close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Συμπεριφορική αρχαιολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η συμπεριφορική αρχαιολογία είναι μια αρχαιολογική θεωρία που επεκτείνεται στη φύση και τους στόχους της αρχαιολογίας σε σχέση με την ανθρώπινη συμπεριφορά και τον υλικό πολιτισμό[1].

Η αρχαιολογική επιστήμη, ως κλάδος που επιχειρεί να μελετήσει το παρελθόν μέσα από τα υλικά του κατάλοιπα, έχει γνωρίσει σημαντικές θεωρητικές ανακατατάξεις κατά τον 20ό αιώνα. Η εμφάνιση του νέου αρχαιολογικού ρεύματος (New Archaeology) τη δεκαετία του 1960 έθεσε τα θεμέλια για μία πιο επιστημονική και εξηγητική προσέγγιση, σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ιστορική αρχαιολογία, η οποία επικεντρωνόταν κυρίως στην περιγραφή και χρονολόγηση[2].

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συμπεριφορική αρχαιολογία (behavioral archaeology), όπως διαμορφώθηκε κυρίως από τον Μάικλ Μπράιαν Σίφερ και συνεργάτες του στη δεκαετία του 1970, επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μεταξύ ανθρώπινης συμπεριφοράς και αρχαιολογικού αρχείου[3]. Σε αντίθεση με άλλες προσεγγίσεις που έδιναν έμφαση στη μακροανάλυση των πολιτισμών ή στις εξελικτικές διαδικασίες, η συμπεριφορική αρχαιολογία επικεντρώνεται στη διαδικασία παραγωγής, χρήσης, μετασχηματισμού και απόθεσης των υλικών αντικειμένων.

Ο στόχος της δεν είναι απλώς η ανασύνθεση παρελθόντων γεγονότων, αλλά η ανάπτυξη ενός ερμηνευτικού μοντέλου για τη συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ υλικού πολιτισμού και ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Θεωρητικό υπόβαθρο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμπεριφορική αρχαιολογία προκύπτει από μία κριτική στάση απέναντι στις υπεραπλουστευμένες σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος που πρότειναν ορισμένες εκδοχές της νέας αρχαιολογίας. Ο Σίφερ το 1995 τόνισε ότι το αρχαιολογικό αρχείο δεν είναι μία άμεση αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά ένα μετασχηματισμένο υπόλειμμα που προκύπτει μέσα από σύνθετες διαδικασίες[4].

Η βασική συμβολή της σχολής αυτής είναι η διάκριση μεταξύ συστημικού πλαισίου και αρχαιολογικού πλαισίου (Reid, Schiffer & Rathje 1975). Το συστημικό πλαίσιο αναφέρεται στο κοινωνικό και λειτουργικό πλαίσιο χρήσης των αντικειμένων, ενώ το αρχαιολογικό πλαίσιο περιγράφει την κατάσταση στην οποία αυτά τα αντικείμενα καταλήγουν ως κατάλοιπα στο έδαφος. Η διάκριση αυτή καθιστά σαφές ότι το αρχαιολογικό αρχείο δεν είναι ένα "παγωμένο" στιγμιότυπο της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά το αποτέλεσμα ενός διαρκούς κύκλου χρήσης και απόθεσης.

Επιπλέον, η έννοια των αλυσίδων συμπεριφοράς (behavioral chains) αποτελεί έναν αναλυτικό μηχανισμό για την κατανόηση της ζωής των αντικειμένων: από την παραγωγή, την κατανάλωση και τη συντήρησή τους μέχρι την εγκατάλειψη και τελικά την αρχαιολογική τους απόθεση[5]. Έτσι, κάθε αντικείμενο γίνεται μάρτυρας όχι μόνο μίας στιγμιαίας λειτουργίας αλλά μίας δυναμικής διαδικασίας.

Μεθοδολογικές εφαρμογές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συμπεριφορική Αρχαιολογία δεν περιορίστηκε σε θεωρητικές διακηρύξεις αλλά ανέπτυξε πρακτικά εργαλεία και μεθόδους.

Οι υποστηρικτές της τόνισαν τη σημασία των πειραμάτων ως τρόπου κατανόησης των διαδικασιών φθοράς, κατανάλωσης και απόρριψης. Για παράδειγμα, η καύση κεραμεικών ή η απόθεση εργαλείων σε διαφορετικά εδαφικά περιβάλλοντα μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για τις διαδικασίες που αλλοιώνουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα[6].

Η μελέτη σύγχρονων κοινωνιών και των τρόπων χρήσης των αντικειμένων τους αποτέλεσε σημαντικό πεδίο εφαρμογής. Η καταγραφή καθημερινών πρακτικών χρήσης εργαλείων σε αγροτικές ή αστικές κοινότητες παρέχει αναλογίες χρήσιμες για την ερμηνεία αρχαιολογικών δεδομένων[7].

Ο Γουιλιαμ Ράθτζι (William Rathje), στενός συνεργάτης του Σίφερ, πρωτοστάτησε στη μελέτη σύγχρονων απορριμμάτων ως "αρχαιολογικών δεδομένων". Μέσα από αυτήν την έρευνα φάνηκε ότι τα καταναλωτικά μοτίβα που δηλώνονται από τους ανθρώπους συχνά δεν συμβαδίζουν με τα πραγματικά απορρίμματά τους, υπογραμμίζοντας το χάσμα μεταξύ δηλώσεων και συμπεριφοράς[8].

Παραδείγματα εφαρμογής

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συμπεριφορική Αρχαιολογία έχει βρει εφαρμογή σε ποικίλα πεδία:

Προϊστορική αρχαιολογία: Η ανάλυση των λιθοτεχνιών με βάση τις φάσεις χρήσης, επαναχρησιμοποίησης και απόρριψης βοηθά στη διάκριση μεταξύ λειτουργικών και μη λειτουργικών αποθεμάτων[9].

Ιστορική αρχαιολογία: Η μελέτη αρχιτεκτονικών καταλοίπων μέσα από αλυσίδες συμπεριφοράς αναδεικνύει όχι μόνο την αρχική χρήση τους αλλά και τις μεταγενέστερες προσαρμογές τους[10].

Σύγχρονες κοινωνίες: Η ανάλυση απορριμμάτων σε αστικά κέντρα αποκάλυψε κρίσιμες πληροφορίες για την κατανάλωση τροφίμων και τη διαχείριση αποβλήτων, επηρεάζοντας ακόμα και πολιτικές δημόσιας υγείας[11].

Συγκριτική ανάλυση με τη Νέα Αρχαιολογία και τη Μετα-διαδικαστική Αρχαιολογία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμπεριφορική αρχαιολογία τοποθετείται συχνά ανάμεσα σε δύο μεγάλα θεωρητικά ρεύματα: τη νέα αρχαιολογία (Processual Archaeology) και τη μεταδιαδικαστική αρχαιολογία (Post-Processual Archaeology).

Σχέση με τη νέα αρχαιολογία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμπεριφορική αρχαιολογία μοιράζεται με τη νέα αρχαιολογία την έμφαση στον επιστημονικό ορθολογισμό, στη συστηματική μεθοδολογία και στην αναζήτηση καθολικών νόμων που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά[12]. Ωστόσο, διαφοροποιείται διότι μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τα μακροσυστήματα (οικολογία, πολιτισμική εξέλιξη) στις μικροδιαδικασίες που παράγουν και μετασχηματίζουν το αρχαιολογικό αρχείο[3].

Σχέση με τη μεταδιαδικαστική αρχαιολογία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη δεκαετία του 1980, η μεταδιαδικαστική Αρχαιολογία, με κύριους εκφραστές τον Ίαν Χόντερ και άλλους, επεσήμανε τη σημασία της ερμηνείας, της υποκειμενικότητας και της συμβολικής διάστασης των αντικειμένων[13]. Σε αντίθεση με την έμφαση του Σίφερ στην υλική διαδικασία και την "αντικειμενικότητα", η μεταδιαδικαστική αρχαιολογία επικεντρώθηκε στην πολλαπλότητα των νοημάτων και στη διαπραγμάτευση ταυτοτήτων μέσα από το υλικό πολιτισμικό υπόλειμμα. Έτσι, ενώ η συμπεριφορική αρχαιολογία αντιμετωπίζει το αντικείμενο πρωτίστως ως φορέα συμπεριφοράς, η μεταδιαδικαστική το βλέπει ως φορέα νοημάτων και συμβολισμών.

Συμπληρωματικότητα και εντάσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις διαφορές τους, και οι δύο προσεγγίσεις συνέβαλαν στη θεωρητική εξέλιξη της αρχαιολογίας. Σήμερα, πολλοί αρχαιολόγοι υιοθετούν μία "πλουραλιστική" στάση, αξιοποιώντας τις μεθόδους αυστηρής ανάλυσης της συμπεριφορικής αρχαιολογίας, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνουν την ευαισθησία στη σημασία και την ερμηνεία που προσφέρει η μεταδιαδικαστική σκέψη.

Κριτική και περιορισμοί

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις καινοτομίες της, η συμπεριφορική αρχαιολογία έχει δεχθεί κριτική.

  • Υπερβολικός θετικισμός: Κριτικοί υποστηρίζουν ότι η υπερβολική έμφαση στις διαδικασίες υλικού μετασχηματισμού μπορεί να παραβλέπει τις συμβολικές, ιδεολογικές και κοινωνικές διαστάσεις των αντικειμένων[13].
  • Αναγωγισμός: Η ανάλυση των αντικειμένων ως "φορέων συμπεριφοράς" κινδυνεύει να τα ερμηνεύσει αποκλειστικά λειτουργικά, αγνοώντας την πολλαπλότητα των νοημάτων τους μέσα σε κοινωνικά συμφραζόμενα.
  • Διάλογος με τη μεταδιαδικαστική αρχαιολογία:

Η μεταδιαδικαστική στροφή από τη δεκαετία του 1980 και εξής ανέδειξε την ανάγκη ένταξης της ερμηνείας και της σημασίας στο αρχαιολογικό έργο. Παράλληλα, όμως, η συμπεριφορική σρχαιολογία παρέμεινε πολύτιμη ως εργαλείο μεθοδολογικής αυστηρότητας, ακόμη και για όσους υιοθετούν πιο ανθρωποκεντρικές ερμηνείες.

  1. Reid et al., 1975.
  2. Binford, 1962.
  3. 1 2 Schiffer, 1976.
  4. Schiffer, 1995
  5. Schiffer 1995
  6. Schiffer, 1987
  7. David & Kramer, 2001.
  8. Rathje & Murphy, 2001.
  9. Odell, 2003.
  10. Walker, 1995.
  11. Rathje & Murphy 2001
  12. Binford, 1962,
  13. 1 2 Hodder, 1986.