ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)
Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023
ΜΙΑ ΓΙΑΓΙΑ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ...
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022
Όταν δύο υπερήλικες τυφλές Μασσάι βαπτίζονται στην Τανζανία...
Orthodox diocese of Arusha and Central Tanzania
"Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν" λέει ο παράλυτος του Ευαγγελίου.
Ένα παρόμοιο γεγονός βιώσαμε κι εμείς χθες κατά τη διάρκεια των βαπτίσεων. Ανάμεσα στο πλήθος των ανθρώπων που ανέμεναν το Άγιο Βάπτισμα ήταν και δύο υπερήλικες τυφλές γυναίκες της φυλής των Μασσάι.
Μόνο που αυτές ήταν υποβασταζόμενες από τους συγγενείς τους και ο νους μας πήγε στον άλλο παραλυτικό του Ευαγγελίου, που οι φίλοι του χάλασαν τη στέγη του σπιτιού, για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο και να ζητήσουν τη θεραπεία του.
Έτσι κι αυτές οι γυναίκες με τη βοήθεια των οικείων τους ήρθαν από πολύ μακριά και μπήκαν στην κολυμβήθρα, για να συναντήσουν κι αυτές τον Χριστό μέσα στην καρδιά τους, εκεί που δεν χρειάζονται πήλινα μάτια, αλλά αγάπη και πίστη.
Τι δύναμη ψυχής είχαν άραγε αυτές οι γυναίκες; Για αυτούς τους ταπεινούς και καλοπροαίρετους ανθρώπους πρέπει να συνεχίσουμε με θάρρος και ζήλο, παρά τις δυσκολίες και τους πειρασμούς, τη διακονία της διάδοσης του Ευαγγελίου, αν και και κατά βάθος… εμείς διδασκόμαστε από αυτούς!
#orthodoxdioceseofarushaandcentraltanzania
***
Το πρωτοχριστιανικό βίωμα – "Πρωτοχριστιανικές" εμπειρίες Αφρικανών Ορθόδοξων Χριστιανών
Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Αφρικής
Τρίτη 24 Μαΐου 2022
Συγκινεί ο Παλαιστίνιος πρέσβης για την ανιψιά του αγίου Παϊσίου: "Τώρα ενώθηκε μαζί του"
Καθήλωσε ο Πρέσβης της Παλαιστίνης Yussef Dorkhom με μήνυμά του για την εις Κύριον εκδημία της Ειρήνης Μουρελάτου, ανιψιάς του Αγίου Παϊσίου.
"Μακάρι η ψυχή της να αναπαυθεί εν Ειρήνη, τώρα έχει ενωθεί με τον Θεό και τον θείο της Άγιο Παίσιο", αναφέρει στο μήνυμά του στο ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE ο Πρέσβης, ορθόδοξος Χριστιανός και ο ίδιος, που θαυμάζει τον Άγιο Παίσιο.
"May her soul Rest In Peace, now she is united with God and her uncle Saint Paisios".
Έφυγε σε ηλικία 77 ετών.
Θλίψη μεγάλη στην τοπική κοινωνία, ήταν μια Άγια Γυναίκα
Του Δημητρίου Στρουμπάκου
Εκοιμήθη σε ηλικία 77 ετών στο Ληξούρι η Ειρήνη Μουρελάτου, το γένος Εζνεπίδη, ανιψιά του Αγίου Παϊσίου, καθώς ήταν κόρη της αδελφής του Ζωής.
Η μακαριστή υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητή στην περιοχή και όπως μας τόνισαν κάτοικοι της περιοχής υπήρξες μια πηγή μαρτυρίας για την οικογένεια Εζνεπίδη που ήρθε από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, ιδιαίτερα όμως για τον θείο της Άγιο Παΐσιο τον οποίο μετά την Αγιοκατάταξή του τιμούσε ιδιαιτέρως κατά την ημέρα μνήμης του, 12 Ιουλίου, όπως φαίνεται και στην κεντρική φωτογραφία, η οποία είναι λήψη από εορτή του Αγίου στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Μηνιατών στο Ληξούρι.
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021
Αγαπούμε τους εχθρους μας (& τους εχθρούς της πίστης μας) όπως αυτή η αγιασμένη γιαγιάκα;
Περπατά ο Θεός δίπλα μας, μέσα από τις μορφές απλών και χαριτωμένων ανθρώπων
Τι & πώς
«Παππούλη…..συγνώμη…»
-«Τι συνέβη κυρά Βασιλική;»
-«Να… μου κάηκε το πρόσφορο γύρω- γύρω… πολύ λυπάμαι… Μήπως έφταιξα σε τίποτα;»
-«Μην ανησυχείς βρε ευλογημένη ψυχή, συμβαίνει….. μη φορτώνεσαι τύψεις… αρκετά φουρτουνιασμένη είναι ζωή σου…..»
-«Καλά παππούλη… κάντε ότι σας φωτίσει ο Θεός…..»
Άνοιξα τη άσπρη πετσέτα και το προσφοράκι ήταν όντως αρπαγμένο, καμένο όπως άλλωστε και η ψυχούλα της από την πύρα των πειρασμών…..
Άσχημη συμπεριφορά από τον Πατέρα, που έδωσε την σκυτάλη στον σύζυγο
που έδωσε την σκυτάλη στ’ αφεντικό….
Μια ζωή βουτηγμένη στο φαρμάκι με μόνη γλυκιά παρηγοριά κείνη την σκοτεινή γωνιά στην Εκκλησιά που θωρεί ξεκάθαρα την Πλατυτέρα Παναγιά την φιλόστοργη Μάνα με τα Άχραντα χέρια ανοιχτά, σαν μια τεράστια αγκαλιά, έτοιμη να δεχθεί κάθε πονεμένο, κάθε διψασμένο για Αγάπη…
Και σαν Κοινωνεί τον Υιό Της τότε χαίρεσαι και εσύ με την ζωγραφισμένη χαρά στο προσωπάκι της...
Σαν πήρα τα ονόματα προς μνημόνευση είδα ότι κάτω από τον πνευματικό της είχε το όνομα κείνου του ανθρώπου που πολύ την έχει πικράνει...
Κοίτα να δεις…
Κρατώ στα χέρα μου ένα πρόσφορο καμένο μα τόσο Χαριτωμένο…
Πώς μπορείς να μην βγάλεις τον αμνό - Ιησού Χριστό (κατά την ακολουθία της προσκομιδής) από τούτη την προσφορά που "στάζει αίμα", που μοσχοβολά Αγάπη…Υπάρχουν ακόμα ψυχές που Σου μοιάζουν Χριστέ μου….
Στέκουν με τα ματωμένα τους χέρια (αγκαλιά) ανοιχτά…
Και εσύ ψάχνεις δεξιά κι αριστερά για γεροντάδες - μελλοντολόγους…
Θαμπώνεσαι σαν κουνηθεί η κανδήλα ή εμφανιστεί στο τζάμι η μορφή ενός Αγίου….
Περπατά ο Θεός δίπλα μας μέσα από τις μορφές απλών και χαριτωμένων ανθρώπων
και εμείς "αγρό αγοράζαμε"….
π.Ιωάννης Παπαδημητρίου
https://proskynitis.blogspot.com/
"N": Η συγκλονιστική αυτή μαρτυρία ασφαλώς έρχεται σε αντίθεση με τον πολιτισμό των δικαιωμάτων, που επιτάσσει να πολεμάς τους εχθρούς σου και όχι να τους υπομένεις και να προσεύχεσαι γι' αυτούς.
Η Εκκλησία δεν επιβάλλει σε κανέναν να γίνει μάρτυρας, μάλιστα στηλιτεύει τη βία και την καταπίεση και μέσα στην οικογένεια και παντού. Πρέπει να πω όμως, αδελφέ μου, ότι ο ανηφορικός δρόμος της αγιότητας πολλές φορές (τουλάχιστον) περνάει από εκεί όπου δεν περνάει ο δικός μας ο νους.
Να διευκρινίσουμε ότι αυτές οι αγιασμένες ψυχούλες δεν αγαπούν & συγχωρούν επειδή είναι ηττοπαθείς και μαζοχίστριες, αλλά επειδή η χαρά που γεννά μέσα τους η χάρη του Θεού, μέσω ακριβώς της αγάπης και της ταπεινότητάς τους, ξεπερνά κατά πολύ την ανθρώπινη θλίψη & οδύνη που συνυπάρχει στην καρδιά τους (εμείς όμως πολλές φορές, επειδή γινόμαστε σκληροί, βιώνουμε μόνο οδύνη - ούτε συγχώρηση δίνουμε, ούτε χαρά απολαμβάνουμε).
Τώρα, έρχομαι να ρωτήσω αν εμείς, οι πιστοί, έχουμε προσεγγίσει καν αυτή την αγάπη που έχει η σπουδαία αυτή γιαγιά. Υπενθυμίζω τα λόγια του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, που τα κλείνουν όλα:
Διάβασε κι άλλα τέτοια (ξεκινώντας από τα λόγια του Ιησού Χριστού για το θέμα) στην παλιά ανάρτησή μας Υπέρ των αμαρτωλών. Παρακαλώ, επισκεφθείτε την. Και ας ανακρίνουμε τον εαυτό μας με βάση αυτά. Μαχόμεθα υπέρ βωμών και εστιών, αλλά και υπέρ της σωτηρίας των εχθρών μας και των εχθρών της πίστης μας. Ο Θεός μεθ' ημών. Ευχαριστώ.
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021
«Η αμαρτία & η κληρονομιά της γιαγιάς μου»
Το κανονικό μου όνομα είναι Ασημίνα, όπως της γιαγιάς μου, αλλά από τότε που θυμάμαι τον κόσμο κανείς δε με φώναξε αλλιώς, παρά μόνο Μίνα – εκτός από κάτι μεγαλύτερα ξαδέρφια μου, όταν θέλανε να με ειρωνευτούν και να με πικάρουν.
Έτσι, το μόνο όνομα που έμαθα ν’ αναγνωρίζω είναι το Μίνα. Το Ασημίνα, εκτός από ξένο, μου ήταν και μισητό· τόσο ξένο και μισητό, όσο κι η γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου, με τα κοντά σγουρά μαλλιά, ξεβαμμένα ξανθά, τη φουσκωτή μύτη και την άσχετη πράσινη ρόμπα με τους μικρούς ρόμβους… Έμενε σ’ ένα πολύ μακρινό προάστιο, που έμοιαζε με χωριό. Νομίζω πως δεν άκουσα ποτέ τ’ όνομά του. Πηγαίναμε πότε πότε. Εγώ μετά βίας άντεχα πέντε μουτρωμένα λεπτά και μετά βυθιζόμουν στη μοναξιά του tablet μου ή την κοπάναγα για την παρακμιακή καφετέρια της περιοχής, πάλι αγκαλιά με το tablet. Με τη γιαγιά μου δε θυμάμαι ν’ ανταλλάξαμε ποτέ ούτε μια λέξη.
Λογικά, θα υπήρχε και κάποιος παππούς, αλλά δε θυμάμαι να τον είδα ποτέ, ούτε ν’ άκουσα ποτέ να μιλάνε γι’ αυτόν· ίσως είχε πεθάνει ή εξαφανιστεί ή εγκαταλείψει τη γιαγιά μου όταν ήταν νέα – θα υπήρξε κι εκείνη νέα κάποτε…
Επίσης, δεν έμαθα ποτέ αν αυτή η γιαγιά ήταν η μαμά του μπαμπά μου ή της μαμάς μου. Γενικά, νομίζω πως κανείς δε μου είπε ποτέ τίποτα γι’ αυτήν. Θεωρήθηκε δεδομένη.
Γι’ αυτό και δεν την αγάπησα, όπως δεν αγάπησα και τους γονείς μου, που δεν ένιωθα τίποτα να μου προσφέρουν, πέρα από κριτική και έλεγχο. Χρειάστηκε να περάσω τα ζόρια για να καταλάβω πως κατά βάθος τους αγαπούσα όλους.
Τέλος, ποτέ δεν έμαθα αν υπήρχε και δεύτερο σετ παππού και γιαγιάς – αυτοί κυκλοφορούν ανά ζεύγη των δύο, όπως κάποια σερβίτσια. Αλλά εγώ ή δεν είχα (δηλαδή θα είχαν πεθάνει) ή ζούσαν πολύ μακριά (σε άλλη χώρα; σε άλλη ήπειρο; σε άλλον πλανήτη; στη Γη, ας πούμε;), γιατί ούτε τους συνάντησα, ούτε άκουσα ποτέ να μιλάνε γι’ αυτούς.
Anyway, όταν βρέθηκα κυκλωμένη από το απαίσιο σκοτάδι, είδα μακριά τη γιαγιά μου να κουνάει τα χέρια, σα να με φωνάζει. Αυτό με ξύπνησε και μπόρεσα να καλέσω βοήθεια, που ήρθε πιο γρήγορη και πιο δυναμική απ’ ό,τι φανταζόμουν!
Έτσι, όταν τέλειωσαν όλα, ήξερα ότι έπρεπε να συναντηθώ με τη γιαγιά μου· να ξεκαθαρίσω το ρόλο της στην υπόθεση και να την ενημερώσω εγώ η ίδια για τις εξελίξεις· και να της πω, αλλά και ν’ ακούσω απ’ αυτήν (όπως έλπιζα υποσυνείδητα) όλα όσα έπρεπε να έχουμε πει η μία στην άλλη όλ’ αυτά τα χρόνια…
Στην αρχή σκέφτηκα να πω στους γονείς μου να πάρουμε το αμάξι μας και να πάμε το σαββατοκύριακο. Αλλά ένιωσα μπόλικη αμηχανία κι η καρδιά μου σφίχτηκε· δεν ήθελα να πάω σαν προστατευόμενο παιδί, αλλά ανεξάρτητη – και να ζήσω κάποιες στιγμές πολύ προσωπικές μου, που να της μοιραστώ με όποιον θέλω.
Έτσι, ρώτησα μόνο το όνομα του χωριού. Αμέσως βρήκα τη διαδρομή στο Google Maps, ρύθμισα στο κινητό μου το JPS, πήρα τους κολλητούς μου, κάθισα πίσω μου στη σέλα τον αδερφό μου και κινήσαμε πρωί Σαββάτου με τα μηχανάκια του Νόντα, της Στέλλας και το δικό μου (που είχαν διασωθεί κι επισκευαστεί μετά από κείνο το ανεκδιήγητο βράδυ στο net café), κι ένα δανεικό μηχανάκι από ένα πρώτο ξάδερφο της Οξάνας· το δικό της, του Τζίμη και της Σοφίας είχαν καεί κι είχαν πάει για παλιοσίδερα.
Φτάσαμε στο χωριό μετά από ώρες κι εκεί δοκιμάσαμε καινούργια έκπληξη. Η γιαγιά μου μας περίμενε. Δε φορούσε τη γνώριμη κακόγουστη ρόμπα, αλλά ένα υπέροχο, παλιομοδίτικο βέβαια, σκούρο μπλε φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν περιποιημένα και γενικά έλαμπε ολόκληρη. Το ίδιο και το σπίτι και η αυλή και ο κήπος, όλα έμοιαζαν ίδια μα έδειχναν διαφορετικά, πιο καθαρά, πιο επίσημα, πιο φωτεινά. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα – το νιώθαμε, μα δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε.
Η γιαγιά μας αγκάλιασε και μας φίλησε, κι εμάς και τους φίλους μας. Κατόπιν μας πήρε και πήγαμε στο δωμάτιό της. Νομίζω πως πρώτη φορά έμπαινα. Ήταν μικρό, κατειλημμένο ολόκληρο από ένα διπλό κρεβάτι (απομεινάρι από την εποχή του παππού μας) και μια ντουλάπα. Στον τοίχο, σε μια γωνιά, ήταν κρεμασμένα εικονίσματα και στον άλλο τοίχο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Τώρα σκέφτομαι πως θα έδειχνε τον παππού και τη γιαγιά μας, μα τότε δε μου ’κοψε και δεν πλησίασα να την παρατηρήσω. Κοντά στα εικονίσματα ήταν κρεμασμένη μια στεφανοθήκη με δυο στεφάνια – τα στεφάνια τους προφανώς – κι αποκάτω ήταν στερεωμένο ένα μικρό καρφωμένο ράφι, που πάνω του ισορροπούσε, γαλήνιο και καρτερικό, ένα αναμμένο καντήλι.
Τα μάτια της γιαγιάς έλαμπαν. Μας κρατούσε, το Θάνο κι εμένα, από τα χέρια. Καθίσαμε στο διπλό κρεβάτι κι οι υπόλοιποι στέκονταν γύρω κι έμοιαζαν λίγο με τιμητική φρουρά (χαμογελάω γράφοντάς το). Όλοι φαίνονταν συγκινημένοι, σα να είχε απλωθεί μια μαγική γέφυρα, όπως αυτές που βλέπουμε σε κάποιες ταινίες, που μας είχε συνδέσει μ’ έναν ακόμη άγνωστο κόσμο: το παρελθόν της γενιάς μας, τις ρίζες μας, που ώς τότε – αποκομμένοι απ’ όλα και καλωδιωμένοι στα gadgets, με το μυαλό γεμάτο ψυχοζωύφια – δεν είχαμε σκεφτεί καν ότι υπήρχαν.
«Παιδιά μου», μας είπε, «πάντα σας αγαπούσα, μα δεν τόλμησα ποτέ να σας το δείξω. Ιδίως σ’ εσένα, Μίνα μου, που ήσουν πάντα απόμακρη και βλοσυρή».
Την κοιτούσα χωρίς να μιλάω. Παράλληλα, έβλεπα και τη μορφή της στην κολασμένη έρημο, όπου με είχε σώσει.
«Οι γονείς σας δε μου είπαν τίποτα για την περιπέτειά σας… Τα έμαθα όμως όλα από έναν παράξενο επισκέπτη. Ένα μικρούλη δράκο, που έβγαινε από το εικόνισμα του άη Γιώργη, καθόταν στο κομοδίνο μου και μου μιλούσε».
Κοιταχτήκαμε με το Θάνο και τα μάτια του ήταν δακρυσμένα· σίγουρα το ίδιο και τα δικά μου. Η γιαγιά συνέχισε:
«Προχθές, που ξεκίνησα να ποτίζω τις γλάστρες μας…». Χαμογέλασε. «Αυτές οι γλάστρες έχουν ονόματα και μακάρι να θέλατε να σας τα πω κάποτε» πρόσθεσε. Εμείς κουνήσαμε το κεφάλι μας περιμένοντας να συνεχίσει, με τα μάτια μας καρφωμένα στα δικά της, που γελούσαν από χαρά και συγκίνηση. «Εμφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα του δρόμου το παλικάρι». Αναστέναξε. «Αχ, το ίδιο το παλικάρι, ο άγιος Γεώργιος… Με χαιρέτισε σα ν’ άξιζα κι εγώ κάτι και μου ζήτησε επίμονα να σταματήσω και να προσευχηθώ για σένα, γιατί βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο!».
Κρατούσα την ανάσα μου. Η γιαγιά συνέχισε και στα μάτια της τώρα γυάλιζαν δάκρυα:
«Παράτησα το λάστιχο ανοιχτό, μπήκα μέσα κι έτρεξα στα εικονίσματα. Γονάτισα, έσμιξα τα χέρια κι άρχισα να παρακαλάω την Παναγία, το Χριστό, όλους τους αγίους, δεν ήξερα τι έπρεπε να πω, έλεγα μόνο “εσείς ξέρετε, εσείς τρέξτε, βοηθήστε την!” και δώσ’ του κλάματα… Και μετά, σα να με πήρε ο ύπνος, Μινάκι μου, Μινάκι μου», με χάιδεψε στο πρόσωπο, που ήταν βρεγμένο κι από δικά μου ξαφνικά δάκρυα, «και σε είδα μέσα σ’ ένα καρβουνιασμένο χωράφι, να σε κυκλώνουν σα φίδια μαύρα πλοκάμια! Χριστέ μου, τι τρομάρα που πήρα! Ξύπνησα κι άρχισα να φωνάζω “Χριστέ μου! Παναγιά μου!”, ώσπου γαλήνεψα κι ένιωσα πως ο κίνδυνος είχε περάσει».
«Αλήθεια είχε περάσει, γιαγιά μου» απάντησα και, πρώτη φορά, την αγκάλιασα. «Με ξύπνησες και θυμήθηκα να καλέσω κι εγώ το Χριστό, και ήρθε στο δευτερόλεπτο, μέχρι να πεις κύμινο!».
«Δόξα τω Θεώ» αναστέναξε η γιαγιά μου. «Αμέσως πήρα τηλέφωνο σπίτι σας, δε βρήκα κανέναν. Τηλεφώνησα του μπαμπά σου στο κινητό, μου ’πε πως έχετε δουλειά, πως είσαι μαζί του, και δε ρώτησα περισσότερα. Σκέφτηκα πως μπορεί να μου φάνηκε, πως ίσως δεν είχες βρεθεί σε κανένα κίνδυνο, και μακάρι να ’ταν έτσι, κι όλα αυτά μπορεί να ’ταν η φαντασία μου, μια γριά είμαι εξάλλου, που αρχίζει να τρελαίνεται και κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά – εμένα θα ’ρχόταν να ειδοποιήσει ο άη Γιώργης;».
«Κι όμως, γιαγιά μου, ήρθε, και σ’ εσένα και σ’ εμένα!...».
«Και πέρασε μια μέρα και χθες ήρθε στ’ όνειρό μου ο μικρούλης ο δράκος και μου ’πε πως όλα πήγανε καλά, πως αντάμωσες τον αδερφό σου – οι γονείς σου, ούτε πως είχες χαθεί, αγοράκι μου, δε μου ’χανε πει, για να μη στενοχωρήσουνε βέβαια – και πως σήμερα το απόγεμα θα ερχόσασταν με τους φίλους σου να μου μιλήσετε! Τι χαρά! Μόνο που έχω κι εγώ τώρα μια αποστολή, που μου την ανακοίνωσε ο μικρός ο δράκος απ’ τον άη Γιώργη».
«Δηλαδή, γιαγιά;» ρώτησε ο Θάνος, που είχε πέσει κι εκείνος στην αγκαλιά της.
Η γιαγιά ξέφυγε απ’ το αγκάλιασμά μας, σηκώθηκε και μας κοίταξε, μαζί με τους φίλους μας.
«Δηλαδή, παιδιά, μου ζήτησε να σας πω δυο κουβέντες για τη ζωή του, που δε σας τις είπα ποτέ και που κανείς δε βρέθηκε στο δρόμο σας να σας τις πει».

Έτσι η γιαγιά μου μας είπε για τον άη Γιώργη. Για τους γονείς του, τον άγιο Γερόντιο και την αγία Πολυχρονία, που τους θανάτωσαν οι Ρωμαίοι για την πίστη τους στο Χριστό, για το γενναίο στρατιώτη που πολέμησε κατά των βαρβάρων κι αναδείχτηκε στρατηγός των Ρωμαίων σε ηλικία μικρότερη από τριάντα χρονών… Για τη διαταγή του αυτοκράτορα, τον αλύπητου Διοκλητιανού, προς τους στρατηγούς του, να βασανίσουν και να εξολοθρεύσουν τους χριστιανούς. Για την τόλμη του αγίου, που παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε πως δε μπορεί να εφαρμόσει τη διαταγή του, γιατί κι ο ίδιος είναι χριστιανός!
Για τα φρικτά βασανιστήρια που του κάνανε, τα θαύματα που γίνανε όσο ήταν στη φυλακή, τους ειδωλολάτρες που πίστεψαν στο Χριστό, απλώς και μόνο βλέποντας τη δύναμη και το θάρρος του αγίου… Για το θάνατό του, την ταφή του, τα πολλά του θαύματα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, για το μοναστήρι του στην Πόλη, όπου μαζεύονται οι Τούρκοι, τον τάφο του στην Παλαιστίνη, όπου μαζεύονται οι Άραβες, ακόμη και την ιστορία με το δράκο και τη βασιλοπούλα, που πολλοί νομίζουν πως είναι μύθος, μα εμείς ξέραμε πια πως ήταν αλήθεια…
Και μετά μας μίλησε για τον άγιο Δημήτρη και τον άγιο Νέστορα και το Λυαίο, τη φυλάκιση του αγίου Δημητρίου στους βόθρους των ανακτόρων, το μύρο που έτρεξε και τρέχει ακόμα πολλές φορές απ’ τα λείψανά του, τη σπουδαία εκκλησία του στη Θεσσαλονίκη, πάνω στο σημείο που ήταν η φυλακή και ο τάφος του… Και τα πολλά θαύματά του, όπως στη μάχη για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, που ο Τούρκος πασάς την παράδωσε στις 26 του Οχτώβρη, επίτηδες, για να συμπίπτει με τη γιορτή του αγίου Δημητρίου, και τη μάχη με το Σκυλογιάννη, τον τύραννο των Βουλγάρων, που ζωγραφίζεται στις εικόνες του να τον νικάει…
Τι παλικάρια! Τι άγιοι! Τι άνθρωποι γεμάτοι αγάπη, δύναμη, πίστη!
Αυτοί είναι ήρωες κι όχι οι μεταλλαγμένοι, οι εξωγήινοι κι οι εκδικητές που διαβάζουμε στα κόμικς.
Κι ο Νόντας τη ρώτησε για τον άγιο Μάμα, που μας είπε ο δράκος πως ήτανε δεκαπέντε χρονών, κρυβόταν στα βουνά και τον έτρεφαν τα ελάφια. Η γιαγιά ήξερε. Μάθαμε και γι’ αυτόν. Δεν περίμενα καθόλου πως η γιαγιά μου ήταν μια σοφή δασκάλα, κι όμως, είχα τόσα να μάθω απ’ αυτήν, αν της είχα δώσει σημασία από τα μικρά μου χρόνια…
Και μας είπε για την αγία Βαρβάρα, που τη βασάνισε και τη σκότωσε ο πατέρας της, για την αγία Αικατερίνη, που, ενώ ήταν φυλακισμένη, έπεισε πενήντα φιλοσόφους, πεντακόσιους στρατιώτες και τη γυναίκα του αυτοκράτορα να γίνουν χριστιανοί, την αγία Παρασκευή, που γιάτρεψε τα μάτια του βασιλιά, που είχαν καεί από την καυτή πίσσα που ετοίμαζε για να τη βράσει ζωντανή!...
Κι όταν φύγαμε από ’κεί, είχε νυχτώσει. Κι όλοι νιώθαμε αναμμένοι και φουντωμένοι, σα να ’χαμε μυηθεί σε μια κρυφή γνώση, που μας την είχανε κρύψει σκόπιμα για να μας παραπλανήσουν και τώρα την είχαμε μάθει σε μια μυστική συνάντηση, μιας ομάδας αντίστασης.
Δεν ήμασταν πια μόνο Πειρατές των Υπονόμων, αλλά και η Αντίσταση, όπως στο Terminator και στο Star Wars.
***
Όμως, πριν φύγουμε, η γιαγιά μας εξομολογήθηκε και τον καημό της.
«Αυτός είναι ο παππούς σας» μας είπε και μας έδειξε τη φωτογραφία του στον τοίχο. «Δυστυχώς, εγώ τον κατέστρεψα».
«Δηλαδή, γιαγιά μου;» τη ρώτησα με αγωνία.
Μας διηγήθηκε με σπασμένη φωνή:
«Ήμασταν νέοι, ερωτευμένοι, αλλά πάρα πολλοί φτωχοί… Μέναμε σ’ αυτό εδώ το σπίτι. Του γκρίνιαζα και τον έπεισα να φύγει μετανάστης στην Αμερική, όπως τόσοι και τόσοι εργάτες τον καιρό εκείνο. Έφυγε κι εγώ ήμουν έγκυος στη μαμά σας, παιδιά μου. Κι όταν έφευγε κι έσκυβε να με φιλήσει, αντί να τον χαιρετήσω, του είπα σαν οχιά: “Αν δε φέρεις λεφτά στο σπίτι μας, μην ξαναγυρίσεις”».
«Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, γιαγιά μου;» ρώτησα με φρίκη.
«Αυτή είναι η αμαρτία μου, παιδιά μου, που παρακαλώ μια ζωή το Θεό να με συγχωρέσει… Ήμουν άμυαλη, δεν ήθελα λούσα, μόνο μια ζωή κάπως άνετη για μένα και τα παιδιά μου και νόμιζα πως τα λεφτά θα ήταν η λύση. Κι εκείνος τραβήχτηκε με μάτια συννεφιασμένα, έφυγε χωρίς να μιλήσει και, όπως του είχα πει, δεν ξαναγύρισε…».
Σταμάτησε ν’ ανασάνει, με νέο κλάμα, αυτή τη φορά γεμάτο πόνο και δυστυχία.
«Ξέρω πως πήγε στον Παναμά να δουλέψει. Έλαβα μια δυο φορές χρήματα, ποτέ γράμμα. Κι έπειτα τίποτα. Περίμενα, περίμενα κι έκλαιγα. Τι απέγινε; Δεν έμαθα». Έκανε παύση. «Μετά από χρόνια γνώρισα έναν εργάτη, που είχε έρθει από τον Παναμά σαν τουρίστας και ξέπεσε στα μέρη μας. Του μίλησα για τον παππού σας και τα μάτια του έλαμψαν. Τον είχε γνωρίσει και μου ’πε πως πιο καλό άνθρωπο δεν είχε δει στη ζωή του… Και πως συνέχεια μιλούσε με αγάπη για μένα και για το παιδί του, που δεν το ’χε γνωρίσει, και πως πολλές φορές τους μιλούσε για το Χριστό και κάμποσοι έγιναν χριστιανοί ορθόδοξοι απ’ όσα τους έλεγε! Κι εκείνος τους βάφτισε κι έγινε νονός τους. Κι ο ίδιος ο εργάτης που ήταν στην πόρτα μας, ήταν ένας απ’ αυτούς…».
«Και μετά;».
«Μια μέρα έφυγε σ’ άλλη πόλη και κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα γι’ αυτόν. Ζει; Πέθανε; Αν πέθανε, πώς, πού, πού είναι θαμμένος; Αν ζει, γιατί δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί μου; Παντρεύτηκε άλλη; Έκανε άλλα παιδιά; Δε θα τον κατηγορούσα. Δεν τον αγαπούσα – το ήξερε· γυναίκα που αγαπάει τον άντρα της, δεν τον αποχαιρετάει με τέτοια κουβέντα. Τώρα θα ’ναι γέρος, ίσως να ’χει πεθάνει από άλλη αιτία… Πάντως, να ξέρετε, παιδιά μου», είπε σε όλους μας, «πως πρέπει ν’ αγαπάτε. Να μη θεωρείτε τίποτα δεδομένο, ούτε πως ο άλλος είναι υποχρεωμένος να σας αγαπάει. Να αγαπάτε, κι όλα θα πάνε καλά, ακόμη κι όταν πάνε χάλια».
Έτσι, εκείνη τη μέρα, πολλά από τα ποτέ, που έγραψα στην αρχή, σε σχέση με τη γιαγιά μου και τον παππού μου, καταργήθηκαν.
Αποχαιρετιστήκαμε με γεύση γλυκόπικρη. Ξέχασα να σας πω πως, ενώ μας μιλούσε για τους αγίους, μας είχε φιλέψει γλυκά κουταλιού, που είχε φτιάξει μόνη της, και ξηρούς καρπούς και σοκολατάκια… Αλλά η τελική γεύση ήταν γλυκόπικρη. Δεν την έκρινα τη γιαγιά μου· είχε κάνει λάθος. Όλοι κάνουμε λάθη κι όσο μεγαλώνουμε θα κάνουμε κι άλλα. Της είπα:
«Γιαγιά, εξομολογήθηκες ποτέ σου όσα σε βαραίνουν;».
«Ναι, παιδί μου. Και ξέρω πως ο Θεός συγχωρεί. Εγώ δυσκολεύομαι να συγχωρέσω τον εαυτό μου».
Μετά, μου είπε:
«Σε παρακαλώ, αν μπορείς, πάρε αύριο τους γονείς σου κι ελάτε από ’δώ. Για λίγο μόνο. Πες τους το· είναι ανάγκη».
***
Και την άλλη μέρα, Κυριακή, προς το μεσημέρι, πήραμε το αυτοκίνητό μας και πήγαμε. Είχα πει στους γονείς μου όλη την αλήθεια. Εκείνοι μουρμούριζαν που δεν τους είχα πει τίποτα. Δε μ’ ένοιαξε τότε, ούτε τώρα. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών νομίζω ότι καθάρισαν κι απολύμαναν το μυαλό μου από τα κομπιουτεροκακάκια και τα ψυχοζωύφια.
Πήγαμε στη γιαγιά. Μας καλοδέχτηκε, περιποιημένη όπως χθες. Μας έστρωσε τραπέζι μ’ ένα σωρό καλούδια. Μετά, μας έβγαλε στην αυλή, το Θάνο κι εμένα, με μια παράξενη επισημότητα, σα να μας έβαζε μέσα στην καρδιά της, και άρχισε να μας δείχνει τις γλάστρες, που ήταν αραδιασμένες κοντά στους τοίχους:
«Αυτά τα βασιλικά λέγονται Λουκάς και Κατίνα, όπως οι γονείς μου. Αυτές οι μπιγκόνιες είναι τ’ αδέρφια μου, η Γωγώ, ο Σταύρος, η Χρυσούλα κι ο Παύλος. Τα κυκλάμινα εκείνα είναι τα πεθερικά μου, ο Λάμπρος κι η Σπυριδούλα. Εκεί, τα ζουμπούλια, η κόρη μου κι ο γαμπρός μου, οι γονείς σας, παιδιά μου, ο Βαγγέλης κι η Ρένα, κι αυτές οι γαρδένιες εσείς, να ο Θάνος και να η Μίνα».
Μας έδειξε κι άλλα, γιασεμιά, γαρύφαλλα, τριανταφυλλιές, ονοματισμένα από παππούδες, γιαγιάδες, χωριανούς, ξαδέρφια και φίλους… Ήταν μια μυρωμένη ξενάγηση, μια μικρή γωνιά παραδείσου γεμάτου αγάπη σε μια φτωχική χωριάτικη αυλή, που μας θύμισε κάπως το βασίλειο του Μελένιου Δράκου.
Έκανε παύση κι αναστέναξε από την καρδιά της.
«Κι αυτή η μπουκαμβίλια, η πιο αγαπημένη μου, είναι ο Γιώργης, ο παππούς σας» κατέληξε κι έκλαιγε.
Κατόπιν μπήκαμε μέσα, μας αποχαιρέτησε και μας φίλησε, γονείς και παιδιά, και είπε με φωνή που μας φάνηκε πως κρεμόταν σ’ ένα ελαφρό τρέμουλο:
«Δοξάζω το Θεό, που, έστω και την τελευταία στιγμή, έκανα λίγο το χρέος μου, μιλώντας στα εγγόνια μου για τους αγίους. Παιδιά μου, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ν’ αγαπάτε και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο… Μίνα μου, Θάνο μου, σας παρακαλώ, ν’ αγαπάτε και να συγχωρείτε τους γονείς σας. Ν’ αγαπάτε το Χριστό και την Παναγία, παιδιά μου, που είναι το Φως της ζωής μας. Καλή αντάμωση».
Έτσι έμαθα ν’ αγαπώ τους γονείς μου και να τους συγχωρώ που δεν ήξεραν πώς να είναι τέλειοι γονείς· ελπίζω πως κάποτε θα με συγχωρέσουν κι εμένα τα παιδιά, που ίσως αποχτήσω, αφού κι εγώ δε θα είμαι τέλεια μαμά. Βέβαια, στην κατάλληλη στιγμή (εκείνη που θα νομίζω κατάλληλη, πάντως όχι πριν πεθάνω από βαθιά γεράματα), σκοπεύω να τους πω αυτή την ιστορία και σίγουρα θα τους έχω μιλήσει για τους αγίους, που τόσο με γοήτευσαν.
Έκανε το σταυρό της κοιτώντας τα εικονίσματα, που είχε στον τοίχο, ξεκρέμασε τη φωτογραφία του παππού μας, ξάπλωσε κρατώντας την στην αγκαλιά της και, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μας, έκλεισε τα δικά της κι απογειώθηκε η ψυχούλα της για το δρόμο προς τον παράδεισο.
Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτή καλύτερα.
Σάββατο 19 Ιουνίου 2021
Θεός σχωρέστους, δόξα Σοι Κύριε...
Έλενα (Τι & πώς)
Θυμάμαι πάντα εκείνη την αναστάτωση, στο σπίτι, όταν πλησίαζε το Ψυχοσάββατο.
Λες και ήταν γιορτή (και βέβαια ήταν η μεγάλη των ψυχών γιορτή) προετοιμάζονταν η συχωρεμένη η γιαγιά και η μάνα μου.
Θυμάμαι την νενέ μου (γιαγιά) να φέρνει εκείνη την γκρι χαρτοσακούλα με τα γαλάζια γράμματα "εδώδιμα-αποικιακά" (ο Θεός να το κάνει αποικιακό το μπακαλικάκι της γειτονιάς...). "Στάρι έφερα, να το καθαρίσω να είναι έτοιμο".
Όχι γρήγορα και βιαστικά πράγματα, όλα σε μια μέρα στριμωγμένα.
Έβγαινε στην λιακάδα της αυλής και καθάριζε το σιτάρι από πετρούλες και σκουπιδάκια, τίναζε την ποδιά της στο παρτέρι και ξανάβαζε το σιτάρι στην σακούλα του.
Άλλη μέρα το έπλενε, το άφηνε να στεγνώσει, έσπαζαν τα καρύδια, τα αμύγδαλα, έβγαιναν οι σταφίδες από το ντουλάπι, καθάριζαν τα ρόδια, χτυπούσαν στο μπρούντζινο γαβάνι το παξιμάδι, τελευταία έκανε εμφάνιση η ...αρχόντισσα η ζάχαρη άχνη.
Είχε μια εγκαρτέρηση και ένα σέβας ετούτη η παράξενη διαδικασία του κόλλυβου. Θυμιάτιζαν κιόλας, συχνά - πυκνά, εκείνες τις μέρες και ανάμεσα η νενέ γύριζε την άκρη της καρώ ποδιάς, σκούπιζε τα μάτια και έλεγε "Θεός σχωρέστους".
Ο πατέρας της είχε σκοτωθεί το '12 (όπως έλεγε) στον πόλεμο και η μάνα της, μόλις έμαθε τον θάνατό του, έπεσε ξερή, άφησε τρία μικρά παιδιά και πήγε να τον βρει. Τέτοιος έρωτας και τόσος πόνος! Περσεφόνη την λέγανε την προγιαγιά μου μα ποτέ δεν γύρισε, έστω για έξη μήνες στον απάνω κόσμο (όπως η μυθική συνονόματή της), να δει τα ορφανά και μετά να ξαναπάει στον άντρα της, στον κάτω κόσμο!
Τον παππού τον Σπύρο η νενέ τον έχασε στα 26 της χρόνια. Πρωτύτερα είχε χάσει δυο μικρά κοριτσάκια. "Πήρε ο Θεός το μεράδι Του" έλεγε.
Είχε λοιπόν αρκετούς λόγους να γυρίζει την άκρη της ποδιάς της...
Μετά αποκτήσαμε εμείς πολλούς λόγους να φυσούμε αμήχανα καθαρή μύτη σε χαρτομάντιλα (δίχως να χρειάζεται να καθαρίζουμε το σιταράκι αφού πια το αγοράζουμε τυποποιημένο): Πήγε η νενέ να βρει τους γονιούς της, έφυγαν οι άλλοι παππούδες, θειάδες, μπαρμπάδες, ο πατέρας πεθύμησε την μάνα του, γέμισε το χαρτί "υπέρ αναπαύσεως" ονόματα... Θεός σχωρέστους.
Άδειασε και η γειτονιά από μπαστούνια "τακ- τακ, περνάει ο μπαρμπα Γιάννης", από βελονάκια, βελόνες πλεξίματος, φραστ-φρουστ των σκουπιδιών που μαζεύονταν από τις αυλές στα φαράσια, αποδήμησαν οι κυρούλες, ανάμεσα εφηβικοί έρωτες σκοτώνονταν με μηχανάκια, αποκτήσαμε κι' εμείς λόγο ουσιαστικό εις τον σίτον ενώ -μέχρι πρόσφατα- μας αφορούσε ο οίνος της θείας κοινωνίας και το έλαιον της εσπερινής κανδήλας -"άντε καλέ, νύχτωσε. Πότε θα φιλοτιμηθείς ν' ανάψεις το καντηλάκι;".
Από ψιλή σήτα να περνά η άχνη για νάναι "πιτήδεια" (επιτήδεια, δηλαδή φροντισμένη και όχι ως έτυχε) πάνω στο κόλλυβο.
Από ψιλή σήτα την περνούμε και μεις, με αργές κινήσεις και εν σιωπή, για να προλαβαίνουν να επιστατούν οι άγγελοι και οι ψυχούλες.
Θεός σχωρέστους, δόξα Σοι Κύριε.
Συμπληρωματικό κέρασμα
Η ομορφιά του Ψυχοσάββατου
Όταν η Εκκλησία μιλάει για το θάνατο…
Ψυχοσάββατο: Η ορθόδοξη «Μέρα των Νεκρών» και η κοινωνική σημασία της
Τα πνεύματα των νεκρών και εμείς
Η κατάργηση του θανάτου - Αποχαιρετώντας τα παιδιά μας για τον Ουρανό…
Το Βραβείο της Θείας μου
Η Αγία Γραφή για τη μετά θάνατον ζωή των ψυχών
Και βέβαια θ' αναστηθούμε!
«Ευ ζην, ευ θνήσκειν»
Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020
Η κυρά Στέλλα από τη Βάρη, ο κορωνοϊός και ο καρκίνος...
Αγαπητοί Αναγνώστες, κατά καιρούς σας κάνουμε κοινωνούς διαφόρων περιστατικών που συναντάμε και βιώνουμε στην ιερατική μας πορεία, είτε δυσάρεστα είτε ευχάριστα, και με αφορμή αυτά (από το ειδικό) σχολιάζουμε τα διάφορα θέματα που προκύπτουν (τα γενικά). Αυτό επιλέξαμε να κάνουμε και στο σημερινό άρθρο μας, με αφορμή ένα περιστατικό που θα σας διηγηθούμε στη συνέχεια και αφορά ένα πρόσωπο από την Ενορία μας. Ας ξεκινήσουμε…
Πριν πούμε για το συγκεκριμένο περιστατικό, επιτρέψτε μας να σας δώσουμε μια γενική εικόνα για το ποια είναι η κυρά Στέλλα μέσα από τα μάτια μας, όπως την ξέρουμε εμείς μέσα από τη συναναστροφή μας στην Ενορία (τα τελευταία 2,5 περίπου χρόνια), χωρίς να ξέρουμε πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή της πριν πάμε στη νέα μας Ενορία. Η κυρά Στέλλα είναι μια απλή γυναίκα που διάγει πλέον την τρίτη ηλικία, με μια απλότητα, ζωντάνια και μια παιδικότητα που σπανίζει δυστυχώς στα παιδιά και τους εφήβους μας της σημερινής μας εποχής. Άνθρωπος του μόχθου (μαζί με τον συγχωρεμένο τον άντρα της που τον έχει χάσει χρόνια) πάλεψε με ποικίλες δυσκολίες στη ζωή και με εργατικότητα και υπομονή δημιούργησε πράγματα που τους εξασφάλισε μια αξιοπρεπή ζωή και ανέθρεψε και μεγάλωσαν τα παιδιά της και χαίρετε πλέον να βλέπει και να αναθρέφει τα εγγόνια της.
Εκτός από το νοικοκυριό της, η κύρια ασχολία της κυρά Στέλλας είναι στη κυριολεξία η λατρεία Του Θεού. Η Θεία Κοινωνία είναι η πρώτη «τροφή» της ημέρας, σπάνια να μη προσέλθει σ΄αυτήν. και Πρωί-βράδυ στο Ναό συμμετέχει σε κάθε Θ. Λειτουργία, Όρθρο, Εσπερινό και Παράκληση και αν απουσιάζει γίνεται μόνο για πολύ σοβαρό λόγο. Μάλιστα όταν δεν υπάρχει Ψάλτης ή υπάρχει αλλά είναι ένας ή δύο μόνο, η κυρά Στέλλα ανεβαίνει στο ψαλτήρι και βοηθά, ψέλνοντας πρακτικά μεν αλλά από την άλλη καρδιακά, κατανυκτικά και συνειδητά. Σε μεγάλη ηλικία έμαθε το τυπικό της Εκκλησίας μας και μας έβγαλε πρόπερσι και πέρσι (όσο ήταν ανοιχτά οι Ναοί) ολόκληρη Σαρακοστή στις καθημερινές. Εκτός από το Ψαλτήρι μας βοηθά με την ζύμωση πρόσφορων. Υπάρχουν μέρες και λειτουργίες που έχουμε μόνο το δικό της πρόσφορο γιατί δεν έφτιαξε κάποιος άλλος. Τέλος η κυρά Στέλλα είναι παρούσα σε κάθε ποιμαντική δράση της Ενορίας μας, σε εκδρομές, στα κηρύγματα και στις δράσεις του Φιλοπτώχου. Όταν μάλιστα έχει ρεπό ο Νεωκόρος (μία μέρα την εβδομάδα) η κυρά Στέλλα είναι πάλι αυτή που αναλαμβάνει, είτε μόνη της είτε με άλλες κυρίες, το άναμμα των Καντηλιών και μένει και στο Ναό να τον προσέχει όσες φορές χρειάστηκε και της το ζητήσαμε, γιατί εμείς έπρεπε να μεταβούμε για σοβαρό λόγο εκτός Ναού.
Με βάση αυτή την εικόνα που σας μεταφέρω, αντιληφθείτε την κυρά Στέλλα τι σοκ ήταν γι αυτήν, πόσο στεναχωρήθηκε και ήταν σαν έχανε τη γη κάτω από τα πόδια της, όταν έκλεισαν από την Κυβέρνηση οι Ναοί μας, λόγω των μέτρων για το Κορονοϊό. Ελάτε και στη δική μας θέση και στη δυσκολία μας, όταν άνοιξαν μεν οι Ναοί, γινόντουσαν οι Ακολουθίες αλλά έπρεπε να της πούμε ότι δεν μπορεί να έρχεται γιατί επιτρέπονται μόνο 6! Συνέπειες στις κοινωνικές της σχέσεις και βαρύ τίμημα «πλήρωσε» η κυρά Στέλλα ακόμη και πριν κλείσουν οι Ναοί μας: Όταν τα Μ.Μ.Ε. διαμόρφωναν το κλίμα κατά της Εκκλησίας και ήδη οι πιστοί των μεγάλων ηλικιών άρχισαν να φοβούνται και να αραιώνουν, όταν γύρναγε η κυρά Στέλλα προς το σπίτι της, διάφορες φίλες της όταν την έβλεπαν της λέγανε να πάει να πιεί καφέ.
Όταν η ίδια όμως έλεγε ότι γυρνάει από την Εκκλησία, την αντιμετώπιζαν λες και ήταν ακάθαρτη και σαν να ήταν φορέας ήδη του ιού, οι περισσότερες δεν την δέχονταν ή την συμβούλευαν να μη πηγαίνει στην Εκκλησία και πρέπει να προσέχει μην κωλύσει η ίδια και τους άλλους, με αποτέλεσμα φυσικά η ίδια να απομακρύνεται για το σπίτι της με σιωπή αλλά και με απογοήτευση. Ομολογία πίστεως έδωσε η κυρά Στέλλα και μέσα από το σπίτι της όταν κάποιοι από το οικείο της περιβάλλον, προσπάθησαν να την περιορίσουν και να την απομακρύνουν από το να εκκλησιάζεται, επειδή είναι ηλικιωμένη και ανήκει στις ευπαθείς ομάδες.
Στο σημείο αυτό εισερχόμαστε σιγά-σιγά στο θέμα μας. Η κυρία Στέλλα ανήκει στις ευπαθείς ομάδες γιατί είναι καρκινοπαθής. Χρόνια τώρα παλεύει με την ασθένεια σε διάφορα μέρη του σώματός της, με υπομονή, καρτερία, πίστη και αισιοδοξία. Είχε καταφέρει με την βοήθεια του Θεού, των γιατρών αλλά και του ευατού της, να «κοιμίσει» την ασθένεια και να την κάνει σαν να μην υπάρχει στη ζωή της! Όποιος την βλέπει και την συναναστρέφεται και δεν την γνωρίζει, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ότι αυτή η γυναίκα έχει υποφέρει τόσο πολύ στη ζωή της και ότι παλεύει από Καρκίνο. Η στάση της και η όψη του προσώπου της αλλά κυρίως το μειλίχιο χαμόγελό της κρύβει καλά τον Σταυρό που κουβαλά.
Πριν πέντε μέρες λοιπόν, από τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020), μετά το τέλος της Ακολουθίας του Εσπερινού και της Παράκλησης μας πλησιάζει η κυρά Στέλλα και με ύφος θα λέγαμε ικετευτικό μας λέει: «Πάτερ μου, θέλω να σας παρακαλέσω κάτι, επειδή βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων που έκανα την προηγούμενη εβδομάδα και έδειξαν ότι έχω Καρκίνο πλέον και στη σπονδυλική στήλη! Θα ήθελα να κάνετε προσευχή για εμένα όχι για να γίνω καλά ή να μη πονάω, απλά μόνο για να μπορώ να έρχομαι και να μη κόψω από την Εκκλησία μόνο αυτό σας παρακαλώ θα ήθελα!» Εμείς γνέψαμε απλά καταφατικά και αποσυρθήκαμε στο Ιερό αποσβολωμένοι και διδασκόμενοι ταυτόχρονα από το αίτημα αυτής της γυναίκας, που συνοψίζει συνειδητά ή ασυνείδητα, όλη τη Θεολογία της Εκκλησίας για την έννοια του Σταυρού στη ζωή των ανθρώπων, αλλά και το θέμα της αντιμετωπίσεως της ασθένειας από την μεριά των Χριστιανών!
Είναι γεγονός, ότι οι περισσότεροι ζητούμε την πλήρη ίαση είτε από μικρές είτε από τις μεγάλες μας ασθένειες για να κάνουμε την ζωή μας χωρίς δυσκολίες. Οι περισσότεροι ίσως γκρινιάζουμε και ίσως τα βάζουμε και με το Θεό και θέλουμε να μη πονάμε και υποφέρουμε για να χαρούμε την ζωή, λίγοι όμως μόνο καταλαβαίνουμε ότι όταν συμβαίνει αυτό και το αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο, με υπομονή και καρτερία, τότε βρίσκουμε την όντως χαρά, αφού ταπεινωνόμαστε και καταλαβαίνουμε τα ανθρώπινα όριά μας, αλλά και την φιλανθρωπία του Θεού όταν μας ενισχύει να το αντιμετωπίζουμε.
Κλείνοντας το άρθρο μας αγαπητοί μας Αναγνώστες, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι ξέρουμε ότι η κυρά Στέλλα δεν είναι ο μόνος άνθρωπος που δοκιμάζεται και αντιμετωπίζει με τέτοιο «λεβέντικο» τρόπο την ασθένειά της, σίγουρα υπάρχουν εννοείται και πολλοί άλλοι. Οφείλουμε επίσης να πούμε ότι δεν είχαμε καμία διάθεση «αγιοποιήσεώς» της, όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας και τα τρωτά μας σημεία (αυτή είναι και η τραγικότητά μας ότι «κανείς προφήτης στον τόπο του» όσοι την γνωρίζουν και θα διαβάζουν αυτές τις γραμμές είμαστε σίγουροι ότι θα πουν ή θα σκεφτούν ναι εντάξει ωραία όλα αυτά, αλλά όμως η συγκεκριμένη έχει πει ή έχει κάνει και αυτά…). Όμως μέσα από το άρθρο μας, ελπίζω να έχει κατανοητό, για το ανυπέρβλητο μεγαλείο του αιτήματός της, που συνήθως στα Συναξάρια ή στα Γεροντικά μας συναντάς.
Τέλος θα παρακαλέσουμε και εσείς που διαβάζετε αυτές τις γραμμές να
έχετε στη προσευχή σας την κυρά Στέλλα ώστε να πραγματοποιήσει την
επιθυμία της και να μη σταματήσει να έρχεται στην Ενορία μας, για όσο
διάστημα θέλει και επιτρέψει ο Θεός μας. Σας ευχαριστώ!
Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
Δύο Κύπριες αγίες της διπλανής πόρτας, που μπορούν να διδάξουν τη ζωή σε κάθε σύγχρονο άνθρωπο
ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ
Η Ελένη Πολυβίου (Ελού) ήταν μια αληθινή Κύπρια ασκήτρια εν τω κόσμω, που έκανε πράξη την προσταγή του Ευαγγελίου «ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΗΜΩΝ»
Η Ελού αγάπησε καί πόνεσε πολύ στην ζωή της. Ο μεγαλύτερος πόνος της, ανάμεσα στίς πολλές θλίψεις που δοκίμασε κατά τόν επίγειο βίο της, ήταν η απώλεια του πρωτόκου γυιου της Γεωργίου, κατά τήν τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τό καλοκαίρι του 1974. Ένας πόνος, πού, μέσα από τήν πίστη, μεταμορφώθηκε σέ αληθινή αγάπη καί προσευχή γιά όλους.
Έμαθε τόν πόνο καί τήν θλίψη της νά τα κάνη προσευχή καί όχι κατάθλιψη καί απελπισία.
Κάποια φορά έγραψαν κάποιες εφημερίδες ότι μερικοί αγνοούμενοι ζούνε καί μερικούς από αυτούς τους υποχρέωσαν οι Τούρκοι νά παντρευτούν Τουρκάλες. Τό διάβασε αυτό η γιαγιά η Ελού καί θορυβήθηκε καί είπε στον π. Νεόφυτο: «Νά κάνης μία Παράκληση στον Άγιο Γεώργιο γιά τον Γιώρκο μου. “Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής…” δεν είναι; Αν ο γυιός μου είναι ζωντανός καί αλλαξοπίστησε, καλύτερα νά τόν θερίση από αυτήν τήν ζωή. Εγώ τον θέλω τον γυιο μου ζωντανό, αλλά Ορθόδοξο».
Φτωχή γυναίκα ήταν, ένα πρόσφορο έκανε, καί έκανε καί τήν δική της καρδιά πρόσφορο, τήν προσέφερε στό Χριστό καί ο Χριστός έκανε τόν πόνο της χαρά καί όποιος τήν επλησίαζε εισέπραττε αυτή τήν χαρά από τήν Ελού. Καί έφευγε από κοντά της αναπαυμένος καί χαρούμενος. Γι’ αυτό καί ήταν μαγνήτης.
Σιγά-σιγά αυτή η γυναίκα απόκτησε πολλή χαρά. Τόση χαρά απόκτησε πού έλεγε: «Κύριε, ελέησον. Μά πόση χαρά έχω μέσα στην καρδιά μου. Ιδιαίτερα στην θεία Λειτουργία! Εκείνη τήν ώρα γεμίζει φως ο νους μου καί βλέπω μέσα μου χιλιάδες ονόματα. Καί αρχίζω καί τά διαβάζω. Συλλαβιστά-συλλαβιστά, όπως μπορώ, νά διαβάζω».
Αποτέλεσμα αυτής της χαράς πού ζούσε, άρχισε νά μοιράζη η ίδια χαρά στους πιστούς. Τήν πλησίαζαν νέοι που κατάλαβαν τήν αρετή της, καί πήγαιναν καί τής φιλούσαν τό χέρι. Καί τους έλεγε: «Γυιέ μου, εκατομμύρια ευχές νά έχετε. Εκατομμύρια εκατομμυρίων».
Μέσα στην Εκκλησία έβλεπες όλες τίς γυναίκες νά είναι γύρω από τήν Ελού. Οι νέες νά τήν έχουν κοντά τους, νά τήν παίρνουν στίς αγρυπνίες, νά τής δείχνουν πολύ σεβασμό καί νά τήν έχουν ως ένα πρότυπο χαριτωμένης γυναίκας [χαριτωμένης = με τη χάρη του Θεού μέσα της].
Κάθε Σάββατο, αλλά καί άλλες μέρες, πήγαινε μέ τά πόδια στό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Κοντού στην Λάρνακα, γιά νά καθαρίση τό ναό. Ο μακαριστός πατήρ Νικόλαος, ιερέας του ιερού ναού Αγίου Γεωργίου, ανέφερε στή νύφη της Στέφη ότι καθάριζε τό ναό περισσότερο μέ τά ρούχα της, αφού ήταν γονατιστή όσο καθάριζε τό πάτωμα. Όταν η ηλικία καί η υγεία της δέν της επέτρεπαν νά πηγαίνη περπατητή στον Άγιο Γεώργιο, ξεκινούσε, καί στον δρόμο πάντοτε κάποιον εύρισκε, γνωστό η άγνωστο, που τήν μετέφερε.
Όταν έφθανε στην πόρτα του ναού, γονάτιζε καί πήγαινε γονατιστή μέχρι τήν εικόνα του Αγίου, όπου τόν παρακαλούσε γιά τόν αγνοούμενο γυιό της. Είχε αποθέσει όλες τίς ελπίδες της γιά τήν ανεύρεση του γυιου της στον άγιο Γεώργιο, καί ο Άγιος δέν έμεινε απαθής άπό αυτή τήν συνεχή παράκληση της πονεμένης μάννας.
Μία μέρα, καθώς ευρίσκετο στό Μοναστήρι, είδε τόν Άγιο καβάλα στό άλογο του φέρνοντας μαζί του τό αγνοούμενο παιδί της γιά νά τό δη η Ελένη. Αυτό τό ανέφερε σε μία γνωστή της, τήν οποία παρακάλεσε νά μήν τό πή στή νύφη της γιά νά μήν στενοχωρηθή.
Μετά τόν πόλεμο του 1974 κρατούσαν αρκετούς Τουρκοκύπριους αιχμαλώτους σε ένα γειτονικό σχολείο. Η γιαγιά Ελένη, παρά τόν πόνο του χαμένου παιδιού της, φιλοξενούσε τίς Τουρκοκύπριες πού πήγαιναν νά δουν τους δικούς τους. Όχι μόνο δέν μνησικακούσε [=δεν τις μισούσε], αλλά τους έδινε νερό καί τρόφιμα νά πάνε στους αιχμαλώτους συγγενείς. Αρκετές ήταν οι φορές πού η ίδια μαζί με τον σύζυγό της επεσκέπτοντο τους αιχμαλώτους.
Απόσπασμα από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄, Άγιον Όρος, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου “Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος”, Μεταμόρφωση Χαλκιδικής.
ΜΗΤΕΡΙΚΟ
Η ζωή ορισμένες φορές δεν είναι δίκαια σε όλους μας. Μια από τις πιο ταλαιπωρημενες γυναίκες είναι και η Ανδριάνα Μάρκου.
Ένας υπέροχος άνθρωπος στον οποίο η ζωή αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του, έδειξαν από την πιο τρυφερή ηλικία το πιο σκληρό τους πρόσωπο. Η ιστορία αυτής της γυναικάς είναι συνταραχτική και η στάση της δείχνει σε όλους μας το πόσο στιβαρός χαρακτήρας είναι.
Η κυρία Ανδριάνα Μάρκου είπε:
«Γεννήθηκα στις 4/1/1926 στον Μαραθόβουνο (κατεχόμενο χωριό της Μεσαορίας) και σήμερα ζω στο Κίτι της επαρχίας Λάρνακας. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν κάτι περισσότερο από εφιαλτικά.
Η μητέρα μου ήταν η πιο πλούσια στο χωριό αλλά αγάπησε έναν πολύ φτωχό νέο και επειδή οι γονείς της δεν τον ήθελαν, την έκλεψε. Θεώρησαν μεγάλη προσβολή αυτό που έκανε η κόρη τους και την αποκλήρωσαν. Δεν δέχτηκαν να μας δουν ποτέ στη ζωή τους, ούτε να μας βοηθήσουν.
Όταν η μητέρα μου γέννησε το τρίτο της παιδί, ο πατέρας μου αποφάσισε να πάει στην Αυστραλία. Οι γονείς της όταν το έμαθαν, βρήκαν τον πατέρα μου και του είπαν: «Θα σου δώσουμε εμείς τα χρήματα για να πας στην Αυστραλία αλλά με τον όρο να μην γυρίσεις ποτέ ξανά πίσω». Ήμουν δυο ετών τότε. Ποτέ δεν έστειλε ένα γράμμα ή χρήματα. Δεν μάθαμε ποτέ αν έκανε άλλα παιδιά, άλλη οικογένεια.
Πεινούσαμε και η μάνα μου αποφάσισε να στείλει την μεγάλη μου αδελφή (ήταν 7 ετών τότε) στην Λεμεσό ώστε να εργαστεί ως υπηρέτρια σε ένα παντρεμένο ζευγάρι. Εμένα με έστειλε στον παππού μου (πατέρα του πατέρα μου) και την μικρή μας αδελφή την πήρε μαζί της. Πήγαν στην Αμμόχωστο γιατί εκεί θα έβρισκε εύκολα δουλειά.
Τα καλά φτωχικά χρόνια της ζωής της
Κοντά στον παππού μου ζούσα καλά, φτωχικά αλλά καλά. Όταν έγινα 5 ετών, η γιαγιά μου αρρώστησε και ο παππούς μου δεν μπορούσε να φροντίζει και τις δυο, είχε όμως ήδη μεγαλώσει και δυσκολευόταν αρκετά.
Κάποια στιγμή η μητέρα μου επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να με πάρει στην Αμμόχωστο για να με δει. Ο παππούς με πήρε και η μάνα μου του είπε πως αποφάσισε να με δώσει σε μια οικογένεια στη Λεμεσό. Εκείνος δεν ήθελε αλλά η μάνα μου επέμενε. Έτσι, πήγα στη Λεμεσό.
Δυστυχώς όμως, αυτοί οι άνθρωποι δεν μου φέρονταν καλά, μου πετούσαν ένα κομμάτι ψωμί να φάω και δεν με άφηναν να καθίσω στο τραπέζι μαζί τους αλλά έξω στην αυλή. Κοιμόμουν στο πάτωμα, πάνω σε ένα κομμάτι ρούχο. Μου φώναζαν επειδή δεν έκανα όλες τις δουλειές του σπιτιού. Ήμουν όμως 5 χρονών και δεν μπορούσα να καθαρίζω ολόκληρο το σπίτι. Εκεί πέρασα τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου…
Όταν έγινα 7 ετών, άρχισα να κάνω λίγη παρέα με τις υπηρέτριες των διπλανών σπιτιών. Κάθε μέρα μου έλεγαν: «Πρέπει να φύεις να γλυτώσεις. Να πάεις στην αστυνομία τζιαι να τους τα πεις ούλλα». Ένα πρωινό που έφυγαν όλοι από το σπίτι, το έσκασα…
Περπατούσα αρκετές ώρες και ρωτούσα τους περαστικούς να μου πουν που είναι το αστυνομικό τμήμα. Είπα με κάθε λεπτομέρεια στους αστυνομικούς τι περνούσα και τους ζήτησα να με στείλουν πίσω στον Μαραθόβουνο, στον παππού μου. Εκείνοι όμως, ήθελαν να με στείλουν στην μητέρα μου. Αφού την ενημέρωσαν, με έβαλαν μέσα σε ένα λεωφορείο και με έστειλαν στην Αμμόχωστο.
Όταν έφτασα, δεν ήταν εκεί η μητέρα μου και κάθισα σε μια γωνιά να την περιμένω. Λίγο πιο κάτω, καθόταν μόνο του ένα κοριτσάκι. Μετά από αρκετή ώρα, πήγα κοντά του και το ρώτησα ποιον περιμένει. Εκείνη μου απάντησε: «Καρτερώ την αλφή μου, την Ανδριάνα». Έβαλα τα κλάματα και την αγκάλιασα.
Της είπα: «Παναΐα μου! Εσού είσαι η αλφή μου».
Ο παππούς είχε μεγαλώσει πλέον
Έμεινα μόνο ένα βράδυ μαζί τους. Το πρωί η μητέρα μου με έστειλε στον παππού μου. Δυστυχώς όμως, ο παππούς μου μεγάλωσε και δεν μπορούσε. Ήταν διαφορετικά αυτή τη φορά…
Ο παππούς μου ζητιάνευε για να με μεγαλώσει. Έμεινα πολύ λίγο καιρό κοντά του, αναγκαστικά έπρεπε να πάω στην μητέρα μου.
Η ζωή με την μητέρα μου ήταν ακόμα πιο δύσκολη…
Κάθε μέρα πηγαίναμε μαζί της στην αποθήκη που δούλευε. Από το πρωί μέχρι να σχολάσει, την περιμέναμε έξω. Παίζαμε με την αδελφή μου αλλά και με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Μια εβδομάδα αργότερα, μια κυρία που περνούσε συχνά και μας έβλεπε, με πλησίασε και με ρώτησε γιατί ήμουν κάθε μέρα εκεί. Όταν της εξήγησα, με ρώτησε αν θέλω να πάω μαζί της και ζήτησε να δει τη μητέρα μου.
Είπε στην μητέρα μου πως ήθελε να με πάρει μαζί της, να μείνω στο σπίτι της. Εκείνη με έδωσε και μάλιστα με μεγάλη χαρά.
«Εκεί είδα αλλά και ένιωσα για πρώτη φορά τι θα πει πραγματική οικογένεια»
Ήταν δασκάλα και ο άντρας της ήταν φαρμακοποιός. Ζούσαν στην Λάρνακα και με φρόντιζαν σαν δικό τους παιδί. Με έβαζαν μάλιστα, να κοιμηθώ μαζί με το παιδάκι τους. Εκεί είδα αλλά και ένιωσα για πρώτη φορά τι θα πει πραγματική οικογένεια. Μακάρι να έμενα για πάντα αλλά δυστυχώς, μετά από 5 χρόνια, όταν απέκτησαν ακόμα ένα παιδάκι, έφυγα. Συνέβησαν πάρα πολλά και ήταν τότε που ξέσπασε ο παγκόσμιος πόλεμος, ήταν το 1940 και δεν θυμάμαι πως και γιατί έφυγα.
Πήγα πίσω στην μητέρα μου αλλά μετά από μερικές εβδομάδες, με έδωσε σε μια άλλη οικογένεια που είχαν ήδη δυο παιδιά. Θυμάμαι μάλιστα ότι ο άντρας εκείνης της κυρίας, που μετά την έλεγα θεία, ήταν κωμοδρόμος στο επάγγελμα.
Με είχαν καλά και ήθελα να μείνω κοντά τους αλλά όταν έγινα 14 ετών, η μητέρα μου ήρθε να με πάρει γιατί ήθελε να με παντρέψει. Είχε συμφωνήσει μαζί με τους γονείς του γαμπρού. Η θεια μου (η γυναίκα που έμενα σπίτι της) της έλεγε πως ήμουν πολύ μικρή και πως ήταν λάθος αλλά εκείνη επέμενε. Δεν ήθελα ούτε εγώ να παντρευτώ αλλά δεν τόλμησα ποτέ να της το πω.
Εκείνος ήταν 19 ετών και ήταν από την Καρπασία. Επειδή ήμουν πολύ μικρή, δεν δεχόταν ο ιερέας να με παντρέψει και η μητέρα μου έβγαλε ψεύτικο χαρτί ότι ήμουν 16 ετών. Τότε με πάντρεψαν.
Η γνωριμία με την αδερφή της
Με τον άντρα μου αποκτήσαμε 6 παιδιά, το πρώτο μου παιδί το γέννησα στα 16. Περάσαμε δύσκολα χρόνια, αν και ήταν αστυνομικός στο επάγγελμα, έπρεπε να δουλεύω για να μπορέσουμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Τα πρώτα χρόνια μέναμε μαζί με την μάνα μου, την αδελφή μου και τον αρραβωνιαστικό της. Η μητέρα μου το ζήτησε και σκέφτηκα ότι πιθανόν να είχε μετανιώσει και να στεναχωριόταν που πέρασα τόσο χρόνια μακριά της και μάλιστα τόσο δύσκολα. Τότε ήταν που γνώρισα και την μεγαλύτερη αδελφή μου.
Σήμερα…
Με τα παιδιά μου, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μου, αισθάνομαι τόσο όμορφα και τόσο ήρεμα. Με αγαπούν όλοι τόσο πολύ και ποτέ δεν μου χαλάνε κανένα χατίρι. Μεγάλωσα με αξιοπρέπεια τα παιδιά μου και είμαι πολύ περήφανη, αυτά μου δίνουν δύναμη και γι΄αυτό είμαι ακόμα ζωντανή!
Καίγεται η ψυχή μου κάθε φορά που ακούω ότι χώρισε ένα ζευγάρι και ανάλαβε τα παιδιά τους το γραφείο ή τα άφησαν στους γονείς τους.
Σας παρακαλώ μην εγκαταλείπετε τα παιδιά σας, να σκέφτεστε πως πρώτα πρέπει να είναι αυτά καλά και μετά εσείς. Σας το λέει ένας άνθρωπος που τόσο πολύ έχει πληγωθεί και που ακόμα και τώρα, 92 χρόνια μετά, τα θυμάται έντονα και οι πληγές πονάνε ακόμα».
Πηγή: Ενημερωτικό.gr
Άλλες αναρτήσεις κυπριακού ενδιαφέροντος
Ο παππούς Χατζηφλουρέντζος από τη Μηλιά Αμμοχώστου
Ένας σύγχρονος Κύπριος άγιος (ο παππούς Παναής από τη Λύση)
π. Ευέλθων ο Κύπριος, ένας αληθινός ιερέας με τεράστια ανθρωπιστική και πνευματική προσφορά
Ένας άγνωστος Κύπριος νεομάρτυρας
Ο παπάς που φώτισε τη Λεμεσό
Δείτε επίσης τις ενότητές μας
άγιοι της διπλανής πόρτας
Σούπερ Γιαγιάδες
Και:










