Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016
Σαν μακρινό απείκασμα
Μαριλένα Παπαϊωάννου
«Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους»
Εκδόσεις Εστίας
Φεβρ. 2016
Τα χαλεπά χρόνια της κρίσης, κάνουν την παρθενική τους εμφάνιση στο εκδοτικό πεδίο συγγραφείς γεννημένοι κατά την πρώτη πασοκική περίοδο, που συνιστά μεταπολεμικά την κατ' εξοχήν περίοδο των παχιών αγελάδων. Συμπτωματικά, και η ομάδα των συγγραφέων, που πρωτοεμφανίζονται πριν 100 χρόνια, τη δύσκολη, εμπόλεμη περίοδο, Βαλκανικών Πολέμων – Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν γεννηθεί επί Χαριλάου Τρικούπη, δηλαδή σε χρόνια εκσυγχρονιστικής άνθησης. Εκείνων, όμως, τα βιβλία δείχνουν θεματικά επικεντρωμένα, σε αντίθεση με τον πολυεστιακό χαρακτήρα των σημερινών. Ίσως, γιατί, τότε, λειτουργούσαν ως κατευθυντήριες δυνάμεις οι ιδεολογικο-κοινωνικές τάσεις, που, σήμερα, έχουν υποκατασταθεί από κυρίαρχες μόδες. Τόσο οι παλαιότεροι όσο και οι νεότεροι επιδίδονται στο διήγημα. Μόνο που εκείνοι οι πρώτοι αποτέλεσαν μία ομάδα μάλλον παραγνωρισμένων διηγηματογράφων, έναντι της πρόσφατης, εμφανώς υπερτιμημένης από το ξεκίνημά της. Γεγονός, που θα μπορούσε να οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην τάση φιλονεϊσμού των τελευταίων χρόνων, αλλά και στην θετικής προδιάθεσης κριτική αντιμετώπιση, που έχει επικρατήσει.
Η νεοπαγής ομάδα των γεννηθέντων μέσα στη δεκαετία του 1980 διατηρεί την ομοιογενή μορφωτική φυσιογνωμία των παιδιών της μεταπολίτευσης, όπου οι θετικές επιστήμες τείνουν να εκτοπίσουν τις φιλολογικές, ενώ, κατά κανόνα, συμπληρώνονται με μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αντίστοιχου επιπέδου είναι η επαγγελματική πορεία τους, όπου η ενασχόληση με την λογοτεχνία έρχεται ως διάνθισμα. Ξεκινώντας αυτοί με ένα πρωτοκλασάτο, σύμφωνα με τα επικρατούντα μέτρα και σταθμά, βιογραφικό, την τρέχουσα κρίση, είτε την παραβλέπουν είτε την αντιμετωπίζουν, οι λίγοι, που καταπιάνονται με αυτήν, ως παρατηρητές εξ αποστάσεως. Τα θέματα, που προτιμούν, είναι ευρύτερου ενδιαφέροντος, υπαρξιακά και κοινωνικά, τοποθετημένα σε ένα παγκοσμιοποιημένο, πολυπολιτισμικό πλαίσιο.
Με βάση τις προσώρας εμφανίσεις, το δίδυμο των ομηλίκων (γ. 1982), Δημ. Παπαμάρκου – Μαριλένας Παπαϊωάννου, με τα δυο βιβλία, που έκαστος εκδίδει σε μικρή απόσταση δυο - τριών ετών αναμεταξύ τους, συνιστά εξαίρεση, καθώς στρέφεται στο πεδίο της Ιστορίας. Και πιο συγκεκριμένα, σε δυο κομβικά σημεία του 20ου αιώνα, το '22 και την εμπόλεμη δεκαετία του '40, που απασχολούν τις τελευταίες δεκαετίες τους ιστορικούς, καθώς και σημαντικούς συγγραφείς παλαιότερων γενιών. Ο Παπαμάρκου εντάσσεται στο ίδιο με εκείνους μετανεοτερικό πνεύμα αναθεώρησης του τρόπου αντιμετώπισης των ιστορικών συμβάντων. Αντιθέτως, η Παπαϊωάννου παραμένει σε ένα μάλλον γενικόλογο ιδεολογικό πλαίσιο, δανειζόμενη σκηνές και διαλόγους από την πληθώρα μαρτυριών, που εκδόθηκαν στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Μόνο που διασκεδάζει τη βαριά ατμόσφαιρα εκείνων με έναν παραμυθικής υφής ηρωισμό, δίνοντας παράλληλα έμφαση στο ερωτικό στοιχείο, όπου η ιδεολογική φόρτιση των παλαιότερων μαρτυριών, που στηρίζονταν σε προσωπικές εμπειρίες, αντικαθίσταται από την μυθιστορηματική συγκίνηση. Όπως και να έχει, αμφότεροι έτυχαν ιδιαίτερα ευμενούς αντιμετώπισης από την κριτική, προβολή από τον Τύπο, αποσπώντας βραβεύσεις στο χώρο της διηγηματογραφίας.
Στην τελευταία δεξιά σελίδα του δεύτερου βιβλίου της Παπαϊωάννου, πριν εκείνης του κολοφώνα, υπάρχει σημείωμα της συγγραφέως, που προσδιορίζει τα όρια μεταξύ πραγματικού και μυθοπλασίας. Σε αυτό, επισημαίνει, πως “το βιβλίο βασίστηκε σε ένα συμβάν, που διαδραματίστηκε στην πραγματικότητα στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης”. Ενώ, η όλη αφηγηματική σκηνοθεσία λαμβάνει χώρα στον περίκλειστο, ή σωστότερα, ασφυκτικό χώρο των φυλακών των Βούρλων του Πειραιά. Κι αυτό προς εξυπηρέτηση της αφηγηματικής πλοκής, χωρίς να την απασχολεί η διαφορά των συνθηκών κράτησης στους δυο τόπους εγκλεισμού. Μάλλον θεωρεί, πως ο αναγνώστης θα αντιληφθεί για ποιο από τα μυθιστορηματικά συμβάντα πρόκειται. Ωστόσο, η πλοκή επιστρατεύει τουλάχιστον δυο ευρηματικά συμβάντα, που γέρνουν μάλλον σε ηρωικές περιπέτειες τύπου “Μικρού ήρωα” παρά σε μαρτυρίες. Το πρώτο παραμένει στα όρια του πιθανού: Η συγγραφέας πλάθει ως κεντρικό ήρωα έναν δεσμοφύλακα, που βοηθάει συνωμοτικά τους φυλακισμένους. Αρχικά, περιγράφεται βάναυσος, διαπνεόμενος από σφοδρό αντικομμουνιστικό μένος. Ο πρωτοπρόσωπος υβριστικός λόγος του θυμίζει μαρτυρίες σειράς βιβλίων, όπως, για παράδειγμα, την «Αχτίνα Θ΄» του Βασίλη Νεφελούδη ή το «.. Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου. Σε τρία από τα συνολικά 24 κεφάλαια, περιγράφεται ο τρόπος που εκείνος συνεννοείται μαζί τους με ραβασάκια διπλωμένα σε ένα χαλίκι, το οποίο ρίχνει από τον αυλόγυρο στο κελί τους την ώρα που τους τροφοδοτεί με φρέσκο νερό. Ήδη, από το πρώτο κεφάλαιο, αποκαλύπτεται, πως πρόκειται για βασανιστή-μαϊμού, ενώ θα μπορούσε η αφήγηση να κωλυσιεργήσει, καλλιεργώντας σασπένς γύρω από την ταυτότητά του.
Το δεύτερο συμβάν δείχνει άκρως ευφάνταστο: Τον εν λόγω δεσμοφύλακα, στη διάρκεια ασθένειάς του, τον αντικαθιστά η κόρη του, χωρίς κανείς από το λοιπό προσωπικό της φυλακής να το αντιληφθεί. Σε δυο άλλα κεφάλαια, επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή, αυτή τη φορά, με την μεταμφιεσμένη κόρη, όπου τις αλλαγές σε φωνή και περπάτημα φαίνεται να τις αντιλαμβάνονται μόνο οι φυλακισμένοι. Όπως και να έχει, στο τελευταίο κεφάλαιο, η σκηνή απογειώνεται με τη θυσία της κόρης, ωθημένη από έρωτα και όχι από την αριστερή της ιδεολογία. Βεβαίως, ο ρομαντικός έρωτας για τον άρρωστο, φθισικό, που καταγράφει τις ιδέες του στα χαρτάκια, που εκείνη και ο πατέρας της του προμηθεύουν, οφείλεται εν πολλοίς στο ηρωικό προφίλ του σχεδόν ετοιμοθάνατου κομμουνιστή. Υψηλή η συγκινησιακή φόρτιση απομακρύνεται από τις μαρτυρίες, θυμίζοντας ατμόσφαιρα από ταινίες τύπου «Υπολοχαγός Νατάσα». Άλλωστε, ο τίτλος «Δεσμοφύλακας Λευκή» θα έδινε πολύ πιο ακριβή εικόνα. Ανεξάρτητα αν θα δημιουργούσε ανεπιθύμητες παραλογοτεχνικές προϊδεάσεις. Πάντως, η ηρωίδα της Παπαϊωάννου περιγράφεται άσχημη και ασουλούπωτη για να φέρνει του πατρός της και να γίνεται πειστικότερη η υποκατάσταση. Είναι η τολμηρή στάση της, που κερδίζει την καρδιά του φυλακισμένου, ο οποίος και αποδεικνύεται το ίδιο με εκείνη ρομαντικός. Χωρίς να την έχει καν αντικρίσει, δηλώνει στους συντρόφους του, πως όταν κάποτε τελειώσουν τα βάσανά τους, “θα της ζητήσει να γίνει γυναίκα του”. Μένει η απορία, κατά πόσο υπάρχει αλληγορική στόχευση στην επιλογή των ονομάτων: Λευκή η κόρη, Άρης ο πατέρας. Επίσης, μένει ζητούμενο, σε ποιο βαθμό, το πραγματικό συμβάν, το αναφερόμενο στη σημείωση, έχει προσαρμοστεί στη μυθοπλασία. Υπό ιστορικό πρίσμα, παρουσιάζει ενδιαφέρον, ενώ, υπό λογοτεχνικό, είναι αδιάφορο.
Στα υπόλοιπα κεφάλαια, παρουσιάζεται έτερος δεσμοφύλακας, με το παρωνύμιο γορίλας, που περιγράφεται ως ένας γνήσιος βασανιστής. Έτσι τουλάχιστον αφήνεται να εννοηθεί, καθώς η αφήγηση μένει μακράν παρόμοιων περιγραφών. Μόνο, δυο – τρεις φορές, γίνεται λόγος για σοβαρές σωματικές κακώσεις, που θα μπορούσαν να σπρώξουν σε δήλωση μετανοίας. Αν και το κυρίως θέμα των συζητήσεων, από το έκτο κεφάλαιο και ύστερα, όπως προοιωνίζεται και από τον τίτλο του βιβλίου, αποτελεί η φήμη, που κυκλοφορεί, ότι κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους. Όπως εξηγεί ο πιο ηλικιωμένος της ομάδας, δηλαδή μίας δωδεκάδας στο ένα κελί, και τριών του διπλανού, που αναφέρονται ονομαστικά, είναι μάλλον παρωνύμιο “του πρώην Επιθεωρητή Χωροφυλακής Κυκλάδων, που έρχεται να αναλάβει διευθυντής Στρατιωτικών Φυλακών Αθήνας”. Ο αφηγητής διαβεβαιώνει για την σκληρότητά του, καθώς και για ακραίες νοοτροπίες και πρακτικές. Όλα αυτά δηλώνονται, τίποτα δεν δείχνεται. Το ίδιο ισχύει και για τις φυλακές, που αποκαλούνται Φούρνοι και παρομοιάζονται με το χειρότερο Κολαστήριο. Ενώ, η διαβίωση της ομάδας δείχνει σχεδόν άνετη. Ο επικεφαλής, που αποκαλείται Δάσκαλος, τους κρατάει σε καλή πνευματική και σωματική κατάσταση, με γυμναστική και μαθήματα. Όπως και να έχει, το εύρημα του τίτλου θα μπορούσε να είναι μία τρίτη εκδοχή για το αναφερόμενο συμβάν της καταληκτικής σημείωσης. Και αληθοφανές και συχνά απαντάται στις μαρτυρίες, όταν σημειώνονται τάσεις απειθαρχίας και διάθεση αντίστασης.
Εκτός από τον Δάσκαλο, ακολουθώντας τις μαρτυρίες, υπάρχει ο γιατρός, ο καθηγητής Φιλοσοφίας, αλλά και οι πιο σκληροί, τα “βρωμοκομμούνια”, όπως τους αποκαλούν, που θα μεταφερθούν σε άλλες αυστηρότερες φυλακές, όπως εκείνες του Επταπυργίου. Όλοι τους, μόλις που σκιαγραφούνται. Στις σχετικές αναδρομικές μνείες, δεν αναφέρεται η δράση τους, παρά μόνο οι συναισθηματικές σχέσεις τους, με αγαπημένες γυναίκες - μητέρα, αδελφή, κάποιον έρωτα, τη σύζυγο - ή και τέκνα που γνώρισαν μόνο από φωτογραφία. Επίσης, τα μαθήματα συνίστανται σε ανάγνωση περικοπών από τον Ερωτόκριτο, γύρω, κυρίως, από τον ακατανίκητου έρωτα της Αρετούσας, και λίγους στίχους Κάλβου, τους πλέον γνωστούς, χάρις στη μελοποίηση Θεοδωράκη. Ουδεμία ιδεολογική ή κομματική ή έστω πολιτική νύξη υπάρχει στις συζητήσεις τους. Ούτε αναφορές σε κάποια πολεμική εμπλοκή ή άλλη αντιστασιακή ενέργεια. Ακόμη και ο ιδεολόγος φυλακισμένος, που γράφει τις ιδέες του, τις οποίες και θα εκδώσει ο Τάσος Βουρνάς, όπως του υπόσχεται η Λευκή ξεψυχώντας, ιστορίες γράφει. Η μία που τους διαβάζει, δείχνει σαν παραμυθική αφήγηση, υπερρεαλίζοντα χαρακτήρα, πλεγμένη με γνωστά μοτίβα από Οδύσσεια και Παλαιά Διαθήκη, όπου το οποίο αλληγορικό περιεχόμενο, εάν αυτό υπάρχει, παραμένει θολό. Μόνο ο φερόμενος ως γιατρός δηλώνει οδύνη για το αίμα που συνεχίζει να κυλάει, για χρόνια, ατελείωτο, και για σκοτωμό αδελφικό. Τόσο αόριστα και ακροθιγώς.
Αν στηριχτούμε στην πληροφορία πως τις ιστορίες του Φώτη θα τις εκδώσει ο Βουρνάς, ο οποίος συνεργαζόταν με τις εκδόσεις του Ριζοσπάστη, που έκλεισε τέλος 1947, έχουν από τότε παρέλθει εβδομήντα χρόνια. Στο βιβλίο, ο Εμφύλιος παρουσιάζεται απολεπισμένος από ίχνη εντοπιότητας, όπως τον αντιλαμβάνονται οι νέοι ιστορικοί υπό το παγκοσμιοποιημένο θεωρητικό τους πρίσμα. Δεν υπάρχουν, θύματα και θύτες, ούτε νικητές και ηττημένοι, σύμφωνα με τη γραμμή της άλλοτε εθνικής συμφιλίωσης. Ωστόσο, προβάλλεται ο καλός βασανιστής, που τον ώθησε η καλοσύνη του, όπως εικάζουν οι φυλακισμένοι, οι οποίοι και δηλώνουν πως αγνοούν τα κίνητρά του. Πάντως, ούτε στιγμή δεν υποψιάζονται πιθανούς εκβιασμούς ή άλλες ίντριγκες. Εκείνο, όμως, που, κυρίως, προβάλλεται, είναι το πνεύμα ηττοπάθειας των φυλακισμένων. Οι στίχοι του Κάλβου δεν τους εγκαρδιώνουν. Για παράδειγμα, ο Δάσκαλος νιώθει “βαρύ το τίμημα της ελευθερίας”. Αυτά στον Εμφύλιο, που εκείνοι ομολογούν, ότι χάθηκε η συντροφικότητα της Αντίστασης. Δεν υπογράφουν μεν, αλλά συλλογίζονται κατά πόσο αξίζει τον κόπο. “Η ελευθερία είναι για τους ζωντανούς, όχι για τους πεθαμένους”, αποφαίνονται. Στη γενιά του 21ου, το καλβικό, “Αφ' υψηλά όμως έπεσε, και απέθανεν ελεύθερος”, έχασε κάθε απήχηση, ομού με τα συλλογικά οράματα, αφήνοντας θέση στον ατομικισμό.
Τέλος, όσο αφορά τη γλωσσική διεκπεραίωση, ο τριτοπρόσωπος λόγος του αφηγητή παραπαίει μεταξύ λαϊκότροπων και λογίων εκφράσεων, με αδόκιμα εκφραστικά σχήματα, επαναλήψεις εμφατικών λέξεων και πληθώρα θαυμαστικών. Τόσο τα λεκτικά, όσο και τα ιδεολογικά στοιχεία του βιβλίου αντανακλούν αισθητικές και ιδεολογικές πτυχές του παρόντος. Ο Εμφύλιος φαίνεται να μοιάζει σαν μακρινό απείκασμα.
Μ. Θεοδοσοπούλου
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η επιμελούμενη και γράφουσα την παρούσα λογοτεχνική σελίδα από το 1990 εγκατέλειψε αδόκητα τα εγκόσμια, την Τρίτη, 9 Αυγούστου. Σελίδα Ex Libris ΤΕΛΟΣ.
ΛΕΖΑΝΤΑ: Εξωτερική όψη της εισόδου στις φυλακές Βούρλων. Έγιναν πασίγνωστες για την μεγάλη απόδραση 27 πολιτικών κρατουμένων, Κυριακή, 17 Ιούλιου 1955. Εκτός από τον μεγάλο αριθμό, εντυπωσιακός, σωστότερα μυθιστορηματικός, στάθηκε και ο τρόπος οργάνωσης της απόδρασης.
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016
Καντακουζηνοί
«Δυο πρίγκιπες
στην Ελληνική Επανάσταση
«Επιστολές αυτόπτη
μάρτυρα και ένα υπόμνημα
του πρίγκιπα
Γεωργίου Καντακουζηνού
για την Ελληνική Επανάσταση»
Χάλλη της Σαξονία 1824
Μετάφραση: Χρίστος
Μ. Οικονόμου
Εισαγωγή - σχόλια – επιμέλεια
Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών
Εκδ. Ασίνη, 2015
Η συνέχεια από την προηγούμενη Κυριακή, με τον τίτλο του βιβλίου του Βασίλη Παναγιωτόπουλου. Να θυμίσουμε, πως η Ελληνική Επανάσταση έχει ήδη δυο γνωστούς πρίγκιπες, τους Υψηλάντηδες, Αλέξανδρο και Δημήτριο. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι εν λόγω Καντακουζηνοί ανήκουν, το πιθανότερο, σε κλάδο της οικογένειας των Καντακουζηνών, που απαντάται κατά τον 16ο αι. στην Κωνσταντινούπολη, μέλη του οποίου κατέλαβαν ηγετικές θέσεις σε Βλαχία και Μολδαβία, θα ήταν προτιμότερο, ο γερμανικός τίτλος furst”, με umlaut στο φωνήεν, να αποδοθεί ως ηγεμόνας, που, στα συμφραζόμενα της εποχής, είναι ο υψηλότερος τίτλος στη Μολδοβλαχία. Οι συγκεκριμένοι, καθώς και όσοι επιλέγονταν να επανδρώσουν τις ανώτατες στρατιωτικές και διοικητικές θέσεις, έρχονταν από την τάξη των βογιάρων. Όπως αναφέρει ο Παναγιωτόπουλος, στην πρώτο μέρος της “εισαγωγής στις επιστολές”, οι αδελφοί Καντακουζηνοί είναι υιοί του Ματθαίου Ιωάννου Καντακουζηνού, βογιάρου, και της Ραλλούς Καλλιμάχη του Γρηγορίου. Παραλείπει την πληροφορία πως ο Ματθαίος Ιωάννου Καντακουζηνός είχε τον τίτλο του Μέγα Βορνίκου, τον οποίο όφειλε στην τάξη του, όπως και ότι το γένος εκ μητρός της Ραλλούς ήταν Μαυροκορδάτου.
Ενώ, φαίνεται να κάνει μια επί τροχάδην βιβλιογραφική ενημέρωση, κατά την αναδιάταξη των δικών του στοιχείων, ορίζει ως κάπως μεγαλύτερο σε ηλικία τον Αλέξανδρο, με έτος γεννήσεως το 1781, χωρίς να αναφέρει χρονολογία γέννησης του Γεωργίου. Κι όμως, τα βιογραφικά της Familia Cantacuzino είναι γνωστά. Κατά τους λημματογράφους των παλαιών εγκυκλοπαιδειών, αλλά και τους νεότερους συγγραφείς ξενόγλωσσων συγγραμμάτων, μεγαλύτερος είναι ο Γεώργιος, που αναφέρεται ως Egor, με ένα έτος διαφορά από τον Αλέξανδρο. Γεννηθέντες, αντίστοιχα, το 1786 και το 1787, και αποθανόντες, ο πρεσβύτερος στην Οδησσό το 1841 και ο νεότερος στο Κισνόβι το 1857 και όχι το 1851. Κατά τα άλλα, δεδομένης της δομής που επέλεξε ο Παναγιωτόπουλος για το βιβλίο του, προηγείται η περιγραφή του ντοκουμέντου.
Το ντοκουμέντο
Σύμφωνα με τον εκδότη του γερμανικού βιβλίου, οι επιστολές “γράφτηκαν από έναν καλά πληροφορημένο Έλληνα ως απάντηση ενός εμπορικού φίλου στη Γερμανία και φτάσανε, από μία ευτυχή σύμπτωση, ως εμπιστευτικές πληροφορίες στα χέρια ενός τρίτου. Αυτός ξαφνιάστηκε ευχάριστα από τον αναμφισβήτητο χαρακτήρα της αλήθειας και της αξιοπιστίας στην περιγραφή των καταστάσεων και των γεγονότων, για τα οποία το γερμανικό κοινό ήταν, μέχρι τώρα, είτε πολύ λίγο ή καθόλου ενημερωμένο, ώστε να τους ήτανε πολύ ευπρόσδεκτη μια επίσημη πληροφόρηση.” Πρόκειται για 33 επιστολές, όπου ο αποστολέας, στην πρώτη επιστολή του, παραθέτει πληροφορίες “για ό,τι προηγήθηκε πριν από την ίδρυση της Εταιρείας”. Συγκεκριμένα, από “το αρχικό σχέδιο της Εταιρείας που ήταν αυτό του Ρήγα”, διαψεύδοντας την άποψη “ότι η Εταιρεία έχει δεσμό με τον Τεκτονισμό, τον Καρμποναρισμό ή με οποιαδήποτε άλλη μυστική Εταιρεία.” Στη δεύτερη επιστολή, εξιστορεί το τραγικό τέλος του Ρήγα, επικρίνοντας τη Ρωσία, που, στους πολέμους εναντίον της Τουρκίας, εκμεταλλευόταν τον ζήλο των Ελλήνων και μετά τους εγκατέλειπε. Στην τρίτη επιστολή, αναφέρεται στην εικοσαετία μετά τον θάνατο του Ρήγα, 1757 – 1815, όταν οι Έλληνες επεκτείνουν το εμπόριο προς τη Δύση, αποκτούν πλοία, διευρύνουν σημαντικά την περιουσιακή τους κατάσταση και φροντίζουν για τη μόρφωση του λαού.
Στη συνέχεια, αποκαλύπτει ένα πρώτο δικό του ίχνος: “Μόλις το έτος 1815 σκέφτηκαν μερικοί Έλληνες, που ζούσαν στη Ρωσία, να ιδρύσουν την Εταιρεία. Εφτά απ’ αυτούς, μεταξύ των οποίων και εγώ... μαζεύτηκαν στη Μόσχα... έβαλαν τα πρώτα θεμέλια και αφού όρισαν και κάποιους Κανονισμούς, ταξίδεψαν στην Οδησσό” Ονομαστικά αναφέρει μόνο τους δυο αποθανόντες, τον Σκουφά (1818) και τον Γαλάτη (1819), ανιστορώντας τη δράση του δεύτερου, που κατέληξε στη δολοφονία του. Τέλος, συνοψίζει: “Οι υπόλοιποι έξι Έλληνες, μετά από σύντομη παραμονή στην Οδησσό, χώρισαν και ταξίδεψαν προς διάφορες κατευθύνσεις...”
Στην επόμενη επιστολή, αναφέρεται στην Εταιρεία, τη δομή και τον Κανονισμό της. Μόνο, στην τελευταία παράγραφο, μνημονεύει για πρώτη φορά, τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, τον, κατά Παναγιωτόπουλο, συγγραφέα των επιστολών: “Αφού πέρασε από τη Βιέννη και την Τεργέστη τον Απρίλιο του 1821, ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Καντακουζηνός, έμαθαν οι Έλληνες αυτής της χώρας, που είχαν ήδη πάρει από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη τα πρώτα μηνύματα, τι ακριβώς συνέβαινε.” Στην επόμενη επιστολή, δίνει πληροφορίες για την εκλογή του Πρίγκιπα Υψηλάντη... στην κορυφή της επιχειρήσεως. Εδώ, μνημονεύει και τον Γεώργιο Καντακουζηνό: “Σταματώ εδώ τη συνέχεια της διηγήσεώς μου, γιατί ο Πρίγκιπας Γεώργιος Καντακουζινός γράφει στο Υπόμνημά του για τους λόγους που οδήγησαν τον Υψηλάντη να αποδεχτεί την πρόταση και αναφέρει προηγουμένως τα γεγονότα που συνέβησαν τον ίδιο καιρό στη Μολδαβία και την Βλαχία. Έτσι θα σας αναφέρω μόνο τα γεγονότα εκείνα που, σύμφωνα με τις δικές μου πληροφορίες, του διέφυγαν. Προπαντός όμως διαβάστε το Υπόμνημά του. Σας το στέλνω μαζί και σας δίνω τη βεβαιότητα ότι όλα όσα γράφει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα”.
Αυτό και πράττει, όπως δείχνει η επόμενη επιστολή: “Αφού, χωρίς αμφιβολία, θα έχετε διαβάσει το Υπόμνημα... εγώ συνεχίζω από εκεί τη διήγησή μου.” Τον Γεώργιο Καντακουζηνό τον αναφέρει εν παρόδω σε δυο ακόμη επιστολές. Στην έβδομη, όπου ονοματίζει τη συνοδεία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όταν πέρασε τον Προύθο και έφτασε στις 22 Φεβρ. στο Ιάσιο, και στην ενάτη, όπου παραπέμπει στο Υπόμνημά του για όσα συνέβησαν στις δυο τελευταίες μάχες στο Σκουλένι της Μολδαβίας. Σε αυτήν την επιστολή, φτάνει μέχρι την 1η Αυγ., ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση της επιχείρησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδαβία και τη Βλαχία, την οποία, ευθύς εξ αρχής, χαρακτηρίζει ως άκαιρη.
Αντιθέτως, πολλαπλώς αναφέρεται στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, καθώς, από την δεκάτη επιστολή και ύστερα, αφηγείται την κάθοδό του στον Μοριά, όπου προηγήθηκε του Δημήτρη Υψηλάντη. Εδώ, η αφήγηση γίνεται αυτοβιογραφική, αφού ο επιστολογράφος πληροφορεί πως συνόδευε τον Καντακουζηνό σε Μονεμβασιά και Τριπολιτσά. Στην 29η επιστολή, φαίνεται πως οι δρόμοι Υψηλάντη-Καντακουζηνού χώρισαν, με τον επιστολογράφο να ακολουθεί τον Καντακουζηνό: “Ο Πρίγκιπας εγκατέλειψε την Τρίπολη στις 2 (14) Σεπτεμβρίου, με συνοδεία Μαυροκορδάτο... ”. “Στις 8 (20) Σεπτεμβρίου φτάσαμε στα Σάλωνα..”. Ο Καντακουζηνός και ο Μαυροκορδάτος θα πήγαιναν στο Βραχώρι ή το Πέτα... Σύμφωνα με την 31η επιστολή: “Πήραμε το δρόμο για το Μεσολόγγι...διασχίσαμε την οροσειρά της Πίνδου...” Σύμφωνα με την 32η επιστολή: “Από την ώρα που ήρθαμε στο Μεσολόγγι ασχολούμαστε με το να οχυρώσουμε την πόλη... ”
Μακρηγορήσαμε με τα αυτοβιογραφικά ίχνη στην αφήγηση, γιατί δημιουργούν την εντύπωση πως θα μπορούσε να αποκρυπτογραφηθεί η ταυτότητα του επιστολέα. Ή και το αντίθετο, να αποκλεισθεί η ύπαρξη ενός παρόμοιου προσώπου, οπότε θα αποκτούσε βάση η μυθιστορηματική εκδοχή του Παναγιωτόπουλου. Εκείνος, όμως, ελέγχει ως μη ευσταθούσα μόνο την εικασία, ο επιστολογράφος να είναι ο Κερκυραίος γραμματέας του Καποδίστρια Κωνσταντίνος Καντιώτης, εκτίμηση την οποία είχε διατυπώσει ο Ευβοέας ερευνητής Γεώργιος Λάιος, ο πρώτος που ασχολήθηκε με το ντοκουμέντο.
Οι τύχες του ντοκουμέντου
Ο Παναγιωτόπουλος πληροφορεί πως το εν λόγω βιβλίο παρέμεινε στη βιβλιογραφία από το 1834, έτος έκδοσής του, ανώνυμο, και σχεδόν αζήτητο, ως το 1958, που το ανέσυρε ο Λάιος. Προφανώς, εννοεί 1824, όσο για το 1958, τότε, ο Λάιος μόλις είχε επιστρέψει από τη Βιέννη, όπου για χρόνια ερευνούσε σε αρχεία και βιβλιοθήκες. Για την αναζήτηση της ταυτότητας του επιστολογράφου, στηρίχτηκε σε δική του μετάφραση του βιβλίου. Άλλη μετάφραση του βιβλίου, σύμφωνα πάντοτε με τον Παναγιωτόπουλο, παρήγγειλε ο Βλαχογιάννης. Ο ίδιος δεν ερεύνησε σε ποιόν, ούτε την πιθανή χρήση της. Την ίδια έλλειψη ενδιαφέροντος δείχνει για τις σχετικές έρευνες των διαδόχων του Βλαχογιάννη στα ΓΑΚ. Το μόνο που βρίσκει άξιο μνημόνευσης είναι, ότι, αφού εκείνοι το χρησιμοποίησαν, δεν το επανατοποθέτησαν. Την ίδια επί τροχάδην αναφορά επιφυλάσσει στον μεταφραστή, του οποίου τα βιογραφικά στοιχεία παρατίθενται ως υποσελίδια σημείωση στο σημείωμα του μεταφραστή, που επέχει θέση προλόγου της μετάφρασης, στο Μέρος Β΄. Τόσο συνοπτικά, που καταλήγουν ασαφή. Κατά τα άλλα, πληροφορεί πως ο μεταφραστής είχε προσωπική άποψη για τον τρόπο έκδοσης, αλλά δέχτηκε ευγενικά την πρόταση Δημητρόπουλου-Παναγιωτόπουλου.
Μεταφραστής είναι ο Χρίστος Μ. Οικονόμου, όπου το μικρό όνομα με γιώτα και αρχικό πατρώνυμου, ώστε να μην δημιουργηθεί σύγχυση με τον συνονόματό του νεότερο πεζογράφο, με τον οποίο συμπίπτει να έχουν αμφότεροι τρία βιβλία στο ενεργητικό τους, όπου τα δυο τελευταία, με τα οποία έγιναν ευρύτερα γνωστοί, κυκλοφόρησαν τις ίδιες χρονιές 2010, 2014-2015. Ο μεταφραστής Οικονόμου είναι πολιτικός μηχανικός, απόφοιτος του ΕΜΠ, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Ζυρίχη, καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Εξ ου η καλή γνώση της αρχαΐζουσας γερμανικής και της γοτθικής γραφής, ναι μεν σήμερα εν αχρησία αλλά σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν η επίσημη. Με την αποδέσμευση από τις διδακτικές υποχρεώσεις του, εγκαταλείπει την τεχνολογία για την Ιστορία. Ως “εθελοντή της φιλελληνικής ιδέας” τον συστήνει ο Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, στον πρόλογο του δεύτερου βιβλίου του, «Το τάγμα των Φιλελλήνων, η ίδρυση, η εκστρατεία και η καταστροφή του, από το ημερολόγιο του Johann Daniel Elster τέως ιατρού-συνταγματάρχη του τάγματος», γερμανική έκδοση του 1828, που εκδόθηκε στα ελληνικά το 2010.
Είχε προηγηθεί το 2008, «Τραγούδια για την Ελλάδα και τους Έλληνες» του γνωστού φιλέλληνα Γουλιέλμου Μίλλερ. Γεννηθείς το 1794 ο Μίλλερ, απεβίωσε 33 ετών, μη προλαβαίνοντας να έρθει στην Ελλάδα, αλλά έχοντας δημοσιεύσει περί τα 77 “griechenlieder”. Ο Οικονόμου, πιστεύοντας πως η αξία τους είναι κατά βάση ιστορική, τα μετέφρασε σε πεζό λόγο και για πρώτη φορά, στο σύνολό τους, όπως ισχυρίζεται, με πρόλογο επίσης του Μαζαράκη περί γερμανικού φιλελληνισμού. Το τρίτο μετάφρασμά του είναι και αυτό ένα ημερολόγιο, “Ημερολόγιο από το ταξίδι μου στην Ελλάδα, Τουρκία, Αίγυπτο και Συρία κατά τα έτη 1834-1835 του dr Jacob Roeser, Συμβούλου και προσωπικού ιατρού Γερμανών ηγεμόνων», το 2015. Ως γιατρός είναι περισσότερο γνωστός ο αδελφός του, καθόσον προσωπικός θεράπων του Όθωνα.
Σχόλια για το δεύτερο βιβλίο δημοσίευσε ο Δημητρόπουλος. Αφού παρουσιάζει τους φιλέλληνες, που βρήκαν “στέγη στον Αγώνα των Ελλήνων”, και το τάγμα που συγκρότησαν τον Μάιο του 1822, εξιστορεί τον βίο και την πολιτεία του Έλστερ, υπογραμμίζοντας την αξία του Ημερολογίου του. Το ενδιαφέρον είναι η κατάληξη της κριτικής του: “Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του βιβλίου Χρ. Οικονόμου, το κείμενο, λόγω γλώσσας και τυπογραφικών στοιχείων, παρουσίαζε δυσκολίες ανάγνωσης ακόμη και για τον ειδικό που θα το αναζητούσε σε κάποια βιβλιοθήκη. Ίσως αυτός ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο είχε παραμεληθεί από την ελληνική ιστοριογραφία.”
Εικάζουμε πως, κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα της μετάφρασης του παρόντος ντοκουμέντου, χρονικά συνομήλικου και γλωσσικά το ίδιο δυσπρόσιτου. Όσο για την άποψη του Οικονόμου σχετικά με την έκδοση, με βάση τα τρία βιβλία που κατήρτισε, είναι μάλλον προφανής. Να αναδείξει την ιστορική του αξία. Μία παρόμοια έκδοση εξακολουθεί να είναι απαραίτητη, καθώς το ντοκουμέντο, έτσι όπως χωνεύεται στο βιβλίο του Παναγιωτόπουλου, απολύει, ακριβώς αυτό, την ιστορική του αξία. Ύστερα, ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος μιλάει ανοιχτά για “φωτογραφική αποτύπωση της έρευνας αυτή τη στιγμή, η οποία αναπόφευκτα θα ανατραπεί”. Ενώ, η ιστορική αξία του ντοκουμέντου παραμένει δεδομένη. Ο Παναγιωτόπουλος καλεί τους νεότερους ερευνητές να εντρυφήσουν περαιτέρω. Αυτός, έτσι κι αλλιώς, έκανε το μεράκι του.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/7/2016.
Το διπλό βιβλίο
«Δυο πρίγκιπες
στην Ελληνική Επανάσταση»
«Επιστολές αυτόπτη μάρτυρα
και ένα υπόμνημα του πρίγκιπα
Γεωργίου Καντακουζηνού
για την Ελληνική Επανάσταση»
Χάλλη της Σαξονία 1824
Μετάφραση: Χρίστος Μ. Οικονόμου
Εισαγωγή - σχόλια – επιμέλεια
Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών
Εκδ. Ασίνη, 2015
Ορισμένοι δίνουν ιδιαίτερο βάρος στις συμπτώσεις, προ πάντων εκείνες που καθορίζουν ευαίσθητες καταστάσεις ή οδηγούν σε μείζονος σημασίας συμβάντα. Οι περισσότεροι, βεβαίως, τις προσπερνούν, χωρίς να διαβλέπουν σε αυτές τίποτα περισσότερο από τον τυχαίο χαρακτήρα τους. Να όμως, δίκην παραδείγματος, που μία, προ δεκαετιών, σύμπτωση διαμορφώνει, κατά τα φαινόμενα, το επικρατέστερο σήμερα ιστοριογραφικό πρίσμα για την Ελληνική Επανάσταση. Στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’30, γεννήθηκαν τέσσερις χαρισματικοί άνθρωποι που επέλεξαν το ίδιο αντικείμενο σπουδών και επιστημονικής ενασχόλησης, την Ιστορία και ακολούθησαν, εν πολλοίς, συμπίπτουσες βιογραφικές τροχιές. Ένας κατ’ έτος, γεννήθηκαν οι τέσσερις ιστορικοί που θα πρωτοστατούσαν στην μοντέρνα επαναξιολόγηση ή κατ’ ορισμένους, μεταμοντέρνα αξιολόγηση, προς καθαρμό από τους εθνικοθρησκευτικούς μύθους. Κατά χρονολογική σειρά: 1931 Φίλιππος Ηλιού, 1932 Βασίλης Παναγιωτόπουλος, 1933 Σπύρος Ασδραχάς, 1935 Βασίλης Κρεμμυδάς.
Δυο από αυτούς, συμπτωματικά οι μέχρι σήμερα πρωτοστατούντες, δεν είναι μόνο Πελοποννήσιοι αλλά και από την ίδια πόλη, την Μεσσήνη της Μεσσηνίας: ο Παναγιωτόπουλος κι ο Κρεμμυδάς. Η υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα δεν εκπροσωπείται, ενώ οι δυο νησιώτες αποχώρησαν νωρίς από το ερευνητικό πεδίο, όταν άρχισε να μορφοποιείται η σημερινή επανεκτίμηση. Το 2004, ο Ηλιού απεβίωσε, και την ίδια εποχή, ο Ασδραχάς αποσύρθηκε από την ενεργό έρευνα. Εφέτος, την 25η Μαρτίου 2016, που θεωρήθηκε πως μπαίνουμε “στην τελική ευθεία για τον εορτασμό της δεύτερης εκατονταετηρίδας από την Ελληνική Επανάσταση”, στις σελίδες και τα ένθετα βιβλίου των εφημερίδων έγινε λόγος για “σειρά νέων βιβλίων”, που αντικατοπτρίζουν τις απόψεις της πανεπιστημιακής κοινότητας των ιστορικών, η οποία ομονοεί ως προς τις αξιολογήσεις της. Πρόκειται, ωστόσο, για μια ομάδα νεότερων ιστορικών, που, λίγο πολύ, συμπαρατάχθηκαν εξαρχής με τους εν λόγω πρεσβύτερους. Πιθανώς και γιατί, ήδη από τα πανεπιστημιακά έδρανα, εντάχθηκαν στα ερευνητικά προγράμματα εκείνων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία αρραγής ομάδα, της οποίας οι θέσεις και οι απόψεις χαίρουν μεγαλύτερης απήχησης από εκείνης των υπολοίπων, μεμονωμένων ερευνητών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η σχέση Παναγιωτόπουλου και Δημ. Δημητρόπουλου, όπως διαφαίνεται μέσα από την έκδοση ενός από “τα νέα βιβλία” της εφετινής 25ης Μαρτίου.
Εφέτος, εαν εξαιρέσουμε δυο τρεις ιστορικούς, που προβλήθηκαν στον Τύπο, χάρις στις διοικητικής φύσεως θέσεις, που απέκτησαν στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση, και οι οποίοι φρόντισαν να προωθήσουν “τα νέα βιβλία” συγγενών και μαθητών, κατά τα άλλα, το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον επικεντρώθηκε “στα νέα βιβλία” των δύο Μεσσήνιων. Αμφότεροι, επωφελούμενοι από το κύρος του “ομότιμου” που απολαμβάνουν, πρωτοτύπησαν, αποτυπώνοντας στα βιβλία τους τα πορίσματα και τους προβληματισμούς τρέχουσας ερευνητικής εργασίας. Από τον Παναγιωτόπουλο, αναμενόταν, όπως του ζητήθηκε, ο σχολιασμός ενός επιστολικού ντοκουμέντου. Συγκεκριμένα, ενός βιβλίου σε αρχαϊζουσα γερμανική και γοτθική γραφή, που εκδόθηκε το 1824 στη Χάλλη της Σαξονίας. Και εκείνος, αντί να προσδιορίσει την κάπως αινιγματική ταυτότητα του βιβλίου και πρωτίστως, να αναζητήσει τον επιστολογράφο, δηλαδή τον “αυτόπτη μάρτυρα” των επιστολών, ισχυρίζεται “αφοριστικά και δογματικά”, πως δεν πρόκειται για πραγματικές επιστολές, αλλά περί ενός επιστολικού μυθιστορήματος.
Εμπνεόμενος, μάλιστα, από την διείσδυση της λογοτεχνίας στην Ιστορία, που τόσο ενθουσιάζει τους ιστορικούς, όχι μόνο προτείνει συγκεκριμένο συγγραφέα, αλλά αποτιμά και το εν λόγω έργο του ως “μέτριο” και “πρώιμο σημάδι του ελληνικού Ρομαντισμού”, υποδεικνύοντας σαν πιθανό πρότυπο το νεανικό του Ούγου Φώσκολου «Τελευταίες επιστολές του Γιάκοπο Όρτις». Όσο για τον τυχόντα “φιλολογικό ή ιστοριοδιφικό” φωτισμό, που ήθελε προκύψει από άλλους ερευνητές, τον θεωρεί ευπρόσδεκτο μεν, αλλά, εκ προοιμίου, αδιάφορο όσο αφορά την ισχύ των δικών του πορισμάτων. Πάλι καλά, που, μετά τη λέξη δογματικά, εντός παρενθέσεως, βάζει θαυμαστικό. Αυτό δείχνει, πως, πιθανώς, να έχει επίγνωση, ότι ρέπει και ο ίδιος προς την μυθοπλασία, παρόλο που η μέχρι σήμερα ιστοριογραφία του δεν προϊδέαζε για παρόμοιο αντισυμβατικό χειρισμό.
Αντιθέτως, από τον Κρεμμυδά, μετά από τρία τέσσερα παραμύθια, ένα μυθιστόρημα, που εξέδωσε ψευδωνύμως, και σειρά ιστορικών συγγραμμάτων για αγωνιστές και πολιτικούς άντρες του Εικοσιένα, όπως ο Σπυρομίλιος και ο Κωλέττης, όπου, όμως, χωράνε και Αρκάδες τοκογλύφοι και “τραπεζίτες”, περίμενε κανείς εκπλήξεις. Τελικά, παραμένοντας πιστός στην ερευνητική του διαδρομή, που, ήδη από τις αρχικές διατριβές του για διδακτορικό και υφηγεσία, είχε ως σταθερό σημείο, την “προεπαναστατική Πελοπόννησο και τις οικονομικές της συναλλαγές”, διατείνεται πως γράφει το “αφήγημα της Ελληνικής Επανάστασης”, εστιάζοντας, όπως και ο Παναγιωτόπουλος, στους θρησκευτικούς και τοπικιστικούς μύθους. Παρεμπιπτόντως, η Επανάσταση στη Μεσσηνία ξεκίνησε δυο μέρες νωρίτερα από την φημολογούμενη ημερομηνία στην Αγία Λαύρα. Το πρωί της 23ης Μαρτίου, ο Αγάς παρέδωσε την Καλαμάτα στους επαναστάτες. Ωστόσο, αν οι δυο ιστορικοί ζητούσαν να αλλάξει η ημέρα του εορτασμού, προφανώς δεν θα τους παρακινούσαν τοπικιστικοί λόγοι. Στόχος γενικότερος είναι η μη σύμπτωση του εορτασμού της Επανάστασης με εκείνον του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το Λάβαρο της Επανάστασης να θριαμβεύει ως εθνικό σύμβολο και όχι ως Λάβαρο της Αγίας Λαύρας, με τις ευλογίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Ξεκινάμε από το βιβλίο του πρεσβύτερου Μεσσήνιου. Το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου θα μπορούσε να αποκληθεί, «Διπλό βιβλίο», καθώς έχει δυο τίτλους και ουσιαστικά, δυο συγγραφείς, αν το δάνειο από τον Δημήτρη Χατζή ως τίτλο δεν τον είχε χρησιμοποιήσει, το 2003, η Τασούλα Βερβενιώτη, συστεγάζοντας ένα ντοκουμέντο, “την αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση”, με τη δική της “ιστορική ανάγνωση”. Παρατηρούμε, μάλιστα, πως η αντιμετώπιση από τον Τύπο, τότε και τώρα, είναι παραπλήσια. Στην παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιωτόπουλου, παρακάμπτεται η εσωτερική σελίδα τίτλου, όπου προτάσσονται τα στοιχεία του ντοκουμέντου, με αναφορά στον μεταφραστή από την γερμανική, και μόνο στο κάτω μέρος της σελίδας μνημόνευση του επιμελητή και συντάκτη εισαγωγής και σχολίων. Αντ’ αυτών, η θέση του συγγραφέα παραχωρείται στον επιμελητή, ενώ τίτλος του ντοκουμέντου και μεταφραστής απαλείφονται από την ταυτότητα του βιβλίου. Τον τίτλο του βιβλίου τον δίνει ο επιμελητής. Έτσι συνέβη και στην περίπτωση της Βερβενιώτη, στην οποία, ως επιμελήτρια και σχολιαστής της μαρτυρίας της Μπαρμπάτση, απονεμήθηκε το Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρία. Επαινέθηκε, μάλιστα, η χειρονομία της να μοιραστεί το χρηματικό έπαθλο με την νοσηλευόμενη τότε συγγραφέα της μαρτυρίας.
Ένας παρόμοιος τίτλος, όμως, θα αδικούσε τη συγγραφική σύλληψη του Παναγιωτόπουλου. Γιατί μάλλον πρόκειται για ένα βιβλίο δικής του έμπνευσης, παρά τον ισχυρισμό, στον «Πρόλογο του επιμελητή», πως πρόθυμα δέχτηκε την πρόταση του Δημητρόπουλου για μια σχολιασμένη έκδοση του εν λόγω ντοκουμέντου. Μπορεί σήμερα ο Δημητρόπουλος να κατέχει τη θέση του “διευθυντή” και ο Παναγιωτόπουλος του “ομότιμου διευθυντή”, η σχέση, όμως, δάσκαλου και μαθητή παραμένει. Απόφοιτος του Ιστορικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Αθηνών ο δεύτερος, τριάντα έτη μετά τον Δάσκαλο, συμπίπτει να ξεκινάει τις μεταπτυχιακές του σπουδές, όταν εκείνος επανέρχεται από το Παρίσι και αναλαμβάνει επικεφαλής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών. Ως στενός συνεργάτης, συμμετέχει και στα τρία μείζονα ερευνητικά προγράμματα του Παναγιωτόπουλου: «Ιστορία των Οικισμών της Ελλάδος 15ος-20ος αι.», όπου εντάσσεται και η διδακτορική διατριβή του, το συλλογικό έργο «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000», με την συνοδευτική σειρά βιογραφιών προσώπων του Αγώνα, όπου εκείνος αναλαμβάνει τον Κολοκοτρώνη, και πρόσφατα, την έκδοση του Αρχείου του Αλή Πασά.
Σε αυτές τις βιογραφικές διευκρινίσεις, στηρίζουμε την εικασία, πως τα τρία τέταρτα του βιβλίου, δηλαδή το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου, ως “αφήγημα” αποσπασματικού χαρακτήρα, επικεντρωμένου σε επιμέρους θεματικές ενότητες, χωρίς να καταλήγει σε κάποιο ερμηνευτικό μοντέλο, θα πρέπει να προϋπήρξε του εναύσματος της έκδοσης, που στάθηκε το ντοκουμέντο και το οποίο επέβαλε την αλλαγή της δομής του συγκεντρωμένου ερευνητικού υλικού. Αντί ενός “διπλού βιβλίου”, το ντοκουμέντο, δηλαδή το βιβλίο του 1824, με τίτλο, «Επιστολές αυτόπτη μάρτυρα και ένα υπόμνημα...» αποτελεί το Μέρος Β΄, ενώ δυο εισαγωγές, αντίστοιχες προς τον διμερή χαρακτήρα του, αποτελούν το Μέρος Α΄ και δυο ενότητες σχολίων, το Μέρος Γ΄. Αναλαμβάνοντας ο Παναγιωτόπουλος να συγγράψει τα δυο Μέρη, συν τις σελίδες που αντιστοιχούν στον επιμελητή, δηλαδή από τις 414 του τόμου τις 290, μένουν μόλις 124 σελίδες, αραιής τυπογραφικής μορφής, για το ντοκουμέντο.
Με αυτήν τη διευθέτηση, τόσο το “αφήγημα”, που, έστω και ημιτελές, παρουσιάζει ενδιαφέρον, όσο και το ντοκουμέντο, όχι μόνο αδικούνται, αλλά, σε ορισμένα σημεία, η συστέγασή τους δημιουργεί σύγχυση. Παράδειγμα, οι συνεχείς αναφορές του επιμελητή στον μυθοπλαστικό χαρακτήρα του ντοκουμέντου, που μένουν αστήρικτες. Κάποτε, μέχρι και λανθασμένες, όπως η διαβεβαίωση, ήδη στον «Πρόλογο του επιμελητή», πως δεν αναφέρεται εκδότης του ντοκουμέντου. Κι όμως, ακόμη κι αν αγνοήσουμε, ως μυθοπλαστικό τέχνασμα, τον «Πρόλογο του εκδότη» στο Μέρος Β΄, υπάρχει το εξώφυλλο εκείνου του βιβλίου, του οποίου η φωτογραφική ανατύπωση παρατίθεται εισαγωγικά, όπου καταληκτικά αναφέρεται ο εκδοτικός οίκος, “die Rengerschen Verlagsbuchhandlung”. Μέχρι τον κατάλογο των βιβλίων, που ο εν λόγω εκδοτικός οίκος εξέδωσε το 1824, γνωρίζουμε. Στοιχείο βοηθητικό στην έρευνα για την ταυτότητα του βιβλίου.
Όπως και να έχει, ο τίτλος αυτού του “διπλού βιβλίου” αναφέρεται στους πρωταγωνιστές του ντοκουμέντου, τους δυο αδελφούς Καντακουζηνούς, Αλέξανδρο και Γεώργιο. Όπου, κατά την εκδοχή του Παναγιωτόπουλου, ο πρώτος είναι ο συγγραφέας του επιστολικού μυθιστορήματος, ενώ ο δεύτερος, ως συγγραφέας του υπομνήματος, δεν δημιουργεί προβλήματα φιλολογικά, όπως παρατηρεί, πλην της γλώσσας στην οποία γράφτηκε. Για την πληροφορία, ότι γράφτηκε στα γαλλικά και πως το γερμανικό κείμενο αποτελεί συμπυκνωμένη μορφή του πρωτότυπου, παραπέμπει στις αρχειακές έρευνες του ρώσου ιστορικού Γριγκόρι Αρς. Το τελευταίο βιβλίο του, που εκδόθηκε στα ελληνικά, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία», με πρόλογο του Παναγιώταπουλου και από τον ίδιο εκδότη, συγκαταλέχτηκε στα νέα βιβλία της εφετινής 25ης Μαρτίου.
Στο βιβλίο, παρατίθεται εκτενής βιβλιογραφία του Αρς, όπου απουσιάζει η ανέκδοτη αλληλογραφία του Αλέξ. Υψηλάντη (1816-1828), έκδοση του 1999, από κοινού με τον Κων. Σβολόπουλο. Επίσης, δεν μνημονεύεται η αναγόρευση του Αρς, προ δεκαετίας (15/12/2005), σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία, το έργο του τιμώμενου είχε παρουσιάσει ο Σβολόπουλος. Στον πρόλογό του, ωστόσο, αναφέρει “την τελευταία ισορροπημένη βιογραφία του Καποδίστρια” από τον Χρ. Λούκο, στη δική του σειρά βιογραφιών για πρόσωπα της Ελληνικής Επανάστασης. Οι τρόποι, που πανεπιστημιακοί, ακαδημαϊκοί και άλλοι εξέχοντες αλληλουπονομεύονται και αλληλοϋποστηρίζονται, θα μπορούσαν να αποτελέσουν μυθιστορηματικό υλικό.
Θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή.
Μ.Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/7/2016.
Η παρέα του Λουμίδη
Σε ένα τομίδιο για τον Αλέξανδρο Αργυρίου, το δεύτερο στη νεότευκτη σειρά, «Τιμής ένεκεν», της Βιβλιοθήκης του Μουσείου Μπενάκη, η οποία συνιστά το έντυπο ίχνος αντίστοιχων εκδηλώσεων (το πρώτο τομίδιο ήταν αφιερωμένο στον Χαράλαμπο Μπούρα), δημοσιεύονται οι επτά ομιλίες της εκδήλωσης και συνοπτικά τα βιοεργογραφικά του. Και τα δυο τομίδια είναι εκδόσεις του 2009, με τις εκδηλώσεις εντός του 2008. Αρχιτέκτονας ο Μπούρας, πολιτικός μηχανικός ο Αργυρίου, αλλά τιμήθηκε ως λογοτεχνικός κριτικός. Γιατί, αλήθεια, το 1939, ο Αλέκος Κουμπής, χωρίς πατρική πίεση, αφού ο καπετάνιος Σταμάτης Κουμπής είχε αναχωρήσει νωρίς, επέλεξε το ΕΜΠ; Στην τιμητική εκδήλωση πάντως, στις 11 Μαρ. 2008, τελείωσε τον σύντομο χαιρετισμό του με ένα περιστατικό του 1931. Δεκαετής τότε, τον ανέβασε ο πατέρας του στην Ακρόπολη, για μία πρώτη επίσκεψη, καθώς την ίδια χρονιά είχαν μετοικήσει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Ο πατέρας του, σε στιγμή έξαψης, είχε ανεβεί σε ένα μάρμαρο και απήγγελλε στίχους του Σπυρίδωνος Βασιλειάδη. Αυτό εντυπώθηκε στην παιδική μνήμη και υπό μία έννοια, μπορεί να θεωρηθεί αφετηριακό συμβάν μύησης στη λογοτεχνία.
Ο Αλέξ. Αργυρίου, ξεκινώντας με καθυστέρηση και συνεχίζοντας με αργούς ρυθμούς τη συγκέντρωση των ομοιογενών κειμένων του, δημοσιευμένων από το 1947, έφθασε τα εννέα βιβλία, με πρώτο το 1983 και τελευταίο το 2009, δίπλα στους οκτώ τόμους της Ιστορίας του 2001-2007, και τους άλλους οκτώ, με δικές του εισαγωγές. Η πρώτη εισαγωγή εντοπίζεται σε ανθολογία του 1957. Σε τρεις από αυτές αναλαμβάνει και την ανθολόγηση προσώπων και ποιημάτων. Στην τελευταία, το 2000, στη σειρά «Ανθολόγος Ερμής», επιλέγει να παρουσιάσει τον Δημ. Παπαρρηγόπουλο, φίλο του Βασιλειάδη και το άλλο μισό του ρομαντικού διδύμου της πρώτης Αθηναϊκής Σχολής.
Σχετικά μικρή η συγκομιδή, λόγω της εστίασης κατά την τελευταία δεκαετία στη συγγραφή της Ιστορίας. Αντιστοίχως, δεν απήλαυσε και πολλές διακρίσεις. Μόλις το 1999 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Μετρημένες και οι βραβεύσεις, το 1984, Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου και το 1998, Μεγάλο Κρατικό Βραβείο. Δέκα χρόνια αργότερα, θα τρίτωναν οι βραβεύσεις, εάν η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Εθνικό Αριστείο. Έναν αιώνα τώρα, από το 1926 που ιδρύθηκε η Ακαδημία, το Εθνικόν Αριστείον, πρώην Βασιλικόν Μετάλλιον των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών, δίνεται από αυτήν ανά τετραετία: θετικές επιστήμες, γράμματα, ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες, καλές τέχνες. Οι βραβεύσεις των Γραμμάτων συμπίπτουν με τα δίσεκτα έτη. Ως είθισται, εφέτος, κατά την πανηγυρική συνεδρία της 25ης Μαρτίου, προκηρύχτηκε το επόμενο Αριστείο, που θα απονεμηθεί την 25η Μαρτίου 2017. Ο Αργυρίου προτάθηκε το δίσεκτο 2008 και αν είχε προκριθεί, μόλις που θα προλάβαινε την απονομή. Κρίμα, γιατί ο συνυποψήφιος, 16 χρόνια μικρότερος, είχε όλο το χρόνο μπροστά του, αλλά και λιγότερο έργο στον αμιγή χώρο των Γραμμάτων.
Όπως και να έχει, αυτός ο συνυποψήφιος για το Αριστείο 2008, το οποίο τελικά δεν απονεμήθηκε, ήταν ο μόνος με αρκετά μακριά μνήμη, ώστε να θυμηθεί, νεκρολογώντας τον Αργυρίου, “την πολύτιμη Ανθολογία των Μεταπολεμικών Ποιητών των Γεννατά-Γεωργούδη, στην οποία ο Αργυρίου είχε γράψει προδρομικό εμπερίστατο πρόλογο – τον πρώτο γι’ αυτή τη γενιά”. Αυτά, σύμφωνα με τον δικό του σχολιασμό, όπου συμπλήρωνε: “Έχουν περάσει ήδη, φευ, 55 χρόνια.” Όσο για τη νεκρολογία, την κλείνει με στίχο Κάλβου. Μεταθανατίως, η γενναιοδωρία περισσεύει, όπως και οι παραδρομές της μνήμης. Δεν ήταν πριν 55 χρόνια, αλλά το 1957, και ανθολόγοι ήταν οι Γιωργούδης - Γεννατάς. Ερχόμενος, όμως, από το χώρο του θεάτρου ο συνυποψήφιος, πρόταξε τον ηθοποιό Κώστα Γεννατά, πατέρα του ηθοποιού Γεράσιμου Γεννατά. Ο έτερος είναι Ντίνος Γιωργούδης και όχι Γεωργούδης.
Οι κριτικοί λογοτεχνίας, συνήθως, προκύπτουν υπό ορισμένες περιστάσεις και από αυτές, στη συνέχεια της πορείας τους, χαρακτηρίζονται. Έτσι υπάρχουν πανεπιστημιακοί κριτικοί ή και λογοτέχνες κριτικοί, όπου, και στις δυο περιπτώσεις, με την κριτικογραφία επιζητούν να διευρύνουν το κύρος τους. Ακόμη, κριτικοί ταυτισμένοι με έναν συγγραφέα, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του έργου τους επικεντρώνεται σε αυτόν. Κατά κανόνα, πρόκειται για κάποιον πρεσβύτερο, του οποίου επωμίστηκαν τη φροντίδα των κατάλοιπών του, όπως, λ.χ., ο Κ. Στεργιόπουλος του Τέλλου Άγρα. Επίσης, μπορεί εξαρχής να έχουν συνδεθεί με ένα έντυπο, είτε επαγγελματικά με μία εφημερίδα είτε στο ξεκίνημά τους με ένα λογοτεχνικό περιοδικό, που σημαίνει κυοφορία στο λεγόμενο παλαιότερα, φυτώριο του περιοδικού. Κριτικός που να προέκυψε από μια συντροφιά, άλλος από τον Αλέξ. Αργυρίου δεν μας έρχεται στο νου. Πιθανώς, γιατί μία παρέα έχει χαλαρό χαρακτήρα, χωρίς συγκεκριμένο στόχο.
Η παρέα, όμως, από την οποία ξεκίνησε ο Αργυρίου είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν συγκεντρώνονταν στο στέκι ενός γνωστού προσώπου, συμπαρασύροντας ο φίλος τον φίλο, όπως συνέβαινε με καφενεία και ταβέρνες τα μεταπολεμικά χρόνια. Τότε, στα φοιτητικά χρόνια του Αργυρίου, μέσα δεκαετίας του ’40, υπήρχαν οι νεολαίες των πολιτικών παρατάξεων, που έπαιρναν παρόμοιες πρωτοβουλίες. Βέβαια, οι πλέον δραστήριες και αποτελεσματικές, ιδιαίτερα στους πανεπιστημιακούς χώρους, ήταν εκείνες της Αριστεράς. Επρόκειτο για τακτική διεύρυνσης του κύκλου επιρροής τους, η οποία συνεχίστηκε στις μετέπειτα ειρηνικές περιόδους, πιθανώς πιο συστηματικά αλλά με μικρότερο ζήλο.
Σε μία, φαινομενικά τουλάχιστον, αυτοσχέδια φοιτητική λέσχη, δηλαδή ομάδα φοιτητών, με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα ή και απλώς φιλοδοξίες, αριστερής ιδεολογίας ή και μόνο, λόγω εποχής, ευεπίφοροι μιας κομουνιστικής πολιτικοκοινωνικής προπαγάνδας, ο, έτσι και αλλιώς, φανατικός της ανάγνωσης φοιτητής του ΕΜΠ Αλέκος Κουμπής εκδήλωσε την έφεσή του στο γράψιμο και κυρίως, την κριτική του διάθεση. Οι πιο μανιώδεις περί τη λογοτεχνία εκείνης της ομάδας συνέπτυξαν μία στενότερη παρέα, που κυκλοφόρησε ιδίοις αναλώμασιν κάποια έντυπα, τα οποία μνημονεύονται ως περιοδικά του ενός, το πολύ δυο τευχών. Στην Ιστορία του, ο Αργυρίου αναφέρει άτυπες ομάδες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη “νέων λογοτεχνών της Αριστεράς, που κρατούσαν αποστάσεις από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό”. Ανάμεσα σε αυτούς ο Κουμπής, που μεταφυτεύθηκε από τους πρώτους στο φοιτητικό περιοδικό, το οποίο έστησε η ομάδα. Επρόκειτο για την εβδομαδιαία «Φοιτητική Φωνή», συνωμοτικά «Φιφή», που ξεκίνησε μέσα στο 1945 και συνεχίστηκε μέχρι το 1948. Παρόλο που επρόκειτο για έντυπο της Αριστεράς, όπως, λ.χ., τα «Ελεύθερα Γράμματα», δεν είχε κομματικές εξαρτήσεις, με αποτέλεσμα να μην ισχύσει γι’ αυτό η απαγόρευση κυκλοφορίας, με την οποία έκλεισαν, 19 Οκτ. 1947, τις εφημερίδες «Ριζοσπάστη» και «Ελεύθερη Ελλάδα».
Όντας ο Κουμπής, ήδη από δευτεροετής φοιτητής οργανωμένος στη νεολαία, τον τελευταίο χρόνο της «Φιφής», ανέλαβε υπεύθυνος των λογοτεχνικών σελίδων. Από τα δικά του κριτικά σημειώματα, με την υπογραφή Αλέκος Ευσταθίου, στην Ιστορία του αναφέρει μόνο δυο, για τον Βρεττάκο (7/2/1947) και τον Αναγνωστάκη (5/5/1947). Από εκεί, στα χρόνια του Εμφυλίου, πέρασε ως Αλέξ. Αργυρίου, στα περιοδικά «Ελεύθερα Γράμματα» (1947-1950) και «Ποιητική Τέχνη» του Φρίξου Ηλιάδη (15/12/1948-1/4/1949). Όσο αφορά την εφημεριδογραφία του κριτικού Αργυρίου, είχε την τύχη του κάθε αριστερού συνεργάτη, συνέπασχε με τα δεινά της εφημερίδας: Στον «Δημοκρατικό Τύπο», αρχές 1950-αρχές 1952, στην βραχύβια «Δημοκρατική» το 1951, και ακόμη, στην «Ημέρα» του Σοφοκλή Βενιζέλου, το 1952.
Ωστόσο, το 1953-54 θα βρεθεί κριτικός στην «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», τριμηνιαία κατά τη δεύτερη περίοδο, όταν διευθυντής ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης, Όπως ο ίδιος σχολιάζει: Η συνεργασία του με το εν λόγω έντυπο θεωρήθηκε προσχώρηση στον εχθρό. Το 1956-1957, συνεργάστηκε με την επίσης τριμηνιαία «Καινούρια Εποχή» του Γιάννη Γουδέλη. Το τελευταίο δημοσίευμά του σε αυτό το περιοδικό, χειμώνα 1957, «Διάγραμμα εισαγωγής στην ποίηση του Γ. Σεφέρη», με ανθολόγηση ποιημάτων από κοινού με τον Σαββίδη, κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο των 100 αντιτύπων. Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο του “αυτοτελές δημοσίευμα”.
Εντός του ίδιου έτους προέκυψε και ένα δεύτερο “αυτοτελές δημοσίευμα”. Πρόκειται για την πρώτη εισαγωγή σε ανθολογία, την οποία μνημονεύσαμε ήδη. Η επόμενη είναι γραμμένη μετά 20 χρόνια, για την ανθολογία - γραμματολογία «Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σοκόλη το 1979. Ακολούθησε, στην ίδια γραμματολογία, η εισαγωγή για την «Πρώτη μεταπολεμική γενιά», που κυκλοφόρησε το 1982. Σε αυτές τις δυο είναι και ανθολόγος, ενώ στην πρώτη, εκείνη του 1957, οι ανθολογούμενοι είναι δεδομένοι. Πρόκειται για μία ανθολογία αρκετά πρωτότυπη στη σύλληψή της, καθώς προκύπτει από μια ομάδα συγγραφέων της Αριστεράς ή έστω φίλα κείμενους προς αυτήν, με συνδετικό στοιχείο, ότι είναι θαμώνες συγκεκριμένου καφενείου, που έγινε τόσο γνωστό στέκι, ώστε να αναφέρεται και σε αναμνηστικό λεύκωμα. “Το 1938, εγκαινιάστηκε το κατάστημα Λουμίδη στην οδό Σταδίου, δίπλα στο Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Εκτός από τον χώρο του ισογείου, όπου μπορούσε κάποιος να πιει τον καφέ του και να φάει κάτι ελαφρύ, υπήρχε και το γνωστό σε όλους «Πατάρι του Λουμίδη».” Ο Αργυρίου σχολιάζει πως “οι επιμελητές της έκδοσης περιέλαβαν σχεδόν χωρίς αποκλεισμούς όλους τους ποιητές που κυκλοφορούσαν κουβεντιάζοντας στα βιβλιοπωλεία (της Εστίας) και τα πατάρια των καφενείων (του Λουμίδη).”
Κατά τον Λεωνίδα Χρηστάκη: “Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 μερικοί θαμώνες ξεκίνησαν μέσα στο cafe Λουμίδη να συλλέξουν αρκετά ποιήματα, με σκοπό να κάνουν μια Ανθολογία Μεταπολεμικών Ποιητών. Τα πρόσωπα, κι αυτοί θαμώνες του παταριού του Λουμίδη, που μάζεψαν τα ποιήματα, ήσαν ο φιλόλογος εξ Αιγύπτου Ντίνος Γιωργούδης και ο ηθοποιός Κώστας Γεννατάς. Οι συμμετέχοντες ποιητές είχαν δικαίωμα συμμετοχής τεσσάρων σελίδων αποκλειστικά με στίχους κι ενός σύντομου βιογραφικού. Η προσπάθεια σταμάτησε και μόνο με την δική μου οικονομική συμβολή ολοκληρώθηκε. Συμπεριλάμβανε εξήντα έναν (61) ποιητές όλους θαμώνες αποκλειστικά του παταριού.”
“Τυπώθηκε σε 800 αντίτυπα” και “κατά το συμφωνητικό, ο καθορισμός της ύλης θα γινόταν από τους ίδιους τους ποιητές.” Ο Αργυρίου την χαρακτηρίζει “εργασία ψευδεπίγραφη”, καθώς, στους 61 ποιητές, υπήρχαν και 6 μεσοπολεμικοί, που, ωστόσο, το ώριμο έργο τους εκδόθηκε μεταπολεμικά. Ενόσω η ανθολογία τυπωνόταν, με τους ποιητές σε αλφαβητική τάξη και πρόλογο του Γιωργούδη, στο περιοδικό του Γουδέλη, στο καλοκαιρινό τεύχος του 1956, ο Αργυρίου, παρουσιάζοντας τις πρόσφατες ποιητικές συλλογές των Μ. Δημάκη, Α. Δικταίου και Τ. Σινόπουλου, πρότασσε ένα κείμενο γενικότερης αξιολόγησης των μεταπολεμικών ποιητών. Αυτό αγανάκτησε, μπορεί και να φόβισε, κάποιους από τους “ποιητές του παταριού” που συμμετείχαν στην Ανθολογία, γιατί, κατ’ αυτούς, παραβιαζόταν ο βασικός όρος της σύμβασης, που ήταν η ισότιμη παρουσίαση.
Όπως και να έχει, ο Αργυρίου, στην εισαγωγή του, αντιμετώπισε μόνο τους πρεσβύτερους αναλυτικά και κριτικά, ενώ, στους μεταπολεμικούς, αρκέστηκε να προσδιορίσει τον χαρακτήρα της ποίησης ενός εκάστου. Αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση σχολιάστηκε δυσμενώς από τον Βάσο Βαρίκα στην παρουσίαση της ανθολογίας. Ο Γιωργούδης, ωστόσο, στον πρόλογο, τονίζει πως “η όλη έκδοση προσπάθησε να αποφύγει ένα φιλολογικό και γραμματολογικό χαρακτήρα.” Αυτή η πρώτη εισαγωγή στην μεταπολεμική ποίηση, όπως τιτλοφορείται, εκκινεί από το 1933, που ο Αργυρίου το παρουσιάζει ως έτος σταθμό. Εδώ, συνδυάζει δυο λογοτεχνικά συμβάντα. Έναν θάνατο, του Καβάφη, και μία έκδοση ποιητικής συλλογής, με τίτλο «Ποιήματα», ενός πρωτοεμφανιζόμενου, του Νικόλαου Καλαμάρη, που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος. Ο Αργυρίου θεωρεί ότι είναι η πρώτη υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή, που εκδίδεται στην Ελλάδα. Επίσης, ότι ο θάνατος του Καβάφη αποτελούσε και τον θάνατο της παράδοσης. Με αυτήν την απόφανση και ιεραρχικά, αναφέρεται στην “ευρύτερης απήχησης” τριάδα, Σικελιανό - Καρυωτάκη - Βάρναλη και στην ομάδα “περιορισμένης επιρροής”, Μελαχρινό - Γρυπάρη - Πορφύρα - Μαλακάση - Ουράνη - Άγρα. Μετά επανέρχεται στον Ράντο, για να καταθέσει τις εκτιμήσεις του για τον Σεφέρη και τους υπερρεαλιστές, Εμπειρίκο - Εγγονόπουλο - Ελύτη, συνεχίζοντας με ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως των Σαραντάρη, Δρίβα, Αντωνίου, Γκάτσου, Αξιώτη, Οικονόμου. Αντιδιαστέλλει τον Ρίτσο από τον Βρεττάκο, ως δυο ποιητές με έργο διαφορετικής υφής. Και καταλήγει αυτόν τον, τρόπο τινά, πρόλογο, μνημονεύοντας Μελισσάνθη, Βαφόπουλο και ιδιαίτερα, την μεταιχμιακή περίπτωση του Παπατζώνη. Αυτούς τους 15 και άλλους 13 θα συγκεντρώσει στην ανθολογία των νεωτερικών του Μεσοπολέμου.
Παρουσιάζει ενδιαφέρον πως το κυρίως θέμα του, “τους ποιητές, που εμφανίζονται μετά την απελευθέρωση”, τους χωρίζει σε τρεις ομάδες, τις οποίες αντιστοιχεί σε τρία περιοδικά: τον «Κοχλία» με τη σχολή Θεσσαλονίκης (Πεντζίκη, Καρέλλη, Θέμελη, Στογιαννίδη), το «Τετράδιο», ως συνέχεια των «Νέων Γραμμάτων» και των νεωτερικών ποιητών, και τα «Ελεύθερα Γράμματα», όπου εμφανίζεται ο “κύκλος των αντιστασιακών ποιητών”. Η εισαγωγή, εξαιρετικά σύντομη, όπως ο ίδιος παρατηρεί, καταλήγει με τους μεταπολεμικούς ανθολογούμενους, που παραμένουν προσκολλημένοι, ως προς τη φόρμα, στους παλαιούς εκφραστικούς τρόπους.
Όταν, στο τέλος της δεκαετίας του ’70, θα καταρτίσει τις δυο ανθολογίες Σοκόλη, θα συμπεριλάβει 47 ποιητές στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, όπου οι 27 είναι από τους 61 ποιητές του “παταριού του Λουμίδη”. Να σημειώσουμε πως στους 61 συμπεριλαμβάνονται και οι πέντε παλαιότεροι, οι τέσσερις του «Κοχλία» και η Μελισσάνθη. Επίσης, τρεις της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ζενάκος). Οπότε, οι μεταπολεμικοί των δυο ανθολογιών, του 1957 και του 1982, έχουν ένα κοινό σώμα 27 ποιητών, στο οποίο η πρώτη ανθολόγηση προσθέτει 25 και η δεύτερη 20. Σε αυτούς τους 25, βρίσκουμε όλες τις ποιήτριες, με εξαίρεση την Ε. Βακαλό. Άλλη μία ένδειξη πως, εξαρχής, τον απωθεί η συναισθηματικότητα της γυναικείας ποίησης. Απουσιάζουν, όμως, και από τις δυο ανθολογήσεις, οι Γ. Καφταντζής, Θαν. Φωτιάδης, Γ. Λίκος, Κ. Κουλουφάκος.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι μία καταληκτική παρατήρηση στην Ανθολογία του 1982: “Αν ήθελα να μείνω στην αυστηρά προσωπική μου εκτίμηση, ο αριθμός των 47 θα περιοριζόταν σε 20. Που σημαίνει ότι περισσότεροι από 25 θα μπορούσαν να παραλειφθούν, χωρίς μεγάλη απώλεια του αποτελέσματος ή να αντικατασταθούν από άλλους 25. Αν πρόσθεσα τελικά τους συγκεκριμένους είναι γιατί για το έργο τους έχομε περισσότερες κρίσεις.”
Και πράγματι, ο Αργυρίου ελάχιστα μόνο φαίνεται να μετατοπίζεται. Ίσως με τα χρόνια να γίνεται πιο ανοιχτός στις κρίσεις των άλλων και αυτό ισχύει από το ιδεολογικό μέχρι το λογοτεχνικό πεδίο. Γενικότερα, ο Αργυρίου, όταν παραμερίζει τους φόβους του για το πώς θα αντιδράσουν οι άλλοι, είτε ο κρινόμενος συγγραφέας είτε ο φιλικός χώρος στις επιλογές του, προτάσσει τη φόρμα, παράδειγμα η περίπτωση Παπατζώνη. Με άλλα λόγια, παραμένει εξαρχής θιασώτης των νέων εκφραστικών τρόπων, παράδειγμα η αναφορά ως οριακό έτος το 1933. Θεματικά πάλι, μένει προσηλωμένος στους λεγόμενους κοινωνικούς ποιητές.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/7/2016.
Περί Κάδμως II
Συνέχεια χωρίς συνδετικό σχόλιο από το φύλλο της προηγούμενης Κυριακής.
Το βιβλίο της Κάδμως αποτελείται από 13 κεφάλαια άνισα σε έκταση, με τίτλους που προϊδεάζουν για το περιεχόμενο. Το καθένα, με λιγότερο ή περισσότερο συγκεκριμένο χρονολογικό στίγμα ως προς την κύρια ανακαλούμενη παράσταση, με αποτέλεσμα η χρονολογική παράταξη των κεφαλαίων να μην είναι πάντοτε εμφανής. Από τα βιβλία της, ανακαλούνται οι θήλειες υπάρξεις, που πλάστηκαν ως αντικατοπτρισμός των δικών της αγαπημένων. “Όσα εσύ εκατασκεύασες ιδίως πλήθος γυναίκες, γιατί η γυναίκα προπαντός είναι πλάσμα παραμυθένιο”, λέει εις εαυτόν. Και όταν μια φορά, όλη κι όλη, ανάμεσα στις λέξεις που δηλώνουν θάνατο, προβάλλει η λέξη έρωτας, συνοδεύεται από την εικόνα “κάποιων γυναικών που πάλλονται τα στήθη τους από την ηδονή”.
Το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Τα πράγματα», αναφέρεται σε περίοδο της δεκαετίας του ’30. Ξεκινάει από την πρώτη της κατοικία, “το ημιυπόγειο στην οδό Αριστοτέλους”, όπου βρέθηκε καθισμένη στο τραπέζι με μια κόλα ριγωτό χαρτί μπροστά της, χωρίς σημειώσεις, και φτάνει μέχρι την ημέρα, που “άρπαξε η μηχανή” το πρώτο γραφτό και το έκανε βιβλίο, που σημαίνει κάτι τελεσίδικο, με τις λέξεις “άσβηστες”, μόνο του να “τρέχει στο δρόμο”. Αυτή είναι η μία σηματοδότηση, με βάση το γράψιμο. “Σπουδαία υπόθεση το γράψιμο”, όπως ο έρωτας. Και στα δυο “περιμένεις να σου έρθει πρώτα η επιθυμία”. Μια ερωτική θήλεια ύπαρξη δίνει τη δεύτερη σηματοδότηση. Από τότε που “η Μπίλιω έγειρε πάνω στα μαστιχιά μαξιλάρια” μέχρι τον πρόωρο θάνατό της, “μια μνήμη κακή”. Στο ξεκίνημα του βιβλίου, μένει ζητούμενο, αν η Μπίλιω ανήκει στΙς γυναίκες που έπλασε, ή σε εκείνες που αγάπησε.
Το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Επιστράτευση», φέρει το ευκρινέστερο όλων χρονολογικό στίγμα, ίσως γιατί ρόλο αφηγητή αναλαμβάνει ένα ρολόι. “Ένα τεράστιο σιδερένιο ρολόι, ολοστρόγγυλο σαν το φεγγάρι, με δυο ψιλούτσικα ποδαράκια”. Το άφηναν ακούρδιστο, αφού υπήρχαν στο σπίτι άλλα δυο, μεταγενέστερης τεχνικής: το ένα “έβγαινε στο δρόμο, στερεωμένο πάνω στο χέρι της σπιτονοικοκυράς”, το άλλο, “πάντα δίπλα της τη νύχτα, ακουμπισμένο πάνω στο μικρό τραπεζάκι”. Χαλάει το πρώτο, παίρνει εκείνη το δεύτερο, το χώνει στη τσάντα της. Κάποτε, το δανείζει σε μια κοπέλα, “για τα παράνομα ραντεβού, που δίχως ρολόι, είναι πράγμα αδύνατο”. Τότε, κουρδίζει το τεράστιο ρολόι και μια Κυριακή το βγάζει βόλτα “χωμένο μέσα σ’ ένα ταγάρι”. Ήταν χειμώνας 1941, όταν εκείνη, “ψηλή, ξερακιανή, φορώντας ένα χοντρό αντρικό παλτό, με κρεμασμένο στον ώμο της ένα τεράστιο ταγάρι”, χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι της οικογένειας Ζέη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. “Κάθε τέταρτο και από μία”: Καίτη Ζεύγου, Μαρία Σβώλου, Ηλέκτρα Αποστόλου, όπως συμπληρώνει η Άλκη Ζέη, στην πρόσφατη Αυτοβιογραφία της.
Το τρίτο είναι ένα σύντομο κεφάλαιο, με τίτλο «Συνάντηση». Η αφηγήτρια αναζητάει το παρελθόν στα αλλοτινά βιβλία της. Όταν βρισκόταν σε “τόπους που δεν τους βλέπει πια η συνήθεια”, τα είχε ξεχάσει. Στο σήμερα, που γράφει, άρχισε και πάλι να τα θυμάται. Ήρθαν οι ηρωίδες των βιβλίων της να την συναντήσουν. Για πρώτη φορά, αναφέρει την τετράδα, Άννα, Μαρία, Ισμήνη, Κάδμω, που επανέρχεται στην αφήγηση, σηματοδοτώντας τον μυθοπλαστικό κόσμο της. Μέρος του και “οι Μιχαλίνες που συντρόφιασε, ή την συντρόφιασαν”.
Στα επόμενα κεφάλαια, τα σπίτια και οι θάνατοι δηλώνουν το χρόνο. Ως σταθερή αναφορά, παραμένει το σπίτι της Κάδμως. Μνημονεύονται δυο μόνο έπιπλα, τα οποία αντιστοιχούν σε δυο στάσεις της ίδιας. Το τρίκλινο τραπέζι, όπου κάθεται και γράφει, και το κρεβάτι, όπου, πάλι καθιστή, με τη ράχη ακουμπισμένη στο μαξιλάρι, θυμάται. Το τέταρτο κεφάλαιο, για τα μέτρα και σταθμά του βιβλίου, εκτενές, με τον αόριστο τίτλο «Διάφορα», πηγαινοέρχεται στο χρόνο. Αναφέρονται κατοικίες της και θάνατοι. Προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της κατοικίας μόνο το ονοματολόγιο των δρόμων: Αριστοτέλους, Τιμολέοντος στο Α΄ Νεκροταφείο, Κεφαλληνίας, Γκουφιέ στο Κουκάκι. Μια αποθήκη της οδού Μπενάκη έγινε, με την αναχώρησή της, η κατοικία των βιβλίων της. Δύο οι θάνατοι, και οι δυο από καρδιά: του Πορφύρη, που “έσπασε η καρδιά του” στο δρόμο και πέθανε στο νοσοκομείο, χωρίς να μάθει πως ήρθε ο φασισμός. Προφανώς, ο Πορφύρης Κονίδης, ο Κ. Πορφύρης της «Επιθεώρησης Τέχνης», που πέθανε στις 14 Μαΐ 1967. Και ο θάνατος της Λουκίας, 28 χρόνια νωρίτερα. Της Λουκίας Φωτοπούλου, σύμφωνα με το σχόλιο της επιμελήτριας. Που, όμως, συσκοτίζει ορισμένα σημεία.
Σε όλο το βιβλίο, οι περιγραφές του γεράσματος, φθάνοντας μέχρι τη σταδιακή μεταμόρφωση του ηλικιωμένου σε αντικείμενο, βαίνουν σε παραλληλία με τη φθορά των αντικειμένων, καθώς προχωράει έως την αποσύνθεση. Μέχρι και ο τρόπος, που αναφέρεται στην τύχη των κατάλοιπων ενός αποθανόντος σε συγγενικά χέρια, προκαλεί με την κυνική του γυμνότητα. Στο πέμπτο κεφάλαιο, με τίτλο «Παραδείγματα», αναμηρυκάζει τους τόπους της εξορίας της, περιγράφοντας δυο συναπαντήματα με εξόριστους. Το ένα στο Βερολίνο, με “τον πρώτο γραμματέα του ισπανικού κόμματος”, και το δεύτερο, με έναν Βούλγαρο, που ανήκει στη δική της μικροϊστορία.
Στο έκτο κεφάλαιο, με τίτλο «Μνήμη», εμφανίζεται ένα ίχνος από το σύνδρομο της Ηλέκτρας, ο πατέρας, τα κομμάτια μουσικής σε χοντρό χαρτί, που οι γυναίκες του σπιτιού χρησιμοποιούν για χαρτί περιτυλίγματος. Δεν αρπάζεται από την παρηγοριά της μνήμης, αντίθετα, καταλήγει στη ματαιότητα κάθε προσπάθειας, φθάνοντας στο δικό της θάνατο. Η μνήμη έχει τους δικούς της κανόνες. Το κοντινό και το μακρινό δεν είναι μόνο συνάρτηση του χρόνου, αλλά και του τρόπου που τα έζησες. Στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Εικόνες», το Βερολίνο είναι ο τόπος που “πριν τριάντα χρόνια” ενθουσιαζόταν όταν το βομβάρδιζαν, αλλά και ο τόπος κατοικίας της για χρόνια. Στο τώρα της Αθήνας, νοσταλγεί “Παρίσι, Βερολίνο, Βαρσοβία”. Η αφήγηση αισθητοποιεί τη γνωστή επωδό, και “τότε χάνεις την αίσθηση του χρόνου, την αίσθηση του τόπου”.
Παρότι το επόμενο κεφάλαιο έχει τίτλο «Πολιτείες», η κυρίαρχη παράσταση είναι τα σπίτια. Αλλάζει ο μέτοικος τόπο, αλλάζει σπίτι, αλλά δεν έχει πουθενά ένα σπίτι, που για τους πολλούς σημαίνει ιδιοκτησία. Η Αξιώτη, γενικότερα ο αριστερός παλαιότερων καιρών, δεν είχε έντονο το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Εδώ, “πολιτείες” είναι τα μυκονιάτικα σπίτια των παππούδων και εκείνο το αθηναϊκό της οδού Μενάνδρου, όπου “γεννήθηκε, παντρεύτηκε, πέθανε η μητέρα”, “το κολλητό με το Εθνικό Θέατρο”. Το κεφάλαιο, όπου ζωντανεύει την τότε και την νυν γειτονιά εκείνου του σπιτιού, το τιτλοφορεί «Στροφή», πιθανώς γιατί δείχνει την μεταλλαγή στάσεως των αλλοτινών και των σημερινών κατοίκων του. Το βασικό, όμως, που άλλαξε, είναι ο ρυθμός του χρόνου, “τότε σταθερός, τώρα κουτρουβαλά”. Ακόμη και στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Επιστροφή», κυρίαρχη παράσταση στην αφηγηματική ταξινόμηση έχουν τα σπίτια, από τα αθηναϊκά μέχρι “τα τρομακτικά κτίρια” του Βερολίνου.
Και στα 13 κεφάλαια, σαν εκλάμψεις σύλληψης, που σηματοδοτούν το χρόνο, επανέρχονται οι αλληγορικές μεταμορφώσεις του αφηγηματικού Εγώ. “Ήσουν ένα φυτό... Ήσουν ένα πηγάδι... Ήσουν ένα ηφαίστειο... οι ψυχές των πεθαμένων σε κατοικούνε”. Εκείνων που περισσότερο αγάπησες. Αναφέρεται ο εργοστασιάρχης εραστής, που έκαψε το δέμα με τα ερωτικά γράμματα που του έστελνες, όταν εσύ επιστρατεύτηκες ιδεολογικά. Ακόμη ο Αλέξανδρος από τις «Δύσκολες νύχτες», αλλά με το αληθινό του όνομα. Όλο το παρελθόν, πραγματικά πρόσωπα αλλά και οι μυθοπλαστικοί τους αντικατοπτρισμοί. Το βιβλίο της Κάδμως, όμως, ανοίγει και κλείνει με την Μπίλιω. Ποιο είναι το αληθινό όνομά της;
Υπάρχει η Μπίλιω του Μαλακάση: “Η κόρη ενός θαλασσινού κ’ ενός λιμνιώτη η αδερφή, / Κ’ η μοσκοθυγατέρα, / ...Της Κυρ’ Αννιώ η Μπίλιω, / Πρώτη μου αγάπη...” Έτσι αρχίζει «Το Μεσολογγίτικο», που ο ποιητής δημοσίευσε το 1914. Ο εκ πατρός παππούς, ο Πανάγος Αξιώτης, 25 χρόνια πρεσβύτερος του ποιητή, τον είχε τακτικό προσκεκλημένο στο σπίτι του στην Αθήνα, πιθανώς να τον είχε φιλοξενήσει και στο νησί. Τον γνώριζε η εγγονή του. Η Κάδμω θυμάται: “«Και να μετράς», μας είπε μια φορά ο Μαλακάσης, «και νά ’ναι η Μπίλιω τριάντα χρόνια μες στη γη»”. Αν, αντί για 30 βάλουμε 33, έχουμε το δίστιχο με το οποίο κλείνει το γνωστότερο ποίημα του Μαλακάση «Ο Τάκη-Πλούμας», μόνο που εκείνος είναι πλάσμα της φαντασίας του ποιητή. Όχι, όμως, και η Μπίλιώ του.
Υπάρχει και η Μπίλιω του Σεφέρη: “Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο / και τώρα είναι σκοτάδι / κι ήσουν της μοίρας μου υφάδι / συ, που θα λέγαν Μπίλιω”. Έτσι αρχίζει το δεύτερο ποίημα, «Αργά μιλούσες», της πρώτης συλλογής του, «Στροφή», που εξέδωσε το 1931. Αργότερα, φανερώθηκε η Μπίλιω του σεφερικού μυθιστορήματος, «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη», που εκδόθηκε το 1974, μετά τον θάνατο και του ποιητή και της Αξιώτη. Η Μπίλιω της Κάδμως “είχε αρχίσει να γράφει ένα πελώριο πιθανόν βιβλίο”, αλλά “πέθανε πολύ πρόωρα”, από εκείνο το γραφτό έμεινε μόνο μια φράση. Σε τρία κεφάλαια, μνημονεύεται ο θάνατός της. Σε τρία άλλα, ο θάνατος της Λουκίας. Σύμφωνα με την αφήγηση, το σεφερικό «Άρνηση», με τους τόσο γνωστούς στίχους, “Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι...” , γράφτηκε για την Λουκία. Τη Λου ή και Σαλώμη ή και Μπίλιω του Σεφέρη. Την Λουκία Φωτοπούλου, δεύτερη εξαδέλφη της Αξιώτη εκ μητρός.
“Στο σπίτι της οδού Καρνεάδου, απ’ όπου βγάλανε τη Λουκία νεκρή”. Πράγματι, Ιούλ. 1939, που πεθαίνει η Φωτοπούλου, κατοικούσε με τη μητέρα και την κόρη της στην οδό Καρνεάδου, έχοντας εγκαταλείψει από χρόνια τη συζυγική στέγη του ζωγράφου και αγιογράφου Αναστάσιου Λουκίδη. Πού πέθανε η Λουκία; Σύμφωνα με το σχόλιο, που συμφωνεί με την περιγραφή της αφήγησης, στους Δελφούς. Σύμφωνα με άλλη πηγή, στην Ύδρα. Το σίγουρο είναι πως η Λουκία της Κάδμως “μπήκε νεκρή μέσα στην πολιτεία, πάνω στα γόνατα του ζωντανού ανθρώπου που την συνοδεύει.” “Δεν άνθεξε η καρδιά της”. Η συγγραφέας δεν θέλει να μιλήσει για τους εραστές, ούτε της Λουκίας, ούτε της Μπίλιως. Δεν την ενδιαφέρει, ποιος είναι ο “ζωντανός άνθρωπος” που τελευταίος την αγκάλιασε. Ποιητής; Ζωγράφος; Και τα δυο; Αυτά στο βιβλίο της Μπίλιως, που δεν γράφτηκε, αλλά που, πιθανώς, αν γραφόταν, να ήταν ελευθεριάζον, όπως εκείνο που η Κάδμω θυμάται πως πολύ άρεσε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Να είχε άραγε διαβάσει η Αξιώτη το “ρωμάντσο” της Ντόρας Ρωζέττη «Η ερωμένη της»; Λίζα ονομάζει τη φίλη της αφηγήτριας στις «Δύσκολες νύχτες», και αυτή άτακτη, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με τη Λίζα της Ρωζέττη. Ωστόσο, μια κάποια ερωτική ατμόσφαιρα πλανάται στη σχέση των δυο κοριτσιών. Σύμπτωση;
Έχουμε την εντύπωση, αν όχι τη βεβαιότητα, ότι η «Κάδμω» είναι το πιο βασανιστικά αποσταγμένο βιβλίο της Αξιώτη. Μέσα όμως στην απόσταξη, εκείνη κινείται, περισσότερο από τα προγενέστερα βιβλία της, σαν δυσδιάκριτη σκιά. Εύστοχα ή άστοχα, πάντως ανίχνευση αυτής της σκιάς επιχειρήσαμε. Συμπληρωματικά, όχι όμως άσχετα, να σημειώσουμε ότι εκείνο που απουσιάζει και στην περίπτωση της Αξιώτη, είναι μια ενδελεχής βιβλιογραφία.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/7/2016.
Φωτο: Η Αξιώτη σε σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, γνωστού και με την γαλλόγλωσση συγκοπή Pazzi.
Περί Κάδμως
Μέλπω Αξιώτη
«Η Κάδμω»
Φιλολογική επιμ. - Επίμετρο - Σχόλια
Μαρία Κακαβούλια
Εκδ. Κέδρος, Οκτ. 2015
Στο περιοδικό «Η Συνέχεια», Απρίλιο 1973, ο Αλέξ. Αργυρίου έγραφε για το τελευταίο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη «Η Κάδμω»: “Καταχρηστικά μπορεί να ονομαστεί αυτοβιογραφία, γιατί απουσιάζουν οι εξωτερικές περιγραφές, και οι σχέσεις με υπαρκτά πρόσωπα είναι ασήμαντες...” Πράγματι, στα Σχόλια, πέραν των λογοτεχνικών αναφορών, τα υπαρκτά πρόσωπα είναι μόλις δυο. Η Μαίρη Μικέ, σε ομιλία της, φθινόπωρο 1991, σχολίαζε: “Η δομή και εξαιτίας της απουσίας μιας ορθολογικής οργάνωσης της πλοκής, παρουσιάζεται θρυμματισμένη έτσι και το κείμενο παρουσιάζεται διασπασμένο, συνεχές και επαναλαμβανόμενο.” Μήπως, όμως, αν γνωρίζαμε τα βιογραφικά της Αξιώτη πληρέστερα, ανιχνεύαμε τη “δομή” αυτής της λανθάνουσας “αυτοβιογραφίας”; Ή, έστω, διαβλέπαμε τις σταθερές ενός πραγματολογικού πλαισίου;
Η αφήγηση, σε δεύτερο πρόσωπο, αποδίδει τον ενδιάθετο λόγο, που πυκνώνει. Η γραφή είναι συνειρμική, ωστόσο, στον τρόπο που ανακαλούνται οι παραστάσεις διαφαίνεται η επιθυμία, αφενός μεν, παρουσίασης συγκεκριμένου αυτοβιογραφικού υλικού και αφετέρου, ορισμένης αφηγηματικής δόμησης αυτού του υλικού. Άρα, υπάρχει τόση πλοκή, όση επιτρέπει η μνημονική περιχαράκωση. Όπως, δηλαδή, ο προφορικός λόγος σε μία ομιλία, όταν δεν μένει τελείως ελεύθερος, αλλά περιορίζεται από ένα προσχεδίασμα. Αυτό γίνεται δυσδιάκριτο, όταν πρόκειται για χαρισματικό ομιλητή ή, σωστότερα, αφηγητή, που εξαπλώνεται σε χυμώδεις παρεκβάσεις χωρίς να χάνει το υφάδι. Ή, στην περίπτωση του μοντερνίστικου γραπτού λόγου, στον οποίο μία παράσταση συμπαρασύρει άλυσο συναφών και στη συνέχεια, παρατάσσεται δίπλα στην επόμενη, χωρίς υποψία χασμωδίας.
Κατ’ αρχήν, προς διευκόλυνση, χρειάζεται ειδολογικός προσδιορισμός, τον οποίο η συγγραφέας, εικάζουμε, αφού δεν μνημονεύεται, πως δεν είχε δώσει. Στην πρόσφατη έκδοση, αναφέρεται ως “κείμενο”, όπως στην πρώτη κριτική του Αλέξ. Κοτζιά, που δημοσιεύτηκε 8 Ιουλ. 1972, για την πρώτη, και μέχρι πρότινος μοναδική, έκδοση, που είχε κυκλοφορήσει Ιούν. 1972. Στα χρονολόγια, φέρεται ως “διήγηση”, στα “αυτάκια” των Απάντων ως “νουβέλα”, στη Γραμματολογία Σοκόλη, ο Τάκης Καρβέλης το χαρακτηρίζει “πεζογράφημα”, η Μικέ το αναφέρει ως “αφήγημα”, ενώ ο Αργυρίου το χαρακτηρίζει ανενδοίαστα “το πέμπτο μυθιστόρημά της”. Και πράγματι, εφόσον υπάρχει η παραδοχή του μυθοπλαστικά οργανωμένου κειμένου, η επιλογή περιορίζεται σε νουβέλα ή μυθιστόρημα. Από την άλλη, κατά τη γνώμη μας, στην όποια πλοκή διακρίνεται, στα πρόσωπα που σκιαγραφούνται στο περίτεχνο της απόκρυψης ως σε μαγική εικόνα, δεν ταιριάζει ο όρος νουβέλα.
Μυθιστόρημα, λοιπόν. Μόνο που σήμερα, οι μυθιστοριογράφοι δομούν με φράσεις, όχι με λέξεις. Η Αξιώτη, αυτό το τελευταίο της βιβλίο, το “χτίζει” με λέξεις. Οι λέξεις, που ονοματίζουν τα πράγματα, αυτές που πρώτες μαθαίνουμε, κι αυτές που πρώτες ξεχνούμε, όταν η τροπή του βίου μάς μεταφυτεύει σε άλλο τόπο. “Πρέπει να συνηθίσεις τη λέξη μέσα στη φράση, να εφαρμόζει καλά, όπως το δέρμα”, ήταν η έγνοιά της, Άνοιξη 1972, που γράφει τις καταληκτικές σελίδες του βιβλίου. Τις στερνές για τη νεκρή αγαπημένη γυναίκα “ή για την γαζία που ξεπερνούσε τον τοίχο εκείνης της αυλής”. Ποιας γυναίκας; Ποιας αυλής; Την απάντηση την δίνουν οι λέξεις. Αλλά ποιος σήμερα, διαβάζοντας, προσέχει τη λέξη;
Μετά έρχεται ο τίτλος. Σύμφωνα με το εκτενές (μόλις δέκα σελίδες υπολειπόμενο του μυθιστορήματος) Επίμετρο της Μαρίας Κακαβούλια, το όνομα Κάδμω “προέρχεται από τον ήρωα Κάδμο, πιθανόν λόγω του αρχαίου μύθου για την ιστορία της γραφής που συνδέεται με το όνομά του, ίσως και λόγω των περιπλανήσεών του προς αναζήτηση της αδελφής του Ευρώπης”. Δεδομένου ότι η Κάδμω εμφανίζεται ως alter ego της συγγραφέως, αν δεχτούμε την πρώτη εκδοχή, αποδίδουμε έπαρση στην Αξιώτη, πως φαντασιώνεται εαυτόν ως φέρουσα τα γράμματα. Όσο για την δεύτερη, δεν αντιστοιχεί στα δεδομένα του βίου της. Εκείνη δεν αναζήτησε την Ευρώπη. Από τα πάτρια εδάφη εκδιώχθηκε, κι όμως, προς αυτά έμεινε στραμμένη. Παραδόξως, επιλέγει όνομα άρρενος ήρωα, ενώ πλείστα όσα θήλεια της μυθολογίας είναι “φωνολογικά σύμμετρα του ονόματος Μέλπω”, αν δεχτούμε πως αυτό βάρυνε στην επιλογή, κατά τον ισχυρισμό της επιμελήτριας. Να σημειώσουμε πως το θηλυκό όνομα πλάθεται από τη δοτική πτώση του αρσενικού: τω Κάδμω, που θυμίζουμε πως ετυμολογείται και ως “ο εξ Ανατολών άνθρωπος”.
Το μυθοπλαστικό πρόσωπο της Κάδμως πρωτοεμφανίζεται στο προηγούμενο βιβλίο της Αξιώτη, «Το σπίτι μου». Τουλάχιστον στην τελική του μορφή, που εκδίδεται το 1965. Γιατί η κυοφορία του είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, με την εγκατάστασή της στο Ανατολικό Βερολίνο, Φθινόπωρο 1958. Ήδη, άνοιξη 1959, η συγγραφέας είχε στείλει στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το δεύτερο κεφάλαιο, ως ένα δεύτερο μυκονιάτικο διήγημα, μετά το πρώτο που είχε δημοσιευθεί, Χειμώνα 1957. Με τον τίτλο, «Καινή Διαθήκη», ως αδημοσίευτο ημιτελές μυθιστόρημα, το αναφέρει ο Ρίτσος στις επιστολές του, την περίοδο της αλληλογραφίας τους, Δεκ 1962 - Ιούλ. 1964. Την παρακινούσε συνεχώς να το συνεχίσει. Στην τελευταία επιστολή, μάλιστα, εύχεται να το τελειώσει με την προσδοκώμενη τότε ως επικείμενη επιστροφή της στην Ελλάδα.
Εικάζουμε πως το «Καινή Διαθήκη», που φέρνει μαζί της, είναι τα τρία πρώτα κεφάλαια, και πιθανώς, μερικά ακόμη από τα υπόλοιπα 12, χωρίς, όμως, τα εισαγωγικά τους, πλαγιογράμματα τμήματα, στα οποία εμφανίζεται ως κεντρικό πρόσωπο η Κάδμω. Δηλαδή, ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι από τις μυκονιάτικες διηγήσεις. Στην εκδοχή του βιβλίου, η συγγραφέας αυτών των διηγήσεων βρίσκεται στην υπερορία, αλλάζοντας τόπους κατοικίας, Παρίσι – Βερολίνο – Βαρσοβία. Στο τελικό, 16ο κεφάλαιο, υπάρχει μόνο αυτή, με τον ένδον λόγο σε τρίτο πρόσωπο και πλαγιογράμματη γραφή. Δεκ. 1964: “Η Κάδμω πετά... Ανάμεσα γης και ουρανού... Τώρα μοιράζονται στο αεροπλάνο τα χαρτιά της εξόδου: όνομα του επιβάτη, κατοικία, πατρίδα. Αυτό το τελευταίο συλλογίζεται η Κάδμω... Βασιλική υπογραφή της το είχε αφαιρέσει... Η ώρα τώρα είναι 7.20΄βραδυνή...τα πρώτα φώτα της πόλης...”
Το προηγούμενο βιβλίο, «Το σπίτι μου», εκτυλίσσεται σε δυο χρονικές περιόδους, καθώς οι μνήμες από τη γενέτειρα ανακαλούνται στα χρόνια της απουσίας. Επίσης, το βιβλίο της Κάδμως μοιράζεται σε δυο χρόνους, με καταληκτικό σημείο τον χρόνο του “γυρισμού”, όπως και τιτλοφορείται το τελευταίο, 13ο κεφάλαιο. Σε αυτό, το “τότε” τοποθετείται, σταθερά ως επωδός, ο χρονικός προσδιορισμός, “πριν τριάντα χρόνια”, το “τώρα”, όμως, μετακινείται μεταξύ του χρόνου του “γυρισμού” και εκείνου της γραφής, ενώ ο αλλοτινός τόπος, είναι η Αθήνα. Οι μνήμες από ένα τμήμα της αθηναϊκής περιόδου, όταν κατοικεί σε πανσιόν, αφού έχει εγκαταλείψει τα οικογενειακά σπίτια της ξαναπαντρεμένης μητέρας της και της χήρας μητριάς της, αποτελούν το θέμα του τέταρτου και τελευταίου κεφαλαίου στο πρώτο μυθιστόρημά της «Δύσκολες νύχτες». Εκεί, παρουσιάζονται ως παροντικός χρόνος. Στο βιβλίο της Κάδμως, η συνέχεια ξεδιπλώνεται σε παρελθοντικό χρόνο. Αφορά την αθηναϊκή περίοδο, που ξεκινάει από τότε που κατοίκησε για πρώτη φορά μόνη της στην πρωτεύουσα μέχρι το 1947, που αναχώρησε για Παρίσι.
Αν και όταν αναφέρει στα τελευταία κεφάλαια “την περιοχή της Λαγκόρς”, “το λιμάνι της Albissola” ή και τη Γένοβα, με τις παλαιότερες μνήμες ανακατώνονται εντυπώσεις από το τελευταίο της ταξίδι, καλοκαίρι 1966. Από τα τουριστικά μέρη, συγκρατεί τα ερείπια ενός χωριού, το “κουφάρι” από το σπίτι της Γαλλίδας, το πολεμικό καράβι από σίδερο που το νίκησε το κύμα, την Ακρόπολη που την εξευτέλιζαν χρησιμοποιώντας το όνομα ως τίτλο “τρατορίας”. Δεν πρόκειται για ετερόκλητες μνήμες. Το θέμα της είναι οι θάνατοι, όλοι οι θάνατοι, πραγμάτων και ανθρώπων. Ένας από αυτούς και ο χωρισμός από την πατρίδα. Σε αυτούς λανθάνει, κι ας μνημονεύεται κατ’ επανάληψη, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, το οποίο αποκρύπτεται, όπως και τα αισθήματα της Κάδμως απέναντί του.
Επειδή ο χώρος της σελίδας περιορισμένος, συνέχεια και τέλος Περί Κάδμως την επόμενη Κυριακή.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/6/2016.
1η φωτογραφία: Η Μέλπω Αξιώτη κατά την περίοδο του επαναπατρισμού.
2η φωτογραφία: Οπίσθια όψη κάρτ-ποστάλ του Γιάννη Ρίτσου προς την Αξιώτη, στο Βερολίνο, με ημερομηνία 5.VII.63. Φωτ. από τον τόμο: Γιάννης Ρίτσος, Μέλπω Αξιώτη, «Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966)», επιμέλ. Μαίρη Μικέ, Άγρα, Δεκ. 2015. Σχόλια στον τόμο έχουν δημοσιευθεί στο φύλλο της Εποχής: 17/4/2016.
Μυθοπλασία και πραγματικότητα
Τάκης Θεοδωρόπουλος
«Βερονάλ»
Εκδ. Μεταίχμιο
Νοέμ. 2015
Τα τελευταία χρόνια, οι συγγραφείς έχουν εθιστεί σε ορισμένες ευκολίες, όταν καταπιάνονται με την μυθιστοριογραφία. Είναι ένα από τα επακόλουθα της γενικότερης ρευστότητας, που έφερε η μετανεοτερικότητα, με άμεσο αντίκτυπο στη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, ιδίως στις περιπτώσεις που εμπλέκονται υπαρκτά πρόσωπα. Αυτό παρατηρείται όλο και συχνότερα, καθώς η εποχή μας, άκρως ρεαλιστική, διψά για γεγονότα. Κάπως έτσι έχει προκύψει ένα περιθώριο μεγαλύτερης συγγραφικής βούλησης. Ευκταίο, όμως, είναι να μην γίνεται κατάχρηση. Ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν ο συγγραφέας να δίνει ιδιαίτερη προσοχή, όταν χαρακτηρίζει ειδολογικά το έργο του. Ώστε ο αναγνώστης να μην χάνει τον μπούσουλα σχετικά με όσα διαβάζει. Δηλαδή να γνωρίζει, κατά πόσο τέρπεται από τις περιπέτειες προσώπων, επινοημένων από τη συγγραφική φαντασία, ή, αν μαθαίνει καινούρια πράγματα για το ήδη γνωστό πρόσωπο, που αναφέρεται στον τίτλο, ή, στα λοιπά στοιχεία του εξωφύλλου, χάρις στο οποίο, το πιθανότερο, αγόρασε το βιβλίο.
Η παρατήρηση αφορμάται από το καινούριο βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου. Στο «Υστερόγραφο» του βιβλίου, ισχυρίζεται ότι “ακολούθησε την ίδια αφηγηματική γραμμή που είχε ακολουθήσει” σε τρία βιβλία από αυτά της τελευταίας δεκαετίας. Τα δυο πλέκονται γύρω από ιστορικά πρόσωπα, τον Σωκράτη και τον Ξενοφώντα, ενώ το τρίτο εστιάζει στις περιπέτειες της Αφροδίτης της Μήλου. Εκείνα, όμως, πρώτον, τα χαρακτήριζε “μυθιστορήματα”, και ύστερα, αφορούσαν μακρινές εποχές. Μένοντας έτσι στο απυρόβλητο της μεταμυθοπλασίας, είχε την άνεση να αναπλάθει τα πρόσωπα μέχρι καρικατούρας, διακωμωδώντας καταστάσεις. Με άλλα λόγια, να προσθέτει ψευδοϊστορικά πρόσωπα και γεγονότα, αδιαφορώντας κατά πόσο είναι ιστορικοφανή.
Ωστόσο, για το πρόσφατο, χρησιμοποιεί έναν ασαφή όρο, προβληματικό στη χρήση του, “αφήγημα”, που ενέχει τη σημασία εξιστόρησης, γέρνοντας μάλλον προς την έκθεση πραγματικών παρά κατά φαντασία γεγονότων. Γι’ αυτό και είθισται να συνοδεύεται από τον επιθετικό προσδιορισμό φανταστικό, όταν πρόκειται για μυθολόγημα. Ήδη, από τις πρώτες γραμμές στο «Υστερόγραφο», ο συγγραφέας δηλώνει την πρόθεσή του: “Το παρόν αφήγημα είναι προϊόν σύνθεσης Ιστορίας και μυθοπλασίας. Παραθέτω γεγονότα που συνέβησαν και άλλα υποθετικά. Κι αυτά όμως συνάγονται, ακόμα και συνειρμικά, από τα πραγματικά γεγονότα.” Όπως, όμως, γνωρίζει καλύτερα από εμάς, αυτό το “συνειρμικά”, που επικαλείται, είναι άμεσα συσχετισμένο με τις συνειδησιακές διαδικασίες του προσώπου που ανακαλεί το γεγονός, δηλαδή, με τον δικό του ψυχισμό. Πώς είναι ποτέ δυνατόν, με υποθετικά γεγονότα συγγραφικής επινόησης αλλά και ευαισθησίας, “να αναπτύξει τη δυναμική του χαρακτήρα” του ιστορικού προσώπου, που τον απασχολεί; Όταν μάλιστα, επιλέγει, μετά τον τριτοκλασάτο εκπρόσωπο του Δωδεκάθεου στο μυθιστόρημα «Η επιδημία» (2011), τον Μάνο Χατζιδάκι στο “ελληνικό χρονικό” «Το τελευταίο τέταρτο» (2012), τον Ιωάννη Συκουτρή. Πρόσωπο, με “μοναχικό λόγο”, όπως ο Ξενοφώντας, κι αυτός στο μεταίχμιο εντάξεων και κατατάξεων, όταν πρόκειται για τους συνήθεις, απόλυτου τύπου, ιδεολογικούς διαχωρισμούς. Είναι άξιο απορίας, το πώς ο συγγραφέας κατόρθωσε, με πλήθος ψευδοϊστορικά παραγεμίσματα, να επιτελέσει “ταξίδι στο κέντρο της ψυχής του Ιωάννη Συκουτρή”, ή “να φωτίσει την υπαρξιακή βάση των ιδεών του”, όπως αναφέρουν σχολιαστές του βιβλίου.
Στο «Υστερόγραφο», ο Θεοδωρόπουλος παραπέμπει στην πιο πρόσφατη Βιογραφία του Συκουτρή (Δ. Αλικανιώτης, Κάκτος, 2008), την οποία χαρακτηρίζει “πληρέστατη”, προσθέτοντας πως αποτελεί τη βασική πηγή για το αφήγημά του. Όσο αφορά τα βιογραφικά στοιχεία, δεν δίνει παραπομπή σε άλλη πηγή, ούτε δική του έρευνα αναφέρει. Ωστόσο, είναι εμφανές, πως κάποια τα σταχυολογεί ως έχουν, τα περισσότερα τα παρακάμπτει ή τα ανασκευάζει και ορισμένα τα επινοεί, χωρίς, βεβαίως, προειδοποιητικό σχολιασμό. Όσα βιογραφικά παίρνει αυτούσια, τα μεγαλύνει σε διαστάσεις και συνέπειες, κυρίως δια της επαναλήψεως, με προσθήκες, εμφατικές φράσεις του τύπου, “παιδί χωρίς παιδική ηλικία”, “έφηβος χωρίς εφηβεία”. Λ.χ., στην σωματική μειονεξία και την φτώχια της οικογένειας Συκουτρή, επανέρχεται με όλο και πιο μελανές αποχρώσεις. Περιγράφει ένα αξιοθρήνητο παρουσιαστικό, στο οποίο προσθέτει, πως “γεννήθηκε με το ένα μάτι νεκρό”, εξ ου η δια βίου “ελαφριά κλίση της κεφαλής του προς τα αριστερά”. “Τα κουρεμένα σύρριζα μαλλιά” αποδίδονται ως ένα “κεφάλι ξυρισμένο γουλί”, ενώ τα φτωχικά ρούχα επαυξάνονται με “μπαλώματα”. Με αυτήν τη διεκτραγώδηση, υποτίθεται πως καλλιεργείται ο παραλληλισμός του ήρωα με την “φτωχή Ελλάδα”, ώστε να προκύψει το σημείο ταύτισης: η κλασική αρχαιότητα ως “πυλώνας” του Συκουτρή, μέσω της φιλολογικής του ενασχόλησης, αλλά και “του κρατιδίου που εμπνεύσθηκαν κάποιοι ρομαντικοί”, όπως, επίσης, και της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας.
Μία από τις προσθήκες αφορά τη σχέση με τον πατέρα. Η μοναδική πληροφορία της Βιογραφίας είναι, ότι “του έμαθε νήπιο ακόμη τα πρώτα γράμματα”. Αντ’ αυτού, στο βιβλίο, αναφέρεται πως “κάθε φθινόπωρο χτυπιόταν για να τον ξαναγράψουν στο σχολείο”. Επίσης, όταν ο πατέρας “πεθαίνει στα Τάγματα Εργασίας του τουρκικού στρατού το 1917”, προστίθεται, πως εκείνος αδιαφορεί, νιώθοντας “απελευθερωμένος”. Το κατ’ εξοχήν, όμως, πεδίο, που ελκύει τον Θεοδωρόπουλο, με σαράντα χρόνια θητεία στη μυθιστοριογραφία, είναι το ερωτικό. Σε αυτό, η φαντασία του καλπάζει. Στο δεύτερο κεφάλαιο, από μία φήμη, την οποία ο βιογράφος φροντίζει να ανασκευάσει, εκείνος πλάθει έναν πρώτο εφηβικό έρωτα με εξαδέλφη του. Με την γνωστή αδυναμία του στα μυθολογικά ζεύγη, προσθέτει ως τραγικό κρεσέντο, τον αναπάντεχο θάνατο της αγαπημένης, και έτσι δημιουργεί έναν Ορφέα, που θα ψάχνει μια ζωή την χαμένη Ευρυδίκη.
Τελικά, ούτε έναν, ούτε δυο, αλλά τέσσερις έρωτες σκηνοθετεί για τον ήρωά του, που φτάνουν τους πέντε, αν συνυπολογίσουμε μια Σαμιώτισσα συνταξιδιώτισσα. Στο τρίτο κεφάλαιο, στήνει ένα αστραπιαίο, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο ρομαντικό, ειδύλλιο με Ελληνοϊταλίδα, πιθανώς κατάσκοπο, που εμφανίζεται, Μάιο 1919, μαζί με την απόβαση στη Σμύρνη των ελληνικών στρατευμάτων. Το κυρίως ειδύλλιο, ωστόσο, τοποθετείται δέκα χρόνια αργότερα με μαθήτριά του. Πρόκειται για μία από τις τέσσερις αλληλογράφους του στον τόμο «Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριές του (1933-1937)» (ΜΙΕΤ, 2014). Και αυτό, παρότι ο βιογράφος την καταρρίπτει ως μη ευσταθούσα φήμη. Στο “αφήγημα”, ωστόσο, αποτελεί βασικό άξονα των τελευταίων κεφαλαίων, που έρχεται να διασκεδάσει έναν “γάμο συμφέροντος”, με τη σύζυγο να αναφέρεται μόνο ως κόρη πολιτευτή του Βενιζέλου.
Ο Θεοδωρόπουλος παρακάμπτει όσα σχετικά σχολιάζονται στη Βιογραφία, καθώς και την αναφορά του φίλου του Συκουτρή, Βασίλη Τατάκη στη δική του Αυτοβιογραφία, όπου περιγράφεται ως συνακόλουθο μίας φιλίας από τα πανεπιστημιακά έδρανα, που μεταμορφώθηκε σε σχέση ζωής. Τελευταία ερωτική φίλη, “μία μητρική μορφή απελευθερωμένης σουφραζέτας”. Αυτή είναι η Τζούλια Τερέντσιο, που ελάχιστα προσφέρεται γι’ αυτό το ρόλο. Στάθηκε ο “οργανωτικός νους” του Συλλόγου «Ασκραίος», του οποίου την ίδρυση, ο Θεοδωρόπουλος παρουσιάζει σαν προσωπικό άθλο του Συκουτρή. Στόχος να δοθεί ακόμη ένας μυθολογικός χαρακτηρισμός στον ήρωα, Ορφέας αλλά και Προμηθέας.
Τα ερωτικά του Συκουτρή, ο Θεοδωρόπουλος τα συμπληρώνει, συνοψίζοντας ό,τι αποκαλεί “αστικούς μύθους της υστεροφημίας” του ήρωά του: “Ερωτική ανικανότητα.” “Είτε το σώμα του τον πρόδιδε, είτε εντέλει κριτής της ερωτικής του συμπεριφοράς ήταν η απωθημένη ομοφυλοφιλία του. Τόσο απωθημένη και τόσο καλά κρυμμένη, όσο η ποίησή του, αφού δεν κάνει πουθενά την εμφάνισή της.” Για να καταλήξει: “Και γιατί όχι ο κλασικός συνδυασμός κατανάλωσης αγοραίου έρωτα, με την κατάθλιψη που συνεπάγεται, και εξιδανικευμένης «ρωμαντικής» σχέσης;” Ο Συκουτρής του Θεοδωρόπουλου δεν είναι ο Συκουτρής της Βιογραφίας, ούτε των δυο τόμων της δημοσιοποιημένης επιστολογραφίας του, ούτε καν των γραπτών του. Αυτό είναι προφανές από τις ελάχιστες περικοπές από τα δημοσιεύματά του, που παραθέτει, όλες από τις πρώτες σελίδες στα «Επιλεγόμενα εις το έργον τού Th. Zielinski. Ημείς και οι Αρχαίοι». Καμία, λ.χ., από το «Εκλογή έργων», το οποίο εσφαλμένα αναφέρεται ως εξαντλημένο. Είναι μάλλον προφανές πως ο συγγραφέας το αρχέτυπο, που τον γοητεύει, το είχε έτοιμο, το κατάλληλο πρόσωπο αναζητούσε. Ο Συκουτρής προσφερόταν. Αρκεί να επιλεγούν από τον μυθιστοριογράφο-συγγραφέα οι κατάλληλες ψηφίδες. Κάπως έτσι πλάθεται ο “μικρός Έλληνας”, δεινός ρήτορας, με το παρωνύμιο Αντιφών, που, με “τη δύναμη της φωνής του”, έρχεται αντιμέτωπος με τους Μεγάλους. Κάτι σαν τον “μικρό ήρωα”, που θα πάρει με την αυτοχειρία του διαστάσεις τραγικού ήρωα.
Γι’ αυτό και στο “αφήγημα” παραλείπονται σημαντικές βιογραφικές συνιστώσες. Για παράδειγμα, χάριν “αφηγηματικής οικονομίας”, όπως διατείνεται ο Θεοδωρόπουλος, αντιπαρέρχεται την διετή παραμονή του Συκουτρή στην Κύπρο και την πενταετή στην Γερμανία, τόσο σημαντικές, ιδίως η δεύτερη, στην ιδεολογική του διαμόρφωση. Γενικότερα, καθώς ο συγγραφέας επιζητά να δείξει την ηρωική μοίρα ενός απόβλητου, παρακάμπτει τις παρέες, όπως την φοιτητική εκδρομικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Τατάκη, ωστόσο, η στάση εκείνης της παρέας απελευθέρωσε τον Συκουτρή από τον γλωσσικό του δογματισμό. Από “αδυσώπητο οπαδό του Κόντου, άρα φανατικό καθαρευουσιάνο”, και υποστηρικτή της άποψης, πως “η δημιουργική δύναμη του ελληνικού πνεύματος σταμάτησε στον 4ο π.Χ. αιώνα”, τον έστρεψε στους βυζαντινούς χρόνους και τον νεοελληνικό πολιτισμό. Αντιθέτως, στο βιβλίο του Θεοδωρόπουλου, προς συμπλήρωση του προφίλ ενός απόβλητου, επαναλαμβάνεται ο εθισμός στα βαρβιτουρικά. Δύο ήταν τότε τα γνωστά, το λουμινάλ και το βερονάλ.
Ο τίτλος του “αφήγηματος” δείχνει, πως περισσότερο από το πρόσωπο τον ενδιαφέρει η αυτοκτονία του, όπως άλλωστε το δηλώνει. Ο τίτλος του δέκατου και τελευταίου κεφαλαίου είναι “Γιατί αυτοκτόνησε ο Ιωάννης Συκουτρής;” Ωστόσο, ούτε αυτός, ούτε ο Βιογράφος δίνουν παραπομπή του πότε και από ποιον δημοσιεύθηκε η πληροφορία ότι ο θάνατος δεν οφειλόταν σε ανακοπή, αλλά ότι επρόκειτο για αυτοκτονία με ισχυρή δόση βερονάλ. Το αναφέρουμε και ως παράδειγμα των ελλείψεων της Βιογραφίας, καθώς ο Αλικανιώτης, όπως διευκρινίζει στον Πρόλογο της Βιογραφίας, παραθέτει και φανταστικά στοιχεία. Ένα από αυτά, η επιστολή του 1918, την οποία υποτίθεται πως έστειλε ο Συκουτρής από τα Καρδάμυλα στη Σμύρνη, στον εκδότη του περιοδικού «Αμάλθεια», Σωκράτη Σολωμονίδη, εξιστορώντας το θάνατο της εξαδέρφης του. Αποσπάσματα της επιστολής παραθέτει ο Θεοδωρόπουλος στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο ειδύλλιο. Παίζει με δάνειο ψευδοϊστορικό στοιχείο ή το εκλαμβάνει, εκ παραδρομής, για πραγματικό;
Το “αφήγημα”, καθώς συμβαίνει και σε άλλα βιβλία του Θεοδωρόπουλου, συνιστά μια πλάγια έκθεση της δικής του ιδεοπολιτικής θέασης του 20ου αι. Γι’ αυτό, ακολουθεί τον τρόπο, που καταρτίζονται τα αναπεπταμένα χρονολόγια, όπου, παράλληλα με τις χρονολογίες του κυρίως θέματος, δίνονται οι αντίστοιχες γενικότερες ιστορικές συντεταγμένες. Το “αφήγημα” προβάλλει κάθε περίοδο του βίου του Συκουτρή στο ελληνικό και ευρωπαϊκό φόντο. Να σημειώσουμε, πως, σε αυτά τα τμήματα του “αφηγήματος”, επιδεικνύει μεν μετα-αναθεωρητική στάση, η οποία, όμως, σε σύγκριση με εκείνη άλλων ομότεχνών του, θα χαρακτηριζόταν μετριοπαθής. Δεδομένης και της αρχαιογνωσίας του Θεοδωρόπουλου, θα μπορούσε να μείνει πιστότερος στο πρόσωπο, που θα σήμαινε να αποδεχθεί ως ήρωα έναν πιο ανθρώπινο, λιγότερο αγλαϊσμένο Συκουτρή. Με άλλα λόγια, να μην ενδώσει ως αυτόν το βαθμό στις συγγραφικές του ευκολίες.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/6/2016.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.







