Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014
Εξόριστος Βάρναλης (Επετειακή μνεία)
Κώστας Βάρναλης
«Αϊ-Στράτης
Θυμήματα εξορίας»
Εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια
Ηρακλής Κακαβάνης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Σεπτέμβριος 2014
Αν διατηρείτο έως σήμερα ο θεσμός των επετειακών ετών, ο Κώστας Βάρναλης θα μπορούσε να είχε αποτελέσει τον τιμώμενο του 2014. Ή, έστω, μία υποψηφιότητα βαρύνουσα, καθώς πρόκειται για διπλή επέτειο, όπως οι πρόσφατες Παπαδιαμάντη και Καβάφη. Μεθαύριο κλείνουν 40 χρόνια από τον θάνατό του, ενώ, στις 14/2/2014, συμπληρώθηκαν 130 από τη γέννησή του. Να σημειώσουμε, πως, όσο αφορά το έτος γέννησης, αυτό άλλαξε δυο φορές, πριν οριστικοποιηθεί. Στα παλαιότερα βιογραφικά του, μέχρι το 1974, αναφέρεται ως έτος γέννησης το 1884, κατά βεβαίωση του ίδιου. Ωστόσο, σε επιστολή του προς τον Γιώργο Βαλέτα, γραμμένη το 1973, διορθώνει: “Πρέπει να γεννήθηκα το 1883, γιατί βαφτίστηκα στις 14 του Φλεβάρη του 1884”. Με βάση αυτό το δεδομένο, τα βιογραφικά του σε μεταγενέστερες εκδόσεις αναφέρουν το 1883. Αν και, μέχρι σε αφιερώματα του 1984, μνημονεύεται ακόμη ως γεννηθείς το 1884. Στα κατάλοιπά του, όμως, η Θεανώ Μιχαηλίδου, στην οποία η Νανά Καλλιανέση (Κέδρος) είχε αναθέσει από το 1981 την τακτοποίησή τους, εντόπισε το πιστοποιητικό βάπτισης, με ημερομηνία γέννησης την 14η Φεβρουαρίου 1884 και βάπτισης την 13η Μαΐου 1884. Μπορεί το μνημονικό lapsus του Βάρναλη να είναι ασήμαντο, ωστόσο αυτή η μικρή χρονολογική ανακρίβεια πήγε μπρος πίσω το έτος γέννησης, δημιουργώντας στους ακριβολογούντες σύγχυση.
Όπως και να έχει, το ενδεχόμενο να μην του αφιέρωναν επετειακά το 2014, μάλλον δεν θα οφειλόταν σε αυτήν τη σύγχυση, δηλαδή στο κατά πόσο πρόκειται για μονή ή διπλή επέτειο. Απόδειξη ότι το 2014 μετράει τον τελευταίο μήνα του, χωρίς, ουσιαστικά, μνεία της επετείου. Εκτός από μία τιμητική εκδήλωση, μεμονωμένες ομιλίες και την έκδοση γραμματοσήμου, που θα προέκυπτε και χωρίς επέτειο, καθώς τιμήθηκε μια τετράδα συγγραφέων (Βάρναλης, Σαμαράκης, Τσίρκας, Διδώ Σωτηρίου). Οπότε η έκδοση ενός βιβλίου, εν μέρει αυτοβιογραφικού περιεχομένου εν μέρει ερευνητικού, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Είναι το δεύτερο βιβλίο για τον Βάρναλη του Ηρακλή Κακαβάνη. Προηγήθηκε, το 2012, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του». Κατά τα άλλα, οι μετά θάνατο μνημονεύσεις δεν είναι μόνο ζήτημα πνευματικού αναστήματος, αλλά και ισχύος αυτών που το επιχειρούν. Δηλαδή, κληρονόμοι, κάτοχοι του αρχείου, μελετητές, συντοπίτες ή άλλες συγγενικές ομάδες που τον διεκδικούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κληρονόμος, που είναι η θετή κόρη του, έκανε το καθήκον της, εναποθέτοντας το 2001 το Αρχείο του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Με τη σειρά της, η Βιβλιοθήκη, το 2010, δημοσίευσε αναλυτικό κατάλογο του Αρχείου. Μελετητές άντλησαν υλικό και προσθέτοντας στοιχεία, προέκυψαν τέσσερα βιβλία. Όσο για συντοπίτες, ουδείς τόπος ερίζει γι’ αυτόν. Ούτε η γενέτειρά του, “ο Πύργος της Μαύρης Θάλασσας”, το σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας, ούτε οι τόποι, που, κατά καιρούς, υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός, διέμεινε μόνιμα ή παραθέριζε τα καλοκαίρια, όπως η Αίγινα, αγαπημένος του τόπος για μισό και πλέον αιώνα, αλλά και τόπος που ευνόησε τη συγγραφή. Υπάρχουν, όμως, άλλοι δεσμοί, κάποτε, πολύ ισχυρότεροι της εντοπιότητας. “Στο φέρετρο του Κώστα Βάρναλη ακουμπούσε ολόκληρη η ΚΝΕ με κραυγαλέα πανό, ανάμεσα στα οποία το: «Βάρναλης ο ποιητής του προλεταριάτου», όταν ο όρος «προλεταριάτο» στο έργο του απαντά άπαξ”, σχολιάζει ο Αλέξ. Αργυρίου. Παρά τον τόνο ειρωνείας στην παρατήρηση, ο συγκεκριμένος ιδεολογικός χώρος εξακολουθεί να τον τιμά. Τα τελευταία χρόνια, το μόνο αφιέρωμα περιοδικού είναι εκείνο του 2010 στο κομουνιστικής κατεύθυνσης «Θέματα Παιδείας», το μόνο συνέδριο διοργανώνεται το 2011 από το ΚΚΕ, δυο βιβλία οφείλονται στον Κακαβάνη, περισσότερο από μία εικοσαετία διορθωτή του «Ριζοσπάστη». Τέλος, εφέτος, μία μόνη εκδήλωση έγινε στο Αριστοτέλειο με πρωτοβουλία της Λέσχης Πολιτισμού Αναιρέσεις, όργανου κομουνιστικής νεολαίας. Κι όμως, η ποίησή του αγαπήθηκε από τον κόσμο μίας ευρύτερης Αριστεράς. Ο ίδιος ήταν ιδεολογικά ενταγμένος, όχι όμως και στενά κομματικά.
Πριν 40 χρόνια, στο θάνατό του, απολάμβανε γενικότερης αποδοχής. Τότε, όλες οι εφημερίδες, ανεξαρτήτως ιδεολογικής κατεύθυνσης, τον είχαν τιμήσει και τουλάχιστον έξι περιοδικά δημοσίευσαν αφιέρωμα, με πλέον πολυσέλιδο εκείνο της «Νέας Εστίας» του Πέτρου Χάρη. Δέκα χρόνια αργότερα, υπήρξαν τέσσερα επετειακά αφιερώματα σε περιοδικά, τα δυο λογοτεχνικά. Ακόμη και σε αυτά, όμως, ο Βάρναλης που επιβιώνει, είναι μάλλον ο ιδεολόγος αγωνιστής παρά ο λογοτέχνης. Όλα αυτά σημαίνουν, άραγε, ότι δικαιώνεται ο Γ.Π.Σαββίδης, όταν, σε συνέντευξή του, το 1989, σχολίαζε, ότι “τον κατάπιε το κόμμα”; Ή, κατά την κομψότερη διατύπωση του Κώστα Στεργιόπουλου, δηλώνουν πως “πλήρωσε το φόρο όλων των στρατευμένων”; Πάντως, στο βαθμό που τον πλήρωσε, το κόστος δεν αφορά τόσο την υστεροφημία του και τις μεταθανάτιες εκδηλώσεις τιμής και μνήμης, αλλά, κυρίως, τυχόν αβαρίες στο λογοτεχνικό του έργο.
Διαβάζοντας την κριτική του Αργυρίου για τον ποιητή Βάρναλη της πρώτης περιόδου “πριν να ασπαστεί τον κομουνισμό”, που τον εξετάζει σε συγκριτική βάση με τον συνομήλικό του Σικελιανό, προκύπτουν κάποια ερωτήματα. Αν ο 35χρονος Βάρναλης, μετέωρος σε “μία αισθησιακά εξημμένη αναπαράσταση του αρχαίου κόσμου”, με “την τελειότητα των ενδεκασύλλαβών του”, δεν είχε πάρει το 1919 την υποτροφία του Υπουργείου Παιδείας για σπουδές στην Αισθητική και την Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Παρίσι, δεν είχε ακούσει εκεί, σαν άλλος Σαούλ, μέσα από ευρωπαϊκά αντηχεία τα τύμπανα της Οχτωβριανής Επανάστασης, δεν είχε συγχρωτιστεί με τον Αλεξανδρινό Γιάννη Κεφαλληνό, θερμό οπαδό του Σκληρού, και δεν είχε αναβλέψει, τι θα απογινόταν; Θα έμενε στάσιμος ή θα εξελισσόταν ποιητικά; Στο λήμμα της Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, η ετυμηγορία είναι ξεκάθαρη: “Ο Βάρναλης δε φέρνει καμιά σπουδαία ανανέωση στη μορφή του παραδοσιακού στίχου.” Αν, όμως, δεν είχε το νου του στο περιεχόμενο παρά στη φόρμα, αν δεν έθετε προγραμματικούς στόχους στην ποιητική του, αν η σατιρική του ματιά δεν ήταν μονόσημη, πόσο άραγε θα ανανέωνε μορφικά το στίχο του;
Παρόμοιες απορίες έχουν ουτοπική διάσταση. Εξαλείφουν το μοναδικό δυναμικό, που διαθέτουν βιβλία, όπως «Το φως που καίει», «Σκλάβοι πολιορκημένοι», ή το κύκνειο «Οργή λαού». Το σίγουρο είναι ότι ο καλλιεργημένος ελληνοκεντρικός Βάρναλης θα πρέπει να χρειάστηκε μεγάλη αυτοπειθαρχία για να μεταστραφεί στον κοινωνικό ποιητή που “ζητούσε την αλήθεια σ’ ό,τι μάθαινε και την έλεγε στα πλήθη”. Και μάλιστα, με αισιοδοξία, αυτός ένας φύσει απαισιόδοξος. Από την άλλη, και με αυτό το δρόμο που επέλεξε, λόγω χαρακτήρα και καταβολών, θα μπορούσε να είχε διαφορετική εξέλιξη. Αν μη τι άλλο, να ολοκληρώσει ένα έργο μεγαλύτερης έκτασης. Να μη μείνει στην πολεμική του «Σολωμού χωρίς μεταφυσική». Η συγγραφική του πορεία θα ήταν πολύ πιο γόνιμη, αν δεν είχε να αντιμετωπίσει ένα διπλά αρνητικό πεδίο. Από τη μία, το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο και από την άλλη, το γλωσσικό στη βράση του. Στα χρόνια της πνευματικής ακμής, που ένας ποιητής δημιουργεί, εκείνος είχε να αντιμετωπίσει, πρώτα, τους γλωσσικούς διχασμούς και στη συνέχεια, τις αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, συχνά δικτατορικές, της δεκαετίας του ’30.
Ως σχολάρχης Αργαλαστής Πηλίου, το 1911, βρέθηκε κατηγορούμενος στα Αθεϊκά του Βόλου, παρόλο που δεν δίδαξε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο. Τελικά, δεν κάθισε στο εδώλιο δίπλα στον Δελμούζο και τον Σαράτση, γιατί αποδείχθηκε μόνο μαλλιαρός και όχι άθεος, τουλάχιστον όχι εκ συστάσεως. Αντιθέτως, στα Μαρασλειακά, το 1925, είχε πρώτο ρόλο, αφού και στην Παιδαγωγική Ακαδημία δίδαξε, και το σύγγραμμά του, «Το φως που καίει», ήταν αυτό που έδωσε το έναυσμα. Αυτή τη φορά, πλήρωσε με την οριστική του απόλυση, στην οποία, εν μέρει συνέτεινε ο ίδιος, μη αποδεχόμενος τη δυσμενή μετάθεση, μετά την εξάμηνη παύση. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο τού τον αρνείται η Μαρία Ρεπούση στην εκτενή μελέτη της. Την γοητεύει περισσότερο η νεαρή καθηγήτρια της Ακαδημίας Ρόζα Ιμβριώτη, που τολμάει μία λιγότερο πατριωτική ερμηνεία του 1821, όπως η ίδια τόλμησε του 1922, παρά ο πενηντάρης Βάρναλης που “του άρεσαν οι κοπελούδες”.
Αλλά ας αφήσουμε τη διήγηση της ζωής του Βάρναλη σε εκείνον που θα την αποτολμήσει και που δεν θα έρχεται ούτε από ιδεολογικό χώρο ούτε από φεμινιστικό. Ας περιοριστούμε στο καινούριο βιβλίο με τα δημοσιεύματα του Βάρναλη. Κυκλοφορεί επτά χρόνια μετά το «Φέιγ βολάν της Κατοχής», όπου συγκεντρώνονται τα χρονογραφήματά του από εκείνα τα χρόνια στην ημερήσια εφημερίδα «Πρωία» των αδελφών Πεσματζόγλου. Τα μόλις στεγασθέντα δημοσιεύματά του είναι αυτοβιογραφικά, από την πρωινή εφημερίδα «Ανεξάρτητος» των αδελφών Πουρνάρα, που χαρακτηριζόταν “φιλεργατική, φιλαγροτική και αντιφασιστική”. Ο Βάρναλης αρχίζει να δημοσιεύει με τη μορφή επιφυλλίδων τα απομνημονεύματά του στις 17 Φεβρουαρίου 1935. Αφορμή στάθηκε το αφιέρωμα του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» στο δεύτερο τεύχος, Φεβρουάριο 1935, για τα πενήντα χρόνια από τη γέννησή του. Όπως ο ίδιος σχολιάζει εισαγωγικά: “Όσο σωστές και να είναι οι βιογραφικές πληροφορίες, που δίνουνε, δεν εξαντλούν την... ιστορία μου. Αφήνω που μερικές είναι και λαθεμένες. Γι’ αυτό αποφάσισα να ιστορήσω μονάχος μου τα διάφορα περιστατικά της ζωής μου και μάλιστα της ψυχολογικής και πνευματικής μου εξελίξεως...”. Ο Βάρναλης συνέχισε μέχρι την 11η Αυγούστου 1935, ολοκληρώνοντας την αφήγησή του, με γενικό τίτλο, μάλλον της σύνταξης της εφημερίδας, «Τριάντα χρόνια ελληνικής ζωής – Τα απομνημονεύματα ενός μεγάλου μας λογοτέχνου».
Με τον τίτλο «Φιλολογικά απομνημονεύματα», σε επιμέλεια Κώστα Παπαγεωργίου, εκδόθηκαν Ιανουάριο 1998. Εκεί, ο Παπαγεωργίου παραθέτει σε υποσημείωση την πληροφορία ότι ο Βάρναλης επανήλθε με μία δεύτερη σειρά επιφυλλίδων, που δημοσιεύτηκαν από τις 29 Δεκεμβρίου 1935 έως τις 10 Ιανουαρίου 1936. Όπως παρατηρεί, αυτή η δεύτερη ομάδα δημοσιευμάτων, λόγω “του απόλυτα συγκεκριμένου τους θέματος, θα μπορούσε να αποτελέσει το περιεχόμενο ενός ξεχωριστού βιβλίου”. Έστω και με καθυστέρηση 17 ετών, η πρότασή του πραγματοποιήθηκε. Καθόλου εύθυμο, όπως το πρώτο, αφού αφορά τον εκτοπισμό του στον Άγιο Ευστράτιο από τις 20 Οκτωβρίου έως τις 25 Δεκεμβρίου 1935. Τα ενθυμήματα της εξορίας δεν ολοκληρώθηκαν στον «Ανεξάρτητο». Συνεχίστηκαν, με τρία δημοσιεύματα στον «Ριζοσπάστη», Φεβρουάριο-Μάρτιο 1936. Αιτία η εχθρική προς το ΚΚΕ αρθρογραφία του «Ανεξάρτητου» τις παραμονές των εκλογών της 26ης Ιανουαρίου 1936, που έφερε την οργισμένη αντεπίθεση του Κόμματος από τον «Ριζοσπάστη». Διεξοδική αναφορά στη σύγκρουση, που προκάλεσε την αποχώρηση του Βάρναλη, παραθέτει ο Κακαβάνης στο Παράρτημα του βιβλίου.
Ο γενικός τίτλος των επιφυλλίδων είναι «Με τους εξόριστους στα νησιά του θανάτου. Μια ζωή φρίκης και ηρωισμού». Ωστόσο, ως τίτλος του βιβλίου προβάλλει εμβληματικά, με κόκκινα κεφαλαιογράμματα, το τοπωνύμιο, Αϊ-Στράτης, ο πιο “διάσημος” τόπος εξορίας. Η πρώτη επιφυλλίδα τιτλοφορείται «Η ελληνική Σιβηρία του 1935». Αν είναι ποτέ δυνατόν, το νησάκι με τις γραφικές παραλίες, που, σήμερα, διαφημίζεται ως θέρετρο ιδανικό για ήρεμες διακοπές. Μάλιστα, το λήμμα Άγιος Ευστράτιος στις νεότερες εγκυκλοπαίδειες αποσιωπά αυτήν τη δυσάρεστη προηγούμενη χρήση του τόπου. Κι όμως, την σηματοδοτεί το όνομά του. Ο Όσιος Ευστράτιος, ο επιλεγόμενος θαυματουργός, βρέθηκε εκεί ως εξόριστος του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμενίου. Ενώ, ο Βάρναλης, επί αντιβασιλείας Γεωργίου Κονδύλη. Είχε εκτοπιστεί μαζί του και ο Δημήτρης Γληνός, προληπτικά, “ίνα αποτραπή ούτω ο κίνδυνος της διασαλεύσεως της τάξεως”. Συνελήφθη Πέμπτη 17 Οκτωβρίου. Μία εβδομάδα νωρίτερα, ο Κονδύλης είχε εξαναγκάσει σε παραίτηση τον Τσαλδάρη, που αντιτασσόταν στην επιστροφή του Γεωργίου Β΄, και είχε καταργήσει την Αβασίλευτη Δημοκρατία, επαναφέροντας την Βασιλευομένη. Επιλογή, που πλήρωσε ακριβά. Επανερχόμενος ο Βασιλέας, στις 25 Νοεμβρίου, τάχθηκε υπέρ της αμνηστίας των κινηματιών της 1ης Μαρτίου. Ο Κονδύλης διαφώνησε και καθαιρέθηκε. Χριστούγεννα του 1935, ο Βάρναλης επέστρεψε στην Αθήνα, παρόλο που τα μέτρα του Βασιλέα δεν προέβλεπαν τους εκτοπισμένους βάσει του βενιζελικού Ιδιώνυμου. Ήρθε, όμως, η Διαμαρτυρία Γάλλων Διανοουμένων, με πρώτη υπογραφή αυτή του Ρομαίν Ρολάν, και ο Βασιλεύς δυσαρεστήθηκε μεν, αλλά ενέδωσε. Όχι βεβαίως, ως προς το αίτημα της γενικής αμνηστίας, παρά μόνο όσο αφορούσε τους επιφανείς. Γι’ αυτό και η πρώτη επιφυλλίδα του Βάρναλη δεν είναι ενθύμημα από τον τόπο εξορίας, αλλά καταγγελία για την Ειδική Ασφάλεια, την Γενική Ασφάλεια και όλες “τις επιτροπές ασφαλείας που εκτόπιζαν τον οποιοδήποτε σήκωνε κεφάλι ως επικίνδυνο κομουνιστή”, ζητώντας την κατάργηση του “νόμου περί ιδιώνυμου αδικήματος”, βάσει του οποίου ο Άγιος Ευστράτιος έμεινε για χρόνια τόπος εκτοπίσεων.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, το νησί, μαζί με τρία-τέσσερα άλλα, επιλέγεται ως τόπος εξορίας. Βασικά πλεονεκτήματα επιλογής, όπως και των υπολοίπων, είναι η μικρή έκταση και η μοναχική θέση του στο μέσο του Αρχιπελάγους. Επί Παγκάλου, το 1925, οι εκτοπισθέντες πληθαίνουν. Ωστόσο, επισήμως, ανοίγει με το διαβόητο Ιδιώνυμο, το 1929. Η προσέλευση κορυφώνεται κατά την μεταξική πενταετία. Το 1941, εν αναμονή των Γερμανών, οι αποχωρούντες τοποτηρητές δεν ελευθερώνουν τους εξόριστους, ούτε οι κατακτητές το κλείνουν. Θα καταργηθεί με την Απελευθέρωση, αλλά μόνο για δυόμισι χρόνια. Άνοιξη 1947, ανοίγει εσπευσμένως, με την προσεκτικά επιλεγμένη ονομασία, Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης Εκτοπισμένων. Σε χρονικό βάθος πλησιάζει την τεσσαρακονταετία, καθώς ο τελευταίος εξόριστος αναχωρεί αρχές 1963.
Τα ενθυμήματα του Βάρναλη είναι ένα οδοιπορικό στον τόπο, όπως τον έζησε εκείνο το φθινόπωρο του Μεσοπολέμου. Αφήγημα αισιόδοξης πνοής, παρά τις αντίξοες συνθήκες και την ταλαιπωρία που συνεπάγονταν, γιατί γράφεται με την οπτική και τον ενθουσιασμό του κομουνιστή, που θέλει να διαφωτίσει και να προσφέρει. Περιγράφει τη ζωή στο νησί, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο λειτουργίας της κολλεχτίβας. Πρωταρχικό μέλημα η οργάνωση της ομαδικής ζωής. Δεν μένουν άεργοι, διοργανώνουν διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις, προλεταριακές γιορτές, φτιάχνουν εφημερίδες του τοίχου. Τις αναμνήσεις του τις συμπληρώνουν μαρτυρίες από συνεξόριστους, καθώς και η αλληλογραφία με τη σύζυγό του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Σε ένα τελευταίο κεφάλαιο, ο Κακαβάνης σχολιάζει διαφωτιστικά τα δυο ποιήματα, που γράφτηκαν στον Αϊ-Στράτη.
Η περίπτωση του Βάρναλη ως εξόριστου είναι μόνο δειγματοληπτική και καθόλου αντιπροσωπευτική σε χρονική διάρκεια, εάν τη συγκρίνουμε με τις χιλιάδες άλλες περιπτώσεις προσώπων της Αριστεράς, κυρίως αφανών, που κατά κύματα ή και μεμονωμένα εκτοπίζονταν στα χρόνια του Μεσοπολέμου σε μικρά νησιά, όπως Γαύδος, Ανάφη, Αμοργός κ.ά. Παρενθετικά να σημειώσουμε εδώ, ότι η σχετική βιβλιογραφία σε πρωτογενείς πηγές, δηλαδή μαρτυρίες, αλλά και σε μελέτες, αναλογικά προς εκείνες της μεταπολεμικής περιόδου, είναι περιορισμένη. Από τις πρωτογενείς σε μορφή βιβλίου, σημειώνουμε μόνο δύο, τις πιο ενδιαφέρουσες και χρονικά παλαιότερες: Στάβρος Τσακίρης, «Μέρες και νύχτες στη Γαύδο» (νουβέλα), 1934 και Γ. Ζάρκος, «Ομάδα συμβίωσης πολιτικών εξορίστων Ανάφης», 1947. Η βιβλιογραφική καταγραφή εμπλουτίζεται μετά το ’74, χωρίς, ωστόσο, να υπερβαίνει μονοψήφιο αριθμό. Σ’ αυτόν προστίθεται τώρα και το βιβλίο του Κακαβάνη.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/12/2014.
Φωτο: Ο Βάρναλης σε φωτογραφικό πορτρέτο του 1914.
Ακραίες συμπεριφορές
Νίκη Αναστασέα
«Τα άγρια περιστέρια»
Εκδόσεις Καστανιώτη
Οκτώβριος 2014
Στην ομάδα των συγγραφέων, που έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στη λογοτεχνία σε μέση ηλικία, εντός της τελευταίας εικοσαετίας, η Νίκη Αναστασέα διακρίνεται με την αφοσίωση στη συγγραφική ενασχόληση που επιδεικνύει. Τώρα, που οι περισσότεροι πρωτοεμφανιζόμενοι έχουν θητεία σε σχολή δημιουργικής γραφής, θα χαρακτηριζόταν αυτοδίδακτη. Ακολούθησε τη δική της μέθοδο, διαβάζοντας λογοτεχνία κατά μόνας και όχι ευκαιριακά. Εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ως συγγραφέας συστηματική και μη επαναπαυόμενη. Φαίνεται να βάζει ψηλά τον πήχυ των προσδοκιών, σχεδιάζοντας μυθοπλαστικά εγχειρήματα σε διαλογική σχέση με γνωστά έργα κλασικών συγγραφέων. Από το 1997 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα και την πρόσφατη συλλογή έξι ιστοριών, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νουβέλες.
Θεωρούμε το δεύτερο μυθιστόρημα, του 2006, «Επικράνθη: δια χειρός Αλέξη Ραζή», που συνομιλεί με το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκυ, «Οι δαιμονισμένοι», ως το πιο φιλόδοξο. Ενώ, το επόμενο, μετά τρία χρόνια, «Οι μικρές απολαύσεις του κυρίου Ευαγγελινού», με την υφή αστυνομικού και τη χροιά αλλόκοτης ιστορίας, δείχνει σαν μία απόπειρα ανοίγματος προς ένα πλατύτερο κοινό. Δεν γνωρίζουμε την αγοραστική απήχηση των δυο βιβλίων, πάντως η κριτική υποδοχή στάθηκε μάλλον υποτονική. Για παράδειγμα, ούτε καν επισημάνθηκε το κέντημα των διπλών προσωπείων αλά Πεσσόα, που η συγγραφέας έχει έντεχνα ενθέσει στο δεύτερο. Αντιθέτως, η κριτική, τουλάχιστον η συστημική, που απονέμει και τα βραβεία, επαίνεσε το πρώτο μυθιστόρημα, «Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε», και το πρόσφατο, «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι». Το πρώτο απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, το 1998. Νεότευκτο τότε, ήταν η δεύτερη χρονιά απονομής του. Ενώ, το πρόσφατο, του 2012, τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και εκείνο του «Αναγνώστη», μετεξέλιξη του βραβείου «Διαβάζω».
Τα δυο αυτά μυθιστορήματα επικεντρώνονται στις οικογενειακές σχέσεις και εντάσεις, το πρώτο στην Ξάνθη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, ενώ το δεύτερο, στη σύγχρονη αθηναϊκή καθημερινότητα. Η ένταση των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων θυμίζει τον μυθιστορηματικό κόσμο του Φώκνερ. Πρόκειται για μια συνομιλία κειμένων ή και μυθιστορημάτων, περισσότερο ή λιγότερο λανθάνουσα, που επεκτείνεται στους αφηγηματικούς τρόπους και την οποία η συγγραφέας δεν ζητά να αποκρύψει. Εντέχνως θα μπορούσε, καθώς ο κορυφαίος αμερικανός συγγραφέας, στον αγγλόφωνο χώρο και κατ’ επέκταση στον ευρωπαϊκό, έχει υποσκελιστεί από τα μεταμοντέρνα εγχειρήματα των σημερινών. Όσο για τις μεταφράσεις στα ελληνικά, που κι αυτές έχουν αραιώσει, μόνο σε γενικές γραμμές, όπως είναι ο προσδιορισμός του τύπου του αφηγητή, δίνουν αίσθηση του ύφους, οπότε και συνιστούν ολισθηρή βάση για αποφάνσεις περί ομοιότητας, επιρροής ή ακόμη και μίμησης.
Τα τελευταία χρόνια, η κριτική υποδοχή ενός βιβλίου φαίνεται να επηρεάζει αρκετούς συγγραφείς όσο αφορά την κατεύθυνση που ακολουθούν στη συνέχεια. Θα λέγαμε ότι αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναστασέα. Μετά την θερμή υποδοχή του τελευταίου μυθιστορήματός της, πλέκει τις πρόσφατες ιστορίες της στον ίδιο καμβά. Αν και η ίδια πληροφορεί ότι η αρχική μορφή, τουλάχιστον μίας ιστορίας, ήταν γραμμένη παλαιότερα. Όπως και να έχει, οι τέσσερις από τις έξι ιστορίες ξετυλίγονται μέσα στο κέλυφος της οικογένειας. Σύμφωνα με το κειμενάκι του οπισθόφυλλου, αφορούν “ανθρώπους στα όρια της αντοχής τους, γυναίκες και άντρες που φτάνουν στα άκρα”. Η διατύπωση, αφενός μεν δεν φαίνεται να ισχύει για το σύνολο και αφετέρου, προκαταλαμβάνει, προσανατολίζοντας τις πολλαπλές δυνατές ερμηνείες των πράξεων, προς μία, κι αυτή μάλλον λανθασμένη, κατεύθυνση. Στις δυο ιστορίες, που προτάσσονται στο εν λόγω κειμενάκι, ο ενδοοικογενειακός εμφύλιος ολοκληρώνεται με ένα έγκλημα.
Ο τίτλος της πρώτης, «Είπαν πως ήταν ατύχημα», προϊδεάζει για την κατάληξη, υπονομεύοντας το όποιο σασπένς καλλιεργεί ο πρωτοπρόσωπος εις εαυτόν λόγος του θύτη. Πρόκειται για έναν ευκατάστατο επιχειρηματία, με ακίνητα και τοκογλυφικές δραστηριότητες, που επέλεξε ως σύζυγο μία όμορφη νεαρά, την οποία έβαλε σε χρυσό κλουβί, ελέγχοντας και ρυθμίζοντας πλήρως τη ζωή της. Παλαιότερα, προ γυναικείας χειραφέτησης, κάτι τέτοιο απαντιόταν συχνά, αλλά και σήμερα συμβαίνει, αφού ο ρόλος του διακοσμητικού αντικείμενου έχει κι αυτός τα πλεονεκτήματά του, κυρίως με τη βολή που προσφέρει. Στη συγκεκριμένη ιστορία, η γυναίκα κάποτε αγανακτεί, φθάνοντας σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά ως μόνη άμυνα ή και εκδίκηση. Δεν κάνει άλλο απ’ το να καταλήγει σε απωθητικό κήτος. Εκείνος, αντιθέτως, δεν φθάνει στα όρια της αντοχής του. Παραμένει ένας εγωμανής, που αποφασίζει να μην χαραμίσει άλλο τη ζωή του. Πιστεύουμε ότι αυτή η συζυγική φαγωμάρα θα είχε διαφορετική ένταση, αν δεν παρουσιάζονταν τόσο μονολιθικοί οι χαρακτήρες των δυο συζύγων και δεν δινόταν αυτή η σαρκοβόρα, χωρίς διακυμάνσεις, μορφή στη σύγκρουσή τους, που κρατά μία εικοσαετία.
Η εγκληματική πράξη στη δεύτερη ιστορία έχει παπαδιαμαντικό άρωμα. Όπως στη «Φόνισσα», η Φραγκογιαννού πνίγει την εγγονή της για να την απαλλάξει από την κακή τύχη των θηλυκών, εδώ η μάνα δηλητηριάζει τον ναρκομανή γιο της για να του δώσει ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές τέλος. Σύμφωνα και με τον τίτλο, «Κάτι που να αξίζει να σωθεί», η μάνα πιστεύει ότι, παρά την πλήρη κατάπτωσή του, του έχει απομείνει “μια σταλιά ανθρωπιάς”. Η ιστορία, όπως και το πρόσφατο μυθιστόρημα, ξεκινάει από ένα συμβάν, που θα μπορούσε να καταχωρηθεί στο αστυνομικό δελτίο. Και πάλι, ξεδιπλώνεται ένας πρωτοπρόσωπος εις εαυτόν λόγος, με ένθετα, σαν να επιπλέουν ακέραια στην ψυχική αναταραχή, τα λόγια κατηγορίας που εκστομίστηκαν μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, και με αναδρομές, που κουβαλούν όλο το άγχος πρωτοβουλιών και πράξεων όταν αυτές τελέσθηκαν. Σε αντίθεση, όμως, με τον προηγούμενο, του συζύγου, αυτός είναι από τους εντελέστερους των τελευταίων χρόνων. Και ανακαλούμε αρκετούς ενδιαφέροντες, καθώς πολλοί νεότεροι συγγραφείς έχουν επιδοθεί στο είδος.
Ωστόσο, η πιο ερεθιστική ιστορία, τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και μορφής, είναι η δεύτερη στη σειρά παράταξης της συλλογής. Κατ’ αρχήν, κινείται θεματικά σε ελλιπώς χαρτογραφημένα ψυχικά τοπία. Υπάρχουν άνθρωποι, που δυσκολεύονται να αποδεχτούν την πραγματικότητα, όταν την εκλαμβάνουν ως απειλητική ή και απλώς εχθρική. Τότε, διαφεύγουν προς μία άλλη, φαντασιακή, μέσα στην οποία επιβιώνουν, αποδίδοντάς της υπόσταση πραγματικής. Κλινικά χαρακτηρίζονται ψυχωσικοί και ο μόνος τρόπος προσέγγισής τους είναι η αποδοχή της δικής τους τάξης πραγμάτων. Στο πρόσφατο βιβλίο του Δ. Σωτάκη, «Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον», πλάθεται ένας παρόμοιος ήρωας. Η συνηθέστερη, όμως, περίπτωση αγχωτικής πραγματικότητας, που μπορεί να οδηγήσει μέχρι την παράνοια, είναι αυτή του θανάτου προσφιλούς. Η μη αποδοχή του τετελεσμένου σημαίνει την ολίσθηση στην ψευδαίσθηση, πως αυτός εξακολουθεί να υπάρχει.
Η Ελεάννα Βλαστού, στο περσινό πρώτο της βιβλίο, «Εξαφανίσεις», που δεν προσέχθηκε όσο του αντιστοιχούσε, έχει ένα διήγημα, όπου πενθούσα σύζυγος επιβιώνει συνομιλώντας με τον αποθανόντα σαν να είναι παρών, ετοιμάζοντας το φαγητό που του άρεσε. Το διήγημα έχει τη μορφή μονολόγου. Ενώ, η ιστορία της Αναστασέα στήνεται σαν θεατρικό δυο προσώπων. Καλοδουλεμένο, έτοιμο για τη σκηνική του παρουσίαση. Εδώ, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι χάνει κόρη και εγγονή. Η γυναίκα καταφέρνει να επιζήσει, διαγράφοντας το γεγονός του θανάτου τους. Ο σύζυγος αποδέχεται τη φαντασίωσή της και συμπράττει, σύμφωνα με τον τίτλο της ιστορίας, «Μόνο και μόνο επειδή σ’ αγαπάω». Έτσι, όμως, όπως εκτυλίσσονται τα γεγονότα, φαίνεται πως νιώθει κι αυτός καλύτερα με το ανάχωμα της αυταπάτης. Ούτε εκείνη έχει ανάγκη φαρμακευτικής υποστήριξης ούτε εκείνος συνθλίβεται από τον πόνο. Δεν έχουν, πάντως, μετακυλήσει στην παράνοια. Έχουν επίγνωση της ψευδαισθησιακής κατάστασης που έχουν δημιουργήσει, αλλά ενδίδουν. Η Αναστασέα κατορθώνει να δώσει αυτήν την εύθραυστη ισορροπία, αποφεύγοντας τους δραματικούς τόνους.
Σε μία άλλη ιστορία της συλλογής, «Η προσβολή», αυτή εκτός οικογενειακού κύκλου, η υπόθεση, τουλάχιστον όσο αφορά τα πρόσωπα και την αναμεταξύ τους σχέση, θυμίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, «Το μυστικό της Έλλης». Μία ζωντοχήρα στα 45 προσλαμβάνει αλλοδαπό για δουλειές στον κήπο. Τον ερωτεύεται, αλλά αποκαλύπτεται ότι εκείνος είναι παντρεμένος. Στου Γρηγοριάδη, αυτό δεν στέκεται εμπόδιο στη σχέση τους, εδώ, η έκβαση είναι διαφορετική. Η γυναίκα τον εκδικείται. Στην καταληκτική σκηνή, στέκει, “πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα, σαν μοναχικό κερί μέσα στην κάσα του παραθύρου”. Είναι αυτή η σκηνή που φέρνει στο νου την δεσποινίδα Έμιλυ Γκρήρσον του Φώκνερ. Τελικά, οι δυο καλύτερες ιστορίες της νέας συλλογής της Αναστασέα έχουν απόηχους από την πρώτη και πιο γνωστή ιστορία του, «Ένα ρόδο για την Έμιλυ». Την Έμιλυ από αρχοντική οικογένεια του αμερικανικού Νότου, που ερωτεύεται έναν υποδεέστερο Γιάνκη. Εκείνος δεν θέλει γάμο, εκείνη τον δηλητηριάζει, αλλά δεν αποδέχεται το θάνατό του. Συμβιώνει με τον νεκρό του μέχρι τέλους. Τη νύχτα αγκαλιά στο κρεβάτι, τη μέρα δίπλα του, στημένη στο παράθυρο.
Η συλλογή συμπληρώνεται με δυο ακόμη ιστορίες. Η μία, «Μεταξωτός φανοστάτης», δείχνει θεματικά παράταιρη. Είναι ο εσωτερικός μονόλογος μιας μεσήλικος ηθοποιού, όπως ξεδιπλώνεται την ημέρα της πρεμιέρας. Είναι μία καλή καρατερίστα, που της δίνεται η ευκαιρία ενός πρωταγωνιστικού ρόλου. Ένας δεύτερος γυναικείος λόγος, που η Αναστασέα δείχνει τις δυνατότητές της, αποτυπώνοντας τον πανικό της ηθοποιού. Στο μόνο σημείο, που θα μπορούσε να σκοντάψει μία ψυχαναλυτικής διάθεσης ανάγνωση είναι το ευτυχές τέλος. Παρόμοιοι φόβοι είναι τόσο βαθιά ριζωμένοι, που συνήθως οδηγούν σε πράξεις αυτοχειριασμού ή, συχνότερα, σε άτακτη υποχώρηση. Έναν παρόμοιο ήρωα πλάθει ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης στο πρόσφατο μυθιστόρημά του, «Το ελάχιστο ίχνος». Ακόμη ένα βιβλίο, που δεν έτυχε της ανάλογης κριτικής αποδοχής.
Η άλλη ιστορία, που είναι η καταληκτική του βιβλίου, αφορά οικογενειακές σχέσεις και μάλιστα δίπολα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ενδοοικογενειακούς εμφύλιους. Όπως η νεαρή χήρα, με καθυστερημένο παιδί, η οποία ερωτεύεται κάποιον που την θέλει, αλλά χωρίς το παιδί. Ή ακόμη, η νεαρή χήρα, που συμβιώνει με τη γεροντοκόρη κουνιάδα. Όλα, όμως, βαίνουν ειρηνικά, καταλήγοντας με την ευφρόσυνη διάθεση μιας ροζ ιστορίας. Άνισες οι ιστορίες ή, μήπως, ιστορίες για όλα τα γούστα; Όπως και να έχει, συστεγάζονται σε μία συλλογή με όμορφο τίτλο, αλλά μάλλον ξένο προς αυτές ή άκρως υπαινικτικό σε βαθμό ασυσχέτιστου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/12/2014.
Φωτ: Έργο του Λουσιέν Φρόυντ.
Ευγενή, ανεμπόδιστα, ποιητικά
Γιάννης Κοντός
«Μυστικά τοπία.
Κείμενα για πρόσωπα,
για τη ζωγραφική,
για το θέατρο, για βιβλία.»
Εκδόσεις Τόπος
Απρίλιος 2014
Στο “αυτάκι” του βιβλίου, ο Γιάννης Κοντός, σε φωτογραφία του Δημήτρη Γέρου, με εκείνο το χαρακτηριστικό χαμόγελο, όλο γλύκα, αλλά συνάμα, μια ιδέα ειρωνικό, μάλλον περιπαικτικό. Σε υποδεχόταν καθισμένος στο γραφείο του, στον πέμπτο όροφο Γ. Γενναδίου 3, χωρίς τυπικότητες, με μια θερμή οικειότητα, που σε έκανε να νιώθεις πως είσαι και συ άνθρωπος του χώρου. Το βιογραφικό, χωρίς ημερομηνία γεννήσεως. Όχι γιατί την κρύβει, έτσι κι αλλιώς, σφύζει από νεανικότητα, με τα φουλάρια και τα φοβερά κασκόλ του να ανεμίζουν. Αλλά γιατί αρέσκεται παιχνιδιάρικα να δηλώνει, ότι γεννήθηκε όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο του ποίημα, το 1965. Ή, όταν εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, το 1970. Άλλωστε, ήδη από την πρώτη εντύπωση, δημιουργείται η βεβαιότητα πως παρόμοιος άνθρωπος μόνο ποιητής θα μπορούσε να είναι. Περισσότερο ακριβή βιογραφικά, τον θέλουν να σπουδάζει οικονομικά, να εργάζεται ως ασφαλιστής, μετά να λοξοδρομεί ως βιβλιοπώλης, γωνία Σόλωνος και Ομήρου. Το όνομα του καταστήματος «Ηνίοχος», με τον ίδιο να παραμένει ηνίοχος μόνο στην ποίηση και στα περί αυτήν “μυστικά τοπία”.
Πέρυσι, επετειακά, συγκέντρωσε σε έναν τόμο “το έχει του”, 14 ποιητικές συλλογές, που είναι “το στάρι” σαράντα χρόνων, 1970-2010. Εφέτος, εκδίδει το τρίτο βιβλίο του, με κείμενα βιωματικά, που για εκείνον σημαίνει κείμενα για την τέχνη, με πρώτη την τέχνη του λόγου, και τους ανθρώπους της. Είναι το τρίτο οδόσημο μετά το δίτομο «Τα ευγενή μέταλλα». Αυτές οι εκδόσεις, άτυπης απογραφής φίλων και εμμονών, τοποθετούνται ανά δεκαετία: 1994, 2005, 2014. Παρόμοια με τα βιβλία-οδόσημα της συγγραφικής πορείας, που εκδίδει ο Μένης Κουμανταρέας. Τα καινούρια κείμενα είναι γραμμένα στο διάστημα της ενδιάμεσης δεκαετίας και ταξινομούνται σε πέντε ενότητες, με δυο ποιήματα, ως εισαγωγή και ως επίμετρο. Ο κοινός τίτλος των δυο προηγούμενων βιβλίων ήταν εμπνευσμένος από τον τίτλο ποιητικής συλλογής του Ζήση Οικονόμου, «Η εποποιία των αγενών μετάλλων». Μόνο που η απαισιόδοξη οπτική του παλαιότερου ποιητή, εδώ ανατρέπεται σε αισιόδοξη κατάφαση. Από τον ίδιο τίτλο είχαμε φτιάξει και εμείς την επιγραφή της βιβλιοπαρουσίασης του πρώτου τόμου, το μακρινό 1994. «Εποποιία ευγενών μετάλλων», ήταν ο δικός μας τίτλος, με υπέρτιτλο, “πολυχρωμία της όρασης και της μνήμης”. Τότε, για τα βιβλία που μας άρεσαν, γράφαμε με ενθουσιασμό. Στην ενδιάμεση εικοσαετία, η ανθυγιεινή ενασχόληση με την βιβλιοκριτική τον κούρεψε δραστικότερα και από τα επί Τρόικας οικονομικής φύσεως κουρέματα. Θύμα ή θήτης ο κριτικός είναι και θέμα οπτικής γωνίας. Ο Κοντός γράφει, “Αχ, αυτοί οι κριτικοί, αυτοί οι νεκροθάφτες”, αποδίδοντας τη φράση στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ωστόσο, παρόλο που ουδείς αγαπά τους νεκροθάφτες, όλοι μάλλον συμφωνούν ότι είναι απαραίτητοι. Αλλά και δύστυχοι, καθώς τους βδελύσσονται, ιδιαίτερα όταν κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Στη δεύτερη ενότητα του καινούριού του βιβλίου, όπου συγκεντρώνει τα δημοσιευμένα κείμενα για βιβλία, ο ίδιος σχολιάζει ως ομότεχνος έργα φίλων. Στα 25 κείμενα, τα 12 αφορούν βιβλία ποιητών της γενιάς του, κυρίως ποιητικά (Ν. Χατζιδάκι, Δ. Ποταμίτη, Κ. Μαυρουδή, Π. Παμπούδη, Γ. Μαρκόπουλου, Κ. Παπαγεωργίου, Γ. Βαρβέρη), ακόμη μυθιστόρημα του Γ. Μανιώτη και τέσσερα βιβλία ευρέος φάσματος του στενότερου από τους φίλους, του Θ. Θ. Νιάρχου. Φιλεταιρικά είναι και τα κείμενα για μεγαλύτερους (Κ. Μουρσελά, Γ. Μιχαηλίδη, Λ. Παπαδόπουλο) ή και νεότερους (Ν. Δαββέτα, Δ. Κοσμόπουλο). Σε όλα, ένας κριτικής διάθεσης αναγνώστης θα εύρισκε ότι περισσεύει ο ενθουσιασμός. Θα πρόσθετε πως έτσι ο έπαινος αποδυναμώνεται. Αυτή, όμως, είναι συνήθης αβαρία του θετικού σκέπτεσθαι. Όπως και να έχει, σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος γραφής πείθει ότι πρόκειται για έναν ενθουσιασμό ανόθευτα πηγαίο. Από την άλλη, είναι εμφανές πως ο ποιητής αποδίδει καλύτερα ως αισθητής σε υψηλούς τόνους. Την ομάδα των φίλιων προσώπων συμπληρώνουν, όπως και στους προηγούμενους τόμους, οι “μεγάλοι” από τους παλαιότερους, όπως ο “φίλος” Ρίτσος, οι δυο Νομπελίστες και ο Καβάφης.
Ο Κοντός, από τα “ευγενή μέταλλα” μέχρι τα “μυστικά τοπία”, διατηρεί ακέραια την καθαρότητα των αισθημάτων. Με την ίδια προσήλωση, συμπληρώνει τα εκθέματα μνήμης. Όπως ο Τάκης Σινόπουλος τοποθετούσε πέτρες, ακροκέραμα, αστερίες στην αυλή του. Ο Πύργειος ποιητής είναι, ακόμη μία φορά, από τους πρώτους που αναφέρονται, στο πρώτο κείμενο, το αφιερωμένο στη Νανά Καλλιανέση και τον αλλοτινό «Κέδρο». Τον εκδοτικό οίκο, που ίδρυσε ο Νίκος Καλλιανέσης, μαζί με τη σύζυγό του Νανά Σταματίου, το 1954, άρτι αφιχθείς στην Αθήνα από τον “παραθερισμό” του στον Αϊ-Στράτη. Τέλη του 1976, του ζήτησε η Νανά να εργαστεί για τον «Κέδρο». Τον Μάιο, είχε αποβιώσει ο Νίκος. Το 1988, έφυγε και η Νανά. Από παιδί για την “λάντζα”, όπως γράφει αυτοσαρκαζόμενος, αφού στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης οι “μεγάλοι” – Ρίτσος, Τσίρκας, Σινόπουλος, Λειβαδίτης, Κοτζιάς – διάβαζαν τα χειρόγραφα, πρότειναν, συμβούλευαν, κατέληξε στυλοβάτης του οίκου. Κυρίως για τις εκδόσεις ελληνικής λογοτεχνίας, που παραμένει ως σήμερα ο βασικός τομέας του «Κέδρου». Ο Κοντός συμπλήρωσε 33 έτη στη σκιά του «Κέδρου», αποχωρώντας το 2009. Πιθανώς, το αποχωρώ να μην αποδίδει την όποια κατάσταση δημιουργήθηκε, όταν η δυναμική Κάτια Λεμπέση χρειάστηκε να απουσιάσει. Όπως και να έχει, ήταν ένας πολιτισμένος χωρισμός, που έμεινε μακριά από τον διψαλέο Τύπο. Απώλεια για τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, αλλά και γενικότερα, για τον εκδοτικό χώρο, καθώς η μετοικεσία του σε έτερο οίκο, φαίνεται πως δεν ευοδώθηκε.
Εικονοπλάστης ο Κοντός, όπως ο σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, του οποίου την αυτοβιογραφία συστήνει στον αναγνώστη “να την διαβάσει με πάθος”, η ζωγραφική είναι μέρος της ζωής του, αλλά και “όλοι μαζί ποιητές, μουσικοί, καλλιτέχνες... η δεύτερη κατάσταση του κόσμου”. Η τρίτη ενότητα του βιβλίου είναι αφιερωμένη στους ζωγράφους. “Από πολύ νέο τον τραβούσε η ζωγραφική” και συνεχίζει για σαράντα χρόνια “να γράφει κείμενα (ουσιαστικά ποιήματα) για ζωγράφους”. Ορισμένους, τους φίλους, τους ακολουθεί στην περιπέτεια της διαδρομής τους. Η εικαστική σοδειά μετράει κείμενα για 17 ζωγράφους, μία γλύπτρια, την Ναταλία Μελά, έναν ποιητή, τον Ελύτη. Ξεκινώντας από τον πρεσβύτη Γιάννη Μόραλη, για την τελευταία έκθεσή του, Νοέ.-Δεκ. 2006, με τους δέκα καινούριούς του πίνακες. Ήταν η δεκάτη ατομική του έκθεση, τρία χρόνια αργότερα, 20 Δεκεμβρίου 2009, απεβίωσε. Και τον αειθαλή Παναγιώτη Τέτση, που κολυμπάει στη θάλασσα της Σίφνου και την απαθανατίζει. Μέχρι τη νεότερη Κρητικιά Ελένη Καλοκύρη και τα καράβιά της.
Ένας άλλος κόσμος, αυτός του θεάτρου, ζωντανεύει στα κείμενα της τέταρτης ενότητας. Το ζωντανεύει, δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά γεγονός. Όπως ο Κοντός δεν γράφει για τη λογοτεχνία ως κριτικός, ούτε για τη ζωγραφική ως τεχνοκριτικός, παρομοίως, δεν σχολιάζει μία θεατρική παράσταση ως κριτικός, αλλά με τον ιδιότυπο τρόπο του άμεσα εμπλεκόμενου συναισθηματικά. Συχνά ξεκινάει σαν να κουβεντιάζει ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος. Για παράδειγμα, το κείμενο για το θεατρικό του Βασίλη Κατσικονούρη, «Το γάλα», αρχίζει με διακήρυξη αρχών: “Είναι γνωστές οι θέσεις μου για το νεοελληνικό έργο. Αγωνίζομαι, το πιστεύω και είμαι κοντά στους ανθρώπους του.” Ενώ, στο «Διαμάντια και μπλουζ», δηλώνει: “Από πάντα ήμουνα θαυμαστής του θεάτρου της Λούλας Αναγνωστάκη. Την έβλεπα σε φωτογραφίες, την παρακολουθούσα, μέχρι που γνωρστήκαμε (1972) και δεν χωρίσαμε ποτέ.” Σε άλλες παραστάσεις, η έμφαση δίνεται στον σκηνοθέτη. Γίνεται λόγος για “τον μάγο Λευτέρη Βογιατζή” ή για “τον μάγο Ευαγγελάτο”. Ακόμη, πολλαπλή αναφορά στον Γιώργο Μιχαηλίδη και τις παραστάσεις Τσέχωφ.
Άνθρωπος της πόλης ο Κοντός, ποιητής και πεζοπόρος, μακράν του πλήθους των εποχούμενων, παρατηρεί στο πεζοδρόμιο “σε μια σταλίτσα χώμα”, «Ένα φυτό του δρόμου», όπως είναι ο τίτλος του εισαγωγικού ποιήματος. Πράγματι, πόσες φορές δεν στέκεις απορημένος “για την αντοχή του, την επιμονή του και τέλος πάντων που βρίσκει τον αέρα και αναπνέει”. Είναι ένα αισιόδοξο “άνοιγμα”, όπως ταιριάζει σε ένα αγαπησιάρικο βιβλίο. Αντιθέτως, το “κλείσιμο” είναι πένθιμο, «Ο σκουπιδιάρης ή το πρωτογενές πλεόνασμα της οικονομίας»: “Η νύχτα προχωρά... Πώς περνούν οι ώρες;” “Δώδεκα και μισή” θα μπορούσε να είναι μία καβαφική συνέχεια.
Η πέμπτη ενότητα τιτλοφορείται «Μονόλογοι». Συνολικά δεκατέσσερις, γραμμένοι στο αναμεταξύ Αθήνας και Μεταξοχωρίου, όχι Ηρακλείου, αλλά Αγιάς Λάρισας. Εξομολογητικοί, γεμάτοι νοσταλγία, από κάποιον που ενέδωσε νωρίς “στην αμαρτία της ποιήσεως”. “Όλα άρχισαν στα δέκα με έντεκά μου από κάτι σπασμένες παιδικές εικόνες που βγαίνανε από τα κλασικά εικονογραφημένα...”, εξομολογείται. Μικρές φράσεις κατορθώνουν και αφηγούνται όσα χρειάζονται σελίδες για να εκφραστούν. Ο Κοντός ακολουθεί τη συμβουλή του Γιώργου Χειμώνα: “Γιάννη, οι συγγραφείς δεν πρέπει να κάνουν ψυχανάλυση.” Αφήνεται στη λεκτική μετωνυμία, ξεδιπλώνοντας τις εικόνες που αυτή δημιουργεί. “Σε μια ακροθαλασσιά καθόμουνα και φοβόμουνα να μπω στη θάλασσα. Μετά από λίγο μπήκα γυμνός για πάντα και μάλιστα περπάτησα επί των υδάτων.” Αυτοί οι μονόλογοι, που θα μπορούσαν να γραφούν σε στίχους, αλλά δόθηκαν πεζόμορφοι, “δρουν σαν οξύ πάνω στο συναίσθημα” του παραλήπτη τους. Ο Κοντός κοιτάζει αυτά που γίνονται γύρω του - “τη μαύρη σακούλα” σκουπιδιών, τον “άνθρωπο στα σκουπίδια”, τον νεκροθάπτη που “χάθηκε μια νύχτα στο δάσος” – και βγάζει, για μια ακόμη φορά, “κραυγή διαμαρτυρίας”.
Ωστόσο, τα αναμνηστικά κείμενα της αρχικής ενότητας για τις πρώτες γνωριμίες του ποιητή, πιο εκτενή και πιο αφηγηματικά, προεξάρχουν. Αναφέρονται σε γνωστούς δημιουργούς, που γνωρίζουμε μέσα από το έργο τους. Εδώ τα κείμενα του Κοντού δίνουν εντυπώσεις από πρώτο χέρι, καθώς αυτά τα πρόσωπα σκιαγραφούνται κατά την εποχή της ακμής τους. Υπάρχουν και δυο κείμενα για τον Καρυωτάκη. Τον ποιητή που αγάπησε πολύ η γενιά του Κοντού. Με μία πρόταση αποδίδει το πώς τον είδαν: “αλώβητο, ερωτικό, ένα γέρο-παιδί, έναν πρωτοπόρο, έναν μοναχό των λέξεων και των ιδεών, έναν άνθρωπο με τρομερό χιούμορ, έναν λυπημένο, έναν υπάλληλο του φόβου, έναν πελιδνό μέσα στη ζωή, έναν απέλπιδα, ρομαντικό και αυτόχειρα.” Σαν να θέτει σε εφαρμογή τον καταληκτικό στίχο της δεκάτης εβδόμης ποιητικής του συλλογής, «Η στάθμη του σώματος», Οκτώβριο 2010, υπακούοντας σε παρότρυνση του τεθνεώτος, “Φύσηξε τον πηλό μου να ξαναγίνω άνθρωπος”. Μένουμε με την παλαιότερη απορία μας, κατά πόσο θα ήταν μέσα στις δυνατότητες του ποιητή το “γύρισμα” όλου αυτού του αναμνηστικού πλούτου σε καθαρή αφήγηση.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/11/2014.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.


