεία. Όμως ο τρόπος θανάτωσης των δύο μαρτύρων εμφανώς παραπέμπει σε αυτή την ποινή. Αν και, όπως αναφέρεται παραπάνω, οι δύο άγιοι είχα πάρει όρκο παρθενίας (από επιθυμία χριστιανικής αφιέρωσης προφανώς – πρακτική που αργότερα κατέληξε στην ανάπτυξη του μοναχισμού), αυτό προφανώς δεν αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό (ίσως και να μην έγινε πιστευτό – αν φυσικά οι δύο άγιοι το ανακοίνωσαν καν), αφού ήταν παντρεμένοι. Εφόσον λοιπόν αποσύρθηκε η εύνοια του συγκλητικού, θανατώθηκαν.
Θα ήθελα να προσθέσω ότι ο λόγος, που ο Πολέμων επέλεξε μια Εστιάδα για σύζυγο του γιου του, πιθανόν να ήταν προσωπικός, π.χ. μια συμπάθεια μεταξύ των δύο νέων. Ίσως ήταν κάτι πιο κακόβουλο, όπως η πεποίθηση του συγκλητικού ότι η αγία θα ήταν υποχείριό του, είτε λόγω της νοοτροπίας της υπακοής, που προφανώς εκαλλιεργείτο στις Εστιάδες, είτε λόγω του θανάσιμου κινδύνου που θα διέτρεχε αν εκείνος απέσυρε από πάνω της την προστασία του. Πιθανόν τέλος να την επέλεξε θεωρώντας ότι ο γιος του θα ενέκρινε ευκολότερα το γάμο του με μια νέα κατά τεκμήριο υπάκουη και σεμνή και αποδεδειγμένης αγνότητας. Πάντως, όπως επισημαίνεται στο κείμενο του National Geographic, πριν θανατωθεί η αγία καταδικάστηκε σε εγκλεισμό σε πορνείο, ποινή που θα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή για εκείνη, που είχε γαλουχηθεί με το ιδεώδες της παρθενίας ακόμη και ως εθνική, πριν γίνει Χριστιανή· εκεί όμως δεν κατόρθωσαν να τη διαφθείρουν.
Το ζεύγος των δύο αγίων μαρτύρησε επί αυτοκράτορα Νουμεριανού και τα ίχνη του εντοπίζονται από την αρχαιότητα. Στο βιβλίο του π. Κωνσταντίνου Καλλινίκου Ο χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, ό.π., σελ. 25, διαβάζουμε: «Ούτω λ.χ. επί Νουμεριανού (…) πλήθος ανδρών, γυναικών και παιδίων, ζητησάντων εν τη κατακόμβη των αγίων Χρυσάνθου και Δαρείας καταφύγιον προς συμπροσευχήν, εύρον αυτόθι τας δάφνας του μυστικού μαρτυρίου, εκπνεύσαντες οι γενναίοι παρά τους κεκοιμημένους συμμάρτυράς των με τα άγια Δισκοπότηρα ανά χείρας, καθώς μετά πάροδον πολλών ετών ευρέθησαν. Διότι (…) οι εθνικοί αντελήφθησαν τους εν τη κατακόμβη Χρυσάνθου και Δαρείας εισελθόντας Χριστιανούς και τειχίσαντες αυθωρεί την είσοδον, ενέκλεισαν αυτούς ως εις τάφον ζωντανούς, ίνα μηδείς πλέον εξ αυτών εξέλθη εκείθεν», με παραπομπή S. Gregor. Turon. De Gloria Martyr. 1, 38. Migne P.L. 71, 739.
Οἱ Ἅγιοι Κλαύδιος, Ἱλαρία, Ἰάσονας καὶ Μαῦρος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς Μαρτυρήσαντες
Ἡ Ἁγία Ἱλαρία ἦταν ἡ σύζυγος τοῦ Ἁγίου Κλαυδίου καὶ οἱ Ἅγιοι Ἰάσονας καὶ Μαῦρος, ἦταν τὰ τέκνα τους.
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ πίστεψαν στὸν Χριστό, ὅταν ἔβλεπαν τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Χρυσάνθου καὶ Δαρείας.
Ὁ Ἅγιος Κλαύδιος ἐρρίφθη στὴ θάλασσα, ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μὲ πέτρα καὶ ἔτσι τελείωσε τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ στρατιῶτες ἀποκεφαλίσθηκαν, τότε παρέλαβε τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ἡ Ἰλαρία καὶ τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια.
Ὅταν, κάποια μέρα, μετέβαινε στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Μαρτύρων,
συνελήφθη ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ποὺ εἶχαν σκοπὸ νὰ τὴν θανατώσουν. Τότε
ζήτησε ἡ μακαρία Ἰλαρία νὰ ἐπιτρέψουν σὲ αὐτὴν νὰ προσευχηθεῖ γιὰ λίγο.
Ἔτσι κι ἔγινε καὶ ἡ Ἁγία τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Κατὰ
ἄλλη παράδοση, τελειώθηκε διὰ ξίφους.
Οἱ ὑπηρέτριές της περισυνέλεξαν τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ τὸ ἐνταφίασαν στοὺς τάφους τῶν τέκνων της.