close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σειριοποίηση (αρχαιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Στην αρχαιολογία, η σειριοποίηση είναι μια σχετική μέθοδος χρονολόγησης στην οποία σύνολα ή αντικείμενα από πολλές τοποθεσίες του ίδιου πολιτισμού τοποθετούνται με χρονολογική σειρά. Όπου δεν μπορούν να εφαρμοστούν απόλυτες μέθοδοι χρονολόγησης, όπως η χρονολόγηση με 14άνθρακα, οι αρχαιολόγοι πρέπει να χρησιμοποιούν σχετικές μεθόδους χρονολόγησης για να χρονολογήσουν αρχαιολογικά ευρήματα και χαρακτηριστικά. Η σειρά είναι μια τυπική μέθοδος χρονολόγησης στην αρχαιολογία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρονολόγηση λίθινων εργαλείων, θραυσμάτων αγγείων και άλλων τεχνέργων. Στην Ευρώπη, έχει χρησιμοποιηθεί συχνά για την ανακατασκευή της χρονολογικής ακολουθίας των τάφων σε νεκροταφείο[1]

Η σειριοποίηση είναι θεμελιώδης μεθόδος χρονολόγησης, ιδίως για περιόδους όπου απουσιάζουν απόλυτα χρονολογικά δεδομένα, όπως επιγραφές ή ραδιοχρονολογήσεις. Η μέθοδος βασίζεται στην ταξινόμηση αντικειμένων με βάση την εξέλιξη του στυλ ή της συχνότητάς τους μέσα στον χρόνο, επιτρέποντας την ανασύσταση σχετικών χρονολογικών ακολουθιών[2].

Η τεχνική της σειριοποίησης αναπτύχθηκε από τον Φλάιντερς Πίτρι στα τέλη του 19ου αιώνα, από τη μελέτη αιγυπτιακών ταφών στην περιοχή Διόσπολις Πάρβα (Diospolis Parva)[3]. Ο Πίτρι διέκρινε ότι ορισμένα αγγεία και τέχνεργα εμφάνιζαν σταδιακές αλλαγές στη μορφή και τη διακόσμησή τους, γεγονός που του επέτρεψε να οργανώσει τις ταφές σε σχετική χρονολογική ακολουθία[4]. Αυτή η πρωτοποριακή προσέγγιση έθεσε τα θεμέλια για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη ποσοτικών μεθόδων σειριοποίησης.

Η σειριοποίηση στηρίζεται στην αρχή της πολιτισμικής μεταβολής, σύμφωνα με την οποία τα τέχνεργα μεταβάλλονται σταδιακά ως αποτέλεσμα κοινωνικών, τεχνολογικών και αισθητικών παραγόντων[5]). Τα στυλ δεν εμφανίζονται ούτε εξαφανίζονται απότομα. Αντίθετα, ακολουθούν καμπύλες συχνότητας που μοιάζουν με την καμπύλη “κανονικής κατανομής”, όπου η δημοφιλία ενός τύπου αυξάνεται, κορυφώνεται και σταδιακά μειώνεται[6].

Η υπόθεση της συνέχειας αποτελεί επίσης κρίσιμη προϋπόθεση: οι μεταβολές στο υλικό πολιτισμικό απόθεμα θεωρούνται προϊόντα τοπικής εξέλιξης και όχι δραματικών εξωτερικών επιδράσεων. Όταν αυτή η προϋπόθεση παραβιάζεται —π.χ. μέσω εισαγωγών ή μεταναστεύσεων— τα αποτελέσματα της σειριοποίησης μπορεί να είναι παραπλανητικά[2].

Είδη σειριοποίησης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο κύριες μορφές σειριοποίησης: χρονολογική σειριοποίηση (contextual seriation) και ποσοτική σειριοποίηση (frequency seriation).

Η χρονολογική σειριοποίηση ταξινομεί αντικείμενα με βάση τη συνύπαρξή τους σε συγκεκριμένα σύνολα (π.χ. τάφους ή στρώματα). Εφόσον υποτεθεί ότι κάθε σύνολο αντιπροσωπεύει μία χρονική στιγμή, η διαδοχή τους μπορεί να υποδειχθεί μέσω μορφολογικών διαφορών[4].

Η ποσοτική σειριοποίηση, όπως αναπτύχθηκε από τον Τζέιμς Άλφρεντ Φορντ (James Ford) και τους συνεργάτες του στις Ηνωμένες Πολιτείες, βασίζεται στη μέτρηση της συχνότητας διαφορετικών τύπων αντικειμένων σε κάθε αρχαιολογική μονάδα[7]. Με την ανάλυση αυτών των ποσοστών, είναι δυνατή η δημιουργία καμπυλών συχνότητας που αποκαλύπτουν τη διαδοχή των φάσεων ενός πολιτισμού.

Εφαρμογές και περιορισμοί

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σειριοποίηση έχει εφαρμοστεί ευρέως σε αρχαιολογικά πεδία, από τη Νεολιθική Ευρώπη έως τις προϊστορικές κοινωνίες της Αμερικής. Ειδικά πριν την ευρεία χρήση του ραδιοάνθρακα (C14), η μέθοδος αποτέλεσε βασικό εργαλείο για τη δημιουργία σχετικών χρονολογικών πλαισίων[2]. Σήμερα, η σειριοποίηση συνδυάζεται με στατιστικές και υπολογιστικές μεθόδους, όπως η πολυδιάστατη ανάλυση κλιμάκωσης (MDS) και η ανάλυση ομοιότητας (Brainerd-Robinson coefficient), που βελτιώνουν την ακρίβεια και την αντικειμενικότητα των αποτελεσμάτων[8].

Ωστόσο, η μέθοδος δεν στερείται περιορισμών. Οι παραδοχές για τη γραμμική πολιτισμική εξέλιξη έχουν δεχθεί έντονη κριτική, ιδιαίτερα από μεταδιαδικαστικούς αρχαιολόγους που τόνισαν τον ρόλο των κοινωνικών και ιδεολογικών παραγόντων στη διαμόρφωση του υλικού πολιτισμού[9]. Επιπλέον, τα δεδομένα της σειριοποίησης μπορεί να επηρεάζονται από παράγοντες συντήρησης, δειγματοληψίας ή ανασκαφικών σφαλμάτων.

Σύγχρονες προοπτικές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ψηφιακή αρχαιολογία έχει ανοίξει νέους δρόμους για την επαναξιολόγηση της σειριοποίησης. Εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης επιτρέπουν τη δημιουργία αυτόματων σειροθετικών μοντέλων που αναλύουν τεράστιες βάσεις δεδομένων τεχνουργημάτων με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση[10]. Παράλληλα, η συνδυασμένη χρήση σειριοποίησης και μπεϊζιανής στατιστικής (Bayesian modeling) ενισχύει την ικανότητα των αρχαιολόγων να ενσωματώνουν σχετικές και απόλυτες χρονολογίες[11].

Η μέθοδος, λοιπόν, όχι μόνο παραμένει χρήσιμη αλλά και εξελίσσεται, αποδεικνύοντας ότι η σειριοποίηση αποτελεί ακόμη ένα από τα πιο ανθεκτικά και δημιουργικά εργαλεία της αρχαιολογικής ανάλυσης.

Παραπομπές-σημειώσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  1. Jørgensen, 1992; Müssemeier, Nieveler et al. 2003.
  2. 1 2 3 Renfrew & Bahn, 2016.
  3. ή Diospolis Superior, τα ελληνορωμαϊκά ονόματα του φαραωνικού Hiw (Hu) στην αρχαία Αίγυπτο
  4. 1 2 Petrie, 1899.
  5. Shennan, 1997.
  6. Dunnell, 1970
  7. Ford, 1954.
  8. O'Brien & Lyman, 1999
  9. Hodder, 1986.
  10. Roux et al., 2020.
  11. Bronk Ramsey, 2009.
  • Bronk Ramsey, C. (2009). Bayesian analysis of radiocarbon dates. Radiocarbon, 51(1), 337–360. https://doi.org/10.1017/S0033822200033865
  • Dunnell, R. C. (1970). Seriation method and its evaluation. American Antiquity, 35(3), 305–319. https://doi.org/10.2307/278341
  • Ford, J. A. (1954). On the concept of types and seriation. American Anthropologist, 56(1), 42–54. https://doi.org/10.1525/aa.1954.56.1.02a00050
  • Hodder, I. (1986). Reading the past: Current approaches to interpretation in archaeology. Cambridge University Press. ISBN 9780521270430
  • Jørgensen, L. (ed.) (1992). Chronological Studies of Anglo-Saxon England, Lombard Italy and Vendel Period Sweden. Arkæologiske Skrifter 5. Copenhagen: Institute of Prehistoric and Classical Archaeology, University of Copenhagen. ISSN 0901-6732.
  • Müssemeier, U., Nieveler, E., Plum, R., Pöppelmann, H. (2003). Chronologie der merowingerzeitlichen Grabfunde vom linken Niederrhein bis zur nördlichen Eifel. Materialien zur Bodendenkmalpflege im Rheinland, Heft 15. Köln: Rheinland-Verlag GmbH. (ISBN 3-7927-1894-4).
  • O'Brien, M. J., & Lyman, R. L. (1999). Seriation, stratigraphy, and index fossils: The backbone of archaeological dating. Kluwer Academic/Plenum. https://doi.org/10.1007/978-1-4757-4838-8
  • Petrie, W. M. F. (1899). Sequences in prehistoric remains. Journal of the Anthropological Institute, 29, 295–301. https://doi.org/10.2307/2843005
  • Renfrew, C., & Bahn, P. (2016). Archaeology: Theories, methods and practice (7th ed.). Thames & Hudson. ISBN 9780500292105
  • Roux, V., Bril, B., & Karasik, A. (2020). Skill and learning in pottery making: From novice to expert. Cambridge University Press. https://doi.org/10.1017/9781108677319
  • Shennan, S. (1997). Quantifying archaeology (2nd ed.). Edinburgh University Press. ISBN 9780748609093

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]