Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013
Η ευπρέπεια του καβαφικού Έτους
Στις 30 Δεκ. 2012, με την ανακοίνωση της Γραμματείας Πολιτισμού - τότε, λόγω της συγχώνευσης Υπουργείων, δεν υπήρχε ούτε Υπουργείο ούτε Υπουργός Πολιτισμού – ότι το 2013 θα είναι Έτος Καβάφη, είχαμε εκφράσει κάποιους φόβους. Αυτοί αφορούσαν, κυρίως, την αλλαγή ιδιοκτήτη του καβαφικού Αρχείου, από την οικογένεια Γ. Π. Σαββίδη στο Ίδρυμα Ωνάση, που είχε ανακοινωθεί στις αρχές Νοε. Οι ασχολούμενοι με τον Καβάφη και το έργο του σιωπούσαν, δημιουργώντας την εντύπωση ότι την θεωρούσαν γεγονός ήσσονος σημασίας, ενώ τα ΜΜΕ την παρουσίαζαν με υπερβάλλοντα ενθουσιασμό. Καθώς το Έτος Καβάφη εκπνέει, πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι η μεταβίβαση του Αρχείου σε άλλα χέρια θα έχει βαρύνουσα σημασία για την τύχες του Καβάφη. Πάντως, ο Πρόεδρος του Ιδρύματος είχε προϊδεάσει για τη σύλληψη της αξιοποίησης του Αρχείου. Με την παραλαβή του και εν όψει του Έτους Καβάφη, είχε ανακοινώσει ότι “δεν θα κάνουνε συνέδριο Καβάφη αλλά κάτι που θα ανοίξει τον κόσμο προς τον ποιητή”.
Πράγματι, Συνέδριο δεν έκαναν και στο πρόγραμμα της Στέγης για την “σεζόν 2013-14”, όπως παρουσιάστηκε στις 23 Σεπ., προβλέπεται “κύκλος Καβάφη”, με σειρά διαλέξεων γύρω από τον ίδιον, το έργο του και τη διασύνδεσή του με τη σύγχρονη εποχή. Ξεκινούν στις 21 Ιαν. 2014, με “συζήτηση” του αμερικανού μεταφραστή του συνόλου των καβαφικών ποιημάτων (έκδ. 2009) Ντάνιελ Μέντελσον με τον λέκτορα νεοελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Δημήτρη Παπανικολάου. Να θυμίσουμε ότι ο δεύτερος είναι ο Επιστημονικός Σύμβουλος του Αρχείου Καβάφη στη νέα του στέγη και μέλος της εννεαμελούς “επιστημονικής-οργανωτικής επιτροπής” του Έτους Καβάφη. Διαφωτιστικό της καβαφικής του θεώρησης είναι το άρθρο του «Ο Καβάφης στον 21ο αιώνα» (Φεβ. 2011), με τον πλαγιότιτλο, “ένας διεθνής, πολυφωνικός, πολυπρισματικός και σίγουρα ομοφυλόφιλος Καβάφης”. Στις 29 Οκτ., σε δεύτερη συνέντευξη Τύπου, ανακοινώθηκε Συνέδριο για τον Ιούν. του 2014, όχι επικεντρωμένο στον Καβάφη, αλλά στη διαχείριση Αρχείων με αφορμή το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό. Επίσης, οι “συζητήσεις”, πλήθυναν, με πρώτη τώρα στις 10 Δεκ., έχοντας θέμα «Ο Καβάφης σήμερα».
Διαφημιστική καμπάνια
Όσο για το τι θα έκαναν για το ευρύ κοινό, “τον κόσμο”, εκείνη η αρχική διατύπωση ήταν μάλλον σιβυλλική. Χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι τις 16 Σεπ., που εμφανίστηκαν οι πρώτες νέου τύπου αστικές “δράσεις” της Στέγης για την προβολή του σύγχρονου πολιτισμού, ώστε να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε πως νοείται αυτό το “άνοιγμα”. Τότε, στα τέσσερα συγκοινωνιακά μέσα της Αθήνας, εμφανίστηκαν, σε περίοπτες θέσεις, έντεκα καλλιτέχνες που θα εκθέσουν τη δουλειά τους στη Στέγη. Με τη συμπλήρωση ενός μηνός, αυτή η “δράση” ή, για να μας καταλαβαίνει και ο “κόσμος”, η διαφημιστική καμπάνια, ολοκληρώθηκε, και στις 14 Οκτ. ήρθε η βασιλεία του Καβάφη σε συγκοινωνιακά μέσα του κλεινού άστεως. Μόνο που αυτή η “δράση”, όπως ανακοινώθηκε, θα διαρκέσει όχι έναν αλλά τρεις μήνες, τουτέστιν μέχρι τέλους του Έτους Καβάφη. Το υψηλό κόστος της δεν στάθηκε απαγορευτικό, αφού το Ίδρυμα, ήδη από την απόκτηση του Αρχείου, έδειξε, πως όταν πρόκειται για Καβάφη, δεν κάνει τσιγκουνιές. Γιατί ο Καβάφης, με την κατάλληλη αξιοποίηση, μπορεί να προσφέρει διεθνές κύρος σε ένα Ίδρυμα. Κατά την πρόσφατη, συμπληρωματική συνέντευξη Τύπου, οι πληθωρικές “δράσεις” που ανακοινώθηκαν καλύπτουν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα (Αθήνα-Οξφόρδη-Νέα Υόρκη-Σαντιάγκο).
Στην καμπάνια ο Καβάφης δεν εμφανίζεται μόνος στις περίβλεπτες θέσεις αλλά μετά στίχων του, που αναμένεται να μαγνητίσουν το βλέμμα. Στο πορτρέτο εικονίζεται ως διοπτροφόρος νεαρός, με εμφανή ζωγραφικά στοιχεία γκράφιτι. Είναι έργο της θεσσαλονικιώτικης σχεδιαστικής ομάδας Beetroot, ελληνιστί παντζαρόριζα, που έχει αναλάβει από πέρυσι τη διαφημιστική προώθηση των εκδηλώσεων της Στέγης. Στα συνολικά εννέα διαφημιστικά ταμπλό, το σκίτσο συνοδεύεται και από έναν διαφορετικό στίχο. Κάποτε διαφήμιση χρειάζονταν τα μακαρόνια Μίσκο, σήμερα την θέλει και το καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό έργο, καθόσον η αξία των πάντων ανάγεται στην εμπορική τους αποτίμηση. Ο Ακαδημαϊκός Σύμβουλος του Αρχείου Καβάφη, ομότιμος καθηγητής Αναστάσιος - Ιωάννης (Γιάννης ως ποιητής, επιφυλλιδογράφος και μελετητής) Μεταξάς περιμένει να δει στις πωλήσεις των έργων του ποιητή τα αποτελέσματα της καμπάνιας.
Κοντή μνήμη
Οι εμπνευστές της καμπάνιας την παρουσιάζουν ως “νέου τύπου αστική δράση” και οι αποδέκτες, δημοσιογράφοι και τα αποκαλούμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την αντιμετωπίζουν ως πρωτοφανέρωτη ιδέα. Παρόλο που στις μεγαλουπόλεις αυτού του κόσμου συνιστά συνήθη διαφημιστικό τρόπο. Αφού εισάγουμε τα πάντα, διαφημιστικές ιδέες δεν θα αντιγράψουμε! Το κακό με μας είναι ο υπερβολικός τρόπος με τον οποίο κάθε φορά αντιδρούμε και η κοντή μνήμη μας. Να θυμίσουμε πως πολύ πριν σκάσουν μύτη οι Beetroot, η διευθύντρια του Ε.ΚΕ.ΒΙ. έφερνε για πρώτη φορά, με μια παρόμοια καμπάνια, τους Αθηναίους σε επαφή με την ποίηση. Ο πρώτος που “ταξίδεψε” στα λεωφορεία ήταν ο Σολωμός, εν έτει 1997. Τότε δεν είχαμε ούτε Μετρό ούτε Τραμ
Για να μην δημιουργηθεί παρεξήγηση, στόχος των Ιδρυμάτων, τότε και τώρα, παραμένει η εξοικείωση του κοινού με την ποίηση. Η υπεύθυνη του Σχεδιασμού δράσεων για “το άνοιγμα του κόσμου προς τον ποιητή” Αφροδίτη Παναγιωτάκου, υπερασπιζόμενη το καβαφικό σκίτσο της καμπάνιας, εξομολογείται πως επιτυχία γι’ αυτούς είναι τα σημερινά παιδιά να αντιληφθούν τον Καβάφη σαν ήρωα κόμικς και τους στίχους του σαν χιπ-χοπ τραγούδια. Άλλωστε, αναδιφώντας το Αρχείο Καβάφη για να εμπνευστεί “δράσεις”, μεταξύ άλλων και εκπαιδευτικά προγράμματα, της αποκαλύφθηκε ο “μπλόγκερ” Καβάφης. Μπλογκ εμείς, μονόφυλλα εκείνος. Τουλάχιστον το ένα τρίτο από τις επαυξημένες “δράσεις”, που προσώρας φθάνουν τις 19, απευθύνονται στα παιδιά. Εξ απαλών ονύχων, λοιπόν, Καβάφης αντί για Βαλαωρήτιδες και Παλαμάδες. Να σημειώσουμε ότι, τελικά, η τριμελής ομάδα υπευθύνων για το Αρχείο Καβάφη και τις σχετικές “δράσεις” έγινε τετραμελής, αποκτώντας και “project manager” τον διδάσκοντα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Θοδωρή Χιώτη. Τουτέστιν Αθηνά-Οξφόρδη 2-2 για τη φροντίδα ενός ελληνοαγγλικού Καβάφη.
Ερωτικοί στίχοι
Οι στίχοι της καμπάνιας ανασύρθηκαν από οκτώ “ποιήματα του κανόνα” και ένα από τα “κρυμμένα”, με πρόθεση να ταυτιστούν νοηματικά με τρέχουσες ανησυχίες υπό τύπον σλόγκαν. Κατά τον Ακαδημαϊκό Σύμβουλο, η επιλογή έγινε από “μια ομάδα ευπρεπών και κατάλληλων ανθρώπων”. Αν αυτή η διατύπωση δεν έχει δημοσιογραφικά παραφθαρεί, απορούμε πως εννοεί το “ευπρεπείς”. Δηλαδή θα μπορούσε να γίνει και από απρεπείς, τουτέστιν ανθρώπους που θα πρόσβαλαν την κοινή αισθητική και ηθική; Ή μήπως με το “ευπρεπείς” υπαινίσσεται συζητήσεις των μελών της ομάδας γύρω από το κατά πόσο θα έπρεπε να συμπεριληφθούν ερωτικοί στίχοι και αν ναι, πόσοι και πόσο τολμηροί. Γιατί μία διαφορετική ιδέα θα ήταν μία καμπάνια με αποκλειστικά ερωτικούς στίχους ενόψει και της Ημερίδας του Γαλλικού Ινστιτούτου «Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης» στις 19 Νοε. Όταν, μάλιστα, το Ίδρυμα προ ολίγων ημερών ανακοίνωσε “συζήτηση”, με θέμα «Ο ερωτικός Καβάφης» για τις 28 Ιαν.
Πάντως, με την επικρατούσα διεθνώς σεξολαγνεία, καλύτερα θα έδεναν οι προκλητικότεροι στίχοι. Οπότε χαρακτηρίζονται “ευπρεπείς”, γιατί επέλεξαν μόνο δυο στίχους ερωτικού περιεχομένου από ποιήματα του 1911-12 κι αυτοί άτολμοι για τα σημερινά γούστα. “Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω”, από το ποίημα, «Τα επικίνδυνα», και ο δεύτερος ή ακριβέστερα ο ένας και μισός “Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, / αγαπημένη αίσθησις...”, από το ποίημα «Επέστρεφε». Οι ανθολόγοι προχώρησαν και στην αποκοπή στιχικών τεμαχιδίων, όπου το έκριναν απαραίτητο. Πάντως, στάθηκαν “ευπρεπείς”, καθώς δεν μπήκαν στον πειρασμό να συμπληρώσουν τους στίχους με ερεθιστικότερους από τα ίδια ποιήματα. Από την άλλη, ουδείς θα χαρακτήριζε μη “ευπρεπές”, τουτέστιν ανάρμοστο, το κείμενο του Αλέξη Καλοκαιρινού, που επικεντρώνεται σε ένα από τα “κρυμμένα” του 1919, καταταγμένο από τον ποιητή στον φάκελο «Πάθη», το ποίημα «Ο δεμένος ώμος». Καθώς, δημοσιευμένο στο πρόσφατο αφιέρωμα στον Καβάφη του περιοδικού «Το Δέντρο» (τχ. 193-194, Οκτ. 2013), απευθύνεται στους ολίγους, που μπορούν να εκτιμήσουν ένα ξεκίνημα in medias res, “Το ερωτικό πρόβλημα στον Καβάφη δεν είναι ο έρωτας γενικά, αλλά το σεξ ειδικά.”
Λίγο προγενέστερο, του 1917, είναι το “κρυμμένο” από το οποίο αποσπάστηκε ο στίχος της καμπάνιας, “Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.-” Ένας από τους στίχους, που ήταν προφανές, πως θα λειτουργήσει με διαφορετικό νόημα από εκείνο που έχει στο ποίημα. Διαφορετικό έως και βλαπτικό, καθώς αποδίδοντας στον ποιητή μια φράση, που την λέμε συχνά όταν βαριόμαστε, συνώνυμη του δεν έχω διάθεση, απαλλασσόμαστε από τυχόν ενοχές για οκνηρία και χαλαρότητα. Στο ποίημα, εκείνος που “μονολογεί” ή και γράφει επιστολή σε φίλο “δεν έχει κεφάλι για δουλειά”, τουτέστιν για ποίηση, “γιατ’ είναι κάπως ταραγμένος” από την προηγούμενη, που ήταν “κάτω απ’ του Συμεών τον στύλο” και φανταζόταν τον ασκητή “τριάντα πέντε χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο να ζει και να μαρτυρεί”. Αυτά, το 450 μ.Χ., και όχι το 350 μ.Χ., όπως από τυπογραφικό λάθος αναφέρεται στις σημειώσεις του βιβλίου με τα «Κρυμμένα ποιήματα 1877;-1923».
Άλλοι στίχοι της καμπάνιας διατηρούν μέρος του νοήματός τους. Όπως ο στίχος “Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι” από το ποίημα, «Το πρώτο σκαλί», το πρωιμότερο από τα επιλεχθέντα, δημοσιευμένο στο τέλος του προπερασμένου αιώνα ή και δυο μεταγενέστεροι, από το ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» του 1911, “Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ώ ψυχή” και από το ποίημα «Ένας νέος, της τέχνης του λόγου – στο 24ον έτος του» του 1928, “Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.-”. Σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν συνοψίζουν το ποίημα, όπως ισχυρίστηκε ο Ακαδημαϊκός Σύμβουλος.
Μεγάλη ελληνική αποικία
Οι έξι στίχοι της καμπάνιας που αναφέραμε, αποκομμένοι από τον ποιητικό τους κορμό, προσλαμβάνονται οι δυο ερωτικά και οι άλλοι τέσσερις υπαρξιακά. Ένας έβδομος στίχος ανευρέθη, σχεδόν στανικά, για να καλυφθεί το μείζον πρόβλημα της μετανάστευσης. Για την ακρίβεια πρόκειται για στιχικό απόξεσμα με την επίμαχη λέξη, “Ξένος εγώ, ξένος πολύ”, από το «Μύρης. Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» του 1929. Χρειάζονταν, όμως, και δυο στίχοι, που να εκφράζουν το σώμα των πολιτών. Για παρόμοιες ζητήσεις ανέκαθεν πρόσφορο είναι το ποίημα «Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.». Γραμμένο Απρ. 1928, αρχικά θεωρήθηκε προφητικό για την κατάσταση στην ελληνική παροικία της Αιγύπτου και μετά, για την σημερινή “μεγάλη ελληνική αποικία” του διεθνούς δανειστικού τζετ-σετ. Οι ανθολόγοι επέλεξαν τον τελευταίο στίχο “Και τέλος πάντων, να, τραβουμ’ εμπρός”, σίγουροι πως ο “κόσμος” θα κρατήσει την αισιόδοξη νότα, αγνοώντας, δηλαδή μη γνωρίζοντας και όχι αδιαφορώντας για την καβαφική ειρωνεία. Αναζητώντας έναν δεύτερο στίχο ή έστω στιχικό απόξεσμα με λέξη υψηλής συχνότητας στον επικαιρικό θόρυβο, αλίευσαν τον δεύτερο στίχο του τελευταίου εξάστιχου “Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία”.
Ακέραιος ο στίχος ταιριάζει στις σπασμωδικές κινήσεις των κυβερνόντων σήμερα. Ωστόσο, οι εμπνευστές της καμπάνιας ήθελαν μάλλον να εστιάσουν την προσοχή στη λέξη βία που εντέχνως σκιάζει τις μέρες μας και όχι βεβαίως, στη βιά, γι’ αυτό και κράτησαν κολοβό το στίχο, “Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία”. Κι όμως, δεν έχει περάσει και τόσος καιρός από το πολυσυζητημένο περιστατικό που προέκυψε με τη σολωμική βία. Οραματιζόμενος την Ελευθερία ο Επτανήσιος ποιητής, τη βιασύνη είχε κι αυτός κατά νου, αλλά ένας βουλευτής είχε ερμηνεύσει τη λέξη βιά στο στίχο του Εθνικού Ύμνου ως άσκηση σωματικής βίας. Όπως, τότε, ο βουλευτής υπερασπίστηκε με σθένος την άποψή του, το ίδιο έπραξε ο Ακαδημαϊκός Σύμβουλος για τη εν λόγω επιλογή της καμπάνιας: “Είναι ένας στίχος που προκαλεί ανησυχία διότι ο κόσμος δεν ξέρει ότι ο ποιητής εννοεί τη βιασύνη κι έτσι συνεχίζεται ο διάλογος.” Παρόμοιες απόψεις τον αδικούν ως μελετητή, αλλά αυτά παθαίνουν οι πανεπιστημιακοί, που αναλαμβάνουν θέσεις συμβούλων και προέδρων. Πάντως, τα επίμαχα ταμπλό άλλαξαν τάχιστα και ο στίχος αποκαταστάθηκε. Μόνο που ο πρόεδρος του Ιδρύματος επέμεινε πως αυτό δεν έγινε προς διόρθωση αλλά για να ησυχάσει τις αντιδράσεις μικρής μερίδας του ΣΥΡΙΖΑ. Η Αριστερά φημίζεται για το πολιτιστικό της επίπεδο, ωστόσο το σλόγκαν παραμένει σλόγκαν με τις σημερινές γλωσσικές προσλήψεις. Όσο για τα πρώτα αποτελέσματα της “δράσης” στα συγκοινωνιακά μέσα, αυτά θα διερευνηθούν αύριο, σε τάχιστα διοργανωθείσα συζήτηση, «Τι συμβαίνει όταν ο Καβάφης μπαίνει στο Μετρό», στη νέα καβαφική Στέγη.
Το μεγάλο ναι
Κατά τα άλλα, το Αρχείο Καβάφη μένει μέχρι στιγμής ανενεργό. Ένα μοναδικό ίχνος χρήσης του από τον Ακαδημαϊκό Σύμβουλο συναντάμε στο πρόσφατο αφιέρωμα του περιοδικού «Το Δέντρο». Αντλώντας θησαυρούς από την κεφαλλήνια καταγωγή του και την παρούσα θέση του, στο κείμενό του, θέτει εαυτόν “ενώπιον ενωπίοις” με Λασκαράτο και Καβάφη. Δεν ερμηνεύει, αλλά επιδιώκει το “ενδοπαθητικό νιώσιμο” αλλιώς το erlebnis του Βίλχελμ Ντιλτάϋ. Σαν ποιητής που έζησε εκ των έσω και ενεργά τον πολιτικό ανεμοστρόβιλο της ύστερης παπανδρεϊκής εποχής στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ανήκει “στους λίγους” που “το μπορούν”. Αν, όμως, ο Μεταξάς δείχνει καλός γνώστης της ιδεαλιστικής γερμανικής φιλοσοφίας στα χρόνια της καβαφικής ωριμότητας, η Λίτσα Χατζοπούλου, ανασύροντας δημοσίευμα του Γ. Π. Σαββίδη από τις 21 Ιουλ. 1973 για να δείξει την ευρεία χρήση του καβαφικού λόγου, επιδεικνύει όχι καλή μνήμη, μια και τότε ήταν ακόμη στο νηπιαγωγείο, αλλά καλή εποπτεία.
Παραμονές του πολιτειακού δημοψηφίσματος, αγανακτούσε ο Σαββίδης με «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΝΑΙ», που ήταν τοιχοκολλημένο σε “οδούς, πλατέες, και πύλες της περιώνυμης πόλεως Αντιοχείας”, παρμένο από το γνωστό καβαφικό ποίημα. Τότε, όμως, δεν αναφερόταν το όνομα Καβάφης. Στις “σκέψεις για την επικαιρότητα του Καβάφη”, η Χατζοπούλου σχολιάζει “την φωτογραφική ακρίβεια” με την οποία το ποίημα περί της “μεγάλης ελληνικής αποικίας” αντανακλά τη σημερινή κατάσταση, προφητεύοντας τα σλόγκαν της καμπάνιας. Εκτός κι αν ανήκει “στην ομάδα των ευπρεπών και κατάλληλων που επέλεξαν τους στίχους”. Με τους ανώνυμους επιτροπών και δικτύων, ποτέ δεν ξέρεις.
Βρισκόμαστε κοντά στον επίλογο του καβαφικού Έτους. Εάν εξαιρέσουμε τα “κινηματικά ιδεολογήματα”, τι, τελικά, ουσιαστικό θα κρατηθεί ως μελλοντική υποθήκη απ’ όσες “δράσεις” διεκπεραιώθηκαν γύρω από τον Aλεξανδρινό, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Με τον τερματισμό των επετειακών εκδηλώσεων και αφού μεσολαβήσει κάποιο ικανό διάστημα αποτοξίνωσης, ίσως τότε να φανεί το απόσταγμα απ’ όσα συνέβησαν “μές στές πολλές κινήσεις κι ομιλίες”.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/11/2013.
Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013
Σαν μυθιστόρημα
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου το 1942,
εποχή γνωριμίας του με την Άλκη Ζέη.
Άλκη Ζέη
«Με μολύβι φάμπερ
νούμερο δυο»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Σεπτέμβριος 2013
Τα τελευταία χρόνια οι αυτοβιογραφίες πληθαίνουν, καθώς αρκετοί διάσημοι από διάφορους χώρους εξιστορούν τα του βίου τους. Συμβάλλει και η μεγάλη ζήτηση που έχουν παρόμοια βιβλία, τα οποία φτάνουν να συναγωνίζονται τα αποκαλούμενα ροζ μυθιστορήματα. Κάπως έτσι, από ενασχόληση ανθρώπων με δημιουργική δραστηριότητα, επιθυμητή από μια ηλικία και ύστερα ώστε να διασωθεί το αποταμίευμα εμπειρίας, κατέληξε κερδοφόρα επιχείρηση. Στην ποικιλία των αυτοβιογραφούμενων, την πρώτη θέση κατέχουν οι συγγραφείς. Πρόσφατα έχουν προκύψει μέχρι και εκδοτικές σειρές με τις αυτοβιογραφίες τους, στις οποίες συμμετέχουν μεσήλικες, κάποτε και νεότεροι, που, μη έχοντας επαρκές βιωματικό απόθεμα, καταφεύγουν σε συχνά ανιαρή ομφαλοσκόπηση. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, κάνουν εκτεταμένη χρήση προσωπικών στοιχείων και στο στήσιμο ή τη διάνθιση των μυθιστορημάτων τους.
Στη δυσμενή προδιάθεση, που έχει προκαλέσει αυτός ο εναγκαλισμός της αυτοβιογραφίας με το σκανδαλοθηρικό ανάγνωσμα και το μυθιστόρημα, το καινούριο βιβλίο της Άλκης Ζέη έρχεται να σώσει τη χαμένη τιμή της αυτοβιογραφίας. Όπως είχε κατορθώσει πριν είκοσι έξι χρόνια να στήσει ένα μυθιστόρημα με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, βασισμένο στα αληθινά γεγονότα από μια περίοδο της ενήλικης ζωής της, τώρα εξιστορεί τα παιδικά, εφηβικά και πρώτα νεανικά χρόνια της σαν μυθιστόρημα. Αν δεν είχε προλάβει ο Ξενόπουλος, στο πρόσφατο βιβλίο της θα ταίριαζε ο τίτλος της δικής του αυτοβιογραφίας, «Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα», καθώς πρόκειται για μια συναρπαστική αφήγηση. Όσο αφορά την ανάκληση αυτού του αρκετά μακρινού παρελθόντος, στηρίχτηκε, όπως γράφει, στη μνήμη της και στη μνήμη της μονάκριβης αδελφής της.
Συνδυασμός, που εκπλήσσει με την ακρίβειά του, ιδίως, όταν πρόκειται για πρόσωπα, που δεν έχει συγκρατήσει η Ιστορία της εποχής και σώζονται μόνο σε αναφορές ειδικών πραγματειών και απομνημονευμάτων. Ή και όταν αφορά επιμέρους λεπτομέρειες του βιογραφικού γνωστών προσώπων. Για παράδειγμα, στην πρώτη σελίδα, διορθώνεται η ημερομηνία γέννησης του φίλου της από τα χρόνια της Δικτατορίας στο Παρίσι, Χόρχε Σεμπρούν. Όλες οι πηγές που γνωρίζουμε τον φέρουν γεννηθέντα στις 10 Δεκ. 1923. Η Ζέη αναφέρει πως είχε γενέθλια την ίδια μέρα με εκείνη και τον Νίκο Κούνδουρο, στις 15 Δεκ. Όπως θυμίζει, “ο Σεμπρούν έφυγε πριν από λίγο καιρό”, στις 7 Ιουν. 2011. Τα πρώτα τους βιβλία, «Το μεγάλο ταξίδι» του Σεμπρούν και το δικό της, «Το καπλάνι της βιτρίνας», είχαν εκδοθεί την ίδια χρονιά, πριν 50 χρόνια. Ενώ, στη δεκαετία του ’80, είχαν κυκλοφορήσει δυο σημαντικά βιβλία τους, και τα δυο από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Το 1983, «Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, και το 1987, «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».
Ο τίτλος, που η συγγραφέας επιλέγει για την αυτοβιογραφία της, κυριολεκτεί. “Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο” έγραφε, από το δημοτικό, τα πρώτα εξωσχολικά κείμενά της. Αυτός ο τύπος μολυβιού γράφει μαλακά, με βαθιούς τόνους. Αντιστοίχως, ο τρόπος που παρουσιάζεται η αφηγήτρια δείχνει έναν άνθρωπο ήπιο και τρυφερό, που εξιστορεί προχωρώντας στο βάθος των πραγμάτων. Μέχρι συμπλεγματικές θα χαρακτήριζε ο παππούς Φρόυντ αποφάνσεις του τύπου: “ήμουνα μια ασήμαντη μαθήτρια”, “δεν ήμουνα ψηλή και φανταχτερή”, η μεγαλύτερη αδελφή μου “από μικρή με θεωρούσε κουτούτσικη. Άλλωστε το παρατσούκλι μου ήταν Κουτοκούλι.” Μόνο που το “Κουτοκούλι μας προέκυψε συγγραφέας”, όπως σχολιάζει η αδελφή της, και μάλιστα, ένας συγγραφέας με το χάρισμα του αυτοσαρκασμού.
Η Λενούλα...
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην αδελφή της, “στη Λενούλα”, στην οποία παραχωρεί πρωταγωνιστικό ρόλο, ακόμη και στην εικονογράφηση. Είναι η ίδια που ενέπνευσε την Αντιγόνη στο δεύτερο βιβλίο της, του 1971, «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου». Εκεί είναι η μεγαλύτερη αδελφή του Πέτρου, που “κοιμότανε με 68 κουρελάκια στο κεφάλι, για να έχει μαλλί φουντωτό σα κουνουπίδι. Όλοι έλεγαν ότι μοιάζει στην διάσημη αμερικανίδα ηθοποιό και τραγουδίστρια Ντιάνα Ντάρμπιν”. Στην αυτοβιογραφία, άνοιξη 1939, “η Λενούλα τυλίγει τα μαλλιά της σε κουρελάκια πριν πέσει να κοιμηθεί” και είναι “αναγνωρισμένο από όλα τα σχολεία πως έμοιαζε” στην Ντάρμπιν. Αρρένων και θηλέων, Ιόνιος Σχολή, Μπερζάν, Μακρή και Αηδονοπούλου, που παρακολουθούσαν σε πρωινή προβολή του Ρεξ ταινία της αμερικανίδας σταρ. Με “καρό φούστα και σοσονάκια και οι δυο”, η ηθοποιός και η κατά δυόμισι χρόνια νεότερη Ελληνίδα σωσίας της, η οποία “σηκώθηκε όρθια και χαιρέτησε τα πλήθη” που “φώναζαν ρυθμικά: Λε-νου-λα Λε-νου-λα”. Αστέρι η Ντάμπιν στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, μέχρι ο νεότερος των κοριτσιών Θωμάς Γκόρπας, θυμόταν να ακούει τα τραγούδια της. Τα ΜΜΕ την ξαναθυμήθηκαν εφέτος τον Μάη με το θάνατό της. Η Ντάρμπιν έκανε το ντεμπούτο της δεκαπεντάχρονη και πριν κλείσει τα τριάντα, το 1949, εγκατέλειψε τον κινηματογράφο, ακολουθώντας τον τρίτο σύζυγό της.
Στο ενδιάμεσο, Οκτ. 1942, ξεκίνησε το ειδύλλιο της Λενούλας με τον Νίκο Γκάτσο, που κράτησε μέχρι το 1946. Έτσι όπως το παρουσιάζει η Ζέη, δίνει σπάνια μαρτυρία για μια σχεδόν άγνωστη πλευρά του Γκάτσου. Αυτήν του ερωτευμένου. Καμία σύγκριση με τον Γκάτσο της πρόσφατης “μυθιστορίας” της Αγαθής Δημητρούκα, «Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο». Εδώ, είναι ο τριαντάρης άντρας, που ζει έναν κεραυνοβόλο και παράφορο έρωτα. Απ’ αρχής μέχρι τέλους, τον εκφράζει με τρόπο δαψιλή και υπερβολικό. “Μια τεράστια ανθοδέσμη από κλωνάρια αμυγδαλιάς” συνοδεύει την πρώτη πρόσκληση στου Λουμίδη για καφέ. Με απειλή για εσπευσμένη αναχώρησή του στη Γερμανία, την οποία παρουσιάζει ως αυτοχειρία ενέργεια, αποσπά την πρώτη κατά μόνας συνάντηση. Μέχρι που “νοικιάζει αμαξάκι με άλογο – δυο υπήρχαν σ’ όλη την Αθήνα – για να την πάει βόλτα”. Για να εντυπωσιάσει την δεκαοχτάχρονη, επιδεικνύει αχαλίνωτη φαντασία. Μέσα στην Κατοχή, σκαρφίζεται μια μυστική αποστολή στην Αίγυπτο. Εξαφανίζεται ένα δεκαπενθήμερο, επιστρατεύοντας τον Ελύτη ως κομιστή της αποχαιρετιστήριας επιστολής, που έγραφε, “Αν δεν γυρίσω και χαθώ, να ξέρεις πως σε αγάπησα πολύ”. Ένας έρωτας που θάλλει χάρις και στα παραμύθια που της λέει, αναδεικνυόμενος σε υπέροχο τερατολόγο. Εκείνη, όμως, είναι ένα ρομαντικό κορίτσι, που διαλέγει στα περιοδικά μόδας το νυφικό της “κι ονειρεύεται πως είναι νύφη στο μπράτσο του Γκάτσου που σίγουρα θα φορά σμόκιν”.
“Δεν ήτανε ωραίος, ήτανε όμορφος. Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή.” Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση της Ζέη από τον Γκάτσο. Πάντως, εκείνος δεν αντέδρασε ως ισπανός ευγενής, ούτε όταν τέθηκε θέμα γάμου ούτε, όταν, μετά το χωρισμό τους, κατάλαβε πως τη θέση του στην καρδιά της Λενούλας είχε πάρει άλλος. Μάλλον συμπεριφέρθηκε σαν γνήσιος Έλληνας. Την μεν κουλούρα δεν την έβαλε, αλλά έσπασε τα τζάμια του σπιτιού του αντίζηλου. Όσο για την Λενούλα βρήκε το ταίρι της, όπως και η Ντάρμπιν, στον τρίτο της έρωτα. Η μεγαλύτερη αδελφή και οι νεανικοί έρωτές της δεν ενέπνευσαν στη Ζέη ένα αυτοτελές μυθιστόρημα. Κρίμα, καθώς θα ενέπλεκε δυο ποιητές, που δεν άφησαν ημερολόγια και επιστολές, τον Γκάτσο και τον Νίκο Καρύδη, περισσότερο γνωστό ως έναν της τριάδας που ίδρυσε τον «Ίκαρο». Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να έχει τίτλο, “οι αρραβωνιαστικοί της Ελένης”. Η μεγαλύτερη αδελφή είχε πάρει το όνομά της από την κρητικιά, εκ πατρός, γιαγιά. Ενώ, το Άλκη είναι υποκοριστικό του Αγγελική. Έτσι λέγανε την άλλη γιαγιά, την Σαμιώτισσα, το γένος Νικολαραΐζη. Συγγένευε, άραγε, με τον διπλωμάτη και κριτικό λογοτεχνίας Δημήτρη Νικολαραΐζη, που ήταν κι αυτός Σαμιώτης, από πλούσια οικογένεια εμπόρων;
Διαδοχικά προσωπεία
Η συγγραφέας πλάθει τα διαδοχικά προσωπεία της αφηγήτριας - παιδί, έφηβη, νεαρή κοπέλα – χωρίς να παρεμβαίνει από τη θέση του ενήλικα στον τρόπο που εκείνη, σε κάθε μια περίοδο, βλέπει συνομήλικους και μεγαλύτερους, καθώς και στο πώς αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν στον στενό οικογενειακό χώρο ή στο πώς αντιδρά στους αντίκτυπους που έχει η γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο στον δικό της κόσμο του σπιτιού και του σχολείου. Για τα σχόλια του ενήλικα έχει προβλέψει πλαγιογράμματες περικοπές. Σχετικά λιγοστές και σύντομες, με μικρότερα στοιχεία, ευτυχώς ελάχιστα παραλλάσσουν ή εκλογικεύουν τις αλλοτινές εκτιμήσεις. Μόνο προσθέτουν μεταγενέστερα συμβάντα και θανάτους, που συμπληρώνουν μεν την εικόνα, αλλά προσθέτουν και κάποιες πένθιμες νότες. Από μια άποψη, αυτή η γεύση του τέλους υποστέλλει τον ανάλαφρο τόνο της αφήγησης, που κυμαίνεται από την σκανδαλιάρικη διάθεση του παιδιού, στην περιπαικτική της εφηβείας και την χιουμοριστική της ενηλικίωσης. Αν και αυτή η τελευταία καταλήγει σε πικρά ειρωνική, όταν η κατάσταση αρχίζει να ζορίζει από τα Δεκεμβριανά και μετά.
Σε κάθε περίοδο, η αφήγηση ζωντανεύει μια χορεία προσώπων, με πρώτη τη μεγάλη οικογένεια του Σαμιώτη παππού Γεωργίου Σωτηρίου, καθηγητή αρχαίων ελληνικών στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Από lapsus calami αναφέρεται ότι απέκτησε δέκα τρία παιδιά, ενώ ο περιγραφικός κατάλογος που ακολουθεί τα βγάζει δώδεκα. Όπως και να έχει, στερνοπαίδια είναι “τα πανέμορφα δίδυμα Πλάτων και Έλλη”. “Ο θείος Πλάτων” είναι ο ήρωας του ομότιτλου, τρίτου βιβλίου της, και σύζυγος της Μικρασιάτισσας Διδώς Παππά. Ένα ακόμη πρόσωπο της λογοτεχνίας, δίπλα στον Γκάτσο, που παίρνει αυτόνομη υπόσταση και δη, σχεδόν μυθιστορηματικού χαρακτήρα, είναι η Διδώ Σωτηρίου, η δυναμική πρώιμη φεμινίστρια. Και η Έλλη είναι “η μαμά”, που “δεν ήταν μόνο πολύ όμορφη”, αλλά και “αχτύπητη στο ντύσιμο”. Στην Κατοχή, έκανε αντίσταση - σύνδεσμος με το Κόμμα, διακινώντας παράνομα έντυπα - με καμουφλάρισμα τα μοντελάκια “των μεγάλων τότε οίκων μόδας, της Παπαστεφάνου και της Τσούχλου”, που λάνσαρε φορώντας τα.
Εκείνο που αντιδιαστέλλει την αυτοβιογραφία της Ζέη από άλλες αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αφηγήσεις δεν είναι το πλήθος των σημαντικών προσώπων που αναφέρει, αλλά η οπτική μέσα από την οποία τα παρουσιάζει. Προβάλλει διαφορετικές από τις γνωστές πλευρές τους, κυρίως μεταφέροντας εντυπώσεις της εποχής που τους γνώρισε. Συχνά η καλύτερη σύσταση είναι ο προφορικός τους λόγος, έτσι πιστικά που κατορθώνει να τον ανασυστήσει. Παράδειγμα, οι διάλογοι Γκάτσου – Εμπειρίκου και οι συζητήσεις της ίδιας με την επιστήθια φίλη της Ζωρζ Σαριβαξεβάνη. Το 1969, με την έκδοση του παιδικού βιβλίου, «Ο θησαυρός της Βαγίας», η φίλη της θα καταγραφεί στις δέλτους της λογοτεχνίας ως Ζωρζ Σαρή. Παρεμπιπτόντως, όταν η Ζέη αναφέρεται στο ιδιωτικό σχολείο των πρώτων γυμνασιακών της χρόνων, αποφεύγει να το ονοματίσει, γιατί “ήταν φασιστικό” και η διευθύντρια του, που την βαφτίζει Περσεφόνη, “είχε υιοθετήσει κατά γράμμα τις απόψεις του Χίτλερ”. Την έχει, όμως, προλάβει η Σαρή με το αυτοβιογραφικό βιβλίο της, «Ε. Π.», του 1996. Οι ενωμένες για πάντα, που υπαινίσσεται το αρκτικόλεξο του τίτλου, είναι τέσσερις συμμαθήτριες, με την πρώτη να ακούει στο όνομα Άλκη, ενώ η διευθύντρια και ιδιοκτήτρια του σχολείου ονομάζεται Ερασμία Δελαπόρτα.
Θέατρο και Αντίσταση
Στην τελευταία περίοδο, με τις μνήμες της νεαρής κοπέλας, φωτίζονται πλαγίως δυο διαφορετικοί χώροι, του Θεάτρου και της Αντίστασης. Και στους δυο ουσιαστικά την εισήγαγε “ο ψηλός με τα γυαλιά και το άσχημο επίθετο”, που είχε γνωρίσει μαζί με “τον Εμπειρίκο, τον Ελύτη, τον Γκάτσο και τον Μάριο Πλωρίτη”, ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Σεβαστίκογλου. Από τον πρώτο χώρο, δεν εντυπωσιάζει ο Κουν της εποχής, καθώς ο ίδιος ως προσωπικότητα και το πρωτοποριακό θέατρο του συνιστούν ένα από τα πιο γνωστά κεφάλαια του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου. Εντυπωσιάζει, όμως, η Καιτούλα, που κατάφερε “να ξεπεράσει τον εαυτό της” στο πρώτο έργο του Θεάτρου Τέχνης, την «Αγριόπαπια» του Ίψεν, “στο θέατρο Αλίκης”, 18 Σεπ. 1942. “Ένα μαγευτικό πλασματάκι πάνω στη σκηνή, η Καίτη Λαμπροπούλου.” Αχάριστη η τέχνη του ηθοποιού. Η Καιτούλα του Κουν και του Ροντήρη πέθανε στις 31 Ιαν. 2011, χωρίς να αφήσει ίχνη. Διασώθηκε μόνο η μετέπειτα χαρισματική κωμικός σε ρόλους δευτεραγωνίστριας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Από το δεύτερο χώρο, πολλοί μεν αναφέρονται, αλλά μόλις που σκιαγραφούνται. Ανάμεσα σε αυτούς ο Σεβαστίκογλου, με τον οποίο έζησε μια ολόκληρη ζωή, όπως είχε προφητεύσει τη νύχτα του γάμου της η θεία Διδώ. Η Ζέη διευκρινίζει πως ο άντρας της δεν ήτανε ο Αχιλλέας. Όταν γραφόταν το μυθιστόρημα, εκείνος βρισκόταν δίπλα της. Ίσως, και να την έβαλε “να το γράψει τρεις φορές”, όπως έκανε με το πρώτο της διήγημα, «Κοντά στις ράγες», που δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του κατοχικού περιοδικού «Νεανική Φωνή», Φεβ. 1944. Παρεμπιπτόντως, ο “αδύνατος νεαρός με γυαλιά, μάλλον στην ηλικία της”, που είχε τότε παραλάβει το διήγημα στα γραφεία του περιοδικού ονομαζόταν Κωστής Νεχαλιώτης. Ήταν ο Κωστής Σκαλιόρας της επιτροπής έκδοσης, τότε μόλις 17 ετών. Έφυγε στις 5 Οκτωβρίου.
Αλλά ποιος ήταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου; Ούτε διεξοδική ιστορία του ελληνικού θεάτρου υπάρχει ούτε του Εμφυλίου. Το μυθιστόρημα «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και η πρόσφατη αυτοβιογραφία δίνουν αποσπασματικά στοιχεία. Σήμερα, είκοσι τρία χρόνια μετά το θάνατό του, την 1η Νοε. 1990, η αυτοβιογραφία θα χρειαζόταν μια συνέχεια, “η ζωή με τον Γιώργο”. Άλλωστε, το 2013 είναι επετειακό έτος για εκείνον, καθώς συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του. Όπως και να έχει, μια πρώτη ιδέα για το ήθος του αγωνιστή Σεβαστίκογλου δίνει η στιχομυθία, που έγινε το βράδυ του γάμου τους στο σπίτι της Διδώς. Εκείνος ανακοινώνει ότι δεν θα φύγει με το Ματαρόα για Παρίσι, παρόλο που ο γάμος είχε γίνει ακριβώς λόγω αυτής της αναχώρησης. “Πήρα εντολή από το Κόμμα να μείνω”, λέει. “Κι εσύ δέχτηκες;” τον ρωτούν έκπληκτοι. “Δεν υπήρχε θέμα να δεχτώ ή όχι. Αφού ήτανε εντολή.”
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/10/2013.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.


