Τα σημαντικά πρόσωπα των Γραμμάτων και των Τεχνών απασχολούν τον Τύπο μόνο όταν καταλαμβάνουν μία υψηλή θέση ή τιμώνται με κάποια διάκριση, όπως ένα βραβείο, και βεβαίως, με την τελευτή τους. Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις οι δημοσιογράφοι στέκονται φειδωλοί. Δεν μπορεί κανείς να τους ψέξει, δεδομένου ότι κατά την κατάρτιση της ύλης προέχουν τα ενδιαφέροντα του πλατύτερου κοινού. Λ.χ., η είδηση του θανάτου ή ακόμη και του ατυχήματος νεαρού ζεν πρεμιέ, έστω και του ενός σίριαλ, απλώνεται ολοσέλιδη. Αν, μάλιστα, το σίριαλ “τρέχει” ακόμη, γίνεται σαλόνι, με “χτύπημα” στο εξώφυλλο. Ενώ, για μία πνευματική προσωπικότητα αρκεί το μονόστηλο. Με αυτήν τη λογική, το γεγονός ότι η Χρύσα Μαλτέζου απέσπασε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον δυο φορές, κρίνεται ως ικανοποιητικό. Η πρώτη ήταν το 1998, όταν η Ακαδημία Αθηνών την εξέλεξε στη θέση της Διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας και η δεύτερη, τον Δεκέμβριο του 2011, όπου και πάλι η Ακαδημία την εξέλεξε μέλος της.
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014
Τιμής ένεκεν
«Γαληνοτάτη
Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου»
Επιμέλεια:
Γ.Κ.Βαρζελιώτη-Κ.Γ.Τσικνάκης
Ε.Κ.Π.Α. Τμήμα
Θεατρικών Σπουδών
Μουσείο Μπενάκη
Δεκέμβριος 2013
Τα σημαντικά πρόσωπα των Γραμμάτων και των Τεχνών απασχολούν τον Τύπο μόνο όταν καταλαμβάνουν μία υψηλή θέση ή τιμώνται με κάποια διάκριση, όπως ένα βραβείο, και βεβαίως, με την τελευτή τους. Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις οι δημοσιογράφοι στέκονται φειδωλοί. Δεν μπορεί κανείς να τους ψέξει, δεδομένου ότι κατά την κατάρτιση της ύλης προέχουν τα ενδιαφέροντα του πλατύτερου κοινού. Λ.χ., η είδηση του θανάτου ή ακόμη και του ατυχήματος νεαρού ζεν πρεμιέ, έστω και του ενός σίριαλ, απλώνεται ολοσέλιδη. Αν, μάλιστα, το σίριαλ “τρέχει” ακόμη, γίνεται σαλόνι, με “χτύπημα” στο εξώφυλλο. Ενώ, για μία πνευματική προσωπικότητα αρκεί το μονόστηλο. Με αυτήν τη λογική, το γεγονός ότι η Χρύσα Μαλτέζου απέσπασε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον δυο φορές, κρίνεται ως ικανοποιητικό. Η πρώτη ήταν το 1998, όταν η Ακαδημία Αθηνών την εξέλεξε στη θέση της Διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας και η δεύτερη, τον Δεκέμβριο του 2011, όπου και πάλι η Ακαδημία την εξέλεξε μέλος της.
Λακωνική η πρώτη μνεία, καθώς ακόμη και οι εμφορούμενοι από το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης, που παίζουν στα δάχτυλα, για παράδειγμα, τα ανά την υφήλιο κινηματογραφικά φεστιβάλ, μετά βίας και εάν έχουν ακουστά το εν λόγω Ινστιτούτο, καίτοι του χρόνου συμπληρώνει αισίως εξηκονταετή επιστημονική διαδρομή. Περισσότερα γνωρίζουν για το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο, ανεξάρτητα αν η άδεια επαναλειτουργίας του μετά τον Πόλεμο, είχε ως αντίδωρο, στο πλαίσιο αμοιβαιότητας των δυο χωρών, την ίδρυση τού Ελληνικού Ινστιτούτου στη Βενετία. Από μία άποψη, αναμενόμενο και ουδόλως κατακριτέο, αφού οι αναφορές στην Ελληνική Κοινότητα της Βενετίας και τα επιτεύγματά της αραιώνουν όλο και περισσότερο, θεωρούμενες ως ελληνοκεντρικές. Όσο για την Μαλτέζου, τέταρτη κατά σειρά διευθύντρια του Ινστιτούτου επί 14 έτη, πολλά έκανε για την ανάδειξή του σε πόλο έλξης για τις σπουδές της ελληνολατινικής Ανατολής, για τα οποία και βραβεύτηκε. Μόνο που η εκεί θέση της δεν της πρόσφερε μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα από όση είχε αποκτήσει με την 25ετη θητεία στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και με την παράλληλη 20ετή ως πανεπιστημιακός δάσκαλος σε Κρήτη και Αθήνα.
Κάπως περισσότερο μνημονεύθηκε στον Τύπο κατά την αναγόρευσή της σε Ακαδημαϊκό. Όπως και να το κάνουμε, το να αποκαλείσαι Αθάνατος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που το προφίλ των Ακαδημαϊκών εξωραΐζεται, δεν είναι και μικρό πράγμα. Πόσω μάλλον όταν είσαι γυναίκα. Από ιδρύσεως της Ακαδημίας, στους συνολικά - αν δεν σφάλλουμε - 241 ακαδημαϊκούς, εμφανίστηκαν μόλις τέσσερις γυναίκες, με την πρώτη, την πεζογράφο Γαλάτεια Σαράντη, να εκλέγεται το 1997, όταν το Ίδρυμα διήνυε το 71ο έτος ύπαρξής του. Και πάλι, ο μέγιστος αριθμός γυναικών στα έδρανα ήταν τρεις, κι αυτό μόνο για μία πενταετία. Η Μαλτέζου εκλέχτηκε μετά το θάνατο της συνομήλικής της Αγγελικής Λαΐου, τη δεύτερη σε σειρά Ακαδημαϊκό, που είχε εκλεγεί το 1998, νεαρότατη για Ακαδημαϊκός, μόλις 57 ετών. Και οι δυο ιστορικοί, η πρώτη βυζαντινολόγος, η δεύτερη του Νέου Ελληνισμού της περιόδου 1453-1821. Ενδιαμέσως, το 2002, εισέρχεται η πρώτη ποιήτρια, η Κική Δημουλά, καθόλα μάχιμη, τότε στα 70 της. Για όσους τους αρέσουν οι στατιστικές, το ποσοστό των γυναικών Ακαδημαϊκών υπολείπεται του 1.4% και πολύ πιθανόν έτσι να παραμείνει, αν δεν αλλάξει το σύστημα πριμοδότησης των υποψηφίων.
Κατά τα άλλα, η Μαλτέζου, παρά τις διακρίσεις, τις βραβεύσεις και τις 364 δημοσιευμένες εργασίες, δεν συγκαταλέγεται στους διάσημους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Κι αυτό, για πλείστους όσους λόγους. Συντείνει, πιθανώς, ότι απέχει της επιφυλλιδογραφίας, ότι δεν δίνει συνεντεύξεις, εκτός κι αν δεν της ζητείται, ή ακόμη, ότι δεν έχει φροντίσει να πλουτίσει την εργογραφία της με αυτοτελείς εκδόσεις. Στην εποχή της εικόνας, παραμένει μία άγνωστη. Το γεγονός, μάλιστα, ότι συνυπάρχει στα ακαδημαϊκά έδρανα με μια προσφιλή βεντέτα των ΜΜΕ, τονίζει την εντύπωση ανθρώπου χαμηλών τόνων. Το αποτέλεσμα είναι η πρόσφατη έκδοση του τόμου προς τιμή της να μνημονευθεί μόνο από τους φορείς που τον εξέδωσαν. Όσο, όμως, κατανοούμε τη δημοσιογραφική λογική, τόσο δεν αντιλαμβανόμαστε τη νοοτροπία της ακαδημαϊκής κοινότητας. Γενικότερα, και ειδικότερα, κατά την κατάρτιση αυτών των πολυσέλιδων τόμων. Υποτίθεται ότι αποτελούν ένδειξη τιμής προς ομότιμους καθηγητές, αλλά οι τιμώμενοι δεν συμμετέχουν. Από όσο γνωρίζουμε μόνο ένας τιμώμενος αντέδρασε σε αυτό το καθεστώς εκπαραθύρωσης, αποκαθιστώντας την σωστή τάξη πραγμάτων. Ο Γ. Π. Σαββίδης, προ εικοσαετίας, όταν υπέδειξε ο δικός του “τιμής ένεκεν” τόμος να περιλαμβάνει δικές του εργασίες. Έτσι, προέκυψε η πολύτιμη «Τράπεζα Πνευματική» με 33 μελέτες του, τις άστεγες μίας τριακονταετίας, που στάθηκε δυστυχώς μεταθανάτια έκδοση.
Ο τόμος της Μαλτέζου φτάνει τις 836 σελίδες. Τυπώθηκε, όπως όλοι αυτοί οι αφιερωματικοί τόμοι, σε 500 αντίτυπα, και βεβαίως, στη συναγωγή δεν υπάρχει δικό της κείμενο. Εκείνη απουσιάζει ακόμη και από τον τίτλο. Με το επίθετο Γαληνοτάτη, προφανώς εξυπακούεται το κυρίαρχο ερευνητικό της αντικείμενο, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, χωρίς να αποκλείεται η ίδια σαν προσωπικότητα να είναι γαληνή έως και γαληνοτάτη. Οπότε μπορεί και να της ταιριάζει ο τίτλος, όπως τα «Τριαντάφυλλα και γιασεμιά» του τιμητικού τόμου για την επίσης ομότιμη καθηγήτρια Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού. Εκεί, γίνεται εμμέσως αναφορά στον Παλαμά και τους «Πεντασυλλάβους» του. Αντιθέτως, στον τόμο του Παναγιώτη Μαστροδημήτρη, ο τίτλος, «Ευκαρπίας έπαινος», στρέφεται εγκωμιαστικά προς τον τιμώμενο. Ο τόμος της Μαρμαρινού περιλαμβάνει 35 μελέτες, της Μαλτέζου 46 και του Μαστροδημήτρη φτάνει τις 56, ισάριθμων, κάθε φορά, μαθητών, συνεργατών, συναδέλφων. Οι τιμώμενοι και το έργο τους προβάλλονται στα προλογικά κείμενα, ενώ προτάσσεται εργογραφία τους. Στον τόμο της Μαλτέζου, την συντάσσει ο Κώστας Τσικνάκης, που επωμίστηκε εξ ημισείας και την επιμέλεια του τόμου. Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα, γιατί ο τιμώμενος να μη συμμετέχει, λ.χ., με ένα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα κείμενο, το οποίο να προηγείται της εργογραφίας. Στον παρόντα τόμο, η τιμώμενη έρχεται από την Αλεξάνδρεια. Μέλος της εκεί Ελληνικής Κοινότητας, απόφοιτος του Αβερώφειου Γυμνασίου, έζησε τη δύσκολη μεταπολεμική περίοδο, που σταδιακά οδήγησε τον αιγυπτιώτικο ελληνισμό σε αμετάκλητη παρακμή. Μπορεί το 1964, νεαρά τότε ιστορικός, να την απωθούσε ως ερευνητικό αντικείμενο η σχέση Βυζαντίου και Αράβων, αλλά το 1992, στους Δελφούς μίλησε για το γυμνάσιό της “έναν μικρότοπο αιγυπτιώτικης ελληνικής κοινωνίας”. Αυτοβιογραφικό κείμενό της πάντως, ως γνώστη δυο από τις σημαντικότερες ελληνικές κοινότητες, Αλεξάνδρειας και Βενετίας, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Στους αφιερωματικούς τόμους, η παράταξη των κειμένων ακολουθεί την αλφαβητική σειρά των συνεργατών. Αυτός μπορεί να είναι ο αυτονόητος κανόνας στις συναγωγές κειμένων, ωστόσο, εδώ, αποσυνθέτει τις θεματικές ενότητες, που έχουν προκύψει από τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του τιμώμενου, στα οποία οι συμμετέχοντες επιλέγουν τιμής ένεκεν να επικεντρώσουν τα κείμενά τους. Ύστερα, στην περίπτωση της Μαλτέζου, καθώς αυτοί προέρχονται από τους συγκεκριμένους χώρους στους οποίους εκείνη κατά διαστήματα εργάστηκε, οι συνεργασίες τους, ακόμη κι αν είναι εκτός του φάσματος των δικών της ενδιαφερόντων, συγγενεύουν αναμεταξύ τους. Έτσι, για παράδειγμα, προκύπτουν τρία θεατρολογικά από την τριετή παραμονή της στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Καποδιστριακού. Κατά τη γνώμη μας, αυτά θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν: Η αρνητική απόφανση του Σπύρου Ευαγγελάτου σχετικά με πιθανολογούμενα ανεβάσματα έργων του Κρητικού Θεάτρου στην Κρήτη κατά την ογδοηκονταετή ενετοκρατία. Η καταφατική απάντηση του Ιωσήφ Βιβιλάκη στο κατά πόσο συμμετείχαν Έλληνες στις πάσης φύσεως παραστάσεις, του Καραγκιόζη συμπεριλαμβανομένου, που δίνονταν τον 17ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Αλιεύουμε, παρεμπιπτόντως, την ενδιαφέρουσα πληροφορία, ότι αποκαλούσαν τους Ρωμιούς “κωμικούς”, όπου ο μελετητής διατυπώνει το ερώτημα: Άραγε, αυτό το ιδιαίτερο κωμικό ταλέντο των ορθόδοξων Ελλήνων ήταν ζήτημα φυλετικής ιδιοσυγκρασίας ή κάποιας ειδικής εκπαίδευσης; Και τρίτο το κείμενο του Πλάτωνα Μαυρομούστακου «Παραστάσεις Αρχαίου Δράματος, ιστορία και επικαιρότητα», όπου προκύπτει μια άλλη πτυχή της φυλετικής ιδιοσυγκρασίας, που αναφέρεται στη σχέση του σημερινού Έλληνα με το αρχαιοελληνικό θέατρο.
Κατά τα άλλα, στον τόμο δημοσιεύονται μελέτες σε πέντε γλώσσες: ελληνιστί 26, στα ιταλικά 12, γαλλικά 4, αγγλικά 2, γερμανικά 2. Όλες συνοδεύονται από περίληψη στα αγγλικά. Παραδόξως, δεν προβλέπεται ελληνική περίληψη. Απουσία, που συνυπολογιζόμενη με την παράλειψη ενός καταλόγου στοιχειώδους σύστασης όσων συμμετέχουν, δείχνει σαν εσωστρεφής αναδίπλωση της κοινότητας στον εαυτό της. Κι όμως, πλην των 500 τόσων επιφανών για τους οποίους φαίνεται να καταρτίστηκε ο τόμος, υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό, που θα ενδιαφερόταν να τον φυλλομετρήσει και να διαβάσει επιλεκτικά κάποια κείμενα. Για παράδειγμα, θα επιθυμούσε να γνωρίζει ποιος είναι αυτός ο Τζίνο Μπενζόνι, που, σύμφωνα με τον τίτλο τού σχετικά σύντομου κειμένου του, θεωρεί ότι «La Grecia e necessaria». Ο λόγος ενός τακτικού καθηγητή σε ιταλικό πανεπιστήμιο έχει διαφορετική βαρύτητα. Ή, επίσης, ένας τίτλος, όπως «Βυζαντινοί αυτοκράτορες στη Βενετία», όταν προέρχεται από έναν συνομήλικο της Μαλτέζου βυζαντινολόγο, που διηύθυνε περισσότερο της δεκαετίας το περιοδικό του Καρλ Κρουμπάχερ «Byzantinische Zeitschrift», τον Πήτερ Σράϊνερ, καθίσταται πλέον ελκυστικός. Μόνο που το κείμενο είναι στην ιταλική και οι ιταλομαθείς παραμένουν μειοψηφία. Οπότε γεννάται η δεύτερη απορία, αν ο τόμος δεν απευθύνεται στους Έλληνες κατόχους τεσσάρων ξένων γλωσσών, γιατί δεν παρατίθενται οι μεταφράσεις αντί του πρωτότυπου. Αν και μεγαλύτερη είναι η απογοήτευση, όταν σε ελληνικό κείμενο παρεμβάλλονται ξενόγλωσσες περικοπές, με τις υποσελίδιες σημειώσεις να δίνουν μόνο τις παραπομπές στις πηγές χωρίς την αναγκαία ελληνική απόδοση. Παράδειγμα, το γενικότερου ενδιαφέροντος κείμενο του σημερινού διευθυντή του Ινστιτούτου Γεωργίου Πλουμίδη, «Βενετία και το Ανατολικό Ζήτημα». Στο σημείο που αναφέρεται στην εκστρατεία των Ορλώφ στο Αιγαίο, η οποία προετοιμαζόταν στη Βενετία, παραθέτει στα ιταλικά τη σύνοψη των στόχων της γαλλικής πολιτικής έναντι Οθωμανών και Ρώσων.
Μία μεγάλη σε έκταση ενότητα αποτελούν τα κείμενα γύρω από την Κρήτη, αν και αυτά δεν υπογράφονται από τους συναδέλφους στο εκεί Πανεπιστήμιο, αλλά κυρίως από υπότροφους στο Ινστιτούτο της Βενετίας και συνεργάτες στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Τα θέματα ποικίλλουν, συνήθως ο ερευνητής εξετάζει μία συγκεκριμένη περίπτωση για να εξάγει γενικότερα συμπεράσματα. Λ.χ., από έναν Καταλανό, που βρέθηκε στην Αστυπάλαια και μετά στον Χάνδακα, τεκμαίρεται η κινητικότητα στο Νότιο Αιγαίο και την Κρήτη κατά τον 14ο αιώνα (Χ. Γάσπαρης). Αντίστοιχα, από ένα κρητικό βημόθυρο, που εντοπίστηκε στην Κεφαλλονιά, διαφαίνεται η κινητικότητα των κρητικών προσφύγων (Μ. Καζανάκη). Ενώ αυτοί καταφεύγουν στα Επτάνησα, ταυτόχρονα, από τις εκθέσεις των βενετών διοικητών, αναδεικνύονται σε μήλον της έριδος μεταξύ Βενετών και Οθωμανών (Α. Πανοπούλου). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη της Μαρίας Πατραμάνη, που παρακολουθεί την πορεία μιας θεομητορικής εικόνας, της Μεσοπαντίτισσας, από τα Σφακιά στα Κύθηρα, επιστρατεύοντας ως μπούσουλα και την ετυμολογία των λέξεων. Αλλά οι Βενετοί, εκτός από τεχνίτες για τα ναυπηγεία και άγιες εικόνες, εποφθαλμιούσαν και το κρητικό μάρμαρο όπως και ελληνικούς κίονες του νησιού. Αυτό τεκμαίρεται με βάση έγγραφα, που αποσπάσματά τους παρατίθενται στα ιταλικά και μένει το περιεχόμενό τους να εικάζεται από τα συμφραζόμενα (Κ. Τσικνάκης).
Συνοψίζοντας, πρόκειται για ευρύτερα ενδιαφέρουσες μελέτες, καθώς παρουσιάζουν επί μέρους στοιχεία μιας εποχής, που ακόμη ερευνάται και για την οποία δεν υπάρχουν πρόσφορα βιβλία, ούτε δοκιμιακής υφής ούτε μυθοπλαστικής. Για παράδειγμα, ποιος γνωρίζει το γκρεγκέσκο που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες της Βενετίας, κάτι σαν τα γκρήκλις (Γ. Βαρζελιώτη); Ή ποιος θα φανταζόταν πως τα αφορεστοχάρτια του Πατριάρχη βοηθούσαν στην επίλυση ή και την αποφυγή εμπορικών αντιδικιών (Π. Μιχαηλάρης); Λιγότερη έκπληξη προκαλεί η παραποίηση ενός επισήμου εγγράφου για λόγους θρησκευτικής πίστης. Όπως φαίνεται, ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν ο πρώτος διδάξας. Προηγήθηκαν άλλοι, μεταξύ αυτών ο Μανουήλ Γεδεών. Προ αυτού, έγγραφο και δη πατριαρχικό, αλλοίωσε ο Δοσίθεος Β΄Ιεροσολύμων. Μόνο που αυτός είναι λιγότερο γνωστός, καίτοι παρέμεινε στον πατριαρχικό θρόνο επί 38 έτη, δηλαδή περισσότερο του ημίσεως του βίου του (Δ. Αποστολόπουλος).
Μ. Θεοδοσοπούλου
Φωτογραφία: Ο Άγιος Γεώργιος της ορθόδοξης κοινότητας στη Βενετία (κέντρο) και (αριστερά) η Φλαγγίνειος Σχολή, όπου στεγάστηκε το Ελληνικό Ινστιτούτο, σε χαρακτικό εποχής.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/10/2014.
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014
Ψυχής παραμυθία
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
«Νοέμβριος»
Εκδόσεις Πατάκη
Απρίλιος 2014
«Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του Αιγιάννη και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες: “τ’ είναι αυτό οπού ’γινε σ’ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν;” Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον...» Αυτά γράφει ο Μακρυγιάννης ενθυμούμενος τη ντροπή και το παράπονό του στα δεκατέσσερα για το ξυλοφόρτωμα από το πρώτο αφεντικό του “ομπρός σε όλον τον κόσμον”. Κοντεύει να τελειώσει το 2014, που κάποιοι παλαιότεροι – καλή ώρα ο Σεφέρης – θα πρότειναν να ανακηρυχτεί Έτος Μακρυγιάννη, χωρίς να τον μνημονεύσουμε. Η φετινή επέτειος των 150 χρόνων από τον θάνατό του εορτάστηκε μόνο τοπικά, σε Κροκύλειο και Λιδωρίκι, χωρίς να υπερβεί τα όρια της ορεινής Δωρίδος, άντε και της Φωκίδας. Υπήρξαν, βεβαίως, οι θεατροποιήσεις των «Απομνημονευμάτων» του. Αυτή η μόδα, που σαρώνει κυριολεκτικά τη νεοελληνική πεζογραφία, απέδειξε, για ακόμη μία φορά, ότι προ ουδενός ορρωδεί.
Η μνημόνευση του Μακρυγιάννη δεν έχει εδώ επετειακό χαρακτήρα. Μας τον θύμισε ο Γιώργος Συμεωνίδης, που, ανήμερα στη γιορτή του ανατρέχει στους Αιγιώργηδες, τον Μεγαλομάρτυρα και τον Νεομάρτυρα των Ιωαννίνων. Με τον δεύτερο, τον φουστανελοφόρο, οκτώ χρόνια μικρότερο του Μακρυγιάννη, “είχε προσωπική σχέση ο παππούς του”. Όταν το κτήμα του έπιασε φωτιά, μια μέρα που εκείνος έλειπε, μόλις γύρισε, έτρεξε κατευθείαν “στην εικόνα του, κρεμασμένη στο χαγιάτι”. Όρθιος μπροστά του, “με υψωμένο το δάχτυλο, έξαλλος του λέει”: «...Εσύ, κοτζάμ άγιος, γιατί δεν έτρεξες να βοηθήσεις να σβήσουνε τη φωτιά πριν προχωρήσει και κάψει το κτήμα; Γιατί, ρε, δεν έτρεξες να ρίξεις ούτε ένα κουβά νερό, ε; Αφορεσμένε! Τρεις μήνες θα κάνω να σ’ ανάψω το καντήλι. Που να χέσω τη φουστανέλα σου...» Πώς του ’ρθε του εγγονού και αρχίζει να ψάχνει τη δική του φουστανέλα από τον Φοιτητικό Χορευτικό Σύλλογο Ηπειρωτών «Η Σαμαρίνα». Την ανασύρει, την φοράει και θυμάται φευγαλέα μια πανέμορφη Ιωάννα από το χορευτικό.
Οσοι άκουσαν τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη να διαβάζει το διήγημα, «Ούτε έναν κουβά νερό», τον Μάιο, στο Βυζαντινό Μουσείο Πολιτισμού, θα πρέπει να εξεπλάγησαν ευχάριστα με την ενημέρωσή του γύρω από τους μεταβυζαντινούς αγιογράφους. Ταυτόχρονα, θα μελαγχόλησαν, καθώς το διήγημα δένει “το λυκόφως του Βυζαντίου” με εκείνο της ζωής. Ο συγγραφέας, όμως, διασκεδάζει τις εντυπώσεις, κλείνοντας το διήγημα με ένα τραγούδι, όχι το «Παιδιά της Σαμαρίνας» που θα αναμενόταν, αλλά ένα δικό του, παραφράζοντας το «Κούρο Σίβο» του Καββαδία: «Η Σαμαρίνα, η Σαμαρίνα όλα τα σβήνει...». Σε εκείνη την εκδήλωση, είχε ξεκινήσει διαβάζοντας ένα άλλο διήγημα για εικόνες και αγιογράφους, ακριβέστερα, για έναν αγιογράφο, παλαιότερο και περιώνυμο, τον υστεροβυζαντινό Μανουήλ Πανσέληνο. Το «Ο κυρ Μανουήλ Πανσέληνος δεσπόζει» είναι το τέταρτο διήγημα του Σκαμπαρδώνη, που εμπνέεται από τον μυστηριακό χώρο του Αγίου Όρους.
Είχε περισσότερο από δέκα χρόνια να θυμηθεί το Όρος. Όπως εξομολογείται ο αφηγητής στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, το «Πάρε το τρανζίστορ στη βάρκα», όπου ψαρεύει με τον παπα-Θεόφιλο στη σκιά του Άθωνα, έχει δέκα πέντε χρόνια να μπει στο Όρος. Πάντως, η πρώτη συλλογή του ανοίγει με το αγιορείτικο διήγημα, «Το ασπιδόνερο». Εκείνο το πρώτο και το τελευταίο της πρόσφατης έχουν το ίδιο θέμα, την ανταπόκριση των ζώων στο μουσικό ερέθισμα. Εκεί είναι το πιο φαρμακερό φίδι, η ασπίδα, εδώ τα δελφίνια, που, για ακόμη μία φορά, συντελούν στην ευφραντική ατμόσφαιρα των θαλασσινών του διηγημάτων. Αντιθέτως, υποβλητική είναι η ατμόσφαιρα στα δυο αγιορείτικα, ενώ στα ενδιάμεσα δυο που διαδραματίζονται στο Όρος («Ιχθύος κατάλυσις», «Πρωινό ρόφημα»), περιγράφονται περιστατικά με εύθυμη διάθεση. Πάντως, στο πρώτο και το τελευταίο, δεν ονοματίζει τους Γέροντες ούτε τις Μονές που ασκητεύουν, πιθανώς θέλοντας να προϊδεάσει για την διαφυγή προς το φανταστικό. Πράγματι, σύμφωνα και με τον τίτλο, δεσπόζει ο Πανσέληνος. Όχι, όμως, μόνο στο Πρωτάτο, όπου οι γνωστές τοιχογραφίες του, αλλά και σε μια υπόγεια εκκλησία, κρυμμένη κάτω από το κελάκι ενός παράξενου Γέροντα, αποκύημα συγγραφικής φαντασίας ερεθισμένης από τη μακρόχρονη κατά Διονυσίου του εκ Φουρνά ανάγνωση.
Γενικότερα, σε αυτήν τη συλλογή, η φαντασία του Σκαμπαρδώνη αναδεικνύεται πλέον οξυμμένη στο να συνθέτει ιστορίες, καθώς επινοεί δαιμονικές συμπτώσεις και ακραίες συγκυρίες. Αναφέραμε τρία από τα 33 διηγήματα της πρόσφατης συλλογής. Για όσους καταγράφουν και αριθμητικά την παρουσία ενός συγγραφέα, είναι η ενάτη συλλογή, φτάνοντας το σύνολο των στεγασμένων σε αυτές διηγημάτων στα 187 μέσα σε μία εικοσιπενταετία. Αυτά, όμως, μπορεί να μην ταυτίζονται με την συνολική παραγωγή του. Ο Σκαμπαρδώνης κάνει δύσκολη τη ζωή μελλοντικών γραμματολόγων, μη αναφέροντας από το 2003 και ύστερα, όπως είναι φιλολογικά επιβεβλημένο, πρώτες δημοσιεύσεις διηγημάτων. Οπότε δεν είναι γνωστά τα ήδη δημοσιευμένα, ούτε αν υπάρχουν δημοσιευμένα που δεν έχουν συμπεριληφθεί. Όσο για τη συγγραφική παρουσία, αυτή δεν μετριέται από την έκδοση βιβλίου, αλλά δημοσίευσης διηγήματος. Και ο Σκαμπαρδώνης, αν δεν σφάλλουμε, συμπληρώνει του χρόνου τριακονταετία. Κατά τα άλλα, η πρόσφατη συλλογή έχει τα περισσότερα διηγήματα όλων, αλλά λιγότερες σελίδες σε σχέση με τις τρεις προηγούμενες. Αρχικά, οι πέντε πρώτες συλλογές ήταν ολιγοσέλιδες, 130 σελίδες η εκτενέστερη. Με το ξεκίνημα, μετά το 2000, της μυθιστοριογραφίας, αυξήθηκαν σε σελίδες και οι συλλογές.
Κατ’ εξαίρεση, σε αυτήν τη συλλογή, ο αριθμός του πλήθους των διηγημάτων αναγράφεται και στο εξώφυλλο, δίκην υπότιτλου. Το 33 θεωρείται μαγικός αριθμός, ο μεγαλύτερος σε δύναμη σαγήνης, όπως και ο Νοέμβριος, που εκλαμβάνεται ως ο πλέον μυστηριώδης μήνας, αλλά και ο μήνας εισόδου στον χειμώνα. Χάρις σε αυτό το χαρακτηριστικό και το συμβολικό του φορτίο επιλέγεται ως τίτλος. Δηλώνεται, άλλωστε, στο κειμενάκι του οπισθόφυλλου, που εκπέμπει μελαγχολία, αλλά και προϊδεάζει για το θεματικό φάσμα των νέων διηγημάτων. Πλαγίως ο Σκαμπαρδώνης μνημονεύει την αποχώρησή του από τη μάχιμη δημοσιογραφία: “Τώρα που πέρασαν οι παλιές Παρασκευές”. Προσθέτοντας: “νταγιαντώ μ’ αυτά”, που σημαίνει υποφέρω αλλά βαστώ με την ανάκληση παλαιών ιστοριών. Ακριβέστερα, δίνει μια ποιητική εικόνα για τη σχέση αφηγητή και μνήμης, που προβάλλει την ευαίσθητη ισορροπία μίας μυθοπλασίας με αυτοβιογραφική διάσταση. Ο συγγραφέας φαίνεται να διαθέτει περισσότερο χρόνο στο λεκτικό ραφινάρισμα, καθώς αυξάνει ο πλούτος των επί μέρους στολιδιών, ενώ πολλαπλασιάζονται οι πλάγιες νύξεις και οι πολύσημες αναφορές. Συχνά γίνεται κρυπτικός, κλείνοντας ένα διήγημα με στίχο του Θέμη Τζούλη, ή γράφοντας ένα άλλο τύπου μπονζάϊ, όπως το «Σχεδόν πουθενά», με ποιητική σκοτεινότητα και ισόποση ειρωνεία. Μας δίνει, επίσης, την εντύπωση, ότι στο βάθος των περισσότερων διηγημάτων ανασαίνει ένας ιδιότυπος ρομαντισμός.
Τελικά, ο Σκαμπαρδώνης έχει κατορθώσει να χειρίζεται τρεις διαφορετικού τύπου λόγους, χωρίς να νοθεύει τον ένα με τα χαρακτηριστικά του έτερου, όπου μερικά από αυτά ενδέχεται να λειτουργούν ως αδυναμίες. Παράδειγμα, ως κύριο χαρακτηριστικό στο διήγημά του επισημαίνεται η πύκνωση, ενώ το πεζογραφικό του έργο δεν έχει ποτέ χαρακτηριστεί χρονογραφικό. Σε αυτήν τη συλλογή, ριψοκινδυνεύει απόπειρα και στον ποιητικό λόγο. Στο διήγημα «Στο
ΑΤΜ που δίνει ποιήματα» εγκιβωτίζει πολύστιχο ποίημα ως ύμνο οιστρήλατης έμπνευσης προς την Ία, τη γυναίκα των αφιερωματικών μότο των βιβλίων του. Στις συλλογές διηγημάτων, εμφανίζεται άπαξ μόνη της, τριάκις μετά άλλων προσώπων και σκύλων, ενώ στην πρόσφατη απομένει μόνη μετά επτάδας σκύλων συν τα μονίμως επανερχόμενα αδέσποτα. Ακόμη και ο Περικλής Σφυρίδης, που στα 12 ζωοφιλικά του τα οκτώ είναι για σκύλους, διήγημα δεν τους έχει αφιερώσει. Και σε αυτήν τη συλλογή του Σκαμπαρδώνη υπάρχει διήγημα για σκύλο, «Το λουρί που πάει βόλτα», σε υψηλούς τόνους συγκινησιακής φόρτισης. Κατά τα άλλα, προτιμά το εξαιρετικό στην επιλογή των ζωντανών. Αυτό διακρίνεται εξαρχής με το «Μία χελώνα ανάσκελα», το πρώτο δημοσιευμένο διήγημά του στο πρώτο τεύχος του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού, «Παραφυάδα».
Στην πρόσφατη συλλογή, σε δέκα διηγήματα πρωταγωνιστούν ή έστω δευτεραγωνιστούν ζωντανά. Σε ένα από αυτά, «Ώσπερ πελεκάν», ξεπροβάλλει στον ανδροκρατούμενο κόσμο του συγγραφέα μια μοναδική γυναίκα αφηγητής. Ίσως, την υποβάλλει το θέμα, η στοργή του πελεκάνου για τα νιογέννητα. Αυτή τη φορά, πάντως, υπερισχύουν τα ζώα της ξηράς, έναντι εκείνων του αέρος, κυρίως της θαλάσσης, που έρχονταν για ένα διάστημα πρώτα στις προτιμήσεις του. Χαρακτηριστική διαφορά στα πρόσφατα είναι ο έντονος ανθρωπομορφισμός. Παράδειγμα τα τρία που τα ζωντανά έχουν τον πρώτο ρόλο: Το «Θαμπό φανάρι», γύρω από τη σφαγή των χοίρων και τον παζολινικής πνοής οργασμό που προηγείται. Θεματικά συγγενεύει με το «Μαρία» του Γιάννη Παλαβού, το υπερβαίνει, όμως, στις προθέσεις κοινωνικής κριτικής, χρησιμοποιώντας για το ζευγάρωμα των ζώων το ρήμα γαμώ, αναφερόμενο κατά τα λεξικά μόνο στη συνεύρεση ανδρός, αλλά και υπαινισσόμενος ότι ο κόσμος των χοίρων έναντι εκείνου των ανθρώπων είναι ευγενικός. Ηπιότερος ο ανθρωπομορφισμός στο «Ο κύριος Cri-cket ίπταται», όπου την παράσταση την κλέβει το γνωστικό εύρος του συγγραφέα σχετικά με τις μουσικές προτιμήσεις και επιδόσεις του κρίκετ, ελληνιστί γρύλος, στην κοινή τριζόνι.
Πάντως, στα ζωοφιλικά του Σκαμπαρδώνη δεν υπάρχει ο έρπων μεταμοντέρνος διδακτισμός. Υπερέχει όλων το συναισθηματικό δέσιμο. Ενδεικτικό το πιο ευφάνταστο «Ταΐζοντας τα μυρμήγκια». Θεατρικό ήθελε να γράψει ο αφηγητής για τον Άρη Βελουχιώτη, όπως εξομολογείται στο παλαιότερο διήγημα «Φωτογραφία με τον Άρη». Προσώρας, έγραψε ένα δεύτερο διήγημα, προβιβάζοντας την ομάδα των 50-60 ανδρών του Άρη σε τάγμα και εξισώνοντάς το αριθμητικά με εκείνο που τους καταδίωκε. Παρενθετικά να σημειώσουμε, ότι η όλη δύναμη που ρίχτηκε εναντίον τους, έφτανε τους 1500. Όταν κινείται κανείς μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας, κατά κανόνα η ιστορική αλήθεια θυσιάζεται στο βωμό της λογοτεχνικής. Μένουμε, ωστόσο, με την εντύπωση, ότι αυτή η εξομοίωση είναι μία πρώτη αδικία του αφηγητή σε βάρος του μυθοπλαστικού Βελουχιώτη. Η δεύτερη είναι η κεντρική ιδέα του διηγήματος, που θέλει έναν Μαυροσκούφη εκείνης της ομάδας να ζει 68 χρόνια ταΐζοντας μυρμήγκια, γιατί τον έσωσαν τότε, ξυπνώντας τον εγκαίρως, από την ενέδρα των Εθνοφυλάκων. Μάλλον δεν δείχνει και μεγάλη εκτίμηση απέναντι στο ανάστημα εκείνων των αγρίως καταδιωκόμενων ανδρών.
Από άλλους χρόνους και τον βορειοελλαδίτικο τόπο έρχονται τα ιστορικά πρόσωπα που τον παθιάζουν. Γιατί, εκτός από διηγήματα για γυναίκες, σκύλους και λοιπά ζωντανά, ο κορμός της συλλογής αφορά πρόσωπα. Ήρωες, σαν αλλοπαρμένοι, που ζούνε στον κόσμο τους. Σε αυτήν τη συλλογή, “τρελάρες”, έμμονοι και θερμόαιμοι του παρόντος χρόνου υπολείπονται αριθμητικά σε σχέση με τα πρόσωπα του παρελθόντος. Ο Σκαμπαρδώνης, αλλάζοντας ανάλογα με το πρόσωπο αφηγηματικό τρόπο, ποικίλλοντας τους τόνους και την οπτική γωνία, δίνει μυθιστορηματική χροιά στο απείκασμα μυθικών μορφών της πόλης του και των χώρων με τους οποίους ταυτίστηκαν (Ν. Γ. Πεντζίκης, Τ. Κανελλόπουλος, Σολομών Μόλχο). Δίπλα σε αυτούς, πλάθει δυο εκκεντρικούς ήρωες, που παρουσιάζονται ως υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί, θείος ο ένας και νουνός ο άλλος του αφηγητή. Τόσο εξωραϊστική η μνήμη του βαφτισιμιού, που θέλει τον νουνό του, ως λοχαγό στον Εμφύλιο, να κυνηγάει αντάρτες σε Νάουσα, Κερδύλλια, Ρεντίνα, με άδειο πιστόλι.
Η μνήμη ωραιοποιεί αλλά και υπονομεύει. Την περιγραφή του Μακεδονομάχου Στέργιου-Τσιούμα, πρωτοπαλίκαρου του Καπετάν Κώττα, μπορεί να την ζήλευε ακόμη και ο Γεώργιος Μόδης, ωστόσο οι υψηλοί τόνοι, κάποια επίθετα, μια φρασούλα προσθέτουν ειρωνικές ανταύγειες. Κι αν υπερβάλλουμε ως προς την ειρωνεία, μένει σίγουρα αίσθηση ματαιότητας, ευκρινέστερη στην σχεδόν επική μνεία της «Απολλωνίας Ίλης», όπου ο Μέγας Αλέξανδρος βυθίζεται στο ημίφως μέσα σε σκηνικό τύπου Ταρκόφσκι. Έτσι κι αλλιώς, αυτή η αίσθηση υφέρπει σε ολόκληρη τη συλλογή. Από το πρώτο διήγημα, με τον αποκαλυπτικό τίτλο, «Ο αυτόλυκος». Σαν μοναχικός λύκος νιώθει εδώ ο αφηγητής – μάταιος αυτόλυκος. Ψυχής παραμυθία, λοιπόν, οι διηγήσεις του Σκαμπαρδώνη.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/9/2014.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.


