Επανερχόμαστε στο θέμα της προηγούμενης Κυριακής, τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Η βιογραφία του Ιωσήφ Σιακκή ακολουθεί τις τρεις γνωστές βιογραφίες του Καμπούρογλου, συνδυάζοντας την χρονολογική ανάπτυξη με την κατά θέμα παρουσίαση. Υπερτερεί, ωστόσο, στο βιβλιογραφικό μέρος, καθώς σε αυτό συγκεντρώνονται στοιχεία για επιμέρους θεματικές ενότητες. Αλλά και διαφοροποιείται, κυρίως ως προς το ύφος, αφού οι προηγούμενοι τρεις βιογράφοι διαπνέονταν από θαυμασμό προς το πρόσωπο του βιογραφούμενου και στις κρίσεις τους έλαβαν υπ’ όψιν τα μέτρα και σταθμά της εποχής του. Αυτό, βέβαια, ήταν αναμενόμενο, δεδομένης της μακριάς σχέσης που είχαν και οι τρεις με το έργο του. Ο πρώτος βιογράφος είναι ο συνεχιστής του ιστορικού έργου του, ο Δημήτριος Αλεξάνδρου Γέροντας. Ήταν είκοσι εννέα ετών το 1942, που απεβίωσε ο Καμπούρογλους και τον θαύμαζε από παιδί. Στενός συγγενής του, δισέγγονος του Δημογέροντα Άγγελου Σωτηριανού Αλεξάνδρου Γέροντα, πάππου εκ μητρός του Καμπούρογλου. Τέσσερις γιους και δυο κόρες είχε ο Γέροντας, η μητέρα του Καμπούρογλου, Μαριάννα, ήταν η δευτερότοκη. Η βιογραφία του Γέροντα εκδόθηκε το 1974. Η επόμενη, επτά χρόνια αργότερα, είναι κι αυτή έργο ενός νεαρού φίλου του Καμπούρογλου κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, του Διονύση Τροβά. Τέλος, η πιο πρόσφατη, που εκδόθηκε το 1996, είναι της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ευγενίας Ζωγράφου, η οποία είχε γνωρίσει τον συνονόματο εγγονό τού Καμπούρογλου, στη μνήμη του οποίου και την αφιερώνει. Μια επιπλέον ένδειξη της καλής γνωριμίας της βιογράφου με τον Καμπούρογλου και την εποχή του αποτελεί το γεγονός ότι την προλογίζει ο πρεσβύτης πλέον Γέροντας. Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
Καμπούρογλου συνέχεια
Ιωσήφ Σιακκής
«Δ. Γ. Καμπούρογλου
Η ζωή και το έργο του»
Εκδόσεις ΜΙΕΤ
Ιούλιος 2012
Επανερχόμαστε στο θέμα της προηγούμενης Κυριακής, τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Η βιογραφία του Ιωσήφ Σιακκή ακολουθεί τις τρεις γνωστές βιογραφίες του Καμπούρογλου, συνδυάζοντας την χρονολογική ανάπτυξη με την κατά θέμα παρουσίαση. Υπερτερεί, ωστόσο, στο βιβλιογραφικό μέρος, καθώς σε αυτό συγκεντρώνονται στοιχεία για επιμέρους θεματικές ενότητες. Αλλά και διαφοροποιείται, κυρίως ως προς το ύφος, αφού οι προηγούμενοι τρεις βιογράφοι διαπνέονταν από θαυμασμό προς το πρόσωπο του βιογραφούμενου και στις κρίσεις τους έλαβαν υπ’ όψιν τα μέτρα και σταθμά της εποχής του. Αυτό, βέβαια, ήταν αναμενόμενο, δεδομένης της μακριάς σχέσης που είχαν και οι τρεις με το έργο του. Ο πρώτος βιογράφος είναι ο συνεχιστής του ιστορικού έργου του, ο Δημήτριος Αλεξάνδρου Γέροντας. Ήταν είκοσι εννέα ετών το 1942, που απεβίωσε ο Καμπούρογλους και τον θαύμαζε από παιδί. Στενός συγγενής του, δισέγγονος του Δημογέροντα Άγγελου Σωτηριανού Αλεξάνδρου Γέροντα, πάππου εκ μητρός του Καμπούρογλου. Τέσσερις γιους και δυο κόρες είχε ο Γέροντας, η μητέρα του Καμπούρογλου, Μαριάννα, ήταν η δευτερότοκη. Η βιογραφία του Γέροντα εκδόθηκε το 1974. Η επόμενη, επτά χρόνια αργότερα, είναι κι αυτή έργο ενός νεαρού φίλου του Καμπούρογλου κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, του Διονύση Τροβά. Τέλος, η πιο πρόσφατη, που εκδόθηκε το 1996, είναι της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ευγενίας Ζωγράφου, η οποία είχε γνωρίσει τον συνονόματο εγγονό τού Καμπούρογλου, στη μνήμη του οποίου και την αφιερώνει. Μια επιπλέον ένδειξη της καλής γνωριμίας της βιογράφου με τον Καμπούρογλου και την εποχή του αποτελεί το γεγονός ότι την προλογίζει ο πρεσβύτης πλέον Γέροντας.
Στο εκδοτικό σημείωμα της βιογραφίας του Σιακκή, δεν εξηγούνται οι λόγοι, που εκείνος την άφησε ανέκδοτη. Οι επιμελητές αναφέρουν ότι “από τη βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας συνάγεται ότι η τελευταία επεξεργασία πρέπει να έγινε όχι πολύ αργότερα από το 1974”. Συγκεκριμένα, στη βιβλιογραφία καταχωρείται δημοσίευμα από τα Χριστούγεννα 1979. Με βάση τη δεύτερη βιογραφία, του Τροβά, μπορούμε να προσδιορίσουμε με αρκετή ακρίβεια τη χρονολογία συγγραφής της. Ο Σιακκής βιβλιογραφεί δυο δημοσιεύματα του Τροβά της δεκαετίας του 1940 αλλά δεν καταγράφει τη βιογραφία του. Γεγονός που δείχνει ότι η βιογραφία Σιακκή θα πρέπει να γράφεται ή, έστω, να ολοκληρώνεται εντός του 1980, ταυτόχρονα με εκείνη του Τροβά. Στο συνοδευτικό σημείωμα του Αρχείου Σιακκή, αναφέρεται ότι “με την εργασία του για τον Καμπούρογλου πήρε μέρος σε διαγωνισμό της Ακαδημίας”. Δεν αποκλείεται ο διαγωνισμός να συνδεόταν με την επέτειο Καμπούρογλου του 1982. Αυτό το σημείο θα μπορούσε να διασαφηνιστεί.
Σε μια παρόμοια υπόθεση συνηγορεί ο βιαστικός χαρακτήρας της συγγραφής των τελευταίων κεφαλαίων καθώς και τα βιβλιογραφικά κενά. Για παράδειγμα, στο τρίτο κεφάλαιο, ο Σιακκής υπόσχεται να παραθέσει στο τέλος πίνακα με τα δημοσιεύματα του Καμπούρογλου στο περιοδικό «Εβδομάς», τον οποίο παραλείπει. Ένα άλλο παράδειγμα της επείγουσας συρραφής του υλικού δίνουν κάποιες αλληλοαναιρούμενες αναφορές. Όπως, λ.χ., ότι, στις 21.3.1921, “στη μπυραρία του Φιξ”, ίδρυσε τον Σύλλογο των Συγγραφέων αλλά και τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο. Εκείνο, πάντως, το βράδυ ίδρυσε μόνο τον δεύτερο. Αλλά και γενικότερα, το βιβλιογραφικό τμήμα δείχνει ότι ο Καμπούρογλους δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα ως ερευνητικό αντικείμενο. Παρότι το 1978 εγκατέλειψε τη δικηγορία για την έρευνα, στον Καμπούρογλου δεν επανήλθε κατά την εναπομένουσα εικοσαετία του βίου του. Πέθανε το 1999, σε ηλικία 82 ετών. Ωστόσο, η αναζήτηση στοιχείων γύρω από αυτόν θα πρέπει να είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ίσως και από το 1951, όταν το πρώτο του βιβλίο, ένα ταξιδιωτικό στον τόπο καταγωγής του πατέρα του, «Γνωριμία με την Ερέτρια», απέσπασε το πρώτο βραβείο της Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης.
Αναλυτικότερα, το τελευταίο βιβλιογραφικό μέρος της βιογραφίας περιλαμβάνει: Α. Χρονολογικό πίνακα των έργων του Καμπούρογλου και των δημοσιεύσεων αρχείων και χειρογράφων, που υπάρχουν μεν και στις άλλες βιογραφίες, αλλά, εδώ, οι εκδόσεις είναι πληρέστερα καταγεγραμμένες. Β. Τα δημοσιεύματά του στην εφημερίδα «Εστία» με το ψευδώνυμο Αναδρομάρης. Η αποδελτίωση αφορά την περίοδο 1913 -1937, χωρίς να είναι πλήρης. Στο αντίστοιχο κεφάλαιο της βιογραφίας, το 1913 αναφέρεται ως το έτος που ο Καμπούρογλους πρωτοεμφανίζεται με αυτό το ψευδώνυμο. Ο Αναδρομάρης, ωστόσο, έκανε το ντεμπούτο του το 1911 και συνέχισε μέχρι τέλους, αποθνήσκοντας ομού μετά του κτήτορά του. Γ. Μερική βιβλιογράφηση όσων έγραψαν γι’ αυτόν, που αφορά την περίοδο 1920-1979, με επτά σκόρπια λήμματα σε προηγούμενα χρόνια, 1891-1905. Η παράθεση είναι κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος του συγγραφέα. Ευκρινέστερη εικόνα θα δινόταν, αν παρουσιάζονταν σε ενότητες τα αφιερώματα, όπως τα εκτενή της «Νέας Εστίας» και της «Ελληνικής Δημιουργίας, και αυτονομούνταν οι συνεντεύξεις του. Δ. Στην τελευταία ενότητα παρουσιάζεται απάνθισμα κρίσεων, χωρίς όμως βιβλιογραφικές παραπομπές. Πάντως, η διασπορά των δημοσιευμάτων του Καμπούρογλου σε πλήθος εντύπων, από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 μέχρι το θάνατό του, καθιστά τη βιβλιογραφία του δυσεπίτευκτη.
Oπως και να έχει, παρόμοιες εκδόσεις, εκλιπόντος του συγγραφέα, χρειάζονται φιλολογική στήριξη και ίσως κάποιο συνοδευτικό σχολιασμό, κυρίως για την περίοδο μετά τη συγγραφή τους. Ο σχολιασμός χρειάζεται, όχι μόνο για τυχόν αβλεψίες, αλλά και για στρυφνές ή κάποτε και αδόκιμες διατυπώσεις. Ήδη, στο πρώτο κεφάλαιο, το προσεκτικότερα γραμμένο, υπάρχουν και από τα δυο είδη. Από λάθος της πηγής από την οποία αντλείται η πληροφορία, ο πατήρ του Καμπούρογλου, ο Γρηγόριος, αναφέρεται ως πρωτότοκος, αντί για τριτότοκος γιος του πάππου Δημητρίου Ιωάννη Καμπούρογλου. Ενώ, κάπως βιαστικά αποδίδεται στον πάππο του πάππου του, τον Δημήτριο Στρούμπο το παρατσούκλι Καμπούρης ακόμη πριν να φύγει από το τόπο του, την Τσερνίτσα Μεσσηνίας. Το λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Ελευθερουδάκη, γραμμένο από τον ίδιο τον Καμπούρογλου, προσδιορίζει: «Όνομα αρχαίας οικογενείας εξ Αλαγωνίας της Μεσσηνίας. Η οικογένεια αύτη είνε κλάδος της πολυσχιδούς Ηπειρωτικής προελεύσεως οικογενείας των Στρούμπων, ων αρχικώς έφερε και το επώνυμο. Εις εκ της οικογενείας ταύτης απεστάλη ποτέ βεκίλης του τόπου (αντιπρόσωπος προς διεξαγωγή υποθέσεων) εις Κωνσταντινούπολιν... Ήτο υψηλός και πως κυρτός, επειδή δε μεγάλως διεκρίθη, τον υιόν του τον εχαρακτήριζον οι Τούρκοι ως “Καμπούρ ογλού”, ήτοι υιόν του κυρτού. Έκτοτε ελησμονήθησαν οι Στρούμποι και οι Καμπούρογλοι διεκλαδίσθησαν δια του προσωνυμίου αυτού.» Επίσης, σύγχυση προκαλεί η αναφορά σε δυο μέλη της οικογένειας των Στρούμπων, που φέρουν το παρωνύμιο Γεωργίλης, τον Ιωάννη Παναγιώτου Στρούμπο και τον από αδελφό δισέγγονό του, Δημήτριο Γεωργίου Στρούμπο. Σύγχυση, που επιτείνει η συνένωση των δυο προσώπων στο Ευρετήριο.
Πέραν αυτών, υπάρχουν και ορισμένες αποσιωπήσεις. Εκτός κι αν πρόκειται για ελλιπή πληροφόρηση. Για παράδειγμα, ο προπάππος Ιωάννης Καμπούρογλους, σύμφωνα με επιστολή του Σταμάτη Κουμπάρη προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο, χάθηκε κατά τις σφαγές του 1821 στην Κωνσταντινούπολη. Αν και δεν αναφέρεται ρητά, στις 10 Μαρτίου 1821, έπεσε θύμα τους. Ο Σιακκής αναφέρει ότι αγνοείται η τύχη του, παρόλο που έχει ερευνήσει έγγραφα σχετικά με τον θρακιώτη Φιλικό Σταμάτη. Όσο για τον πάππο Δημήτριο, αναφέρει ότι χάνονται τα ίχνη του στη Βιέννη. Πράγματι, αφού φυγάδευσε τα πέντε παιδιά του στην Οδησσό, ο ίδιος κατέφυγε στην Βιέννη, όπου, όμως, ξαναπαντρεύτηκε. Πρόκειται, βέβαια, για λεπτομέρειες, οι οποίες, ωστόσο, χρειάζονται τις υποσελίδιες σημειώσεις τους.
Το ίδιο ισχύει και για το Ευρετήριο. Με τη χρήση του Η/Υ, η κατάρτισή του έχει θεωρηθεί εύκολη υπόθεση, που δεν απαιτεί την καλή γνώση τού προς ευρετηρίαση βιβλίου, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται όλο και συχνότερα ελλείψεις. Για παράδειγμα, ο Μηλιάδης της βιογραφίας, ο συνιδρυτής του «Οδοιπορικού Συνδέσμου», ονομάζεται Θεόδωρος και δεν είναι ο χιώτης ζωγράφος Στυλιανός Μηλιάδης, ούτε ο Ν.Π.Αποστολόπουλος του περιοδικού «Νέοι Δρόμοι» είναι ο στοχαστής Ντίμης Αποστολόπουλος. Γενικώς, τα μικρά ονόματα είναι αναγκαία. Λ.χ., σκέτο το Θωμόπουλος δεν παραπέμπει μόνο στον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο. Εκτός από τα μικρά ονόματα, συχνά χρειάζονται και οι τίτλοι. Λ.χ., το Ιγνάτιος Ναζιανζού δείχνει σαν ονοματεπώνυμο και δεν δηλώνει τον Επίσκοπο Ναζιανζού Ιγνάτιο Σαράφογλου. Τέλος, όταν υπάρχουν 13 Καμπούρογλοι και έξι Στρούμποι, η αναφορά στο βαθμό συγγένειας είναι απαραίτητη.
Αρκετά θα είχαμε να προσθέσουμε σχετικά με τον τρόπο που ο Σιακκής αντιλαμβάνεται τον Καμπούρογλου και την εποχή του. Αρκούμεθα ενδεικτικά σε όσα γράφει σχετικά με τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο. Κατ’ αρχάς, υποτιμά στη γένεση ενός παρόμοιου συλλόγου τον καθοριστικό ρόλο του συστηματικού οδοιπόρου και καλού γνώστη του αττικού χώρου, που ήταν ο Καμπούρογλους. Ύστερα, δείχνει να εξομοιώνει την Αθηναία του ’20 με την χειραφετημένη της εποχής του, όταν γράφει: «...Είχε όμως την παραξενιά να μη θέλει γυναίκες για μέλη, τις θεωρούσε ανώριμες για τέτοιες δουλειές, δεν τις έβρισκε ικανές για σκληραγωγίες...» Σαν να αγνοεί ότι, κατά τον Καμπούρογλου, οδοιπορία σήμαινε ενεργή περιπλάνηση προς άγραν πληροφοριών και παρατηρήσεων. Και ακόμη, ότι, με τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο, επεδίωκε να οργανώσει την καλύτερη γνωριμία με τον τόπο. Εκείνος αντιλαμβανόταν την οδοιπορία σαν προσκύνημα, που έπρεπε να είναι αδιάσπαστο, γι’ αυτό και δεν θέλησε τη συμμετοχή γυναικών. Η προσωνυμία, πάντως, του “χαρούμενου στρατοκόπου”, που του αποδίδει, ενέχει απόχρωση καρικατούρας.
Σχολιασμό θα χρειαζόταν και η αποτίμηση, που αποπειράται, όπως και οι άλλοι τρεις βιογράφοι, του έργου του. Δύο μόνο παρατηρήσεις. Πιστεύουμε πως αδικεί τον ιστορικό Καμπούρογλου, θεωρώντας το έργο του αποκλειστικά έργο ιστοριοδίφη. Σαν να μην αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα της τρίτομης «Ιστορίας των Αθηναίων», με την οποία ο Καμπούρογλους κερδίζει επαξίως τον τίτλο του ιστορικού και δη, του καινοτόμου για την εποχή του, με την επιλογή του να μην ιστορήσει την πόλη αλλά τους κατοίκους της, καθώς και με τον τρόπο που αναπτύσσει το ιστορικό υλικό. Όσο αφορά τον διηγηματογράφο, οι απόψεις του Σιακκή αντανακλούν τις προσλαμβάνουσες της εποχής του. Έχοντας ο ίδιος δοκιμαστεί στον πεζό λόγο κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, εξαίρει τα ιστορικά διηγήματα του Καμπούρογλου, καθώς και ορισμένα από εκείνα που αποκαλεί “ηθογραφήματα”, για τα οποία και παρατηρεί ότι “δεν θα είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα ηθογραφήματα του Παπαδιαμάντη”.
Μένουν δυο πρωταρχικά βιογραφικά στοιχεία του Καμπούρογλου, που η νέα βιογραφία αφήνει ασχολίαστα. Το επίθετό του και η ημερομηνία της γέννησής του. Σύμφωνα με υποσημείωση των επιμελητών, “το όνομα στην ονομαστική εμφανίζεται εξαρχής και με τους δυο τύπους: Καμπούρογλους και Καμπούρογλου”. Όχι ακριβώς. Το παρωνύμιο, που οι Τούρκοι είχαν αποδώσει στους δυο γιους του Δημητρίου Στρούμπου, “Καμπούρ ογλού” εξελληνίστηκε εξαρχής, όπως όλα τα αντίστοιχα από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, δια της προσθήκης του τελικού σίγμα. Από τον Ιωάννη Καμπούρογλου του Δημητρίου Στρούμπου μέχρι τον εγγονό του Γρηγόριο Δημητρίου Καμπούρογλου και τον δισέγγονό του, τον Δημήτριο Γρηγορίου Καμπούρογλου, όλοι υπέγραφαν ως Καμπούρογλους και ως Καμπούρογλους αναφέρονταν. Μάλιστα, ο Γρηγόριος Δημητρίου Καμπούρογλους, στο περιοδικό του «Ευτέρπη», χρησιμοποιεί τον πλήρως εξελληνισμένο τύπο Καμπούρογλος.
Όσο για τον ίδιο τον Δημήτριο, ως Καμπούρογλους, δεν αναφέρεται μόνο από τους συγχρόνους του, αλλά και από τους νεότερους, όπως τον κατά μισό αιώνα μικρότερό του Κωστή Μπαστιά. Απόδειξη, η περιπατητική τους συνομιλία, το 1931, όπου ο ογδοηκονταετής συνεντευξιαζόμενος ξεποδάριασε τον τριαντάρη Μπαστιά, Πέραμα-Πειραια, γύρω στα 10 χλμ. πεζή. Ο πιο οικείος σε εμάς σήμερα τύπος Καμπούρογλου επικράτησε μεταπολιτευτικά. Τον υιοθετεί ο πρώτος βιογράφος του το 1974, καθώς και η Ζωγράφου. Ωστόσο, οι Τροβάς και Σιακκής, που πιθανώς και οι δυο ετοιμάζουν τις βιογραφίες τους για το επετειακό 1982 εμμένουν στο Καμπούρογλους. Ο δεύτερος, μάλιστα, υιοθετεί στον τίτλο το Καμπούρογλους άκλιτο, «Η ζωή και το έργο του Δημητρίου Καμπούρογλους». Από εκεί και πέρα επεμβαίνουν διορθωτικά οι επιμελητές, Γιάννης Ξούριας και Ελένη Μιχαλοπούλου.
Και ερχόμαστε στην ημερομηνία της γέννησής του. Αδιάψευστη πηγή αποτελεί το Σημειωματάριο του εκ μητρός πάππου του Άγγελου Γέροντα, που, όπως συνήθιζαν άλλοτε οι γενάρχες οικογενειών, κατέγραφε γεννήσεις, βαφτίσια, γάμους και θανάτους. Εκεί αναγράφεται: “1852, Σεπτεμβρίου 29, ημέρα Δευτέρα”. Ο Καμπούρογλους, στον ένα τόμο από τα «Απομνημονεύματα μιας μακράς ζωής», που εξέδωσε το 1934, προσδιορίζει ότι “η γέννησίς του, την 1ην μετά το μεσονύκτιο της 29ης καθωρίσθη οικογενειακώς, ως γενομένη την 30ην παρά την πρόληψιν της Τρίτης”. Πολύς λόγος έγινε από συγκαιρινούς του και μεταγενέστερους γι’ αυτήν την ημερομηνία, καθώς την συνέδεσαν χρονικά με τη θύελλα στην Αθήνα το βράδυ της 14ης Οκτωβρίου 1852 και την πτώση της 16ης σωζόμενης κολόνας του ναού του Ολυμπίου Διός. Από τους πρώτους που αναφέρουν τη σύμπτωση είναι ο Μποέμ (Δημήτριος Χατζόπουλος) σε συνέντευξη του Καμπούρογλου στην εφημερίδα «Το Άστυ»: «...εγεννήθη ακριβώς ότε έπιπτεν η στήλη του Ολυμπίου Διός, και ο πατήρ του είπε τότε, “ή μέγα κακόν ή μέγα καλόν θα γίνη το παιδί αυτό”...» Η αναφορά, όμως, που ήρθε και εδραίωσε το μύθο ήταν το τετράστιχο, το οποίο του έστειλε ο Δροσίνης ως ευχητήριο τηλεγράφημα για την Ογδοηκονταετηρίδα του: «Τη μέρα που γεννήθηκες/ γκρεμίστηκε η κολόνα./ Στη θέση της στυλώθηκες–/ θα φτάσης τον αιώνα!» Πάντως, ο ίδιος, λίγο αργότερα, στα «Απομνημονεύματα...» του, σχολιάζει: «...Κάποιος λογικοφανής νεωτερισμός την 30ην αυτήν Σεπτεμβρίου την κάμνει 12 και κατόπιν 13 Οκτωβρίου...» Προφανώς εννοεί την αλλαγή Ημερολογίου, καθώς οι διαστάσεις των συνεπαγόμενων ημερολογιακών διορθώσεων δεν είχαν ακόμη τότε, παρά την παρέλευση δεκαετίας, γίνει αντιληπτές. Όπως και να έχει, στη βιογραφία του Σιακκή, ως ημερομηνία γέννησης αναφέρεται η 14η Οκτωβρίου 1852, χωρίς αναφορά στη σύνδεσή της με την πτώση της κολόνας. Ημερομηνία λανθασμένη και με τα δυο Ημερολόγια.
Και απαντούμε στο ερώτημα, που είχαμε θέσει ως τίτλο στο δημοσίευμα της προηγούμενης Κυριακής, «Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους». Μάλλον κανέναν. Mια καινούρια, όμως, βιογραφία μπορεί να κινήσει την περιέργεια, αρκεί το πρόσωπο του βιογραφούμενου να τύχει της κατάλληλης προβολής, ώστε να ταυτίζεται με τις σημερινές προτιμήσεις.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/12/2012.
Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους
Ο Δημήτριος Γρηγορίου Καμπούρογλους, συνομήλικος του Νικόλαου Πολίτη, ένα χρόνο μικρότερος του Παπαδιαμάντη, ο ιστορικός ημών των Αθηναίων, δεν φαίνεται να πήρε τη θέση που τού αντιστοιχούσε στην Ιστορία. Μπορεί να μην πέρασε στα ψιλά γράμματα, αποτελεί, πάντως, ένα παρωχημένο κεφάλαιο. Σήμερα καταλήγουν σε πραγματική ειρωνεία όσα είχε διατυπώσει ο Νίκος Βέης πριν 80 χρόνια, στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της Ογδοηκονταετηρίδος του Καμπούρογλου. Στην αίθουσα του «Παρνασσού», ο πενηντάχρονος τότε Βέης, εξέχουσα φυσιογνωμία της πανεπιστημιακής κοινότητας, θέλοντας να δείξει πόσο αδύνατο ήταν να λησμονηθεί ποτέ ο τιμώμενος, μεγάλυνε την προσωπικότητά του δια της συγκρίσεως με τις σταθερές του κόσμου τους. Έκλεινε την ομιλία του με την απόφανση: «...το όνομά του –και αφού ο ίδιος γλυκοκοιμηθή στην αγκάλη της Δόξας– θα ζήση εφ’ όσον εξακολουθεί ο ρυθμός του κόσμου αυτού, οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τα καλά, χρήσιμα και ωραία, και εφ’ όσον κελαϊδούν τ’ αηδόνια στον Κολωνό, και τα πορφυρώματα και τα χρυσοσύνεφα στολίζουν τον Αττικό ουρανό.» Δεν ήταν ιδανικά τα πράγματα εκείνον τον Οκτώβριο του 1932, αλλά ο κόσμος τότε ακόμη πρέπει να έδινε εντύπωση ευρυθμίας. Ουδείς διανοείτο πως ο χαμηλός λόφος του Κολωνού θα εξαφανιζόταν μαζί με τ’ αηδόνιά του, πόσω μάλλον ότι οι άνθρωποι δεν θα έδιναν δεκάρα για τα καλά και ωραία παρά μόνο για τα “καλά και συμφέροντα”. Συνακόλουθα, απαλείφθηκε και το όνομα του τιμώμενου.
Σήμερα, ποιος έχει ακουστά τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Ακόμη και σε όσους το όνομά του μπορεί κάτι να λέει, ούτε αυτοί ανακαλούν κάποια συγκεκριμένη πληροφορία. Ιδίως, οι κάτω των σαράντα πέντε, που φοίτησαν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση μετά την οριστική καθιέρωση του λυκείου. Τότε, καθώς με αυτήν την τελευταία αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος δόθηκε διαφορετική έμφαση στα λογοτεχνικά κείμενα, τα πεζά του Καμπούρογλου αποσύρθηκαν οριστικά από τα σχολικά εγχειρίδια. Ούτε, όμως, οι μεγαλύτεροι, οι γεννημένοι στα χρόνια μετά το θάνατό του, από την Κατοχή μέχρι τη Δικτατορία, όταν τα αναγνωστικά όλων των τάξεων διέσωζαν κάποιο κείμενό του για την Αθήνα, γνωρίζουν το έργο του. Εδώ, δεν φαίνεται να το γνωρίζουν οι ακόμη πρεσβύτεροι, που τον πρόλαβαν ζώντα και οι οποίοι σήμερα αποτελούν την πνευματική ηγεσία. Κι αν το γνωρίζουν, μάλλον υποτιμούν την αξία του, αν δεν το απαξιούν. Ειδάλλως, πώς εξηγείται ο μη εορτασμός, ούτε καν η απλή μνημόνευση της εφετινής διπλής επετείου του Δημητρίου Καμπούρογλου, καθώς συμπληρώνονται 160 χρόνια από τη γέννησή του και 70 από το θάνατό του.
Θα αναμενόταν, ωστόσο, να τον θυμηθούν τα πνευματικά Iδρύματα, τουλάχιστον εκείνα, στων οποίων την ίδρυση πρωτοστάτησε. Κατ’ αρχάς, η Ακαδημία Αθηνών, ως το κορυφαίο μεταξύ αυτών, της οποίας, το 1927, αποτέλεσε το πρώτο εκλεγμένο μέλος στην τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, υπερτερώντας των δυο συνυποψηφίων του, Νιρβάνα και Ξενόπουλου. Ως οι πρώτοι ακαδημαϊκοί θεωρούνται οι Παλαμάς, Δροσίνης, Προβελέγγιος, όμως εκείνη η τριάδα είχε διοριστεί από την κυβέρνηση Παγκάλου, κατά την ίδρυση της Ακαδημίας, ένα χρόνο νωρίτερα, το 1926. Από τους πρώτους τρεις, πρόεδρος της Ακαδημίας χρημάτισε μόνο ο Παλαμάς, το 1930. Ο Καμπούρογλους ανέλαβε την προεδρία τέσσερα χρόνια αργότερα.
Έτερο Ίδρυμα, που θα αναμενόταν να τον τιμήσει, είναι η ΕΣΗΕΑ, και δεδομένου ότι συνηθίζει, τα τελευταία χρόνια, να εορτάζει τις επετείους των επιφανών μελών της. Ο Καμπούρογλους δεν αποτέλεσε μόνο εξέχον μέλος της δημοσιογραφικής κοινότητας, αλλά ήταν και ο πρώτος εγγραφείς στα κατάστιχά της, κάτοχος της δημοσιογραφικής ταυτότητας με αύξοντα αριθμό ένα. Ενδεικτικό στοιχείο, πάντως, της αφάνειας που έχει περιπέσει ως δημοσιογράφος, είναι η απουσία λήμματος στην τετράτομη «Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού Τύπου 1784-1974», που εκδόθηκε προ τετραετίας. Δεν αποκλείεται η ΕΣΗΕΑ να τον θυμηθεί το 2014, όπου η ίδια θα εορτάζει ενός αιώνα βίο.
Υπάρχουν, όμως, και παλαιότερα Ιδρύματα, που οφείλουν τη γένεσή τους στον Καμπούρογλου και σε μια δράκα ανθρώπων πέριξ αυτού. Πάντοτε ακμαία, παρά τα 130 χρόνια που μετράει, η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία δεν θυμήθηκε εφέτος τους δυο στυλοβάτες της, Πολίτη-Καμπούρογλου, κι ας συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία της ίδιας και του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου για τη στέγαση των κειμηλίων του 1821. Τον λησμόνησε, παρότι σε αυτήν εναπόκειται και το πολύτιμο Αρχείο του. Παρόμοια αμνησία επέδειξε και η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, που ιδρύθηκε δυο χρόνια αργότερα. Στις 23 Φεβρουαρίου 1884, προς αναχαίτιση της άκριτης αρχαιομανίας που είχε επικρατήσει, ο Καμπούρογλους μαζί με τον βυζαντινολόγο Γιώργο Λαμπάκη την σύστησαν για τη διαφύλαξη των χριστιανικών μνημείων. Μόνο που, σε αυτήν την περίπτωση, παρά την ίδρυση της Εταιρείας και τις πιέσεις που άσκησε ο Καμπούρογλους με την αρθρογραφία του, κυρίως, μέσα από το νεότευκτο τότε περιοδικό του «Εβδομάς», στέγη δεν βρέθηκε. Θα χρειαστούν τριάντα χρόνια για να προκύψει Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και άλλα δέκα για να ανοίξει τις πύλες του.
Εκτός των Ιδρυμάτων, το 2012, θα αναμενόταν να ανακηρυχθεί Έτος Δημητρίου Καμπούρογλου από την πόλη των Αθηνών. Αυτό ως ελάχιστο φόρο τιμής σε εκείνον, που ερεύνησε τις ιστορικές πηγές, συγκέντρωσε το υλικό και το παρουσίασε σε ένα τρίτομο έργο για τα “μνημεία της Ιστορίας”, ενώ, παράλληλα, έγραψε την «Ιστορία των Αθηναίων επί Τουρκοκρατίας». Ο ίδιος ανέστησε την Παλιά Αθήνα, παρακινώντας και άλλους από τους αποκαλούμενους κάποτε Γκάγκαρους, που κρατούσαν από τις παλαιές αθηναϊκές οικογένειες του καιρού της Τουρκοκρατίας, να ενδιαφερθούν για την πόλη τους. Το 1895, είναι ένα από τα 197 ιδρυτικά μέλη του «Αθηναϊκού Συλλόγου», του σημερινού «Συλλόγου των Αθηναίων».
Πάνω από όλα τα άλλα, στάθηκε ο πρώτος πλάνης, ένας μπωντλερικός flaneur, της πόλης, καθώς και ένα πρότυπο φυσιολάτρη παρατηρητή των εξοχών της, που ζητούσε να ονοματίσει όσα απαρτίζουν το μοναδικό αττικό τοπίο. Αυτός ίδρυσε στις 21 Μαρτίου 1921 τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο. Τον ονόμασε, μάλιστα, «Οι Δώδεκα Απόστολοι», προς υπογράμμιση του αποστολικού πάθους με το οποίο αντιμετώπιζε την πεζοπορία. Χωρίς, βεβαίως, να αρνείται τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της. Απόδειξη ότι επέλεξε για την εναρκτήρια συνεύρεση την αίθουσα του ζυθοπωλείου Φιξ. Η Περιηγητική Λέσχη, στην οποία μεταλλάχτηκε ο Οδοιπορικός Σύνδεσμος δεκαέξι χρόνια αργότερα, μαζί με την ΕΛΠΑ και τα άλλα παρακλάδιά της, δεν θυμήθηκε τον Πρωτοπόρο. Από μια άποψη, καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς, σήμερα, όσοι πεζοπορούν, εξαιρουμένων των κυνηγών, το κάνουν, είτε γιατί τους το συνέστησε ο γιατρός είτε για τις ανάγκες των σκύλων τους. Και όπως είναι αναμενόμενο, περιορίζονται σε μονοπάτια εύκολης πρόσβασης, εγκαταλείποντας τα ορεινά για μοτοκρός και τα πιο βατά από αυτά για τους ποδηλάτες.
Επανερχόμενοι στην Ογδοηκονταετηρίδα του Καμπούρογλου, έτερος επιφανής ομιλητής, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, αποφαινόταν ότι εκείνος “κατέλαβεν ένδοξον θέσιν εν τη ιστορία των ελληνικών γραμμάτων” και ότι “προ του έργου του μετά θαυμασμού θα σταθούν και αι μέλλουσαι γενεαί”. Αισιόδοξη πρόβλεψη, που ταιριάζει στο λόγο ενός εκκλησιαστικού ιεράρχη. Τελικά, όμως, όχι “ένδοξον” αλλά ασήμαντη θέση κατέλαβε στις ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν μνημονεύεται, αναφέρεται με δυο-τρεις αράδες. Παρομοίως, στις πρόσφατες εγκυκλοπαίδειες, όπως η Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, οι λημματογράφοι στέκονται αυστηροί. Την ίδια ανεπιείκεια, που φανερώνει και λανθασμένη αντίληψη της ιδιαίτερης περίπτωσης που συνιστά ο Καμπούρογλους, επιδεικνύουν οι γραμματολόγοι. Ούτε καν οι ιστορικοί δεν δείχνουν σεβαστικοί προς την προδρομική περίπτωσή του, περιορίζοντας το έργο του σε αυτό του ιστοριοδίφη. Κι αυτό, όχι με την αίγλη που απολάμβανε κάποτε, αλλά με την υποτιμητική διάθεση που αντιμετωπίζεται στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Ιωσήφ Σιακκής
«Δ. Γ. Καμπούρογλου
Η ζωή και το έργο του»
Εκδόσεις ΜΙΕΤ
Ιούλιος 2012
Εκπνέοντος του 2012, ουδείς εκδότης επανακυκλοφόρησε κάποιο από τα βιβλία του Καμπούρογλου, ούτε βρέθηκε περιοδικό να δημοσιεύσει έστω και μερικές αφιερωματικές σελίδες. Μάλλον γιατί οι σύμβουλοι των εκδοτών, όσο και οι εκδότες περιοδικών, αδιαφορούν για τον Καμπούρογλου ή, το πιθανότερο, τον αγνοούν. Σε αυτόν τον κανόνα, υπήρξε μια εξαίρεση. Το ΜΙΕΤ εξέδωσε βιογραφία του και μάλιστα, στη σειρά «Νεοελληνικών Προσωπογραφιών». Θυμίζουμε ότι πρόκειται για σειρά, που ξεκίνησε ο Ε. Χ. Κάσδαγλης το 1978, με πρώτο τόμο, τη βιογραφία Αλέξανδρου Δελμούζου από τον Ε. Π. Παπανούτσο, και συνέχισε με κορυφαίες προσωπικότητες των Γραμμάτων και Τεχνών, όπου ως βιογράφοι επιλέγονταν συγγραφείς σημαντικοί στον τομέα του εκάστοτε βιογραφούμενου. Το 1999, με τη συμπλήρωση 15 τόμων και μετά τον ξαφνικό θάνατο του Κάσδαγλη, στις 11 Μαρτίου 1998, η σειρά διακόπηκε για μια δεκαετία. Συνεχίστηκε το 2009, με τον Παύλο Καλλιγά και εφέτος με τον Καμπούρογλου. Και στις δύο περιπτώσεις, το στοιχείο που διαφοροποιείται σε σχέση με την πρώτη περίοδο είναι το πρόσωπο του βιογράφου, που δεν είναι κάποιος από τους γνωστούς μελετητές του βιογραφούμενου.
Η βιογραφία του Καλλιγά είναι μετάφραση από τα γαλλικά γαλλίδος μελετήτριας (την είχαμε σχολιάσει στις 10 Ιουνίου 2010). Συγγραφέας της βιογραφίας του Καμπούρογλου είναι ο νομικός και ιστοριοδίφης Ιωσήφ Σιακκής, που ασχολήθηκε κυρίως με τον ελληνικό εβραϊσμό. Η βιογραφία περιλαμβάνεται στο Αρχείο του, το οποίο δωρίθηκε από τον γιο του στο ΕΛΙΑ, Φεβρουάριο 2003, με τον όρο μέχρι το 2005 να εκδοθούν η βιογραφία και η μελέτη «Τα εβραϊκά ονοματεπώνυμα στην Ελλάδα από τον 14ο μέχρι τον 19ο αιώνα». Με τη διαδικασία της ενσωμάτωσης του ΕΛΙΑ στο ΜΙΕΤ, η εκπλήρωση του όρου άργησε μεν, αλλά η βιογραφία είχε την καλή τύχη να πάρει θέση σε μια επίλεκτη σειρά. Όσο για τη δεύτερη μελέτη, απέκτησε προσώρας μόνο ηλεκτρονική υπόσταση.
Στο εκδοτικό σημείωμα του τόμου, δεν αναφέρεται ως ένα επιπλέον κίνητρο της έκδοσης η εφετινή επέτειος, παρά μόνο η διαπίστωση ότι “η γοητευτική μορφή του Δημητρίου Καμπούρογλου εμφανίζεται μάλλον παραμελημένη στη βιβλιογραφία”. Δεν θα συμφωνούσαμε. Υπάρχουν τα δικά του βιβλία όσο και τα βιβλία, που αναφέρονται σε αυτόν και το έργο του, ανεξάρτητα αν τα περισσότερα είναι εξαντλημένα. Κάποια από αυτά έχουν διασωθεί χάρις στις Αναστατικές Εκδόσεις Διον. Νότη Καραβία. Υπάρχουν, πάντως, και τρεις βιογραφίες, οι δυο σε κυκλοφορία. Αυτό, βεβαίως, δεν ακυρώνει την αξία μιας τέταρτης. Δεδομένου, όμως, ότι αυτή εμφανίζεται ως ένα νέο απόκτημα και μάλιστα, με τη σφραγίδα κύρους που φέρει ο συγκεκριμένος εκδότης, οι απαιτήσεις είναι υψηλότερες. Κατά κάποιο τρόπο, πέφτει σε αυτήν το βάρος να αναστήσει τον λησμονημένο Καμπούρογλου, παρακινώντας τους νεότερους να αναζητήσουν τα βιβλία του, μήπως και ανακαλύψουν πίσω από την τερατώδη σημερινή Αθήνα, την αλλοτινή της γοητεία. Γι’ αυτό ακριβώς θα επανέλθουμε, επιμένοντας σε ορισμένα σημεία. Καλό είναι μια βιογραφία να πληροφορεί, όχι μόνο επαρκώς, αλλά και επ’ ακριβώς, για το βιογραφούμενο πρόσωπο.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/12/2012.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.

