Επανερχόμαστε στο θέμα της προηγούμενης Κυριακής, τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Η βιογραφία του Ιωσήφ Σιακκή ακολουθεί τις τρεις γνωστές βιογραφίες του Καμπούρογλου, συνδυάζοντας την χρονολογική ανάπτυξη με την κατά θέμα παρουσίαση. Υπερτερεί, ωστόσο, στο βιβλιογραφικό μέρος, καθώς σε αυτό συγκεντρώνονται στοιχεία για επιμέρους θεματικές ενότητες. Αλλά και διαφοροποιείται, κυρίως ως προς το ύφος, αφού οι προηγούμενοι τρεις βιογράφοι διαπνέονταν από θαυμασμό προς το πρόσωπο του βιογραφούμενου και στις κρίσεις τους έλαβαν υπ’ όψιν τα μέτρα και σταθμά της εποχής του. Αυτό, βέβαια, ήταν αναμενόμενο, δεδομένης της μακριάς σχέσης που είχαν και οι τρεις με το έργο του. Ο πρώτος βιογράφος είναι ο συνεχιστής του ιστορικού έργου του, ο Δημήτριος Αλεξάνδρου Γέροντας. Ήταν είκοσι εννέα ετών το 1942, που απεβίωσε ο Καμπούρογλους και τον θαύμαζε από παιδί. Στενός συγγενής του, δισέγγονος του Δημογέροντα Άγγελου Σωτηριανού Αλεξάνδρου Γέροντα, πάππου εκ μητρός του Καμπούρογλου. Τέσσερις γιους και δυο κόρες είχε ο Γέροντας, η μητέρα του Καμπούρογλου, Μαριάννα, ήταν η δευτερότοκη. Η βιογραφία του Γέροντα εκδόθηκε το 1974. Η επόμενη, επτά χρόνια αργότερα, είναι κι αυτή έργο ενός νεαρού φίλου του Καμπούρογλου κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, του Διονύση Τροβά. Τέλος, η πιο πρόσφατη, που εκδόθηκε το 1996, είναι της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ευγενίας Ζωγράφου, η οποία είχε γνωρίσει τον συνονόματο εγγονό τού Καμπούρογλου, στη μνήμη του οποίου και την αφιερώνει. Μια επιπλέον ένδειξη της καλής γνωριμίας της βιογράφου με τον Καμπούρογλου και την εποχή του αποτελεί το γεγονός ότι την προλογίζει ο πρεσβύτης πλέον Γέροντας. Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
Καμπούρογλου συνέχεια
Ιωσήφ Σιακκής
«Δ. Γ. Καμπούρογλου
Η ζωή και το έργο του»
Εκδόσεις ΜΙΕΤ
Ιούλιος 2012
Επανερχόμαστε στο θέμα της προηγούμενης Κυριακής, τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Η βιογραφία του Ιωσήφ Σιακκή ακολουθεί τις τρεις γνωστές βιογραφίες του Καμπούρογλου, συνδυάζοντας την χρονολογική ανάπτυξη με την κατά θέμα παρουσίαση. Υπερτερεί, ωστόσο, στο βιβλιογραφικό μέρος, καθώς σε αυτό συγκεντρώνονται στοιχεία για επιμέρους θεματικές ενότητες. Αλλά και διαφοροποιείται, κυρίως ως προς το ύφος, αφού οι προηγούμενοι τρεις βιογράφοι διαπνέονταν από θαυμασμό προς το πρόσωπο του βιογραφούμενου και στις κρίσεις τους έλαβαν υπ’ όψιν τα μέτρα και σταθμά της εποχής του. Αυτό, βέβαια, ήταν αναμενόμενο, δεδομένης της μακριάς σχέσης που είχαν και οι τρεις με το έργο του. Ο πρώτος βιογράφος είναι ο συνεχιστής του ιστορικού έργου του, ο Δημήτριος Αλεξάνδρου Γέροντας. Ήταν είκοσι εννέα ετών το 1942, που απεβίωσε ο Καμπούρογλους και τον θαύμαζε από παιδί. Στενός συγγενής του, δισέγγονος του Δημογέροντα Άγγελου Σωτηριανού Αλεξάνδρου Γέροντα, πάππου εκ μητρός του Καμπούρογλου. Τέσσερις γιους και δυο κόρες είχε ο Γέροντας, η μητέρα του Καμπούρογλου, Μαριάννα, ήταν η δευτερότοκη. Η βιογραφία του Γέροντα εκδόθηκε το 1974. Η επόμενη, επτά χρόνια αργότερα, είναι κι αυτή έργο ενός νεαρού φίλου του Καμπούρογλου κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, του Διονύση Τροβά. Τέλος, η πιο πρόσφατη, που εκδόθηκε το 1996, είναι της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ευγενίας Ζωγράφου, η οποία είχε γνωρίσει τον συνονόματο εγγονό τού Καμπούρογλου, στη μνήμη του οποίου και την αφιερώνει. Μια επιπλέον ένδειξη της καλής γνωριμίας της βιογράφου με τον Καμπούρογλου και την εποχή του αποτελεί το γεγονός ότι την προλογίζει ο πρεσβύτης πλέον Γέροντας.
Στο εκδοτικό σημείωμα της βιογραφίας του Σιακκή, δεν εξηγούνται οι λόγοι, που εκείνος την άφησε ανέκδοτη. Οι επιμελητές αναφέρουν ότι “από τη βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας συνάγεται ότι η τελευταία επεξεργασία πρέπει να έγινε όχι πολύ αργότερα από το 1974”. Συγκεκριμένα, στη βιβλιογραφία καταχωρείται δημοσίευμα από τα Χριστούγεννα 1979. Με βάση τη δεύτερη βιογραφία, του Τροβά, μπορούμε να προσδιορίσουμε με αρκετή ακρίβεια τη χρονολογία συγγραφής της. Ο Σιακκής βιβλιογραφεί δυο δημοσιεύματα του Τροβά της δεκαετίας του 1940 αλλά δεν καταγράφει τη βιογραφία του. Γεγονός που δείχνει ότι η βιογραφία Σιακκή θα πρέπει να γράφεται ή, έστω, να ολοκληρώνεται εντός του 1980, ταυτόχρονα με εκείνη του Τροβά. Στο συνοδευτικό σημείωμα του Αρχείου Σιακκή, αναφέρεται ότι “με την εργασία του για τον Καμπούρογλου πήρε μέρος σε διαγωνισμό της Ακαδημίας”. Δεν αποκλείεται ο διαγωνισμός να συνδεόταν με την επέτειο Καμπούρογλου του 1982. Αυτό το σημείο θα μπορούσε να διασαφηνιστεί.
Σε μια παρόμοια υπόθεση συνηγορεί ο βιαστικός χαρακτήρας της συγγραφής των τελευταίων κεφαλαίων καθώς και τα βιβλιογραφικά κενά. Για παράδειγμα, στο τρίτο κεφάλαιο, ο Σιακκής υπόσχεται να παραθέσει στο τέλος πίνακα με τα δημοσιεύματα του Καμπούρογλου στο περιοδικό «Εβδομάς», τον οποίο παραλείπει. Ένα άλλο παράδειγμα της επείγουσας συρραφής του υλικού δίνουν κάποιες αλληλοαναιρούμενες αναφορές. Όπως, λ.χ., ότι, στις 21.3.1921, “στη μπυραρία του Φιξ”, ίδρυσε τον Σύλλογο των Συγγραφέων αλλά και τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο. Εκείνο, πάντως, το βράδυ ίδρυσε μόνο τον δεύτερο. Αλλά και γενικότερα, το βιβλιογραφικό τμήμα δείχνει ότι ο Καμπούρογλους δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα ως ερευνητικό αντικείμενο. Παρότι το 1978 εγκατέλειψε τη δικηγορία για την έρευνα, στον Καμπούρογλου δεν επανήλθε κατά την εναπομένουσα εικοσαετία του βίου του. Πέθανε το 1999, σε ηλικία 82 ετών. Ωστόσο, η αναζήτηση στοιχείων γύρω από αυτόν θα πρέπει να είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ίσως και από το 1951, όταν το πρώτο του βιβλίο, ένα ταξιδιωτικό στον τόπο καταγωγής του πατέρα του, «Γνωριμία με την Ερέτρια», απέσπασε το πρώτο βραβείο της Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης.
Αναλυτικότερα, το τελευταίο βιβλιογραφικό μέρος της βιογραφίας περιλαμβάνει: Α. Χρονολογικό πίνακα των έργων του Καμπούρογλου και των δημοσιεύσεων αρχείων και χειρογράφων, που υπάρχουν μεν και στις άλλες βιογραφίες, αλλά, εδώ, οι εκδόσεις είναι πληρέστερα καταγεγραμμένες. Β. Τα δημοσιεύματά του στην εφημερίδα «Εστία» με το ψευδώνυμο Αναδρομάρης. Η αποδελτίωση αφορά την περίοδο 1913 -1937, χωρίς να είναι πλήρης. Στο αντίστοιχο κεφάλαιο της βιογραφίας, το 1913 αναφέρεται ως το έτος που ο Καμπούρογλους πρωτοεμφανίζεται με αυτό το ψευδώνυμο. Ο Αναδρομάρης, ωστόσο, έκανε το ντεμπούτο του το 1911 και συνέχισε μέχρι τέλους, αποθνήσκοντας ομού μετά του κτήτορά του. Γ. Μερική βιβλιογράφηση όσων έγραψαν γι’ αυτόν, που αφορά την περίοδο 1920-1979, με επτά σκόρπια λήμματα σε προηγούμενα χρόνια, 1891-1905. Η παράθεση είναι κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος του συγγραφέα. Ευκρινέστερη εικόνα θα δινόταν, αν παρουσιάζονταν σε ενότητες τα αφιερώματα, όπως τα εκτενή της «Νέας Εστίας» και της «Ελληνικής Δημιουργίας, και αυτονομούνταν οι συνεντεύξεις του. Δ. Στην τελευταία ενότητα παρουσιάζεται απάνθισμα κρίσεων, χωρίς όμως βιβλιογραφικές παραπομπές. Πάντως, η διασπορά των δημοσιευμάτων του Καμπούρογλου σε πλήθος εντύπων, από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 μέχρι το θάνατό του, καθιστά τη βιβλιογραφία του δυσεπίτευκτη.
Oπως και να έχει, παρόμοιες εκδόσεις, εκλιπόντος του συγγραφέα, χρειάζονται φιλολογική στήριξη και ίσως κάποιο συνοδευτικό σχολιασμό, κυρίως για την περίοδο μετά τη συγγραφή τους. Ο σχολιασμός χρειάζεται, όχι μόνο για τυχόν αβλεψίες, αλλά και για στρυφνές ή κάποτε και αδόκιμες διατυπώσεις. Ήδη, στο πρώτο κεφάλαιο, το προσεκτικότερα γραμμένο, υπάρχουν και από τα δυο είδη. Από λάθος της πηγής από την οποία αντλείται η πληροφορία, ο πατήρ του Καμπούρογλου, ο Γρηγόριος, αναφέρεται ως πρωτότοκος, αντί για τριτότοκος γιος του πάππου Δημητρίου Ιωάννη Καμπούρογλου. Ενώ, κάπως βιαστικά αποδίδεται στον πάππο του πάππου του, τον Δημήτριο Στρούμπο το παρατσούκλι Καμπούρης ακόμη πριν να φύγει από το τόπο του, την Τσερνίτσα Μεσσηνίας. Το λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Ελευθερουδάκη, γραμμένο από τον ίδιο τον Καμπούρογλου, προσδιορίζει: «Όνομα αρχαίας οικογενείας εξ Αλαγωνίας της Μεσσηνίας. Η οικογένεια αύτη είνε κλάδος της πολυσχιδούς Ηπειρωτικής προελεύσεως οικογενείας των Στρούμπων, ων αρχικώς έφερε και το επώνυμο. Εις εκ της οικογενείας ταύτης απεστάλη ποτέ βεκίλης του τόπου (αντιπρόσωπος προς διεξαγωγή υποθέσεων) εις Κωνσταντινούπολιν... Ήτο υψηλός και πως κυρτός, επειδή δε μεγάλως διεκρίθη, τον υιόν του τον εχαρακτήριζον οι Τούρκοι ως “Καμπούρ ογλού”, ήτοι υιόν του κυρτού. Έκτοτε ελησμονήθησαν οι Στρούμποι και οι Καμπούρογλοι διεκλαδίσθησαν δια του προσωνυμίου αυτού.» Επίσης, σύγχυση προκαλεί η αναφορά σε δυο μέλη της οικογένειας των Στρούμπων, που φέρουν το παρωνύμιο Γεωργίλης, τον Ιωάννη Παναγιώτου Στρούμπο και τον από αδελφό δισέγγονό του, Δημήτριο Γεωργίου Στρούμπο. Σύγχυση, που επιτείνει η συνένωση των δυο προσώπων στο Ευρετήριο.
Πέραν αυτών, υπάρχουν και ορισμένες αποσιωπήσεις. Εκτός κι αν πρόκειται για ελλιπή πληροφόρηση. Για παράδειγμα, ο προπάππος Ιωάννης Καμπούρογλους, σύμφωνα με επιστολή του Σταμάτη Κουμπάρη προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο, χάθηκε κατά τις σφαγές του 1821 στην Κωνσταντινούπολη. Αν και δεν αναφέρεται ρητά, στις 10 Μαρτίου 1821, έπεσε θύμα τους. Ο Σιακκής αναφέρει ότι αγνοείται η τύχη του, παρόλο που έχει ερευνήσει έγγραφα σχετικά με τον θρακιώτη Φιλικό Σταμάτη. Όσο για τον πάππο Δημήτριο, αναφέρει ότι χάνονται τα ίχνη του στη Βιέννη. Πράγματι, αφού φυγάδευσε τα πέντε παιδιά του στην Οδησσό, ο ίδιος κατέφυγε στην Βιέννη, όπου, όμως, ξαναπαντρεύτηκε. Πρόκειται, βέβαια, για λεπτομέρειες, οι οποίες, ωστόσο, χρειάζονται τις υποσελίδιες σημειώσεις τους.
Το ίδιο ισχύει και για το Ευρετήριο. Με τη χρήση του Η/Υ, η κατάρτισή του έχει θεωρηθεί εύκολη υπόθεση, που δεν απαιτεί την καλή γνώση τού προς ευρετηρίαση βιβλίου, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται όλο και συχνότερα ελλείψεις. Για παράδειγμα, ο Μηλιάδης της βιογραφίας, ο συνιδρυτής του «Οδοιπορικού Συνδέσμου», ονομάζεται Θεόδωρος και δεν είναι ο χιώτης ζωγράφος Στυλιανός Μηλιάδης, ούτε ο Ν.Π.Αποστολόπουλος του περιοδικού «Νέοι Δρόμοι» είναι ο στοχαστής Ντίμης Αποστολόπουλος. Γενικώς, τα μικρά ονόματα είναι αναγκαία. Λ.χ., σκέτο το Θωμόπουλος δεν παραπέμπει μόνο στον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο. Εκτός από τα μικρά ονόματα, συχνά χρειάζονται και οι τίτλοι. Λ.χ., το Ιγνάτιος Ναζιανζού δείχνει σαν ονοματεπώνυμο και δεν δηλώνει τον Επίσκοπο Ναζιανζού Ιγνάτιο Σαράφογλου. Τέλος, όταν υπάρχουν 13 Καμπούρογλοι και έξι Στρούμποι, η αναφορά στο βαθμό συγγένειας είναι απαραίτητη.
Αρκετά θα είχαμε να προσθέσουμε σχετικά με τον τρόπο που ο Σιακκής αντιλαμβάνεται τον Καμπούρογλου και την εποχή του. Αρκούμεθα ενδεικτικά σε όσα γράφει σχετικά με τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο. Κατ’ αρχάς, υποτιμά στη γένεση ενός παρόμοιου συλλόγου τον καθοριστικό ρόλο του συστηματικού οδοιπόρου και καλού γνώστη του αττικού χώρου, που ήταν ο Καμπούρογλους. Ύστερα, δείχνει να εξομοιώνει την Αθηναία του ’20 με την χειραφετημένη της εποχής του, όταν γράφει: «...Είχε όμως την παραξενιά να μη θέλει γυναίκες για μέλη, τις θεωρούσε ανώριμες για τέτοιες δουλειές, δεν τις έβρισκε ικανές για σκληραγωγίες...» Σαν να αγνοεί ότι, κατά τον Καμπούρογλου, οδοιπορία σήμαινε ενεργή περιπλάνηση προς άγραν πληροφοριών και παρατηρήσεων. Και ακόμη, ότι, με τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο, επεδίωκε να οργανώσει την καλύτερη γνωριμία με τον τόπο. Εκείνος αντιλαμβανόταν την οδοιπορία σαν προσκύνημα, που έπρεπε να είναι αδιάσπαστο, γι’ αυτό και δεν θέλησε τη συμμετοχή γυναικών. Η προσωνυμία, πάντως, του “χαρούμενου στρατοκόπου”, που του αποδίδει, ενέχει απόχρωση καρικατούρας.
Σχολιασμό θα χρειαζόταν και η αποτίμηση, που αποπειράται, όπως και οι άλλοι τρεις βιογράφοι, του έργου του. Δύο μόνο παρατηρήσεις. Πιστεύουμε πως αδικεί τον ιστορικό Καμπούρογλου, θεωρώντας το έργο του αποκλειστικά έργο ιστοριοδίφη. Σαν να μην αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα της τρίτομης «Ιστορίας των Αθηναίων», με την οποία ο Καμπούρογλους κερδίζει επαξίως τον τίτλο του ιστορικού και δη, του καινοτόμου για την εποχή του, με την επιλογή του να μην ιστορήσει την πόλη αλλά τους κατοίκους της, καθώς και με τον τρόπο που αναπτύσσει το ιστορικό υλικό. Όσο αφορά τον διηγηματογράφο, οι απόψεις του Σιακκή αντανακλούν τις προσλαμβάνουσες της εποχής του. Έχοντας ο ίδιος δοκιμαστεί στον πεζό λόγο κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, εξαίρει τα ιστορικά διηγήματα του Καμπούρογλου, καθώς και ορισμένα από εκείνα που αποκαλεί “ηθογραφήματα”, για τα οποία και παρατηρεί ότι “δεν θα είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα ηθογραφήματα του Παπαδιαμάντη”.
Μένουν δυο πρωταρχικά βιογραφικά στοιχεία του Καμπούρογλου, που η νέα βιογραφία αφήνει ασχολίαστα. Το επίθετό του και η ημερομηνία της γέννησής του. Σύμφωνα με υποσημείωση των επιμελητών, “το όνομα στην ονομαστική εμφανίζεται εξαρχής και με τους δυο τύπους: Καμπούρογλους και Καμπούρογλου”. Όχι ακριβώς. Το παρωνύμιο, που οι Τούρκοι είχαν αποδώσει στους δυο γιους του Δημητρίου Στρούμπου, “Καμπούρ ογλού” εξελληνίστηκε εξαρχής, όπως όλα τα αντίστοιχα από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, δια της προσθήκης του τελικού σίγμα. Από τον Ιωάννη Καμπούρογλου του Δημητρίου Στρούμπου μέχρι τον εγγονό του Γρηγόριο Δημητρίου Καμπούρογλου και τον δισέγγονό του, τον Δημήτριο Γρηγορίου Καμπούρογλου, όλοι υπέγραφαν ως Καμπούρογλους και ως Καμπούρογλους αναφέρονταν. Μάλιστα, ο Γρηγόριος Δημητρίου Καμπούρογλους, στο περιοδικό του «Ευτέρπη», χρησιμοποιεί τον πλήρως εξελληνισμένο τύπο Καμπούρογλος.
Όσο για τον ίδιο τον Δημήτριο, ως Καμπούρογλους, δεν αναφέρεται μόνο από τους συγχρόνους του, αλλά και από τους νεότερους, όπως τον κατά μισό αιώνα μικρότερό του Κωστή Μπαστιά. Απόδειξη, η περιπατητική τους συνομιλία, το 1931, όπου ο ογδοηκονταετής συνεντευξιαζόμενος ξεποδάριασε τον τριαντάρη Μπαστιά, Πέραμα-Πειραια, γύρω στα 10 χλμ. πεζή. Ο πιο οικείος σε εμάς σήμερα τύπος Καμπούρογλου επικράτησε μεταπολιτευτικά. Τον υιοθετεί ο πρώτος βιογράφος του το 1974, καθώς και η Ζωγράφου. Ωστόσο, οι Τροβάς και Σιακκής, που πιθανώς και οι δυο ετοιμάζουν τις βιογραφίες τους για το επετειακό 1982 εμμένουν στο Καμπούρογλους. Ο δεύτερος, μάλιστα, υιοθετεί στον τίτλο το Καμπούρογλους άκλιτο, «Η ζωή και το έργο του Δημητρίου Καμπούρογλους». Από εκεί και πέρα επεμβαίνουν διορθωτικά οι επιμελητές, Γιάννης Ξούριας και Ελένη Μιχαλοπούλου.
Και ερχόμαστε στην ημερομηνία της γέννησής του. Αδιάψευστη πηγή αποτελεί το Σημειωματάριο του εκ μητρός πάππου του Άγγελου Γέροντα, που, όπως συνήθιζαν άλλοτε οι γενάρχες οικογενειών, κατέγραφε γεννήσεις, βαφτίσια, γάμους και θανάτους. Εκεί αναγράφεται: “1852, Σεπτεμβρίου 29, ημέρα Δευτέρα”. Ο Καμπούρογλους, στον ένα τόμο από τα «Απομνημονεύματα μιας μακράς ζωής», που εξέδωσε το 1934, προσδιορίζει ότι “η γέννησίς του, την 1ην μετά το μεσονύκτιο της 29ης καθωρίσθη οικογενειακώς, ως γενομένη την 30ην παρά την πρόληψιν της Τρίτης”. Πολύς λόγος έγινε από συγκαιρινούς του και μεταγενέστερους γι’ αυτήν την ημερομηνία, καθώς την συνέδεσαν χρονικά με τη θύελλα στην Αθήνα το βράδυ της 14ης Οκτωβρίου 1852 και την πτώση της 16ης σωζόμενης κολόνας του ναού του Ολυμπίου Διός. Από τους πρώτους που αναφέρουν τη σύμπτωση είναι ο Μποέμ (Δημήτριος Χατζόπουλος) σε συνέντευξη του Καμπούρογλου στην εφημερίδα «Το Άστυ»: «...εγεννήθη ακριβώς ότε έπιπτεν η στήλη του Ολυμπίου Διός, και ο πατήρ του είπε τότε, “ή μέγα κακόν ή μέγα καλόν θα γίνη το παιδί αυτό”...» Η αναφορά, όμως, που ήρθε και εδραίωσε το μύθο ήταν το τετράστιχο, το οποίο του έστειλε ο Δροσίνης ως ευχητήριο τηλεγράφημα για την Ογδοηκονταετηρίδα του: «Τη μέρα που γεννήθηκες/ γκρεμίστηκε η κολόνα./ Στη θέση της στυλώθηκες–/ θα φτάσης τον αιώνα!» Πάντως, ο ίδιος, λίγο αργότερα, στα «Απομνημονεύματα...» του, σχολιάζει: «...Κάποιος λογικοφανής νεωτερισμός την 30ην αυτήν Σεπτεμβρίου την κάμνει 12 και κατόπιν 13 Οκτωβρίου...» Προφανώς εννοεί την αλλαγή Ημερολογίου, καθώς οι διαστάσεις των συνεπαγόμενων ημερολογιακών διορθώσεων δεν είχαν ακόμη τότε, παρά την παρέλευση δεκαετίας, γίνει αντιληπτές. Όπως και να έχει, στη βιογραφία του Σιακκή, ως ημερομηνία γέννησης αναφέρεται η 14η Οκτωβρίου 1852, χωρίς αναφορά στη σύνδεσή της με την πτώση της κολόνας. Ημερομηνία λανθασμένη και με τα δυο Ημερολόγια.
Και απαντούμε στο ερώτημα, που είχαμε θέσει ως τίτλο στο δημοσίευμα της προηγούμενης Κυριακής, «Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους». Μάλλον κανέναν. Mια καινούρια, όμως, βιογραφία μπορεί να κινήσει την περιέργεια, αρκεί το πρόσωπο του βιογραφούμενου να τύχει της κατάλληλης προβολής, ώστε να ταυτίζεται με τις σημερινές προτιμήσεις.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/12/2012.
Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους
Ο Δημήτριος Γρηγορίου Καμπούρογλους, συνομήλικος του Νικόλαου Πολίτη, ένα χρόνο μικρότερος του Παπαδιαμάντη, ο ιστορικός ημών των Αθηναίων, δεν φαίνεται να πήρε τη θέση που τού αντιστοιχούσε στην Ιστορία. Μπορεί να μην πέρασε στα ψιλά γράμματα, αποτελεί, πάντως, ένα παρωχημένο κεφάλαιο. Σήμερα καταλήγουν σε πραγματική ειρωνεία όσα είχε διατυπώσει ο Νίκος Βέης πριν 80 χρόνια, στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της Ογδοηκονταετηρίδος του Καμπούρογλου. Στην αίθουσα του «Παρνασσού», ο πενηντάχρονος τότε Βέης, εξέχουσα φυσιογνωμία της πανεπιστημιακής κοινότητας, θέλοντας να δείξει πόσο αδύνατο ήταν να λησμονηθεί ποτέ ο τιμώμενος, μεγάλυνε την προσωπικότητά του δια της συγκρίσεως με τις σταθερές του κόσμου τους. Έκλεινε την ομιλία του με την απόφανση: «...το όνομά του –και αφού ο ίδιος γλυκοκοιμηθή στην αγκάλη της Δόξας– θα ζήση εφ’ όσον εξακολουθεί ο ρυθμός του κόσμου αυτού, οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τα καλά, χρήσιμα και ωραία, και εφ’ όσον κελαϊδούν τ’ αηδόνια στον Κολωνό, και τα πορφυρώματα και τα χρυσοσύνεφα στολίζουν τον Αττικό ουρανό.» Δεν ήταν ιδανικά τα πράγματα εκείνον τον Οκτώβριο του 1932, αλλά ο κόσμος τότε ακόμη πρέπει να έδινε εντύπωση ευρυθμίας. Ουδείς διανοείτο πως ο χαμηλός λόφος του Κολωνού θα εξαφανιζόταν μαζί με τ’ αηδόνιά του, πόσω μάλλον ότι οι άνθρωποι δεν θα έδιναν δεκάρα για τα καλά και ωραία παρά μόνο για τα “καλά και συμφέροντα”. Συνακόλουθα, απαλείφθηκε και το όνομα του τιμώμενου.
Σήμερα, ποιος έχει ακουστά τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Ακόμη και σε όσους το όνομά του μπορεί κάτι να λέει, ούτε αυτοί ανακαλούν κάποια συγκεκριμένη πληροφορία. Ιδίως, οι κάτω των σαράντα πέντε, που φοίτησαν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση μετά την οριστική καθιέρωση του λυκείου. Τότε, καθώς με αυτήν την τελευταία αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος δόθηκε διαφορετική έμφαση στα λογοτεχνικά κείμενα, τα πεζά του Καμπούρογλου αποσύρθηκαν οριστικά από τα σχολικά εγχειρίδια. Ούτε, όμως, οι μεγαλύτεροι, οι γεννημένοι στα χρόνια μετά το θάνατό του, από την Κατοχή μέχρι τη Δικτατορία, όταν τα αναγνωστικά όλων των τάξεων διέσωζαν κάποιο κείμενό του για την Αθήνα, γνωρίζουν το έργο του. Εδώ, δεν φαίνεται να το γνωρίζουν οι ακόμη πρεσβύτεροι, που τον πρόλαβαν ζώντα και οι οποίοι σήμερα αποτελούν την πνευματική ηγεσία. Κι αν το γνωρίζουν, μάλλον υποτιμούν την αξία του, αν δεν το απαξιούν. Ειδάλλως, πώς εξηγείται ο μη εορτασμός, ούτε καν η απλή μνημόνευση της εφετινής διπλής επετείου του Δημητρίου Καμπούρογλου, καθώς συμπληρώνονται 160 χρόνια από τη γέννησή του και 70 από το θάνατό του.
Θα αναμενόταν, ωστόσο, να τον θυμηθούν τα πνευματικά Iδρύματα, τουλάχιστον εκείνα, στων οποίων την ίδρυση πρωτοστάτησε. Κατ’ αρχάς, η Ακαδημία Αθηνών, ως το κορυφαίο μεταξύ αυτών, της οποίας, το 1927, αποτέλεσε το πρώτο εκλεγμένο μέλος στην τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, υπερτερώντας των δυο συνυποψηφίων του, Νιρβάνα και Ξενόπουλου. Ως οι πρώτοι ακαδημαϊκοί θεωρούνται οι Παλαμάς, Δροσίνης, Προβελέγγιος, όμως εκείνη η τριάδα είχε διοριστεί από την κυβέρνηση Παγκάλου, κατά την ίδρυση της Ακαδημίας, ένα χρόνο νωρίτερα, το 1926. Από τους πρώτους τρεις, πρόεδρος της Ακαδημίας χρημάτισε μόνο ο Παλαμάς, το 1930. Ο Καμπούρογλους ανέλαβε την προεδρία τέσσερα χρόνια αργότερα.
Έτερο Ίδρυμα, που θα αναμενόταν να τον τιμήσει, είναι η ΕΣΗΕΑ, και δεδομένου ότι συνηθίζει, τα τελευταία χρόνια, να εορτάζει τις επετείους των επιφανών μελών της. Ο Καμπούρογλους δεν αποτέλεσε μόνο εξέχον μέλος της δημοσιογραφικής κοινότητας, αλλά ήταν και ο πρώτος εγγραφείς στα κατάστιχά της, κάτοχος της δημοσιογραφικής ταυτότητας με αύξοντα αριθμό ένα. Ενδεικτικό στοιχείο, πάντως, της αφάνειας που έχει περιπέσει ως δημοσιογράφος, είναι η απουσία λήμματος στην τετράτομη «Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού Τύπου 1784-1974», που εκδόθηκε προ τετραετίας. Δεν αποκλείεται η ΕΣΗΕΑ να τον θυμηθεί το 2014, όπου η ίδια θα εορτάζει ενός αιώνα βίο.
Υπάρχουν, όμως, και παλαιότερα Ιδρύματα, που οφείλουν τη γένεσή τους στον Καμπούρογλου και σε μια δράκα ανθρώπων πέριξ αυτού. Πάντοτε ακμαία, παρά τα 130 χρόνια που μετράει, η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία δεν θυμήθηκε εφέτος τους δυο στυλοβάτες της, Πολίτη-Καμπούρογλου, κι ας συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία της ίδιας και του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου για τη στέγαση των κειμηλίων του 1821. Τον λησμόνησε, παρότι σε αυτήν εναπόκειται και το πολύτιμο Αρχείο του. Παρόμοια αμνησία επέδειξε και η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, που ιδρύθηκε δυο χρόνια αργότερα. Στις 23 Φεβρουαρίου 1884, προς αναχαίτιση της άκριτης αρχαιομανίας που είχε επικρατήσει, ο Καμπούρογλους μαζί με τον βυζαντινολόγο Γιώργο Λαμπάκη την σύστησαν για τη διαφύλαξη των χριστιανικών μνημείων. Μόνο που, σε αυτήν την περίπτωση, παρά την ίδρυση της Εταιρείας και τις πιέσεις που άσκησε ο Καμπούρογλους με την αρθρογραφία του, κυρίως, μέσα από το νεότευκτο τότε περιοδικό του «Εβδομάς», στέγη δεν βρέθηκε. Θα χρειαστούν τριάντα χρόνια για να προκύψει Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και άλλα δέκα για να ανοίξει τις πύλες του.
Εκτός των Ιδρυμάτων, το 2012, θα αναμενόταν να ανακηρυχθεί Έτος Δημητρίου Καμπούρογλου από την πόλη των Αθηνών. Αυτό ως ελάχιστο φόρο τιμής σε εκείνον, που ερεύνησε τις ιστορικές πηγές, συγκέντρωσε το υλικό και το παρουσίασε σε ένα τρίτομο έργο για τα “μνημεία της Ιστορίας”, ενώ, παράλληλα, έγραψε την «Ιστορία των Αθηναίων επί Τουρκοκρατίας». Ο ίδιος ανέστησε την Παλιά Αθήνα, παρακινώντας και άλλους από τους αποκαλούμενους κάποτε Γκάγκαρους, που κρατούσαν από τις παλαιές αθηναϊκές οικογένειες του καιρού της Τουρκοκρατίας, να ενδιαφερθούν για την πόλη τους. Το 1895, είναι ένα από τα 197 ιδρυτικά μέλη του «Αθηναϊκού Συλλόγου», του σημερινού «Συλλόγου των Αθηναίων».
Πάνω από όλα τα άλλα, στάθηκε ο πρώτος πλάνης, ένας μπωντλερικός flaneur, της πόλης, καθώς και ένα πρότυπο φυσιολάτρη παρατηρητή των εξοχών της, που ζητούσε να ονοματίσει όσα απαρτίζουν το μοναδικό αττικό τοπίο. Αυτός ίδρυσε στις 21 Μαρτίου 1921 τον Οδοιπορικό Σύνδεσμο. Τον ονόμασε, μάλιστα, «Οι Δώδεκα Απόστολοι», προς υπογράμμιση του αποστολικού πάθους με το οποίο αντιμετώπιζε την πεζοπορία. Χωρίς, βεβαίως, να αρνείται τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της. Απόδειξη ότι επέλεξε για την εναρκτήρια συνεύρεση την αίθουσα του ζυθοπωλείου Φιξ. Η Περιηγητική Λέσχη, στην οποία μεταλλάχτηκε ο Οδοιπορικός Σύνδεσμος δεκαέξι χρόνια αργότερα, μαζί με την ΕΛΠΑ και τα άλλα παρακλάδιά της, δεν θυμήθηκε τον Πρωτοπόρο. Από μια άποψη, καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς, σήμερα, όσοι πεζοπορούν, εξαιρουμένων των κυνηγών, το κάνουν, είτε γιατί τους το συνέστησε ο γιατρός είτε για τις ανάγκες των σκύλων τους. Και όπως είναι αναμενόμενο, περιορίζονται σε μονοπάτια εύκολης πρόσβασης, εγκαταλείποντας τα ορεινά για μοτοκρός και τα πιο βατά από αυτά για τους ποδηλάτες.
Επανερχόμενοι στην Ογδοηκονταετηρίδα του Καμπούρογλου, έτερος επιφανής ομιλητής, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, αποφαινόταν ότι εκείνος “κατέλαβεν ένδοξον θέσιν εν τη ιστορία των ελληνικών γραμμάτων” και ότι “προ του έργου του μετά θαυμασμού θα σταθούν και αι μέλλουσαι γενεαί”. Αισιόδοξη πρόβλεψη, που ταιριάζει στο λόγο ενός εκκλησιαστικού ιεράρχη. Τελικά, όμως, όχι “ένδοξον” αλλά ασήμαντη θέση κατέλαβε στις ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν μνημονεύεται, αναφέρεται με δυο-τρεις αράδες. Παρομοίως, στις πρόσφατες εγκυκλοπαίδειες, όπως η Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, οι λημματογράφοι στέκονται αυστηροί. Την ίδια ανεπιείκεια, που φανερώνει και λανθασμένη αντίληψη της ιδιαίτερης περίπτωσης που συνιστά ο Καμπούρογλους, επιδεικνύουν οι γραμματολόγοι. Ούτε καν οι ιστορικοί δεν δείχνουν σεβαστικοί προς την προδρομική περίπτωσή του, περιορίζοντας το έργο του σε αυτό του ιστοριοδίφη. Κι αυτό, όχι με την αίγλη που απολάμβανε κάποτε, αλλά με την υποτιμητική διάθεση που αντιμετωπίζεται στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Ιωσήφ Σιακκής
«Δ. Γ. Καμπούρογλου
Η ζωή και το έργο του»
Εκδόσεις ΜΙΕΤ
Ιούλιος 2012
Εκπνέοντος του 2012, ουδείς εκδότης επανακυκλοφόρησε κάποιο από τα βιβλία του Καμπούρογλου, ούτε βρέθηκε περιοδικό να δημοσιεύσει έστω και μερικές αφιερωματικές σελίδες. Μάλλον γιατί οι σύμβουλοι των εκδοτών, όσο και οι εκδότες περιοδικών, αδιαφορούν για τον Καμπούρογλου ή, το πιθανότερο, τον αγνοούν. Σε αυτόν τον κανόνα, υπήρξε μια εξαίρεση. Το ΜΙΕΤ εξέδωσε βιογραφία του και μάλιστα, στη σειρά «Νεοελληνικών Προσωπογραφιών». Θυμίζουμε ότι πρόκειται για σειρά, που ξεκίνησε ο Ε. Χ. Κάσδαγλης το 1978, με πρώτο τόμο, τη βιογραφία Αλέξανδρου Δελμούζου από τον Ε. Π. Παπανούτσο, και συνέχισε με κορυφαίες προσωπικότητες των Γραμμάτων και Τεχνών, όπου ως βιογράφοι επιλέγονταν συγγραφείς σημαντικοί στον τομέα του εκάστοτε βιογραφούμενου. Το 1999, με τη συμπλήρωση 15 τόμων και μετά τον ξαφνικό θάνατο του Κάσδαγλη, στις 11 Μαρτίου 1998, η σειρά διακόπηκε για μια δεκαετία. Συνεχίστηκε το 2009, με τον Παύλο Καλλιγά και εφέτος με τον Καμπούρογλου. Και στις δύο περιπτώσεις, το στοιχείο που διαφοροποιείται σε σχέση με την πρώτη περίοδο είναι το πρόσωπο του βιογράφου, που δεν είναι κάποιος από τους γνωστούς μελετητές του βιογραφούμενου.
Η βιογραφία του Καλλιγά είναι μετάφραση από τα γαλλικά γαλλίδος μελετήτριας (την είχαμε σχολιάσει στις 10 Ιουνίου 2010). Συγγραφέας της βιογραφίας του Καμπούρογλου είναι ο νομικός και ιστοριοδίφης Ιωσήφ Σιακκής, που ασχολήθηκε κυρίως με τον ελληνικό εβραϊσμό. Η βιογραφία περιλαμβάνεται στο Αρχείο του, το οποίο δωρίθηκε από τον γιο του στο ΕΛΙΑ, Φεβρουάριο 2003, με τον όρο μέχρι το 2005 να εκδοθούν η βιογραφία και η μελέτη «Τα εβραϊκά ονοματεπώνυμα στην Ελλάδα από τον 14ο μέχρι τον 19ο αιώνα». Με τη διαδικασία της ενσωμάτωσης του ΕΛΙΑ στο ΜΙΕΤ, η εκπλήρωση του όρου άργησε μεν, αλλά η βιογραφία είχε την καλή τύχη να πάρει θέση σε μια επίλεκτη σειρά. Όσο για τη δεύτερη μελέτη, απέκτησε προσώρας μόνο ηλεκτρονική υπόσταση.
Στο εκδοτικό σημείωμα του τόμου, δεν αναφέρεται ως ένα επιπλέον κίνητρο της έκδοσης η εφετινή επέτειος, παρά μόνο η διαπίστωση ότι “η γοητευτική μορφή του Δημητρίου Καμπούρογλου εμφανίζεται μάλλον παραμελημένη στη βιβλιογραφία”. Δεν θα συμφωνούσαμε. Υπάρχουν τα δικά του βιβλία όσο και τα βιβλία, που αναφέρονται σε αυτόν και το έργο του, ανεξάρτητα αν τα περισσότερα είναι εξαντλημένα. Κάποια από αυτά έχουν διασωθεί χάρις στις Αναστατικές Εκδόσεις Διον. Νότη Καραβία. Υπάρχουν, πάντως, και τρεις βιογραφίες, οι δυο σε κυκλοφορία. Αυτό, βεβαίως, δεν ακυρώνει την αξία μιας τέταρτης. Δεδομένου, όμως, ότι αυτή εμφανίζεται ως ένα νέο απόκτημα και μάλιστα, με τη σφραγίδα κύρους που φέρει ο συγκεκριμένος εκδότης, οι απαιτήσεις είναι υψηλότερες. Κατά κάποιο τρόπο, πέφτει σε αυτήν το βάρος να αναστήσει τον λησμονημένο Καμπούρογλου, παρακινώντας τους νεότερους να αναζητήσουν τα βιβλία του, μήπως και ανακαλύψουν πίσω από την τερατώδη σημερινή Αθήνα, την αλλοτινή της γοητεία. Γι’ αυτό ακριβώς θα επανέλθουμε, επιμένοντας σε ορισμένα σημεία. Καλό είναι μια βιογραφία να πληροφορεί, όχι μόνο επαρκώς, αλλά και επ’ ακριβώς, για το βιογραφούμενο πρόσωπο.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/12/2012.
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012
Η άτακτη Μοσχούλα
Κώστας Μουρσελάς
«Στην άκρη της νύχτας»
Εκδόσεις Πατάκη
Νοέμβριος 2011
Η ενσάρκωση της Μοσχούλας από την ηθοποιό Καλλιόπη Σίμου σε θεατρική διασκευή του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα» κατά το επετειακό έτος 2011.
Παρεμπιπτόντως, βρίσκουμε άσχημη ιδέα, χάριν απλοποίησης της ορθογραφίας, ένα καθαρόαιμο πελοποννήσιο επίθετο, όπως το Μανωλόπουλος, να γράφεται στην πρόσφατη έκδοση με δυο όμικρον. Επίσης, άσχημη ιδέα, που προκαλεί μάλιστα σύγχυση, είναι, στον κατ’ επιλογή κατάλογο των έργων του συγγραφέα, που παρατίθεται στην αριστερή σελίδα εκείνης του τίτλου, να μη δίνεται η χρονολογία της πρώτης έκδοσης, αλλά μια τυχούσα, κάποιας επανέκδοσης. Για παράδειγμα, σύμφωνα με αυτόν τον κατάλογο, ο Μουρσελάς συνέχισε να γράφει θέατρο και μετά την έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος, το οποίο κυκλοφόρησε το 1991. Ωστόσο, αφότου γνώρισε την μυθιστορηματική ευρυχωρία, δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να ξαναδοκιμαστεί στην πειθαρχία του θεατρικού λόγου. Όσο για το μυθιστόρημα, εκδόθηκε φθινόπωρο 1989, ενώ, φθινόπωρο 1992, ήταν ήδη τηλεοπτική σειρά. Χρονολογία σταθμός, καθώς σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη της εποχής του μπεστ-σέλερ.
Στο καινούριο μυθιστόρημα, μαζί με τον Κωνσταντή Μανωλόπουλο επανεμφανίζονται και οι υπόλοιποι της πελοποννήσιας αντροπαρέας. Λιακόπουλος, Δρακόπουλος και σία. Κυρίαρχη μορφή, ωστόσο, παραμένει η εσαεί πέτρα του σκανδάλου εκείνης της παρέας. Το “κάθαρμα” αλλά και ο ήρωάς τους, ο Μικρασιάτης Μανώλης Ρετσίνας. Ζορμπά τον αποκαλεί ο Μανωλόπουλος. Και πράγματι, ως πρότυπο στο πλάσιμο των δυο χαρακτήρων και της αναμεταξύ τους σχέσης λειτούργησε ευθύς εξαρχής το καζαντζακικό δίδυμο του αγγλοέλληνα συγγραφέα, που είναι και ο αφηγητής, και του Αλέξη Ζορμπά. Όπως στο καλούπι υπαρκτού προσώπου πλάστηκε ο Ζορμπάς, έτσι προέκυψε και ο Ρετσίνας. Σύμφωνα με τις συνεντεύξεις του Μουρσελά, τον γνώρισε στα γυμνασιακά του χρόνια, στον Πειραιά. Ήταν λίγο μεγαλύτερός του, αλλά πολύ πιο “περπατημένος”. Ο Λούης, καταπώς βάφτισε αυτόν τον δικό του Ζορμπά, εντυπωσίασε τον άτολμο και ερωτικά άπραγο έφηβο, που ήταν τότε. Εξομολογείται πως, για χρόνια, τον κυοφορούσε ως μυθιστορηματικό ήρωα. Η γέννα ήρθε από μόνη της, σε μια φάση της ζωής του, που εκείνος ήταν κουβαριασμένος στο κελί του. Ο Λούης δεν τον έσυρε στο χορό μιας ζωής σαν τη δική του. Τον παρέσυρε, όμως, στο χορό της μυθιστοριογραφίας.
Παθιασμένος με τον έρωτα
Το 2011 ήταν Έτος Παπαδιαμάντη. Οι δυο τρεις μάνατζερ της λογοτεχνίας που διαθέτουμε, έσπευσαν να παραγγείλουν διηγήματα, αφηγήσεις ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει, με δοσμένο θέμα τον Παπαδιαμάντη και το έργο του. Αλλά, κατά την εορταστική ανάστασή του, σε όλες τις εκφάνσεις της – δημοσιογραφική, συγγραφική, θεατρική, τηλεοπτική – επικράτησε ως κανόνας, ότι, στο έργο του, πραγματικά πρόσωπα και μυθοπλαστικοί χαρακτήρες βρίσκονται σε πλήρη ταύτιση, με τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη μονίμως στο ρόλο του αφηγητή. Αυτό σημαίνει ότι ο Παπαδιαμάντης, όπως και πολλοί σημερινοί συγγραφείς, δεν κάνει άλλο από το να αυτοβιογραφείται. Με άλλα λόγια, η ζωή του, για τους αναγνώστες της μετανεωτερικής εποχής, είναι ανοιχτό βιβλίο. Αντί για σκοτεινές πτυχές, έχουμε στη διάθεσή μας έρωτες και πάθη των ουκ ολίγων ηρώων του. Το θέμα, λοιπόν, είναι ο βίος και η πολιτεία του Παπαδιαμάντη. Ο Μουρσελάς, σε συνέντευξή του, εκμυστηρεύεται, ότι, εδώ και χρόνια, είχε αρχίσει να τον ενδιαφέρει η ζωή του Παπαδιαμάντη και να τον βλέπει σαν πιθανό ήρωά του. Ήθελε να εμβαθύνει στον εσωτερικό του κόσμο. Κάπως ασαφές αυτό το τελευταίο, ωστόσο, η εξομολόγηση, που ακολουθεί είναι αρκούντως αποσαφηνιστική: “Έτσι άγιος και αμαρτωλός που ήταν συγχρόνως, έτσι παθιασμένος με τη γυναίκα και τον έρωτα και που, όπως λένε, δεν τόλμησε ποτέ να φέρει κάποια στο κρεβάτι του”.
Με αυτά κατά νου ξεκίνησε το κατά παραγγελία διήγημα. Τελικά, φαίνεται ότι το αποτέλεσμα κρίθηκε τόσο επιτυχημένο, ώστε να επανέλθει και να απλώσει τη μυθοπλαστική ζύμη σε έκταση μυθιστορήματος. Ευθύς εξ αρχής, ακολούθησε την επικρατούσα ανά την υφήλιο συνήθεια, αντί “το στόρι” να επινοείται εκ του μηδενός, να επιχειρείται η συνέχιση ενός παλαιότερου μυθιστορήματος ή και θεατρικού έργου. Μόνο που αυτός προτίμησε μια πιο πεποικιλμένη μορφή. Επινόησε την προέκταση ενός παπαδιαμαντικού διηγήματος και την ενσωμάτωσε στο δικό του μυθοπλαστικό χώρο, προβάλλοντας ως κυρίως αφήγηση το πώς προέκυψε ως υποκατάστατο του συγγραφέα Παπαδιαμάντη το δίδυμο Μανωλόπουλου-Ρετσίνα. Έτσι, στήνει μια μάλλον περίπλοκη ιστορία, που του δίνει την ευκαιρία να σχολιάσει τη γνωστή αντιπαράθεση όσων πιστεύουν ότι η λογοτεχνία αντανακλά πιστά την πραγματικότητα και εκείνων, που υπερασπίζονται την αυτοτέλειά της. Υπέρμαχος της πρώτης άποψης είναι ο Ρετσίνας και της δεύτερης, ο Μανωλόπουλος, ως συγγραφέας. Τελικά, υπερίσχυσε, κατά αληθοφανή αν και ελαφρώς παρατραβηγμένο τρόπο, η άποψη του Ρετσίνα και ολοκληρώθηκε ένα από τα διηγήματα που ο “άτολμος” και εν ζωή και συγγραφικά Παπαδιαμάντης άφησε με “κολοβό φινάλε”. Όσο για την επιλογή του διηγήματος, αυτή παρουσιάζεται ευθύς εξ αρχής ως δεδομένη, αφού το ζητούμενο ήταν μια παπαδιαμαντική ηρωίδα, που θα μπορούσε να καταλήξει στο κρεβάτι του αφηγητή, τουτέστιν του Παπαδιαμάντη. Ο οιοσδήποτε, από τους παπαδιαμαντολόγους μέχρι τον πρώτο τυχόντα απόφοιτο λυκείου, θα υποδείκνυε ασυζητητί την Μοσχούλα. Κατά συνέπεια, αν ένα παπαδιαμαντικό διήγημα παραμένει φαινομενικά ημιτελές, αυτό είναι το «Όνειρο στο κύμα». Μέχρι που οι νεότεροι σχολικοί σύμβουλοι το πρόταξαν στο αναγνωστικό της τρίτης Λυκείου, τονίζοντας ότι καταχωρίζεται στα αυτοβιογραφικά.
Το δίκιο του αναγνώστη
Θηρίο είχε γίνει ο Σάλιντζερ, καίτοι στα ενενήντα του, όταν καταπιάστηκαν να ολοκληρώσουν τον κρινόμενο ως κολοβό «Φύλακα στη σίκαλη». Κι αν δεν πέθαινε, διόλου απίθανο να κατέφευγε στην αυτοδικία, καθώς τα δικαστήρια δικαιώνουν συνήθως το ευρύ κοινό, που θέλει ένα ζουμερό “στόρυ” και όχι δύσβατα αναγνώσματα. Όπως διατείνεται και ο Ρετσίνας, ο συγγραφέας πρέπει να δίνει ένα φινάλε, όχι κατά το γούστο του, αλλά τέτοιο που να ικανοποιεί τα αναγνωστικά γούστα. Η απειλή, πάντως, της αυτοδικίας δεν υπάρχει στην περίπτωση του Παπαδιαμάντη, εκατόν ένα χρόνια πεθαμένος. Όσο για τους σεβάσμιους πνευματικούς κληρονόμους του έργου του, αυτοί είναι όλοι τους του γλυκού νερού. Ούτε δια της γραφίδος δεν τολμούν να τον υπερασπιστούν.
Για να προκύψει από το διήγημα μυθιστόρημα, ο Μουρσελάς, όπως το συνηθίζει, το χώρισε σε δυο ίσα μέρη. Απλώνει την αφήγηση από το νεόκοπο φινάλε του παπαδιαμαντικού διηγήματος, φροντίζοντας να δημιουργήσει σασπένς γύρω από την ταυτότητα του συγγραφέα του, αλλά και την ψυχολογική κατάσταση, στην οποία εκείνος βρισκόταν ώστε να αποτολμήσει παρόμοια αποκοτιά. Για να το επιτύχει, εκμεταλλεύεται τη φράση του αφηγητή του Παπαδιαμάντη γύρω από το τι απέγινε η Μοσχούλα: «...Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τι γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.» Έτσι, πλάθει δυο θυγατέρες της Εύας. Μια πρώτη για το κρεβάτι του δικού του αφηγητή, του Μανολώπουλου, και μια για την κλίνη του αφηγητή του Παπαδιαμάντη.
Φιλολογισμοί
έναντι μυθοπλασίας
Το πραγματικό όνομα της Μοσχούλας, κατά το μυθιστόρημα, είναι Ουρανία Παρίση. Ο Ιωάννης Φραγκούλας, που ξεχώρισε τα πραγματικά από τα φανταστικά ονόματα και πρόσωπα στον παπαδιαμαντικό κόσμο, υποστήριξε βάσιμα πως το μόνο πραγματικό όνομα στο εν λόγω διήγημα είναι του πάτερ Σισώη και ότι ο κυρ Μόσχος και η ανιψιά του η Μοσχούλα ανήκουν στα φανταστικά πρόσωπα. Δεν σκέφτηκε ο καημένος ότι ο Παπαδιαμάντης “για ευνόητους λόγους” τους είχε αλλάξει τα ονόματα. Η συνέχεια της “κολοβής ιστορίας” του Παπαδιαμάντη τοποθετείται λίγο μετά τη δημοσίευση του “κολοβού” διηγήματος, Οκτώβριο 1900, στην Αθήνα. Στην ανωνυμία του μεγάλου πλήθους της πρωτεύουσας βρήκαν καταφύγιο θείος και ανιψιά Παρίση, καθώς, μυθιστορηματική αδεία, εμφανίζονται ως παράνομο ζεύγος. Επίσης, μυθιστορηματική αδεία, ζουν ακόμη ο πατέρας του Παπαδιαμάντη, ο παπ’ Αδαμάντιος Εμμανουήλ, και η μητέρα του, όπως και ο φίλος του Νήφωνας, κατά κόσμον Διανέλος, με τον οποίο εξακολουθεί να “μπεκροπίνει”. Ο Παπαδιαμάντης έψαξε και βρήκε σε συνοικία της Αθήνας το σπίτι του ζεύγους και άρχισε να παραφυλάει την Μοσχούλα, καθισμένος στο καφενείο της γωνίας. Αντίθετα με τις συνήθειές του, το έριχνε στα “ουζάκια”. Όσο για την Μοσχούλα, εμφανίζεται σαν μια σύγχρονη Λολίτα. Σπιτωμένη από τον θείο, συμμετέχει στα ερωτικά τους παιχνίδια και “στη ζούλα καπνίζει”.
Αναμένοντας στο καφενείο ο Παπαδιαμάντης, υποτίθεται ότι βασανιζόταν να βρει θέμα για το διήγημα που του είχε παραγγείλει ο Δροσίνης και το οποίο δεν σήκωνε καθυστέρηση. Αυτό το τελευταίο είναι δικό μας. Ο Μουρσελάς μάλλον δεν θα γνωρίζει το διδακτικού περιεχομένου περιοδικό «Εθνική Αγωγή», που ο Δροσίνης ξεκίνησε την επομένη του ατυχούς πολέμου του 1897 και το οποίο πρόσεχε ιδιαίτερα. Τελικά, ένα βράδυ καθώς ερχόταν να στήσει καρτέρι, μια συνάντηση του έδωσε την ιδέα για το διήγημα, που είναι «Τα δαιμόνια στο ρέμα». Μπορεί μεν εκείνο το διήγημα να δημοσιεύτηκε πριν το «Όνειρο στο κύμα», στις 15 Ιουλίου 1900, αλλά για τις ανάγκες της μυθοπλασίας τοποθετείται αργότερα. Όπως και να έχει, το 1900, ο Παπαδιαμάντης απολάμβανε μεγάλης αναγνωρισιμότητας, όπως θα το θέταμε σήμερα. Τόσο μεγάλης, που ένας από εκείνη “την ασυμπαθή και άστοργο συντροφιά”, που στο διήγημα τον εγκατέλειψε στο ρέμα, τον αναγνώρισε στο δρόμο και του ζήτησε συγγνώμη για την αλλοτινή συμπεριφορά του. Εκείνη η παρέα παιδιών είχε εγκαταλείψει τον αφηγητή, “δεκαετές παιδίον”, “στην βρύσιν του Χαιρημονά”. Περιπλανώμενο εκεί, το παιδίον, τουτέστιν ο Παπαδιαμάντης, είχε μια τραυματική εμπειρία, με συνέπειες σε όλη του τη ζωή.
Ίμερος άνευ κλινοπάλης
Παραστατική και χυμώδης είναι η συζήτηση Μανωλόπουλου και Ρετσίνα για το πόσο “ξενέρωτος ερωτικά” ήταν ο Παπαδιαμάντης. Προβληματίζονταν κατά πόσο “είχε πάει ποτέ με γυναίκα” ή, μήπως “μια στις τόσες, πλήρωνε μια ορισμένη πόρνη να τον επισκέπτεται τις νύχτες στο σπίτι του”. Λογικότερος των δυο ο Μανωλόπουλος, αντέκρουε την πιθανότητα με το σκεπτικό ότι “οι βίζιτες από τέτοιες γυναίκες πληρώνονται αδρά”. Κατά τα άλλα, τον φαντάζονταν “καθισμένο στο σαραβαλιασμένο γραφειάκι του, στο μισοερειπωμένο σπιτάκι του, να θυμάται το γυμνό της Μοσχούλας”. Πενηντάρης εκείνος, σαράντα τόσο εκείνη. Σαράντα οκτώ, κατά το διήγημα, αλλά παρόμοια ηλικία σίγουρα θα απωθούσε την αναγνώστρια, συνηθισμένη στις αποκαλούμενες ροζ ιστορίες. Όπως και να έχει, στο “ολοκληρωμένο” «Όνειρο στο κύμα», δειπνούν οι δυο τους “σε ταβερνάκι της Πλάκας”. Εκείνος, όντας “άτολμος”, όρισε το ραντεβού δια επιστολής. Η Μοσχούλα τον γνώρισε αμέσως από “τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες”. Ας μην το χαλάσουμε με την φιλολογίζουσα παρατήρηση, ότι τότε ακόμη δεν τον είχε απαθανατίσει ο φωτογραφικός φακός. Τέλος, εκείνη, σαν άλλη Εύα, τον παρέσυρε στο σπίτι της, μια και ο θείος έλειπε στη Σκιάθο.
Δυστυχώς, παρόλο που το φινάλε του “ολοκληρωμένου” διηγήματος δεν γράφεται για να ικανοποιήσει τον αναγνώστη της ρομαντικής εποχής του Παπαδιαμάντη αλλά τον μετανεωτερικό της σήμερον, δεν προβλέπεται η επί κλίνης συνεύρεση Παπαδιαμάντη και Μοσχούλας. Η μια σκηνή από ερωτική κλινοπάλη, που αναζητούσε διακαώς στο έργο του Παπαδιαμάντη ο Κώστας Ακρίβος, δεν υπάρχει ούτε στην κατά Μουρσελά “ολοκληρωμένη” μορφή. Ο Μουρσελάς δεν αγγίζει “τα ιερά και όσια”. Ταυτόχρονα, όμως, ως μυθιστοριογράφος και δη, μπεστ-σελερίστας, γνωρίζει πως να ικανοποιεί τους αναγνώστες του, ή, ακριβέστερα, τις αναγνώστριές του. Γι’ αυτό ξεκινάει με μια Εύα στο κρεβάτι του Μανωλόπουλου. Άλλωστε, με αυτόν έχει το πάνω χέρι, δικό του alter ego είναι. Εκεί, λοιπόν, πραγματοποιείται μια μοναδική σκηνή κλινοπάλης, κατά τις κάποτε και “παρεκκλίνουσες” ερωτικές εμμονές ενός Πελοποννήσιου. Κι αυτό, χάρις στην Εύα, που, όπως όλες οι Εύες, γνωρίζει να μεταμορφώνεται την κρίσιμη στιγμή από σεμνή και άπραγη σε πόρνη. Μια σκηνή, που, στη λογοτεχνική εκδοχή της, είναι αισθησιακή και πολύ θα την ζήλευαν οι κυρίες που συγγράφουν τα μπεστ σέλερ. Μόνο που εκείνες, ακόμη και όταν αποτολμούν να την ενθέσουν, όπως γίνεται σε ένα από τα τελευταία μυθιστορήματα της Δημουλίδου, που παρέμεινε για μήνες στους καταλόγους των μπεστ-σέλερ, ποτέ δεν θα εκκινούσαν με αυτήν. Τολμηρός όσο και ρομαντικός ο Μουρσελάς, την προτάσσει μεν, αλλά φυλάει για το τέλος τη σκηνή του μεγάλου έρωτα, που θα διαρκέσει για το υπόλοιπο του βίου των δυο εραστών. Δηλαδή, με την οπτική μιας αναγνώστριας, γράφει “το απόλυτο μπεστ-σέλερ”. Ανεξάρτητα αν, όπως και ο Παπαδιαμάντης, δεν κατόρθωσε να πάρει κεφάλι από την βασίλισσα του μπεστ-σέλερ κατά το παπαδιαμαντικό 2011, Λένα Μαντά.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/12/2012.
Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012
Αγαπώντες και αγαπώμενοι
Δημήτρης Νόλλας
«Στον τόπο»
Εκδόσεις Ίκαρος
Απρίλιος 2012
Φωτογραφία Δημήτρη Σούλα.
Φθινόπωρο 2011, αντί για τα υπεσχημένα Άπαντα, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οδός Πανός» ένα καινούριο σύντομο πεζό του Νόλλα, με όλες τις αρετές του γνήσιου διηγήματος. Μαφιόζικο το σκηνικό, σε κρυφό μπαρ πίσω από βιτρίνα «Εδώδιμα-Αποικιακά», στην αγορά της Τσιμισκή, τουτέστιν στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, κατά τα μεθεόρτια της δολοφονίας Λαμπράκη, με θαμώνες χωροφύλακες και αντί για γυναίκες, λικνιζόμενα γκαρσόνια. Ο τόπος και η εποχή, ο εκ Γερμανίας μετανάστης, η ηδονοθηρία ως δικλείδα ασφαλείας για το Σώμα της Χωροφυλακής, και εν μέσω όλων αυτών, το σασπένς της αναζήτησης μιας Χρυσάνθης, που, σαν “μια άλλη Ελένη”, μπορεί να είναι κι αυτή “ένα πουκάμισο αδειανό”, δείχνονται μέσα σε πέντε σελίδες. Το πεζό φέρει τίτλο, «Ταξίδι στην Ελλάδα», προσδιοριστικό υπότιτλο “απόσπασμα”, αύξοντα λατινικό αριθμό πέντε και ως επιμέρους τίτλο, το «Εδώδιμα-Αποικιακά». Άρα, συνάδει με την εκδοχή της μυθιστοριογραφίας, αν δεν πρόκειται για μεταμοντέρνα μεταμφίεση, την οποία πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου.
Ευτυχώς, εφέτος τον Απρίλιο, εκδόθηκε μια συλλογή δέκα διηγημάτων, όπου τα επτά είναι δημοσιευμένα μέσα στην τετραετία, Χριστούγεννα 2004-Αύγουστο 2009. Πιθανώς και ως πρόγευση των Απάντων, καθώς το οπισθόφυλλο φέρει την υπογραφή της υπευθύνου για την κατάρτισή τους θεωρητικού. Όπως και να έχει, υπάρχουν τρία αδημοσίευτα διηγήματα. Για το άριστο του αποτελέσματος αποφάνθηκε από τους πρώτους ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, αποδίδοντας στον Νόλλα τον επίζηλο τίτλο “του αρτιότερου πεζογράφου της γενιάς του”. Το πρόβλημα με αυτήν την απόφανση δεν έγκειται στον απόλυτο χαρακτήρα της, αλλά στο γεγονός ότι η πρώτη μεταπολεμική γενιά θεωρητικών, στην οποία και πρωτοστατεί ο Μαρωνίτης, δεν έχει καταλήξει σε ποια γενιά ανήκουν οι γεννηθέντες στα ακέραια πολλαπλάσια των δεκαετιών, όπως ο Νόλλας. Αν υποθέσουμε ότι εννοεί ως γενιά του Νόλλα, γεννηθέντος το 1940, τη δεύτερη, ο έπαινος αποκτά άλλο βάρος, γιατί σε εκείνη μετρούμε τουλάχιστον τρεις με τέσσερις “μαστόρους” του διηγήματος. Αν πάλι ταξινομηθεί στην επόμενη, που είναι γενιά μυθιστοριογράφων, ο έπαινος αποβαίνει σχεδόν αυτονόητος, κάτι σαν φόρος τιμής στο καλό διήγημα.
Ανθρωποκεντρικός ο Νόλλας, αυτή τη φορά πλάθει ήρωες που διαγράφουν τις τροχιές του βίου τους “στον τόπο”. Εκείνο που βαραίνει καθοριστικά στις ιστορίες του δεν είναι το πέρασμα του χρόνου, αλλά η αλλαγή του τόπου. Ορισμένοι έρχονται από το χωριό, το νησί ή την κωμόπολη στην Αθήνα, και άλλοι πηγαίνουν από την Αθήνα σε Βιέννη, Γερμανία ή Αυστραλία, αλλά και τούμπαλιν, κάποιοι φτάνουν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα στην Ελλάδα. Σαν το βασικό να μην είναι ο προορισμός αλλά η αλλαγή του τόπου. Οι χρόνοι που εκτυλίσσονται οι ιστορίες και συνακόλουθα, οι καταστάσεις μέσα στις οποίες διαδραματίζονται, απέχουν παρασάγγας, αφού το άνοιγμα στις αφηγήσεις του βιβλίου υπερβαίνει την πεντηκονταετία. Ξεκινά από την επαύριο εκείνης της τελευταίας για τη χώρα δεκαετίας “πολέμου και καταστροφών” και φτάνει μέχρι ένα απροσδιόριστο παρόν. Ωστόσο, αυτό που προβάλλεται με τη συστοίχιση των ιστοριών δεν είναι η διαφορετική χρονική συνιστώσα αλλά, αντιθέτως, η σύγκλιση των διαφορετικών καταστάσεων, έτσι όπως σταθερά καταλήγουν στη δυστυχία ή και στην καταστροφή εκείνου που αποτόλμησε την μετακίνηση. Όλοι εγκαταλείπουν έναν τόπο, που μετά εσαεί νοσταλγούν, για έναν άλλον δεινών δοκιμασιών, προς εξασφάλιση κάποιας οικονομικής ευεξίας ή και μόνο των προς το ζην.
Κι όμως, κανείς “δεν κάθεται στα αυγά του”, όπως παροτρύνει ο ήρωας του τελευταίου, ομότιτλου της συλλογής, διηγήματος. Αυτός είναι ο μόνος, που αρνείται όχι μόνο να φύγει μετανάστης, αλλά και να κάνει οποιαδήποτε αλλαγή στη ζωή του. Κι αυτό, γιατί στάθηκε αυτόπτης μάρτυρας ενός θανάτου που επήλθε όλως διόλου συμπτωματικά, λόγω αλλαγής θέσης από μια κοτρόνα στη διπλανή, που φαινόταν βολικότερη για σκαμνάκι. Έζησε στάσιμος, “στον τόπο”, για να διαφύγει ή έστω να αργοπορήσει το μοιραίο, και του έλαχε να “μείνει στον τόπο”, όταν άλλαξε θέση σε ένα παγκάκι για να βολευτεί καλύτερα. Παρεμπιπτόντως, μια πρώτη παρατήρηση όσο αφορά την ιδιαιτερότητα του Νόλλα στο σύνολο της γενιάς του, στην περίπτωση που αυτή είναι η δεύτερη μεταπολεμική, θα λέγαμε ότι διακρίνεται ως διηγηματογράφος για γονιμότερη φαντασία, καθώς παραμένει σταθερά σε απόσταση ασφαλείας από το έκδηλα βιωματικό στοιχείο.
Κατά τα άλλα, σήμερα, που, στην πεζογραφία των νεότερων, κυριαρχούν οι σκηνές βίας και υπερτερεί στις όποιες σχέσεις των χαρακτήρων η σκληρότητα, η τρυφερότητα που νοτίζει τις ιστορίες του Νόλλα έχει κάτι το παραμυθικό. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται παράξενη αυτή η γλυκύτητα των αισθημάτων, όταν ο μυθοπλαστικός κόσμος του συντίθεται από ταλαίπωρους και παρίες. Το μότο του πρώτου διηγήματος, «Μωρέ παιδιά καημένα/ παιδιά ξενιτεμένα», ανακαλεί το δημοτικό τραγούδι, «Μωρέ παιδιά καημένα, παιδιά της Σαμαρίνας κι ας είστε λερωμένα», που θα μπορούσε να είναι μότο ολόκληρου του βιβλίου. Κι αν όλοι οι ξενιτεμένοι δεν είναι ματωμένοι, καταπώς υπαινίσσεται το δημώδες άσμα, από το άγριο ξύλο, είναι λερωμένοι, άλλοι από το κάρβουνο του Ρουρ και άλλοι από την κακομεταχείριση του κάθε ένα, που ευημερεί με τον δικό τους ιδρώτα. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο Νόλλας εξωραΐζει τις δύσκολες καταστάσεις. Ούτε αυτό, όμως, κάνει. Αντιθέτως, τις περιγράφει ίσως και με περισσή ακριβολογία. Το μυστικό φαίνεται να είναι η οπτική γωνία που υιοθετεί. Επικεντρώνεται στην ευαίσθητη έως και τρυφερή πλευρά, που σήμερα τείνει να εκλείψει από τους πάντες, πόσω μάλλον τους ήρωές του, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Κι όμως, αν όχι απαξάπαντες, οι περισσότεροι, μυθιστορηματική αδεία, διαθέτουν μια παρόμοια ευάλωτη πλευρά. Ο συγγραφέας αποκλίνει από τον ρεαλιστικό κανόνα, χαρίζοντας στον αναγνώστη την ουτοπία “των αγαπωμένων”.
Ας αφήσουμε, όμως, το αρσενικό γένος, που οφείλει κανείς να χρησιμοποιεί σε γενικόλογες εκφράσεις, όταν αναφέρεται σε αμφότερα τα φύλα. Αυτήν την ουτοπία ο Νόλλας την χαρίζει στις αναγνώστριες, που καταφεύγουν εν κρυπτώ στα ροζ μυθιστορήματα. Μόνο που εκεί λείπει το ευφραντικό μέσο της γλώσσας, με αποτέλεσμα ο ερωτικός μύθος να προσλαμβάνεται εγκεφαλικά και να μη γλυκαίνει τα μέσα τους. Οι ιστορίες του Νόλλα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αγαπώντων και αγαπωμένων. Ένας ερωτόπλαγκτος προσφέρει τόση πολλή λατρεία, που εκείνη πνίγεται και τον εγκαταλείπει. Παρομοίως, κάποιος που είναι δυνατός ή και μια ζωή κουμπωμένος, μπορεί να στύβει την πέτρα, όπως λέει ο λαός, αλλά την καλή του δεν έχει τη δύναμη να την κρατήσει κοντά του. Από την άλλη, άντρες, που δείχνουν άκαρδοι, γίνονται σπλαγχνικοί με μια γερόντισσα και πιο μητρικοί από μανάδες με ένα βρέφος. Και αφού οι λέξεις, παρά η υπόθεση, είναι σε όλες τις ιστορίες οι καλοί αγωγοί της συναισθηματικής γλυκύτητας, ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται και τις μετακυλίσεις της σημασίας τους. Έτσι εμφυτεύει σε μια ιστορία αγνής παιδοφιλίας ενός γυρολόγου για την μικρή Ασμάτ –όνομα καθόλου τυχαίο– το σπέρμα του παιδοφιλικού έρωτα, που προκαλεί την οργή των ομοεθνών της.
Δύο από τα τρία αδημοσίευτα διηγήματα είναι τα πιο ερωτικά της συλλογής. Το πρώτο έχει τίτλο, που θα ταίριαζε και σε ροζ ιστορία, «Ένα κουλούρι στα δυο». Αυτό μοιράζεται ένα ζεύγος σαραντάρηδων μικροϋπαλλήλων, που συμβιώνουν δέκα χρόνια, χωρίς παιδιά. “Είναι αργά για παιδιά, τι να το κάνουμε το στεφάνι”, έλεγε εκείνος. “Δεν πάει να πει τίποτα αυτό”, απαντούσε εκείνη. “Αλλά δεν το ’κανε ζήτημα”, παρατηρεί επιγραμματικά ο αφηγητής του Νόλλα, ενώ ο αφηγητής ενός ροζ μυθιστορήματος θα πρόσθετε, “για να μην τον χάσει”. Πιθανώς και να συνέχιζε με τις μηχανορραφίες και τις γαλιφιές, που εκείνη θα επινοούσε για να επιτύχει το πολυπόθητο κουκούλωμα. Πάντως, τα σουσάμια που σκορπίστηκαν πάνω στο τραπέζι με το μοίρασμα του κουλουριού, δεν θα του περνούσε από το μυαλό να τα εκμεταλλευτεί. Στο διήγημα του Νόλλα, την ώρα που εκείνος εξομολογείται παλαιά σφάλματα και πόνους, εκείνη τον ταΐζει ένα ένα σπόρια σουσαμιού. Ο δικός του αφηγητής δεν περιγράφει με λόγια το δεσμό τους, αλλά με μια ασήμαντη πράξη τού δίνει σωματική ζεστασιά.
Σε αυτήν τη σωματική ζεστασιά, που θεραπεύει, επανέρχεται στο δεύτερο διήγημα. Εκεί, ο μωλωπισμένος από άγριο ξυλοδαρμό ήρωας χώνεται στην αγκαλιά της γυναίκας, όπως είχε ακούσει ότι κάνανε οι παλιοί, που τυλίγανε με το τομάρι από ένα άρτι σφαγμένο ζώο τον ανελέητα κακοποιημένο δικό τους άνθρωπο. Διηγήματα γυναικείας ευαισθησίας, θα αποφαινόταν μια αναγνώστρια, δεδομένου ότι οι γυναίκες, παρά το πρακτικό τους πνεύμα, θεωρούν την ευαισθησία δικό τους αποκλειστικό προνόμιο. Μόνο που καμιά γυναίκα συγγραφέας δεν θα είχε την ευαισθησία να παρομοιάσει την γυναικεία φωνή με “θρόισμα κουρτίνας σε αυγουστιάτικο μελτέμι”. Εν τέλει, αυτή η σχεδόν παραμυθική τρυφερότητα αποκρύβει το βαθύτερο υπαρξιακό άγχος, όπου πραγματικές παραστάσεις, παραισθήσεις και εφιάλτες λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν χωράει συζήτηση. Τα Άπαντα μπορούν να περιμένουν.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/12/2012.
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012
Αποχαιρετισμοί κάτω από τα κλαψόδεντρα
Την προπερασμένη Κυριακή, σχολιάζοντας την τελευταία συλλογή του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω», είχαμε υποσχεθεί να επανέλθουμε σε ένα από τα 26 διηγήματα, καθώς έχουμε την εντύπωση ότι “συνομιλεί” με ορισμένα διηγήματα, τόσο παλαιότερα όσο και ομόχρονά του. Ένα από αυτά δημοσιεύτηκε στο επετειακό τεύχος των «Ελιμειακών», στο οποίο αναφερόμαστε αυτοτελώς στη σελίδα. Δεδομένου ότι η συλλογή και το τεύχος δημοσιεύτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, εικάζουμε ότι πρόκειται για “συνομιλία” πέραν της πρόθεσης των συγγραφέων. Σε αυτήν την περίπτωση, οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας συμβουλεύουν, κατ’ αρχάς την εξέταση καθενός χωριστά σε σχέση και με τα εξωκειμενικά στοιχεία και στη συνέχεια, τη συγκριτική τους προσέγγιση. Αμ’ έπος αμ’ έργον. Το διήγημα του περιοδικού έχει τίτλο «Τα Κλαψόδεντρα» και είναι της ψυχολόγου και συγγραφέως Κατερίνας Μήλιου. Παρουσιάζεται ως απότοκο της αυτοβιογραφίας του Μήλιου Δ. Μήλιου, που δημοσιεύτηκε σε προηγούμενα τεύχη, με τίτλο «Η οικογένεια Μήλιου της Κοζάνης», με δική της επιμέλεια. Σε αυτό θα ταίριαζε περισσότερο ο χαρακτηρισμός σύντομη ιστορία παρά διήγημα, καθώς ανιστορεί τους δύσκολους αποχαιρετισμούς, όταν στενοί συγγενείς έφευγαν μετανάστες, γνωρίζοντας ότι ο χωρισμός θα είναι μακρόχρονος, κάποτε και χωρίς επιστροφή. Τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του αφηγητή έφυγαν για την Αυστραλία σχεδόν έφηβοι, το 1926 ο μεγάλος, το 1932 ο δεύτερος. Ο πρώτος επέστρεψε οικογενειακά το 1959, ο δεύτερος δεν γύρισε. Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα το 1960. Γύρισε η γυναίκα του με τα τρία παιδιά τους. Πιθανώς ένα από αυτά να είναι η συγγραφέας, καθώς, σύμφωνα με το βιογραφικό της, γεννήθηκε στην Αυστραλία και μεγάλωσε στην Κοζάνη. Όπως και να έχει, ως αφηγητή επιστρατεύει τον τρίτο αδελφό, που δεν ξενιτεύτηκε. Στη μετάθεση, ωστόσο, ορισμένων πολύτιμων γι’ αυτήν αναμνήσεων, φαίνεται να μπλέκει κάπου χρόνους και γεγονότα. Λ.χ., το τραγούδι του Χατζιδάκι, «Τα παιδιά του Πειραιά», γραμμένο για το «Ποτέ την Κυριακή», δεν μπορεί να ακουγόταν στο λιμάνι του Γυθείου, ούτε άλλωστε οπουδήποτε αλλού, σε κανέναν αποχαιρετισμό πριν το 1960, που γυρίστηκε η ταινία.
Χάρις, πάντως, στον αφηγητή της πιάνει το νήμα της ιστορίας από το απώτερο παρελθόν και μνημονεύει κάποιους άλλους, αυτή τη φορά, χερσαίους αποχαιρετισμούς, που ούτε εκείνη ούτε ο αφηγητής της έζησαν. Εκείνος, όμως, πρόλαβε τις διηγήσεις της γιαγιάς του. Ήταν οι αποχαιρετισμοί, που γίνονταν κάτω από τα ψηλόκορμα δέντρα του χωραφιού τους, όταν, σε δύσκολα χρόνια, “χωρίζονταν οι οικογένειες για να πάνε άλλοι στην Κωνσταντινούπολη, άλλοι στη Σερβία κι άλλοι στη Βγιέννα.” “Γι’ αυτό και τα ’λεγαν κλαψόδεντρα.” Δεν προσδιορίζει τι είδους δέντρα είναι, μια και οι απανταχού Ελιμιώτες γνωρίζουν τον τόπο τους και τη χλωρίδα του. Ο τυχών, όμως, αναγνώστης, συχνά παιδί των πόλεων όπως εμείς, μπορεί να φαντασιώνεται για κλαψόδεντρα από πλατάνια μέχρι και εκείνα τα ρόμπολα, που φτάνουν τα 40 μέτρα. Γι’ αυτά, τα ακόμη και ως όνομα άγνωστα σε εμάς, διαβάσαμε σε ένα διήγημα άλλου Μακεδόνα συγγραφέα, του Στάθη Κοψαχείλη. Από την Κεντρική Μακεδονία εκείνος, γεννημένος στο Λιτόχωρο Πιερίας. Στο γλωσσάρι της συλλογής, που εξέδωσε τον Νοέμβριο του 2011, με τίτλο «Παραμιλητά», εξηγεί πως ρόμπολο αποκαλείται το λευκόδερμο πεύκο, που φυτρώνει σε υψόμετρο 1500-2400 μέτρων. Στο διήγημά του, «Η ασέβεια των λοτόμων», ωστόσο, θάλλουν γύρω από την παλαιά Μονή του Αγίου Διονυσίου του Ολυμπίτη, που βρίσκεται σε υψόμετρο όχι μεγαλύτερο των 800 μέτρων. Δηλαδή, στο ίδιο υψόμετρο με τη Σέλιτσα, όπως ονομαζόταν παλαιότερα η Εράτυρα, στις πλαγιές του όρους Άσκιο ή και Σινιάτσικο, όπου η Μήλιου τοποθετεί την ιστορία της. Ό,τι είδους δέντρα και να είναι τα κλαψόδεντρα, στους εφιάλτες του αφηγητή εμφανίζονται ζευγαρωμένα. “Δυο δέντρα στοιχειώνουν ένα μαύρο ουρανό”.
Το διήγημα του Σκαμπαρδώνη τιτλοφορείται «Ο Κλαψόδεντρος» και από μια άποψη, κατέχει προνομιούχο θέση στη συλλογή, αφού σε αυτό αναφέρεται το ένα από τα δυο μότο του βιβλίου. Τοποθετείται και αυτό στο Νομό Κοζάνης, αλλά στο δυτικότερο άκρο του, στις παρυφές του όρους Βόϊο. Συγκεκριμένα, στον Πεντάλοφο Κοζάνης, παλαιότερα Ζουπάνι, ονομαστό άλλοτε για τους κτιστάδες πέτρας. “Πέτρα είχαμι, πέτρα δουλεψάμι”, σύμφωνα με το μότο, που είναι στο δικό τους ιδιόλεκτο, τα κουδαρίτικα. Κλαψόδεντρο αποκαλούσαν έναν πλάτανο στην ανατολική πλευρά του χωριού, είκοσι ένα μέτρα ύψους, με μεγάλη ιστορία από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. “Ήταν το σημείο όπου οι οικογένειες αποχαιρετούσαν τα περίφημα συνεργεία των μαστόρων που έφευγαν να δουλέψουνε σε μέρη μακρινά.” Διαφορετικές, ωστόσο, οι κατευθύνσεις από εκείνες των ξενιτεμών στην ιστορία της Μήλιου. Ούτε Κωνσταντινούπολη ούτε Βγιέννα πήγαιναν· “η χάρη τους έφτανε ως την Εύβοια και την Πελοπόννησο”. Στο διήγημα οι αποχαιρετισμοί αναφέρονται παρεμπιπτόντως, καθώς η αφήγηση εστιάζει στον κεντρικό ήρωα και τη σχέση του με τον αιωνόβιο κλαψόδεντρο. Έναν δάσκαλο ετών 39, εγγονό χτίστη, με τόπο διαμονής την Θεσσαλονίκη και θερινό καταφύγιο το κτήμα στον τόπο της καταγωγής του, τον Πεντάλοφο. Μέσα από το εφιαλτικό όνειρο του δάσκαλου, με το οποίο ανοίγει το διήγημα, διαφαίνεται η αίσθηση κατάπτωσης και ματαίωσης, που τον έχει καταλάβει. Νιώθει και εκείνος άρρωστος, όπως ο πλάτανος που τον σιγοτρώει ένας εξ Αμερικής προερχόμενος μύκητας.
Ούτε το εφιαλτικό όνειρο ούτε ο εναγκαλισμός του με τον κλαψόδεντρο, που έρχεται σαν καταληκτική κορύφωση της διήγησης, έχουν ομοιότητα με το ενύπνιο «Υπό την βασιλικήν δρυν» του ενδεκαετούς παπαδιαμάντειου παιδίου και την “άφατον συγκίνησιν” που το μεγαλοπρεπές εκείνο δέντρο του προκαλούσε σαν μαγική μεταμόρφωση “κόρης παρθενικής του βουνού”. Κι όμως, κάποιος, πιθανώς αρκούντως ευφάνταστος ή και ευαίσθητος, ίσως αφουγκραστεί τη “συνομιλία” των δυο διηγημάτων στο κράτημα του ανθρώπου από το δέντρο, κυρίως στην έμψυχη υπόσταση, που και οι δυο αφηγήσεις του προσδίδουν. Η νύμφη “Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν” στο διήγημα του Παπαδιαμάντη, ενώ, στου Σκαμπαρδώνη, η επαφή με τον κορμό του πλάτανου επιδρά ως ζωογόνος δύναμη στον καταπτοημένο ψυχισμό του ήρωα.
Επιμένοντας στη “συνομιλία” με τον Παπαδιαμάντη, οι αποχαιρετισμοί των διηγημάτων της Μήλιου και του Σκαμπαρδώνη, που γίνονται κάτω από τα κλαψόδεντρα, ανακαλούν έτερο διήγημά του, με θαλάσσιους αντί χερσαίους αποχαιρετισμούς. “Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας” μαζεύονταν οι γυναίκες των θαλασσινών και αγνάντευαν τα καράβια των δικών τους καθώς σάλπαραν. Μόνο που σε εκείνο «Τ’ Αγνάντεμα», τα δάκρυα μπορούσαν να έχουν μέχρι και τραγικά επακόλουθα. Σύμφωνα με μύθο από την εποχή “των παλαιών Ελλήνων”, το Φλανδρώ, αγναντεύοντας “το καράβι του άνδρα της που έφευγε, έκλαψε πικρά κ’ έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα και τα κύματα επικράθηκαν, κ’ εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν ... και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της”.
Ας αφήσουμε, όμως, τον Σκιαθίτη, κι ας επικεντρωθούμε στις “συνομιλίες” των τριών Μακεδόνων συγγραφέων, που συνέπεσε να δημοσιεύσουν τα διηγήματά τους φθινόπωρο του 2011. Η “συνομιλία” των διηγημάτων Μήλιου-Σκαμπαρδώνη παραμένει στο θεματικό πεδίο, σε αντίθεση με εκείνη των Κοψαχείλη-Σκαμπαρδώνη. Μπορεί μεν ο Κοψαχείλης να μην καταφεύγει στο μύθο του κλαψόδεντρου, αλλά και εκείνος δίνει στα αιωνόβια ρόμπολα έμψυχη υπόσταση. Ύστερα, η “συνομιλία” των δυο διηγηματογράφων δηλώνεται ποικιλοτρόπως από τους ίδιους και δεν περιορίζεται στα συγκεκριμένα διηγήματα. Σχεδόν συνομήλικοι, στα πρόσφατα βιβλία τους ανταλλάσσουν αφιερώσεις σε επιμέρους διηγήματα. Πιθανώς και ως ένδειξη άδηλων προσφορών υπό τη μορφή πυρήνων έμπνευσης. Χωρίς να γνωρίζουμε πρόσωπα και πράγματα, κάνουμε την εικασία ότι οι μυθοπλαστικοί τους κόσμοι συγγένευαν πριν διαβάσουν ο ένας τον άλλο. Το 1988-1990, δημοσίευσε ο Κοψαχείλης τα τέσσερα πρώτα διηγήματά του σε αθηναϊκό περιοδικό («Το παραμιλητό»). Ο Σκαμπαρδώνης είχε δημοσιεύσει διηγήματα νωρίτερα αλλά σε περιοδικά της Θεσσαλονίκης, τότε, ωστόσο, εξέδωσε τα δυο πρώτα του βιβλία, εμμένοντας σε Θεσσαλονικείς εκδότες. Στον πρώτο εκδότη του (Ιανός) θα βγάλει ο Κοψαχείλης, 22 χρόνια αργότερα, το ένα και μοναδικό βιβλίο του, το οποίο, παρεμπιπτόντως, στην Αθήνα έλαβε μια κριτική έναντι είκοσι, πιθανώς και περισσότερων, του Σκαμπαρδώνη. Με άλλα λόγια, οι συγγραφικοί βίοι τους μόνο παράλληλοι δεν είναι, αλλά η ιστορία της λογοτεχνίας στοιχειοθετείται με κείμενα και όχι με βιογραφικά. Όσο για τις κριτικές είναι, κατά κανόνα, θέμα γνωριμιών και αναγνωρισιμότητας του συγγραφέα. Ακόμη και τα μέλη των κριτικών επιτροπών διαβάζουν τα βιβλία, που τους προωθεί ο κύκλος των γνωστών τους. Όσων διαθέτουν αναγνωρισιμότητα δεν χρειάζεται ούτε καν να τα διαβάσουν, αφού δεν χρειάζεται να υπερασπίσουν την υποψηφιότητά τους. Γι’ αυτά αρκεί το όνομα του συγγραφέα.
Ένα χαρακτηριστικό της συγγένειας των μυθοπλαστικών τους κόσμων είναι ο στενός συγχρωτισμός των ηρώων τους με τεθνεώτες και ζωντανά. Στα πρόσφατα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη, οι προσφιλείς αποθανόντες στοιχειώνουν τη μνήμη του αφηγητή, στα παλαιότερα, ωστόσο, παρουσιάζονταν και σαν ενύπνια φάσματα. Στα διηγήματα του Κοψαχείλη, το μεταφυσικό στοιχείο είναι πολύ εντονότερο, καταλήγοντας καθοριστικό της εντύπωσης. Ένα από τα καλύτερα διηγήματά του, με πρωταγωνιστή τον παππού “εδώ και έντεκα χρόνια πεθαμένο”, είναι το «Φθινόπωρο». Τοποθετείται στο χωριό Βυθός, γειτονικό του Πεντάλοφου. Όπως αφηγείται ο Σκαμπαρδώνης στο δικό του διήγημα, παλιά ο Βυθός ονομαζόταν Ντόλος και οι Ντολιανάτες κτιστάδες είχαν φθάσει μέχρι την Περσία, όπου έχτισαν ανάκτορο για τον Σάχη. Τόση ήταν η φήμη τους, που στα χωριά του Βόϊου απαθανατίστηκαν στα χριστούγεννιάτικα κάλαντα, εξοστρακίζοντας τους τρεις Μάγους: «Εκ της Περσίας έρχονται σαράντα Ντολιανάτες...»
Το διήγημα του Κοψαχείλη, στη δεύτερη δημοσίευσή του στο βιβλίο, είναι αφιερωμένο στον Σκαμπαρδώνη. Αντιστοίχως, το δικό του, «Ο Κλαψόδεντρος», είναι αφιερωμένο στον Κοψαχείλη. Ίσως, οι λόγοι να είναι περισσότεροι του ενός, πιθανώς και μέσα από τη σχέση τους με τους τόπους. Στέργιος, πάντως, είναι το όνομα του ήρωα στο διήγημα του Σκαμπαρδώνη, το ίδιο με του κακού στο διήγημα του Κοψαχείλη. Σε εκείνο είναι ένας από τους λοτόμους, που κόβουν τα αιωνόβια ρόμπολα του Αγίου Διονυσίου του Ολυμπίτη. Πέφτοντας το δέντρο του λιάνισε το κεφάλι. Αγίου τιμωρία. Η συγγένεια δεν περιορίζεται στο όνομα, άλλωστε κι ένας άλλος ήρωας του Σκαμπαρδώνη, ένας τρελάρας, έχει το ίδιο όνομα. Είναι βαθύτερη, καθώς συνδέεται με το υφέρπον μεταφυσικό στοιχείο. Για παράδειγμα, και στους δυο, κάποια σπάνια φυσικά φαινόμενα συμβαίνει να παίρνουν τις διαστάσεις του υπερφυσικού χάρις στον τρόπο της ανιστόρησής τους. Στα δυο πρόσφατα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη και του Κοψαχείλη “βρέχει ψάρια και μπακάκια”. Στο πρώτο, τα βατράχια στον παραλιακό της Τορώνης είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο στροβιλίζεται ένας ολονύχτιος εφιάλτης. Στο δεύτερο, μένει η φοβική εικασία να “ήταν σημάδι του Αγίου”, που “ήταν πολύ χολωμένος”. Και στις δυο αφηγήσεις υπάρχει η μυστικιστική υφή της μαγείας.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/11/2012.
Ελιμειακά, 30 χρόνια παρουσίας
Με το 67ο τεύχος, που κυκλοφόρησε Δεκέμβριο 2011, το εξαμηνιαίο περιοδικό συμπλήρωσε τριάντα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας. Ποιος, όμως, Αθηναίος ή και γενικότερα, Παλαιοελλαδίτης, είναι τόσο καλλιεργημένος, ώστε να γνωρίζει τον τόπο, στον οποίο αναφέρεται ο τίτλος; Κανονικά, ο καθένας με εγκύκλιες σπουδές, αφού αρκεί να έχει ξεφυλλίσει Θουκυδίδη, Στράβωνα ή Αριστοτέλη. Άλλωστε, η λέξη Ελίμεια ή Ελιμεία, ακόμη Ελιμία ή και Ελιμιώτις, όπως διαβεβαιώνουν οι γλωσσολόγοι, είναι συγγενική της λέξης Ελλάς, με κοινή πελασγική ρίζα, που σημαίνει υψηλός. Δηλαδή, πρόκειται για τοπωνύμια, όλα εκ Πίνδου αρχόμενα. Προλογίζοντας το επετειακό τεύχος ο διευθυντής σύνταξης Στράτος Ηλιαδέλης, προσδιορίζει, “για τους μη γνωρίζοντες”, ότι η Ελίμεια ήταν τμήμα της αρχαίας Άνω Μακεδονίας και κατείχε μεγάλο μέρος των Νομών Κοζάνης και Γρεβενών. Σε ένα παλαιότερο διπλό τεύχος του 2008 (τχ. 60-61, Ιούνιος 2008), η αρχαιολόγος Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη θυμίζει ότι Άνω Μακεδονία, από τον Ηρόδοτο μέχρι τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, αποκαλείται η ορεινή, σε μεγάλο υψόμετρο, Μακεδονία, στην οποία περιλαμβάνονται οι περιοχές Ελιμιώτις, Λυγκηστίς, Ορεστίς, Πελαγονία, Εορδαία.
Η αναδρομή της αρχαιολόγου στο ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο γίνεται και πάλι σε ένα εόρτιο τεύχος του περιοδικού με αφορμή μια προηγούμενη επέτειο. Τη συμπλήρωση εκατό χρόνων του Συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, που είναι ο εκδότης του περιοδικού. Ο Σύλλογος ονομάζεται «Ο Άγιος Νικόλαος», προς τιμή της ομώνυμης μεταβυζαντινής εκκλησίας στη γενέτειρα. Άλλωστε, η πρώτη ιστορική αναφορά των Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης σχετίζεται με το ναό: «...Κατά το έτος 1905 εστάλη ως αφιέρωμα υπό των εν Θεσσαλονίκη πατριωτών ο μέγας βαθύηχος κώδων δια το ιστορικόν Κωδωνοστάσιον του Αγίου Νικολάου, αλλ’ ο τυραννικός Καϊμακάμης (υποδιοικητής) τότε Σουλεϊμάν-Μπέης απηγόρευσε την ανάρτησιν αυτού...» Ήδη, από τα μέσα του 18ου αιώνα, αναφέρονται απόδημοι Κοζανίτες στη Θεσσαλονίκη, η κύρια όμως εγκατάστασή τους στη συμπρωτεύουσα έγινε στα τέλη του επόμενου αιώνα. Ο Σύλλογος ιδρύθηκε στα οθωμανικά ακόμη χρόνια, το 1908, με πρώτο πρόεδρο τον Γεώργιο Παπαδέλη, τον μεγαλύτερο από τα τέσσερα αδέλφια, που ήταν ανάμεσα στα είκοσι ιδρυτικά μέλη. Εκατό χρόνια αργότερα, στην κεφαλή του Συλλόγου βρίσκεται η Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου. Το λεύκωμα για την εκατονταετία, που εκδόθηκε το 2009, ιστορεί εκείνους που δημιούργησαν και στήριξαν τον Σύλλογο.
Γεννιέται, ωστόσο, το ερώτημα, πόσο μπορεί να ενδιαφέρει ένα περιοδικό, που έχει ως στόχο την προβολή και διάσωση της πνευματικής και ιστορικής κληρονομιάς του ελιμειακού χώρου. Από μια άποψη, ελάχιστα έως καθόλου, αφού είναι ζητούμενο κατά πόσο θα κινούσε το ενδιαφέρον ακόμη κι αν αγκάλιαζε τον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Και είναι αναμενόμενο, ιδίως σήμερα, που η άμεση προτεραιότητα είναι η εναρμόνιση με το παγκοσμιοποιημένο πνεύμα. Εμείς, τώρα, τρέχουμε με την ελπίδα να προλάβουμε να πιάσουμε μια θέση στην ευρωπαϊκή εξέδρα, έστω και στις έσχατες σειρές. Τι να τα κάνουμε τα τοπικά ιδιόλεκτα, τα οποία παρουσιάζονται κατά καιρούς στο περιοδικό, όταν αγκομαχούμε στα ταχύρρυθμα τμήματα γερμανικών; Ποιος ενδιαφέρεται για την κοζανίτικη αρχιτεκτονική από τους περασμένους αιώνες μέχρι σήμερα, που παρουσιάζεται σε σειρά κειμένων, βασισμένων σε πολύτιμο αρχειακό υλικό, όταν ονειρευόμαστε διαμερίσματα διαστάσεων γηπέδου με μπαλκόνια πρόσφορα για παρκάρισμα τροχοφόρου; Ποιος διαβάζει εκτενή βιογραφικά απόδημων του 17ου και του 19ου αιώνα, όπως τα συγκεντρωμένα από τον κοζανίτη ιστοριοδίφη Θεοφάνη Πάμπα, τη στιγμή που χρειάζονται οδηγίες για μετανάστευση στις συνθήκες, τις επικρατούσες τον 21ο;
Αν, ωστόσο, σταματούσαμε να πάρουμε μια ανάσα, δεν αποκλείεται σε περιοδικά, ακριβώς όπως τα «Ελιμειακά», να ανακαλύπταμε έναν διαφορετικό και ποιος ξέρει αποτελεσματικότερο μπούσουλα. Για παράδειγμα, στο τεύχος για τα τριαντάχρονα του περιοδικού, ο Χαρίτων Καρανάσιος παρουσιάζει ένα άγνωστο κειμήλιο της ιστορικής Κοβεντάρειου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης. Πρόκειται για δυο σπαράγματα περγαμηνής από άγνωστο βυζαντινό κείμενο του 10ου -11ου αιώνα. Πολύς λόγος γίνεται εσχάτως για τα “φιλέτα” γης προς εξοικονόμηση πόρων. Εκείνα προσφέρονται για πώληση. Υπάρχουν, όμως, και τα “φιλέτα” πολιτισμού, από τα οποία τα κράτη προσπορίζονται αίγλη, διατηρώντας την κυριότητά τους, απλώς δια επιδείξεως. Τουτέστιν, δεν είναι μιας χρήσεως. Ύστερα, την αποκτηθείσα αίγλη, ικανοί αργυραμοιβοί και όχι αλμπάνηδες από τις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις, την ανταλλάσσουν με χρυσό.
Συνοψίζοντας, μην περιφρονείτε τα περιοδικά, που, ως λέγεται περιπαικτικά, μυρίζουν ναφθαλίνη. Το μόνο που δείχνουν παρόμοιες εκτιμήσεις είναι την κοντόθωρη νοοτροπία, που έχει επικρατήσει.
Μ.Θ.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 25/11/2012
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012
Δόκιμος περιπολάρχης
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
«Περιπολών περί πολλών τυρβάζω»
Εκδόσεις Πατάκη
Οκτώβριος 2011
Η πρόσφατη γενικευμένη κρίση της χώρας έφερε τη γενιά της μεταπολίτευσης στο προσκήνιο, όχι μόνο το πολιτικοκοινωνικό αλλά και το λογοτεχνικό. Νεότεροι συγγραφείς, όπως ο Μάκης Καραγιάννης και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, της έδωσαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα τελευταία μυθιστορήματά τους, «Το όνειρο του Οδυσσέα» και «Τα παιδιά του Κάϊν» αντιστοίχως. Εκείνο που θέλησαν να δείξουν, όπως φαίνεται μέσα από την πλοκή, τις εξηγήσεις των αφηγητών, αλλά και τις μακριές συζητήσεις των προσώπων, είναι ότι για όλα φταίνε οι Κάϊν αυτής της γενιάς. Για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Παναγιωτόπουλου, που επικαλείται το βιβλικό παράδειγμα, οι Κάϊν, γιατί υπερίσχυσαν των Άβελ. Ως μυθιστορηματικούς Κάϊν, ο μεν πρώτος διαλέγει όσους έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιο σκάνδαλο, ο δε δεύτερος το θίασο των βολεμένων κομπάρσων. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ πλάθουν πειστικούς Κάϊν, φαίνεται να δυσκολεύονται με τους Άβελ. Σαν να μην έχουν καθαρή εικόνα, ποιοι είναι εκείνοι, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον αντίποδα.
Την απάντηση την δίνει εμμέσως, με το βιβλίο του, ένας λίγο μεγαλύτερος, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ουσιαστικά, αυτός έχει αρχίσει να πλάθει τους Άβελ από πολύ νωρίτερα, στα διηγήματα που δημοσιεύει εδώ και τουλάχιστον μια δεκαπενταετία, πριν ακόμη γυρίσει η χιλιετία και κακοφορμίσει η εθνική πληγή. Κατά μία άποψη, ο Σκαμπαρδώνης, ευθύς εξ αρχής, τους ίδιους χαρακτήρες προβάλλει ως το άλας, αν όχι της γης, σίγουρα, πάντως, της ράτσας των Ελλήνων, για να χρησιμοποιήσουμε μια πεπαλαιωμένη αλλά προσφιλή κάποτε έκφραση. Ο χαρακτηρισμός, ωστόσο, του Άβελ δεν ταιριάζει στους χαρακτήρες που σμιλεύει, καθώς, πόρρω απέχουν από “στρογγυλεμένα” πρότυπα αθωότητας και καλοσύνης. Δεν είναι οι χαρισματικοί και άριστοι, ούτε, όμως, ανήκουν, σώνει και καλά, στο κοινωνικό περιθώριο, όπως τους φαντασιώνονται ο Παναγιωτόπουλος και οι συνομήλικοί του συγγραφείς. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που συχνά τους αποκαλούν τρελάρες ή και λοξούς. Αλλά και στις περιπτώσεις που, λόγω κοινωνικής θέσης, απολαμβάνουν σεβασμού, τη ρετσινιά του ιδιόρρυθμου δεν την γλιτώνουν. Κι αυτό, συνήθως, λόγω της έμμονης προσήλωσής τους σε κάποιο έργο, κατά κανόνα “ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος”. Είτε πρόκειται για ερασιτεχνική ενασχόληση είτε για καθαρά επαγγελματική δραστηριότητα, επιδίδονται σε αυτό με τόση αφοσίωση, ώστε να υπερβαίνει τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης δουλειάς και η αναζήτηση της τελειότητας να καταλήγει αυτοσκοπός.
Σήμερα, ο Σκαμπαρδώνης, είκοσι οκτώ έτη μετά τη δημοσίευση του πρώτου του διηγήματος, θεωρείται πλέον ένας σημαντικός πεζογράφος, διηγηματογράφος τε και μυθιστοριογράφος. Ωστόσο, η ιδιομορφία του μυθοπλαστικού του κόσμου φαίνεται σαν να λανθάνει. Πιθανώς, γιατί τον υποβάλλει εντέχνως και πλαγίως, μέσα από βιβλία με τίτλους, που δείχνουν γριφώδεις. Ουσιαστικά, πρόκειται για προσφυώς παραλλαγμένα γνωστά οξύμωρα σχήματα, τα οποία κυριολεκτούν μεν, αλλά γίνονται αντιληπτά μάλλον σαν λεκτικά πυροτεχνήματα. Συμβάλλει, πάντως, καθοριστικά ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που, κατά κανόνα, επιστρατεύει. Αυτός δεν εξηγεί το σκεπτικό και τις προθέσεις των ηρώων, όπως κάνουν, κατά τα αμερικανικά πρότυπα, οι αφηγητές των μπεστ-σέλερ, αλλά και των ιστοριών πολλών νεότερων συγγραφέων. Αντί αυτών, εκείνος προχωράει απ’ ευθείας στο στήσιμο του σκηνικού, επιμένοντας στο χρόνο και τον τόπο. Στη συνεχεία, με την ίδια σαφήνεια και το χυμώδες λεκτικό της καθομιλουμένης, περιγράφει το σουλούπι πρωταγωνιστών και κομπάρσων. Οι περιγραφές απολαμβάνουν της παραστατικότητας θεατρικού έργου.
Για παράδειγμα, δυο από τα πρόσφατα διηγήματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν θεατρικά μονόπρακτα. Το πρώτο, «Δυο κιλά ζαβογαρίδες», εκτυλίσσεται σε ημιυπόγειο ταβερνείο από τα παλιά της Θεσσαλονίκης, ενώ το δεύτερο, «Κατηφορική θάλασσα», παρά θιν’ αλός. Μόνο που και στα δυο, η φρενήρης δράση του τέλους διαφεύγει των ορίων της θεατρικής σκηνής. Για το φινάλε, θα χρειαζόταν ένα κινηματογραφικό μονοπλάνο. Και στα δυο διηγήματα, πρωταγωνιστεί η τόσο προσφιλής στον συγγραφέα αντροπαρέα, πενταμελής αλλά διαφορετικής, στις δυο περιπτώσεις, κοινωνικής τάξης. Πάντως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ουδόλως απασχολούν τα μέλη της η γενική κρίση και η δική τους οικονομική κατάστση. Μόνο η ευζωία τους, όπως, όμως, εκείνοι την αντιλαμβάνονται, με “ζαβογαρίδες”, “σπάρους Μηχανιώνας” και τσίπουρα.
Αφού ο αφηγητής του Σκαμπαρδώνη ολοκληρώσει αυτά τα προκαταρκτικά, αρχίζει την περιγραφή του έργου, που συνιστά την κύρια ενασχόληση του κεντρικού ήρωα. Ονοματίζει επακριβώς τα πράγματα, σε τέτοιο βαθμό ακριβολογίας, που οι σημερινοί οπαδοί της εν τάχει ανάγνωσης μπορεί μέχρι και να ενοχληθούν, διερωτώμενοι, προς τι τόσο λεκτικό λεπτολόγημα. Σε κάποιους, ωστόσο, στο τέλος της ανάγνωσης, απομένει αίσθηση ικανοποίησης, όπως ύστερα από θεραπευτική αγωγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πρόβλημα είναι μια ιδιάζουσα μορφή λεξιπενίας, που, τα τελευταία χρόνια, εξαπλώνεται με ανησυχητικό ρυθμό ακόμη και στη μυθιστοριογραφία. Κατ’ αυτήν χάνονται τα ονόματα των πραγμάτων και τη θέση τους καταλαμβάνουν τα αφηρημένα ουσιαστικά. Ο στόχος, πάντως, του Σκαμπαρδώνη είναι να προβάλλει ευκρινέστερα η εμμονή του ήρωα. Στις περιπτώσεις που αυτή διαφεύγει των συνηθισμένων προσηλώσεων, παρατίθεται, ως αναγκαία παρέκβαση, το ιστορικό της, το οποίο μπορεί να εκληφθεί και ως το ψαχνό της αφήγησης. Όπως, για παράδειγμα, στο εναρκτήριο «Zippo χρωμίου με χάραγμα», όπου ανιστορείται το πώς προέκυψε ένας περιπτεράς συλλέκτης αναπτήρων και μάλιστα, από την εφηβεία του, που είθισται να είναι η εποχή για τα πλέον ενδιαφέροντα ερωτικά ανάμματα.
Σε άλλα πάλι διηγήματα, που τον ήρωα απασχολεί ένα έργο, λίγο-πολύ συνηθισμένο, η αφήγηση απλώνεται στο σχολαστικό τρόπο της εκτέλεσής του. Όπως στην περίπτωση εκείνου του άψογου οδοκαθαριστή στο διήγημα της προηγούμενης συλλογής «Ο οδοκαθαριστής, 5.30 το πρωί», ή, στο πρόσφατο, «Το φίδι στη φάτνη», του ιερέα, που, όταν ένας μικρός ανέτρεψε την ώρα της μετάληψης το δισκοπότηρο, σύρθηκε στο δάπεδο και έγλειψε “σχολαστικά, επίμονα”, πόντο-πόντο τη μεταλαβιά. Και ακόμη άλλων ηρώων σε διηγήματα της νέας σοδειάς, που αντιμετωπίζουν τη δουλειά τους ως λειτούργημα, σαν τον Κωνσταντινουπολίτη κυρ Σωφρόνιο, “κάτοχο μοναδικής συνταγής για την παρασκευή λουκουμιών”.
Σε ορισμένα διηγήματα, ο συγγραφέας υιοθετεί την περιορισμένη οπτική γωνία του αφηγητή, δοκιμάζοντας τον αναγνώστη. Σε αντίθεση με τους συγγραφείς που τα δίνουν όλα αναλυτικά, κάποτε περισσότερο και από αναλυτικά, μην και βρει προσκόμματα το πλατύ κοινό, ο Σκαμπαρδώνης φαίνεται σαν να δηλώνει ότι τον ενδιαφέρουν γενικώς οι ασκημένοι αναγνώστες και ειδικότερα, οι εξοικειωμένοι με τον κόσμο των ιστοριών του. Ένα καλό παράδειγμα, είναι η “προπόνηση” του Μανώλη Χιώτη πριν ανεβεί στο πάλκο και αρχίσει εκείνο το “αδιανόητο ταξίμι”. Ο αφηγητής, θα λέγαμε ότι δίνει ρέστα στην περιγραφή του μουσικού αυτοσχεδιασμού, αφήνει, όμως, στα αυτονόητα, τι εννοεί με “την πιο σωστή στάση” του σώματος του οργανοπαίκτη, για την επίτευξη της οποίας εκείνος στέκεται γυμνός “με το λευκό σλιπ και τις λευκές κάλτσες”, “μια ολόκληρη ώρα”, “μπροστά σ’ έναν ολόσωμο καθρέφτη”. Ποιος θυμάται ότι ο Χιώτης έπαιζε μπουζούκι πάντοτε όρθιος; Παρομοίως, στην ιστορία του ιδιοφυούς πιανίστα, που κατέληξε ερημίτης στο Άγιο Όρος, μένει στα αυτονόητα, ότι το τραγούδι του τίτλου του διηγήματος, «We will meet again», ήταν γνωστή επιτυχία του 1940, εποχή πολέμου και αποχαιρετισμών.
Οι εντυπωσιακότεροι, πάντως, τρελάρες της πρόσφατης συλλογής είναι δυο φοιτητές της Αρχιτεκτονικής, που δεν είχαν ιδιαίτερες επιδόσεις στα μαθήματα, αλλά ούτε μεγάλο ενδιαφέρον για τα ιδεολογικοπολιτικά. Ούτε καν για τα κορίτσια. Αυτούς τους ενδιέφεραν μόνο οι “κατασκευές”. Χάρις σε αυτό το αποκλειστικό ενδιαφέρον τους, στα όρια της μονομανίας, η κατασκευή στο σαλόνι τρίπατου ερειπιώδους νεοκλασικού ενός ιστιοφόρου, κοντά πέντε μέτρα μήκους, σωστού «Θαλασσίου δαίμονος», το κατέβασμά του από το μπαλκόνι, η καθέλκυσή του και ο πρώτος πλους αποτελούν τα επεισόδια μιας συναρπαστικής περιπέτειας. Τύφλα να ’χει ο «Τυφώνας» του Τζόζεφ Κόνραντ μπροστά “στη μπουκαδούρα που ροβολούσε απ’ το Άγιον Όρος και σάρωνε όλο το πέλαγος”. Εδώ, φαίνεται, για άλλη μια φορά, ότι ο συγγραφέας δεν επιλέγει τυχαία το πρώτο πρόσωπο. Με αυτό κατορθώνει και διοχετεύει στην αφήγηση τον οίστρο, που έχουν οι διηγήσεις όσων παραμυθάδων έρχονται από τη λάλα ράτσα των Ελλήνων. Κι όπως αποφθέγγεται, σε έτερο διήγημα, συνομιλώντας με τις τρεις Μοίρες, που τον επισκέφτηκαν σαν τρεις “εξαίσιες σταχτάρες”: “Το πρόβλημά μας είναι ότι πρέπει να βρούμε έναν νέο, βαθύτερο οίστρο”. Παραίνεση, που θα μπορούσε να απευθύνεται σε νεότερους συγγραφείς ή και σε όλους τους πολίτες της χειμαζόμενης χώρας.
Ενα άλλο χαρακτηριστικό του μυθοπλαστικού κόσμου του Σκαμπαρδώνη είναι ότι φαντάζει μεγαλύτερος του συνήθους ανθρωποκεντρικού σύμπαντος. Αυτήν την αίσθηση την προκαλεί ο στενός συγχρωτισμός των ηρώων με τεθνεώτες και ζωντανά. Οι ιστορίες για τον παππού Θεόδωρο Κλήμεντο, που στοιχειώνει από νωρίς τη συγγραφική φαντασία, παρουσιάζουν θαυμαστικά τις αντοχές και τα γλέντια των παλαιότερων. Παρομοίως, οι ιστορίες για τα πάσης φύσεως ζωντανά, δοξάζουν τις συχνά παράξενες, με τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, ικανότητές τους. Του αέρος, όπως οι σταχτάρες του πρόσφατου διηγήματος, φτωχοί συγγενείς των χελιδονιών, αλλά με εξαιρετικές επιδόσεις, στο σημείο να κοιμούνται εν πτήσει. Αλλά και της θάλασσας, όπως ο θηριώδης γουλιανός διηγήματος της προηγούμενης συλλογής, που εγκλωβίστηκε στην εκκλησία της Αγια-Βαρβάρας του χωριού Νεράιδα, άλλοτε ποτέ στις όχθες του Αλιάκμονα και εδώ και σαράντα χρόνια στο βυθό της λίμνης Πολυφύτου. Ή, ακόμη, το τρομερό γριβάδι παλαιότερου διηγήματος, το οποίο περνά ζωή χαρισάμενη στη μπανιέρα του διαμερίσματος ενός τρελάρα. Λιγότερα τα όντα της ξηράς, αλλά το κενό αναπληρώνουν οι εκπληκτικής ευφυΐας σκύλοι. Μόνο που στα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη δεν παρουσιάζονται σε ρόλο θύματος της ανθρώπινης βίας, όπως τους θέλουν άλλοι ζωόφιλοι συγγραφείς, αλλά εκφοβιστή.
Η αφήγηση του Σκαμπαρδώνη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της παραμυθικής διήγησης: ρυθμό, ανατροπές και το βορειοελλαδίτικο λεκτικό. Πέραν, όμως, αυτών, ευθύς εξ αρχής, δημοσίευε και σύντομα διηγήματα της μιας το πολύ σελίδας. Καθώς η τελευταία συλλογή του κυκλοφόρησε φθινόπωρο του 2011, έγραψε και δυο μίνι διηγήματα για τους τιμώμενους κατά το επετειακό έτος. Μπορεί να μην φτάνουν εκείνο το μοναδικό διήγημα της μιας παραγράφου, «Αναφορά υπαστυνόμου Ιωάννη Πετράκη», σε μια από τις καλύτερες συλλογές του, «Πάλι κεντάει ο στρατηγός», αφού ο συγγραφέας δείχνει να μετριάζει την εκφραστική του αυθορμησία, σίγουρα πάντως δεν συγκρίνονται με το διαδικτυακό φρούτο του μπονζάϊ διηγήματος, που εσχάτως ανθεί και στα καθ’ ημάς. Περισσότερο ευτυχεί του Ελύτη, «Η ποίηση βαράει κατακέφαλα», παρά του Παπαδιαμάντη με τον δάνειο παπαδιαμάντειο τίτλο «Νεκρός ταξιδιώτης». Φαίνεται πως ο Σκαμπαρδώνης “συνομιλεί” καλύτερα υπογείως με τον Σκιαθίτη. Αυτήν την εντύπωση δημιουργούν τα υποκοριστικά που πυκνώνουν ή, ακόμη, κάποιες θαλασσινές εκφράσεις σαν εκείνες τις δύστροπες του Παπαδιαμάντη, που οι μεταγενέστεροι απέδωσαν σε τυπογραφικά σφάλματα. “Αίθριος ο ουρανός, σταυρωμένος από τον βορράν”, γράφει ο Σκιαθίτης. “Έξω ο γαρμπής αφιέρωνε”, ο Σκαμπαρδώνης. Ίσως, όμως, σε αυτήν την περίπτωση να μην πρόκειται για “συνομιλία”, αλλά για κοινά ακούσματα. Απομένει να επιχειρήσουμε τη διακειμενική λεγόμενη προσέγγιση σε ένα από τα διηγήματα, την οποία υποστηρίζουν ορισμένα περικειμενικά στοιχεία, όπως αποκαλούνται. Προσώρας συνοψίζουμε: Ο συγγραφέας “περί πολλών τυρβάζει”, όπως ο ίδιος δηλώνει, την περιοχή, πάντως, της διηγηματογραφίας την περιπολεί ευδοκίμως.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/11/2012.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.




