close

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πνευματική κληρονομιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πνευματική κληρονομιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Κυριακή του Θωμά: Ιωάννης 20:19–31 // Thomas Sunday: John 20:19–31

 

Η περικοπή Ιωάννης 20:19–31, που διαβάζεται στην θεία Λειτουργία της Κυριακής του Θωμά, δεν είναι απλώς μία «ιστορία αμφιβολίας», αλλά μια συνοπτική αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Αναστημένος Χριστός συγκροτεί την Εκκλησία ως σώμα ζωντανής κοινωνίας, πίστεως και αποστολής. Η Ορθόδοξη παράδοση βλέπει εδώ την έξοδο από τον φόβο, τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, τη θεραπεία της ανθρώπινης δυσπιστίας και τη μαρτυρία ότι ο Ιησούς είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος.
Το κείμενο αρχίζει «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» και «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Οι μαθητές έχουν ακούσει την είδηση της Αναστάσεως, αλλά ο εσωτερικός τους κόσμος παραμένει τραυματισμένος: φόβος, αμηχανία, ανασφάλεια. Ο Χριστός, όμως, έρχεται «καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον». Στη λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας, Αυτός που «στέκεται στο μέσον» είναι ο Κύριος που καθιστά την κοινότητα εκκλησιαστική σύναξη: δεν είναι ιδεολογία που ενώνει, αλλά Πρόσωπο που παρίσταται. Η είσοδός Του, παρά τις κλειστές θύρες, δείχνει ότι το αναστημένο σώμα Του είναι αληθινό σώμα, αλλά πλέον ελευθερωμένο από τους περιορισμούς της φθοράς· δεν πρόκειται για φάντασμα, αλλά για τον ίδιο Ιησού σε νέα, αφθαρτοποιημένη κατάσταση ζωής.
 
Ο χαιρετισμός «Εἰρήνη ὑμῖν» δεν είναι τυπική ευχή. Η ειρήνη εδώ είναι καρπός της καταλλαγής ανθρώπου και Θεού, το τέλος της εχθρότητας που γεννά η αμαρτία. Αμέσως «ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ». Τα σημάδια των ήλων και η πληγωμένη πλευρά φανερώνουν ότι η Ανάσταση δεν καταργεί τον Σταυρό, αλλά τον δοξάζει. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η σωτηρία δεν είναι διαγραφή της ιστορίας του πόνου, αλλά μεταμόρφωσή της σε δόξα: ο Χριστός φέρει τα τραύματα ως αιώνια μαρτυρία της αγάπης Του.
Κατόπιν ο Χριστός «ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον». Η κίνηση της εμφυσήσεως θυμίζει τη Γένεση, όπου ο Θεός εμφυσά στον Αδάμ πνοή ζωής. Εδώ αρχίζει μια νέα κτίση: ο ανακαινισμένος άνθρωπος ζει πλέον «ἐν Πνεύματι». Η δωρεά συνδέεται με την αποστολή και την άφεση των αμαρτιών: «ἄν τινων ἀφῆτε…». Η Εκκλησία δεν κηρύττει γενικά «ιδέες περί συγγνώμης», αλλά διακονεί μυστηριακά τη συμφιλίωση, ως καρπό του Πάθους και της Αναστάσεως. Η εξουσία αυτή δεν είναι ανθρώπινη κυριαρχία, αλλά διακονία θεραπείας, που προϋποθέτει μετάνοια και ένταξη στην εκκλησιαστική κοινότητα.
 
Ο Θωμάς απουσιάζει και δηλώνει ότι χρειάζεται να δει και να αγγίξει. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν τον παρουσιάζει ως «αρνητή», αλλά ως άνθρωπο που επιθυμεί βεβαιότητα προσωπικής σχέσης. Ο Χριστός μετά από οκτώ ημέρες επανέρχεται, πάλι «εἰς τὸ μέσον», και προσκαλεί τον Θωμά να ψηλαφήσει. Δεν τον εξευτελίζει, δεν τον απορρίπτει· συγκαταβαίνει παιδαγωγικά, ώστε η πίστη να γίνει εμπειρία. Η πρόσκληση «μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός» δεν καταδικάζει την αναζήτηση, αλλά θεραπεύει τη δυσπιστία που κλείνει τον άνθρωπο στον εαυτό του.
Η ομολογία του Θωμά «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» είναι η κορύφωση του Ευαγγελίου του Ιωάννη: ο Ιησούς αναγνωρίζεται ρητά ως Θεός. Και όμως, ο μακαρισμός του Χριστού—«μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»—δεν υμνεί μια τυφλή αποδοχή, αλλά μια πίστη που γεννιέται από την εκκλησιαστική μαρτυρία, τα Μυστήρια και την ενέργεια του Πνεύματος. Στη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία ζει αυτή την πραγματικότητα: «βλέπει» και κοινωνεί τον Αναστημένο ως αληθινή παρουσία.
Ο επίλογος της περικοπής φανερώνει τον σκοπό της Γραφής: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες, ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ». Η πίστη δεν είναι ψυχολογική παρηγοριά, αλλά είσοδος στην καινή ζωή, δηλαδή στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι η Κυριακή του Θωμά γίνεται εορτή της βεβαιότητας ότι ο Αναστημένος δεν είναι ανάμνηση, αλλά Κύριος που είναι παρών μέσα στην Εκκλησία Του και μεταδίδει ειρήνη, Πνεύμα Άγιο και ζωή.
***** 
 
Thomas Sunday: John 20:19–31
 
Image

  
The passage John 20:19–31, read at the Divine Liturgy on Thomas Sunday, is not simply a “story of doubt,” but a concise revelation of how the Risen Christ constitutes the Church as a body of living communion, faith, and mission. Orthodox tradition sees here the passage out of fear, the gift of the Holy Spirit, the healing of human unbelief, and the witness that Jesus is truly God and truly man.
The text begins “on the first day of the week” and with “the doors being shut where the disciples were gathered, for fear of the Jews.” The disciples have heard the news of the Resurrection, yet their inner world remains wounded: fear, confusion, insecurity. Christ, however, comes and “stood in the midst.” In the Church’s liturgical experience, the One who “stands in the midst” is the Lord who makes the community an ecclesial assembly: it is not an ideology that unites, but a Person who is present. His entrance, despite the closed doors, shows that His risen body is a true body, now freed from the limitations of corruption; it is not a ghost, but the same Jesus in a new, incorruptible mode of life.
 
The greeting “Peace be with you” is not a conventional wish. Here peace is the fruit of reconciliation between man and God, the end of the enmity generated by sin. At once “He showed them His hands and His side.” The marks of the nails and the wounded side reveal that the Resurrection does not abolish the Cross, but glorifies it. In Orthodox theology, salvation is not the erasure of the history of suffering, but its transfiguration into glory: Christ bears His wounds as an eternal testimony of His love.
Then Christ “breathed on them and said to them, ‘Receive the Holy Spirit.’” The act of breathing recalls Genesis, where God breathes into Adam the breath of life. Here a new creation begins: the renewed human being now lives “in the Spirit.” The gift is linked to mission and the forgiveness of sins: “if you forgive the sins of any….” 
The Church does not merely proclaim general “ideas about forgiveness,” but serves reconciliation sacramentally, as the fruit of the Passion and the Resurrection. This authority is not human domination, but a ministry of healing, which presupposes repentance and incorporation into the ecclesial community.
Thomas is absent and declares that he needs to see and to touch. Orthodox tradition does not present him as a “denier,” but as a person who desires the certainty of a personal relationship. 
 
After eight days Christ returns, again “in the midst,” and invites Thomas to touch. He does not humiliate him; He does not reject him. He condescends pedagogically, so that faith may become experience. The summons, “Do not be unbelieving, but believing,” does not condemn honest searching, but heals the distrust that closes the person in upon himself.
Thomas’s confession, “My Lord and my God,” is the climax of the Gospel of John: Jesus is explicitly acknowledged as God. And yet Christ’s beatitude—“Blessed are those who have not seen and yet have believed”—does not praise blind acceptance, but a faith born from the Church’s witness, the Mysteries (Sacraments), and the energy of the Spirit. In the Divine Liturgy the Church lives this reality: it “sees” and communes with the Risen One as a true presence.
The epilogue of the passage reveals the purpose of Scripture: “that you may believe that Jesus is the Christ, the Son of God, and that believing you may have life in His name.” Faith is not psychological consolation, but entry into new life—namely, communion with the Triune God. Thus Thomas Sunday becomes a feast of certainty that the Risen One is not a memory, but the Lord who is present within His Church and communicates peace, the Holy Spirit, and life.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Μεγάλη Παρασκευή: Η κορύφωση της θυσίας του Κυρίου και η σιωπηλή δύναμη της πίστης

Η ημέρα της σιωπής και της πίστης που ενώνει τους Έλληνες σε κοινό βίωμα και αναζήτηση νοήματος

Image

ΝΙΚΗ

Η Μεγάλη Παρασκευή αποτελεί την πλέον κατανυκτική ημέρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ημέρα σιωπής και βαθιάς περισυλλογής, κατά την οποία ο άνθρωπος στέκεται με δέος ενώπιον του μυστηρίου της Σταυρώσεως και του μεγέθους της θυσίας του Ιησού Χριστού, αναζητώντας το νόημα που αυτή φέρει για την ίδια του την ύπαρξη.

Ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, προσφέρει εκούσια τον εαυτό Του «υπέρ της του κόσμου ζωής», αποκαλύπτοντας την άκρα ταπείνωση και την άπειρη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες, το φως των κεριών και η ευλάβεια των πιστών στους ναούς συνιστούν έκφραση της συμμετοχής στο Θείο Πάθος, ενώ η περιφορά του Επιταφίου γίνεται ζωντανό εκκλησιαστικό βίωμα που ενώνει την κοινότητα σε κοινή εμπειρία πίστης και μνήμης.

Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων, αβεβαιότητας και δοκιμασιών, η ημέρα αυτή αποκτά βαθύτερη υπαρξιακή σημασία. Οι δυσκολίες της καθημερινότητας και η ανασφάλεια για το μέλλον εντείνουν την ανάγκη για πνευματικό προσανατολισμό, οδηγώντας τον άνθρωπο σε εσωτερική αναζήτηση που συνδέεται με το μήνυμα της θυσίας, της μετάνοιας και της επιστροφής στον Θεό.

Στον Σταυρό αναγνωρίζεται όχι μόνο ο πόνος, αλλά και η οδός της σωτηρίας, που περνά μέσα από την ταπείνωση και την πίστη, θεμελιώνοντας μια στάση ζωής που εδράζεται στην αλήθεια και στις πατροπαράδοτες αρχές.

Η Μεγάλη Παρασκευή οδηγεί στην προσδοκία της Αναστάσεως, καλλιεργώντας τη βεβαιότητα ότι η ελπίδα παραμένει ζωντανή και ότι η αναγέννηση αποτελεί διαρκή επιλογή. Το σκοτάδι του Γολγοθά και η σιωπή του Τάφου του Κυρίου προετοιμάζουν το φως της ζωής, υπενθυμίζοντας ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Έτσι, η ημέρα αυτή καλεί τον άνθρωπο σε εσωτερική μεταμόρφωση, οδηγώντας τον από τη λύπη στην ελπίδα και από το σκοτάδι στο φως, μέσα από μια ουσιαστική σχέση με τον Θεό.

Δημήτρης Σωτηρίου

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

"Θέλεις να γίνεις παιδί μου;"

Πέτρος Παπαγεωργίου

Η ερώτηση μου είναι: θέλεις να γίνεις παιδί μου;
Μπορεί να μην με γνωρίζεις, αλλά εγώ ξέρω τα πάντα για σένα. (Ψαλμοί 138:1)
Γνωρίζω πότε είσαι καθιστός και πότε όρθιος. (Ψαλμοί 138:2)
Ξέρω κάθε βήμα σου. (Ψαλμοί 138:3)
Ακόμη και οι τρίχες του κεφαλιού σου είναι μετρημένες. (Κατά Ματθαίον 10:30)
Γιατί φτιάχτηκες κατ’ εικόνα μου. (Γένεσις 1:27)
Μέσα σ’ εμένα ζεις, κινείσαι και υπάρχεις. (Πράξεις 17:28)
Σε γνώριζα πριν ακόμη διαμορφωθείς στην μήτρα της μητέρας σου. (Ιερεμίας 1:4-5)
Σε διάλεξα όταν σχεδίαζα την δημιουργία. (Εφεσίους 1:11-12)
Δεν ήσουν ένα λάθος. (Ψαλμοί 139:15-16)
Γιατί όλες οι μέρες σου είναι γραμμένες στο βιβλίο μου. (Ψαλμοί 139:15-16)
Εγώ όρισα την ακριβή ώρα της γέννησής σου και που θα ζούσες. (Πράξεις 17:26)
Γιατί φοβερά και θαυμάσια πλάστηκες. (Ψαλμοί 139:14)
Εγώ σε διαμόρφωσα στη μήτρα της μητέρας σου. (Ψαλμοί 139:13)
Και σε έφερα στον κόσμο την ημέρα που γεννήθηκες. (Ψαλμοί 71:6)
Με έχουν παρουσιάσει λάθος άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν. (Ιωάννη 8:41-44)
Δεν είμαι απόμακρος και θυμωμένος αλλά είμαι η απόλυτη έκφραση της αγάπης. (Α Ιωάννη 4:16)
Και είναι επιθυμία μου να σε κατακλύσω με την αγάπη μου. (Α Ιωάννη 3:1)
Απλά επειδή είσαι παιδί μου και είμαι ο πατέρας σου. (Α Ιωάννη 3:1)
Σου προσφέρω περισσότερα από όσα θα μπορούσε ποτέ να σου προσφέρει ο σαρκικός σου πατέρας. (Ματθαίος 7:11)
Γιατί είμαι ο τέλειος πατέρας. (Ματθαίος 5: 48)
Κάθε καλό δώρο που λαμβάνεις έρχεται από το δικό μου χέρι. (Ιακώβου 1: 17)
Γιατί εγώ είμαι ο προμηθευτής σου και φροντίζω για όλες τις ανάγκες σου. (Ματθαίος 6: 31-33)
Το σχέδιο μου για το μέλλον σου ήταν πάντα γεμάτο με ελπίδα. (Ιερεμίας 29:11)
Γιατί σε αγαπώ με αγάπη παντοτινή.
(Ιερεμίας 31:3)
Οι σκέψεις μου για σένα είναι αμέτρητες όπως οι κόκκοι της άμμου στην ακρογιαλιά.
(Ψαλμοί 139:17-18)
Και χαίρομαι για σένα με τραγούδια.
(Σοφονίας 3:17)
Δεν θα σταματήσω πότε να κάνω καλό για σένα. (Ιερεμίας 32:40)
Γιατί είσαι το πολύτιμο απόκτημά μου.
(Έξοδος 19:5)
Επιθυμώ να σε στερεώσω με όλη την καρδιά μου και όλη την ψυχή μου. (Ιερεμίας 32:41)
Αν με ψάξεις με όλη την καρδιά σου θα με βρεις. (Δευτερονόμιο 4:29)
Ζήτα την ευτυχία σου σε εμένα και θα σου δώσω ότι η καρδιά σου λαχταρά. (Ψαλμοί 37:4)
Γιατί εγώ είμαι αυτός που σου έδωσα αυτές τις επιθυμίες. (Φιλιππησίους 2:13)
Είμαι ικανός να κάνω για σένα περισσότερα από όσα θα μπορούσες να φανταστείς.(Εφεσίους 3:20)
Γιατί εγώ είμαι ο μεγαλύτερος υποστηρικτής σου. (Β Θεσσαλονικείς 2:16-17)

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Η κλίμαξ της καθημερινής ζωής – Μια αντίστροφη κλίμακα

Με αφορμή την 4η Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, εορτή του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, συγγραφέα της "Κλίμακος" (=Σκάλας).

Image

π. Στεφάνου Φρήμαν

Μετάφραση Κ.Ν.  

OOΔΕ, από Glory 2 God for all things

 

Ίσως η πιο προέχουσα σκάλα στον πολιτισμό μας είναι αυτή που σχετίζεται με την καριέρα. Είναι μια εικόνα του αμερικανικού δρόμου προς την επιτυχία. Ξεκινάμε από ή κοντά στο κάτω μέρος και, βήμα-βήμα, κατευθυνόμαστε προς την κορυφή. Είναι μια μεταφορά που λειτουργεί καλά με τις σύγχρονες αντιλήψεις μας για σκληρή δουλειά, επιμονή και ανταμοιβή. Χρησιμεύει επίσης ως δικαιολογία για πολλές από τις δομές της κοινωνίας μας, και χρωματίζει την κοινή μας άποψη για όσους παραμένουν στην βάση. Είναι μέσω αυτής της πολιτισμικής εικόνας που η «Σκάλα» του Αγίου Ιωάννη του Σινά (της Κλίμακος) μάς έρχεται με μια παραμορφωμένη όψη.

 

Έχω συχνά σκεφθεί πως ορισμένες εικόνες δεν είναι ασφαλείς στα χέρια της νεωτερικότητας – και αυτή είναι μία από αυτές.

 

Υπάρχει κάτι θαμμένο βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή γύρω από την εικόνα της αναρρίχησης και του Θεού. Η ιστορία του Πύργου της Βαβέλ είναι μια αφήγηση για την τεράστια ανθρώπινη προσπάθεια να χτιστεί ένας πύργος που θα έφτανε στον ίδιο τον ουρανό. Ένα από τα αρχαία Ζιγκουράτ που έχτισε ο Ναβουχοδονόσορ ονομαζόταν: «Ο τόπος όπου συναντώνται η γη και ο ουρανός». Και τα βουνά έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στον τόπο συνάντησης του Θεού και της ανθρωπότητας. Το ένστικτό μας θεωρεί πως «ανεβαίνουμε» για να συναντήσουμε τον Θεό. 

 

Η Παράδοση δείχνει ξεκάθαρα ότι αυτό το ένστικτο έχει αξία. Αλλά όπως όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, έχει και τη σκοτεινή του πλευρά. Η ιδέα της κουλτούρας μας για την «κορυφή της επιτυχίας» είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του σκότους. Από την ίδια την ονομασία της, αυτή η «κορυφαία» εμπειρία θεωρείται ως ένας επιθυμητός στόχος. Αλλά έχουμε την περίεργη πραγματικότητα, όπου αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή σπάνια είναι προσωπικότητες που θα θέλαμε να καλλιεργήσουμε στα παιδιά μας. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να προσφέρει η «κορυφή» εκτός από χρήματα και δύναμη - κανένα από τα οποία δεν είναι ωφέλιμο για την ψυχή.

 

Αυτή η διαστρεβλωμένη «σκάλα» συχνά μεταφράζεται μέσα στην ηθική ζωή ως κάτι που δεν απέχει πολύ από μια άσκηση Πελαγιανισμού [=η ιδέα πως σωζόμαστε με τις δικές μας προσπάθειες]. Οι αγώνες μας για ηθική βελτίωση συχνά έχουν να κάνουν περισσότερο με την ανικανότητά μας να αντέξουμε την ντροπή της ηθικής αποτυχίας, παρά με οποιαδήποτε επιθυμία για το καλό. Ως εκ τούτου, οι αγώνες μας αντιπροσωπεύουν μια νεύρωση και όχι μια ηθική. Ο Άγιος Ιωάννης μας δίνει μια «σκάλα» για να την λάβουμε υπόψιν. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι το τέταρτο κεφάλαιο του έργου του επικεντρώνεται στην ντροπή – με την παρατήρηση, «Μπορείς να θεραπεύσεις την ντροπή, μόνο με ντροπή». Αυτή δεν είναι «σκάλα» - με καμία σύγχρονη έννοια της λέξης.

 

Σκεφτείτε τους Μακαρισμούς. Ο Χριστός προσφέρει κάτι σαν «κατάλογο» καθώς αποκαλύπτει τη φύση της Βασιλείας Του. Ποιοι είναι οι ευλογημένοι;

Οι φτωχοί στο πνεύμα.

Αυτοί που θρηνούν.

Αυτοί που είναι πράοι.

Αυτοί που πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη.

Αυτοί που είναι ελεήμονες.

Αυτοί που είναι καθαροί στην καρδιά.

Αυτοί που κάνουν ειρήνη.

Αυτοί που διώκονται.

 

Ο κατάλογος αυτός δεν είναι μια σκάλα, μια κίνηση από τη μια αρετή στην άλλη. Είναι, ωστόσο, ένας χαρακτηρισμός των «αρετών» που βρίσκουν τη θέση τους μέσα στη Βασιλεία. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;

 

Φαίνεται να υπάρχει μια συνεπής εικόνα εκείνων που είναι τοποθετημένοι πιο κατάλληλα, σε ό,τι αφορά την Βασιλεία. Είναι οι φτωχοί, οι μειονεκτούντες, οι καταπιεσμένοι και οι θλιμμένοι.  Επίσης αυτοί που λαχταρούν να διορθωθούν τα πράγματα, ενώ ταυτόχρονα είναι ελεήμονες και ευγενικοί προς τους άλλους.

 

Την ίδια αυτή περίληψη μπορεί να την δει κανείς σε όλα τα Ευαγγέλια, και στον Απόστολο Παύλο:

 

«Βλέπετε γαρ την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς, αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση» (Α’ Κορ. 1:26-28).

 

Η σκάλα της πνευματικής ζωής οδηγεί προς τα κάτω παρά προς τα πάνω (ή μας οδηγεί πίσω - εκεί που ήδη είμαστε).  Οι βίοι των αγίων είναι γεμάτοι από εκείνους που εγκατέλειψαν τον πλούτο για να γίνουν φτωχοί και να βρουν τον Θεό. Δεν μπορώ να φέρω στο νου ιστορίες στις οποίες ένας άγιος απέκτησε πλούτη για να εισέλθει στην Βασιλεία.

 

Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο να εγκαταλείψουν οι πάντες αυτά που έχουν, και να κατευθυνθούν στις ερήμους. Αρκεί, σύμφωνα με την εμπειρία μου, απλώς να ασκεί κανείς το έλεος, την καλοσύνη και την γενναιοδωρία εκεί που βρίσκεται,  και να υπομένει τις δικές του αποτυχίες και ανικανότητες με υπομονή. Και, παρόλο που αυτό ακούγεται εύκολο, είναι περισσότερο από ό,τι οι περισσότεροι είναι πρόθυμοι να κάνουν.

 

Είμαι πάντα επιφυλακτικός όταν με ρωτούν για διάφορα πνευματικά εγχειρήματα. Είτε πρόκειται για κανόνα προσευχής είτε για κανόνα νηστείας, ο αληθινός αγώνας δεν βρίσκεται ποτέ στο να κάνεις αυτό που είναι ασύνηθες. Είναι, μάλλον, το πολύ δύσκολο ζήτημα του να υπομένουμε αυτό που μας δίνεται. Ο Θεός, με την πρόνοιά Του, μάς επιτρέπει όλα όσα είναι απαραίτητα για τη σωτηρία μας. Η Χάρις βρίσκεται πρωτίστως μέσα στην συνήθη πίστη της ζωής μας.

 

Φυσικά, το μοναστικό παράδειγμα μπορεί να κάνει πολλούς να αμφισβητήσουν την «συνήθη» διαδρομή. Αυτό που δεν βλέπουν οι περισσότεροι είναι το εξαιρετικά σύνηθες έργο που αντιμετωπίζει ο μοναχός. Οι μεγαλύτεροι αγώνες μέσα σε ένα μοναστήρι δεν είναι πάντα στις προσευχές, τις αγρυπνίες και τις νηστείες. Τις περισσότερες φορές, βρίσκονται στην καθημερινή τριβή της παραμονής στην θέση τους. Λέγεται στην έρημο: «Μείνε μέσα στο κελί σου και το κελί σου θα σου τα διδάξει όλα».

 

Μπορούμε επίσης να γνωρίζουμε πως ο καλός Θεός που αγαπά την ανθρωπότητα δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ. Ανεξάρτητα από το πόσο μακριά μπορεί να τρέξουμε από τους κοσμικούς αγώνες της ύπαρξής μας, οι αγώνες θα ακολουθούν. Είναι μια από τις υποσχέσεις του Χριστού: «Μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον· η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής· αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». (Ματθ. 6:34)

 

Θα προσθέσω μερικές σκέψεις εδώ.

Image  

-Μέσα στις εικόνες της «Κλίμακας» που κοσμούν τα γραπτά του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, η μορφή του Πατριάρχη Ιακώβ απεικονίζεται συχνά να κοιμάται στο έδαφος, δίπλα στην Κλίμακα. Έτσι συνδέει την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννη με τη Σκάλα που είδε ο Ιακώβ στο όνειρό του. Αυτή όμως η Κλίμαξ, στην Ορθόδοξη σκέψη δεν είναι άλλη από την Θεοτόκο, μέσω της Οποίας ο Λόγος ενσαρκώθηκε και κατοίκησε ανάμεσά μας.  Απεικονίζεται έτσι η Παναγία ως Αυτή που έχει όλες τις αρετές. 

 

-Είχα ακούσει σε ένα κήρυγμα για την Κλίμακα μια μικρή επισήμανση, πως «Μόλις τοποθετήσεις το ένα πόδι στο πρώτο σκαλί, έχεις ήδη αφήσει πίσω σου την γη».

 

-Κάντε τα μικρά πράγματα - τα επόμενα πράγματα. Υπάρχει μια σκάλα Χάριτος που δίνεται σε όλους μας.

 

Δόξα τω Θεώ!

Δείτε επίσης, αν θέλετε:

Ένας μοντέρνος άνθρωπος που ανακάλυψε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος...

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι συνομιλεί με τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη

Η "Σκάλα" του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης - Το Όπλο μας, το Λάβαρό μας!...

 

Image
"Οπλισμένη" (με το όπλο της ειρήνης) Γιαγιά


Την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης (Γ΄ Νηστειών) οι χριστιανοί έρχονται στη θεία λειτουργία και ασπάζονται το σταυρό του Κυρίου, για να ενισχυθούν πνευματικά για το υπόλοιπο της Σαρακοστής. «Όπως ένας βασιλιάς που έρχεται σε μια επαρχία, στέλνει πρώτα τα λάβαρά του, για να προετοιμάσει το λαό για τον ερχομό του, έτσι κι ο Χριστός, που έρχεται στην εορτή του Πάσχα, στέλνει πρώτα το λάβαρό Του, το Σταυρό, για να πάρει θάρρος ο λαός και να προετοιμαστεί να Τον υποδεχτεί», όπως γράφει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν (απόσπασμα από την ανάρτησή μας Οι Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής).

«Εμείς οι χριστιανοί είμαστε τρομοκράτες, είμαστε μέλη μιας επαναστατικής ομάδας, που μάχεται τον άρχοντα του αιώνος τούτου, τον διάβολο. Οι εκκλησίες είναι οι ενδιάμεσοι σταθμοί. Εκεί δεχόμαστε πληροφορίες από την κυβέρνηση μας [σ.σ.: δηλαδή το Χριστό]: κωδικούς (Καινή Διαθήκη), ενισχύσεις (Θ. Ευχαριστία) και στήριξη από την κοινότητα. Κατέχουμε πολλές τεχνικές για να κάνουμε τρομοκρατικές επιθέσεις ενάντια στον άρχοντα του αιώνα τούτου» (π. Δανιήλ Συσόεφ ο νεομάρτυρας).

Πρόσκληση για ένα μικρό ("πολεμικό") κέρασμα:
  
Ο Σταυρός του Χριστού και ο σταυρός του κάθε ανθρώπου (Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης) 
Το σχήμα του Σταυρού (ο πραγματικός σταυρός του Χριστού είχε το σχήμα που ξέρουμε ή μήπως είχε άλλο σχήμα;). Αναλυτικά και εδώ.

Γιατί κάνουμε το σταυρό μας;
Επεξηγήσεις για την τιμή προς τον Σταυρό, την ύλη και την Παναγία
Ο σταυρός ως μέσο αγιασμού & μεταμόρφωσης του κόσμου

Ο σταυρός και η χαρά στη ζωή των μοναχών (αγίου Δημητρίου Στανιλοάε)
Ο σταυρός και η εξάρτηση του κόσμου από το Θεό (του ίδιου)

Ο σταυρός ως αξεπέραστο μοντέλο παιδείας
Ο Σταυρός στην Παλαιά Διαθήκη
Ο σταυρός, οι Ναζί και οι πατριάρχης Ιεροσολύμων που του έκοψε το χέρι η εξουσία
 

Image 
Φωτο από εδώ

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Δυτικός Διαφωτισμός και Ορθόδοξος Φωτισμός

 

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς η σπουδαιότης του προσώπου και του έργου του
π. Θεόδωρος Ζήσης: Εισήγηση σε Διημερίδα που οργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας

ImageΝ: Σημειώνουμε ότι δεν είμαστε υπέρμαχοι των "αποτειχίσεων", όμως δημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα της εισήγησης του π. Θ. Ζήση, πρώτον γιατί είναι ωραία και κατατοπιστική & δεύτερον γιατί θεωρούμε και ότι οι αποτειχισθέντες ορθόδοξοι κληρικοί δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι για την πράξη τους, αλλά αντέδρασαν σε αφορμές που έλαβαν από εκκλησιαστικά πρόσωπα και πληγώθηκε η πίστη και η αγάπη τους στην Ορθοδοξία ΚΑΙ στον συνάνθρωπο. Αν διαφωνείτε, δεν πειράζει. Απλώς ας δούμε το κείμενο (με αφορμή την εορτή του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τη Β΄ Κυριακή της Μ. Σαρακοστής). 

α. Το μεθεκτόν και αμέθεκτον τον Θεού

[...] Η Εκκλησία, ενδιαφερομένη πάντοτε να διασφαλίσει την σωτηρία και την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, κατεδίκασε ως πλάνη και αίρεση κάθε διδασκαλία που προσέβαλε και καταργούσε αυτήν την δυνατότητα. Οι αγώνες των παλαιών μεγάλων αγίων Πατέρων, π.χ. εναντίον του Αρείου και του Μακεδονίου, που ηρνούντο την θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος αντιστοίχως, δεν οφειλόταν στην διάθεση και το ενδιαφέρον τους να συζητούν απλώς φιλολογικές ερμη­νείες της Αγίας Γραφής και θεολογικά θέματα, να δείξουν δηλαδή και αποδείξουν την φιλολογική και θεολογική τους δεινότητα. 

Στους αγώνες αυτούς υπήρχαν σοβαρότατοι σωτηριολογικοί λόγοι, εκινούντο δηλαδή οι άγιοι Πατέρες από το ενδιαφέρον και τη φροντίδα να πα­ραμείνουν ανοικτοί οι δρόμοι της σωτηρίας και της θεώσεως, που τους έκλειναν οι αιρετικοί με τις πλανεμένες διδασκαλίες τους. Αν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα ήσαν κτίσματα, είχαν τότε και αυτά ανάγκη σωτη­ρίας και θεώσεως, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να γίνουν όργανα σωτηρίας και αγιασμού για τους ανθρώπους. Μόνον η θεότης τους εξησφάλιξε την θέωση των ανθρώπων «Ει μη Θεός το Πνεύμα το Άγιον, θεωθήτω πρώτον και ούτω θεούτω με τον ομότιμον» κατά την επιγραμματική διατύπωση του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου [15]. (Ν: Οι παραπομπές βρίσκονται στο τέλος της αρχικής ανάρτησης).

Τα ίδια κίνητρα, σωτηριολογικούς δηλαδή λόγους, είχαν και οι θεολογικοί αγώνες του αγίου Γρηγορίου Παλαμά εναντίον του Καλαβρού Βαρλαάμ και των οπαδών του. Αυτό που εσκανδάλισε τον Βαρλαάμ ήταν ο ισχυρισμός των μοναχών ότι οι καθαροί από τα πάθη δέχονται στις καρδιές τους φωτισμούς και ελλάμψεις, παρουσία δηλαδή θεϊκού φωτός, όπως το φως που κατηύγασε τους μαθητάς κατά την Μεταμόρ­φωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ. Τους κατηγόρησε λοιπόν ότι δι­δάσκουν πως η ουσία του Θεού είναι μεθεκτή, όπως εδίδασκαν οι πα­λαιότεροι Μασσαλιανοί.

Στην κατηγορία αυτή απήντησε ο άγιος Γρηγόριος ότι το φως που βλέπουν οι άγιοι δεν είναι η ουσία του Θεού, που είναι όντως τελείως υπερβατική και αμέθεκτη και απρόσιτη, αλλά ενέργεια του Θεού, που είναι μεθεκτή και προσιτή. Στο Θεό υπάρχει όχι μόνο η ουσία, αλλά και οι ενέργειες, γιατί ο χριστιανικός Θεός είναι προσωπικός Θεός, δεν είναι ανενέργητη και κλεισμένη στον εαυ­τό της ουσία, αλλά ενεργητική και δυναμική. Οι ενέργειες του Θεού εξασφαλίζουν την κοινωνία του Θεού προς τα κτίσματα και έτσι ο αμέθεκτος κατά την ουσία Θεός, γίνεται μεθεκτός με τις ενέργειές του, όπως ήδη είχε διδάξει ο Μ. Βασίλειος, λέγοντας ότι «αι μεν ενέργειαι τον Θεού προς ημάς καταβαίνουσι, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος»[16]. 

Αυτήν την σταθερή πατερική παράδοση για τη διάκριση ουσίας και ενεργειών στη θεότητα, που επιλύει το δυσχερές όντως θέμα του μεθεκτού και αμεθέκτου του Θεού, προέβαλε και διασαφήνισε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς έναντι της διδασκαλίας του Βαρλαάμ ότι στο Θεό υπάρχει μόνο η αμέθεκτη ουσία, ενώ οι ενέργειες του Θεού είναι κτι­στές. Προέκυψε έτσι και το πρόβλημα περί του αν η Χάρις είναι κτιστή ή άκτιστη, αν οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές ή άκτιστες, και η συζήτηση περιεστράφη γύρω από το φως της Μεταμορφώσεως για να διευκρινισθεί το κτιστό ή άκτιστο της θείας Χάριτος. Σε πλήρη αντί­θεση προς το σύνολο της πατερικής παραδόσεως ο Βαρλαάμ υπεστήριζε ότι το φως κάθε ελλάμψεως είναι κτιστό και ενδοκοσμικό, αισθητό φως και μάλιστα κατώτερο από το φως της γνώσεως «χείρον νοήσεως»[17].

Ακριβώς στο σημείο αυτό των ισχυρισμών του Βαρλαάμ περί του ότι η Χάρις του Θεού είναι κτιστή, οι ενέργειες είναι κτιστές, διέγνω­σε ο άγιος Γρηγόριος την πλάνη και την αίρεση, που ακύρωνε την δυ­νατότητα της σωτηρίας και τοποθετούσε τον Βαρλαάμ στη σειρά των αρχαίων αιρετικών. Γιατί στ' αλήθεια πώς θα σωθεί και θα θεωθεί ο άνθρωπος με κτιστά μέσα, με τις κτιστές ενέργειες του Θεού, που δεν δίνουν την δυνατότητα να κοινωνήσει ο άνθρωπος και να μετάσχει της θεότητος; 

Με πολλή δύναμη και σαφήνεια θέτει το πρόβλημα αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, επισημαίνοντας τη μεγάλη ζημία, τον μεγάλο κίνδυνο της αποξενώσεως του ανθρώπου από το Θεό: «Αν δε συ ανέλης το μεταξύ του αμεθέκτου και των μετεχόντων, ω της ζημίας! Διέστησας ημάς Θεού, το συνδούν εκ μέσου ποιησάμενος και χάσμα μέγα και αδιάβατον μεταξύ θέμενος εκείνου και της γενέσεως και δι­οικήσεως των γενητών... Δει δη ζητείν ημάς θεόν έτερον, όντα πως μεθεκτόν, ου μετέχοντες οικείως εαυτού, κατά την της μεθέξεως αναλογίαν όντες και ζώντες και ένθεοι εσόμεθα»[18].

Η πνευματική και πολιτιστική τραγωδία της Δύσεως βρίσκεται ακριβώς στην ακύρωση της δυνατότητος να επικοινωνήσει ο άνθρωπος με το Θεό, γι' αυτό και όλα εκεί είναι μικρά και ανθρώπινα, αμέτοχα και άγευστα της ανακαινιζούσης και μεταμορφούσης αγιοπνευματικής εμπειρίας. Ο ορθός λόγος και η επιστήμη, ο ανθρώπινος «Διαφωτισμός» δεν μπορούν, όπως θα δούμε, να αγιοποιήσουν τον άνθρωπο, πολλές φορές μάλιστα τον κάνουν χειρότερο.


δ. Δυτικός Διαφωτισμός και Ορθόδοξος Φωτισμός

Άγευστος πράγματι και άπειρος ο Βαρλαάμ της αγιοπνευματικής εμπειρίας, που μεταμορφώνει και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε καινή ύπαρξη, και επηρεασμένος από τον δυτικό Σχολατικισμό και την «Ανα­γέννηση», της οποίας άλλωστε υπήρξε σημαντικός πρωτεργάτης, θέλη­σε να γίνει διδάσκαλος της απάθειας και της τελειότητος προτρέποντας τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την άσκηση και την νοερά εργα­σία της προσευχής και να επιδοθούν στη σπουδή και στη γνώση της φιλοσοφίας και μάλιστα της ελληνικής, γιατί δήθεν μόνον αυτή οδη­γεί στην τελειότητα. 

Ανησύχησαν με τις θέσεις αυτές μοναχικοί κύκλοι της Θεσσαλονίκης και εζήτησαν την γνώμη και βοήθεια του αγίου Γρηγορίου, προς τον οποίο κάποιος μοναχός διεβίβασε ως εξής τις απόψεις του Βαρλαάμ και των οπαδών του: «Επειδή τοίνυν ήκουσα λεγόντων δειν μεταδιώκειν την έξω σοφίαν και τους μονάζοντας ως άνευ ταύτης ουκ ενόν αγνοίας και ψευδών απαλλαγήναι δοξασμάτων, καν εις απάθειαν αφίκηταί τις άκραν, ουδέ τελειότητας τε και αγιότητος επιλαβέσθαι, ει μή πανταχόθεν το ειδέναι συλλέξει, μάλιστα δε της καθ' Έλληνας παιδείας, Θεού γαρ και αύτη δώρον, των προφήταις και αποστόλοις δεδομένων ομοίως»[19].

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαιώνει τον ανησυχήσαντα μοναχό ότι μόνον η Χάρις του Θεού δημιουργεί στις καρδιές ασφάλεια και βεβαιότητα. Με τον λόγο δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει, να συλλάβει τα υπέρ λόγον αγαθά. Του συνιστά να απαντήσει στους συνηγόρους των φιλοσό­φων ότι με τις φιλοσοφικές τους αναζητήσεις αυτό που κατακτούν δεν είναι η γνώση αλλά η αγωνία- «ου μάλλον γνώσιν ή αγωνίαν εκ τού­των υμίν αυτοίς περιποιείσθαι, ω βέλτιστοι». Δεν υπάρχει φιλοσοφι­κή άποψη στην οποία να μπορεί κανείς με σιγουριά να στηριχθεί, για­τί σίγουρα κάποιος άλλος φιλόσοφος θα την έχει ανατρέψει, όπως έδει­ξαν οι Έλληνες φιλόσοφοι «διηνεκώς αλλήλους ανατρέποντες και υπ' αλλήλων ανατρεπόμενοι»[20].

Δεν πρέπει να επιτραπεί να εισχωρήσει στην Εκκλησία, όπου υπάρχει άλλη φιλοσοφία, η κατά Χριστόν, η άποψη πως τάχα είναι άναγνοι και ατελείς όσοι δεν γνωρίζουν φιλο­σοφία και επιστήμες. Ο Χριστός, το πρότυπο της χριστιανικής τελειότητος, ήτο εντελώς άπειρος στην ανθρώπινη φιλοσοφία και γνώση. Αν η θύραθεν παιδεία συμβάλλει όντως στην τελειότητα, τότε οι Έλλη­νες σοφοί θα έπρεπε να είναι θεοπτικώτεροι και τελειότεροι των προ­φητών, οι οποίοι εκλήθησαν από το Θεό στο αξίωμα αυτό «εξ αγροικικού βίου». Ο κορυφαίος των προφητών, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, εξ απαλών ονύχων ζούσε στην έρημο, όπου δεν υπάρχουν βέβαια σχο­λεία και πανεπιστήμια. 

Ασφαλώς, αν ήταν απαραίτητο στοιχείο της τελειότητος η ανθρώπινη σοφία, ο Χριστός δεν θα έλεγε στον πλού­σιο νεανία «ει θέλεις τέλειος είναι, τα υπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοίς, τον σταυρόν άρον, ακολουθείν εμοί προθυμήθητι» αλλά θα έλεγε «της έξω σοφίας επιλαβού, σπεύσον προς την των μαθημάτων ανάληψιν, περιποίησαι σεαυτώ την επιστήμην των όντων». Θα εδίδασκε γεωμετρία και αστρονομία και τις άλλες επιστήμες, για να διώ­ξει το σκοτάδι της αγνοίας. Δεν θα διάλεγε αγράμματους ψαράδες ως μαθητάς, αλλά σοφούς, ούτε θα εδίδασκε διά του Αποστόλου Παύλου ότι η ανθρώπινη σοφία είναι μωρία. Ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Γρηγόριο, έχασε την αρχέγονη μακαριότητα, γιατί υπέκυψε στον πειρασμό της γνώσεως και δεν αρκέσθηκε στην φυλακή της καρδίας, στην φρού­ρηση, δηλαδή, και καλλιέργεια του συναισθηματικού του κόσμου[21].

Όπως τότε έτσι και τώρα και σε κάθε εποχή ο άνθρωπος στρέφε­ται, με υποκίνηση του πονηρού, στην συνεχή καθ' όλην την διάρκεια της ζωής του ενασχόληση με τη γνώση, και δεν μένει έτσι καιρός να ασχοληθεί με την αληθινή παιδεία, που καθαρίζει την ψυχή από τα πάθη. Θεμέλιο και αρχή αυτής της κατά Χριστόν φιλοσοφίας είναι ο φόβος του Θεού, εκ του οποίου γεννάται η συνεχής, η αδιάλειπτη δέη­ση προς τον Θεό και η τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Μετά δε την συμφιλίωση και την καταλλαγή προς τον Θεό, ο αρχικός παιδαγωγι­κός φόβος μεταβάλλεται σε αγάπη, και ο κόπος της προσευχής, αφού μεταβληθεί σε τερπνότητα και ευχαρίστηση, παράγει το άνθος του φωτισμού. 

Αυτή είναι η αληθινή παιδεία, ο αληθινός ορθόδοξος φωτι­σμός, του οποίου ούτε την αρχή, τον φόβο δηλαδή του Θεού, δεν μπο­ρεί να καταλάβει αυτός που έχει παραδοθή στην αγάπη της ματαίας ανθρωπίνης φιλοσοφίας, του ανθρωπίνου «Διαφωτισμού». Ο νους του ανθρώπου εύκολα σκοτίζεται από τα πάθη και οδηγείται κατόπιν στο ψεύδος[22]. Η μόνη οδός για να βρει κανείς την αλήθεια και να δια­τηρήσει την ανθρώπινη αξία, το κατ' εικόνα, είναι η αποφυγή της αμαρτίας, η τήρηση των εντολών, η καλλιέργεια της αρετής, και η επά­νοδος προς τον Θεό διά της ευχής και της αληθινής θεωρίας. Διότι, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί «καθαρότητος άνευ, καν μάθης την από του Αδάμ μέχρι συντελείας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρός ουδέν ήττον, ότι μη και μάλλον, έση ή σοφός[23].

Συνηθίζεται πολύ στα νεώτερα χρόνια της πνευματικής ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, όπου έχει κυριαρχήσει ο κλασικισμός και ο δυ­τικός «Διαφωτισμός» να γίνεται επίκληση του ονόματος των Τριών Ιεραρχών κυρίως, για να δικαιολογηθεί η στροφή στη μελέτη της αρ­χαίας ελληνικής σκέψεως. Ιδιαίτερα μάλιστα γίνεται αναφορά στο έρ­γο του Μ. Βασιλείου Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων. Παραθεωρείται τελείως ότι ο Μ. Βασίλειος δίνει πολύ μι­κρή, προπαιδευτική, προεισαγωγική μόνο αξία στην θύραθεν παιδεία. 

Η χριστιανική παιδεία στηρίζεται ολοκληρωτικά στην Αγία Γραφή και στη διδασκαλία των Αγίων της Εκκλησίας· αυτά αποτελούν τον κόσμο, το κύριο μέρος της αληθινής σοφίας. Δεν επιτρέπεται επ' ουδενί να μείνει κανείς καθ' όλην την διάρκεια της ζωής του, να γηράσει, στη μάθηση της θύραθεν παιδείας. Πρέπει να ντρέπωνται, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όσοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να μελετά κανείς διά βίου την ελληνικής παιδεία, για να φθάσει στην τελειότητα. Ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος σε επιστολή του στον Ευστάθιο Σεβαστείας οικτί­ρει τον εαυτό του, γιατί αφιέρωσε πολύ καιρό στη μάθηση της κοσμι­κής φιλοσοφίας· «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανίσας τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά τον Θεού μωρανθείσης σοφίας, επειδή ποτε, ώσπερ εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, κατείδον το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων τον αιώνος των καταργουμένων, πολλά την ελεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ευχόμην δοθήναι μοι τινα χειραγωγίαν»[24].

Δεν βοηθάει η γνώση στην καθαρότητα· αντίθετα δημιουργεί το πάθος της υπερηφάνειας, της φυσιώσεως. Μόνον η αγάπη που είναι κορυφή και μεσότης και ρίζα κάθε αρετής βοηθάει στο να αποκτήσει ο άνθρωπος το κατ' εικόνα Θεού. Με την αγάπη και τη Χάρη του Θεού το φυσικό δώρο της γνώσεως μπορεί να μεταβληθεί σε πνευματικό, να γίνει γνώση καινούργια, θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή καρπών αγαθών. Αυτή είναι η άνωθεν σοφία, υποταγμένη στη σοφία του Αγίου Πνεύματος, άνευ του οποίου η ανθρώπινη γνώση χαρακτηρίζεται ως κάτωθεν σοφία, ψυχική, δαιμονιώδης, από τον αδελφόθεο Ιάκωβο[25].

Ο νους βεβαίως δόθηκε στον άνθρωπο από το Θεό. Σκοτίσθηκε όμως από τα πάθη, απέτυχε να οδηγήσει τον άνθρωπο στο σκοπό κά­θε φιλοσοφικής αναζητήσεως, στην αληθινή θεογνωσία, και παρήγα­γε γι' αυτό την μωρανθείσα σοφία, την ανόητη σοφία, που μόνον το όνομα της σοφίας έχει, χωρίς να είναι αληθινή. Αν οι φιλόσοφοι έχουν πη κάτι καλό, αυτό προέρχεται από παρακούσματα, και οπωσδήποτε δεν έχει το ίδιο νόημα που έχει στο Χριστιανισμό. Διότι εκείνοι δεν έχουν νουν Χριστού, όπως οι Πατέρες· η ομοιότης είναι τελείως εξωτε­ρική, στη φράση μόνον όχι στα νοήματα· «καν τις των Πατέρων τα αυ­τά τοις έξω φθέγγηται, αλλ' επί των ρημάτων μόνον επί δε των νοημά­των πολύ το μεταξύ· νουν γαρ ούτοι, κατά Παύλον έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χείρον, εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται»[26].

Η μεγάλη διαφορά, το μεγάλο χάσμα, ανάμεσα στην ανθρώπινη φιλοσοφία και στη θεία σοφία φαίνεται από την καρποφορία τους. Άγονος και άκαρπος η πρώτη δεν μπόρεσε ούτε τους ίδιους τους φι­λοσόφους να ανακαινίσει. Ενώ η σοφία του Αγἰου Πνεύματος απε­δείχθη γονιμωτάτη και πολύτεκνος, διότι μετέθεσε χιλιάδες ανθρώ­πων από το σκότος της αγνοίας στο θαυμαστό φως του Ευαγγελίου. Για τη σωτηρία είναι απαραίτητη μόνο η θεία και όχι η ανθρώπινη σοφία. Χρησιμοποιούμε βέβαια μερικές φορές την κοσμική παιδεία για αποσαφήνιση ερμηνευτική των θείων λόγων, είναι όμως πολύ εύκο­λο να περιπέσουμε σε λάθη, αν δεν έχουμε την μόνη κλείδα κατανοή­σεως των Γραφών, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, και αν δεν καθοδηγούμεθα από τα ίδια τα θεόπνευστα κείμενα[27]. 

Στο τέλος του πρώ­του λόγου της πρώτης τριάδος παραθέτει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς κείμενα προγενεστέρων Πατέρων της Εκκλησίας, πάνω στα οποία στήριξε την ανάπτυξη των όσων είπε, στη δεύτερη δε τριάδα, στον πρώτο επίσης λόγο, ελέγχει τις σκόπιμες παρερμηνείες ορισμένων πατερικών χωρίων που έκανε ο Βαρλαάμ, για να κατοχυρώσει την με­γάλη του εκτίμηση προς την ελληνική φιλοσοφία.

Τελειώνοντας τα όσα εν συντομία παραθέσαμε από τις απόψεις του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για την ανθρώπινη φιλοσοφία, δεν πρέ­πει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι την ορθότητα της στάσεώς του απέναντι στο δυτικό Σχολαστικισμό, στον δυτικό «Διαφωτισμό», απέδειξε δύο αιώνες αργότερα το σχίσμα που έγινε μέσα στους κόλπους της Δυτικής Εκκλησίας. 

Ο Λούθηρος, καλός γνώστης της σχολα­στικής θεολογίας, διέγνωσε ότι ο δυτικός Χριστιανισμός είχε παρεκκλί­νει από την παλαιά εκκλησιαστική παράδοση, είχε νοθεύσει την θεολο­γία και τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. Στράφηκε με οξύτητα εναντίον της χρήσεως της φιλοσοφίας στο χώρο της θεολογίας. Η στροφή του προς τον αρχέγονο Χριστιανισμό οφειλόταν στην επιθυμία του να βρει τον γνήσιο, τον προ του Σχολαστικισμού Χριστιανισμό. Η προέλευ­σή του όμως εκ των κόλπων της παπικής εκκλησίας επηρέαζε ασυνείδη­τα την στάση του έναντι της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, που την θεωρούσαν όλοι ως σχισματική. Εάν αντιλαμβανόταν εγκαίρως ότι ήτο η γνήσια κληρονόμος της αρχεγόνου Εκκλησίας και ότι το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δυτικής Εκκλησίας οφειλόταν εν πολ­λοίς εις το ότι η τελευταία εσχολαστικοποίησε, εξελλήνισε τον Χριστια­νισμό, και επιζητούσε συνεννόηση και διάλογο με τους Ορθοδόξους, ίσως σήμερα να ήταν διαφορετική η μορφή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. [...]

Συμπλήρωμα

2η Κυριακή της σαρακοστής: Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

Όλες οι Κυριακές δεν είναι ίδιες...  

Τα τρία είδη του φωτός κατά τη διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Πατέρας της Θ΄ Οικουμενικής Συνόδου (π. Γ. Μεταλληνός)

Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος για την 9η Οικουμενική Σύνοδο

π. Πέτρος Χιρς: Είναι ένας άλλος κόσμος η Ορθοδοξία…

Όταν ο Λούθηρος ίδρυε τον Προτεσταντισμό τι συνέβαινε στην Ορθοδοξία;   

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ»



Image

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΒΗΜΑΤΑ 

Ζούμε σε μια εποχή ατομοκεντρισμού. Ο άνθρωπος νοιάζεται για το "εγώ" του, για τις ανάγκες του, ζει στον δικό του κόσμο. Ακόμη και όσοι δείχνουν να ανοίγονται προς τους άλλους, να νιώθουν ότι το ατομικό δεν μπορεί να θεαθεί έξω από την προοπτική του συλλογικού, εύκολα απογοητεύονται όταν επιχειρούν να δείξουν ενσυναίσθηση, να καταλάβουν πώς σκέφτεται και δρα ο άλλος και γιατί. 

Τα κίνητρα των πολλών μοιάζουν να περιστρέφονται πίσω από τρεις άξονες: φιλαυτία, φιληδονία, φιλοδοξία. Ακόμη και η οδύνη μοιάζει να είναι ματαίωση του αποφασισμένου τρόπου σκέψης και ζωής, όχι δοκιμασία αυτοκριτικής και αλλαγής.

Σ' αυτό το ανθρωπολογικό πρότυπο η Ορθοδοξία μοιάζει να επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος. Οι ορθόδοξοι δείχνουμε ότι είμαστε ευχαριστημένοι να κρατάμε την ταυτότητα του χτες στο σήμερα, διασώζοντας τύπους, παραδόσεις, γιορτές, έθιμα, την διακριτότητά μας. Δεν μας είναι εύκολο όμως να κάνουμε διάλογο με τον σύγχρονο άνθρωπο. Έχουμε την αυτάρκεια της πεποίθησης ότι σωζόμαστε επειδή είμαστε Ορθόδοξοι, χωρίς όμως να νιώθουμε ότι επειδή είμαστε Ορθόδοξοι καλούμαστε να νοιαζόμαστε για τη σωτηρία και των άλλων. Η αυτάρκεια αυτή ουσιαστικά μας εισάγει στη φιλαυτία της αποκλειστικότητας της σωτηρίας, στο ότι είμαστε τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, στην υπερηφάνεια έναντι των άλλων που είναι εκκοσμικευμένοι, αμαρτωλοί, απομακρυσμένοι από την αλήθεια.

Ορθόδοξος σημαίνει νοιάζομαι. Προσεύχομαι για τον κόσμο, όχι επειδή κείται εν τω πονηρώ κι εγώ είμαι ο σωστός και ο άγιος, αλλά γιατί γι' αυτόν τον κόσμο ο Θεός έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, δίνει το δώρο της αγιότητας. Διαλέγομαι με τον κόσμο, ακόμη κι αν αυτό μοιάζει μάταιο, όχι γιατί είναι καθήκον μου, αλλά γιατί με ενδιαφέρει αληθινά ο άλλος να αισθανθεί ότι υπάρχει ακόμη η αγάπη, υπάρχει ο σεβασμός, υπάρχει κάποιος που μπορεί να τον ακούσει, που να μην τον σταυρώσει, αλλά να του σταθεί. 

Προσλαμβάνω τον τρόπο του κόσμου, την επιστήμη, την τέχνη, κάποτε και τη μαυρίλα, όχι γιατί θέλω να κάνω κήρυγμα ηθικής ανωτερότητας, αλλά γιατί τα χαρίσματα που δημιουργούν, ακόμη και προς τη σκοτεινιά, είναι δώρα Θεού και, όταν εκφράζουν ή βοηθούν ανθρώπους να νιώθουν λιγότερο μόνοι, λιγότερο πονεμένοι, με ευκολότερη τη ζωή τους, είναι μία αναλαμπή, μικρή ή μεγάλη αδιάφορο, ότι υπάρχουμε και για τους άλλους.

Ορθόδοξος σημαίνει ότι θέλω την ειρήνη. Σε μια εποχή πολέμου συμφερόντων και εξουσίας που γίνεται ηδονή, επιλέγω την οδό της ειρήνης, της συμφιλίωσης. Δεν διστάζω να πω ΟΧΙ, ακόμη και σε οικείους που διαστρέφουν το μήνυμα του Ευαγγελίου, για να επιβληθούν. Αρνούμαι τον θυμό γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλω, αλλά δεν φοβάμαι να πω την αλήθεια κι ας γίνω δυσάρεστος. Κρατώ την ιστορία και την παράδοση της πρώτης Εκκλησίας όχι στους τύπους μόνο, αλλά, κυρίως, στο ήθος. Κι αυτό είναι να μην αντιλοιδορείς όταν σε λοιδορούν. Να μην εκδικείσαι όταν σε υβρίζουν. Να υπερασπίζεσαι τους αδύναμους, όχι όμως για να κερδίσεις δόξες, αλλά γιατί η δύναμη του Θεού βρίσκεται στο λίγο που γίνεται πολύ χάρις στην αγάπη.

Ορθόδοξος σημαίνει νοιάζομαι για εκείνους που παλεύουν να φέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στα πέρατα της γης. Για τους ταπεινούς που νιώθουν ότι η ιεραποστολή είναι ο τρόπος της Εκκλησίας. Για όσους βγήκαν από την άνεσή τους. Και η έγνοιά μου γίνεται συμπαράσταση με κάθε τρόπο, ακόμη και με μια σκέψη προσευχής.

Ορθόδοξος σημαίνει ότι παραμένω μέλος της Εκκλησίας. Αυτής που δεν επαναπαύεται στις δάφνες της, αλλά που θέλει να αφυπνίσει. Κι ας είμαι στο περιθώριο.

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 4 Μαρτίου 2026

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ καὶ καταναλωτικὴ κοινωνία: Σὲ χρειάζομαι γιὰ νὰ γίνω ὁ ἐαυτός μου!

Κάλλιστος Γουέαρ, Ἐπίσκοπος Διοκλείας †

Διακόνημα

Image

Γιὰ τὴ χριστιανικὴ κοινότητα, Ἀνατολικὴ καὶ Δυτική, ἡ περίοδος τῆς Σαρακοστῆς -οἱ ἑφτὰ ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα- θεωρεῖται παραδοσιακὰ ὡς ἡ σπουδαιότερη περίοδος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Εἶναι ὁ καιρός, μία περίοδος ἀπόφασης καὶ εὐκαιρίας, μία ξεχωριστὴ περίοδος. Γιὰ ποιὸν ὅμως λόγο ξεχωριστή; Πῶς μποροῦμε, ζώντας στὴ σύγχρονη καταναλωτικὴ κοινωνία, νὰ κατανοήσουμε τὸ σκοπὸ τῆς «Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς» ἢ τῆς «Μεγάλης Νηστείας», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι; Τί σχέση ἔχει αὐτὴ ἡ μεγάλη νηστεία, ἂν ὑπάρχει βέβαια κάποια σχέση, μὲ τὴν οἰκολογικὴ κρίση πού ὅλοι μας ἀντιμετωπίζουμε σήμερα;

Πετώντας χαρταετοὺς

Στὴν Ἑλλάδα, ἡ πρώτη μέρα τῆς Σαρακοστῆς -ἡ «Καθαρὰ Δευτέρα» ὅπως ὀνομάζεται, ἐπειδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Σαρακοστὴ δὲν ἀρχίζει τὴν Τετάρτη, ὅπως στὴ Δύση, ἀλλὰ δύο μέρες νωρίτερα- εἶναι ἡ πρώτη γιορτὴ τοῦ ἔτους στὴν ὕπαιθρο. Οἱ οἰκογένειες βγαίνουν στὴν ἐξοχή, ἀνεβαίνουν σὲ λόφους καὶ πετοῦν χαρταετούς. Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀκόμη εἰκόνα τῆς ἔναρξης τῆς νηστείας τῆς Σαρακοστῆς, πού συγκρίνεται μὲ τὶς δυτικὲς γιορτὲς τῆς «Τετάρτης τῶν Τεφρῶν».

Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ γιορτὲς διαφέρουν πολὺ ὡς πρὸς τὶς συνέπειες πού ἔχουν. Οἱ στάχτες πού χύνονται στὰ κεφάλια μας καὶ σημαδεύουν τὰ μέτωπά μας, μὲ ὅλα ὅσα αὐτὴ ἡ πράξη ὑποδηλώνει -μία αἴσθηση θνητότητας καὶ μετάνοιας- σίγουρα συνιστᾶ ἕνα οὐσιῶδες τμῆμα τοῦ ὅλου νοήματος τῆς Σαρακοστῆς. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι κάτι πού ἡ Ὀρθοδοξία θέλει νὰ τονίσει στὴν ἀρχὴ τῆς νηστείας. Ἀντίθετα, μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ συνδέσουμε τὴ Σαρακοστὴ μὲ τὸν φρέσκο ἀέρα, μὲ τὸν ἄνεμο πού πνέει στοὺς λόφους, μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς ἄνοιξης. Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ ἐποχὴ πετάγματος τῶν ἀετῶν – μία περίοδος περιπέτειας, ἐξερεύνησης, φρέσκων πρωτοβουλιῶν, νέας ἐλπίδας.

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ εἶναι σίγουρο ὅτι δὲν ἀποτελεῖ σύμπτωση τὸ γεγονός, ὅτι ἡ περίοδος τῆς Σαρακοστῆς δὲν τοποθετεῖται στὸ φθινόπωρο, τὴν περίοδο πού πέφτουν τὰ φύλλα καὶ οἱ μέρες γίνονται μικρότερες, οὔτε στὰ μέσα τοῦ χειμώνα, ὅταν τὰ δένδρα εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ νερὰ παγωμένα, ἀλλὰ τὴν ἄνοιξη, ὅταν σπάζει ὁ πάγος καὶ ἡ ζωὴ ἐμφανίζεται ξανὰ παντοῦ. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἀρχικὴ ἔννοια τῆς ἀγγλικῆς λέξης «Lent» (Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ) ἦταν ἀκριβῶς «ἄνοιξη», ὅπως μποροῦμε νὰ τὸ διαπιστώσουμε ἀπὸ τὶς λέξεις τοῦ μεσαιωνικοῦ ποιήματος:

Lenten is come with love to towne,

With blosmen and with briddes rowne.

(Ἡ ἄνοιξη ἔρχεται μὲ ἀγάπη στὸν κόσμο,

μὲ ἄνθη καὶ κελαδήματα πουλιῶν).

Μπορεῖ νὰ φαίνεται παράξενο πού θεωροῦμε τὴ Σαρακοστὴ ὡς ἐποχὴ πού ἐρωτεύεται κανείς, ἀλλὰ ἴσως κι αὐτὸ νὰ εἶναι τμῆμα τοῦ νοήματός της. Ἡ σύνδεση ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ στὴν ἄνοιξη εἶναι ἐπίσης φανερὴ καὶ στὰ Ὀρθόδοξα λειτουργικὰ κείμενα:

Ἡ ἄνοιξη τῆς νηστείας ἀνέτειλε,

Τὸ ἄνθος τῆς μετανοίας ἄρχισε νὰ ἀνοίγει.

Ἡ Μετάνοια, ἡ ἀλλαγὴ τοῦ νοῦ, δὲν εἶναι μόνο στάχτες, ἀλλὰ καὶ ἕνα λουλούδι πού ἀνοίγει.

Αὐτὸ εἶναι τὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ ἡ Σαρακοστή: ἔχει σχέση μὲ τὸ πέταγμα τῶν χαρταετῶν καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἄνοιξης. Ἔχει ἐπίσης σχέση μὲ τὴν ἐλευθερία. Εἶναι σημαντικὸ τὸ ὅτι ὑπάρχει μία μεγάλη γιορτὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους πού σχεδὸν πάντοτε πέφτει μέσα στὴ Σαρακοστή: ὁ Εὐαγγελισμός, στὶς 25 Μαρτίου. Σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἑορτὴ γιορτάζουμε τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς πού εἶχε ἡ Παναγία.

Image

Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀνήγγειλε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ στὴν Παναγία, ἡ ἀπάντησή της ἦταν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λούκ. 1, 38). Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Παναγίας δὲν ἦταν μία προαποφασισμένη ἀπόφαση· θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἀρνηθεῖ. Ἡ ἁγία Τριάδα σέβεται τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Σύμφωνα μὲ τὴ φρασεολογία της πρὸς Διόγνητον ἐπιστολῆς, τοῦ δεύτερου αἰώνα, «…ὡς πείθων, οὐ βιαζόμενος· βία γὰρ οὐ προσέστι τῷ Θεῶ».

Τέτοια ἀκριβῶς ὑπῆρξε καὶ ἡ περίπτωση τῆς Παναγίας: ὁ Θεὸς δὲν ἔγινε ἄνθρωπος πρὶν ζητήσει κατ’ ἀρχὰς τὴ σύμφωνη γνώμη αὐτῆς ποῦ θὰ γινόταν μητέρα Του. Ἡ ἀβίαστη συναίνεσή της ἦταν ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση, «Θεοῦ γὰρ ἐσμεν συνεργοί», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἃ’ Κόρ. 3, 9), καὶ αὐτὸ κατεξοχὴν ἐφαρμόζεται στὴν Παναγία. Στὸν Εὐαγγελισμὸ ὑπῆρξε ἕνας συνεργός, ἕνας συνεργάτης τοῦ Θεοῦ – ὄχι ἁπλῶς ἕνα κατάλληλο ἐργαλεῖο, ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς συμμέτοχος στὸ μυστήριο. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο Λουγδούνου, «sed sola Maria cooperante dispositioni» («μόνη ἡ Παναγία συνεργάστηκε στὴν οἰκονομία»).

Ἐδῶ λοιπὸν ὑπάρχει μία ἐπιπλέον ἔνδειξη τοῦ νοήματος τῆς Σαρακοστῆς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι μία ἐποχὴ ἐξερεύνησης, μία πνευματικὴ ἄνοιξη, ἔχει ἐπίσης σχέση μὲ τὸν τρόπο πού χρησιμοποιοῦμε τὴν ἐλευθερία ἐκλογῆς πού ἔχουμε. Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ ἐποχὴ πού μαθαίνουμε νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἐπειδὴ ἡ ἐλευθερία, ὅπως καὶ ὁ αὐθορμητισμός, εἶναι κάτι πού μπορεῖ νὰ μαθευτεῖ. Ἂν μὲ ρωτούσατε «μπορεῖτε νὰ παίξετε βιολί», καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπαντοῦσα «δὲν εἶμαι σίγουρος, ποτὲ δὲν ἔχω παίξει», θὰ αἰσθανόσασταν ὅτι ὑπάρχει κάτι τὸ παράξενο στὴν ἀπαντηοή μου, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἐλεύθερος νὰ παίξω τὶς σονάτες τοῦ Μπὰχ στὸ βιολὶ ἂν πρῶτα δὲν μάθω πῶς νὰ χειρίζομαι τὸ βιολί, μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια καὶ ἐπίμονη ἐκπαίδευση.

Στὸ ἠθικὸ ἐπίπεδο, συμβαίνει τὸ ἴδιο ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐξάσκηση τῆς ἐλευθερίας μας. Ὡς πρόσωπο δημιουργημένο κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δὲν εἶμαι οὐσιαστικὰ ἐλεύθερος μέχρις ὅτου μάθω πῶς νὰ χρησιμοποιῶ σωστὰ τὴν ἐλευθερία μου, καὶ αὐτὴ ἡ διαδικασία μάθησης προϋποθέτει ὑπακοή, πειθαρχία καὶ αὐταπάρνηση. Ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι μόνο δῶρο. Εἶναι καὶ καθῆκον. Εἶναι αὐτὸ πού ἡ Ρωσικὴ πνευματικότητα ἀποκαλεῖ «podvig», ἀσκητικὸ κατόρθωμα. Ὅπως σωστὰ τὸ ἔθεσε ὁ Νικόλαος Μπερντιάεφ (1874-1948), «ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ συκοφάντες της: ἡ ἐλευθερία εἶναι δύσκολη, εἶναι βαρὺ φορτίο». Εἶναι ὅμως ταυτόχρονα προνόμιο καὶ χαρά.

Αὐτὲς εἶναι λοιπὸν τρεῖς «βυθομετρήσεις» πού μᾶς βοηθοῦν νὰ διαπλεύσουμε μὲ τὸ πλοῖο μας τὸ ἀρχιπέλαγος τῆς Σαρακοστῆς. Ἔχει ἤδη γίνει πολὺ σαφὲς ὅτι ἡ Σαρακοστὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴν κατανάλωση τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ποτοῦ. Ἂς προσπαθήσουμε τώρα νὰ διευρύνουμε λίγο τὴν ἀντίληψή μας γιὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, περνώντας, κατ’ ἀρχάς, σὲ κάτι τὸ παράλληλο ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἔπειτα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐμφανίστηκε ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ στὴν πρώτη Ἐκκλησία καὶ τέλος, στὴν ἰδιαίτερη καὶ διακεκριμένη σημασία ποῦ ἔχει ἡ νηστεία στὸν σημερινὸ κόσμο. 

Αὐτὸ θὰ μᾶς δείξει ὅτι ἡ Σαρακοστὴ ἀφορᾶ, πρῶτον, τὴν ἀντιπροσφορὰ τοῦ κόσμου στὸν Θεὸ ὡς εὐχαριστία. Δεύτερον, τὴ μύηση διὰ τοῦ βαπτίσματος καὶ τὴν ἱεραποστολικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τρίτον, τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο σχετιζόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας καὶ τὸ ὑλικὸ περιβάλλον. Ἂν θέλαμε νὰ συνοψίσουμε σὲ τρεῖς λέξεις τὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς, αὐτὲς oι λέξεις θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι θυσία, διαπαιδαγώγηση καὶ συμμετοχή.

Θυσία

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ εἶχε διδαχθεῖ νὰ προσφέρει μία δεκάτη κάθε χρόνο στὸν Θεό, τὸ ἕνα δέκατο δηλαδὴ ἀπὸ τὴν παραγωγὴ τῆς γής:

Δεκάτην ἀποδεκατώσεις παντὸς γενήματος τοῦ σπέρματός σου, τὸ γέννημα τοῦ ἀγροῦ σου ἐνιαυτὸν κατ’ ἐνιαυτὸν (Δευτερ. 14, 22).

Τὸ μέρος προσφερόταν ἐκ μέρους τοῦ ὅλου: οἱ Ἰσραηλίτες, προσφέροντας στὸν Θεὸ τοὺς πρώτους καρποὺς ὅσων Αὐτὸς τοὺς εἶχε δώσει, ζητοῦσαν τὴν εὐλογία Τοῦ πάνω σ’ ὁλόκληρη τὴ σοδειά τους. Ἦταν ἕνας τρόπος νὰ ὁμολογοῦν ὅτι ἡ γῆ ἀνήκει στὸν Θεό, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε παρὰ οἱ οἰκονόμοι τῶν δωρεῶν Του. Προσφέροντας ἔτσι τὴ δεκάτη, Τοῦ ἀντιπροσφέρουμε μὲ εὐγνωμοσύνη ὅλα ὅσα εἶναι δικά Του. Οἱ Ἰσραηλίτες αἰσθάνονταν πώς αὐτὴ ἡ πράξη τῆς προσφορᾶς δὲν ἦταν μία ἀπώλεια, ἀλλὰ ἕνας ἐμπλουτισμός. Ὁ ἑορτασμὸς τῆς σοδειᾶς ἦταν καιρὸς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως:

Καὶ εὐφρανθήση ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐv ὑμῖν… (Δευτερ. 16, 11).

Αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς δεκάτης ἐφαρμοζόταν ἀπὸ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ περίοδος τῆς Σαρακοστῆς ἐθεωρεῖτο ὡς ἡ δεκάτη τοῦ ἔτους, τὸ ἕνα δέκατο πού ἀφιερώνεται εἰδικὰ στὸν Θεό. Τηρώντας τὴ Σαρακοστή, ὁμολογοῦμε πώς ὁλόκληρη ἡ ζωή μας, μαζὶ μὲ ὅλες τὶς στιγμές της, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς. Προσφέροντας ἔτσι ἕνα κομμάτι της ἐπικαλούμαστε τὴν εὐλογία Του σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή μας. Ἡ Σαρακοστὴ ὑποδηλώνει τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ χρόνου. Ὁ ἀσκητισμὸς τῆς Σαρακοστῆς ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ χρόνος δὲν βρίσκεται ἁπλῶς ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας, οὔτε μποροῦμε νὰ τὸν ἐκμεταλλευόμαστε ἐγωιστικὰ καὶ μὲ τὸν τρόπο πού θεωροῦμε καλύτερο, ἀλλὰ ὅτι ἀνήκει στὸν Θεό. Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε οἱ κυρίαρχοί του ἀλλὰ οἱ οἰκονόμοι του. Ἔτσι, ἡ νηστεία τῆς Σαρακοστῆς γίνεται ἕνας τρόπος νὰ ἐπιστραφεῖ στὸν Θεὸ ὅ,τι εἶναι δικό Του, καὶ μποροῦμε νὰ ἐφαρμόσουμε πάνω της τὰ λόγια πού χρησιμοποιοῦνται στὴ θεία Λειτουργία ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πάνω ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου: «Τὰ σᾶ ἐκ τῶν σῶν σοῖ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα».

Image

Ἐπιπλέον, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἰσραηλίτες βίωναν τὴν προσφορὰ τῆς δεκάτης ὡς περίοδο ἀγαλλιάσεως, ὡς ἐμπλουτισμὸ καὶ ὄχι ὡς ἀπώλεια, τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει καὶ γιά μας. Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι μία περίοδος χαρᾶς, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνουν μὲ σαφήνεια οἱ ὕμνοι πού ψέλνονται τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, τὴν πρώτη μέρα τῆς νηστείας:

Τὸν τῆς νηστείας καιρὸν φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα,

πρὸς ἀγώνας πνευματικοὺς ἑαυτοὺς ὑποβάλλοντες…

Ἡμέρα μία μέν, φησί, βίος ὅλος γηγενῶν·

τοῖς κάμνουσιν ἐκ πόθου τεσσαράκοντα εἰσὶν

ἡμέραι τῆς νηστείας, ἂς τελέσωμεν φαιδρῶς.

Ἡ Σαρακοστή, λοιπόν, ὅπως δείχνει αὐτὸς ὁ παραλληλισμὸς μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, εἶναι ἕνας καιρὸς προσφορᾶς καὶ θυσίας. Προσφέρουμε στὸν Θεό, θυσιάζοντας τὸ ἕνα δέκατό τοῦ ἔτους, καὶ μ’ αὐτὴν τὴ δεκάτη προσφέρουμε τὸν ἑαυτό μας, ὁλόκληρη τὴ ζωή μας, ὅλες τὶς μέρες καὶ τὶς ὧρες μας. Ἂν ἔχει κάποιο νόημα αὐτὴ ἡ προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ χρόνου μας, πρέπει τότε νὰ ἔχει καὶ κάποιο κόστος: «Οὐκ ἀνοίσω τῷ Κυρίῳ μου Θεῷ ὁλοκαύτωμα δωρεὰν» (Β’ Βασιλειῶν 24, 24). 

Κάθε ἀληθινὴ τήρηση τῆς Σαρακοστῆς μᾶς ὑποβάλλει σὲ μία προσπάθεια, πού μερικὲς φορὲς εἶναι ὀδυνηρὴ καὶ περιλαμβάνει ἕναν βαθμὸ αὐταπάρνησης, πού ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ τὶς καθημερινές μας συνήθειες. Ὡστόσο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Σαρακοστὴ εἶναι μία περίοδος κατεξοχὴν κατήφειας καὶ αὐτονέκρωσης. Ἡ δική μας Χριστιανικὴ γιορτὴ τῆς δεκάτης, ὅπως ἡ Ἰουδαϊκὴ προσφορὰ τῶν ἀπαρχῶν, εἶναι χρόνος εὐφροσύνης.

Ἡ θυσία δὲν εἶναι τόσο ἕνα ζήτημα αὐτοπαραίτησης, ὅσο προσφορᾶς. Τὸ κύριο βάρος δὲν πέφτει τόσο στὸ τί ἐμεῖς ἀρνούμαστε στὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ στὸ τί προσφέρουμε στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον μας. Τὸ ἀποτέλεσμα μάλιστα τῆς προσφορᾶς τοῦ δώρου μας στὸν Θεὸ -ἕνα δῶρο πού τὸ δέχεται ὁ Θεὸς- εἶναι ἡ ἐπαναδημιουργία τῆς προσωπικῆς σχέσης ἀνάμεσα σέ μας καὶ σ’ Ἐκεῖνον. Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ σκοπὸς κάθε οὐσιαστικῆς προσφορᾶς: νὰ ἀποκαταστήσει τὴν κοινωνία. Πρέπει συνεχῶς νὰ ἔχουμε μπροστὰ στὰ μάτια μας τὴν ἰδέα ὅτι ἡ Σαρακοστὴ εἶναι χρόνος ἀποκατάστασης τῶν σχέσεων, πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μιλήσουμε ἐκτενέστερα παρακάτω.

Πῶς θὰ ἐφαρμόσουμε, λοιπόν, ξεχωριστὰ ὁ καθένας αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὅτι ἡ Σαρακοστὴ εἶναι μία προσφορὰ δεκάτης; Μποροῦμε νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε πρῶτα ἀπ’ ὅλα μὲ χρήματα. Ὁρισμένοι Δυτικοὶ Χριστιανοὶ προσφέρουν στὸν Θεὸ τὸ ἕνα δέκατό του ἐτήσιου εἰσοδήματός τους. Ἀμφιβάλλω γιὰ τὸ ἂν πολλοὶ Ὀρθόδοξοι τὸ κάνουν αὐτὸ σὲ κανονικὴ βάση. Ἂς προσπαθήσουμε τουλάχιστον, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς, νὰ ξεχωρίσουμε μία «δεκάτη» γιὰ νὰ προσφερθεῖ στὸν Θεό. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ μία ἀρχή, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ νὰ προσφέρουμε ὄχι μόνο ὅ,τι ἔχουμε ἀλλὰ ὅ,τι εἴμαστε. Πρέπει νὰ προσφέρουμε τόσο τὸ χρόνο μας ὅσο καὶ τὰ χρήματά μας.

Κατὰ τὴ Σαρακοστὴ πρέπει, πιὸ ἐντατικὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη περίοδο τοῦ χρόνου, νὰ ἀφιερώνουμε χρόνο στὸν Θεὸ μέσω τῆς προσευχῆς, καὶ χρόνο γιὰ τὸν πλησίον μας μέσω πράξεων διακονίας – ἐπισκεπτόμενοι τοὺς ἀρρώστους, τοὺς ἀποκλεισμένους καὶ τοὺς μοναχικούς, προσκαλώντας τὸν ξένο στὸ σπίτι μας, γράφοντας γράμματα σὲ ὅλους αὐτοὺς πού γιὰ τόσο καιρὸ ἀμελήσαμε. Δὲν θὰ μπορούσαμε ἄραγε, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τουλάχιστον μία «δεκάτη» τοῦ χρόνου πού εἴμαστε ξύπνιοι, ἂς ποῦμε δώδεκα ὧρες κάθε ἑβδομάδα τῆς Σαρακοστῆς;

Διαπαιδαγώγηση

Περνώντας ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὴν ἐποχὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, μποροῦμε νὰ ρωτήσουμε: πῶς ξεκίνησε ἡ Σαρακοστή; Ποιὸς ἦταν ἀρχικὰ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ νόημά της;

Ἡ Σαρακοστή, ὅπως τὴ γνωρίζουμε, συνδέεται στενὰ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Ἡ κατάδυση στὸ νερὸ κατὰ τὸ βάπτισμα, σημαίνει, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι γινόμαστε «σύμφυτοι» μὲ τὸν Χριστὸ ἢ ὅτι ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ στὸ θάνατο καὶ στὴν ταφή Του, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἑνωνόμαστε μαζί Του καὶ στὴν ἀνάστασή Του (Ρώμ. 6, 3-5). Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο, στοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κύρια περίοδος τοῦ ἔτους πού ἐτελεῖτο τὸ βάπτισμα ἦταν ἡ νύχτα τοῦ Πάσχα, τὴ στιγμὴ πού ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα. Τὸ βάπτισμα δὲν ἀποτελοῦσε, ὅπως πολὺ συχνὰ συμβαίνει σήμερα, μία ἰδιωτικὴ οἰκογενειακὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ ἕνα δημόσιο γεγονός, στὸ ὁποῖο συμμετεῖχε ὁλόκληρη ἡ κοινότητα.

Image

Ορθόδοξοι νεοφώτιστοι (νεοβαπτισμένοι) στη Μαδαγασκάρη

Στὴ σύγχρονη Ὀρθόδοξη πράξη, ἡ ἀρχαία πασχαλινὴ ἀγρυπνία ἔχει μετακινηθεῖ ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Πάσχα στὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Μία διαφορετικὴ ἀγρυπνία τὴν ἔχει ὑποκαταστήσει τὰ μεσάνυχτα τοῦ Πάσχα. Ἡ ἀκολουθία τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου -Ἑσπερινός, πού τὸν ἀκολουθεῖ ἡ Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου- διατηρεῖ ἀκόμη τὸν ἀδιαμφισβήτητο βαπτισματικὸ της χαρακτήρα. Ὑπάρχουν δεκαπέντε ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, καὶ τουλάχιστον τέσσερα ἀπ’ αὐτὰ ἀναφέρονται συμβολικὰ στὸ βάπτισμα (ἀναγνώσματα 4, 6, 14 καὶ 15).

Στὴν πασχαλινὴ ἀγρυπνία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, τὴ στιγμὴ πού ὁ ἀναγνώστης διάβαζε αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα, ὁ ἐπίσκοπος μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο μετέβαινε στὸ βαπτιστήριο μὲ τοὺς ὑποψήφιους γιὰ τὸ βάπτισμα καὶ τοὺς ἀναδόχους τους, καὶ ἐκεῖ οἱ βαπτιζόμενοι κατεδύοντο στὴν κολυμβήθρα καὶ ἐχρίοντο μὲ τὸ ἅγιο μύρο. Κατόπιν, καθὼς τελείωναν τὰ ἀναγνώσματα, οἱ νεοφώτιστοι, σὲ σειρά, μὲ τοὺς λευκοὺς χιτῶνες τους καὶ κρατώντας στὰ χέρια τοὺς ἀναμμένα κεριά, ἐπέστρεφαν ἐν πομπῇ στὴν ἐκκλησία μὲ τοὺς ἀναδόχους τους, τὸν ἐπίσκοπο καὶ τὸν κλῆρο, τὴ στιγμὴ πού ὅλη ἡ σύναξη ἔψελνε τὸ «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούια» (Γαλάτ. 3, 27).

Ὁ ἴδιος ὕμνος χρησιμοποιεῖται σήμερα τὸ Μεγάλο Σάββατο ἀντὶ τοῦ τρισαγίου. Τὰ ἀναγνώσματα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο πού ἀκολουθοῦν, ἀναφέρονται ἐμφανῶς στὸ βάπτισμα. Ἡ ἐπιστολὴ (Ρώμ. 6, 3-11) μιλᾶ γιὰ τὸ βάπτισμα ὡς τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση μὲ τὸν Χριστό, ἐνῶ τὸ Εὐαγγέλιο (Μάτθ. 28, 1-20) καταλήγει μὲ τὴν ἱεραποστολικὴ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας πρὸς τοὺς ἀποστόλους Του νὰ πορευθοῦν καὶ νὰ «μαθητεύσουν» ὅλα τὰ ἔθνη, «βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος» (Μάτθ. 28, 19).

Τώρα, ἡ νηστεία τῆς Σαρακοστῆς, στὴν Ἀνατολικὴ καὶ στὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη, εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη μὲ τὴν περίοδο τῆς τελικῆς προετοιμασίας, πού ὁδηγοῦσε στὴ μεγάλη γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος τὰ μεσάνυχτα τοῦ Πάσχα. Σὲ πολλὰ μέρη, κατὰ τὸν δωδέκατο αἰώνα, οἱ κατηχούμενοι -αὐτοὶ ποῦ ἐκατηχοῦντο γιὰ νὰ λάβουν τὸ βάπτισμα- περνοῦσαν ἀπὸ μία ἐντατικὴ ἐκπαίδευση κατὰ τὶς σαράντα μέρες πού προηγοῦντο τῆς τελετῆς τῆς μυήσεώς τους, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀγρυπνίες καὶ προσευχή, μὲ ἐξορκισμοὺς καὶ καθημερινὸ κήρυγμα.

Ἡ προβαπτισματικὴ αὐτὴ διδασκαλία εἶχε, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, ξεκινήσει μῆνες ἢ καὶ χρόνια πρίν, τώρα ὅμως, τὶς τελευταῖες ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα, οἱ κατηχούμενοι ἀνακεφαλαίωναν καὶ ξανατόνιζαν τὰ πάντα. Στὴν Ἱερουσαλὴμ τοῦ τέταρτου αἰώνα, oι κατηχούμενοι, σ’ αὐτὲς τὶς σαράντα μέρες, ἔπρεπε νὰ προσέρχονται καθημερινὰ στὴν Ἐκκλησία, ὅπου παρέμεναν περίπου γιὰ τρεῖς ὧρες. Πόσοι ἀπὸ τοὺς ὑποψήφιους γιὰ τὸ βάπτισμα σήμερα θὰ δέχονταν μία κατάσταση σὰν αὐτή;

Στοὺς πρῶτες αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρχε μία ζωντανὴ συνείδηση ἀλληλεγγύης ἀνάμεσα στὰ μέλη τῆς Χριστιανικῆς κοινότητας, κάτι ποῦ ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ τὴ φαντασία μας. Οἱ πιστοὶ ἔνιωθαν, ὄχι μὲ θεωρητικὸ τρόπο ἀλλὰ ἄμεσο, ὅτι ἦσαν μέλη «ἀλλήλων» στὸ μοναδικὸ Σῶμα, καὶ ὅτι οἱ χαρὲς καὶ τὰ βάσανα τοῦ ἑνὸς ἦταν χαρὲς καὶ βάσανα ὅλων (βλ. Ἃ’ Κορινθ., 12, 26). Ἔτσι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἤδη βαπτισμένους ἐμπλέκονταν ἄμεσα σ’ ὅ,τι ἔκαναν οἱ κατηχούμενοι. Ἤθελαν κι αὐτοὶ νὰ συμμετέχουν στὴν τελικὴ προετοιμασία τῶν ὑποψηφίων γιὰ τὸ βάπτιομα, ἔτσι ὥστε ὅταν ἔφθαναν τὰ μεσάνυχτα, αἰσθάνονταν ὅτι ἀνανέωναν καὶ τὸ δικό τους βάπτισμα, ἑνωμένοι μ’ αὐτοὺς πού μόλις εἶχαν λάβει τὴ μύηση.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησίασμα ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ συμμετέχει στὶς σαράντα μέρες νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχῆς καὶ διδασκαλίας, στὶς ὁποῖες ὑποβάλλονταν οἱ κατηχούμενοι. Ἔτσι, οἱ σαράντα μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα γίνονταν κάθε χρόνο ἕνα ἀποφασιστικὸ γεγονὸς στὴν προσωπικὴ ἐμπειρία κάθε Χριστιανοῦ, ἕνα κοινὸ γεγονός, μία περίοδος πνευματικῆς ἐκπαίδευσης γιὰ ὅλη συνολικὰ τὴν κοινότητα.

Αὐτὸ λοιπὸν πού ἀρχικὰ ὑπῆρξε μία ἑβδομάδα νηστείας ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα -πού τὴν τηροῦσαν πολλοὶ Χριστιανοὶ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ δεύτερου καὶ τρίτου αἰώνα- ἀναπτύχθηκε στὸν τέταρτο καὶ στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες σὲ μία τήρηση τῆς Σαρακοστῆς, ὅπως τὴ γνωρίζουμε σήμερα. Γι’ αὐτὸ ἡ Σαρακοστὴ ἔχει ἕναν οὐσιαστικὸ βαπτισματικὸ προσανατολισμό, πού συχνὰ τὸν παραβλέπουμε καὶ χρειάζεται νὰ τὸν ξαναβροῦμε. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι μία ἐτήσια εὐκαιρία γιὰ νὰ συλλογιζόμαστε ἐκ νέου τὸν κεντρικὸ ρόλο πού ἔχει τὸ βάπτισμα στὴ Χριστιανικὴ ἐμπειρία, καὶ μία πρόσκληση στὸν καθένα μας νὰ ἀνανεώσει τὶς ὑποσχέσεις τοῦ βαπτίσματος. Τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ πρέπει νὰ ὑπενθυμίζουμε στοὺς ἑαυτούς μας τὴν ἀλήθεια πού ἀνέφερε ὁ Βλαδίμηρος Λόσκι (1903-58): «Ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἡ παρουσία μέσα μας τοῦ ἁγίου Πνεύματος -πού παραμένει ἀναπαλλοτρίωτο καὶ προσωπικὸ στὸν καθένα μας- εἶναι τὸ θεμέλιο κάθε Χριστιανικῆς ζωῆς».

Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῆς Σαρακοστῆς. Σύμφωνα μὲ ὅσα ἔγραψε ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής, τὸν πέμπτο αἰώνα:

Image
Ὅσον ἂν τὶς ἠγωνίσατο κατὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀπιστίας, καὶ προέκοψε τῇ πίστει, καὶ κατέλαβε τί ἀγαθόν, …οὐδὲν πλέον εὖρεν ἢ εὐρεῖν δυνήσεται, εἰ μὴ προειλήφει μυστικῶς διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὅπερ ἐστὶν Χριστός… Χριστὸς δὲ τέλειος Θεὸς ὧν, τελείαν τοῖς βαπτισθεῖσι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος δεδώρηται. Προσθήκην δὲ παρ’ ἡμῶν οὐ λαμβάνουσαν, ἀποκαλυπτομένην δὲ καὶ ἐμφανίζουσαν ἡμῖν κατὰ ἀναλογίαν τῆς ἐντολῶν ἐργασίας… Εἰ τί οὖν προσφέρομεν αὐτῶ ἀναγεννηθέντες, τοῦτο ἤδη παρ’ αὐτοῦ ἦν ἐγκεκρυμμένον.

Ἀναλογιζόμενοι λοιπὸν τὶς ἀπαρχὲς τῆς Σαρακοστῆς στὴν πρώτη Ἐκκλησία, φτάνουμε στὸ σημεῖο νὰ ἐκτιμοῦμε τὴ Σαρακοστὴ ὄχι μόνο ὡς ἑορτὴ τῆς δεκάτης, ὅταν ἀντιπροσφέρουμε, δηλαδή, τὸ χρόνο μας στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ὡς μία «ἐπανακατάδυσή» μας στὰ νερὰ τῆς μύησης, γιὰ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴν ἀφοσίωσή μας στὸν Χριστό, τὸν βαπτιστή. Εἶναι μία πρόσκληση νὰ ἐπαναβεβαιώνουμε, ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, ὅτι τὸ ρίζωμά μας στὸ βάπτισμα εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλης της Χριστιανικῆς μας ζωῆς. Εἶναι μία ἐποχὴ αὐτοεξέτασης, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας συνειδητοποιοῦμε μὲ ἐνεργητικὸ τρόπο τὸν Χριστὸ πού κατοικεῖ μέσα μας καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα πού ὑπάρχει «μυστικὰ» μέσα στὴν καρδιά μας ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς βάπτισής μας. Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ ἐποχὴ πού θέτουμε καὶ ἐμεῖς τὸ ἐρώτημα πού εἶχε θέσει κάποτε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστέ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;» (Α’ Κορινθ., 3, 16). Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ περίοδος γιὰ νὰ γίνει ὁ καθένας μας αὐτὸ πού εἶναι: ἕνας βαπτισμένος θεοφόρος.

Τὴν ἴδια στιγμή, ἡ Σαρακοστὴ εἶναι κάτι περισσότερο ἀπ’ ὅλα αὐτά. Μαζὶ μὲ τὴν ἀνανέωση τῆς ἀφοσίωσής μου στὸ βάπτισμα, πρέπει ἐπίσης νὰ ἀναρωτηθῶ: τί κάνω ἐγὼ ὁ ἴδιος γιὰ νὰ φέρω καὶ ἄλλους στὴν πίστη καὶ στὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ; Σήμερα, στὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες μας δὲν ὑπάρχουν κατηχούμενοι. Γιατί συμβαίνει αὐτό; Γιατί οἱ κατηχούμενοι εἶναι τόσο λίγοι στὶς Ὀρθόδοξες κοινότητές μας; Ποῦ βρίσκονται; Ὑπάρχει κάποιος δυναμικὸς ἱεραποστολικὸς ζῆλος στὴ σύγχρονη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; (Ὅταν μιλῶ γιὰ ἱεραποστολικὸ ἔργο, δὲν ἐννοῶ φυσικὰ τὸν προσηλυτισμὸ μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ τὴ μεταστροφὴ τῶν ἀπίστων).

Ἐπιπλέον, εἴτε εἴμαστε κληρικοὶ εἴτε λαϊκοί, ὁ καθένας πρέπει νὰ δεῖ τὸν Εὐαγγελισμὸ ὡς ἄμεση εὐθύνη του. Τί κάνω ἐγὼ γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου «σὲ ὅλα τὰ ἔθνη»; Στὴ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, πού τελεῖται τὶς καθημερινές τῆς Σαρακοστῆς -μία ἀκολουθία μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στὸ βάπτισμα- ὁ λειτουργός, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀναγνωσμάτων ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐξέρχεται μὲ μία ἀναμμένη λαμπάδα στὰ χέρια του, καὶ λέγει: «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πάσι». Πρέπει ὁ καθένας μας νὰ ἀναρωτηθεῖ: τί ἔκανα ἀπὸ τὸ περασμένο Πάσχα μέχρι σήμερα γιὰ νὰ μεταδώσω αὐτὸ τὸ φῶς στοὺς ἄλλους;

Ἡ Σαρακοστὴ λοιπὸν συνδέεται μὲ τὸ βάπτισμα καὶ τὴν ἱεραποστολή. Ὑποδηλώνει τὴν ἀφύπνιση τῆς μύησης πού λάβαμε στὸ βάπτισμα, μία ἀναζωπυρωμένη ἱεραποστολικὴ ἀφιέρωση. Εἶναι σὰν νὰ λέμε ταυτόχρονα: «Ποιὸς εἶμαι» καὶ «ἐδῶ εἶμαι». Ἀνακαλώντας τὴν ταυτότητα τοῦ βαπτισμένου Χριστιανοῦ, ἀναρωτιόμαστε: «Ποιὸς εἶμαι;» Καὶ ἀνταποκρινόμενοι στὴν ἱεραποστολικὴ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, διαβεβαιώνουμε, μαζὶ μὲ τὸν προφήτη Ἠσαΐα (Ἤσ. 6, 8): « Ἰδοὺ ἐγὼ εἰμί».

Συμμετοχὴ

Ποιὸ εἶναι τὸ τρίτο σημεῖο στὴν κατανόηση τῆς διακεκριμένης ἀξίας πού ἔχει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ στὸν σημερινὸ κόσμο; Ἡ σύγχρονη κοινωνία, ὅπως πολὺ καλὰ γνωρίζουμε ὅλοι μας, σημαδεύεται ἀπὸ ἕναν διπλὸ κλονισμὸ τῆς κοινωνίας, ἕναν κλονισμὸ στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας καὶ ἕναν κλονισμὸ στὸ ἐπίπεδό τῆς κοσμικῆς κοινότητας. Στὸ ἐπίπεδό τοῦ ἀνθρώπου, δὲν βλέπουμε μόνο μία αὔξηση τῆς παρανομίας καὶ τῆς βίας -πού συνοδεύεται σὲ πολλὲς χῶρες ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τῆς οἰκονομικῆς «ψαλίδας» ἀνάμεσα σὲ πλούσιους καὶ φτωχοὺς- ἀλλά, τὸ σημαντικότερο, μία ὁλοένα μεγαλύτερη ἀπειλὴ ἀπέναντι στὴν οἰκογένεια, πού εἶναι ἡ πρωταρχικὴ κοινωνικὴ μονάδα, πάνω στὴν ὁποία βασίζονται ὅλες oι ἄλλες μορφὲς κοινωνίας.

Στὸ κοσμικὸ ἐπίπεδο, ἔχουμε, κατὰ τραγικὸ τρόπο, ἀποδυναμώσει τοὺς ζωτικοὺς δεσμοὺς πού μᾶς ἑνώνουν μὲ τὸ ὑλικὸ περιβάλλον μας. Καθὼς καταστρέφουμε τὰ τροπικὰ δάση καὶ δημιουργοῦμε τρύπες στὸ στρῶμα τοῦ ὄζοντος, θὰ κάναμε καλὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τὰ λόγια ἀπὸ τὸν «Κανόνα ἐπὶ ἀπειλῆ σεισμοῦ», πού βρίσκεται στὸ Μεγάλο Εὐχολόγιο: «Ἡ γῆ ἀγλώσσως βοᾶ στενάζουσα. Τί μὲ κακοῖς μιαίνετε πολλοῖς πάντες ἄνθρωποι».

Μπροστὰ σ’ αὐτὸν τὸ διπλὸ κλονισμό, ἡ Σαρακοστὴ ἔρχεται ὡς μία προσπάθεια ἐπαναβεβαίωσης τῆς ἀληθινῆς σχέσης μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, καθὼς καὶ μὲ τὴν κτιστὴ τάξη. Ἡ πρώτη ἄποψη, ἡ ἀλληλεξάρτησή μας, δηλαδή, ὡς μελῶν τοῦ ἀνθρώπινου γένους, βεβαιώνεται μ’ ἕναν καταπληκτικὸ τρόπο στὰ Βιβλικὰ ἀναγνώσματα πού προηγοῦνται τῆς περιόδου τῆς Σαρακοστῆς. Διατρέχοντας αὐτὰ τὰ κείμενα, ἀνακαλύπτουμε αὐτὸ πού ὁ καθηγητής μου τῆς Ἱστορίας συνήθιζε νὰ μᾶς ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς: «Ὅλα συνδέονται, βλέπετε, ὅλα συνδέονται».

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Σαρακοστή, στὶς 2 Φεβρουάριου, ἑορτάζουμε τὴ γιορτὴ πού εἶναι γνωστὴ στὴ Δύση ὡς «παρουσίαση τοῦ Χριστοῦ στὸν ναό», ἢ ὡς «ἐξαγνισμὸς τῆς Παναγίας» (Candlemas). Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἡ γιορτὴ αὐτὴ ὀνομάζεται «Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (εικ.). Ὅταν ἡ Παναγία μὲ τὸν ἅγιο Ἰωσήφ, τὸν θετὸ πατέρα του, μεταφέρουν τὸ βρέφος Ἰησοῦ στὸ ναό, τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴ γέννησή Του, καὶ ἐκεῖ Τὸν καλωσορίζουν ὁ γέροντας Συμεὼν καὶ ἡ Ἄννα ἡ προφήτις, αὐτὸ θεωρεῖται πώς συμβολίζει τὴ συνάντηση τοῦ Σωτήρα μὲ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ Του (Λούκ. 2, 22-40, καὶ εἰδικὰ oι στίχοι 27-32). Ἔτσι, πολὺ κοντὰ στὴν οὐσιαστικὴ ἔναρξη τῆς Μεγάλη Τεσσαρακοστῆς, τίθεται ἤδη τὸ «leitmotif» τῆς Σαρακοστῆς: συνάντηση, ἀντάμωση, σχέση. Γίνομαι ἀληθινὸ πρόσωπο μόνο ἂν συναντῶ καὶ ἀντικρίζω ἄλλα πρόσωπα, ἂν κοιτάζω μέσα στὰ μάτια τους καὶ αὐτὰ κοιτάζουν στὰ δικά μου. Σὲ χρειάζομαι γιὰ νὰ γίνω ὁ ἐαυτός μου!

Image

Τρεῖς ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴν Κυριακὴ πού ὀνομάζεται «Κυριακή του Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου» (Λούκ. 18, 10-14), ἀρχίζουμε νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸ εἰδικὸ λειτουργικὸ βιβλίο τῆς Σαρακοστῆς, τὸ Τριώδιον. Τὸ σφάλμα τοῦ Φαρισαίου εἶναι ὅτι ἀρνεῖται νὰ ἀναγνωρίσει τὸν Τελώνη ὡς ἀδελφό του. Ὁ Φαρισαῖος, στὴν ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀπόρριψη τοῦ Τελώνου, ἀρνεῖται τὴν οὐσιαστικὴ σχέση κοινωνίας πού τὸν ἐνώνει μὲ τοὺς συνανθρώπους μας. Τονίζει ἀκριβῶς τὴν κατάσταση ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀγωνιζόμαστε νὰ ξεφύγουμε τὶς σαράντα μέρες τῆς Σαρακοστῆς.

Image
Ὁ ἑπόμενος σταθμός, ἑφτὰ μέρες ἀργότερα, εἶναι ἡ «Κυριακή τοῦ Ἀσώτου» (Λούκ. 15, 11-32). Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου εἶναι βασικὰ ἡ ἱστορία τῆς ἀπώλειας καὶ τῆς ἐπανεύρεσης τῆς προσωπικῆς σχέσης. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὁ νεότερος γιὸς φεύγει ἐπειδὴ σκέπτεται μᾶλλον μὲ βάση τὰ πράγματα παρὰ τὰ πρόσωπα. «Δὸς μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» λέει στὸν πατέρα του (Λούκ. 15, 12). Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν πατέρα του, ἀλλὰ μόνο ἡ περιουσία πού προσδοκᾶ νὰ κληρονομήσει. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀποκήρυξης τῶν προσωπικῶν σχέσεων ἐκ μέρους του εἶναι νὰ βρεθεῖ «εἰς χώραν μακρὰν» (Λούκ. 15, 13), ἀποξενωμένος, ἐξόριστος, ἔρημος καὶ ἀπομονωμένος.

Ὁ δρόμος τῆς μετάνοιας πού πρέπει νὰ διασχίσει περιλαμβάνει τὴν ἀποκατάσταση τῶν προσωπικῶν σχέσεων, τὴν ἐπιστροφὴ στὸν πατέρα του, στὴν οἰκογένειά του καὶ στὴν κοινότητα τοῦ σπιτιοῦ του. Ἡ ἐπιστροφὴ του σφραγίζεται μὲ μία μεγάλη γιορτή, καὶ σκοπὸς κάθε γιορτῆς εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐκφράσει τὴν κοινωνία καὶ τὴν συντροφικότητα. Τὸ φαγητὸ γίνεται ἕνας ἐνδιάμεσος κρίκος καὶ ἔτσι κάθε κοινὸ τραπέζι ἀποτελεῖ μία ἐπιβεβαίωση τῆς κοινότητας. Ὅταν ὁ πρεσβύτερος ἀδελφὸς ἀρνεῖται νὰ συμμετάσχει στὴ γιορτή, αὐτὸ πού στὴν πραγματικότητα κάνει εἶναι νὰ ἀποκλείει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ σχέση καὶ τὴν κοινωνία. Τὸ πράγμα γίνεται σαφὲς ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρεται στὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου: δὲν τὸν ἀποκαλεῖ «ἀδελφό» του, ἀλλὰ λέει στὸν πατέρα του «ὁ υἱός σου οὗτος» (Λούκ. 15, 30). Μέχρι νὰ ξαναμάθει νὰ λέει «ὁ ἀδελφός μου», ὁ πρεσβύτερος γιὸς θὰ παραμένει ἀναπόφευκτα ἔξω στὸ κρύο, αὐτοαποκλεισμένος ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη κοινότητα – ἐν συντομία, θὰ παραμένει ἕνα «μὴ-πρόσωπο», διότι δίχως ἀμοιβαία ἀγάπη δὲν ὑπάρχει ἀληθινὸ πρόσωπο.

Τὸ ἑπόμενο Σάββατο, μνημονεύουμε ἰδιαίτερα τους νεκρούς, μὲ μία ἀκολουθία ποῦ τοὺς ἀγκαλιάζει ὅλους:

Ἐν ὄρει, ἐν ὀδῷ, ἐν τάφοις, ἐν ἐρήμοις, τὸν βίον καταλύσαι,

φθάνοντας ἐν πίστει, μοναδικοὺς τὲ μιγάδας, νέους,

πρεσβύτας, μετὰ ἁγίων, Χριστέ, σκήνωσον.

Ἐκ λύπης καὶ χαρᾶς, ἐλθούσης παρ’ ἐλπίδα,

τοὺς πίστει παρευθύς, ἀλλάξαντας τὸν βίον, εὐημερία

παθόντας ἢ δυσπραγία, πάντας ἀναπαυσον, Σωτὴρ ἠμῶν.

Οὖς ἀνεῖλε ψύξ, καὶ ἵππος συναρπάσας, χάλαζα, χιῶν,

καὶ ὄμβρος πλεονάσας, οὖς δὲ ἀπέπνιξε πλίνθος,

ἢ χοὺς συνέσχε, Χριστὲ Σωτὴρ ἠμῶν, ἀναπαυσον.

Σύμφωνα μὲ ὅσα διακηρύσσουμε σ’ αὐτὸ τὸ «Σάββατο τῆς Ἀπόκρεω», ἡ κοινότητα τῆς ὁποίας εἴμαστε μέλη δὲν ἐξαφανίζεται, οὔτε καταστρέφεται μὲ τὴν ἀναχώρησή μας ἀπ’ αὐτὴν τὴ ζωή. Ὁ ἀναστᾶς Χριστὸς κατεπάτησε τὸ θάνατο: ἐν Αὐτῷ εἴμαστε ὅλοι ζωντανοί, καὶ ἐν Αὐτῷ εἴμαστε ὅλοι ἕνα. Ἔτσι, μὲ τὶς προσευχές μας, αὐτὸ τὸ Σάββατο, γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἀποδεικνύουμε ὅτι ἡ κοινωνία στὴν ὁποία ἀνήκουμε εἶναι μία μοναδικὴ καὶ ἀδιαίρετη ἑνότητα ζώντων καὶ κεκοιμημένων.

Τὴν ἑπόμενη μέρα, ὀκτὼ μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ Σαρακοστή, ἔχουμε τὴν «Κυριακή της Κρίσεως» ἢ «Κυριακή της Ἀπόκρεω», ὅπως εἶναι ἐπίσης γνωστή, λόγω του ὅτι εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα πού ἐπιτρέπεται ἡ κατανάλωση κρέατος πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα. Στὸν Ἀπόστολο (Α’ Κορινθ. 8, 8-9, 2), τὸ θέμα εἶναι ἀκόμη μία φορὰ οἱ προσωπικὲς σχέσεις. Τὰ πρόσωπα εἶναι πολὺ σπουδαιότερα ἀπὸ τοὺς κανόνες περὶ νηστείας, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Βρῶμα δὲ ἠμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ» ([= η τροφή δεν μας πηγαίνει στον Θεό], Α’ Κορινθ. 8, 8). Αὐτὸ ποῦ ἐνδιαφέρει δὲν εἶναι τὸ πόσο αὐστηρὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς κανόνες σχετικὰ μὲ τὴ λήψη τροφῆς, ἀλλὰ ὁ βαθμὸς εὐαισθησίας πού δείχνουμε ἀπέναντι στὴ δυστυχία καὶ στὴ στενοχώρια τῶν συνανθρώπων μας. Ἂν τρώγωντας «εἰδωλόθυτα», «πληγώνω τὴ συνείδηση» ἑνὸς ἄλλου προσώπου, τότε εἶναι καλύτερα νὰ ἀποφύγω μία τέτοια τροφή, ἂν καὶ ἡ λήψη της καθαυτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁμαρτία (Α’ Κορινθ. 8, 10-12). Τὸ ἀποφασιστικὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἡ τήρηση ἢ μὴ τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀποχῆς, ἀλλὰ ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη.

Image
Στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἡ παραβολὴ τῶν προβάτων καὶ τῶν ἐριφίων (Μάτθ. 25, 31-46), ἀσχολεῖται ἀκριβῶς μὲ τὸ ἴδιο ζήτημα. Ἡ καθοριστικὴ ἀρχὴ τῆς ἔσχατης κρίσης δὲν εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῆς ἀσκητικῆς μας αὐταπάρνησης, ἀλλὰ ἡ πρακτικὴ συμπάθεια πού δείχνουμε στὸν πλησίον μας. Κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία δὲν θὰ ἐρωτηθῶ πόσο αὐστηρὰ νήστεψα, οὔτε πόσες ἀγρυπνίες καὶ μετάνοιες ἔκανα, θὰ ἐρωτηθῶ: ἔδωσες τροφὴ στὸν πεινασμένο; Ἔδωσες νερὸ στὸν διψασμένο; Πῆρες τὸν ξένο στὸ σπίτι σου, ἕντυσες τὸν γυμνό, ἐπισκέφτηκες τὸν ἄρρωστο καὶ τὸν φυλακισμένο; Γιὰ ὅλα αὐτὰ θὰ ἐρωτηθῶ.

Καὶ στὰ δύο βιβλικὰ ἀναγνώσματα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς, τοποθετούμαστε μπροστὰ σὲ μία σαφῆ καὶ ἀδιαμφισβήτητη τάξη προτεραιοτήτων. Τὰ πρόσωπα προηγοῦνται, οἱ κανόνες τῆς νηστείας ἕπονται. Ἡ ἀποχή μας ἀπὸ τὴν τροφὴ κατὰ τὴ Σαρακοστὴ θὰ εἶναι περισσότερο κι ἀπὸ ἄχρηστη, ἂν δὲν μᾶς φέρνει κοντύτερα στοὺς συνανθρώπους μας. Νηστεία δίχως ἀγάπη εἶναι νηστεία τῶν δαιμόνων. Σὲ τί μᾶς χρησιμεύει ἡ ἀποχή μας, διαμαρτύρεται ὁ Μέγας Βασίλειος, ἂν ἀντὶ νὰ τρῶμε κρέας, καταπίνουμε τὸν ἀδελφὸ ἢ τὴν ἀδελφή μας μὲ ἕνα ἀνελέητο κουτσομπολιό; Εἶναι προτιμότερο νὰ τρώει κάποιος κρέας καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ εἶναι ταπεινὸς καὶ εὐγενικός, παρὰ νὰ μὴν τρώει τίποτε ἄλλο ἀπὸ ὄσπρια καὶ νὰ εἶναι ἕνας πικρόχολος φανατικός.

«Κυριακή της Τυροφάγου» ἢ «Κυριακή της Συγγνώμης» εἶναι ἡ τελευταία Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἀρχίζει ἡ πραγματικὴ νηστεία. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα (Ρώμ. 13, 11-14, 4) ξαναπιάνει τὸ ἴδιο θέμα μὲ αὐτὸ τοῦ ἀναγνώσματος τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. «Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω» (Ρώμ. 14, 3). Ἂν νηστεύουμε μὲ πνεῦμα κατάκρισης, στεροῦμε ἀπὸ τὴ νηστεία μας κάθε πνευματικὴ ἀξία. Ὁ Θεὸς δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ δίαιτά μου ἀλλὰ γιὰ τὶς σχέσεις μου μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα.

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς (Μάτθ. 6, 14-21) ὑπογραμμίζει τὸ ἴδιο σημεῖο, μ’ ἕναν πολὺ πιὸ θεμελιώδη καὶ εὐρὺ τρόπο. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς τονίζει τὴν τεράστια σημασία τῆς ἀμοιβαίας συγχώρησης: «Ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Μάτθ. 6, 15). Τὸ νόημα ἐδῶ δὲν εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀρνεῖται τὴ συγγνώμη, ὅτι ἐπιμελῶς ἀποκρύπτει τὴ συγχώρεσή Του. Ἀντίθετα, ὁ Θεὸς θέλει πάντοτε νὰ μᾶς συγχωρεῖ. Ἀλλὰ ἂν ἐμεῖς ἀπὸ τὴν πλευρά μας δὲν εἴμαστε πρόθυμοι νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἄλλους, τότε ἁπλῶς καθιστάμεθα ἀνίκανοι νὰ δεχτοῦμε στὴν καρδιά μας τὴ συγχώρηση πού ὁ Θεὸς μᾶς προσφέρει. Εἴμαστε ἀνοιχτοὶ στὴ θεία συγγνώμη μόνο ἂν δώσουμε καὶ τὴ δική μας συγγνώμη. Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς κλείνει ἔξω. Ἐμεῖς εἴμαστε αὐτοὶ ποῦ Τοῦ κλείνουμε τὴν πόρτα κατάμουτρα, μὲ τὴ σκληρότητά μας πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ μὲ τὴν ἀνυπόφορη μνησικακία μας.

Image
Τὸ μήνυμα τοῦ εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς ξαναζωντανεύει μὲ ὁρατὸ καὶ ἁπτὸ τρόπο στὴν τελετὴ τῆς ἀμοιβαίας συγγνώμης, πού λαμβάνει χώρα σὲ πολλὰ μοναστήρια καὶ ἐνορίες κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ της ἴδιας μέρας. Ὁ ἡγούμενος ἢ ὁ πρεσβύτερος γονατίζει μπροστὰ στὸ ἐκκλησίασμα, ζητώντας συγγνώμη καὶ λέγοντας «συγχωρεῖστε μέ, τὸν ἁμαρτωλό», καὶ κατόπιν ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα γονατίζει μπροστά του, ἐπαναλαμβάνοντας ὁ καθένας τὰ ἴδια λόγια. Ἡ συγγνώμη δίνεται σὲ προσωπικὴ βάση: ὁ καθένας διαδοχικὰ ἔρχεται καὶ γονατίζει μπροστὰ στὸν ἡγούμενο ἢ στὸν ἱερέα, καὶ αὐτὸς γονατίζει μὲ τὴ σειρά του, καὶ κατόπιν ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἐκκλησιάσματος περιφέρονται στὴν ἐκκλησία, γονατίζοντας μπροστὰ στὸν καθένα, ζητώντας καὶ δίνοντας συγγνώμη.

Αὐτὴ ἡ τελετὴ τῆς ἀμοιβαίας συγγνώμης, στὸν βαθμὸ πού δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἁπλὸ τυπικό, εἶναι, καὶ συχνὰ γίνεται, μία βαθιὰ συγκινητικὴ στιγμή, μεταβάλλοντας τὴ ζωὴ αὐτῶν πού συμμετέχουν. Οἱ συμβολικὲς χειρονομίες αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἔχουν μεγάλο ἀποτέλεσμα. Μπορῶ νὰ θυμηθῶ περιπτώσεις ὅπου αὐτὴ ἡ ἀνταλλαγὴ συγγνώμης στὸ κατώφλι τῆς Σαρακοστῆς ἔχει βοηθήσει σὰν δυνατὸς καταλύτης, πού ξαφνικὰ καταλύει μακροχρόνιους φραγμοὺς καὶ κάνει δυνατὴ μία ἀληθινὴ ἀναδημιουργία τῶν σχέσεων. Αὐτὸ πού διακηρύσσει ὁ Ἑσπερινός τῆς Συγγνώμης, μὲ πράξεις πού μιλοῦν δυνατότερα ἀπὸ τὰ λόγια, εἶναι ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλάβει μόνος του τὸ ταξίδι τῆς Σαρακοστῆς.

«Ὅλα συνδέονται». Ἡ περίοδος πρὶν ἀπὸ τὴ Σαρακοστὴ μᾶς δείχνει καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς χαρακτήρας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ ἄνοιξη τῆς Σαρακοστῆς εἶναι μία ἐποχὴ πού, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἡ παγωμένη μας καρδιὰ ζεσταίνεται καὶ ἐπιστρέφουμε στὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Οἱ δύο αὐτὲς μορφὲς σχέσης, μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, προϋποθέτουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν Θεὸ μόνο ἂν πλησιάσω τὸν πλησίον μου, καὶ μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν πλησίον μου μόνο ἂν πλησιάσω τὸν Θεό. Ἡ Σαρακοστή, μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, δὲν ὑποδηλώνει μόνο τὴν προσφορὰ καὶ τὴν ἱεραποστολή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη.

Σκοπὸς τῆς Σαρακοστῆς εἶναι νὰ πέσουν οἱ φραγμοί, ἔτσι ὥστε νὰ μποροῦμε, μὲ πληρότητα, νὰ μοιράζουμε τὴ ζωή μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ἀπὸ μία ἄποψη, σκοπὸς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ «ἀποκέντρωση», ἡ ἐκτόπιση τοῦ πεπτωκότος ἑαυτοῦ μου ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς προσοχῆς, ἔτσι ὥστε νὰ ὑπάρξει χῶρος στὴν καρδιά μου γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τὸν Δημιουργό μου. Ἡ Σαρακοστὴ διδάσκει τὸ κάθε πρόσωπο νὰ μὴ λέει ἁπλῶς «Ἐγώ», ἀλλὰ «Ἐγὼ-καὶ- Σύ», ὄχι ἁπλῶς «ἐγώ», ἀλλὰ «ἐμεῖς». Στὴ σημερινὴ καταναλωτικὴ κοινωνία, πού κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴ φιλαυτία καὶ τὴ λαχτάρα γιὰ κατοχή, αὐτὸ δίνει στὴ Σαρακοστὴ μία ἄμεση καὶ σύγχρονη σημασία.

Image 
Eικ. από το άρθρο Μια μοντέρνα Σαρακοστή του Αμερικανού ορθοδόξου ιερέα π. Στέφανου Φρήμαν

Ἔτσι, γίνεται φανερὸ ὅτι ἡ νηστεία, πού συχνὰ θεωρεῖται ὡς τὸ κύριο χαρακτηριστικό της Σαρακοστῆς, δὲν εἶναι αὐτοσκοπὸς ἀλλὰ μέσον. Ἡ νηστεία εἶναι ἄχρηστη ἂν δὲν μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων. Ὁ Χριστός, στὴν πραγματικότητα δὲν μιλᾶ ἁπλῶς γιὰ τὴ νηστεία ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὸ ζευγάρι «προσευχὴ καὶ νηστεία» (βλ. Μάτθ. 17, 21. Μάρκ. 9, 29). Ἂν νηστεύουμε, τὸ κάνουμε γιὰ νὰ γίνουμε ἰκανότεροι γιὰ προσευχή, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε, δηλαδή, στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό.

Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν μετατρέψει αὐτὸ τὸ ζευγάρι σὲ τριάδα: μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία τόνιζαν τὴν ἀνάγκη γιὰ «ἐλεημοσύνη», γιὰ πράξεις συγκεκριμένης καὶ πρακτικῆς συμπάθειας πρὸς τοὺς ἄλλους. Τὰ χρήματα ποῦ ἐξοικονομοῦμε μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴν ἀποχὴ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξοδευτοῦν γιά μας, ἀλλὰ πρέπει νὰ δοθοῦν σ’ αὐτοὺς ποῦ ἔχουν ἀνάγκη. Ἐπιπλέον, ὅπως ἔχουμε ἤδη δεῖ, δὲν εἶναι μόνο τὰ χρήματα αὐτὰ πού πρέπει νὰ μοιραζόμαστε μὲ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτό μας. Πρέπει νὰ δίνουμε τὸ χρόνο μας, τὴ συντροφιά μας, τὴ φροντίδα μας. Ἔτσι, ἡ ἀνανέωση τῆς σχέσης μας μὲ τὸν Θεὸ μέσω τῆς προσευχῆς ἐκπληρώνεται στὴν ἀνανέωση τῆς σχέσης μας μὲ τοὺς ἄλλους. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχὴ καὶ οἱ πράξεις συμπάθειας σχηματίζουν ἕνα μοναδικὸ ὅλον.

Ὡστόσο, παρόλο πού ἡ ἴδια ἡ νηστεία δὲν ἀποτελεῖ πρωταρχικὸ σκοπὸ τῆς Σαρακοστῆς, τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀποχὴ -στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση οἱ δύο αὐτοὶ ὄροι χρησιμοποιοῦνται σχεδὸν ταυτόσημα- δὲν πρέπει νὰ περιθωριοποιηθοῦν ἢ νὰ καταργηθοῦν ὡς κάτι τὸ ἀσήμαντο. Στὴν πραγματικότητα, οἱ Ὀρθόδοξοι ἐνθαρρύνονται νὰ νηστεύουν ἀρκετὰ αὐστηρά. Ἂν ἡ Σαρακοστὴ πρέπει νὰ εἶναι μία περίοδος θυσίας, αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκδηλώνεται, ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, καὶ σ’ αὐτὸ πού τρῶμε καὶ πίνουμε. Στὶς ἑφτὰ ἑβδομάδες, ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τὸ Μεγάλο Σάββατο, ἀναμένεται oι Ὀρθόδοξοι νὰ τηρήσουν μία οὐσιαστικὰ ἀκραῖα «χορτοφαγικὴ» δίαιτα. Τὸ κρέας ἀπαγορεύεται, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ζωικὰ προϊόντα (αὐγά, γάλα, βούτυρο καὶ τυρί). Κρασὶ καὶ ἐλαιόλαδο ἐπιτρέπονται μόνο τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακές, καὶ σὲ λίγες ἄλλες ἑορτές. Τὸ ψάρι δὲν ἐπιτρέπεται, παρὰ μόνο κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα ἐπιτρέπει συχνὰ στὴν πράξη κάποια χαλάρωση αὐτῶν τῶν κανόνων, ἰδιαίτερα γι’ αὐτοὺς πού ζοῦν σὲ οἰκογένειες, ὅπου κάποια μέλη δὲν εἶναι Ὀρθόδοξα ἢ ἀκόμη οὔτε καὶ Χριστιανοί. Ὑπάρχουν τρεῖς χρήσιμες κατευθυντήριες ὁδηγίες πού θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦ. Πρῶτον, δὲν πρέπει νὰ νηστεύουμε μὲ τρόπο πού θὰ μποροῦσε νὰ βλάψει τὴν ὑγεία μας ἢ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς καταστήσει ἀνίκανους στὴ δουλειά μας. 

Δεύτερον, δὲν πρέπει νὰ νηστεύουμε «ὥσπερ οἱ ὑποκριτὲς» (Μάτθ. 6, 16), μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ τραβοῦμε τὴν προσοχὴ ἐπάνω μας. Ὅταν τρῶμε σὲ σπίτια ἄλλων, φανερώνει συχνὰ μεγαλύτερη ταπείνωση καὶ εἶναι πιὸ χριστιανικὸ ἂν φᾶμε ὅ,τι ὑπάρχει μπροστά μας, δίχως ἀντιρρήσεις, παρὰ ἂν ἀπαιτήσουμε κάτι διαφορετικό, πού νὰ συμμορφώνεται πρὸς τοὺς κανόνες μας. Ἂν ἡ νηστεία μας φέρνει τοὺς ἄλλους σὲ ἀμηχανία ἢ τοὺς προκαλεῖ περισσότερη δουλειά, τότε κάτι ἔχει πάει πολὺ λάθος. 

Τρίτον, τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ νηστεία μας πρέπει νὰ εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ μία τυχαία καὶ κατ’ ἐπίφασιν συνήθεια. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἀρκούντως μεθοδικοὶ στὸ νὰ σημειώνουμε αὐτὸ πού ἀρνούμαστε στὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ λυπούμαστε γι’ αὐτό. Ἡ Σαρακοστὴ θὰ ἔχει χάσει τὴν ἀξία της ἂν παύσει νὰ εἶναι μία podvig, ἕνας ἀγώνας ἀπέναντι στὴ φιλαυτία τῆς πεπτωκυίας φύσης μας. «Διὰ τοῦ σταυροῦ χαρὰ τῷ κόσμω ἐλήληθε», μαρτυροῦμε κάθε Κυριακὴ σὲ ἕναν ὕμνο τοῦ Ὄρθρου. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴ χαρὰ τῆς σαρακοστιανῆς ἄνοιξης χωρὶς νὰ φέρουμε τὸ σταυρό.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ νηστεία, ἀκόμη κι ὅταν ἐφαρμόζεται σωστὰ καὶ περιλαμβάνει ὄντως θυσία καὶ αὐταπάρνηση, δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται ἀποκλειστικὰ μὲ ἀρνητικοὺς ὅρους. Ὁ σκοπὸς της εἶναι πολὺ πιὸ θετικός: δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ τιμωρεῖται τὸ σῶμα, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνεται περισσότερο πνευματικό. Δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς γεμίζει μὲ πλήξη καὶ ἀηδία γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλύει τὴν ἁμαρτωλὴ αἴσθηση τῆς αὐτάρκειας καὶ νὰ μᾶς κάνει, συγχρόνως, νὰ συνειδητοποιοῦμε τὴν ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸν Θεό. Σίγουρα, ἡ νηστεία εἶναι μία ἀσκητικὴ podvig, ἀλλὰ σκοπὸ ἔχει νὰ φέρει μία αἴσθηση ἐλαφράδας καὶ ἐλευθερίας, μία αἴσθηση ἐπαγρύπνησης καὶ ἐλπίδας. «Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· νηστεία… ἔσονται τῷ οἴκῳ Ἰούδα εἰς χαρὰν καὶ εὐφροσύνην καὶ εἰς ἐορτᾶς ἀγαθᾶς» (Ζαχαρίας 8, 19).

Περπατώντας ἐλαφρὰ πάνω στὴ γῆ

Image
Ἡ αἴσθηση κοινότητας πού ἐπιζητᾶ νὰ δημιουργήσει ἡ Σαρακοστὴ δὲν περιορίζεται μόνο στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὴ σχέση μας μὲ τὸν συνάνθρωπο. Ἐκτείνεται ἀκόμη πιὸ πέρα. Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἐπίσης μία περίοδος κατὰ τὴν ὁποία ἀποκαθιστοῦμε τὴ σχέση μας μὲ τὸ ὑλικὸ περιβάλλον, κατ’ ἀρχὰς μὲ τὸ ἴδιο μας τὸ σῶμα καὶ κατόπιν μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο -μὲ τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά, τὴ γῆ, τὸν ἀέρα τὴ φωτιὰ καὶ τὸ νερό-, στοιχεῖα μὲ τὰ ὁποῖα ἐρχόμαστε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ σῶμα μας. Ἡ Σαρακοστὴ ἐνεργοποιεῖ ξανὰ τὴ συμμετοχή μας, ὄχι μόνο στὴν ἀνθρώπινη κοινότητα ἀλλὰ καὶ στὴν κοσμικὴ κοινωνία. «Ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ τὰ δένδρα, δὲν ἀγαπᾶ οὔτε τὸν Χριστό», ὅπως συνήθιζε νὰ λέει ὁ πατέρας Ἀμφιλόχιος (1888-1970), ὁ γέροντας τῆς Πάτμου. Καὶ αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα μέρος τοῦ νοήματος τῆς Σαρακοστῆς.

«Τὸ καθετὶ πού ζεῖ εἶναι ἱερό», μᾶς λέει ὁ μεγάλος προφήτης τῆς Ἀγγλίας τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα, ὁ Οὐίλιαμ Μπλέικ. Σχολιάζοντας τὰ λόγια του, θὰ προσθέταμε ὅτι τὸ καθετὶ πού ἔχει δημιουργήσει ὁ Θεὸς εἶναι, κατὰ κάποιον τρόπο, ζωντανό. Ἡ Σαρακοστὴ ἀποκαθαίρει τὶς πύλες τῆς ἀντίληψής μας, ἔτσι ὥστε νὰ ἀναγνωρίσουμε ἐκ νέου αὐτὴν τὴ βαθιὰ καὶ οἰκουμενικὴ ἁγιότητα. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς διδάσκει, μὲ τὴ φράση πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἰνδιάνοι τῆς Ἀμερικῆς, νὰ «περπατοῦμε ἐλαφρὰ πάνω στὴ γῆ». Ἀντιμετωπίζοντας μία οἰκολογικὴ κρίση πού κλιμακώνεται μὲ τρομακτικοὺς ρυθμούς, μποροῦμε νὰ ξαναβροῦμε, μὲ τὴν τήρηση τῆς νηστείας τῆς Σαρακοστῆς, μία μυστηριακὴ θέα τοῦ σύμπαντος.

Μὲ ποιὸν τρόπο; Εἶναι πάρα πολὺ εὔκολο νὰ παρερμηνεύσουμε τὴ Σαρακοστὴ μ’ ἕναν μανιχαϊκὸ τρόπο. Οἱ ἄνθρωποι φαίνεται νὰ σκέφτονται πώς πρέπει νὰ αἰσθάνονται ντροπὴ ὅταν εὐχαριστιοῦνται τὸ φαγητό τους, ἐπειδὴ ἐνθαρρύνονται νὰ νηστεύουν. Ὑπὸ τὴν ἴδια ἔννοια, ὅταν παροτρύνονται τὰ ἔγγαμα ζευγάρια νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ δραστηριότητα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς, διατρέχουν τὸν κίνδυνο νὰ φανταστοῦν ὅτι ἡ σεξουαλικότητα ἀποτελεῖ μόλυνση. Τέτοια συμπεράσματα εἶναι λανθασμένα καὶ πολὺ βλαβερὰ. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. 1, 31). Τὸ σῶμα μας, δημιουργημένο ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι οὐσιωδῶς καλό. Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ποτὸ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ ἡ σεξουαλικότητα. Ὅλα τὰ ὑλικὰ πράγματα ἀποτελοῦν δυνητικὰ μυστήριο τῆς παρουσίας Του, μέσο κοινωνίας μαζί Του.

Γιατί λοιπὸν πρέπει νὰ νηστέψουμε καὶ νὰ ἀπόσχουμε; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι, παρόλο πού ὁ κόσμος, ὡς δημιουργία τοῦ Θεοῦ, εἶναι «καλὸς λίαν», ὠστόοο εἶναι ταυτόχρονα ἕνας πεπτωκὸς κόσμος. Ἀκριβέστερα, ἡ στάση μας ἀπέναντι στὴ θεία Δημιουργία ἔχει διαστραφεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία – ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα πού ὅλοι ἔχουμε κληρονομήσει καὶ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες πού ὁ καθένας ἔχει διαπράξει. Ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀποχὴ διορθώνουν αὐτὴν τὴ διαστροφὴ στὴ σχέση μας μὲ τὸν ὑλικὸ κόσμο, ἐξαγνίζοντάς μας ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀποκαθιστώντας τὸ πρωταρχικό μας ὅραμα γιὰ τὴν κτιστὴ τάξη. Ὁ ἀσκητισμὸς ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ δὲν εἶναι μία ἄρνηση, ἀλλὰ μία ὑπεράσπιση τῆς ἐσωτερικῆς ἁγιότητας κάθε ὑλικοῦ πράγματος.

Ἡ νηστεία μᾶς διδάσκει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ διατηροῦμε μία σωστὴ στάση ἀπέναντι στὸ σῶμα μας, μὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς ροπὲς πού αὐτὸ ἔχει. Μὲ τὴ νηστεία διαπαιδαγωγοῦμε τὸ σῶμα νὰ συμμετέχει στὴν πνευματικὴ ζωή, ἔτσι ὥστε νὰ γίνεται -χρησιμοποιώντας τὴ φράση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ- «ἀγγελιαφόρος τῆς ψυχῆς». Σκοπός μας δὲν εἶναι ἡ καταπίεση τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἡ μεταμόρφωσή του. Ὁ ἀσκητισμός, ἂν κατανοηθεῖ σωστά, δὲν εἶναι ἕνας ἀγώνας κατὰ τοῦ σώματος, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ σώματος. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ αὐτοσυγκράτηση ἐπαναβεβαιώνουμε τὴν ὑλικότητα τοῦ σώματός μας, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἀναζητοῦμε νὰ τὴν καταστήσουμε μία πνευματικὴ ὑλικότητα. Ἀσκητισμὸς δὲν σημαίνει ὅτι ἀποκηρύσσουμε τὴ νόμιμη ἀπόλαυση πού ἔρχεται μὲ τὸ φαγητό, ἢ -σὲ ἕνα πολὺ βαθύτερο ἐπίπεδο- τὴ σεξουαλικότητα μέσα στὸ γάμο. Αὐτὸ πού κάνει ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀποχὴ εἶναι νὰ μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀπληστία καὶ τὴ λαγνεία, ἔτσι ὥστε αὐτὰ νὰ μὴ γίνονται μέσα ἀτομικῆς εὐχαρίστησης ἀλλὰ ἐκφράσεις μίας διαπροσωπικῆς κοινωνίας.

Ξαναβρίσκοντας μὲ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μία σωστὴ στάση τοῦ σώματός μας, ἀνακαλύπτουμε ἐπίσης μία σωστὴ στάση ἀπέναντι σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Μᾶς βοηθᾶ νὰ ἐκτιμήσουμε τὸ κάθε πράγμα χωριστὰ -ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὸν τρόπο πού ὑπηρετεῖ τοὺς στόχους μας- καὶ ταυτόχρονά μᾶς βοηθᾶ νὰ δοῦμε τὴ θεϊκὴ παρουσία στὴν καρδιὰ τοῦ κάθε πράγματος. Ἔχει λεχθεῖ ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς πού, ὅπου κι ἂν κοιτάζει, βλέπει παντοῦ τὸν Χριστὸ καὶ ἀγαλλιᾶ γι’ αὐτό: «Σηκῶστε τὴν πέτρα, καὶ θὰ μὲ βρεῖτε ἐκεῖ. Κόψτε τὸ ξύλο καὶ ἐκεῖ βρίσκομαι Ἐγώ». Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς σκοπὸς τῆς νηστείας: καθιστὰ τὴν κτίση προσωπικὴ καὶ διαφανῆ, ἔτσι ὥστε νὰ ξαναβροῦμε τὴν αἴσθηση τοῦ θαύματος μπροστὰ στὴν ἱερότητα τῆς γής. Μᾶς βοηθᾶ νὰ δοῦμε ὅλα τὰ πράγματα ἐν Θεῷ, καὶ τὸν Θεὸ σὲ ὅλα τὰ πράγματα.

Κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, μὲ τὴ νηστεία καὶ τὸν ἐκούσιο αὐτοπεριορισμό, προσεγγίζουμε πνευματικὰ τὴν Παναγία τὴ στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ ἐπαναβεβαιώνουμε τὴν ἐν Θεῷ ἐλευθερία καὶ προσωπικότητά μας. Ὅσο κυριαρχούμαστε ἀπὸ τὴν πλεονεξία καὶ τὴ λαγνεία, τόσο θὰ εἴμαστε, στὴ σχέση μας μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα, βαθιὰ ἀνελεύθεροι καὶ ἀποπροσωποποιημένοι. Μόλις σταματήσουμε νὰ βλέπουμε τὰ ὑλικὰ πράγματα ὡς ἀντικείμενα καὶ τὰ θεωρήσουμε ὡς μέσα προσωπικῆς κοινωνίας, μόλις σταματήσουμε νὰ τὰ ἁρπάζουμε μὲ καταναγκασμὸ καὶ ἀρχίσουμε νὰ τὰ ἀντιπροσφέρουμε στὸν Θεὸ ὡς εὐχαριστία, τότε γινόμαστε γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἐλεύθερα πρόσωπα. Ταυτόχρονα, κάνουμε τὴν πολὺ σημαντικὴ μετάβαση -πού τόσο συχνὰ τονίζεται ἀπὸ τοὺς οἰκολόγους- ἀπὸ ἕναν τρόπο ζωῆς πού βασίζεται στὸ τί ἐγὼ θέλω, σ’ ἕναν τρόπο ζωῆς πού θὰ βασίζεται στὸ τί χρειάζομαι.

Αὐτοὶ εἶναι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς χαρταετοὺς πού καλούμαστε νὰ πετάξουμε στὸν οὐρανὸ κάθε Σαρακοστή. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ προβάλλει ἕνα κοσμοείδωλο πού βρίσκεται σὲ πλήρη ἀσυμφωνία πρὸς τὰ πρότυπά τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Καθὼς ἡ νηστεία τῆς Σαρακοστῆς ἐπανέρχεται κάθε χρόνο, μποροῦμε νὰ τὴ μεταβάλλουμε σὲ μία ἐποχὴ ἐσωτερικῆς ἄνοιξης – σὲ μία εὐκαιρία, δηλαδή, γιὰ ἀνανεωμένη οὐσιαστικὴ στάση καὶ αὐτοπροσφορά, γιὰ ἀνανεωμένη διαπαιδαγώγηση στὶς δεσμεύσεις τοῦ βαπτίσματός μας καὶ γιὰ μία ἀνανεωμένη ἱεραποστολικὴ μαρτυρία, γιὰ μία ἀνανεωμένη ἰσορροπία ἀνάμεσα στὸ ἐγὼ καὶ στὸν πλησίον, καὶ ἀνάμεσα στὸ ἐγὼ καὶ στὸν κόσμο.

Ἡ Σαρακοστὴ ὄχι μόνο δὲν ἀποτελεῖ ἄρνηση τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶναι μία πραγματικότητα πού καταφάσκει βαθιὰ στὸν κόσμο. Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ἕνας πεπτωκὸς κόσμος, γεμάτος ἀπὸ τὴν ἀσχήμια καὶ τὴ μόλυνση πού ἔχει προκαλέσει ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φιλαυτία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὅμως καὶ ἕνας κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἕνας κόσμος γεμάτος ὀμορφιὰ καὶ θάμβος, σημαδεμένος παντοῦ ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Κτίστου, πράγμα πού μποροῦμε νὰ τὸ ἀνακαλύψουμε ξανὰ μὲ τὴν ἀληθινὴ τήρηση τῆς Μεγάλης Νηστείας.