Διευκρινίζουμε ότι σε κανένα σημείο του κειμένου - πράγμα που εύκολα ελέγχεται - ο κ. Ν. Βαγενάς δεν αναφέρεται - ούτε καν ως υπαινιγμός - ως συγγραφέας του εν λόγω δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Μένουμε με την απορία, τι μπορεί να τον ώθησε σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα. Αποφεύγουμε τη δημοσίευση της επιστολής του, όχι λόγω των δυσάρεστων αναφορών στο άτομό μας, αλλά γιατί αποκαλύπτει στοιχεία για τον συγγραφέα του δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, για τα οποία δεν γνωρίζουμε εάν επιθυμεί την δημοσιοποίησή τους. Όσο για την έλλειψη χιούμορ, την οποία μας καταλογίζει, μετά την επιστολή του μας γεννιέται το ερώτημα κατά πόσο ο ίδιος διαθέτει στοιχειώδη αίσθηση χιούμορ. Επίσης, το να αντικρούσουμε τα περί “άκριτης, άδικης και προσβλητικής επίθεσης” εναντίον του, θα ήταν σαν να παραδεχόμασταν ότι έχουν κάποια υπόσταση. Ας μείνουν, λοιπόν, ασχολίαστα.
Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009
Γραμματοκιβώτιο
Το κείμενό μας της προπερασμένης Κυριακής («Γιατί σιωπώ...») φαίνεται πως προκάλεσε αρκετές και ποικίλες αντιδράσεις, αν κρίνουμε από τις επιστολές και τα ηλεκτρονικά μηνύματα που λάβαμε. Ωστόσο, δεν θα ενδώσουμε στον πειρασμό να απαντήσουμε, με εξαίρεση μια περίπτωση, όπου έγινε αδικαιολόγητη παρανάγνωση του κειμένου. Ο καθηγητής κ. Νάσος Βαγενάς, σε επιστολή του, μας προσάπτει ότι τον παρουσιάζουμε ως συγγραφέα του δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ (Βάγιος Λαγενάς «Το σκληρό πεπρωμένο της “ευγενικής δέσποινας ποίησης” Φιλησίας Στάθη, το μεταμοντέρνο έτος 2009», τχ. 1826, Οκτώβριος 2009, σελ. 605-636), το οποίο στάθηκε αιτία του δικού μας εκτενούς σχολιασμού στην ΕΠΟΧΗ.
Διευκρινίζουμε ότι σε κανένα σημείο του κειμένου - πράγμα που εύκολα ελέγχεται - ο κ. Ν. Βαγενάς δεν αναφέρεται - ούτε καν ως υπαινιγμός - ως συγγραφέας του εν λόγω δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Μένουμε με την απορία, τι μπορεί να τον ώθησε σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα. Αποφεύγουμε τη δημοσίευση της επιστολής του, όχι λόγω των δυσάρεστων αναφορών στο άτομό μας, αλλά γιατί αποκαλύπτει στοιχεία για τον συγγραφέα του δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, για τα οποία δεν γνωρίζουμε εάν επιθυμεί την δημοσιοποίησή τους. Όσο για την έλλειψη χιούμορ, την οποία μας καταλογίζει, μετά την επιστολή του μας γεννιέται το ερώτημα κατά πόσο ο ίδιος διαθέτει στοιχειώδη αίσθηση χιούμορ. Επίσης, το να αντικρούσουμε τα περί “άκριτης, άδικης και προσβλητικής επίθεσης” εναντίον του, θα ήταν σαν να παραδεχόμασταν ότι έχουν κάποια υπόσταση. Ας μείνουν, λοιπόν, ασχολίαστα.
Διευκρινίζουμε ότι σε κανένα σημείο του κειμένου - πράγμα που εύκολα ελέγχεται - ο κ. Ν. Βαγενάς δεν αναφέρεται - ούτε καν ως υπαινιγμός - ως συγγραφέας του εν λόγω δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Μένουμε με την απορία, τι μπορεί να τον ώθησε σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα. Αποφεύγουμε τη δημοσίευση της επιστολής του, όχι λόγω των δυσάρεστων αναφορών στο άτομό μας, αλλά γιατί αποκαλύπτει στοιχεία για τον συγγραφέα του δημοσιεύματος στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, για τα οποία δεν γνωρίζουμε εάν επιθυμεί την δημοσιοποίησή τους. Όσο για την έλλειψη χιούμορ, την οποία μας καταλογίζει, μετά την επιστολή του μας γεννιέται το ερώτημα κατά πόσο ο ίδιος διαθέτει στοιχειώδη αίσθηση χιούμορ. Επίσης, το να αντικρούσουμε τα περί “άκριτης, άδικης και προσβλητικής επίθεσης” εναντίον του, θα ήταν σαν να παραδεχόμασταν ότι έχουν κάποια υπόσταση. Ας μείνουν, λοιπόν, ασχολίαστα.
Μ.Θ.
Ζακυνθινή επιστολογραφία
«Επτανησιακά Φύλλα»
Τόμος ΚΘ, 1-2
Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009
Ζάκυνθος
Το καινούριο τεύχος του περιοδικού δεν είναι αφιερωμένο σε ένα θέμα ή κάποιο πρόσωπο αλλά συγκεντρώνει ποικίλη ύλη. Για ακόμη μια φορά, η αρχή γίνεται με Ξενόπουλο. Ο Δ. Ν. Μουσμούτης παρουσιάζει τέσσερις ανέκδοτες επιστολές του από τον Δεκέμβριο του 1930 και την άνοιξη του 1931 προς τον Μιλτιάδη Λιδωρίκη, τότε πρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Το καλοκαίρι του 1930, είχε αθλοθετηθεί ανά διετία, από τον φιλότεχνο Αντώνιο Σταθάτο, δραματικός διαγωνισμός προς ενίσχυση της ελληνικής θεατρικής παραγωγής. Ο Ξενόπουλος μαζί με τον Τίμο Μωραϊτίνη είχαν εκλεγεί μέλη της κριτικής επιτροπής από το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας, που, πέρα από τον πρόεδρο, απαρτιζόταν από τους Κώστα Βελμύρα και Νικόλαο Λάσκαρη. Δεν γνωρίζουμε το σχετικό βιβλίο του Μουσμούτη για τον Σταθάτειο Διαγωνισμό, πάντως, οι επιστολές Ξενόπουλου, που κάπου ξετρύπωσε, δεν στερούνται ενδιαφέροντος. Όπως φαίνεται, ο Ξενόπουλος εργαζόταν για τον διαγωνισμό πυρετωδώς. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1930 είχε διαβάσει και αξιολογήσει 55 έργα, τα οποία υποβάλλονταν με αποκρυμμένο το όνομα του συγγραφέα τους. Με αφορμή το έργο «Ανάμεσα στους Ανθρώπους» του Θεόδωρου Συναδινού, προτείνει μια εύστοχη κατάταξη της επιτυχίας ενός έργου: “Επιτυχία εκτιμήσεως” για εκείνα τα έργα, τα αληθινά ευσυνείδητα και καλογραμμένα, που φθάνουν στο σκοπό τους όχι με πολύ χτυπητά θεατρικά μέσα. “Επιτυχία καταπλήξεως” για εκείνα τα ψεύτικα και νόθα, που επιστρατεύουν χτυπητά θεατρικά μέσα. Και “Επιτυχία αληθινή”, όταν συνδυάζεται η λογοτεχνική αξία με τη θεατρική. Το έργο του Συναδινού το τοποθετούσε στη δεύτερη κατηγορία. Ωστόσο, το έργο απέσπασε το δεύτερο βραβείο. Γι’ αυτό και ο Ξενόπουλος μειοψήφησε και ζήτησε να υπάρξει σχετική αναφορά. Πάντως, το πρώτο βραβείο δόθηκε στον «Αντιφωνητή» του Άγγελου Σημηριώτη κι αυτό χάρις στις πιέσεις που άσκησε ο Ξενόπουλος. Σύμφωνα με τη γνώμη του, μετά την ανάγνωση 85 έργων, αυτό ήταν μακράν το καλύτερο.
Ακολουθούν κι άλλες ανέκδοτες επιστολές. Αυτή τη φορά, από την αλληλογραφία του ιδρυτή του περιοδικού Ντίνου Κονόμου και της Μιμίκας Κρανάκη. Σχεδόν συνομήλικοι, το 1918 γεννημένος ο Κονόμος, το 1922 η Κρανάκη, γνωρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όταν ο Κονόμος ήρθε στην Αθήνα, αποφασισμένος να εκδώσει το περιοδικό του. Τα «Επτανησιακά Γράμματα», όπως προσωρινά το τιτλοφορούσε. Όμως, ο τίτλος ήταν ήδη κατοχυρωμένος σε άλλον. Έτσι, προέκυψαν τα «Επτανησιακά Φύλλα», που ξεκίνησαν το 1945. Τότε, η Κρανάκη, και ως παλιά Διαπλασοπούλα, είχε συστήσει τον Κονόμο στον Ξενόπουλο. Με μια αγκαλιά κόκκινα τριαντάφυλλα είχαν πάει επίσκεψη στον Ζακύνθιο και η Κρανάκη του παρουσίασε “το πατριωτάκι” του, που χρειαζόταν βοήθεια. Οι επιστολές, που δημοσιεύονται στο τεύχος, είναι από την μεταγενέστερη περίοδο, 1976-1980. Θυμίζουμε πως ο Κονόμος πέθανε το 1990 και η Κρανάκη, στο Παρίσι, την περσινή πρωταπριλιά. Ήταν μια διαβολική σύμπτωση, που φαίνεται να έρχεται από το χώρο του μεταφυσικού, αφού πάντα της άρεσαν τα αστεία.
Επίσης, δημοσιεύονται δυο ανέκδοτες επιστολές του ζωγράφου και αγιογράφου Χρήστου Ρουσσέα, από το 1956, προς τις κόρες του, τη ζωγράφο Μαρία Ρουσσέα και τη γνωστή ηθοποιό Τζένη Ρουσσέα. Στο σεισμό του 1953 χάθηκε ένα μεγάλο μέρος του έργου του Ρουσσέα. Το ενδιαφέρον των επιστολών, οπουδήποτε αυτές και να δημοσιεύονται, επαυξάνουν οι υποσελίδιες σημειώσεις. Ευτυχώς, στις αλληλογραφίες που παρουσιάζονται κατά καιρούς στα «Επτανησιακά Φύλλα», είναι εκτενείς και εμπεριστατωμένες. Εδώ, ο Διονύσης Σέρρας, που αναλαμβάνει το σχολιασμό των επιστολών του Ρουσσέα, αναφέρεται εν εκτάσει στην προτομή Σολωμού, που επρόκειτο να στηθεί στο Μεσολόγγι με αφορμή τους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα από το θάνατο του ποιητή. Υποψήφιοι γλύπτες ήταν ο Γεώργιος Γεωργίου και ο Νικόλας (Παυλόπουλος), τον οποίο είχε συστήσει και ο διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών Μιχάλης Τόμπρος, μέσω του Γιάννη Χατζίνη. Καλοί και φθηνοί οι γλύπτες αλλά η προτομή Σολωμού δεν φιλοτεχνήθηκε.
Τέλος, στο τεύχος δημοσιεύονται δέκα γράμματα του Γιάννη Πομόνη-Τζαγκλαρά προς τον Νιόνιο Μελίτα. Πιστεύουμε πως θα χρειαζόταν εκτενέστερη σύσταση των δυο αλληλογράφων, πέραν της συνηθισμένης παραπομπής του αναγνώστη σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού. Ίσως, αυτές οι επιστολές να έχουν περισσότερο τοπικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, παραμένει γενικότερου ενδιαφέροντος το «Γλωσσάριο ιδιωματισμών της αλλοτινής ζακυνθινής ντοπιολαλιάς» του Τζαγκλαρά. Με αυτούς τους ιδιωματισμούς, οι παλιοί Ζακύνθιοι “εποίκιλλαν τον προφορικό κι ενίοτε και τον έντεχνο λόγο τους, και ακόμη αρτίωναν την εκφραστική τους πληρότητα”, όπως χαρακτηριστικά γράφει.
Στο τεύχος δημοσιεύονται, εκτός από τις επιστολές, ποιήματα και κείμενα για διάφορα θέματα. Ανάμεσά τους, αυτό του Διονύση Φλεμοτόμου για «Το Δίπτυχο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων». Βεβαίως, θα απορήσει ο αναγνώστης τι ενδιαφέρον μπορεί να παρουσιάζει ένα κείμενο για κάποιο συγκεκριμένο δίπτυχο, όταν πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν την εκκλησιαστική σημασία της λέξης. Κι όμως, τα δίπτυχα δεν είναι παρά η επίσημη μορφή, με ζωγραφικές ή και γλυπτές αναπαραστάσεις, που παίρνουν στις εκκλησίες τα γνωστά ψυχοχάρτια υπέρ υγείας ή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, που κι αυτά είθισται να διπλώνονται στα δύο. Μαζί με τις εκκλησίες που κατέρρευσαν στον καταστροφικό σεισμό του 1953, χάθηκαν και πολλά δίπτυχα και μαζί τους οι πολύτιμες μαρτυρίες, που έδιναν για τις παλιές οικογένειες και τα μέλη τους. Ο Φλεμοτόμος περιγράφει ένα από τα λιγοστά σωζόμενα, του 1641. Δίνει πληροφορίες για τις εικόνες, ενώ καταγράφει και αποκρυπτογραφεί τα ονόματα από τα σωζόμενα σπαράγματα. Προηγουμένως, εξηγεί γιατί η Αγία Μαρίνα έχει στη Ζάκυνθο, αλλά και απανταχού στην Ελλάδα, τόσες εκκλησίες προς τιμή της, παραθέτοντας και τα ζακυνθινά έθιμα κατά την ημέρα του εορτασμού της. Το Μαρίνα έρχεται, λέει, από το μαραίνω, καθώς η Αγία μαραίνει τα κακά και τις αρρώστιες. Υπάρχει η πίστη πως μάχεται τους δαίμονες και κάνει καλά τους δαιμονισμένους, που αφθονούν σε όλες τις εποχές.
Τόμος ΚΘ, 1-2
Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009
Ζάκυνθος
Το καινούριο τεύχος του περιοδικού δεν είναι αφιερωμένο σε ένα θέμα ή κάποιο πρόσωπο αλλά συγκεντρώνει ποικίλη ύλη. Για ακόμη μια φορά, η αρχή γίνεται με Ξενόπουλο. Ο Δ. Ν. Μουσμούτης παρουσιάζει τέσσερις ανέκδοτες επιστολές του από τον Δεκέμβριο του 1930 και την άνοιξη του 1931 προς τον Μιλτιάδη Λιδωρίκη, τότε πρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Το καλοκαίρι του 1930, είχε αθλοθετηθεί ανά διετία, από τον φιλότεχνο Αντώνιο Σταθάτο, δραματικός διαγωνισμός προς ενίσχυση της ελληνικής θεατρικής παραγωγής. Ο Ξενόπουλος μαζί με τον Τίμο Μωραϊτίνη είχαν εκλεγεί μέλη της κριτικής επιτροπής από το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας, που, πέρα από τον πρόεδρο, απαρτιζόταν από τους Κώστα Βελμύρα και Νικόλαο Λάσκαρη. Δεν γνωρίζουμε το σχετικό βιβλίο του Μουσμούτη για τον Σταθάτειο Διαγωνισμό, πάντως, οι επιστολές Ξενόπουλου, που κάπου ξετρύπωσε, δεν στερούνται ενδιαφέροντος. Όπως φαίνεται, ο Ξενόπουλος εργαζόταν για τον διαγωνισμό πυρετωδώς. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1930 είχε διαβάσει και αξιολογήσει 55 έργα, τα οποία υποβάλλονταν με αποκρυμμένο το όνομα του συγγραφέα τους. Με αφορμή το έργο «Ανάμεσα στους Ανθρώπους» του Θεόδωρου Συναδινού, προτείνει μια εύστοχη κατάταξη της επιτυχίας ενός έργου: “Επιτυχία εκτιμήσεως” για εκείνα τα έργα, τα αληθινά ευσυνείδητα και καλογραμμένα, που φθάνουν στο σκοπό τους όχι με πολύ χτυπητά θεατρικά μέσα. “Επιτυχία καταπλήξεως” για εκείνα τα ψεύτικα και νόθα, που επιστρατεύουν χτυπητά θεατρικά μέσα. Και “Επιτυχία αληθινή”, όταν συνδυάζεται η λογοτεχνική αξία με τη θεατρική. Το έργο του Συναδινού το τοποθετούσε στη δεύτερη κατηγορία. Ωστόσο, το έργο απέσπασε το δεύτερο βραβείο. Γι’ αυτό και ο Ξενόπουλος μειοψήφησε και ζήτησε να υπάρξει σχετική αναφορά. Πάντως, το πρώτο βραβείο δόθηκε στον «Αντιφωνητή» του Άγγελου Σημηριώτη κι αυτό χάρις στις πιέσεις που άσκησε ο Ξενόπουλος. Σύμφωνα με τη γνώμη του, μετά την ανάγνωση 85 έργων, αυτό ήταν μακράν το καλύτερο.
Ακολουθούν κι άλλες ανέκδοτες επιστολές. Αυτή τη φορά, από την αλληλογραφία του ιδρυτή του περιοδικού Ντίνου Κονόμου και της Μιμίκας Κρανάκη. Σχεδόν συνομήλικοι, το 1918 γεννημένος ο Κονόμος, το 1922 η Κρανάκη, γνωρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όταν ο Κονόμος ήρθε στην Αθήνα, αποφασισμένος να εκδώσει το περιοδικό του. Τα «Επτανησιακά Γράμματα», όπως προσωρινά το τιτλοφορούσε. Όμως, ο τίτλος ήταν ήδη κατοχυρωμένος σε άλλον. Έτσι, προέκυψαν τα «Επτανησιακά Φύλλα», που ξεκίνησαν το 1945. Τότε, η Κρανάκη, και ως παλιά Διαπλασοπούλα, είχε συστήσει τον Κονόμο στον Ξενόπουλο. Με μια αγκαλιά κόκκινα τριαντάφυλλα είχαν πάει επίσκεψη στον Ζακύνθιο και η Κρανάκη του παρουσίασε “το πατριωτάκι” του, που χρειαζόταν βοήθεια. Οι επιστολές, που δημοσιεύονται στο τεύχος, είναι από την μεταγενέστερη περίοδο, 1976-1980. Θυμίζουμε πως ο Κονόμος πέθανε το 1990 και η Κρανάκη, στο Παρίσι, την περσινή πρωταπριλιά. Ήταν μια διαβολική σύμπτωση, που φαίνεται να έρχεται από το χώρο του μεταφυσικού, αφού πάντα της άρεσαν τα αστεία.
Επίσης, δημοσιεύονται δυο ανέκδοτες επιστολές του ζωγράφου και αγιογράφου Χρήστου Ρουσσέα, από το 1956, προς τις κόρες του, τη ζωγράφο Μαρία Ρουσσέα και τη γνωστή ηθοποιό Τζένη Ρουσσέα. Στο σεισμό του 1953 χάθηκε ένα μεγάλο μέρος του έργου του Ρουσσέα. Το ενδιαφέρον των επιστολών, οπουδήποτε αυτές και να δημοσιεύονται, επαυξάνουν οι υποσελίδιες σημειώσεις. Ευτυχώς, στις αλληλογραφίες που παρουσιάζονται κατά καιρούς στα «Επτανησιακά Φύλλα», είναι εκτενείς και εμπεριστατωμένες. Εδώ, ο Διονύσης Σέρρας, που αναλαμβάνει το σχολιασμό των επιστολών του Ρουσσέα, αναφέρεται εν εκτάσει στην προτομή Σολωμού, που επρόκειτο να στηθεί στο Μεσολόγγι με αφορμή τους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα από το θάνατο του ποιητή. Υποψήφιοι γλύπτες ήταν ο Γεώργιος Γεωργίου και ο Νικόλας (Παυλόπουλος), τον οποίο είχε συστήσει και ο διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών Μιχάλης Τόμπρος, μέσω του Γιάννη Χατζίνη. Καλοί και φθηνοί οι γλύπτες αλλά η προτομή Σολωμού δεν φιλοτεχνήθηκε.
Τέλος, στο τεύχος δημοσιεύονται δέκα γράμματα του Γιάννη Πομόνη-Τζαγκλαρά προς τον Νιόνιο Μελίτα. Πιστεύουμε πως θα χρειαζόταν εκτενέστερη σύσταση των δυο αλληλογράφων, πέραν της συνηθισμένης παραπομπής του αναγνώστη σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού. Ίσως, αυτές οι επιστολές να έχουν περισσότερο τοπικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, παραμένει γενικότερου ενδιαφέροντος το «Γλωσσάριο ιδιωματισμών της αλλοτινής ζακυνθινής ντοπιολαλιάς» του Τζαγκλαρά. Με αυτούς τους ιδιωματισμούς, οι παλιοί Ζακύνθιοι “εποίκιλλαν τον προφορικό κι ενίοτε και τον έντεχνο λόγο τους, και ακόμη αρτίωναν την εκφραστική τους πληρότητα”, όπως χαρακτηριστικά γράφει.
Στο τεύχος δημοσιεύονται, εκτός από τις επιστολές, ποιήματα και κείμενα για διάφορα θέματα. Ανάμεσά τους, αυτό του Διονύση Φλεμοτόμου για «Το Δίπτυχο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων». Βεβαίως, θα απορήσει ο αναγνώστης τι ενδιαφέρον μπορεί να παρουσιάζει ένα κείμενο για κάποιο συγκεκριμένο δίπτυχο, όταν πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν την εκκλησιαστική σημασία της λέξης. Κι όμως, τα δίπτυχα δεν είναι παρά η επίσημη μορφή, με ζωγραφικές ή και γλυπτές αναπαραστάσεις, που παίρνουν στις εκκλησίες τα γνωστά ψυχοχάρτια υπέρ υγείας ή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, που κι αυτά είθισται να διπλώνονται στα δύο. Μαζί με τις εκκλησίες που κατέρρευσαν στον καταστροφικό σεισμό του 1953, χάθηκαν και πολλά δίπτυχα και μαζί τους οι πολύτιμες μαρτυρίες, που έδιναν για τις παλιές οικογένειες και τα μέλη τους. Ο Φλεμοτόμος περιγράφει ένα από τα λιγοστά σωζόμενα, του 1641. Δίνει πληροφορίες για τις εικόνες, ενώ καταγράφει και αποκρυπτογραφεί τα ονόματα από τα σωζόμενα σπαράγματα. Προηγουμένως, εξηγεί γιατί η Αγία Μαρίνα έχει στη Ζάκυνθο, αλλά και απανταχού στην Ελλάδα, τόσες εκκλησίες προς τιμή της, παραθέτοντας και τα ζακυνθινά έθιμα κατά την ημέρα του εορτασμού της. Το Μαρίνα έρχεται, λέει, από το μαραίνω, καθώς η Αγία μαραίνει τα κακά και τις αρρώστιες. Υπάρχει η πίστη πως μάχεται τους δαίμονες και κάνει καλά τους δαιμονισμένους, που αφθονούν σε όλες τις εποχές.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Τα ράσα κάνουν τον παππά
Γκότφρηντ Κέλλερ
«Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο»
Εισαγωγή-Μετάφραση:
Εύη Μαυρομμάτη
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Σεπτέμβριος 2009
Ο δέκατος τέταρτος τόμος της σειράς «Μεταφορές», που διευθύνει ο Δημήτρης Αλεξάκης, παρουσιάζει τον εκλεκτό διηγηματογράφο Γκότφρηντ Κέλλερ. Πρόκειται για έναν γερμανόφωνο πεζογράφο του 19ου αιώνα, που, όπως φαίνεται, παρέμεινε μέχρι σήμερα αμετάφραστος στα ελληνικά. Γεγονός που προκαλεί έκπληξη, δεδομένης της εξέχουσας θέσης που κατέχει στη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Στη βιβλιογραφία, που παρατίθεται στο τομίδιο, δεν αναφέρονται αυτοτελείς εκδόσεις των βιβλίων του στα ελληνικά. Ούτε καν κάποια μετάφραση διηγήματός του σε περιοδικό του 19ου ή του 20ου αιώνα. Επίσης, δεν δίνεται καμία παραπομπή σε μελέτη έλληνα συγγραφέα ή και μεταφρασμένη ξένου, που να αναφέρεται στον Κέλλερ και το έργο του. Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, αν οι υπεύθυνοι της παρούσας έκδοσης έκαναν την ανάλογη έρευνα. Η μοναδική παραπομπή της βιβλιογραφίας σε ελληνική πηγή είναι το λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. Όσο αφορά, όμως, τις εγκυκλοπαίδειες, ο Κέλλερ είναι σε όλες καταχωρισμένος με ένα, θα λέγαμε, ικανοποιητικό λήμμα, το οποίο, κατά κανόνα, συνοδεύεται από φωτογραφία. Όσο, μάλιστα, παλαιότερη είναι η εγκυκλοπαίδεια, τόσο μεγαλύτερη έκταση δίνεται στο αντίστοιχο λήμμα. Επίσης, μνημονεύεται με λίγες αράδες στην τρίτομη Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (Εκδόσεις Σοκόλη). Η θέση, όμως, που κατέχει ο Κέλλερ στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, φαίνεται στον τρόπο που τον αναφέρει ο γερμανός ιστορικός της λογοτεχνίας Έριχ Άουερμπαχ στη μελέτη του «Μίμησις», που μεταφράστηκε στα ελληνικά προ τετραετίας.
Ο Κέλλερ γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1819, όπου και πέθανε το 1890. Κάποια χαρακτηριστικά του βίου του θυμίζουν τον Γεώργιο Βιζυηνό. Ο Κέλλερ, όπως ο Βιζυηνός, ξεκίνησε ως ποιητής για να εξελιχθεί σε σημαντικό πεζογράφο. Ο Βιζυηνός μπόρεσε να σπουδάσει στη Γοτίγγη της Γερμανίας χάρις στον τραπεζίτη Γεώργιο Ζαρίφη. Αντίστοιχα ο Κέλλερ, κι εκείνος από φτωχή οικογένεια, χάρις στον γερμανό πολιτικό πρόσφυγα στην Ζυρίχη, Άντολφ Λούντβιχ Φόλεν, έναν μαικήνα των γερμανικών γραμμάτων, μπόρεσε να εκδώσει τα ποιήματά του, εξασφαλίζοντας, τελικά, μια υποτροφία για σπουδές στην Χαϊδελβέργη. Ο Κέλλερ θεωρείται εθνικός συγγραφέας της γερμανόφωνης Ελβετίας, μόνο που σήμερα το έργο του έχει παραγκωνιστεί από τα έργα των συμπατριωτών του, Μαξ Φρις και Φρήντριχ Ντύρρενματ, οι οποίοι έζησαν έναν αιώνα μετά από αυτόν, καλύπτοντας όλο το άνοιγμα του 20ου αιώνα, όπως εκείνος του 19ου.
Η Εύη Μαυρομμάτη, που εξελίσσεται σε μια συστηματική μεταφράστρια από τα γερμανικά, παραθέτει εμπεριστατωμένη εισαγωγή και ένα λεπτομερές χρονολόγιο, το οποίο αναδεικνύεται περαιτέρω χάρις στην τυπογραφική επιμέλεια. Απορούμε, μόνο, γιατί, σε έναν γερμανόφωνο συγγραφέα, δίνει αμιγώς αγγλική βιβλιογραφία. Όπως και να έχει, από το σύνολο του έργου του, το οποίο ο ίδιος πρόλαβε να εκδώσει σε δέκα τόμους τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, η Μαυρομμάτη επιλέγει ένα μεγάλο διήγημα από το δεύτερο μέρος της συλλογής, «Οι άνθρωποι της Ζελντβίλα», που εκδόθηκε, για πρώτη φορά, το 1874. Οι μελετητές του Κέλλερ το συγκαταλέγουν στα επίλεκτα, μαζί με δύο άλλα διηγήματα της ίδιας συλλογής, το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα στο χωριό» και το «Οι τρεις δίκαιοι κτενοποιοί». Μάλιστα, στην υπόθεση του συγκεκριμένου διηγήματος, στηρίχτηκαν, μέσα στον 20ο αιώνα, δυο ταινίες, μια τηλεταινία και επίσης, δυο όπερες.
Το εν λόγω διήγημα, όπως, άλλωστε, και τα περισσότερα του Κέλλερ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νουβέλα. Κι αυτό, όχι μόνο λόγω της έκτασής του, αλλά και γιατί επικεντρώνεται στην ψυχογράφηση του κεντρικού ήρωα, σκιαγραφώντας, ταυτόχρονα, την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής που γράφτηκε. Από την άλλη, ολόκληρη η νουβέλα θα μπορούσε να διαβαστεί σαν ένα παράδειγμα της ισχύος κατά τον πρώιμο καπιταλισμό του ρητού “τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο”. Ένα ρητό, που φτάνει να ισχύει με ακόμη μεγαλύτερη επίταση μέχρι σήμερα. Ο τίτλος θυμίζει την ελληνική ρήση, “τα ράσα δεν κάνουν τον παππά”, το οποίο υπογραμμίζει πως η πραγματική αξία κάποιου δεν σταθμίζεται από την εξωτερική του εικόνα αλλά έγκειται στην ποιότητα του χαρακτήρα του. Με την αντιστροφή της ρήσης εμφατικά στον τίτλο, ο Κέλλερ αποκαλύπτει εξαρχής το βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του, που είναι η ειρωνεία. Αυτή είναι που τον φέρνει κοντά στον Ροΐδη, με μια, ωστόσο, ουσιαστική διαφορά. Η ροΐδειος ειρωνεία είναι καυστική, ενώ του Κέλλερ ξεκινά από μια περιπαικτική διάθεση, που φαιδρύνει τις αφηγήσεις του.
Σε γενικές γραμμές η υπόθεση της νουβέλας έχει ως εξής: Ένας ραφτάκος, κάλφας κατά το ελληνικότερο, μένει χωρίς δουλειά, όταν το αφεντικό του, ένας ράφτης της Ζελντβίλα, κηρύσσει πτώχευση. Απένταρος, μια κρύα μέρα του Νοέμβρη, τραβάει πεζή για τη γειτονική πόλη, την Γκόλνταχ. Ο Κέλλερ δεν προσδιορίζει ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο. Και οι δυο πόλεις, που αναφέρει, είναι επινοημένες. Η ονομασία της πρώτης παραπέμπει σε έναν χαρούμενο τόπο και της δεύτερης, στο χρυσό και τα πλούτη. Για να επανέλθουμε, όμως, στον ραφτάκο, αυτός έχει μια καλή συνήθεια. Αρέσκεται στο κομψό ντύσιμο, έστω κι αν έχει ένα μόνο κοστούμι και μια εντυπωσιακή μακριά μπέρτα. Όπως προϊδεάζει ο τίτλος, χάρις σε αυτά, πρώτα ένας αμαξάς στο δρόμο και μετά, οι κάτοικοι της γειτονικής πόλης, στην οποία φτάνει, τον θεωρούν για πολωνό αριστοκράτη. Στην παρεξήγηση συμβάλλει και το όνομά του, που είναι ένα γνήσιο πολωνικό όνομα. Κι αυτό, τελείως συμπτωματικά, αφού έρχεται από την περιοχή της Σιλεσίας, που, τον 19ο αιώνα, κατοικείται κυρίως από Γερμανούς. Όμως, ο ραφτάκος είναι ένας γνήσιος Σιλεσιανός. Φύσει δειλός, διστάζει να διαλύσει το μπέρδεμα, αποδεχόμενος τις περιποιήσεις, που αντιστοιχούν στην υποτιθέμενη αριστοκρατική του καταγωγή. Όταν επιτέλους βρίσκει το θάρρος και ετοιμάζεται ψυχολογικά να ομολογήσει την αλήθεια, εμφανίζεται μια πανέμορφη κοπέλα, κόρη ενός προύχοντα της πόλης, την οποία και ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Προσωρινά, όλα φαίνεται να πηγαίνουν κατ’ ευχήν και επίκειται ο γάμος τους, όταν ένας ερωτικός του αντίζηλος, που η κοπέλα τον έχει απορρίψει, αποκαλύπτει την απάτη, παρουσιάζοντας τον ραφτάκο σαν έναν τυχοδιώκτη. Ωστόσο, όπως συμβαίνει στα παραμύθια αλλά και τα ρομάντσα, ο έρωτας στο τέλος θριαμβεύει και μαζί επαληθεύεται το ρητό, “τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο”, αφού ο ραφτάκος γίνεται ένας μεγάλος και τρανός ράφτης.
Οι μελετητές έχουν εντάξει τη νουβέλα στο είδος της κωμωδίας παρεξηγήσεων. Και πράγματι, συμβαίνει σωρεία παρεξηγήσεων. Ωστόσο, το αποτέλεσμα δύσκολα θα χαρακτηριζόταν κωμωδία. Ο ανάλαφρα εύθυμος χαρακτήρας της αφήγησης, ενισχυμένος με ρομαντικά στοιχεία, δεν αποτελεί παρά το προπέτασμα για έναν βαθύτερο σκεπτικισμό. Σε ένα σημείο, προς το τέλος της νουβέλας, ο αφηγητής ξιφουλκεί εναντίον της τότε κρατούσας κοινωνικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικά γράφει:
«Όταν ένας ηγεμόνας κατακτά μια χώρα και τον λαό της· όταν ένας ιερέας κηρύττει το δόγμα της Εκκλησίας του δίχως πειθώ, αλλά τρώει με αξιοπρέπεια τις προσόδους που του αποφέρει το αξίωμά του· όταν ένας ξιπασμένος δάσκαλος κατέχει και απολαμβάνει τις τιμές και τα πλεονεκτήματα ενός υψηλού διδασκαλικού αξιώματος, δίχως να ’χει την παραμικρή ιδέα για το μεγαλείο της επιστήμης του ή δίχως να προσπαθεί να την προάγει έστω και στο ελάχιστο· όταν ένας καλλιτέχνης δίχως αρετή, με επιπόλαια έργα και κούφια τεχνάσματα, γίνεται της μόδας και κλέβει ψωμί και δόξα από τον αληθινό δουλευτή· ή όταν ένας μπαγαπόντης, ο οποίος κληρονόμησε ή απέκτησε με απάτη το όνομα κάποιου μεγάλου εμπόρου, αποσπά από χιλιάδες ανθρώπους τις αποταμιεύσεις τους, ακόμη και τις οικονομίες τους για μια έκτακτη ανάγκη, εξαιτίας της μωρίας και της ασυνειδησίας του, τότε όλοι αυτοί δεν κλαίνε για τους εαυτούς τους, παρά χαίρονται την ευημερία τους και δεν μένουν ούτε ένα βράδυ χωρίς διασκεδαστική συντροφιά και καλούς φίλους.
Ο ράφτης μας, όμως, έκλαψε πικρά για τον εαυτό του...».
Κατά την προσφιλή τους συνήθεια, οι μελετητές εντοπίζουν στη νουβέλα πλείστα όσα δάνεια από λογοτεχνικά βιβλία αλλά και από πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στις βιογραφίες του συγγραφέα. Υποστηρίζεται πως τη νουβέλα θα πρέπει να την έγραφε ή, μάλλον ακριβέστερα, να την μαγείρευε για αρκετά χρόνια. Πάντως, οι αναφορές του αφηγητή στην έκρυθμη πολιτική κατάσταση της Πολωνίας εντοπίζουν την τελική γραφή στα χρόνια 1863-65, όταν ο Κέλλερ συμμετείχε ως γραμματέας στην «Ελβετική Επιτροπή για την Πολωνία». Ήταν μια πολιτική και ανθρωπιστική οργάνωση για την παροχή βοήθειας κατά την επανάσταση, που ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1863, με αίτημα την ενοποίηση της χώρας. Εκτός από τις αναφορές στην Πολωνία, στην αφήγηση διακρίνεται κριτική διάθεση για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση στη χώρα του, όπου έχει ήδη αρχίσει να επικρατεί η θεοποίηση του χρήματος.
Ο Κέλλερ επιλέγει για τα πρόσωπα και τους τόπους δίσημες ονομασίες, παραπέμποντας, μέσω της δευτερεύουσας σημασίας, στις πολλαπλές διαστάσεις της ίδιας της πραγματικότητας. Για τον ίδιο ακριβώς σκοπό, επιστρατεύει τα μέσα της ποίησης, όπως η εκτεταμένη εικονοποιία και οι μεταφορές, όταν περιγράφει στις ιστορίες του ρεαλιστικές καταστάσεις. Γι αυτό και το έργο του εντάσσεται στον γερμανικό ποιητικό ρεαλισμό, από τον οποίο δέχεται επιδράσεις και ο Βιζυηνός. Επίσης, ο Κέλλερ στήνει συχνά σκηνές, εμπνευσμένες από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, κυρίως τον ομηρικό, όπως, στη νουβέλα, την αρπαγή της ωραίας Νέτχεν (αν και το ωραία περιττεύει, αφού το όνομά της σημαίνει, η ομορφούλα), που απειλεί να οδηγήσει σε έναν νέο τρωικό πόλεμο. Σε αυτές τις περιγραφές, ο Κέλλερ δίνει τη μορφή παρωδίας, χωρίς, ωστόσο, το παραμικρό στοιχείο χλευασμού, όπως εσφαλμένως σχολιάζεται στην εισαγωγή. Έτσι κι αλλιώς, η χλεύη δεν ταιριάζει στους λεπταίσθητους αφηγηματικούς του τρόπους, πόσω μάλλον μια χλεύη στρεφόμενη εναντίον ενός υψηλού πρότυπου, όπως ήταν ο κόσμος του Ομήρου στην εποχή του Κέλλερ.
Από την άλλη, ο αμφίσημος αφηγηματικός τρόπος του Κέλλερ πιστεύουμε πως δυσχεραίνει το έργο του μεταφραστή. Το γεγονός ότι στη σειρά «Μεταφορές» η ελληνική απόδοση δημοσιεύεται αντικριστά με το πρωτότυπο, προσφέρει την ευχέρεια στον μεταφραστή, μεταξύ μιας πιστής και μιας ωραίας απόδοσης, κατά το γνωστό μεταφραστικό δίλημμα, να επιλέγει τη δεύτερη. Παρόλα αυτά, η Μαυρομμάτη προτίμησε μια κατά λέξη μετάφραση, καταλήγοντας, μερικές φορές, σε αδόκιμες στα ελληνικά εκφράσεις. Ύστερα, με αυτήν την τακτική, καίτοι ποιήτρια η ίδια, χάνει μέρος του πολύτιμου μετωνυμικού φορτίου της αφήγησης. Όπως και να έχει, αυτή είναι μια καλή αρχή για τον Κέλλερ στην ελληνική. Ελπίζουμε κάποια στιγμή να ακολουθήσει μια συλλογή ή ένα ανθολόγιο διηγημάτων.
Καλοδεχούμενο θα ήταν και το πρώτο μυθιστόρημα του Κέλλερ, που θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα διάπλασης, γραμμένο, στην πρώτη του μορφή, μισό περίπου αιώνα μετά το κορυφαίο μυθιστόρημα του είδους, «Τα χρόνια της μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ» του Γκαίτε. Με επιρροές από αυτό, το μυθιστόρημα του Κέλλερ τιτλοφορείται «Ο πράσινος Ερρίκος». Ανιστορεί τις περιπέτειες ενός έφηβου, που εγκαταλείπει το σπίτι του για να γίνει καλλιτέχνης. Ο τίτλος κυριολεκτεί μεν, αφού όλα τα ρούχα του είναι φτιαγμένα από το ένα και μοναδικό τόπι ύφασμα που έχει η μητέρα του, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει πως είναι ακόμη άγουρος, δηλαδή ανώριμος. Παρεμπιπτόντως, ενώ η μετάφραση της ξένης λογοτεχνίας βρίσκεται σε μόνιμη άνθηση, ίσως και σε βάρος της ελληνικής λογοτεχνίας, απουσιάζει μια κάποια ιεράρχηση στις επιλογές.
«Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο»
Εισαγωγή-Μετάφραση:
Εύη Μαυρομμάτη
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Σεπτέμβριος 2009
Ο δέκατος τέταρτος τόμος της σειράς «Μεταφορές», που διευθύνει ο Δημήτρης Αλεξάκης, παρουσιάζει τον εκλεκτό διηγηματογράφο Γκότφρηντ Κέλλερ. Πρόκειται για έναν γερμανόφωνο πεζογράφο του 19ου αιώνα, που, όπως φαίνεται, παρέμεινε μέχρι σήμερα αμετάφραστος στα ελληνικά. Γεγονός που προκαλεί έκπληξη, δεδομένης της εξέχουσας θέσης που κατέχει στη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Στη βιβλιογραφία, που παρατίθεται στο τομίδιο, δεν αναφέρονται αυτοτελείς εκδόσεις των βιβλίων του στα ελληνικά. Ούτε καν κάποια μετάφραση διηγήματός του σε περιοδικό του 19ου ή του 20ου αιώνα. Επίσης, δεν δίνεται καμία παραπομπή σε μελέτη έλληνα συγγραφέα ή και μεταφρασμένη ξένου, που να αναφέρεται στον Κέλλερ και το έργο του. Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, αν οι υπεύθυνοι της παρούσας έκδοσης έκαναν την ανάλογη έρευνα. Η μοναδική παραπομπή της βιβλιογραφίας σε ελληνική πηγή είναι το λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. Όσο αφορά, όμως, τις εγκυκλοπαίδειες, ο Κέλλερ είναι σε όλες καταχωρισμένος με ένα, θα λέγαμε, ικανοποιητικό λήμμα, το οποίο, κατά κανόνα, συνοδεύεται από φωτογραφία. Όσο, μάλιστα, παλαιότερη είναι η εγκυκλοπαίδεια, τόσο μεγαλύτερη έκταση δίνεται στο αντίστοιχο λήμμα. Επίσης, μνημονεύεται με λίγες αράδες στην τρίτομη Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (Εκδόσεις Σοκόλη). Η θέση, όμως, που κατέχει ο Κέλλερ στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, φαίνεται στον τρόπο που τον αναφέρει ο γερμανός ιστορικός της λογοτεχνίας Έριχ Άουερμπαχ στη μελέτη του «Μίμησις», που μεταφράστηκε στα ελληνικά προ τετραετίας.
Ο Κέλλερ γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1819, όπου και πέθανε το 1890. Κάποια χαρακτηριστικά του βίου του θυμίζουν τον Γεώργιο Βιζυηνό. Ο Κέλλερ, όπως ο Βιζυηνός, ξεκίνησε ως ποιητής για να εξελιχθεί σε σημαντικό πεζογράφο. Ο Βιζυηνός μπόρεσε να σπουδάσει στη Γοτίγγη της Γερμανίας χάρις στον τραπεζίτη Γεώργιο Ζαρίφη. Αντίστοιχα ο Κέλλερ, κι εκείνος από φτωχή οικογένεια, χάρις στον γερμανό πολιτικό πρόσφυγα στην Ζυρίχη, Άντολφ Λούντβιχ Φόλεν, έναν μαικήνα των γερμανικών γραμμάτων, μπόρεσε να εκδώσει τα ποιήματά του, εξασφαλίζοντας, τελικά, μια υποτροφία για σπουδές στην Χαϊδελβέργη. Ο Κέλλερ θεωρείται εθνικός συγγραφέας της γερμανόφωνης Ελβετίας, μόνο που σήμερα το έργο του έχει παραγκωνιστεί από τα έργα των συμπατριωτών του, Μαξ Φρις και Φρήντριχ Ντύρρενματ, οι οποίοι έζησαν έναν αιώνα μετά από αυτόν, καλύπτοντας όλο το άνοιγμα του 20ου αιώνα, όπως εκείνος του 19ου.
Η Εύη Μαυρομμάτη, που εξελίσσεται σε μια συστηματική μεταφράστρια από τα γερμανικά, παραθέτει εμπεριστατωμένη εισαγωγή και ένα λεπτομερές χρονολόγιο, το οποίο αναδεικνύεται περαιτέρω χάρις στην τυπογραφική επιμέλεια. Απορούμε, μόνο, γιατί, σε έναν γερμανόφωνο συγγραφέα, δίνει αμιγώς αγγλική βιβλιογραφία. Όπως και να έχει, από το σύνολο του έργου του, το οποίο ο ίδιος πρόλαβε να εκδώσει σε δέκα τόμους τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, η Μαυρομμάτη επιλέγει ένα μεγάλο διήγημα από το δεύτερο μέρος της συλλογής, «Οι άνθρωποι της Ζελντβίλα», που εκδόθηκε, για πρώτη φορά, το 1874. Οι μελετητές του Κέλλερ το συγκαταλέγουν στα επίλεκτα, μαζί με δύο άλλα διηγήματα της ίδιας συλλογής, το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα στο χωριό» και το «Οι τρεις δίκαιοι κτενοποιοί». Μάλιστα, στην υπόθεση του συγκεκριμένου διηγήματος, στηρίχτηκαν, μέσα στον 20ο αιώνα, δυο ταινίες, μια τηλεταινία και επίσης, δυο όπερες.
Το εν λόγω διήγημα, όπως, άλλωστε, και τα περισσότερα του Κέλλερ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νουβέλα. Κι αυτό, όχι μόνο λόγω της έκτασής του, αλλά και γιατί επικεντρώνεται στην ψυχογράφηση του κεντρικού ήρωα, σκιαγραφώντας, ταυτόχρονα, την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής που γράφτηκε. Από την άλλη, ολόκληρη η νουβέλα θα μπορούσε να διαβαστεί σαν ένα παράδειγμα της ισχύος κατά τον πρώιμο καπιταλισμό του ρητού “τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο”. Ένα ρητό, που φτάνει να ισχύει με ακόμη μεγαλύτερη επίταση μέχρι σήμερα. Ο τίτλος θυμίζει την ελληνική ρήση, “τα ράσα δεν κάνουν τον παππά”, το οποίο υπογραμμίζει πως η πραγματική αξία κάποιου δεν σταθμίζεται από την εξωτερική του εικόνα αλλά έγκειται στην ποιότητα του χαρακτήρα του. Με την αντιστροφή της ρήσης εμφατικά στον τίτλο, ο Κέλλερ αποκαλύπτει εξαρχής το βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του, που είναι η ειρωνεία. Αυτή είναι που τον φέρνει κοντά στον Ροΐδη, με μια, ωστόσο, ουσιαστική διαφορά. Η ροΐδειος ειρωνεία είναι καυστική, ενώ του Κέλλερ ξεκινά από μια περιπαικτική διάθεση, που φαιδρύνει τις αφηγήσεις του.
Σε γενικές γραμμές η υπόθεση της νουβέλας έχει ως εξής: Ένας ραφτάκος, κάλφας κατά το ελληνικότερο, μένει χωρίς δουλειά, όταν το αφεντικό του, ένας ράφτης της Ζελντβίλα, κηρύσσει πτώχευση. Απένταρος, μια κρύα μέρα του Νοέμβρη, τραβάει πεζή για τη γειτονική πόλη, την Γκόλνταχ. Ο Κέλλερ δεν προσδιορίζει ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο. Και οι δυο πόλεις, που αναφέρει, είναι επινοημένες. Η ονομασία της πρώτης παραπέμπει σε έναν χαρούμενο τόπο και της δεύτερης, στο χρυσό και τα πλούτη. Για να επανέλθουμε, όμως, στον ραφτάκο, αυτός έχει μια καλή συνήθεια. Αρέσκεται στο κομψό ντύσιμο, έστω κι αν έχει ένα μόνο κοστούμι και μια εντυπωσιακή μακριά μπέρτα. Όπως προϊδεάζει ο τίτλος, χάρις σε αυτά, πρώτα ένας αμαξάς στο δρόμο και μετά, οι κάτοικοι της γειτονικής πόλης, στην οποία φτάνει, τον θεωρούν για πολωνό αριστοκράτη. Στην παρεξήγηση συμβάλλει και το όνομά του, που είναι ένα γνήσιο πολωνικό όνομα. Κι αυτό, τελείως συμπτωματικά, αφού έρχεται από την περιοχή της Σιλεσίας, που, τον 19ο αιώνα, κατοικείται κυρίως από Γερμανούς. Όμως, ο ραφτάκος είναι ένας γνήσιος Σιλεσιανός. Φύσει δειλός, διστάζει να διαλύσει το μπέρδεμα, αποδεχόμενος τις περιποιήσεις, που αντιστοιχούν στην υποτιθέμενη αριστοκρατική του καταγωγή. Όταν επιτέλους βρίσκει το θάρρος και ετοιμάζεται ψυχολογικά να ομολογήσει την αλήθεια, εμφανίζεται μια πανέμορφη κοπέλα, κόρη ενός προύχοντα της πόλης, την οποία και ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Προσωρινά, όλα φαίνεται να πηγαίνουν κατ’ ευχήν και επίκειται ο γάμος τους, όταν ένας ερωτικός του αντίζηλος, που η κοπέλα τον έχει απορρίψει, αποκαλύπτει την απάτη, παρουσιάζοντας τον ραφτάκο σαν έναν τυχοδιώκτη. Ωστόσο, όπως συμβαίνει στα παραμύθια αλλά και τα ρομάντσα, ο έρωτας στο τέλος θριαμβεύει και μαζί επαληθεύεται το ρητό, “τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο”, αφού ο ραφτάκος γίνεται ένας μεγάλος και τρανός ράφτης.
Οι μελετητές έχουν εντάξει τη νουβέλα στο είδος της κωμωδίας παρεξηγήσεων. Και πράγματι, συμβαίνει σωρεία παρεξηγήσεων. Ωστόσο, το αποτέλεσμα δύσκολα θα χαρακτηριζόταν κωμωδία. Ο ανάλαφρα εύθυμος χαρακτήρας της αφήγησης, ενισχυμένος με ρομαντικά στοιχεία, δεν αποτελεί παρά το προπέτασμα για έναν βαθύτερο σκεπτικισμό. Σε ένα σημείο, προς το τέλος της νουβέλας, ο αφηγητής ξιφουλκεί εναντίον της τότε κρατούσας κοινωνικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικά γράφει:
«Όταν ένας ηγεμόνας κατακτά μια χώρα και τον λαό της· όταν ένας ιερέας κηρύττει το δόγμα της Εκκλησίας του δίχως πειθώ, αλλά τρώει με αξιοπρέπεια τις προσόδους που του αποφέρει το αξίωμά του· όταν ένας ξιπασμένος δάσκαλος κατέχει και απολαμβάνει τις τιμές και τα πλεονεκτήματα ενός υψηλού διδασκαλικού αξιώματος, δίχως να ’χει την παραμικρή ιδέα για το μεγαλείο της επιστήμης του ή δίχως να προσπαθεί να την προάγει έστω και στο ελάχιστο· όταν ένας καλλιτέχνης δίχως αρετή, με επιπόλαια έργα και κούφια τεχνάσματα, γίνεται της μόδας και κλέβει ψωμί και δόξα από τον αληθινό δουλευτή· ή όταν ένας μπαγαπόντης, ο οποίος κληρονόμησε ή απέκτησε με απάτη το όνομα κάποιου μεγάλου εμπόρου, αποσπά από χιλιάδες ανθρώπους τις αποταμιεύσεις τους, ακόμη και τις οικονομίες τους για μια έκτακτη ανάγκη, εξαιτίας της μωρίας και της ασυνειδησίας του, τότε όλοι αυτοί δεν κλαίνε για τους εαυτούς τους, παρά χαίρονται την ευημερία τους και δεν μένουν ούτε ένα βράδυ χωρίς διασκεδαστική συντροφιά και καλούς φίλους.
Ο ράφτης μας, όμως, έκλαψε πικρά για τον εαυτό του...».
Κατά την προσφιλή τους συνήθεια, οι μελετητές εντοπίζουν στη νουβέλα πλείστα όσα δάνεια από λογοτεχνικά βιβλία αλλά και από πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στις βιογραφίες του συγγραφέα. Υποστηρίζεται πως τη νουβέλα θα πρέπει να την έγραφε ή, μάλλον ακριβέστερα, να την μαγείρευε για αρκετά χρόνια. Πάντως, οι αναφορές του αφηγητή στην έκρυθμη πολιτική κατάσταση της Πολωνίας εντοπίζουν την τελική γραφή στα χρόνια 1863-65, όταν ο Κέλλερ συμμετείχε ως γραμματέας στην «Ελβετική Επιτροπή για την Πολωνία». Ήταν μια πολιτική και ανθρωπιστική οργάνωση για την παροχή βοήθειας κατά την επανάσταση, που ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1863, με αίτημα την ενοποίηση της χώρας. Εκτός από τις αναφορές στην Πολωνία, στην αφήγηση διακρίνεται κριτική διάθεση για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση στη χώρα του, όπου έχει ήδη αρχίσει να επικρατεί η θεοποίηση του χρήματος.
Ο Κέλλερ επιλέγει για τα πρόσωπα και τους τόπους δίσημες ονομασίες, παραπέμποντας, μέσω της δευτερεύουσας σημασίας, στις πολλαπλές διαστάσεις της ίδιας της πραγματικότητας. Για τον ίδιο ακριβώς σκοπό, επιστρατεύει τα μέσα της ποίησης, όπως η εκτεταμένη εικονοποιία και οι μεταφορές, όταν περιγράφει στις ιστορίες του ρεαλιστικές καταστάσεις. Γι αυτό και το έργο του εντάσσεται στον γερμανικό ποιητικό ρεαλισμό, από τον οποίο δέχεται επιδράσεις και ο Βιζυηνός. Επίσης, ο Κέλλερ στήνει συχνά σκηνές, εμπνευσμένες από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, κυρίως τον ομηρικό, όπως, στη νουβέλα, την αρπαγή της ωραίας Νέτχεν (αν και το ωραία περιττεύει, αφού το όνομά της σημαίνει, η ομορφούλα), που απειλεί να οδηγήσει σε έναν νέο τρωικό πόλεμο. Σε αυτές τις περιγραφές, ο Κέλλερ δίνει τη μορφή παρωδίας, χωρίς, ωστόσο, το παραμικρό στοιχείο χλευασμού, όπως εσφαλμένως σχολιάζεται στην εισαγωγή. Έτσι κι αλλιώς, η χλεύη δεν ταιριάζει στους λεπταίσθητους αφηγηματικούς του τρόπους, πόσω μάλλον μια χλεύη στρεφόμενη εναντίον ενός υψηλού πρότυπου, όπως ήταν ο κόσμος του Ομήρου στην εποχή του Κέλλερ.
Από την άλλη, ο αμφίσημος αφηγηματικός τρόπος του Κέλλερ πιστεύουμε πως δυσχεραίνει το έργο του μεταφραστή. Το γεγονός ότι στη σειρά «Μεταφορές» η ελληνική απόδοση δημοσιεύεται αντικριστά με το πρωτότυπο, προσφέρει την ευχέρεια στον μεταφραστή, μεταξύ μιας πιστής και μιας ωραίας απόδοσης, κατά το γνωστό μεταφραστικό δίλημμα, να επιλέγει τη δεύτερη. Παρόλα αυτά, η Μαυρομμάτη προτίμησε μια κατά λέξη μετάφραση, καταλήγοντας, μερικές φορές, σε αδόκιμες στα ελληνικά εκφράσεις. Ύστερα, με αυτήν την τακτική, καίτοι ποιήτρια η ίδια, χάνει μέρος του πολύτιμου μετωνυμικού φορτίου της αφήγησης. Όπως και να έχει, αυτή είναι μια καλή αρχή για τον Κέλλερ στην ελληνική. Ελπίζουμε κάποια στιγμή να ακολουθήσει μια συλλογή ή ένα ανθολόγιο διηγημάτων.
Καλοδεχούμενο θα ήταν και το πρώτο μυθιστόρημα του Κέλλερ, που θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα διάπλασης, γραμμένο, στην πρώτη του μορφή, μισό περίπου αιώνα μετά το κορυφαίο μυθιστόρημα του είδους, «Τα χρόνια της μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ» του Γκαίτε. Με επιρροές από αυτό, το μυθιστόρημα του Κέλλερ τιτλοφορείται «Ο πράσινος Ερρίκος». Ανιστορεί τις περιπέτειες ενός έφηβου, που εγκαταλείπει το σπίτι του για να γίνει καλλιτέχνης. Ο τίτλος κυριολεκτεί μεν, αφού όλα τα ρούχα του είναι φτιαγμένα από το ένα και μοναδικό τόπι ύφασμα που έχει η μητέρα του, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει πως είναι ακόμη άγουρος, δηλαδή ανώριμος. Παρεμπιπτόντως, ενώ η μετάφραση της ξένης λογοτεχνίας βρίσκεται σε μόνιμη άνθηση, ίσως και σε βάρος της ελληνικής λογοτεχνίας, απουσιάζει μια κάποια ιεράρχηση στις επιλογές.
Μ. Θεοδοσοπούλου
ΥΓ: Στον ουρανό γυρεύαμε ένα πεζό του Κέλλερ μεταφρασμένο στα ελληνικά και στην «Εποχή» το βρήκαμε. Μας το επεσήμανε ο αυτουργός, δηλαδή ο μεταφραστής του, ο σύντροφος Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Πρόκειται για το διήγημα, «Η Παρθένος και ο Διάβολος», από την τελευταία συλλογή του Κέλλερ, «Επτά Θρύλοι», που εκδόθηκε το 1872. Δημοσιεύτηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2001, με σύντομο πρόλογο του Παρασκευόπουλου.
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009
Γιατί σιωπώ...
Στο τρέχον τεύχος του περιοδικού «Νέα Εστία» (αρ. 1826, Οκτώβριος 2009), δημοσιεύεται πολυσέλιδο κείμενο, υπό μορφή επιστολής προς τον διευθυντή του περιοδικού. Υπογράφεται από τον άγνωστο σε εμάς Βάγιο Λαγενά. Ο επιστολογράφος συστήνεται ως φιλόλογος, συνταξιούχος καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, γεννηθείς το 1925 στα Βραστά, τα σημερινά Βράσταμα, Χαλκιδικής. Δηλώνει κάτοικος Πολύγυρου, όπου και εξέδωσε προ τριετίας το τελευταίο βιβλίο του, «Ισλανδικά Κένινγ και Ωδαί. Ο Ανδρέας Κάλβος αναγνώστης της Βορείου Ευρωπαϊκής Ποιήσεως». Ωστόσο, δια της επιστολής του, δεν διαμαρτύρεται για την μη παρουσίαση της μελέτης του, όπως θα είχε κάθε δικαίωμα, δεδομένου ότι ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στο πάντοτε φλέγον θέμα του Κάλβου. Αν ο γηραιός φιλόλογος καταγγέλλει την αδιαφορία της κριτικής, όχι μόνο του περιοδικού αλλά και ολόκληρου του λογοτεχνικού χώρου, δεν το κάνει για το προσωπικό του συμφέρον αλλά για την επίτομη έκδοση των «Ποιημάτων» τού προσφιλούς του ποιητή Ηλία Λάγιου. Την αδιαφορία αυτή την θεωρεί εντελώς αδικαιολόγητη, όταν, μάλιστα, ο εκδοτικός οίκος που στέγασε τα «Ποιήματα» δεν είναι ο τυχών, αλλά εκείνος των δυο ελληνικών νόμπελ. Γεγονός που σημαίνει πως τέσσερα μόλις χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή, σε ηλικία 47 ετών, το έργο του, που πολλοί θεωρούν ως άνισο και προσώρας ανεπαρκώς μελετημένο, αναγνωρίζεται και τοποθετείται “δίπλα στα διαχρονικά ποιητικά αριστουργήματα των μεγαλυτέρων Ελλήνων ποιητών”, όπως τονίζει.
Πάντως, η έκφραση της αγανάκτησής του αποτελεί μόνο τον πρόλογο της επιστολής. Όπως σπεύδει να διευκρινίσει, ο δικός του στόχος είναι να σώσει τη φήμη του κριτικού Ηλία Λάγιου, την οποία αμαύρωσε “ένα τεράστιο φιλολογικό λάθος”. Συγκεκριμένα, ο Λάγιος, σε παλαιότερο δημοσίευμά του (περιοδικό «Ωλήν», τχ. 4, Απρίλιος-Μάιος 1981), εξαίρει την ποιήτρια Φιλησία Στάθη, στηρίζοντας την εκτίμησή του σε μόλις τρία ποιήματά της, που εντόπισε σε δύο τεύχη της «Νέας Εστίας» του 1951. Πρόσφατα, “νεαρός ελληνιστής”, ονόματι Αριστοτέλης Σαΐνης, σε άρθρο του (περιοδικό «Πόρφυρας», τχ. 130, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009), σχολιάζοντας, παρεμπιπτόντως, το πρώιμο έργο του Λάγιου, αναφέρεται στην εν λόγω ποιήτρια ως πρόσωπο επινοημένο από τον ποιητή, τοποθετώντας την δίπλα στα άλλα δυο γνωστά προσωπεία του Λάγιου, τον Αλέξη Φωκά και τον Γεράσιμο Σπανοδημητρακόπουλο.
Ο γηραιός φιλόλογος καταφέρεται εναντίον “σύσσωμης της κριτικής, τόσο της πανεπιστημιακής όσο και της αριστερής ή ελευθέρας σκοπεύσεως”, γιατί παρέμεινε βουβή προ αυτού “του ανιστόρητου φιλολογικού ολισθήματος”. Παρατάσσει κατά σειρά, υπό την μορφή ρητορικών ερωτημάτων, τα ονόματα των, κατά την κρίση του, δόκιμων κριτικών, που σιώπησαν. Και μάλιστα, χωρίς τα βαφτιστικά τους ονόματα, δείγμα απαξιωτικής οικειότητας. Παραδόξως εξαιρεί τον γνωστό φιλόλογο και επιστήθιο φίλο τού ποιητή, Νάσο Βαγενά. Απορούμε, δεν έχει φτάσει μέχρι τις πλαγιές του Χολομώντα, το κύρος των επιφυλλίδων “του ένδοξου πανεπιστημιακού Αθανασίου Βαγενά”, όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί σε άλλο σημείο της επιστολής του; Δεν θα αρκούσε άραγε ένα από τα μηνιαία, ημισελίδια κείμενα τού εν λόγω πανεπιστημιακού για να γνωρίσει το πανελλήνιο “τα λάγια ποιήματα” και ταυτόχρονα, το μοναδικό κριτικό αισθητήριο του αποθανόντος ποιητή, όπως περίτρανα το επέδειξε στην περίπτωση της αφανούς Φιλησίας Στάθη;
Προχωράει, όμως, ακόμη περισσότερο στις επικρίσεις του ο γηραιός φιλόλογος, κατηγορώντας τους κριτικούς πως δεν διαβάζουν τα λογοτεχνικά περιοδικά και πως, αν τυχόν τα διαβάζουν, δεν τα καταλαβαίνουν. Είτε πρόκειται για το βραχύβιο «Ωλήν» είτε για ένα αξιόλογο περιοδικό λόγου και τέχνης, όπως χαρακτηρίζει τον κερκυραϊκό «Πόρφυρα». Παρεμπιπτόντως, απορούμε πως ένας τόσο προσεκτικός φιλόλογος αναφέρει ως διευθυντή του περιοδικού τον Θεοδόση Πυλαρινό αντί των ανέκαθεν εκδοτών και διευθυντών του, Δημήτρη Κονιδάρη και Περικλή Παγκράτη. Μπορεί ο Πυλαρινός να είναι “σεβαστός καθηγητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο”, όπως τον παρουσιάζει, στο περιοδικό, ωστόσο, επέχει θέση μόνο συμβούλου έκδοσης.
Ας περιοριστούμε, όμως, στο σημείο της επιστολής, που μας θίγει προσωπικά. Στους έγκριτους κριτικούς, παραδόξως, περιλαμβάνει και εμάς, παρόλο που η παρουσία μας περιορίζεται σε δυο έντυπα, τα οποία δεν θα πρέπει να παρακολουθεί. Το ένα, λόγω μικρής κυκλοφορίας και το άλλο, λόγω του “χαρούμενου” χαρακτήρα του, όπως κάπου παρατηρεί, το οποίο πρέπει να απωθεί ένα σοβαρό φιλόλογο του δικού του αναστήματος. Ίσως πάλι, να γνωρίζει την κριτική μας παρουσία από την παλαιότερη συνεργασία μας στις βιβλιοφιλικές σελίδες του «Βήματος», όπως θαυμαστικά τις χαρακτηρίζει. Αν και το πιθανότερο είναι να επεσήμανε την παρουσία μας χάρις στις ευάριθμες βιβλιοπαρουσιάσεις, που είχαμε την ευκαιρία να δημοσιεύσουμε στη «Νέα Εστία», την οποία και θεωρεί την κορωνίδα των λογοτεχνικών περιοδικών.
Ειδικά, εμάς, ο γηραιός λόγιος μας εγκαλεί με το ερώτημα: «Γιατί σιωπά η Θεοδοσοπούλου;» Άκρως προσβλητικό, καθόσον μεθερμηνευόμενο υπονοεί πως κάποιον καλύπτουμε δια της σιωπής μας. Όπου, εν προκειμένω, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για τον Αριστοτέλη Σαΐνη και στην χειρότερη περίπτωση, που δεν θέλουμε ούτε να την σκεφτούμε, για κάποιους σκοτεινούς κύκλους, που ζητούν να υποβαθμίσουν το έργο του πρόωρα χαμένου ποιητή. Να απαντήσουμε ευθαρσώς. Δεν γνωρίζουμε τον Αριστοτέλη Σαΐνη.
Μάλιστα ομολογούμε πως μέχρι πρότινος, λόγω του ονοματεπώνυμού του, που προσφέρεται για παρετυμολόγηση, θεωρούσαμε πως πρόκειται για ψευδώνυμο. Συγκεκριμένα, πιστεύαμε πως είναι ψευδώνυμο του γνωστού συγγραφέα και κριτικού Κώστα Βούλγαρη. Κι αυτό, γιατί συναντήσαμε για πρώτη φορά το όνομά του σε συναγωγή κειμένων για τον Γιάννη Πάνου, που είχε ετοιμάσει ο Βούλγαρης και όπου ο Σαΐνης υπέγραφε ως συντάκτης της βιβλιογραφίας. Εκεί, καταγράφονταν και δημοσιεύματα από το «Ex Libris» της «Εποχής», το οποίο ελάχιστοι παρακολουθούν. Μεταξύ αυτών, θέλουμε να πιστεύουμε και ο Βούλγαρης. Παραδόξως, ο γηραιός φιλόλογος δεν τον συγκαταλέγει στους έγκριτους κριτικούς, παρότι, μάλιστα, φέρεται και αυτός ως επιστήθιος φίλος του εκλιπόντος ποιητή. Όπως και να έχει, την αληθή ύπαρξη του Σαΐνη, την αντιληφθήκαμε, όταν έφθασε στα χέριά μας το επιβλητικό, σε όγκο και όχι μόνον, μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, «Γλαύκος Θρασάκης», του οποίου έχει την επιμέλεια.
Απομένει η άκρως δυσμενής για εμάς εκδοχή πως δεν διαβάζουμε γενικώς τα λογοτεχνικά περιοδικά και ειδικώς, τον «Πόρφυρα». Με άλλα λόγια, ότι ανήκουμε στη χορεία εκείνων, που συμφωνούν με την δημοσιογράφο Όλγα Σελλά, ειδική σε παντοία περί το βιβλίο θέματα, πως τα λογοτεχνικά περιοδικά, “με μεγάλη παράδοση και μεγάλη διαδρομή”, συνεχίζουν “ασθαίμοντας” μια “ανέμπνευστη πορεία”. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, το συγκεκριμένο τεύχος αποκλειόταν να μην το διαβάσουμε. Αρκεί να θυμίσουμε πως το 130ο τεύχος του «Πόρφυρα» συνιστά σταθμό στην εμπνευσμένη πορεία του περιοδικού, συγκρινόμενο μόνο με εκείνο του Κάλβου. Κι αυτό, γιατί είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο σε έναν “από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ’70, τον σπουδαίο θεωρητικό, πανεπιστημιακό δάσκαλο με πολυετή θητεία, ...έναν από τους βασικότερους παράγοντες της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας. Τον Νάσο Βαγενά.” Αυτά, σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα του τεύχους, που φέρει τον εμφατικό τίτλο, «Μία οφειλή». Ένα παρόμοιο αφιέρωμα δεν το διαβάζει κανείς, το ξεκοκαλίζει μέχρι του ύστατου, δέκατου τρίτου κειμένου, που είναι αυτό του Σαΐνη. Κι ας είναι το τρίτο στη σειρά, που ουσιαστικά καλύπτει στο ίδιο θέμα, δηλαδή αφορά ένα συγκεκριμένο βιβλίο του τιμώμενου ποιητή. Τότε, πώς συνέβη και δεν αντιληφθήκαμε την σύγχυση ενός υπαρκτού προσώπου, όπως η Φιλησία Στάθη, με τα δυο λάγια προσωπεία;
Μπορεί όντως να μην διαθέτουμε την απαιτούμενη φιλολογική σκευή, ώστε να κατανοούμε πάντοτε τι διαβάζουμε. Σε αυτό το σημείο, και όσο αφορά την περίπτωσή μας, δεν έχει άδικο ο γηραιός φιλόλογος. Ωστόσο, φιλοπερίεργοι όντες, σπεύσαμε να εξακριβώσουμε κατά πόσο είναι υπαρκτά τα ίχνη της Στάθη, που αναφέρει ο ποιητής. Και γι’ αυτό δεν χρειαζόταν μια πλήρης σειρά της μακρόβιας «Νέας Εστίας», όπως αυτή που φυλάσσεται στο Αρχοντικό των Γιατράδων και στην οποία κατέφυγε ο γηραιός φιλόλογος. Αρκούσαν τα ευρετήρια του περιοδικού, ένα θεάρεστο έργο ομάδας φοιτητών του καθηγητή Γεωργίου Ζώρα, το οποίο έγινε υπό την καθοδήγησή του. Άλλοι καιροί, λιγότερο ωφελιμιστικοί, τότε οι καθηγητές παρότρυναν τους μαθητές τους σε έργα γενικότερης χρησιμότητας. Έτσι εντοπίσαμε τα τρία ποιήματα της Φιλησίας Στάθη στους τόμους 49 και 50 του 1951. Ταυτόχρονα, και χωρίς την εργώδη προσπάθεια που κατέβαλε ο γηραιός φιλόλογος, εντοπίσαμε και το δικό του εύρημα. Ένα ακόμη ποίημα τής Στάθη, πάλι στη «Νέα Εστία», στον 18ο τόμο του 1935. Να παραδεχτούμε πως σε αυτό το σημείο είχαμε ενθουσιαστεί. Μέχρι, που, για μια στιγμή, μας πέρασε η ιδέα να δημοσιεύσουμε το εύρημά μας. Κατόπιν όμως ωριμότερης σκέψης, συνεχίσαμε να αναζητούμε κι άλλα ίχνη της ποιήτριας. Και πράγματι, εντοπίσαμε δυο ακόμη ποιήματά της, αυτή τη φορά, εκτός «Νέας Εστίας», τα οποία και παραθέτουμε. Όσο αφορά τα βιογραφικά της ποιήτριας, γνωρίζαμε κάποια στοιχεία για την πατρική της οικογένεια. Μέχρι που διαβάσαμε στην επιστολή του συνταξιούχου φιλόλογου ότι η Φιλησία Στάθη είναι η σύζυγος του Παντελή Πουλιόπουλου.
Ο γηραιός λόγιος δράττεται της ευκαιρίας και μακρηγορεί για “την ευγενική πολιτική φυσιογνωμία του πρωτοπόρου και διανοούμενου”, όπως αποκαλεί τον Πουλιόπουλο. Εμφανίζεται, μάλιστα, εξαιρετικά ενημερωμένος γύρω από το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα και δη, στις πλέον αθέατες πτυχές του. Από την άλλη, λόγω και ηλικίας, αναμενόμενος είναι ο λανθάνων αντικομμουνισμός του, καθώς και η παντελής αποσιώπηση των θέσεων, που υπερασπίστηκε ο Πουλιόπουλος στη δεκαετία του ’20, αφού αφορούν καυτά μέχρι σήμερα εθνικά ζητήματα. Παρεμπιπτόντως, να σημειώσουμε ότι ο Πουλιόπουλος δεν ανέλαβε, απλώς, την ηγεσία του ΚΚΕ για ένα μικρό διάστημα, το 1924, όπως διατυπώνεται στην επιστολή. Υπήρξε ο πρώτος γραμματέας του Κόμματος. Κατέχει αυτόν τον ιστορικά σημαίνοντα τίτλο, δεδομένου ότι εκλέχτηκε, Σεπτέμβριο 1923, στο 3ο έκτακτο συνέδριο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), κατά το οποίο ο εν λόγω κομματικός σχηματισμός εντάχθηκε στην Κουμουνιστική Διεθνή και μετονομάστηκε σε Κουμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Παρέμεινε στη θέση του γραμματέα μέχρι το 3ο Τακτικό Συνέδριο, Μάρτιο 1927, οπότε και απομακρύνθηκε. Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος του Νίκου Ζαχαριάδη, γεννηθείς στη Θήβα στις 10 Μαρτίου 1900, και εκτελέστηκε στις 6 Ιουνίου 1943, τριάντα χρόνια πριν τον άδοξο θάνατο (αυτοκτονία;) του Ζαχαριάδη.
Σε αυτό το σημείο, θα θέλαμε να επισημάνουμε το πρόβλημα που δημιουργεί το βαφτιστικό όνομα της συζύγου του Πουλιόπουλου. Είναι Φιλήσια, όπως το βρίσκουμε σε όλες τις πηγές, ή Φιλησία, καθώς το παρατόνισε ο Λάγιος και το κράτησαν ο Σαΐνης και ο επιστολογράφος; Ο γηραιός φιλόλογος θα πρέπει να καταλήξει, αφού, όπως αποκαλύπτει, έχει σχεδόν έτοιμη “ανθολογία Ελλήνων αφανών ποιητών του 20ου αιώνα”. Συμπληρώνοντας το λήμμα της Φιλησίας Στάθη, καλό θα ήταν να τσεκάρει και την καταγωγή της. Νησιώτισσα μεν, αλλά όχι από την Νάξο. Με την ευκαιρία επισημαίνουμε και δυο λανθασμένες αναφορές στην επιστολή (πιθανώς, τυπογραφικά σφάλματα): το “μίνι” αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» στον Ηλία Λάγιο βρίσκεται στον τόμο 164 (και όχι στον 64) και η κριτική για το βιβλίο του Κώστα Παπαχρίστου, «Ο άγνωστος Παπαδιαμάντης», από τον παππού του ποιητή, Ηλία Λάγιο (όπως ο εγγονός του, ούτε εκείνος παρέθετε το αρχικό του πατρώνυμου) δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία», στις 15 Απριλίου 1947 (και όχι τον Αύγουστο). Τέλος, ας μας επιτραπεί να παρατηρήσουμε πως η αναφορά στον Αλέξανδρο Αργυρίου, με τον προσδιορισμό, ο πάλαι ποτέ Αλέξανδρος Αργυρίου, είναι τουλάχιστον άκομψη. Ελπίζουμε, όμως, να έχουμε την ευκαιρία μιας δια ζώσης συζήτησης μαζί του μεθαύριο κατά την παρουσίαση των “λάγιων ποιημάτων” στο Μουσείο Μπενάκη. Πολύ μας έθλιψε που δεν θα τον παρουσιάσει ο υπουργός Πολιτισμού, όπως είχε ακουστεί, ούτε καν ο πανεπιστημιακός και επιστήθιος φίλος του Νάσος Βαγενάς. Αντ’ αυτών, θα μιλήσουν δυο ποιητές, ο Κώστας Κουτσουρέλης και ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, με πρώτο ομιλητή, τον Αριστοτέλη Σαΐνη. Το πιθανότερο, οι διοργανωτές να μην ενημερώθηκαν για την επιστολή. Πώς, όμως, είναι δυνατόν, αφού ο Νάσος Βαγενάς, που συντονίζει την βραδιά, δημοσιεύει στις πρώτες σελίδες του ίδιου τεύχους μακριά ποιητική σύνθεση καλβικής εμπνεύσεως; Οι συγγραφείς, όμως, είναι τόσο υπέροχοι νάρκισσοι, που ολόκληρος ο κόσμος σβήνει μπροστά στο έργο τους. Δεν αποκλείεται ούτε καν να φυλλομέτρησε το υπόλοιπο τεύχος.
Πάντως, η έκφραση της αγανάκτησής του αποτελεί μόνο τον πρόλογο της επιστολής. Όπως σπεύδει να διευκρινίσει, ο δικός του στόχος είναι να σώσει τη φήμη του κριτικού Ηλία Λάγιου, την οποία αμαύρωσε “ένα τεράστιο φιλολογικό λάθος”. Συγκεκριμένα, ο Λάγιος, σε παλαιότερο δημοσίευμά του (περιοδικό «Ωλήν», τχ. 4, Απρίλιος-Μάιος 1981), εξαίρει την ποιήτρια Φιλησία Στάθη, στηρίζοντας την εκτίμησή του σε μόλις τρία ποιήματά της, που εντόπισε σε δύο τεύχη της «Νέας Εστίας» του 1951. Πρόσφατα, “νεαρός ελληνιστής”, ονόματι Αριστοτέλης Σαΐνης, σε άρθρο του (περιοδικό «Πόρφυρας», τχ. 130, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009), σχολιάζοντας, παρεμπιπτόντως, το πρώιμο έργο του Λάγιου, αναφέρεται στην εν λόγω ποιήτρια ως πρόσωπο επινοημένο από τον ποιητή, τοποθετώντας την δίπλα στα άλλα δυο γνωστά προσωπεία του Λάγιου, τον Αλέξη Φωκά και τον Γεράσιμο Σπανοδημητρακόπουλο.
Ο γηραιός φιλόλογος καταφέρεται εναντίον “σύσσωμης της κριτικής, τόσο της πανεπιστημιακής όσο και της αριστερής ή ελευθέρας σκοπεύσεως”, γιατί παρέμεινε βουβή προ αυτού “του ανιστόρητου φιλολογικού ολισθήματος”. Παρατάσσει κατά σειρά, υπό την μορφή ρητορικών ερωτημάτων, τα ονόματα των, κατά την κρίση του, δόκιμων κριτικών, που σιώπησαν. Και μάλιστα, χωρίς τα βαφτιστικά τους ονόματα, δείγμα απαξιωτικής οικειότητας. Παραδόξως εξαιρεί τον γνωστό φιλόλογο και επιστήθιο φίλο τού ποιητή, Νάσο Βαγενά. Απορούμε, δεν έχει φτάσει μέχρι τις πλαγιές του Χολομώντα, το κύρος των επιφυλλίδων “του ένδοξου πανεπιστημιακού Αθανασίου Βαγενά”, όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί σε άλλο σημείο της επιστολής του; Δεν θα αρκούσε άραγε ένα από τα μηνιαία, ημισελίδια κείμενα τού εν λόγω πανεπιστημιακού για να γνωρίσει το πανελλήνιο “τα λάγια ποιήματα” και ταυτόχρονα, το μοναδικό κριτικό αισθητήριο του αποθανόντος ποιητή, όπως περίτρανα το επέδειξε στην περίπτωση της αφανούς Φιλησίας Στάθη;
Προχωράει, όμως, ακόμη περισσότερο στις επικρίσεις του ο γηραιός φιλόλογος, κατηγορώντας τους κριτικούς πως δεν διαβάζουν τα λογοτεχνικά περιοδικά και πως, αν τυχόν τα διαβάζουν, δεν τα καταλαβαίνουν. Είτε πρόκειται για το βραχύβιο «Ωλήν» είτε για ένα αξιόλογο περιοδικό λόγου και τέχνης, όπως χαρακτηρίζει τον κερκυραϊκό «Πόρφυρα». Παρεμπιπτόντως, απορούμε πως ένας τόσο προσεκτικός φιλόλογος αναφέρει ως διευθυντή του περιοδικού τον Θεοδόση Πυλαρινό αντί των ανέκαθεν εκδοτών και διευθυντών του, Δημήτρη Κονιδάρη και Περικλή Παγκράτη. Μπορεί ο Πυλαρινός να είναι “σεβαστός καθηγητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο”, όπως τον παρουσιάζει, στο περιοδικό, ωστόσο, επέχει θέση μόνο συμβούλου έκδοσης.
Ας περιοριστούμε, όμως, στο σημείο της επιστολής, που μας θίγει προσωπικά. Στους έγκριτους κριτικούς, παραδόξως, περιλαμβάνει και εμάς, παρόλο που η παρουσία μας περιορίζεται σε δυο έντυπα, τα οποία δεν θα πρέπει να παρακολουθεί. Το ένα, λόγω μικρής κυκλοφορίας και το άλλο, λόγω του “χαρούμενου” χαρακτήρα του, όπως κάπου παρατηρεί, το οποίο πρέπει να απωθεί ένα σοβαρό φιλόλογο του δικού του αναστήματος. Ίσως πάλι, να γνωρίζει την κριτική μας παρουσία από την παλαιότερη συνεργασία μας στις βιβλιοφιλικές σελίδες του «Βήματος», όπως θαυμαστικά τις χαρακτηρίζει. Αν και το πιθανότερο είναι να επεσήμανε την παρουσία μας χάρις στις ευάριθμες βιβλιοπαρουσιάσεις, που είχαμε την ευκαιρία να δημοσιεύσουμε στη «Νέα Εστία», την οποία και θεωρεί την κορωνίδα των λογοτεχνικών περιοδικών.
Ειδικά, εμάς, ο γηραιός λόγιος μας εγκαλεί με το ερώτημα: «Γιατί σιωπά η Θεοδοσοπούλου;» Άκρως προσβλητικό, καθόσον μεθερμηνευόμενο υπονοεί πως κάποιον καλύπτουμε δια της σιωπής μας. Όπου, εν προκειμένω, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για τον Αριστοτέλη Σαΐνη και στην χειρότερη περίπτωση, που δεν θέλουμε ούτε να την σκεφτούμε, για κάποιους σκοτεινούς κύκλους, που ζητούν να υποβαθμίσουν το έργο του πρόωρα χαμένου ποιητή. Να απαντήσουμε ευθαρσώς. Δεν γνωρίζουμε τον Αριστοτέλη Σαΐνη.
Μάλιστα ομολογούμε πως μέχρι πρότινος, λόγω του ονοματεπώνυμού του, που προσφέρεται για παρετυμολόγηση, θεωρούσαμε πως πρόκειται για ψευδώνυμο. Συγκεκριμένα, πιστεύαμε πως είναι ψευδώνυμο του γνωστού συγγραφέα και κριτικού Κώστα Βούλγαρη. Κι αυτό, γιατί συναντήσαμε για πρώτη φορά το όνομά του σε συναγωγή κειμένων για τον Γιάννη Πάνου, που είχε ετοιμάσει ο Βούλγαρης και όπου ο Σαΐνης υπέγραφε ως συντάκτης της βιβλιογραφίας. Εκεί, καταγράφονταν και δημοσιεύματα από το «Ex Libris» της «Εποχής», το οποίο ελάχιστοι παρακολουθούν. Μεταξύ αυτών, θέλουμε να πιστεύουμε και ο Βούλγαρης. Παραδόξως, ο γηραιός φιλόλογος δεν τον συγκαταλέγει στους έγκριτους κριτικούς, παρότι, μάλιστα, φέρεται και αυτός ως επιστήθιος φίλος του εκλιπόντος ποιητή. Όπως και να έχει, την αληθή ύπαρξη του Σαΐνη, την αντιληφθήκαμε, όταν έφθασε στα χέριά μας το επιβλητικό, σε όγκο και όχι μόνον, μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, «Γλαύκος Θρασάκης», του οποίου έχει την επιμέλεια.
Απομένει η άκρως δυσμενής για εμάς εκδοχή πως δεν διαβάζουμε γενικώς τα λογοτεχνικά περιοδικά και ειδικώς, τον «Πόρφυρα». Με άλλα λόγια, ότι ανήκουμε στη χορεία εκείνων, που συμφωνούν με την δημοσιογράφο Όλγα Σελλά, ειδική σε παντοία περί το βιβλίο θέματα, πως τα λογοτεχνικά περιοδικά, “με μεγάλη παράδοση και μεγάλη διαδρομή”, συνεχίζουν “ασθαίμοντας” μια “ανέμπνευστη πορεία”. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, το συγκεκριμένο τεύχος αποκλειόταν να μην το διαβάσουμε. Αρκεί να θυμίσουμε πως το 130ο τεύχος του «Πόρφυρα» συνιστά σταθμό στην εμπνευσμένη πορεία του περιοδικού, συγκρινόμενο μόνο με εκείνο του Κάλβου. Κι αυτό, γιατί είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο σε έναν “από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ’70, τον σπουδαίο θεωρητικό, πανεπιστημιακό δάσκαλο με πολυετή θητεία, ...έναν από τους βασικότερους παράγοντες της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας. Τον Νάσο Βαγενά.” Αυτά, σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα του τεύχους, που φέρει τον εμφατικό τίτλο, «Μία οφειλή». Ένα παρόμοιο αφιέρωμα δεν το διαβάζει κανείς, το ξεκοκαλίζει μέχρι του ύστατου, δέκατου τρίτου κειμένου, που είναι αυτό του Σαΐνη. Κι ας είναι το τρίτο στη σειρά, που ουσιαστικά καλύπτει στο ίδιο θέμα, δηλαδή αφορά ένα συγκεκριμένο βιβλίο του τιμώμενου ποιητή. Τότε, πώς συνέβη και δεν αντιληφθήκαμε την σύγχυση ενός υπαρκτού προσώπου, όπως η Φιλησία Στάθη, με τα δυο λάγια προσωπεία;
Μπορεί όντως να μην διαθέτουμε την απαιτούμενη φιλολογική σκευή, ώστε να κατανοούμε πάντοτε τι διαβάζουμε. Σε αυτό το σημείο, και όσο αφορά την περίπτωσή μας, δεν έχει άδικο ο γηραιός φιλόλογος. Ωστόσο, φιλοπερίεργοι όντες, σπεύσαμε να εξακριβώσουμε κατά πόσο είναι υπαρκτά τα ίχνη της Στάθη, που αναφέρει ο ποιητής. Και γι’ αυτό δεν χρειαζόταν μια πλήρης σειρά της μακρόβιας «Νέας Εστίας», όπως αυτή που φυλάσσεται στο Αρχοντικό των Γιατράδων και στην οποία κατέφυγε ο γηραιός φιλόλογος. Αρκούσαν τα ευρετήρια του περιοδικού, ένα θεάρεστο έργο ομάδας φοιτητών του καθηγητή Γεωργίου Ζώρα, το οποίο έγινε υπό την καθοδήγησή του. Άλλοι καιροί, λιγότερο ωφελιμιστικοί, τότε οι καθηγητές παρότρυναν τους μαθητές τους σε έργα γενικότερης χρησιμότητας. Έτσι εντοπίσαμε τα τρία ποιήματα της Φιλησίας Στάθη στους τόμους 49 και 50 του 1951. Ταυτόχρονα, και χωρίς την εργώδη προσπάθεια που κατέβαλε ο γηραιός φιλόλογος, εντοπίσαμε και το δικό του εύρημα. Ένα ακόμη ποίημα τής Στάθη, πάλι στη «Νέα Εστία», στον 18ο τόμο του 1935. Να παραδεχτούμε πως σε αυτό το σημείο είχαμε ενθουσιαστεί. Μέχρι, που, για μια στιγμή, μας πέρασε η ιδέα να δημοσιεύσουμε το εύρημά μας. Κατόπιν όμως ωριμότερης σκέψης, συνεχίσαμε να αναζητούμε κι άλλα ίχνη της ποιήτριας. Και πράγματι, εντοπίσαμε δυο ακόμη ποιήματά της, αυτή τη φορά, εκτός «Νέας Εστίας», τα οποία και παραθέτουμε. Όσο αφορά τα βιογραφικά της ποιήτριας, γνωρίζαμε κάποια στοιχεία για την πατρική της οικογένεια. Μέχρι που διαβάσαμε στην επιστολή του συνταξιούχου φιλόλογου ότι η Φιλησία Στάθη είναι η σύζυγος του Παντελή Πουλιόπουλου.
Ο γηραιός λόγιος δράττεται της ευκαιρίας και μακρηγορεί για “την ευγενική πολιτική φυσιογνωμία του πρωτοπόρου και διανοούμενου”, όπως αποκαλεί τον Πουλιόπουλο. Εμφανίζεται, μάλιστα, εξαιρετικά ενημερωμένος γύρω από το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα και δη, στις πλέον αθέατες πτυχές του. Από την άλλη, λόγω και ηλικίας, αναμενόμενος είναι ο λανθάνων αντικομμουνισμός του, καθώς και η παντελής αποσιώπηση των θέσεων, που υπερασπίστηκε ο Πουλιόπουλος στη δεκαετία του ’20, αφού αφορούν καυτά μέχρι σήμερα εθνικά ζητήματα. Παρεμπιπτόντως, να σημειώσουμε ότι ο Πουλιόπουλος δεν ανέλαβε, απλώς, την ηγεσία του ΚΚΕ για ένα μικρό διάστημα, το 1924, όπως διατυπώνεται στην επιστολή. Υπήρξε ο πρώτος γραμματέας του Κόμματος. Κατέχει αυτόν τον ιστορικά σημαίνοντα τίτλο, δεδομένου ότι εκλέχτηκε, Σεπτέμβριο 1923, στο 3ο έκτακτο συνέδριο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), κατά το οποίο ο εν λόγω κομματικός σχηματισμός εντάχθηκε στην Κουμουνιστική Διεθνή και μετονομάστηκε σε Κουμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Παρέμεινε στη θέση του γραμματέα μέχρι το 3ο Τακτικό Συνέδριο, Μάρτιο 1927, οπότε και απομακρύνθηκε. Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος του Νίκου Ζαχαριάδη, γεννηθείς στη Θήβα στις 10 Μαρτίου 1900, και εκτελέστηκε στις 6 Ιουνίου 1943, τριάντα χρόνια πριν τον άδοξο θάνατο (αυτοκτονία;) του Ζαχαριάδη.
Σε αυτό το σημείο, θα θέλαμε να επισημάνουμε το πρόβλημα που δημιουργεί το βαφτιστικό όνομα της συζύγου του Πουλιόπουλου. Είναι Φιλήσια, όπως το βρίσκουμε σε όλες τις πηγές, ή Φιλησία, καθώς το παρατόνισε ο Λάγιος και το κράτησαν ο Σαΐνης και ο επιστολογράφος; Ο γηραιός φιλόλογος θα πρέπει να καταλήξει, αφού, όπως αποκαλύπτει, έχει σχεδόν έτοιμη “ανθολογία Ελλήνων αφανών ποιητών του 20ου αιώνα”. Συμπληρώνοντας το λήμμα της Φιλησίας Στάθη, καλό θα ήταν να τσεκάρει και την καταγωγή της. Νησιώτισσα μεν, αλλά όχι από την Νάξο. Με την ευκαιρία επισημαίνουμε και δυο λανθασμένες αναφορές στην επιστολή (πιθανώς, τυπογραφικά σφάλματα): το “μίνι” αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» στον Ηλία Λάγιο βρίσκεται στον τόμο 164 (και όχι στον 64) και η κριτική για το βιβλίο του Κώστα Παπαχρίστου, «Ο άγνωστος Παπαδιαμάντης», από τον παππού του ποιητή, Ηλία Λάγιο (όπως ο εγγονός του, ούτε εκείνος παρέθετε το αρχικό του πατρώνυμου) δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία», στις 15 Απριλίου 1947 (και όχι τον Αύγουστο). Τέλος, ας μας επιτραπεί να παρατηρήσουμε πως η αναφορά στον Αλέξανδρο Αργυρίου, με τον προσδιορισμό, ο πάλαι ποτέ Αλέξανδρος Αργυρίου, είναι τουλάχιστον άκομψη. Ελπίζουμε, όμως, να έχουμε την ευκαιρία μιας δια ζώσης συζήτησης μαζί του μεθαύριο κατά την παρουσίαση των “λάγιων ποιημάτων” στο Μουσείο Μπενάκη. Πολύ μας έθλιψε που δεν θα τον παρουσιάσει ο υπουργός Πολιτισμού, όπως είχε ακουστεί, ούτε καν ο πανεπιστημιακός και επιστήθιος φίλος του Νάσος Βαγενάς. Αντ’ αυτών, θα μιλήσουν δυο ποιητές, ο Κώστας Κουτσουρέλης και ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, με πρώτο ομιλητή, τον Αριστοτέλη Σαΐνη. Το πιθανότερο, οι διοργανωτές να μην ενημερώθηκαν για την επιστολή. Πώς, όμως, είναι δυνατόν, αφού ο Νάσος Βαγενάς, που συντονίζει την βραδιά, δημοσιεύει στις πρώτες σελίδες του ίδιου τεύχους μακριά ποιητική σύνθεση καλβικής εμπνεύσεως; Οι συγγραφείς, όμως, είναι τόσο υπέροχοι νάρκισσοι, που ολόκληρος ο κόσμος σβήνει μπροστά στο έργο τους. Δεν αποκλείεται ούτε καν να φυλλομέτρησε το υπόλοιπο τεύχος.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Λανθάνοντα ποιήματα της Φιλήσιας Στάθη
Σ’ ΑΓΑΠΩ
Σ’ αγαπώ.
και τ’ αντίκρυσμά σου
σαν το τρίμερο φεγγάρι
το χρυσό!
– Όνειρο ταξιδεμένο
στο γαλάζιον ουρανό
το μενεξεδένιο
δειλινό.
Σ’ αγαπώ
Και η θύμησή σου
στον καημό μου χάδι
τρυφερό φιλί.
Και στης έγνιας μου τη νύχτα
την πηχτή
τριανταφυλλένιο
της αυγής μαγνάδι.
Σ’ αγαπώ.
Και φτερά χιονάτα
λούλουδα κι’ αστέρια λαμπερά
–ξωτικό μπαλλέτο–
γύρω μου χορεύουν
όνειρα κι’ αγάπες
στο σκοπό
της καρδιάς μου τρέμουν.
Σ’ αγαπώ.
Σ’ αγαπώ.
και τ’ αντίκρυσμά σου
σαν το τρίμερο φεγγάρι
το χρυσό!
– Όνειρο ταξιδεμένο
στο γαλάζιον ουρανό
το μενεξεδένιο
δειλινό.
Σ’ αγαπώ
Και η θύμησή σου
στον καημό μου χάδι
τρυφερό φιλί.
Και στης έγνιας μου τη νύχτα
την πηχτή
τριανταφυλλένιο
της αυγής μαγνάδι.
Σ’ αγαπώ.
Και φτερά χιονάτα
λούλουδα κι’ αστέρια λαμπερά
–ξωτικό μπαλλέτο–
γύρω μου χορεύουν
όνειρα κι’ αγάπες
στο σκοπό
της καρδιάς μου τρέμουν.
Σ’ αγαπώ.
20 Μαΐου 1939
ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ
Στο παράθυρό μου
μια γαρουφαλιά
μέσα σε μια γλάστρα
λουλουδίζει.
Στο παράθυρό μου
χρυσαφένιο φως
στ’ ανοιχτό του τζάμι
παιχνιδίζει.
(Στης αγάπης το χρυσό κλουβί
η καρδιά μου τρέμει σα μικρό
πουλί)
Και την κάμαρά μου
με μοσχοβολιά
ο ανθός – μεθύσι
πλημμυρίζει.
Και την κάμαρά μου
ρόδο δειλινό
σαν παραμυθένια
χρωματίζει.
(Στου ονείρου τ’ άσπρο το φτερό
η καρδιά μου στήνει ξωτικό χορό).
Στο παράθυρό μου
μια γαρουφαλιά
μέσα σε μια γλάστρα
λουλουδίζει.
Στο παράθυρό μου
χρυσαφένιο φως
στ’ ανοιχτό του τζάμι
παιχνιδίζει.
(Στης αγάπης το χρυσό κλουβί
η καρδιά μου τρέμει σα μικρό
πουλί)
Και την κάμαρά μου
με μοσχοβολιά
ο ανθός – μεθύσι
πλημμυρίζει.
Και την κάμαρά μου
ρόδο δειλινό
σαν παραμυθένια
χρωματίζει.
(Στου ονείρου τ’ άσπρο το φτερό
η καρδιά μου στήνει ξωτικό χορό).
9 Δεκεμβρίου 1939
Περί εξωφύλλων...

Δυο βιβλία της φθινοπωρινής σοδειάς, που κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους, έχουν, κατά διαβολική σύμπτωση, παρεμφερή εξώφυλλα. Και τα δυο ανήκουν στην κατηγορία της ελληνικής πεζογραφίας. Το θέμα τους, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συγγενές, ώστε να δικαιολογεί την καταφανή ομοιότητα στα εξώφυλλα. Το μόνο κοινό τους σημείο είναι το ό,τι και στα δυο τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχει γυναίκα. Οπότε και δεν θα ξένιζε ένα εξώφυλλο σχεδιασμένο με βάση τη φωτογραφία μιας οποιασδήποτε θηλυκής ύπαρξης. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα δυο εξώφυλλα συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα στη βασική τους ιδέα. Και τα δυο δείχνουν μια γυναίκα, περίπου από το ύψος των γοφών και κάτω, σε κίνηση διστακτικού βηματισμού. Αυτό, ακριβώς, το στοιχείο της ημίτμητης γυναικείας φιγούρας είναι που ανακαλεί μια φωτογραφία του γνωστού ούγγρου φωτογράφου Αντρέ Κερτέζ. Σε κείνη τη φωτογραφία εικονίζεται μια γυναικεία φιγούρα να ανεβαίνει μια σκάλα. Μόνο που η φωτογραφία του Κερτέζ παρουσιάζει μια απροσδόκητη προοπτική. Η φιγούρα βρίσκεται στη μέση της σκάλας και βηματίζοντας, το άνω μέρος του σώματος, δηλαδή ο κορμός, έχει αινιγματικά εξαφανιστεί. Εξ ου και ο τίτλος της φωτογραφίας «Η εξαφάνιση». Κατά τα άλλα, η φωτογραφία του Κερτέζ είναι τραβηγμένη από κάποια απόσταση σε κάδρο αυστηρού προφίλ, ενώ οι φωτογραφίες των δυο εξωφύλλων είναι τραβηγμένες από πιο κοντινή απόσταση σε μετωπικό κάδρο εκ των όπισθεν. Ωστόσο, διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους ως προς την εξαφάνιση της γυναικείας σιλουέτας. Στη μία γίνεται κατά μαγικό τρόπο εντός του κάδρου, ενώ στα δύο εξώφυλλα έχει αποκοπεί στο photoshop ή στο καδράρισμα κατά τη λήψη.
Με βάση αυτήν την εξαιρετική, αν όχι αρχετυπική, φωτογραφία του Κερτέζ, τραβηγμένη το 1955, θα μπορούσε κανείς να εικάσει πως κάποιος νεότερος φωτογράφος πειραματίστηκε με την ιδέα της εξαφάνισης. Το να καταφεύγει κανείς σε αρχέτυπα δεν είναι αυτόματα κάτι το κατακριτέο. Αντιθέτως, συνιστά μια μορφή σπουδής και διαλόγου. Αρκεί, όμως, να φορτίζει το αποτέλεσμα με νέο εννοιολογικό περιεχόμενο. Διαφορετικά μένει καθηλωμένος στη μίμηση. Πάντως, οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν για τα δυο εξώφυλλα δείχνουν να προέρχονται από την ίδια σειρά φωτογραφιών. Μπορεί να αλλάζει ο περιβάλλων χώρος, τα ρούχα όμως είναι παραπλήσια και κυρίως, η κίνηση των γυμνών ποδιών. Η απορία θα λυνόταν, αν, εκτός από το σχεδιαστή εξωφύλλου, αναφερόταν και ο φωτογράφος. Εξάλλου, αυτό συμβαίνει, όταν το εξώφυλλο στηρίζεται σε κάποιον ζωγραφικό πίνακα. Τότε η ονομαστική αναφορά του καλλιτέχνη θεωρείται επιβεβλημένη. Βεβαίως, υπάρχει και το ενδεχόμενο η ιδέα να ανήκει στον σχεδιαστή του εξωφύλλου. Να ήταν, δηλαδή, αυτός, που, επηρεασμένος από τον ούγγρο φωτογράφο επενέβη, κόβοντας τις φωτογραφίες. Εκτός, βεβαίως, αν δεχθούμε ότι τα μεγάλα φωτογραφικά πνεύματα συναντιούνται και απλώς από δαιμονική τύχη ταυτίζονται. Πάντως, η συγγένεια τόσο των φωτογραφιών όσο και των εξωφύλλων παραμένει.
Να σημειώσουμε ότι τα εξώφυλλα υπογράφονται από δυο γνωστές σχεδιάστριες. Η Βασιλική (Καρμίρη) φιλοτέχνησε το εξώφυλλο του πεζογραφήματος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη και, αντίστοιχα, η Έλλη Παγκάλου του μυθιστορήματος της Ισμήνης Καπάνταη. Και οι δυο έχουν δώσει αρκετά ενδιαφέροντα εξώφυλλα σε βιβλία των εκδοτικών οίκων που συνεργάζονται. Τα εν λόγω δυο εξώφυλλα θα χαρακτηρίζονταν υπαινικτικά ως προς το θέμα των βιβλίων. Θεματικά, στο βιβλίο του Γρηγοριάδη, μια γυναίκα, μόλις έχει ξυπνήσει και περιφέρεται - γιατί όχι ξυπόλυτη; - στο ακατάστατο φοιτητικό διαμέρισμα της κόρης της, όπως δείχνουν και τα παράταιρα μεταξύ τους έπιπλα της εικόνας. Μόνο που η ηρωίδα του Γρηγοριάδη είναι μια πενηντάρα Βορειοελλαδίτισσα, οπότε δεν θα αναμενόταν μια τόσο αέρινη σιλουέτα. Αντίθετα, το ορατό μέρος της γυναικείας φιγούρας και στα δυο εξώφυλλα ανταποκρίνεται στην ηρωίδα της Καπάνταη. Μια κοπέλα, που τριγυρίζει ελαφροπατώντας σαν γάτα και κρυφακούγοντας μυστικά πίσω από μισόκλειστες πόρτες. Το ενδιαφέρον είναι πως και στα δυο βιβλία υπάρχει το στοιχείο της εξαφάνισης. Όχι, όμως, μέρους του σώματος των ηρωίδων, αλλά μέσα από ατυχείς συγκυρίες έχουν απωλέσει ή βρίσκεται σε σύγχυση ένα μέρος του εσωτερικού τους κόσμου.Από εκεί και πέρα, μένει ζητούμενος ο στόχος ενός εξωφύλλου, σε μια εποχή που το βιβλίο έχει καταχωρηθεί στα καταναλωτικά αγαθά και βασικό μέλημα όλων των συντελεστών μιας έκδοσης είναι η μεγαλύτερη δυνατή αγοραστική του επιτυχία. Οπότε, όσο καλαίσθητο και να είναι ένα υπαινικτικό εξώφυλλο, μπορεί αντ’ αυτού να προτιμηθεί ένα εντυπωσιακό έως και προκλητικό. Βεβαίως, εξαρτάται και από τον συγγραφέα, που θέλουμε να πιστεύουμε πως έχει τον κύριο λόγο. Παράδειγμα, το εξώφυλλο, που σχεδίασε και πάλι η Παγκάλου, για το μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με της Καπάνταη. Εικονογραφικά κυριαρχούν δυο γυναικείοι οφθαλμοί σε γκρο πλαν. Ο συνδυασμός τίτλου («Σκότωσε ό,τι αγαπάς»), εικόνας εξωφύλλου και κειμένου στο οπισθόφυλλο, υποθέτουμε πως θα λειτουργήσει ως μαγνήτης για τον υποψήφιο αγοραστή.
Όπως και να έχει, πρέπον αλλά και χρήσιμο είναι οι σχεδιαστές να καταχωρούν τα στοιχεία της φωτογραφίας, την οποία χρησιμοποιούν (χρόνος - τόπος - φωτογράφος). Από αυτήν την άποψη, στη στοίβα των καινούριων βιβλίων, το πιο προβληματικό εξώφυλλο, είναι αυτό που επιλέχθηκε για την επανέκδοση της αυτοβιογραφίας του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Καθώς οι επεμβάσεις στη φωτογραφία κατά τον σχεδιασμό του είναι ελάχιστες, η αναφορά της ταυτότητας της φωτογραφίας θα έπρεπε να κριθεί απαραίτητη. Αν μην τι άλλο, μήπως και προϊδέαζε για το σκεπτικό με το οποίο επιλέχθηκε. Έχουμε την εντύπωση, ότι κάθε εξώφυλλο φιλοδοξεί μέσω της εικόνας να μορφοποιήσει μεταφορικά κάποιο από τα κύρια πρόσωπα ή κάποια στιγμή κορύφωσης της αφήγησης. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει στον σχεδιασμό διεισδυτικότητα στο περιεχόμενο του βιβλίου. Σε αντίθετη περίπτωση, το εξώφυλλο έχει μόνο διακοσμητική διάσταση. Εδώ, διακρίνονται λαϊκοί τύποι, με τις βαλίτσες τους παρατεταγμένες στο πεζοδρόμιο, σε στιγμή αναμονής, ενώ ένας εξ αυτών, γυρισμένος πλάτη στο φακό, φαίνεται να συνομιλεί μαζί τους. Απορούμε τι μπορεί να υποδηλώνει το εξώφυλλο, σε σχέση πάντα με το περιεχόμενο του βιβλίου και αυτό να συνιστά με την πρώτη ματιά δέλεαρ για τον υποψήφιο αγοραστή. Όποιο συσχετισμό και να κάνει κανείς, τα στοιχεία που συνθέτουν το φωτογραφικό στιγμιότυπο δεν ανταποκρίνονται στον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του βιβλίου, ούτε στον εκλεπτυσμένο χαρακτήρα του Λαπαθιώτη. Πρόκειται για “φωτογραφία δρόμου”, με νεορεαλιστικά γνωρίσματα, τα οποία παραπέμπουν θεματικά στο κοινωνικό πεδίο μιας εποχής και σε λαϊκούς τύπους εξ επαρχίας, οι οποίοι βρέθηκαν σε αστικό χώρο. Διόλου απίθανο να κρύβει κάτι βαθύτερο, το οποίο μας ξεφεύγει, επειδή εμείς μένουμε εγκλωβισμένοι στις σελίδες της αυτοβιογραφίας.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
Μικροφιλολογώντας
«Μικροφιλολογικά»
Τεύχος 26
Φθινόπωρο 2009
Λευκωσία, Κύπρος
Το μικρόσχημο κυπριακό περιοδικό συνεχίζει αμετάβλητο, παρότι οι παλαιότεροι αποτραβιούνται και νεότεροι Ελλαδίτες εισέρχονται στον πυρήνα της συντακτικής του ομάδας. Χαρακτηριστικό του περιοδικού είναι να μην επικεντρώνεται σε ένα θέμα, αλλά να εμφανίζεται σταθερά πολυσυλλεκτικό. Ωστόσο, στο πρόσφατο τεύχος, διακρίνεται μια μίνι ενότητα τριών κειμένων, η οποία, πιθανώς, δημιουργήθηκε με αφορμή το θέμα του συνοδευτικού τευχιδίου των «Τετραδίων», που συνιστούν “παράρτημα” του περιοδικού. Στα «Τετράδια», ο Λευτέρης Παπαλεοντίου παρουσιάζει τον άγνωστο κύπριο ποιητή Τάκη Ζαχαριάδη. Αντίστοιχα, στο κυρίως περιοδικό συζητά τους όρους νεορομαντισμός και νεοσυμβολισμός, καθώς και τον όρο μετασυμβολισμός, που επιστρατεύει η Έλλη Φιλοκύπρου στην διδακτορική διατριβή της. Με τη μορφή διαδοχικών ερωτημάτων στήνει το “μικροφιλολογικό” του και το καταλήγει με το ερώτημα: «Μήπως, τελικά, βολεύει περισσότερο τις φιλολογικές μας ταξινομήσεις ο όρος “μετασυμβολισμός”, για να αντικαταστήσει τη συνδυαστική και ίσως πλεοναστική χρήση των όρων “νεορομαντισμός” και “νεοσυμβολισμός”, και για τους λόγους τους οποίους επικαλείται η Ε. Φιλοκύπρου, αλλά και γιατί ο όρος “μετασυμβολισμός” έχει κατοχυρωθεί στη διεθνή ορολογία για να χαρακτηρίσει κυρίως την εξέλιξη του συμβολισμού στη γαλλική ποίηση;»
Ο Παπαλεοντίου φαίνεται πως έθεσε αυτόν τον προβληματισμό υπόψη δυο Ελλαδιτών, που έκρινε ως τους πλέον αρμόδιους, των οποίων τα κείμενα και προτάσσει: του Γιώργου Αράγη και του Κώστα Στεργιόπουλου, που είναι ο εισηγητής “της νεορομαντικής και νεοσυμβολικής σχολής”. Ο πρώτος δηλώνει πως αγνοεί την προέλευση των δυο όρων και στη συνέχεια, αμφισβητεί τη συγκεκριμένη χρήση τους για τους ποιητές του ’20. Κατ’ αρχήν, του φαίνεται παρατραβηγμένος ο όρος σχολή και ύστερα, ούτε το “νέο ρομαντισμό” τους διακρίνει ούτε, πολύ περισσότερο, το “νέο συμβολισμό” τους. Ακριβέστερα, ως προς το δεύτερο σκέλος, θεωρεί πως οι εν λόγω ποιητές ξεκίνησαν ακολουθώντας τους συμβολικούς προσανατολισμούς των παλαιότερων, αλλά γρήγορα στράφηκαν “στην ειλικρίνεια του βιώματος”, δηλαδή σε μια ποίηση που “βγαίνει από τα πράγματα”. Από την πλευρά του ο Στεργιόπουλος, αρκείται να παρατηρήσει πως έχει επαρκώς και κατ΄ επανάληψη παρουσιάσει το σκεπτικό του για “τους νεορομαντικούς και νεοσυμβολικούς” ποιητές του μεσοπολέμου. Πάντως, τονίζει πως μια στροφή στα “πράγματα” δεν σημαίνει αναγκαστικά και απομάκρυνση από τον συμβολισμό.
Και πράγματι, στο τελευταίο μέρος της εισαγωγής του στον τόμο «Η ανανεωμένη παράδοση» της “ανθολογίας-γραμματολογίας” «Η ελληνική ποίηση» (Σοκόλης, 1980), που αναφέρεται στη συγκεκριμένη ομάδα ποιητών, επιχειρηματολογεί για τους “χωρίς αστείαν αιδώ” ποιητές, τους αυτόχειρες, τους εραστές της ηδονής και των τεχνητών παραδείσων, που είχαν διδαχτεί τους ποιητικούς τους τρόπους από τους “poetes maudits”. Τους ποιητές με κύρια χαρακτηριστικά τη “νέα ευαισθησία”, την ειλικρίνεια του βιώματος και την αίσθηση του απτού γεγονότος. Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα, ο Στεργιόπουλος παρατηρεί: “Η ποίησή του είναι μια ποίηση μικρών πραγμάτων, που έχουν γίνει σύμβολα”. Να θυμίσουμε πως, στην εν λόγω Γραμματολογία, οι ποιητές του μεσοπολέμου μοιράζονται σε δυο τόμους και δυο συγγραφείς: “στους ποιητές της ανανεωμένης παράδοσης”, “για να το πούμε όπως το θέλει ο ποιητής Κώστας Στεργιόπουλος”, ο οποίος τους ανθολογεί, και στους νεωτερικούς, τους οποίους επιμελείται ο Αλέξανδρος Αργυρίου. Ο Αράγης παραπέμπει στην Ιστορία του Αργυρίου. Όχι, όμως, για να παραθέσει και την άποψη εκείνου, αλλά, απλώς, για να αντλήσει ένα παράθεμα από το περιοδικό «Μούσα». Η Ιστορία του Αργυρίου δείχνει να καθιερώνεται ως βιβλιογραφική πηγή για τα δυσκόλως προσβάσιμα παλαιά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ ταυτόχρονα, φαίνεται να παραγκωνίζεται ως ιστορικό έργο. Κι όμως, η Ιστορία συνεισφέρει στο επίμαχο θέμα των νεορομαντικών και νεοσυμβολιστών την οπτική ενός καλού γνώστη της ελληνικής ποίησης.
Από τα 19 συνολικά κείμενα του τεύχους, έξι ακόμη αφορούν την ποίηση, είτε γενικώς είτε ειδικώς, εστιάζοντας σε συγκεκριμένους ποιητές. Δυο από αυτά αναφέρονται στις ποιητικές φόρμες της μπαλλάντας και του χαϊκού γραμμένα, αντιστοίχως, από τη Μαρία Τόμπρου και τον Χρήστο Τουμανίδη. Η Τόμπρου, θέλοντας να προσκομίσει ένα ακόμη παράδειγμα προς στήριξη της υπόθεσης εργασίας, που εδώ και χρόνια έχει διατυπώσει, πως η μπαλλάντα καλλιεργείται στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα και δεν πρωτοεισάγεται με τον Βιζυηνό, αναφέρεται στο έργο του Δημητρίου Βερναρδάκη. Από αυτό ανασύρει τρεις ποιητικές συνθέσεις, που, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, υπάγονται στο συγκεκριμένο ποιητικό είδος. Πρόκειται για το ποίημα «Η Ψυχή», που ο δεκαοκταετής Βερναρδάκης δημοσίευσε ψευδωνύμως το 1851, τη μετάφραση της “μπαλλάντας” «Οι αδελφοί» του Πωλ Γιόχαν Χάϊσε, που πρωτοδημοσίευσε το 1863, και ένα ποίημα, γνωστό ως το «Άσμα γύφτισσας», από το προτελευταίο έμμετρο δράμα του, «Ευφροσύνη», που ανέβηκε στο θέατρο το 1876.
Κατά τα άλλα, ο Βερναρδάκης έγραψε, στο μακρύ διάστημα σχεδόν μισού αιώνα, επτά έμμετρα δράματα, τα οποία όλα πλην ενός ανεβάστηκαν, επίσης, όλα πλην ενός τυπώθηκαν. Ωστόσο, στους διαγωνισμούς δεν ευτύχησαν, κάποια μόνο επαινέθηκαν και άλλα απορρίφθηκαν. Σε αντίθεση με τον, κατά τρία χρόνια νεώτερό του ποιητή Αντώνιο Αντωνιάδη, που, χρόνο παρά χρόνο, βραβευόταν, κι ας σχολίαζε την ποίησή του ειρωνικά ο Ροΐδης. Τα σατιρικά δίστιχα, συνολικά πέντε τον αριθμό, που αντάλλαξαν, το 1877, Αντωνιάδης και Ροΐδης, αποτελούν το αντικείμενο ενός άλλου “μικροφιλολογικού” του Σωτήρη Τσέλικα. Κι αυτό, γιατί τα τέσσερα από αυτά είναι ψευδώνυμα και ως γνωστόν, τα ψευδώνυμα ερεθίζουν το “αστυνομικο” δαιμόνιο των ερευνητών. Πολλές εικασίες διατυπώθηκαν, όμως την οριστική απάντηση την δίνει ο Παλαμάς.
Ο Παλαμάς, μαζί με τον Ξενόπουλο, είναι οι δυο συγγραφείς, που κάνουν εύκολη τη ζωή των σημερινών ερευνητών. Καθώς μακροημέρευσαν, συμπτωματικά και οι δυο έφθασαν μέχρι τα 84, είχαν την ευχέρεια να γράψουν για τον εαυτό τους και την εποχή τους. Μένει, βεβαίως, ζητούμενο κατά πόσο οι νεότεροι εντρυφούν στα αυτοβιογραφικά κείμενα των παλαιότερων. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι ερευνητές συμβουλεύονται την αυτοβιογραφία του Ξενόπουλου, όπως παρατίθεται στον πρώτο τόμο των Απάντων του, είτε του εκδοτικού οίκου Μπίρη είτε του μετέπειτα, των Αδελφών Βλάσση. Πρόκειται, ωστόσο, για μια κολοβή αυτοβιογραφία, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, κατά την κρίση και την βολή των εκδοτών. Κι όμως, ο Ξενόπουλος, όχι μια αλλά τρεις αυτοβιογραφίες συνέγραψε μέσα σε μια εικοσαετία. Και τις τρεις φορές σε συνέχειες, όπως και τα μυθιστορήματά του, δημοσιευμένες σε τρεις διαφορετικές εφημερίδες. Κάθε φορά ξεκινούσε από την αρχή, αλλά μόνο την τελευταία ευτύχησε να την ολοκληρώσει. Κι αυτή η τρίτη εκδοχή στάθηκε το πρωτότυπο για την έκδοση. Μόνο που, όπως σημειώναμε στην παρουσίαση σχετικής μελέτης, ο εκδότης επενέβη περικόπτοντας το κείμενο και απαλείφοντας τις σημειώσεις προς επίτευξη ενός γλαφυρού αποτελέσματος. Επίσης, αφαίρεσε κάποιες από τις προσωπικές διενέξεις του Ξενόπουλου, θεωρώντας πως μπορούσαν να αποβούν επιζήμιες για την υστεροφημία του.
Σε αυτές τις διαδοχικές αυτοβιογραφήσεις του, ο Ξενόπουλος, μεταξύ πλείστων άλλων, αναφέρει και τον φίλο του Μιχάλη Γιαννουκάκη από την παρέα του Ζακύνθιου λόγιου Χρήστου Χιώτη και του περιοδικού του «Εκλεκτά Μυθιστορήματα». Δικό του ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο Αίσωπος, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει στην «Διάπλασιν των Παίδων». “Με αυτό μετέφρασε το «Κομμένο χέρι» του Μπουαγκομπαί δια τα «Εκλεκτά», με αυτό εδημοσίευσεν και μερικά πρωτότυπα διηγηματάκια, -ένα μάλιστα, το «Εύα», μιας στήλης πράγμα, για γούστο, το εγράψαμεν σε συνεργασία και υπάρχει δημοσιευμένο, υπό τα ονόματα Αισώπου-Παληού- και με αυτό ετύπωσε τότε το κομψότερο, το νοστιμώτερο βιβλιαράκι που μπορείτε να φαντασθείτε. Ήτο μια συλλογή μικρών, ελαφρών και ανοικτών λιγάκι διηγημάτων με τον τίτλον «Έρως και Σία»”. Αυτά γράφει ο Ξενόπουλος, παρατηρώντας πως, πριν τον κερδίσει τον Γιαννουκάκη ο “Κερδώος”, πρόλαβε να γράψει δυο τρεις κωμωδίες σε συνεργασία με τον Νίκο Λάσκαρη, μεταξύ των οποίων την πασίγνωστη «Στα Παραπήγματα» και να μεταφράσει κάποια θεατρικά. “Δια του Γιαννουκάκη εισήχθη το πρώτον στην Ελλάδα ο μέγας νορβηγός δραματουργός, Ερρίκος Ίψεν.”
Κλείνοντας τα «Μικροφιλολογικά», να σημειώσουμε και σε αυτό το τεύχος την παρουσία δυο μόνιμων συνεργατών του περιοδικού: του Γιώργου Κεχαγιόγλου και του Σάββα Παύλου, που παραμένει και στην συντακτική επιτροπή. Ο πρώτος, έχοντας ξεφύγει από τις ανθρωποφαγικές διαθέσεις εχθρών τε και προστατευόμενών του, διασκεδάζει ως άλλος Αστροπολίτης, αναζητώντας τον αστρικό Σείριο στην ελληνική ποίηση. Ο δεύτερος συγγράφει κείμενο με τον τίτλο « Η Φόνισσα στην Ασία», το οποίο προτιμούμε να μην σχολιάσουμε, φοβούμενοι μην και τον εκθέσωμεν στην μήνιν των πάντοτε θαλερών φεμινιστριών, συνεργατών τε και αναγνωστριών της εφημερίδας μας.
Τεύχος 26
Φθινόπωρο 2009
Λευκωσία, Κύπρος
Το μικρόσχημο κυπριακό περιοδικό συνεχίζει αμετάβλητο, παρότι οι παλαιότεροι αποτραβιούνται και νεότεροι Ελλαδίτες εισέρχονται στον πυρήνα της συντακτικής του ομάδας. Χαρακτηριστικό του περιοδικού είναι να μην επικεντρώνεται σε ένα θέμα, αλλά να εμφανίζεται σταθερά πολυσυλλεκτικό. Ωστόσο, στο πρόσφατο τεύχος, διακρίνεται μια μίνι ενότητα τριών κειμένων, η οποία, πιθανώς, δημιουργήθηκε με αφορμή το θέμα του συνοδευτικού τευχιδίου των «Τετραδίων», που συνιστούν “παράρτημα” του περιοδικού. Στα «Τετράδια», ο Λευτέρης Παπαλεοντίου παρουσιάζει τον άγνωστο κύπριο ποιητή Τάκη Ζαχαριάδη. Αντίστοιχα, στο κυρίως περιοδικό συζητά τους όρους νεορομαντισμός και νεοσυμβολισμός, καθώς και τον όρο μετασυμβολισμός, που επιστρατεύει η Έλλη Φιλοκύπρου στην διδακτορική διατριβή της. Με τη μορφή διαδοχικών ερωτημάτων στήνει το “μικροφιλολογικό” του και το καταλήγει με το ερώτημα: «Μήπως, τελικά, βολεύει περισσότερο τις φιλολογικές μας ταξινομήσεις ο όρος “μετασυμβολισμός”, για να αντικαταστήσει τη συνδυαστική και ίσως πλεοναστική χρήση των όρων “νεορομαντισμός” και “νεοσυμβολισμός”, και για τους λόγους τους οποίους επικαλείται η Ε. Φιλοκύπρου, αλλά και γιατί ο όρος “μετασυμβολισμός” έχει κατοχυρωθεί στη διεθνή ορολογία για να χαρακτηρίσει κυρίως την εξέλιξη του συμβολισμού στη γαλλική ποίηση;»
Ο Παπαλεοντίου φαίνεται πως έθεσε αυτόν τον προβληματισμό υπόψη δυο Ελλαδιτών, που έκρινε ως τους πλέον αρμόδιους, των οποίων τα κείμενα και προτάσσει: του Γιώργου Αράγη και του Κώστα Στεργιόπουλου, που είναι ο εισηγητής “της νεορομαντικής και νεοσυμβολικής σχολής”. Ο πρώτος δηλώνει πως αγνοεί την προέλευση των δυο όρων και στη συνέχεια, αμφισβητεί τη συγκεκριμένη χρήση τους για τους ποιητές του ’20. Κατ’ αρχήν, του φαίνεται παρατραβηγμένος ο όρος σχολή και ύστερα, ούτε το “νέο ρομαντισμό” τους διακρίνει ούτε, πολύ περισσότερο, το “νέο συμβολισμό” τους. Ακριβέστερα, ως προς το δεύτερο σκέλος, θεωρεί πως οι εν λόγω ποιητές ξεκίνησαν ακολουθώντας τους συμβολικούς προσανατολισμούς των παλαιότερων, αλλά γρήγορα στράφηκαν “στην ειλικρίνεια του βιώματος”, δηλαδή σε μια ποίηση που “βγαίνει από τα πράγματα”. Από την πλευρά του ο Στεργιόπουλος, αρκείται να παρατηρήσει πως έχει επαρκώς και κατ΄ επανάληψη παρουσιάσει το σκεπτικό του για “τους νεορομαντικούς και νεοσυμβολικούς” ποιητές του μεσοπολέμου. Πάντως, τονίζει πως μια στροφή στα “πράγματα” δεν σημαίνει αναγκαστικά και απομάκρυνση από τον συμβολισμό.
Και πράγματι, στο τελευταίο μέρος της εισαγωγής του στον τόμο «Η ανανεωμένη παράδοση» της “ανθολογίας-γραμματολογίας” «Η ελληνική ποίηση» (Σοκόλης, 1980), που αναφέρεται στη συγκεκριμένη ομάδα ποιητών, επιχειρηματολογεί για τους “χωρίς αστείαν αιδώ” ποιητές, τους αυτόχειρες, τους εραστές της ηδονής και των τεχνητών παραδείσων, που είχαν διδαχτεί τους ποιητικούς τους τρόπους από τους “poetes maudits”. Τους ποιητές με κύρια χαρακτηριστικά τη “νέα ευαισθησία”, την ειλικρίνεια του βιώματος και την αίσθηση του απτού γεγονότος. Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα, ο Στεργιόπουλος παρατηρεί: “Η ποίησή του είναι μια ποίηση μικρών πραγμάτων, που έχουν γίνει σύμβολα”. Να θυμίσουμε πως, στην εν λόγω Γραμματολογία, οι ποιητές του μεσοπολέμου μοιράζονται σε δυο τόμους και δυο συγγραφείς: “στους ποιητές της ανανεωμένης παράδοσης”, “για να το πούμε όπως το θέλει ο ποιητής Κώστας Στεργιόπουλος”, ο οποίος τους ανθολογεί, και στους νεωτερικούς, τους οποίους επιμελείται ο Αλέξανδρος Αργυρίου. Ο Αράγης παραπέμπει στην Ιστορία του Αργυρίου. Όχι, όμως, για να παραθέσει και την άποψη εκείνου, αλλά, απλώς, για να αντλήσει ένα παράθεμα από το περιοδικό «Μούσα». Η Ιστορία του Αργυρίου δείχνει να καθιερώνεται ως βιβλιογραφική πηγή για τα δυσκόλως προσβάσιμα παλαιά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ ταυτόχρονα, φαίνεται να παραγκωνίζεται ως ιστορικό έργο. Κι όμως, η Ιστορία συνεισφέρει στο επίμαχο θέμα των νεορομαντικών και νεοσυμβολιστών την οπτική ενός καλού γνώστη της ελληνικής ποίησης.
Από τα 19 συνολικά κείμενα του τεύχους, έξι ακόμη αφορούν την ποίηση, είτε γενικώς είτε ειδικώς, εστιάζοντας σε συγκεκριμένους ποιητές. Δυο από αυτά αναφέρονται στις ποιητικές φόρμες της μπαλλάντας και του χαϊκού γραμμένα, αντιστοίχως, από τη Μαρία Τόμπρου και τον Χρήστο Τουμανίδη. Η Τόμπρου, θέλοντας να προσκομίσει ένα ακόμη παράδειγμα προς στήριξη της υπόθεσης εργασίας, που εδώ και χρόνια έχει διατυπώσει, πως η μπαλλάντα καλλιεργείται στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα και δεν πρωτοεισάγεται με τον Βιζυηνό, αναφέρεται στο έργο του Δημητρίου Βερναρδάκη. Από αυτό ανασύρει τρεις ποιητικές συνθέσεις, που, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, υπάγονται στο συγκεκριμένο ποιητικό είδος. Πρόκειται για το ποίημα «Η Ψυχή», που ο δεκαοκταετής Βερναρδάκης δημοσίευσε ψευδωνύμως το 1851, τη μετάφραση της “μπαλλάντας” «Οι αδελφοί» του Πωλ Γιόχαν Χάϊσε, που πρωτοδημοσίευσε το 1863, και ένα ποίημα, γνωστό ως το «Άσμα γύφτισσας», από το προτελευταίο έμμετρο δράμα του, «Ευφροσύνη», που ανέβηκε στο θέατρο το 1876.
Κατά τα άλλα, ο Βερναρδάκης έγραψε, στο μακρύ διάστημα σχεδόν μισού αιώνα, επτά έμμετρα δράματα, τα οποία όλα πλην ενός ανεβάστηκαν, επίσης, όλα πλην ενός τυπώθηκαν. Ωστόσο, στους διαγωνισμούς δεν ευτύχησαν, κάποια μόνο επαινέθηκαν και άλλα απορρίφθηκαν. Σε αντίθεση με τον, κατά τρία χρόνια νεώτερό του ποιητή Αντώνιο Αντωνιάδη, που, χρόνο παρά χρόνο, βραβευόταν, κι ας σχολίαζε την ποίησή του ειρωνικά ο Ροΐδης. Τα σατιρικά δίστιχα, συνολικά πέντε τον αριθμό, που αντάλλαξαν, το 1877, Αντωνιάδης και Ροΐδης, αποτελούν το αντικείμενο ενός άλλου “μικροφιλολογικού” του Σωτήρη Τσέλικα. Κι αυτό, γιατί τα τέσσερα από αυτά είναι ψευδώνυμα και ως γνωστόν, τα ψευδώνυμα ερεθίζουν το “αστυνομικο” δαιμόνιο των ερευνητών. Πολλές εικασίες διατυπώθηκαν, όμως την οριστική απάντηση την δίνει ο Παλαμάς.
Ο Παλαμάς, μαζί με τον Ξενόπουλο, είναι οι δυο συγγραφείς, που κάνουν εύκολη τη ζωή των σημερινών ερευνητών. Καθώς μακροημέρευσαν, συμπτωματικά και οι δυο έφθασαν μέχρι τα 84, είχαν την ευχέρεια να γράψουν για τον εαυτό τους και την εποχή τους. Μένει, βεβαίως, ζητούμενο κατά πόσο οι νεότεροι εντρυφούν στα αυτοβιογραφικά κείμενα των παλαιότερων. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι ερευνητές συμβουλεύονται την αυτοβιογραφία του Ξενόπουλου, όπως παρατίθεται στον πρώτο τόμο των Απάντων του, είτε του εκδοτικού οίκου Μπίρη είτε του μετέπειτα, των Αδελφών Βλάσση. Πρόκειται, ωστόσο, για μια κολοβή αυτοβιογραφία, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, κατά την κρίση και την βολή των εκδοτών. Κι όμως, ο Ξενόπουλος, όχι μια αλλά τρεις αυτοβιογραφίες συνέγραψε μέσα σε μια εικοσαετία. Και τις τρεις φορές σε συνέχειες, όπως και τα μυθιστορήματά του, δημοσιευμένες σε τρεις διαφορετικές εφημερίδες. Κάθε φορά ξεκινούσε από την αρχή, αλλά μόνο την τελευταία ευτύχησε να την ολοκληρώσει. Κι αυτή η τρίτη εκδοχή στάθηκε το πρωτότυπο για την έκδοση. Μόνο που, όπως σημειώναμε στην παρουσίαση σχετικής μελέτης, ο εκδότης επενέβη περικόπτοντας το κείμενο και απαλείφοντας τις σημειώσεις προς επίτευξη ενός γλαφυρού αποτελέσματος. Επίσης, αφαίρεσε κάποιες από τις προσωπικές διενέξεις του Ξενόπουλου, θεωρώντας πως μπορούσαν να αποβούν επιζήμιες για την υστεροφημία του.
Σε αυτές τις διαδοχικές αυτοβιογραφήσεις του, ο Ξενόπουλος, μεταξύ πλείστων άλλων, αναφέρει και τον φίλο του Μιχάλη Γιαννουκάκη από την παρέα του Ζακύνθιου λόγιου Χρήστου Χιώτη και του περιοδικού του «Εκλεκτά Μυθιστορήματα». Δικό του ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο Αίσωπος, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει στην «Διάπλασιν των Παίδων». “Με αυτό μετέφρασε το «Κομμένο χέρι» του Μπουαγκομπαί δια τα «Εκλεκτά», με αυτό εδημοσίευσεν και μερικά πρωτότυπα διηγηματάκια, -ένα μάλιστα, το «Εύα», μιας στήλης πράγμα, για γούστο, το εγράψαμεν σε συνεργασία και υπάρχει δημοσιευμένο, υπό τα ονόματα Αισώπου-Παληού- και με αυτό ετύπωσε τότε το κομψότερο, το νοστιμώτερο βιβλιαράκι που μπορείτε να φαντασθείτε. Ήτο μια συλλογή μικρών, ελαφρών και ανοικτών λιγάκι διηγημάτων με τον τίτλον «Έρως και Σία»”. Αυτά γράφει ο Ξενόπουλος, παρατηρώντας πως, πριν τον κερδίσει τον Γιαννουκάκη ο “Κερδώος”, πρόλαβε να γράψει δυο τρεις κωμωδίες σε συνεργασία με τον Νίκο Λάσκαρη, μεταξύ των οποίων την πασίγνωστη «Στα Παραπήγματα» και να μεταφράσει κάποια θεατρικά. “Δια του Γιαννουκάκη εισήχθη το πρώτον στην Ελλάδα ο μέγας νορβηγός δραματουργός, Ερρίκος Ίψεν.”
Κλείνοντας τα «Μικροφιλολογικά», να σημειώσουμε και σε αυτό το τεύχος την παρουσία δυο μόνιμων συνεργατών του περιοδικού: του Γιώργου Κεχαγιόγλου και του Σάββα Παύλου, που παραμένει και στην συντακτική επιτροπή. Ο πρώτος, έχοντας ξεφύγει από τις ανθρωποφαγικές διαθέσεις εχθρών τε και προστατευόμενών του, διασκεδάζει ως άλλος Αστροπολίτης, αναζητώντας τον αστρικό Σείριο στην ελληνική ποίηση. Ο δεύτερος συγγράφει κείμενο με τον τίτλο « Η Φόνισσα στην Ασία», το οποίο προτιμούμε να μην σχολιάσουμε, φοβούμενοι μην και τον εκθέσωμεν στην μήνιν των πάντοτε θαλερών φεμινιστριών, συνεργατών τε και αναγνωστριών της εφημερίδας μας.
Μ. Θεοδοσοπούλου
«Μικροφιλολογικά Τετράδια 8». Λευκωσία 2009
Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου προσθέτει στο ελληνικό ποιητικό πάνθεον έναν “ιδανικό αυτόχειρα”, τον οποίο και μας συστήνει, παρότι πέθανε νωρίς, ως αυθεντικό “μετασυμβολιστή” ποιητή του κυπριακού μεσοπολέμου. Πρόκειται για τον Ελευθέριο (ή και Τάκη) Ζαχαριάδη, που πρόλαβε να παρουσιαστεί και στα ελλαδικά γράμματα με το ψευδώνυμο Λάζαρος Λεμέσης, δηλωτικό της γενέτειράς του, Λεμεσού. Πιο συγκεκριμένα, δημοσίευσε με αυτό το ψευδώνυμο, το 1938, τρία ποιήματα στο αθηναϊκό περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα».
Ο Ζαχαριάδης αυτοκτόνησε το 1943, προτού ακόμη συμπληρώσει τα είκοσι πέντε, κατά έναν πρωτότυπο τρόπο, που αποκαλύπτει την ρομαντική του ιδιοσυγκρασία. Ο αυτοχειριασμός του δείχνει εμπνευσμένος από τον Περικλή Γιαννόπουλο και τη δική του ηρωϊκή έξοδο από τη ζωή. Μόνο που εκείνος είχε συμπληρώσει τα σαράντα. Ο πατρινός λόγιος είχε επιλέξει το μεσημέρι της 10ης Απριλίου του 1910, μια βροχερή ημέρα, και την ακτή του Σκαραμαγκά. Ο κύπριος ποιητής, μια ημέρα του Φεβρουαρίου (δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία, ούτε η συγκεκριμένη ώρα της ημέρας) και την παραλία της γενέθλιας πόλης του. Ευκατάστατος αστός ο Γιαννόπουλος, για τις ανάγκες της αυτοκτονίας του διέθετε άλογο και περίστροφο. Έφιππος όρμησε στη θάλασσα και όταν έφτασε στα βαθιά αυτοπυροβολήθηκε στον κρόταφο. Στη θάλασσα όρμησε και ο Ζαχαριάδης, αλλά αυτός με το ποδήλατό του. Ίσως, όμως, να είχε κατά νου, πόσο είχε βασανιστεί πριν μόλις δεκαπέντε χρόνια ο προσφιλής του ποιητής Καρυωτάκης, που και εκείνος είχε αρχικά επιλέξει τη θάλασσα ως τον ιδανικό τόπο για να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Γι’ αυτό και πήρε τα μέτρα του. Γέμισε τις τσέπες του με πέτρες και δέθηκε στο ποδήλατό του. Και στις τρεις περιπτώσεις υπάρχει η πιθανότητα, στο απονενοημένο διάβημα να συνέβαλε κάποια ερωτική απογοήτευση, επίσης, να έπαιξε ρόλο η ιδιοσυγκρασία των αυτόχειρων. Πάντως, καθοριστικός παράγοντας στάθηκε ο περίγυρός τους. Ειδικά, στην περίπτωση του Καρυωτάκη, η ελλαδική δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και στου Ζαχαριάδη, οι πιθανώς και ανελαστικοί κανονισμοί της κυπριακής εκπαιδευτικής κοινότητας.
Ανήσυχο χαρακτήρα δείχνουν τον Ζαχαριάδη τα βιογραφικά του στοιχεία. Το 1936 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Λεμεσού. Τα χρόνια 1936-1940 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Έφυγε, όμως, χωρίς να πάρει το δίπλωμά του. Αν και σε αυτό μπορεί να συνέβαλε ο Πόλεμος. Πίσω στην Κύπρο, τον πρώτο χρόνο διορίστηκε στο Αθηναΐδιο Γυμνάσιο της Λεμεσού και τον επόμενο, στην Ανωτέρα Σχολή Λαπήθου, την οποία εγκατέλειψε τον επόμενο χρόνο, που άνοιξε θέση στο Γυμνάσιό του στην Λεμεσό. Είχε, όμως, υπογράψει συμβόλαιο, όπως φαίνεται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με το προηγούμενο σχολείο, το οποίο και τον κυνήγησε δικαστικά. Κι αυτός, υπερβαλλόντως εύθικτος, προτίμησε την οριστική αναχώρηση.
Στα «Τετράδια» δημοσιεύονται σαράντα τρία ποιήματα του Ζαχαριάδη, μαζί με τρεις μεταφραστικές του δοκιμές, όλα γραμμένα μέσα στη δεκαετία 1932-1942. Αποτελούν μια χειρόγραφη ποιητική συλλογή, την οποία είχε ο ίδιος εμπιστευτεί στον συνάδελφο και παλαιό καθηγητή του στο Γυμνάσιο της Λεμεσού Κώστα Πηλαβάκη. Αυτός ήταν και ο πρώτος, που παρουσίασε στα κυπριακά γράμματα τον ποιητή Τάκη Ζαχαριάδη. Ανάμεσα στα σκίτσα του Ζαχαριάδη, που εικονογραφούν τα ποιήματά του, είναι και αυτό του Πηλαβάκη, φτιαγμένο στα γυμνασιακά του χρόνια. Επίσης, σκιτσάρει τον θεολόγο του Γυμνασίου Χρίστο Οικονομίδη και αποφοιτώντας, τον γυμνασιάρχη του, Αργυρό Δρουσιώτη. Τα άλλα σκίτσα πιθανώς να εικονίζουν συνομηλίκους του, όπως αυτό του αμμοχωστιανού ποιητή Πάνου Λεβέντη. Και ακόμη, σκίτσα από κάποια γυναικεία πρόσωπα. Ίσως, η μητέρα του, που θα πρέπει να πέθανε άνοιξη του 1938, η αδελφή του, μπορεί και κάποια αγαπημένη.
Δεν αποκλείεται ορισμένα από τα ποιήματά του να εστάλησαν και σε άλλα αθηναϊκά περιοδικά ή και κυπριακές εφημερίδες. Πάντως, οι επιμελητής του αφιερώματος εντόπισαν μόνο ένα δημοσίευμα διαφορετικού περιεχομένου στο περιοδικό «Πάφος». Τα ποιήματα στα «Τετράδια» δημοσιεύονται σε χρονολογική σειρά, δείχνοντας την εξελικτική πορεία του Ζαχαριάδη στη στιχουργία. Ο Πηλαβάκης διακρίνει επιρροές από τον Λάμπρο Πορφύρα, ίσως και από τον Παλαμά. Ο Παπαλεοντίου τον τοποθετεί στην ποιητική του “μετασυμβολισμού”, όπως αυτή διαμορφώθηκε στον ελληνικό χώρο στη διάρκεια του μεσοπολέμου από τη “γενιά” του Καρυωτάκη. Με αυτήν τη διατύπωση γεφυρώνει το τεύχος των «Τετραδίων» με το κυρίως σώμα του περιοδικού, όπου υπάρχει μικρό αφιέρωμα στον “νεοσυμβολισμό” ή και “μετασυμβολισμό”.
Ο Ζαχαριάδης αυτοκτόνησε το 1943, προτού ακόμη συμπληρώσει τα είκοσι πέντε, κατά έναν πρωτότυπο τρόπο, που αποκαλύπτει την ρομαντική του ιδιοσυγκρασία. Ο αυτοχειριασμός του δείχνει εμπνευσμένος από τον Περικλή Γιαννόπουλο και τη δική του ηρωϊκή έξοδο από τη ζωή. Μόνο που εκείνος είχε συμπληρώσει τα σαράντα. Ο πατρινός λόγιος είχε επιλέξει το μεσημέρι της 10ης Απριλίου του 1910, μια βροχερή ημέρα, και την ακτή του Σκαραμαγκά. Ο κύπριος ποιητής, μια ημέρα του Φεβρουαρίου (δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία, ούτε η συγκεκριμένη ώρα της ημέρας) και την παραλία της γενέθλιας πόλης του. Ευκατάστατος αστός ο Γιαννόπουλος, για τις ανάγκες της αυτοκτονίας του διέθετε άλογο και περίστροφο. Έφιππος όρμησε στη θάλασσα και όταν έφτασε στα βαθιά αυτοπυροβολήθηκε στον κρόταφο. Στη θάλασσα όρμησε και ο Ζαχαριάδης, αλλά αυτός με το ποδήλατό του. Ίσως, όμως, να είχε κατά νου, πόσο είχε βασανιστεί πριν μόλις δεκαπέντε χρόνια ο προσφιλής του ποιητής Καρυωτάκης, που και εκείνος είχε αρχικά επιλέξει τη θάλασσα ως τον ιδανικό τόπο για να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Γι’ αυτό και πήρε τα μέτρα του. Γέμισε τις τσέπες του με πέτρες και δέθηκε στο ποδήλατό του. Και στις τρεις περιπτώσεις υπάρχει η πιθανότητα, στο απονενοημένο διάβημα να συνέβαλε κάποια ερωτική απογοήτευση, επίσης, να έπαιξε ρόλο η ιδιοσυγκρασία των αυτόχειρων. Πάντως, καθοριστικός παράγοντας στάθηκε ο περίγυρός τους. Ειδικά, στην περίπτωση του Καρυωτάκη, η ελλαδική δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και στου Ζαχαριάδη, οι πιθανώς και ανελαστικοί κανονισμοί της κυπριακής εκπαιδευτικής κοινότητας.
Ανήσυχο χαρακτήρα δείχνουν τον Ζαχαριάδη τα βιογραφικά του στοιχεία. Το 1936 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Λεμεσού. Τα χρόνια 1936-1940 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Έφυγε, όμως, χωρίς να πάρει το δίπλωμά του. Αν και σε αυτό μπορεί να συνέβαλε ο Πόλεμος. Πίσω στην Κύπρο, τον πρώτο χρόνο διορίστηκε στο Αθηναΐδιο Γυμνάσιο της Λεμεσού και τον επόμενο, στην Ανωτέρα Σχολή Λαπήθου, την οποία εγκατέλειψε τον επόμενο χρόνο, που άνοιξε θέση στο Γυμνάσιό του στην Λεμεσό. Είχε, όμως, υπογράψει συμβόλαιο, όπως φαίνεται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με το προηγούμενο σχολείο, το οποίο και τον κυνήγησε δικαστικά. Κι αυτός, υπερβαλλόντως εύθικτος, προτίμησε την οριστική αναχώρηση.
Στα «Τετράδια» δημοσιεύονται σαράντα τρία ποιήματα του Ζαχαριάδη, μαζί με τρεις μεταφραστικές του δοκιμές, όλα γραμμένα μέσα στη δεκαετία 1932-1942. Αποτελούν μια χειρόγραφη ποιητική συλλογή, την οποία είχε ο ίδιος εμπιστευτεί στον συνάδελφο και παλαιό καθηγητή του στο Γυμνάσιο της Λεμεσού Κώστα Πηλαβάκη. Αυτός ήταν και ο πρώτος, που παρουσίασε στα κυπριακά γράμματα τον ποιητή Τάκη Ζαχαριάδη. Ανάμεσα στα σκίτσα του Ζαχαριάδη, που εικονογραφούν τα ποιήματά του, είναι και αυτό του Πηλαβάκη, φτιαγμένο στα γυμνασιακά του χρόνια. Επίσης, σκιτσάρει τον θεολόγο του Γυμνασίου Χρίστο Οικονομίδη και αποφοιτώντας, τον γυμνασιάρχη του, Αργυρό Δρουσιώτη. Τα άλλα σκίτσα πιθανώς να εικονίζουν συνομηλίκους του, όπως αυτό του αμμοχωστιανού ποιητή Πάνου Λεβέντη. Και ακόμη, σκίτσα από κάποια γυναικεία πρόσωπα. Ίσως, η μητέρα του, που θα πρέπει να πέθανε άνοιξη του 1938, η αδελφή του, μπορεί και κάποια αγαπημένη.
Δεν αποκλείεται ορισμένα από τα ποιήματά του να εστάλησαν και σε άλλα αθηναϊκά περιοδικά ή και κυπριακές εφημερίδες. Πάντως, οι επιμελητής του αφιερώματος εντόπισαν μόνο ένα δημοσίευμα διαφορετικού περιεχομένου στο περιοδικό «Πάφος». Τα ποιήματα στα «Τετράδια» δημοσιεύονται σε χρονολογική σειρά, δείχνοντας την εξελικτική πορεία του Ζαχαριάδη στη στιχουργία. Ο Πηλαβάκης διακρίνει επιρροές από τον Λάμπρο Πορφύρα, ίσως και από τον Παλαμά. Ο Παπαλεοντίου τον τοποθετεί στην ποιητική του “μετασυμβολισμού”, όπως αυτή διαμορφώθηκε στον ελληνικό χώρο στη διάρκεια του μεσοπολέμου από τη “γενιά” του Καρυωτάκη. Με αυτήν τη διατύπωση γεφυρώνει το τεύχος των «Τετραδίων» με το κυρίως σώμα του περιοδικού, όπου υπάρχει μικρό αφιέρωμα στον “νεοσυμβολισμό” ή και “μετασυμβολισμό”.
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009
Ανανταπόδοτος ερευνητικός μόχθος
Κυριακή Μαμώνη - Λήδα Ιστικοπούλου
«Σύλλογοι Κωνσταντινουπόλεως (1861-1922)
Έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων
Αθήνα, 2009
Ένα χαρακτηριστικό του αθηναϊκού Τύπου, που ποτέ δεν θα καταλάβουμε, ούτε, όμως, και θα συνηθίσουμε, είναι ο τρόπος, που ιεραρχεί και αξιολογεί τις ειδήσεις. Τρόπος, που ουδόλως αρμόζει σε μέσο μαζικής ενημέρωσης. Η είδηση του θανάτου ενός ηθοποιού ή και ενός οποιουδήποτε ανθρώπου του θεάματος κρίνεται τόσο σημαντική, που μπορεί να καταλάβει και ολόκληρη σελίδα. Ενώ, στο άλλο άκρο του φάσματος, η είδηση του θανάτου ενός επιστήμονα, ανεξάρτητα του πόσο σημαντικού έργου έχει επιτελέσει, αξιολογείται τόσο μηδαμινή, που ούτε καν αναφέρεται. Στην καλύτερη περίπτωση, αν υπάρχουν συγγενείς ή και φίλοι, με κάποιες γνωριμίες στις εφημερίδες, να περάσει κανένα καρεδάκι, που ενίοτε ορθώνεται σε μονοστηλάκι. Ειδάλλως, η είδηση του θανάτου καταχωρείται μόνο στα “κοινωνικά”. Σε αυτές τις αφανείς, κατά την κρίση των δημοσιογράφων, περιπτώσεις, φαίνεται πως ανήκει και η Κυριακή Μαμώνη. Έχουμε κρατήσει από τη στήλη των “κοινωνικών” την αγγελία της κηδείας της, στις 16 Απριλίου 2007. Άλλη αναφορά δεν εντοπίσαμε, τουλάχιστον όσο αφορά τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Στην αδιαφορία, ενδεχομένως να συμβάλλει και η ανυπαρξία οικογένειας. Μόνο μια αδελφή και μια αδελφική φίλη μνημονεύονται στην αγγελία. Ωστόσο, είναι γνωστό πως δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που μαθήτευσαν δίπλα της.
Τις προάλλες λάβαμε το τελευταίο της βιβλίο. Στο προλογικό σημείωμα, η Λήδα Ιστικοπούλου, που συνυπογράφει την έκδοση, αναφέρει πως πέθανε η Κυριακή Μαμώνη, που είχε ξεκινήσει και προωθήσει τη συγκεκριμένη μελέτη και η οποία την είχε μυήσει στο όλο έργο. Την ευχαριστεί για “την τιμαλφή μαθητεία” αλλά δεν δράττεται της ευκαιρίας για μια εκτενέστερη αναφορά στο έργο της. Κι όμως, ήταν μια καλή ευκαιρία για τη δημοσίευση ενός βιογραφικού της Μαμώνη, συμπληρωμένου και με την ημερομηνία του θανάτου της. Αν και τα τελευταία χρόνια, η χρονολογία του θανάτου, πόσω μάλλον η ημερομηνία, υποκαθίσταται από την επιγραμματική έκφραση “απέθανε πλήρης ημερών”, η οποία, τρόπον τινά, αποβαίνει συνώνυμη με το καιρός ήταν.
Η Κυριακή Μαμώνη αφιέρωσε ολόκληρο το έργο της στην ιστορία του Ελληνισμού της Θράκης και της Μικράς Ασίας. Θα πρέπει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πλέον συστηματικούς μελετητές του συγκεκριμένου χώρου. Το 2003, η ίδια είχε συγκεντρώσει ορισμένα από τα “θρακικά” μελετήματά της σε έναν τόμο, που είχε εκδοθεί κι αυτός από τον Σ.Ω.Β. Σε αυτόν, προτάσσεται σύντομο βιογραφικό της. Σύμφωνα με αυτό, γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς με ρίζες από την Ανατολική Θράκη και την Μικρά Ασία. Τα έξι πρώτα χρόνια της μαθητικής της ζωής τα πέρασε στο «Άσυλο Αγίου Ανδρέου», Νέας Σμύρνης. Ενώ, τα έξι γυμνασιακά της χρόνια στην Ευαγγελική Σχολή της ίδιας περιοχής, όπου τα δύο τελευταία χρόνια είχε διευθύντρια την Όλγα Κακριδή. Τελείωσε τη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1949 και το 1954 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Βυζαντινής Φιλολογίας στην έδρα του Νίκου Τωμαδάκη. Παράλληλα, έλαβε το δίπλωμα της Γαλλικής Φιλολογίας. Υπηρέτησε στην ιδιωτική εκπαίδευση. Όμως, ευθύς εξ αρχής, επιδόθηκε στην ταξινόμηση και μελέτη των ανέκδοτων αρχείων, που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της «Εστίας» Νέας Σμύρνης, κυρίως του Συλλόγου «Ανατολή».
Στον ίδιο τόμο υπάρχει κατάλογος με τα δημοσιεύματά της στην διάρκεια μισού και πλέον αιώνα, 1949-2002. Όπως φαίνεται, κύριο θέμα των ερευνών της αποτέλεσε ο Γιώργος Βιζυηνός. Συντάσσει βιβλιογραφία του για την περίοδο 1873-1962 και συμβάλλει καθοριστικά στη συγκέντρωση στοιχείων για τη ζωή και το έργο του. Επίσης, αναζητά τα ίχνη του στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών, φέρνοντας στο φως τη δραστηριότητα, που είχε αναπτύξει ο Βιζυηνός σχετικά με τα εκπαιδευτικά της πατρίδας του. Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο στα «Θρακικά», παρουσιάζει την αλληλογραφία του Βιζυηνού με τους παράγοντες της εκπαίδευσης στη Ανατολική Θράκη. Επίσης, δημοσιεύει μια έκθεση, που εκείνος είχε υποβάλλει στον τότε υπουργό Εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη, για την κακή κατάσταση που επικρατούσε στην επαρχία της Βιζύης μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, υπογραμμίζοντας την απόλυτη ανάγκη να λειτουργήσουν και πάλι στις εκεί κοινότητες ελληνικές σχολές.
Ένα άλλο θέμα, που η Μαμώνη ερεύνησε επί μακρόν, είναι οι ελληνικοί σύλλογοι μέσα στα όρια της οθωμανικής επικράτειας. Συγκεκριμένα, μελέτησε και κατέγραψε τη σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού σε Θράκη, Κωνσταντινούπολη και Μικρά Ασία. Ήδη, από το 1969, είχε αρχίσει να δημοσιεύει τα αποτελέσματα αυτής της έρευνάς της κατά περιοχή. Τελικά, το 2002, εκδόθηκε σε βιβλίο η μελέτη «Γυναικείοι Σύλλογοι στην Κωνσταντινούπολη (1861-1922)», και το 2006, η μελέτη «Σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία». Και τα δυο από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Ενώ, στην ολοκλήρωση και των δυο βιβλίων συμμετείχε η νεότερη ιστορικός Λήδα Ιστικοπούλου. Μάλιστα, η Μαμώνη, στο προλογικό σημείωμα του δεύτερου βιβλίου, σημειώνει χαρακτηριστικά πως η συνεργασία παλαιότερων και νεότερων ερευνητών ανοίγει νέους ορίζοντες στην έρευνα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την νεότερη θα αναμενόταν να καταρτίσει τα απαραίτητα ευρετήρια, τα οποία θα καθιστούσαν τα βιβλία χρηστικά για ένα ευρύτερο κοινό ενδιαφερομένων. Να σημειώσουμε πως η μαθητεία της Ιστικοπούλου δίπλα στη Μαμώνη απέφερε και τη μοναδική στο είδος της μελέτη «Η ελληνική ταπητουργία και η ταπητουργός στη Μικρά Ασία (1860-1922)» («Εστία», 2000)
Στο βιβλίο «Σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία», η Μαμώνη παρουσιάζει τους συλλόγους ανά περιοχή, ξεκινώντας από τη Βιθυνία. Εξαιρεί, όμως, την Κωνσταντινούπολη, όπου περιλαμβάνεται η αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως και η ασιατική ακτή του Βοσπόρου. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το πρόσφατο βιβλίο της. Το έτος εκκίνησης ολόκληρης της καταγραφής είναι το 1861 και αναφέρεται στο έτος ίδρυσης του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τους σμυρναϊκούς συλλόγους, που χρονολογούνται από το 1838, έτσι και εδώ, συμπεριλαμβάνονται και όσοι σύλλογοι ιδρύθηκαν πριν το 1861. Όσο για το καταληκτικό έτος της καταγραφής, δεν χρήζει σχολιασμού. Πάντως, και σε αυτό το βιβλίο, παρακάμπτεται η εν εκτάσει παρουσίαση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, καθώς θεωρείται ότι πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης.
Σύμφωνα με την εισαγωγή, οι σύλλογοι της Κωνσταντινούπολης υπερβαίνουν τους 800. Ανάλογα με τους σκοπούς της δημιουργίας τους εντάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες: α) φιλεκπαιδευτικούς, που στάθηκαν και οι σημαντικότεροι, β) θρησκευτικούς και φιλανθρωπικούς, που όφειλαν τη σύστασή τους στους εύπορους αστούς της Πόλης και το Πατριαρχείο, γ) επαγγελματικούς, που στόχευαν στη διασφάλιση των εργαζομένων, δ) πολιτικούς ή και εθνικούς, που άρχισαν να δημιουργούνται με την ψήφιση του τουρκικού συντάγματος του 1908, ε) σύλλογοι των αποδήμων, που έρχονταν από τον ελεύθερο ή και τον ακόμη οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό κόσμο, στ) σύλλογοι για την ενίσχυση των μεγάλων σχολών της Πόλης, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή. Δίπλα σε αυτούς στοιχίζονται οι νεανικοί σύλλογοι και ακόμη, σύλλογοι φιλολογικοί, θεατρικοί, μουσικοί και αθλητικοί. Στο βιβλίο, οι σύλλογοι παρατάσσονται κατά χρονολογική σειρά, ακολουθώντας το έτος της ίδρυσής τους. Να σημειώσουμε πως ο πρώτος σύλλογος, που καταγράφεται, ιδρύεται το 1769 και ο επόμενος, το 1803, ενώ αρχίζουν να πυκνώνουν μόνο μετά το 1861. Χαρακτηριστικό της έξαρσης, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, είναι οι συνολικά τριάντα πέντε σύλλογοι, που ιδρύθηκαν κατά την ύστατη διετία, 1921-22.
Παρά τα κατά καιρούς απαγορευτικά μέτρα της τουρκικής κυβέρνησης, οι σύλλογοι επιβίωσαν και πολλοί μακροημέρευσαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποτίμηση του έργου τους στάθηκε πάντοτε θετική. Κατά καιρούς, ορισμένοι από αυτούς κατηγορήθηκαν πως δεν ήταν αρκετά δραστήριοι ή και πως δεν εκπλήρωναν τους σκοπούς τους. Πάντως, στην Κωνσταντινούπολη, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, φαίνεται πως παρατηρήθηκε “συλλογομανία”, την οποία και διακωμώδησαν δεόντως τα τοπικά σατιρικά φύλλα της εποχής. Το τελικό, όμως, συμπέρασμα είναι ότι οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, μαζί με τις φιλανθρωπικές αδελφότητες, συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής παιδείας. Γεγονός, που εκτιμήθηκε και από τους γάλλους φιλέλληνες.
Στον τόμο, ένα σύντομο κεφάλαιο, όλο και όλο, δυο σελίδων αναφέρεται στις φιλολογικές συντροφιές. Εκεί, μνημονεύονται και ορισμένα “φιλολογικά σαλόνια”, που άνοιξαν στα χρόνια 1910-1914, όπως αυτά του δημοτικιστή Φώτη Φωτιάδη και της Σοφίας Σπανούδη. Κατά τα άλλα, το μοναδικό ευρετήριο του τόμου καταρτίστηκε με βάση την επίσημη ονομασία των συλλόγων, ενώ απουσιάζει ένα θεματικό ευρετήριο με βάση το σκοπό και τις δραστηριότητες του κάθε συλλόγου. Οπότε, εάν κάποιος ενδιαφέρεται για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, θα πρέπει να διέλθει το σύνολο των 482 σελίδων. Για παράδειγμα, εις μάτην αναζητήσαμε τον Σταύρο Βουτυρά, τον εκδότη του «Νεολόγου», που υπήρξε από τους ιδρυτές ορισμένων από τους μεγάλους συλλόγους της Πόλης.
Όμως αυτά συνιστούν λεπτομέρειες, που μπορούν να συμπληρωθούν. Το σημαντικό είναι πως ολοκληρώθηκε τελικά, σε δυο τόμους, η παρουσίαση των ελληνικών συλλόγων της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, καλύπτοντας μια εξηντάχρονη περίοδο, που έμελλε να είναι και η τελευταία της ακμής του Ελληνισμού εκείθεν του Αιγαίου.
«Σύλλογοι Κωνσταντινουπόλεως (1861-1922)
Έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων
Αθήνα, 2009
Ένα χαρακτηριστικό του αθηναϊκού Τύπου, που ποτέ δεν θα καταλάβουμε, ούτε, όμως, και θα συνηθίσουμε, είναι ο τρόπος, που ιεραρχεί και αξιολογεί τις ειδήσεις. Τρόπος, που ουδόλως αρμόζει σε μέσο μαζικής ενημέρωσης. Η είδηση του θανάτου ενός ηθοποιού ή και ενός οποιουδήποτε ανθρώπου του θεάματος κρίνεται τόσο σημαντική, που μπορεί να καταλάβει και ολόκληρη σελίδα. Ενώ, στο άλλο άκρο του φάσματος, η είδηση του θανάτου ενός επιστήμονα, ανεξάρτητα του πόσο σημαντικού έργου έχει επιτελέσει, αξιολογείται τόσο μηδαμινή, που ούτε καν αναφέρεται. Στην καλύτερη περίπτωση, αν υπάρχουν συγγενείς ή και φίλοι, με κάποιες γνωριμίες στις εφημερίδες, να περάσει κανένα καρεδάκι, που ενίοτε ορθώνεται σε μονοστηλάκι. Ειδάλλως, η είδηση του θανάτου καταχωρείται μόνο στα “κοινωνικά”. Σε αυτές τις αφανείς, κατά την κρίση των δημοσιογράφων, περιπτώσεις, φαίνεται πως ανήκει και η Κυριακή Μαμώνη. Έχουμε κρατήσει από τη στήλη των “κοινωνικών” την αγγελία της κηδείας της, στις 16 Απριλίου 2007. Άλλη αναφορά δεν εντοπίσαμε, τουλάχιστον όσο αφορά τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Στην αδιαφορία, ενδεχομένως να συμβάλλει και η ανυπαρξία οικογένειας. Μόνο μια αδελφή και μια αδελφική φίλη μνημονεύονται στην αγγελία. Ωστόσο, είναι γνωστό πως δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που μαθήτευσαν δίπλα της.
Τις προάλλες λάβαμε το τελευταίο της βιβλίο. Στο προλογικό σημείωμα, η Λήδα Ιστικοπούλου, που συνυπογράφει την έκδοση, αναφέρει πως πέθανε η Κυριακή Μαμώνη, που είχε ξεκινήσει και προωθήσει τη συγκεκριμένη μελέτη και η οποία την είχε μυήσει στο όλο έργο. Την ευχαριστεί για “την τιμαλφή μαθητεία” αλλά δεν δράττεται της ευκαιρίας για μια εκτενέστερη αναφορά στο έργο της. Κι όμως, ήταν μια καλή ευκαιρία για τη δημοσίευση ενός βιογραφικού της Μαμώνη, συμπληρωμένου και με την ημερομηνία του θανάτου της. Αν και τα τελευταία χρόνια, η χρονολογία του θανάτου, πόσω μάλλον η ημερομηνία, υποκαθίσταται από την επιγραμματική έκφραση “απέθανε πλήρης ημερών”, η οποία, τρόπον τινά, αποβαίνει συνώνυμη με το καιρός ήταν.
Η Κυριακή Μαμώνη αφιέρωσε ολόκληρο το έργο της στην ιστορία του Ελληνισμού της Θράκης και της Μικράς Ασίας. Θα πρέπει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πλέον συστηματικούς μελετητές του συγκεκριμένου χώρου. Το 2003, η ίδια είχε συγκεντρώσει ορισμένα από τα “θρακικά” μελετήματά της σε έναν τόμο, που είχε εκδοθεί κι αυτός από τον Σ.Ω.Β. Σε αυτόν, προτάσσεται σύντομο βιογραφικό της. Σύμφωνα με αυτό, γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς με ρίζες από την Ανατολική Θράκη και την Μικρά Ασία. Τα έξι πρώτα χρόνια της μαθητικής της ζωής τα πέρασε στο «Άσυλο Αγίου Ανδρέου», Νέας Σμύρνης. Ενώ, τα έξι γυμνασιακά της χρόνια στην Ευαγγελική Σχολή της ίδιας περιοχής, όπου τα δύο τελευταία χρόνια είχε διευθύντρια την Όλγα Κακριδή. Τελείωσε τη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1949 και το 1954 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Βυζαντινής Φιλολογίας στην έδρα του Νίκου Τωμαδάκη. Παράλληλα, έλαβε το δίπλωμα της Γαλλικής Φιλολογίας. Υπηρέτησε στην ιδιωτική εκπαίδευση. Όμως, ευθύς εξ αρχής, επιδόθηκε στην ταξινόμηση και μελέτη των ανέκδοτων αρχείων, που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της «Εστίας» Νέας Σμύρνης, κυρίως του Συλλόγου «Ανατολή».
Στον ίδιο τόμο υπάρχει κατάλογος με τα δημοσιεύματά της στην διάρκεια μισού και πλέον αιώνα, 1949-2002. Όπως φαίνεται, κύριο θέμα των ερευνών της αποτέλεσε ο Γιώργος Βιζυηνός. Συντάσσει βιβλιογραφία του για την περίοδο 1873-1962 και συμβάλλει καθοριστικά στη συγκέντρωση στοιχείων για τη ζωή και το έργο του. Επίσης, αναζητά τα ίχνη του στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών, φέρνοντας στο φως τη δραστηριότητα, που είχε αναπτύξει ο Βιζυηνός σχετικά με τα εκπαιδευτικά της πατρίδας του. Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο στα «Θρακικά», παρουσιάζει την αλληλογραφία του Βιζυηνού με τους παράγοντες της εκπαίδευσης στη Ανατολική Θράκη. Επίσης, δημοσιεύει μια έκθεση, που εκείνος είχε υποβάλλει στον τότε υπουργό Εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη, για την κακή κατάσταση που επικρατούσε στην επαρχία της Βιζύης μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, υπογραμμίζοντας την απόλυτη ανάγκη να λειτουργήσουν και πάλι στις εκεί κοινότητες ελληνικές σχολές.
Ένα άλλο θέμα, που η Μαμώνη ερεύνησε επί μακρόν, είναι οι ελληνικοί σύλλογοι μέσα στα όρια της οθωμανικής επικράτειας. Συγκεκριμένα, μελέτησε και κατέγραψε τη σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού σε Θράκη, Κωνσταντινούπολη και Μικρά Ασία. Ήδη, από το 1969, είχε αρχίσει να δημοσιεύει τα αποτελέσματα αυτής της έρευνάς της κατά περιοχή. Τελικά, το 2002, εκδόθηκε σε βιβλίο η μελέτη «Γυναικείοι Σύλλογοι στην Κωνσταντινούπολη (1861-1922)», και το 2006, η μελέτη «Σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία». Και τα δυο από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Ενώ, στην ολοκλήρωση και των δυο βιβλίων συμμετείχε η νεότερη ιστορικός Λήδα Ιστικοπούλου. Μάλιστα, η Μαμώνη, στο προλογικό σημείωμα του δεύτερου βιβλίου, σημειώνει χαρακτηριστικά πως η συνεργασία παλαιότερων και νεότερων ερευνητών ανοίγει νέους ορίζοντες στην έρευνα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την νεότερη θα αναμενόταν να καταρτίσει τα απαραίτητα ευρετήρια, τα οποία θα καθιστούσαν τα βιβλία χρηστικά για ένα ευρύτερο κοινό ενδιαφερομένων. Να σημειώσουμε πως η μαθητεία της Ιστικοπούλου δίπλα στη Μαμώνη απέφερε και τη μοναδική στο είδος της μελέτη «Η ελληνική ταπητουργία και η ταπητουργός στη Μικρά Ασία (1860-1922)» («Εστία», 2000)
Στο βιβλίο «Σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία», η Μαμώνη παρουσιάζει τους συλλόγους ανά περιοχή, ξεκινώντας από τη Βιθυνία. Εξαιρεί, όμως, την Κωνσταντινούπολη, όπου περιλαμβάνεται η αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως και η ασιατική ακτή του Βοσπόρου. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το πρόσφατο βιβλίο της. Το έτος εκκίνησης ολόκληρης της καταγραφής είναι το 1861 και αναφέρεται στο έτος ίδρυσης του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τους σμυρναϊκούς συλλόγους, που χρονολογούνται από το 1838, έτσι και εδώ, συμπεριλαμβάνονται και όσοι σύλλογοι ιδρύθηκαν πριν το 1861. Όσο για το καταληκτικό έτος της καταγραφής, δεν χρήζει σχολιασμού. Πάντως, και σε αυτό το βιβλίο, παρακάμπτεται η εν εκτάσει παρουσίαση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, καθώς θεωρείται ότι πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης.
Σύμφωνα με την εισαγωγή, οι σύλλογοι της Κωνσταντινούπολης υπερβαίνουν τους 800. Ανάλογα με τους σκοπούς της δημιουργίας τους εντάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες: α) φιλεκπαιδευτικούς, που στάθηκαν και οι σημαντικότεροι, β) θρησκευτικούς και φιλανθρωπικούς, που όφειλαν τη σύστασή τους στους εύπορους αστούς της Πόλης και το Πατριαρχείο, γ) επαγγελματικούς, που στόχευαν στη διασφάλιση των εργαζομένων, δ) πολιτικούς ή και εθνικούς, που άρχισαν να δημιουργούνται με την ψήφιση του τουρκικού συντάγματος του 1908, ε) σύλλογοι των αποδήμων, που έρχονταν από τον ελεύθερο ή και τον ακόμη οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό κόσμο, στ) σύλλογοι για την ενίσχυση των μεγάλων σχολών της Πόλης, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή. Δίπλα σε αυτούς στοιχίζονται οι νεανικοί σύλλογοι και ακόμη, σύλλογοι φιλολογικοί, θεατρικοί, μουσικοί και αθλητικοί. Στο βιβλίο, οι σύλλογοι παρατάσσονται κατά χρονολογική σειρά, ακολουθώντας το έτος της ίδρυσής τους. Να σημειώσουμε πως ο πρώτος σύλλογος, που καταγράφεται, ιδρύεται το 1769 και ο επόμενος, το 1803, ενώ αρχίζουν να πυκνώνουν μόνο μετά το 1861. Χαρακτηριστικό της έξαρσης, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, είναι οι συνολικά τριάντα πέντε σύλλογοι, που ιδρύθηκαν κατά την ύστατη διετία, 1921-22.
Παρά τα κατά καιρούς απαγορευτικά μέτρα της τουρκικής κυβέρνησης, οι σύλλογοι επιβίωσαν και πολλοί μακροημέρευσαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποτίμηση του έργου τους στάθηκε πάντοτε θετική. Κατά καιρούς, ορισμένοι από αυτούς κατηγορήθηκαν πως δεν ήταν αρκετά δραστήριοι ή και πως δεν εκπλήρωναν τους σκοπούς τους. Πάντως, στην Κωνσταντινούπολη, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, φαίνεται πως παρατηρήθηκε “συλλογομανία”, την οποία και διακωμώδησαν δεόντως τα τοπικά σατιρικά φύλλα της εποχής. Το τελικό, όμως, συμπέρασμα είναι ότι οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, μαζί με τις φιλανθρωπικές αδελφότητες, συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής παιδείας. Γεγονός, που εκτιμήθηκε και από τους γάλλους φιλέλληνες.
Στον τόμο, ένα σύντομο κεφάλαιο, όλο και όλο, δυο σελίδων αναφέρεται στις φιλολογικές συντροφιές. Εκεί, μνημονεύονται και ορισμένα “φιλολογικά σαλόνια”, που άνοιξαν στα χρόνια 1910-1914, όπως αυτά του δημοτικιστή Φώτη Φωτιάδη και της Σοφίας Σπανούδη. Κατά τα άλλα, το μοναδικό ευρετήριο του τόμου καταρτίστηκε με βάση την επίσημη ονομασία των συλλόγων, ενώ απουσιάζει ένα θεματικό ευρετήριο με βάση το σκοπό και τις δραστηριότητες του κάθε συλλόγου. Οπότε, εάν κάποιος ενδιαφέρεται για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, θα πρέπει να διέλθει το σύνολο των 482 σελίδων. Για παράδειγμα, εις μάτην αναζητήσαμε τον Σταύρο Βουτυρά, τον εκδότη του «Νεολόγου», που υπήρξε από τους ιδρυτές ορισμένων από τους μεγάλους συλλόγους της Πόλης.
Όμως αυτά συνιστούν λεπτομέρειες, που μπορούν να συμπληρωθούν. Το σημαντικό είναι πως ολοκληρώθηκε τελικά, σε δυο τόμους, η παρουσίαση των ελληνικών συλλόγων της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, καλύπτοντας μια εξηντάχρονη περίοδο, που έμελλε να είναι και η τελευταία της ακμής του Ελληνισμού εκείθεν του Αιγαίου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009
Οι κόρες της Χελιδόνας
Μαρία Καρδαρά
«Φλουρί Κωνσταντινάτο»
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Νοέμβριος 2008
Η Χελιδόνα, ορεινό χωριό της Ευρυτανίας, διατηρεί, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, 149 κατοίκους. Ως τόπος της λογοτεχνίας, εκτός από δημοτικά τραγούδια και αναφορές σε οδοιπορικά, μετράει και δυο μυθιστορήματα: «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Διονύση Χαριτόπουλου, που εκδόθηκε το 1983 και τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε κινηματογραφική ταινία από τον Κώστα Βρεττάκο, και το «Φλουρί Κωνσταντινάτο» της Μαρίας Καρδαρά. Και οι δυο συγγραφείς συνδέονται με την Ευρυτανία, παρόλο που αυτό το δέσιμό τους ακολούθησε ανάστροφη πορεία μέσα στο χρόνο. Αθηναίος ο Χαριτόπουλος, με μητέρα από την Ευρυτανία, δηλώνει σήμερα ως τόπο κατοικίας το Μικρό Χωριό. Γεννημένη στη Χελιδόνα η Καρδαρά, από οικογένεια Ευρυτάνων, σήμερα κατοικεί στην Αθήνα. Για τον Χαριτόπουλο, που πρωτοεμφανίστηκε το 1976, συνιστώντας μια από τις πρώιμες παρουσίες της γενιάς του ’80, «Τα παιδιά της Χελιδόνας», είναι το τρίτο βιβλίο του και το δεύτερο μυθιστόρημά του. Στη συγγραφική του διαδρομή στάθηκε το πρώτο, που εμπνεύστηκε από την Ευρυτανία, ενώ το επόμενο άργησε. Εκδόθηκε το 1997, και ήταν το «Άρης ο αρχηγός των ατάκτων». Όσο για το εμπνεύστηκε, τρόπος του λέγειν. Μάλλον το όνομα του χωριού του άρεσε για τίτλος μυθιστορήματος. Στο βιβλίο του, τα παιδιά της Χελιδόνας είναι σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Για την Καρδαρά, αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο, το οποίο και τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στον ετήσιο διαγωνισμό της Πανελλαδικής Ένωσης Λογοτεχνών. Όπως φαίνεται, ξεκίνησε ως ποιήτρια, ωστόσο, η ίδια, στο βιογραφικό της δεν δίνει συγκεκριμένα στοιχεία. Κι όμως, ο μοναδικός προορισμός ενός βιογραφικού σημειώματος είναι η επακριβής πληροφόρηση, τουλάχιστον για όσα στοιχεία δεν εμπίπτουν στην επίφοβη περιοχή των προσωπικών δεδομένων. Πέρυσι, πάντως, ποίημά της βραβεύτηκε στον ετήσιο διαγωνισμό της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου. Δυστυχώς, στις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας δίνεται ελάχιστος έως καθόλου χώρος σε παρόμοιους διαγωνισμούς και τις αντίστοιχες Εταιρείες. Κι όμως, μπορεί ένα μεγάλο τμήμα του λογοτεχνικού κόσμου να βρίσκεται συγκεντρωμένο στην Εταιρεία Συγγραφέων, ωστόσο, υπάρχουν πέντε ακόμη Εταιρείες με έδρα την Αθήνα και αρκετές άλλες, που συγκεντρώνουν τους συγγραφείς των επί μέρους διαμερισμάτων της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, το μυθιστόρημα της Καρδαρά, από όσο γνωρίζουμε, σχολιάστηκε μόνο στον Τύπο της Ευρυτανίας. Κακά τα ψέματα, οι βιβλιοπαρουσιαστές των Αθηνών εμφανίζονται ιδιαίτερα επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής. Τους απασχολεί κυρίως η ξένη λογοτεχνία, κι όταν επιλέγουν το μυθιστόρημα ενός πρωτοεμφανιζόμενου Έλληνα συγγραφέα, βασικό κριτήριο είναι η επικαιρότητα του θέματος. Προφανώς και προτιμούν ένα βιβλίο, π.χ. για τους μετανάστες ή για τα αγχωτικά αδιέξοδα του αθηναϊκού άστεως, από ένα στο οποίο πρωταγωνιστής είναι ένας μικρός τόπος, όπως η Χελιδόνα. Και πράγματι, το μικρό αυτό χωριό της Ευρυτανίας είναι ο πρωταγωνιστής στο βιβλίο της Καρδαρά.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Χαριτόπουλου θα ταίριαζε και στο δικό της βιβλίο, αφού μια κόρη της Χελιδόνας διηγείται τη ζωή της και όταν, προς το τέλος, κουράζεται, παίρνει το μίτο της αφήγησης η αδελφή της και μετά, για λίγο μόνο, η μάνα τους. Το “φλουρί κωνσταντινάτο”, που η συγγραφέας προτίμησε για τίτλο, είναι περισσότερο ένα θαυματουργό φυλαχτό παρά ένα νόμισμα. Ο παππούς της αφηγήτριας, πιστεύει πως είναι φτιαγμένο από το Τίμιο Ξύλο. Όταν, λέει, η Αγία Ελένη βρήκε το Σταυρό του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, τον χώρισε στα δυο. Από τα πριονίδια, ο γιος της, ο Μέγας Κωνσταντίνος, μη θέλοντας να τα πετάξει, τα ανάμιξε με μέταλλο και έφτιαξε τα ιερά νομίσματα. Ο παππούς ισχυρίζεται πως η γενιά τους κρατάει από την Κωνσταντινούπολη, εξ ου και το επίθετό τους Σταμπολιταίοι από το Ισταμπούλ. Άλλωστε, Ευρυτάνες βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη από τον 17ο αιώνα και η Αδελφότητα Ευρυτάνων, ιδρυμένη το 1812, είναι ένας από τους παλαιότερους συλλόγους της Πόλης.
Από τις πιο άγονες περιοχές η Ευρυτανία, οι κάτοικοί της κυνηγούσαν αλλού την τύχη τους. Διέρρεαν παντού και στάθηκαν ανάμεσα στους πρώτους μετανάστες. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα τραβούσαν για την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και τις παραδουνάβιες περιοχές. Στα τέλη του 19ου και τον 20ο έφευγαν για την Αμερική. Και αυτό, το δεύτερο κύμα της μετανάστευσης καθόρισε τη ζωή της αφηγήτριας. Μάγειρας στην Αμερική πήγε στο μεσοπόλεμο ο πατέρας της, αλλά δεν καζάντισε. Πριν φύγει, σταμάτησε τις κόρες του από το σχολείο, για να μείνουν στο πόδι του και να αναλάβουν τις δουλειές. Η αφηγήτρια πέρασε την εφηβεία δουλεύοντας τη γη και βόσκοντας τα ζωντανά. Από τη δική της σκοπιά καταγράφονται ο Πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η αναγκαστική εκτόπιση, που ακολούθησε, ως ανταρτόπληκτοι στον κάμπο του Αγρινίου, μέχρι το γυρισμό τους στο χωριό, Μάη του 1950. Τα κατοπινά χρόνια ήρθε και η δική της αποκατάσταση με συνοικέσιο. Πιστεύουμε πως το μυθιστόρημα θα κέρδιζε, αν σταματούσε σε αυτό το σημείο. Το ασθενές, όμως, σημείο κάθε πρωτοεμφανιζόμενου βρίσκεται στην οικονομία που πρέπει να κάνει στο διαθέσιμο βιωματικό υλικό. Όπως και να έχει, τότε το χωριό και ολόκληρη η Ευρυτανία γνώρισε νέο, μαζικό κύμα μετανάστευσης προς τα αστικά κέντρα, την Αμερική και την Αυστραλία. Αυτή τη φορά έφευγαν όσα παιδιά δεν είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο ή δεν είχαν πάει από εμφύλιο βόλι ή ακόμη, όσα δεν είχαν χαθεί σε κάποια παιδόπολη της Βασιλικής Πρόνοιας. Πάντως, ως τόπος στην κυριολεξία εκκενώθηκε.
Το μυθιστόρημα, ξετυλίγοντας την ιστορία της κοπέλας και της οικογένειάς της, παρουσιάζει τις περιπέτειες ολόκληρου του χωριού. Το γεγονός, μάλιστα, πως πρωταγωνιστούν γυναίκες, είτε γιατί οι άντρες πολεμούν είτε γιατί είναι ανίκανοι και καφενόβιοι, προσδίδει έναν σχεδόν ηρωικό χαρακτήρα στον αγώνα τους για επιβίωση. Λ.χ., αν επέζησαν στην Κατοχή, έστω και χωρίς αλάτι και ζάχαρη, οφειλόταν στην επινοητικότητα της μάνας, που έφτιαχνε ψωμί από βελανίδι και λιοκούκι, από τριμμένο κουκούτσι ελιάς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια ηθογραφία της σκληρής ζωής στο χωριό. Τη διήγηση διανθίζουν αναδρομές στα ειρηνικά χρόνια και όνειρα, τα οποία η αφηγήτρια θεωρεί προφητικά για τα μελλούμενα.
Μέσα από την αφήγηση προβάλλει η μικροϊστορία της Χελιδόνας. Είναι άξια προσοχής, αφού πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό χωριό, που εκφράζει τον αμιγώς ορεινό κόσμο και μια κλειστή κοινότητα. Η συγγραφέας δίνει ανάγλυφη εικόνα του τοπίου, ξεκινώντας από το πέτρινο εκατόχρονο σπίτι της, τους τρεις μαχαλάδες του χωριού και το βουνό της Χελιδόνας. Πάνω του βρίσκεται σκαρφαλωμένο το αλλοτινό Λάστοβο, που, με τις μετονομασίες, έγινε Χελιδόνα. Και ακόμη, το ποτάμι τους, ο Τρικεριώτης, τα αντικριστά χωριά στις άλλες βουνοπλαγιές, μέχρι το Μικρό Χωριό και τους δύο πύργους του Καραϊσκάκη στον Προυσσό. Τη μικροϊστορία της Χελιδόνας η Καρδαρά τη συνθέτει, παρουσιάζοντας κάποια έθιμα, όπως αυτά του γάμου, που παρατίθενται με κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη, περιγράφοντας εργαλεία, χρηστικά αντικείμενα, εδέσματα μέχρι την εσωτερική επίπλωση και κατασκευή των σπιτιών. Τέλος, περισώζει το τοπικό ιδίωμα, παραθέτοντας και σχετικό γλωσσάρι. Και όλα αυτά χωρίς η αφήγηση να χάνει σε γλαφυρότητα. Αντίθετα, ζωηρεύει χάρις στις στιχομυθίες και, σε ορισμένα σημεία, αποκτά ελεγειακούς τόνους, καθώς ενσωματώνονται στίχοι από δημοτικά τραγούδια.
Μένει να αναφερθούμε στα εμπόλεμα πάθη, ιδιαίτερα τα εμφύλια. Αυτά ανιστορούνται, όπως ακριβώς τα βίωσε η αφηγήτρια, με την αγριότητα μοιρασμένη και στις δυο πλευρές. Ήταν “οι κεφαλές του χωριού”, που αποφάσισαν να υποδεχτούν τους Γερμανούς “στο έμπα τ’ Αϊ-Γιάννη” με τσίπουρα, φοβούμενοι τη φωτιά και την ατίμωση. Και λίγο αργότερα, οι ίδιοι αποφάσισαν, “σε μια οικογένεια που ’χε δυο άντρες, ο ένας να πάει αντάρτης και ο άλλος στο στρατό”. Και πάλι, για την ασφάλεια του χωριού. Εκείνο που μάλλον δεν προέβλεψαν ήταν το μίσος, που οι ινστρούχτορες της κάθε πλευράς έσπειραν για να δημιουργήσουν αρραγή μέτωπα. Πάντως, η οικογένεια της αφηγήτριας, με γαμπρό αντάρτη, βοήθησε τους αντάρτες και αντιμετώπισε το μένος των Μάυδων και των παρακρατικών.
Ως μοναδική ηρωική φιγούρα προβάλλει ο Άρης Βελουχιώτης. “Έρχονται τα Χερουβείμ... και τα Σεραφείμ. Τάγματα αγγέλων... Ο Αϊ-Γιώργης έρχεται στ’ άσπρο άλογο...” φώναζε ο πατέρας της, που τότε έβγαινε από επιδημία τύφου και “έλεγε διάφορα παράξενα”. Η αφηγήτρια θυμάται τον Βελουχιώτη, μαυρογένη, με το μάτι του στυλωμένο στη Χελιδόνα. “Πήραν τα άλογα και τον ανήφορο για το βουνό”. Πήγαιναν προς το Μικρό Χωριό. Την εκεί μάχη, η συγγραφέας την συνοψίζει με το γνωστό άσμα:
«Βαριά στενάζουν τα βουνά/ κι ο ήλιος συννεφιάζει./ Λαμποκοπούν γυμνά σπαθιά, / πέφτουν ντουφέκια ανάρια./ Ο Άρης κάνει πόλεμο,/ μ’ αντάρτες παλικάρια.» Ήταν 18 Δεκεμβρίου 1942, όταν διακόσιοι αντάρτες είχαν απέναντί τους δυο χιλιάδες Ιταλούς και τους κατατρόπωσαν. Στο βιβλίο, πάντως, ο Βελουχιώτης μόλις που πιάνει δύο σελίδες.
Το μυθιστόρημα της Καρδαρά ζωντανεύει έναν κόσμο που έφυγε και μια εποχή που ετάφει οριστικά κάτω από τους νεωτερισμούς μιας άλλης. Καθόλου τυχαία, ο Χαριτόπουλος αποκαλεί την Χελιδόνα Καρπενησίου “μικρή Ελβετία”. Αυτό είναι για τον σημερινό Έλληνα, που έρχεται εδώ ως επισκέπτης, είτε για να προσκυνήσει το Μοναστήρι του Προυσσού είτε για τα χειμερινά σπορ που προσφέρει η περιοχή. Πάλι καλά, που κάποιες κόρες της Χελιδόνας ανιστορούν τις διηγήσεις, με τις οποίες μεγάλωσαν.
«Φλουρί Κωνσταντινάτο»
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Νοέμβριος 2008
Η Χελιδόνα, ορεινό χωριό της Ευρυτανίας, διατηρεί, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, 149 κατοίκους. Ως τόπος της λογοτεχνίας, εκτός από δημοτικά τραγούδια και αναφορές σε οδοιπορικά, μετράει και δυο μυθιστορήματα: «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Διονύση Χαριτόπουλου, που εκδόθηκε το 1983 και τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε κινηματογραφική ταινία από τον Κώστα Βρεττάκο, και το «Φλουρί Κωνσταντινάτο» της Μαρίας Καρδαρά. Και οι δυο συγγραφείς συνδέονται με την Ευρυτανία, παρόλο που αυτό το δέσιμό τους ακολούθησε ανάστροφη πορεία μέσα στο χρόνο. Αθηναίος ο Χαριτόπουλος, με μητέρα από την Ευρυτανία, δηλώνει σήμερα ως τόπο κατοικίας το Μικρό Χωριό. Γεννημένη στη Χελιδόνα η Καρδαρά, από οικογένεια Ευρυτάνων, σήμερα κατοικεί στην Αθήνα. Για τον Χαριτόπουλο, που πρωτοεμφανίστηκε το 1976, συνιστώντας μια από τις πρώιμες παρουσίες της γενιάς του ’80, «Τα παιδιά της Χελιδόνας», είναι το τρίτο βιβλίο του και το δεύτερο μυθιστόρημά του. Στη συγγραφική του διαδρομή στάθηκε το πρώτο, που εμπνεύστηκε από την Ευρυτανία, ενώ το επόμενο άργησε. Εκδόθηκε το 1997, και ήταν το «Άρης ο αρχηγός των ατάκτων». Όσο για το εμπνεύστηκε, τρόπος του λέγειν. Μάλλον το όνομα του χωριού του άρεσε για τίτλος μυθιστορήματος. Στο βιβλίο του, τα παιδιά της Χελιδόνας είναι σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Για την Καρδαρά, αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο, το οποίο και τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στον ετήσιο διαγωνισμό της Πανελλαδικής Ένωσης Λογοτεχνών. Όπως φαίνεται, ξεκίνησε ως ποιήτρια, ωστόσο, η ίδια, στο βιογραφικό της δεν δίνει συγκεκριμένα στοιχεία. Κι όμως, ο μοναδικός προορισμός ενός βιογραφικού σημειώματος είναι η επακριβής πληροφόρηση, τουλάχιστον για όσα στοιχεία δεν εμπίπτουν στην επίφοβη περιοχή των προσωπικών δεδομένων. Πέρυσι, πάντως, ποίημά της βραβεύτηκε στον ετήσιο διαγωνισμό της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου. Δυστυχώς, στις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας δίνεται ελάχιστος έως καθόλου χώρος σε παρόμοιους διαγωνισμούς και τις αντίστοιχες Εταιρείες. Κι όμως, μπορεί ένα μεγάλο τμήμα του λογοτεχνικού κόσμου να βρίσκεται συγκεντρωμένο στην Εταιρεία Συγγραφέων, ωστόσο, υπάρχουν πέντε ακόμη Εταιρείες με έδρα την Αθήνα και αρκετές άλλες, που συγκεντρώνουν τους συγγραφείς των επί μέρους διαμερισμάτων της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, το μυθιστόρημα της Καρδαρά, από όσο γνωρίζουμε, σχολιάστηκε μόνο στον Τύπο της Ευρυτανίας. Κακά τα ψέματα, οι βιβλιοπαρουσιαστές των Αθηνών εμφανίζονται ιδιαίτερα επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής. Τους απασχολεί κυρίως η ξένη λογοτεχνία, κι όταν επιλέγουν το μυθιστόρημα ενός πρωτοεμφανιζόμενου Έλληνα συγγραφέα, βασικό κριτήριο είναι η επικαιρότητα του θέματος. Προφανώς και προτιμούν ένα βιβλίο, π.χ. για τους μετανάστες ή για τα αγχωτικά αδιέξοδα του αθηναϊκού άστεως, από ένα στο οποίο πρωταγωνιστής είναι ένας μικρός τόπος, όπως η Χελιδόνα. Και πράγματι, το μικρό αυτό χωριό της Ευρυτανίας είναι ο πρωταγωνιστής στο βιβλίο της Καρδαρά.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Χαριτόπουλου θα ταίριαζε και στο δικό της βιβλίο, αφού μια κόρη της Χελιδόνας διηγείται τη ζωή της και όταν, προς το τέλος, κουράζεται, παίρνει το μίτο της αφήγησης η αδελφή της και μετά, για λίγο μόνο, η μάνα τους. Το “φλουρί κωνσταντινάτο”, που η συγγραφέας προτίμησε για τίτλο, είναι περισσότερο ένα θαυματουργό φυλαχτό παρά ένα νόμισμα. Ο παππούς της αφηγήτριας, πιστεύει πως είναι φτιαγμένο από το Τίμιο Ξύλο. Όταν, λέει, η Αγία Ελένη βρήκε το Σταυρό του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, τον χώρισε στα δυο. Από τα πριονίδια, ο γιος της, ο Μέγας Κωνσταντίνος, μη θέλοντας να τα πετάξει, τα ανάμιξε με μέταλλο και έφτιαξε τα ιερά νομίσματα. Ο παππούς ισχυρίζεται πως η γενιά τους κρατάει από την Κωνσταντινούπολη, εξ ου και το επίθετό τους Σταμπολιταίοι από το Ισταμπούλ. Άλλωστε, Ευρυτάνες βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη από τον 17ο αιώνα και η Αδελφότητα Ευρυτάνων, ιδρυμένη το 1812, είναι ένας από τους παλαιότερους συλλόγους της Πόλης.
Από τις πιο άγονες περιοχές η Ευρυτανία, οι κάτοικοί της κυνηγούσαν αλλού την τύχη τους. Διέρρεαν παντού και στάθηκαν ανάμεσα στους πρώτους μετανάστες. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα τραβούσαν για την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και τις παραδουνάβιες περιοχές. Στα τέλη του 19ου και τον 20ο έφευγαν για την Αμερική. Και αυτό, το δεύτερο κύμα της μετανάστευσης καθόρισε τη ζωή της αφηγήτριας. Μάγειρας στην Αμερική πήγε στο μεσοπόλεμο ο πατέρας της, αλλά δεν καζάντισε. Πριν φύγει, σταμάτησε τις κόρες του από το σχολείο, για να μείνουν στο πόδι του και να αναλάβουν τις δουλειές. Η αφηγήτρια πέρασε την εφηβεία δουλεύοντας τη γη και βόσκοντας τα ζωντανά. Από τη δική της σκοπιά καταγράφονται ο Πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η αναγκαστική εκτόπιση, που ακολούθησε, ως ανταρτόπληκτοι στον κάμπο του Αγρινίου, μέχρι το γυρισμό τους στο χωριό, Μάη του 1950. Τα κατοπινά χρόνια ήρθε και η δική της αποκατάσταση με συνοικέσιο. Πιστεύουμε πως το μυθιστόρημα θα κέρδιζε, αν σταματούσε σε αυτό το σημείο. Το ασθενές, όμως, σημείο κάθε πρωτοεμφανιζόμενου βρίσκεται στην οικονομία που πρέπει να κάνει στο διαθέσιμο βιωματικό υλικό. Όπως και να έχει, τότε το χωριό και ολόκληρη η Ευρυτανία γνώρισε νέο, μαζικό κύμα μετανάστευσης προς τα αστικά κέντρα, την Αμερική και την Αυστραλία. Αυτή τη φορά έφευγαν όσα παιδιά δεν είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο ή δεν είχαν πάει από εμφύλιο βόλι ή ακόμη, όσα δεν είχαν χαθεί σε κάποια παιδόπολη της Βασιλικής Πρόνοιας. Πάντως, ως τόπος στην κυριολεξία εκκενώθηκε.
Το μυθιστόρημα, ξετυλίγοντας την ιστορία της κοπέλας και της οικογένειάς της, παρουσιάζει τις περιπέτειες ολόκληρου του χωριού. Το γεγονός, μάλιστα, πως πρωταγωνιστούν γυναίκες, είτε γιατί οι άντρες πολεμούν είτε γιατί είναι ανίκανοι και καφενόβιοι, προσδίδει έναν σχεδόν ηρωικό χαρακτήρα στον αγώνα τους για επιβίωση. Λ.χ., αν επέζησαν στην Κατοχή, έστω και χωρίς αλάτι και ζάχαρη, οφειλόταν στην επινοητικότητα της μάνας, που έφτιαχνε ψωμί από βελανίδι και λιοκούκι, από τριμμένο κουκούτσι ελιάς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια ηθογραφία της σκληρής ζωής στο χωριό. Τη διήγηση διανθίζουν αναδρομές στα ειρηνικά χρόνια και όνειρα, τα οποία η αφηγήτρια θεωρεί προφητικά για τα μελλούμενα.
Μέσα από την αφήγηση προβάλλει η μικροϊστορία της Χελιδόνας. Είναι άξια προσοχής, αφού πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό χωριό, που εκφράζει τον αμιγώς ορεινό κόσμο και μια κλειστή κοινότητα. Η συγγραφέας δίνει ανάγλυφη εικόνα του τοπίου, ξεκινώντας από το πέτρινο εκατόχρονο σπίτι της, τους τρεις μαχαλάδες του χωριού και το βουνό της Χελιδόνας. Πάνω του βρίσκεται σκαρφαλωμένο το αλλοτινό Λάστοβο, που, με τις μετονομασίες, έγινε Χελιδόνα. Και ακόμη, το ποτάμι τους, ο Τρικεριώτης, τα αντικριστά χωριά στις άλλες βουνοπλαγιές, μέχρι το Μικρό Χωριό και τους δύο πύργους του Καραϊσκάκη στον Προυσσό. Τη μικροϊστορία της Χελιδόνας η Καρδαρά τη συνθέτει, παρουσιάζοντας κάποια έθιμα, όπως αυτά του γάμου, που παρατίθενται με κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη, περιγράφοντας εργαλεία, χρηστικά αντικείμενα, εδέσματα μέχρι την εσωτερική επίπλωση και κατασκευή των σπιτιών. Τέλος, περισώζει το τοπικό ιδίωμα, παραθέτοντας και σχετικό γλωσσάρι. Και όλα αυτά χωρίς η αφήγηση να χάνει σε γλαφυρότητα. Αντίθετα, ζωηρεύει χάρις στις στιχομυθίες και, σε ορισμένα σημεία, αποκτά ελεγειακούς τόνους, καθώς ενσωματώνονται στίχοι από δημοτικά τραγούδια.
Μένει να αναφερθούμε στα εμπόλεμα πάθη, ιδιαίτερα τα εμφύλια. Αυτά ανιστορούνται, όπως ακριβώς τα βίωσε η αφηγήτρια, με την αγριότητα μοιρασμένη και στις δυο πλευρές. Ήταν “οι κεφαλές του χωριού”, που αποφάσισαν να υποδεχτούν τους Γερμανούς “στο έμπα τ’ Αϊ-Γιάννη” με τσίπουρα, φοβούμενοι τη φωτιά και την ατίμωση. Και λίγο αργότερα, οι ίδιοι αποφάσισαν, “σε μια οικογένεια που ’χε δυο άντρες, ο ένας να πάει αντάρτης και ο άλλος στο στρατό”. Και πάλι, για την ασφάλεια του χωριού. Εκείνο που μάλλον δεν προέβλεψαν ήταν το μίσος, που οι ινστρούχτορες της κάθε πλευράς έσπειραν για να δημιουργήσουν αρραγή μέτωπα. Πάντως, η οικογένεια της αφηγήτριας, με γαμπρό αντάρτη, βοήθησε τους αντάρτες και αντιμετώπισε το μένος των Μάυδων και των παρακρατικών.
Ως μοναδική ηρωική φιγούρα προβάλλει ο Άρης Βελουχιώτης. “Έρχονται τα Χερουβείμ... και τα Σεραφείμ. Τάγματα αγγέλων... Ο Αϊ-Γιώργης έρχεται στ’ άσπρο άλογο...” φώναζε ο πατέρας της, που τότε έβγαινε από επιδημία τύφου και “έλεγε διάφορα παράξενα”. Η αφηγήτρια θυμάται τον Βελουχιώτη, μαυρογένη, με το μάτι του στυλωμένο στη Χελιδόνα. “Πήραν τα άλογα και τον ανήφορο για το βουνό”. Πήγαιναν προς το Μικρό Χωριό. Την εκεί μάχη, η συγγραφέας την συνοψίζει με το γνωστό άσμα:
«Βαριά στενάζουν τα βουνά/ κι ο ήλιος συννεφιάζει./ Λαμποκοπούν γυμνά σπαθιά, / πέφτουν ντουφέκια ανάρια./ Ο Άρης κάνει πόλεμο,/ μ’ αντάρτες παλικάρια.» Ήταν 18 Δεκεμβρίου 1942, όταν διακόσιοι αντάρτες είχαν απέναντί τους δυο χιλιάδες Ιταλούς και τους κατατρόπωσαν. Στο βιβλίο, πάντως, ο Βελουχιώτης μόλις που πιάνει δύο σελίδες.
Το μυθιστόρημα της Καρδαρά ζωντανεύει έναν κόσμο που έφυγε και μια εποχή που ετάφει οριστικά κάτω από τους νεωτερισμούς μιας άλλης. Καθόλου τυχαία, ο Χαριτόπουλος αποκαλεί την Χελιδόνα Καρπενησίου “μικρή Ελβετία”. Αυτό είναι για τον σημερινό Έλληνα, που έρχεται εδώ ως επισκέπτης, είτε για να προσκυνήσει το Μοναστήρι του Προυσσού είτε για τα χειμερινά σπορ που προσφέρει η περιοχή. Πάλι καλά, που κάποιες κόρες της Χελιδόνας ανιστορούν τις διηγήσεις, με τις οποίες μεγάλωσαν.
Μ. Θεοδοσοπούλου
«Το Δέντρο» Τεύχος 169-170 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009
Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο και με αφορμή το φετινό επετειακό έτος Ρίτσου. Το τεύχος συνοδεύεται από CD, στο οποίο το βαρύ πυροβολικό της γενιάς του ’70, δεκατέσσερις τον αριθμό, και τρεις από τις άλλες γενιές, Τίτος Πατρίκιος, Μάνος Ελευθερίου και Παντελής Μπουκάλας, διαβάζουν ποιήματά του. Στο κυρίως σώμα του τεύχους, σαράντα συγγραφείς γράφουν γι’ αυτόν. Ανάμεσά τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Αλέξανδρος Αργυρίου. Το κείμενο του Σινόπουλου είναι απόσπασμα κριτικής του για δύο ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, «Μαρτυρίες» και «12 ποιήματα για τον Καβάφη», δημοσιευμένης στο περιοδικό «Εποχές», Μάιο 1964: «... Είναι λοιπόν “χαλκέντερος” ο Ρίτσος. Γράφει μικρά, αλλά και μεγάλα ποιήματα. Και πολλά. Πρόκειται για μια διηνεκή, ασταμάτητη ποιητική ενέργεια...».
Το κείμενο του Αργυρίου, που τιτλοφορείται «Ένας συνοπτικός -αποδεικτικός; -λόγος για τον Ρίτσο», θέτει ως εκκίνηση το ερώτημα, γιατί ένας ποιητής σαν τον Ρίτσο, που σήμερα όλοι κατατάσσουν στους μεγάλους της ποίησης, πριν εξήντα χρόνια, στον κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα», αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση. Παραθέτει, μάλιστα, και μια ανάμνησή του από τον καιρό της Κατοχής. Τότε, είχε κυκλοφορήσει η συλλογή ποιημάτων του Ρίτσου «Δοκιμασία». “Ο Ελύτης έλεγε ότι την πρώτη φορά που τη διάβασε ενθουσιάστηκε, όμως, όταν την ξαναδιάβασε απογοητεύθηκε.” Ο Αργυρίου κάνει την υπόθεση πως αυτή η αντίδραση του Ελύτη οφειλόταν “στα φθαρτά υλικά”, με τα οποία είναι καταρτισμένη η ποίηση του Ρίτσου, όπως, άλλωστε, και εκείνη του Καβάφη. Γι’ αυτό, ο Ελύτης αλλά και ο Σεφέρης δεν τα πήγαιναν καλά με την ποίηση του Αλεξανδρινού. Μια ποίηση με “φθαρτά υλικά” έδειχνε “φθαρτή”. Στη συνέχεια επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε ένα ποίημα εκείνης της συλλογής του Ρίτσου, το «Άνεμοι στα δειλινά προάστια». Δίκην παραδείγματος προχωρά στην ανάλυση του ποιήματος, καταμετρώντας τα ουσιαστικά και τα ρήματα, που συνιστούν “τους φορείς σημασίας” του ποιήματος. Το πόρισμά του είναι το υψηλό ποσοστό “φορέων σημασίας” έναντι της γυμνότητας από επίθετα του ποιήματος. Και καταλήγει πως ο ποιητικός λόγος του Ρίτσου είναι λιτός και απέριττος. Παροτρύνει να εξεταστεί η ποίηση του Ρίτσου από αυτήν την σκοπιά. Διαβλέποντας μια ποίηση οραματική, υψηλής στάθμης.
Το κείμενο του Αργυρίου, που τιτλοφορείται «Ένας συνοπτικός -αποδεικτικός; -λόγος για τον Ρίτσο», θέτει ως εκκίνηση το ερώτημα, γιατί ένας ποιητής σαν τον Ρίτσο, που σήμερα όλοι κατατάσσουν στους μεγάλους της ποίησης, πριν εξήντα χρόνια, στον κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα», αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση. Παραθέτει, μάλιστα, και μια ανάμνησή του από τον καιρό της Κατοχής. Τότε, είχε κυκλοφορήσει η συλλογή ποιημάτων του Ρίτσου «Δοκιμασία». “Ο Ελύτης έλεγε ότι την πρώτη φορά που τη διάβασε ενθουσιάστηκε, όμως, όταν την ξαναδιάβασε απογοητεύθηκε.” Ο Αργυρίου κάνει την υπόθεση πως αυτή η αντίδραση του Ελύτη οφειλόταν “στα φθαρτά υλικά”, με τα οποία είναι καταρτισμένη η ποίηση του Ρίτσου, όπως, άλλωστε, και εκείνη του Καβάφη. Γι’ αυτό, ο Ελύτης αλλά και ο Σεφέρης δεν τα πήγαιναν καλά με την ποίηση του Αλεξανδρινού. Μια ποίηση με “φθαρτά υλικά” έδειχνε “φθαρτή”. Στη συνέχεια επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε ένα ποίημα εκείνης της συλλογής του Ρίτσου, το «Άνεμοι στα δειλινά προάστια». Δίκην παραδείγματος προχωρά στην ανάλυση του ποιήματος, καταμετρώντας τα ουσιαστικά και τα ρήματα, που συνιστούν “τους φορείς σημασίας” του ποιήματος. Το πόρισμά του είναι το υψηλό ποσοστό “φορέων σημασίας” έναντι της γυμνότητας από επίθετα του ποιήματος. Και καταλήγει πως ο ποιητικός λόγος του Ρίτσου είναι λιτός και απέριττος. Παροτρύνει να εξεταστεί η ποίηση του Ρίτσου από αυτήν την σκοπιά. Διαβλέποντας μια ποίηση οραματική, υψηλής στάθμης.
Στρατηγικές του έρωτα και της αφήγησης
Δημήτρης Αλεξίου
«Τέσσερις ώρες»
Εικονογράφηση
Δημήτρης Ταλαγάνης
Εκδόσεις Εριφύλη
Μάιος 2009
Και πάλι, ο λόγος για διηγήματα. Κι αυτό, γιατί πιστεύουμε ότι, μετά την ποίηση, είναι το λογοτεχνικό είδος, στο οποίο προβάλλει ευκρινέστερα η ιδιοπροσωπία της ελληνικής λογοτεχνίας. Και αυτή τη φορά, πρόκειται για μια ολιγοσέλιδη συλλογή διηγημάτων. Τα τελευταία χρόνια, οι συλλογές διηγημάτων, ως προς τον αριθμό των σελίδων, κινούνται στα άκρα, είτε ισχνές είτε ογκώδεις. Όπως φαίνεται, οι συγγραφείς, όταν αποφασίζουν να συγκεντρώσουν τα διηγήματά τους, χάνουν το μέτρο. Άλλοι εμφανίζονται άκρως επιλεκτικοί και άλλοι περισυλλέγουν αδιακρίτως άπαντα τα υπάρχοντα. Βεβαίως, στην πρώτη περίπτωση, ανήκουν οι ολιγογράφοι, που δεν γράφουν ιστορίες αλλά διηγήματα, τα οποία και κυοφορούν επί μακρόν. Ενώ, στη δεύτερη ομάδα, ανήκουν κυρίως οι νεότεροι, που εκδίδουν τα βιβλία τους σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Πιέζονται να γράψουν μυθιστόρημα και καθώς αδυνατούν ή δεν τους βγαίνει, φουσκώνουν τις συλλογές τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσεγγίσουν, τουλάχιστον ως προς τον αριθμό των σελίδων, το στόχο τους. Το συγκεκριμένο, ωστόσο, βιβλίο ανήκει σε μια τρίτη κατηγορία. Αυτήν των τυποτεχνικά ωραίων εκδόσεων, που ορισμένοι συγγραφείς έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν εις εαυτούς. Πρόκειται για μια έκδοση, που θυμίζει πώς ήταν τα βιβλία άλλοτε· πολυτονικά και χειροποίητα.
Δόκιμος ποιητής της γενιάς του ’70 ο Δημήτρης Αλεξίου, έχει εκδώσει και παλαιότερα αφηγηματικά βιβλία. Στο καινούριό του βιβλίο, συγκεντρώνει τέσσερα διηγήματα, γραμμένα, όπως δηλώνει και με τον τίτλο της συλλογής, σε τέσσερις διαφορετικές “ώρες” της ζωής του. Πάντως, δεν πρόκειται για διαφορετικές εποχές, αφού και οι τέσσερις τοποθετούνται μέσα στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, παρά μόνο, ίσως, για ξεχωριστές περιστάσεις. Ο συγγραφέας δανείζει στον αφηγητή τις βιογραφικές συντεταγμένες του, δηλαδή το μικρό του όνομα, τον τόπο των παιδικών του χρόνων και το επάγγελμά του. Ποιητής συστήνεται και ο αφηγητής του. Μάλιστα, το υπογραμμίζει, όταν πρόκειται για μια καινούρια γυναικεία γνωριμία. Γιατί γνωρίζει από την εμπειρία του πως αυτό είναι ένα από τα κλειδιά, που ανοίγει τις ρομαντικές καρδιές του έτερου φύλου. Η ταυτοποίηση, ωστόσο, συγγραφέα και αφηγητή δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει πως πρόκειται, εν μέρει ή πόσω μάλλον εξ ολοκλήρου, για προσωπικά βιώματα του συγγραφέα. Είναι προφανές πως ο Αλεξίου συνεχίζει δια της αφηγηματικής οδού το ποιητικό του ημερολόγιο. Στο γνώριμο και από την ποίησή του πραγματολογικό πλαίσιο, παρεμβαίνει μυθοπλαστικά. Έτσι δημιουργεί έναν πρόσθετο “επάλληλο μύθο”, για να θυμηθούμε και τον τίτλο μιας παλαιότερης ποιητικής συλλογής του, την οποία ο αφηγητής, στο πρώτο διήγημα, προσφέρει μετά αφιερώσεως σε μια καινούρια γνωριμία του. Δεν αποκαλύπτει τα ακριβή λόγια της αφιέρωσης. Περιορίζεται μόνο στο γενικόλογο, “Η γνωστή αφιέρωση, με τον γνωστό τρόπο”, με το οποίο και υπονοεί πως είναι έμπειρος στην ερωτική στρατηγική. Όπου, κατά τη ρήση, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, επιστρατεύει και την ποιητική του ιδιότητα.
«Κορίνα» είναι ο τίτλος του πρώτου διηγήματος και το θέμα του είναι η κατάκτηση μιας γυναίκας ονόματι Κορίνας. Η αφήγηση παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από τη δική του οπτική γωνία. Ένας παντρεμένος, που έχει προ πολλού βαρεθεί την έγγαμη ρουτίνα, γνωρίζει έναν “κορίτσαρο” και αποφασίζει να τα τινάξει όλα στον αέρα. Το διήγημα, όμως, δεν εστιάζει στα υπαρξιακά του διλήμματα, αλλά στην ενδεδειγμένη τακτική κινήσεων. Αρχικά εφαρμόζει παρελκυστικές και διερευνητικές κινήσεις, για να καταλήξει σε αποφασιστικά και τολμηρά διαβήματα. Αισθησιακές οι περιγραφές των περιπτύξεων, με τη γυναίκα να ανθίσταται και εκείνον να επιμένει. Παρότι ποιητής και παρόλο που αρχικά υποστηρίζει πως το ζητούμενο δεν είναι να “κοιμηθεί μαζί της”, εν τέλει, το ερωτικό παιχνίδι επαναλαμβάνεται στερεότυπο, χωρίς, ωστόσο, να χάνει το ενδιαφέρον του.
Το χαρακτηριστικό στην αφήγηση του Αλεξίου είναι οι σύντομες φράσεις. Αν δεχτούμε πως η μονάδα στην ποίηση είναι η λέξη και στην πρόζα η φράση, παραλλάσσοντας ελαφρώς τη σεφερική διατύπωση, τότε η φράση του Αλεξίου αντανακλά, τη θυμική κατάσταση του αφηγητή. Ιδιαίτερα σε αυτό το πρώτο διήγημα, όπου τονίζει το ρήμα, προτάσσοντάς το, δείχνει τη νευρικότητά του, καθώς καταστρώνει το σχέδιο πολιορκίας, ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του. Η διάχυτη ανυπομονησία του δίνει έναν τερπνό χαρακτήρα στην αφήγηση, καθώς, ουσιαστικά, σκιαγραφεί μια αρχετυπική συμπεριφορά, όπως είναι η αρσενική αδημονία για ό,τι μέλλεται να ακολουθήσει.
Πλησιέστερα στο ποιητικό σύμπαν του Αλεξίου βρίσκεται το τέταρτο διήγημα της συλλογής. Κι αυτό χαρακτηρίζεται ερωτικό, μόνο που σε αυτό υπερισχύει η στοχαστική διάθεση. Ο τίτλος είναι «Έτος 2001 μ.Χ.», όπου ο αφηγητής ορίζει ως αρχή του 21ου αιώνα την πρωτοχρονιά του 2001 και όχι του 2000, όπως παγκοσμίως εορτάστηκε. Το διήγημα εκτυλίσσεται στο Σούνιο, τόπο προσφιλή του ποιητικού “οδοιπόρου” αλλά και του αφηγητή, αφού αποφασίζει να υποδεχτεί εκεί τον καινούριο αιώνα. Το λυκαυγές τον βρίσκει να περιδιαβαίνει στο ναό του Ποσειδώνα, αναφωνώντας τα ονόματα των γυναικών της ζωής του. Καταλογάδην φθάνει τα 329, χωρισμένα σε έξι ομάδες και χωρίς επαναλήψεις. Και πάλι αυτοσυστήνεται ποιητής, ετών πενήντα, ομολογώντας πως ζει με την ελπίδα να βρει κι αυτός, όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές, μια Λολίτα. Εδώ είναι διάχυτος ο αυτοσαρκασμός. Από τόση προσπάθεια που κατέβαλε αυτός ο συστηματικός εραστής για την κατάκτηση του ωραίου φύλου, απέμειναν μόνο ονόματα. Ακόμη και μια νεανική αγάπη που είχε μείνει στις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του να υποδεχθούν συντροφιά την καινούρια χιλιετία.
Υπάρχουν ακόμη δυο διηγήματα. Στο ένα, ο αφηγητής αποπειράται μια κατάδυση στην παιδική ηλικία, ενώ στο άλλο αφηγείται ένα όνειρο. Λυμένοι οι λογικοί αρμοί, γνώριμα στον ενυπνιαζόμενο αφηγητή τα σκηνικά, η αφήγηση, όμως, είναι περισσότερο συνεκτική από όσο θα επέτρεπε η ονειρική απροσδιοριστία. Πάντως, στο πρώτο κομμάτι, το ερωτικό, οι ελλειπτικές προτάσεις αποδίδουν την αίσθηση που αφήνει ένα όνειρο. Τελικά, υπάρχουν ορισμένοι ποιητές, ιδιαίτερα κάποιοι της γενιάς του ’70, που, με τα λιγοστά πεζά τους, γεννούν το ερώτημα, πόσο καλοί πεζογράφοι θα γίνονταν, αν είχαν επιδοθεί συστηματικά, αντί της ποίησης, στην καλλιέργεια της αφήγησης.
«Τέσσερις ώρες»
Εικονογράφηση
Δημήτρης Ταλαγάνης
Εκδόσεις Εριφύλη
Μάιος 2009
Και πάλι, ο λόγος για διηγήματα. Κι αυτό, γιατί πιστεύουμε ότι, μετά την ποίηση, είναι το λογοτεχνικό είδος, στο οποίο προβάλλει ευκρινέστερα η ιδιοπροσωπία της ελληνικής λογοτεχνίας. Και αυτή τη φορά, πρόκειται για μια ολιγοσέλιδη συλλογή διηγημάτων. Τα τελευταία χρόνια, οι συλλογές διηγημάτων, ως προς τον αριθμό των σελίδων, κινούνται στα άκρα, είτε ισχνές είτε ογκώδεις. Όπως φαίνεται, οι συγγραφείς, όταν αποφασίζουν να συγκεντρώσουν τα διηγήματά τους, χάνουν το μέτρο. Άλλοι εμφανίζονται άκρως επιλεκτικοί και άλλοι περισυλλέγουν αδιακρίτως άπαντα τα υπάρχοντα. Βεβαίως, στην πρώτη περίπτωση, ανήκουν οι ολιγογράφοι, που δεν γράφουν ιστορίες αλλά διηγήματα, τα οποία και κυοφορούν επί μακρόν. Ενώ, στη δεύτερη ομάδα, ανήκουν κυρίως οι νεότεροι, που εκδίδουν τα βιβλία τους σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Πιέζονται να γράψουν μυθιστόρημα και καθώς αδυνατούν ή δεν τους βγαίνει, φουσκώνουν τις συλλογές τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσεγγίσουν, τουλάχιστον ως προς τον αριθμό των σελίδων, το στόχο τους. Το συγκεκριμένο, ωστόσο, βιβλίο ανήκει σε μια τρίτη κατηγορία. Αυτήν των τυποτεχνικά ωραίων εκδόσεων, που ορισμένοι συγγραφείς έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν εις εαυτούς. Πρόκειται για μια έκδοση, που θυμίζει πώς ήταν τα βιβλία άλλοτε· πολυτονικά και χειροποίητα.
Δόκιμος ποιητής της γενιάς του ’70 ο Δημήτρης Αλεξίου, έχει εκδώσει και παλαιότερα αφηγηματικά βιβλία. Στο καινούριό του βιβλίο, συγκεντρώνει τέσσερα διηγήματα, γραμμένα, όπως δηλώνει και με τον τίτλο της συλλογής, σε τέσσερις διαφορετικές “ώρες” της ζωής του. Πάντως, δεν πρόκειται για διαφορετικές εποχές, αφού και οι τέσσερις τοποθετούνται μέσα στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, παρά μόνο, ίσως, για ξεχωριστές περιστάσεις. Ο συγγραφέας δανείζει στον αφηγητή τις βιογραφικές συντεταγμένες του, δηλαδή το μικρό του όνομα, τον τόπο των παιδικών του χρόνων και το επάγγελμά του. Ποιητής συστήνεται και ο αφηγητής του. Μάλιστα, το υπογραμμίζει, όταν πρόκειται για μια καινούρια γυναικεία γνωριμία. Γιατί γνωρίζει από την εμπειρία του πως αυτό είναι ένα από τα κλειδιά, που ανοίγει τις ρομαντικές καρδιές του έτερου φύλου. Η ταυτοποίηση, ωστόσο, συγγραφέα και αφηγητή δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει πως πρόκειται, εν μέρει ή πόσω μάλλον εξ ολοκλήρου, για προσωπικά βιώματα του συγγραφέα. Είναι προφανές πως ο Αλεξίου συνεχίζει δια της αφηγηματικής οδού το ποιητικό του ημερολόγιο. Στο γνώριμο και από την ποίησή του πραγματολογικό πλαίσιο, παρεμβαίνει μυθοπλαστικά. Έτσι δημιουργεί έναν πρόσθετο “επάλληλο μύθο”, για να θυμηθούμε και τον τίτλο μιας παλαιότερης ποιητικής συλλογής του, την οποία ο αφηγητής, στο πρώτο διήγημα, προσφέρει μετά αφιερώσεως σε μια καινούρια γνωριμία του. Δεν αποκαλύπτει τα ακριβή λόγια της αφιέρωσης. Περιορίζεται μόνο στο γενικόλογο, “Η γνωστή αφιέρωση, με τον γνωστό τρόπο”, με το οποίο και υπονοεί πως είναι έμπειρος στην ερωτική στρατηγική. Όπου, κατά τη ρήση, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, επιστρατεύει και την ποιητική του ιδιότητα.
«Κορίνα» είναι ο τίτλος του πρώτου διηγήματος και το θέμα του είναι η κατάκτηση μιας γυναίκας ονόματι Κορίνας. Η αφήγηση παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από τη δική του οπτική γωνία. Ένας παντρεμένος, που έχει προ πολλού βαρεθεί την έγγαμη ρουτίνα, γνωρίζει έναν “κορίτσαρο” και αποφασίζει να τα τινάξει όλα στον αέρα. Το διήγημα, όμως, δεν εστιάζει στα υπαρξιακά του διλήμματα, αλλά στην ενδεδειγμένη τακτική κινήσεων. Αρχικά εφαρμόζει παρελκυστικές και διερευνητικές κινήσεις, για να καταλήξει σε αποφασιστικά και τολμηρά διαβήματα. Αισθησιακές οι περιγραφές των περιπτύξεων, με τη γυναίκα να ανθίσταται και εκείνον να επιμένει. Παρότι ποιητής και παρόλο που αρχικά υποστηρίζει πως το ζητούμενο δεν είναι να “κοιμηθεί μαζί της”, εν τέλει, το ερωτικό παιχνίδι επαναλαμβάνεται στερεότυπο, χωρίς, ωστόσο, να χάνει το ενδιαφέρον του.
Το χαρακτηριστικό στην αφήγηση του Αλεξίου είναι οι σύντομες φράσεις. Αν δεχτούμε πως η μονάδα στην ποίηση είναι η λέξη και στην πρόζα η φράση, παραλλάσσοντας ελαφρώς τη σεφερική διατύπωση, τότε η φράση του Αλεξίου αντανακλά, τη θυμική κατάσταση του αφηγητή. Ιδιαίτερα σε αυτό το πρώτο διήγημα, όπου τονίζει το ρήμα, προτάσσοντάς το, δείχνει τη νευρικότητά του, καθώς καταστρώνει το σχέδιο πολιορκίας, ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του. Η διάχυτη ανυπομονησία του δίνει έναν τερπνό χαρακτήρα στην αφήγηση, καθώς, ουσιαστικά, σκιαγραφεί μια αρχετυπική συμπεριφορά, όπως είναι η αρσενική αδημονία για ό,τι μέλλεται να ακολουθήσει.
Πλησιέστερα στο ποιητικό σύμπαν του Αλεξίου βρίσκεται το τέταρτο διήγημα της συλλογής. Κι αυτό χαρακτηρίζεται ερωτικό, μόνο που σε αυτό υπερισχύει η στοχαστική διάθεση. Ο τίτλος είναι «Έτος 2001 μ.Χ.», όπου ο αφηγητής ορίζει ως αρχή του 21ου αιώνα την πρωτοχρονιά του 2001 και όχι του 2000, όπως παγκοσμίως εορτάστηκε. Το διήγημα εκτυλίσσεται στο Σούνιο, τόπο προσφιλή του ποιητικού “οδοιπόρου” αλλά και του αφηγητή, αφού αποφασίζει να υποδεχτεί εκεί τον καινούριο αιώνα. Το λυκαυγές τον βρίσκει να περιδιαβαίνει στο ναό του Ποσειδώνα, αναφωνώντας τα ονόματα των γυναικών της ζωής του. Καταλογάδην φθάνει τα 329, χωρισμένα σε έξι ομάδες και χωρίς επαναλήψεις. Και πάλι αυτοσυστήνεται ποιητής, ετών πενήντα, ομολογώντας πως ζει με την ελπίδα να βρει κι αυτός, όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές, μια Λολίτα. Εδώ είναι διάχυτος ο αυτοσαρκασμός. Από τόση προσπάθεια που κατέβαλε αυτός ο συστηματικός εραστής για την κατάκτηση του ωραίου φύλου, απέμειναν μόνο ονόματα. Ακόμη και μια νεανική αγάπη που είχε μείνει στις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του να υποδεχθούν συντροφιά την καινούρια χιλιετία.
Υπάρχουν ακόμη δυο διηγήματα. Στο ένα, ο αφηγητής αποπειράται μια κατάδυση στην παιδική ηλικία, ενώ στο άλλο αφηγείται ένα όνειρο. Λυμένοι οι λογικοί αρμοί, γνώριμα στον ενυπνιαζόμενο αφηγητή τα σκηνικά, η αφήγηση, όμως, είναι περισσότερο συνεκτική από όσο θα επέτρεπε η ονειρική απροσδιοριστία. Πάντως, στο πρώτο κομμάτι, το ερωτικό, οι ελλειπτικές προτάσεις αποδίδουν την αίσθηση που αφήνει ένα όνειρο. Τελικά, υπάρχουν ορισμένοι ποιητές, ιδιαίτερα κάποιοι της γενιάς του ’70, που, με τα λιγοστά πεζά τους, γεννούν το ερώτημα, πόσο καλοί πεζογράφοι θα γίνονταν, αν είχαν επιδοθεί συστηματικά, αντί της ποίησης, στην καλλιέργεια της αφήγησης.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.
