Προβληματισμό εξακολουθεί να προκαλεί η χρήση μεθόδων γενετικής βελτίωσης των φυτών, παρά την συνεχή, παγκοσμίως, εξάπλωσή τους. Το βασικότερο πλεονέκτημα, κάποτε ακαταμάχητο, μίας γενετικής επέμβασης είναι η ταχύτητα με την οποία προκύπτουν οι τροποποιημένοι οργανισμοί. Ουδεμία σύγκριση υπάρχει με την μακροχρόνια διαδικασία των παραδοσιακών τρόπων βελτίωσης. Όπως πέραν πάσης συγκρίσεως είναι και τα εμφανισιακά χαρακτηριστικά των νέων φυτών, κυρίως το μέγεθος και το χρώμα, που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς. Ενώ, το βασικότερο χαρακτηριστικό, η επιτάχυνση της ωρίμανσης των φυτών, έχει άμεσο οικονομικό όφελος. Τώρα, θα μου πείτε, τι μας ενδιαφέρουν τα μεταλλαγμένα τρόφιμα. Αυτά βλάπτουν μόνο το σαρκίο. Ο βεβιασμένος, όμως, τρόπος, με τον οποίο προκύπτουν, δεν διαφέρει και πολύ από πρακτικές χειραγώγησης, που τα τελευταία χρόνια κερδίζουν έδαφος στο χώρο της λογοτεχνίας. Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014
Συγγραφείς ταχείας ωρίμανσης
Γιάννης Τσίρμπας
«Η Βικτώρια δεν υπάρχει»
Εκδόσεις Νεφέλη
Σεπτέμβριος 2013
Προβληματισμό εξακολουθεί να προκαλεί η χρήση μεθόδων γενετικής βελτίωσης των φυτών, παρά την συνεχή, παγκοσμίως, εξάπλωσή τους. Το βασικότερο πλεονέκτημα, κάποτε ακαταμάχητο, μίας γενετικής επέμβασης είναι η ταχύτητα με την οποία προκύπτουν οι τροποποιημένοι οργανισμοί. Ουδεμία σύγκριση υπάρχει με την μακροχρόνια διαδικασία των παραδοσιακών τρόπων βελτίωσης. Όπως πέραν πάσης συγκρίσεως είναι και τα εμφανισιακά χαρακτηριστικά των νέων φυτών, κυρίως το μέγεθος και το χρώμα, που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς. Ενώ, το βασικότερο χαρακτηριστικό, η επιτάχυνση της ωρίμανσης των φυτών, έχει άμεσο οικονομικό όφελος. Τώρα, θα μου πείτε, τι μας ενδιαφέρουν τα μεταλλαγμένα τρόφιμα. Αυτά βλάπτουν μόνο το σαρκίο. Ο βεβιασμένος, όμως, τρόπος, με τον οποίο προκύπτουν, δεν διαφέρει και πολύ από πρακτικές χειραγώγησης, που τα τελευταία χρόνια κερδίζουν έδαφος στο χώρο της λογοτεχνίας.
Προ εικοσαετίας, είχαμε δημοσιεύσει ένα κείμενο με τίτλο «Ο βιασμός του συγγραφέα», με αφορμή, παραγγελία εφημερίδας σε γνωστούς λογοτέχνες για τη συγγραφή διηγήματος 300 λέξεων. Στο ενδιάμεσο, αυτό που εμείς είχαμε αποκαλέσει βιασμό κατέληξε κυρίαρχος κανόνας. Οι συγγραφείς γράφουν κατά παραγγελία διηγήματα, ενώ οι αναγνώστες εθίζονται στην γρήγορη τροφή που τους σερβίρουν. Σε αυτήν την περίπτωση, πάντως, δεν γεννάται θέμα μετάλλαξης, δεδομένου ότι η συγγραφική συνείδηση είναι ήδη διαμορφωμένη και το κυρίως έργο, κατά κανόνα, δεν επηρεάζεται. Η παραλληλία με τις γενετικές επεμβάσεις στα φυτά αποκαθίσταται στην περίπτωση επίδοξων συγγραφέων, που άρχισαν να πληθαίνουν εντυπωσιακά.
Το θέλγητρο της δημοσιότητας, που εξασφαλίζει η ταυτότητα του συγγραφέως, ελκύει μία ευρύτερη ομάδα, το συχνότερο, με ανώτατη παιδεία και εξασφαλισμένη επαγγελματική σταδιοδρομία. Ιδιαίτερα σήμερα, που τους νέους συγγραφείς τους προωθεί το σταρ-σύστεμ. Με αποτέλεσμα, οι πρωτοεμφανιζόμενοι να παίρνουν στο πεδίο της λογοτεχνίας διαστάσεις φαινομένου. Κατά κανόνα επείγονται, ακόμη περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, καθώς η ανάδειξή τους στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη νεότητα. Κατά κάποιο τρόπο, υπάρχει όριο ηλικίας στην ταυτότητα του πρωτοεμφανιζόμενου. Γεγονός που τους καθιστά επιδεκτικούς σε ταχύρρυθμες μεθόδους βελτίωσης, όπως οι Σχολές Δημιουργικής Γραφής, που, μετριοπαθέστερα, αποκαλούνται Εργαστήρια ή και Σεμινάρια. Το 2006 εμφανίστηκε το πρώτο Εργαστήριο υπό τη σκέπη του Ε.ΚΕ.ΒΙ., χάρις σε έναν πρώτο Έλληνα δάσκαλο που μεταλαμπάδεψε τα φώτα από τις ΗΠΑ στα καθ’ ημάς. Μέσα σε επτά χρόνια, οι Σχολές πολλαπλασιάστηκαν.
Συμπληρωματικά προς τις Σχολές λειτουργούν οι διαγωνισμοί διηγήματος, που επίσης πληθαίνουν. Σχεδόν οι πάντες προκηρύσσουν διαγωνισμούς. ιδρύματα, εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, λέσχες ανάγνωσης, δήμοι, κοινότητες, εταιρείες πάσης φύσεως. Αυτοί οι διαγωνισμοί παρουσιάζουν ενδιαφέρον για επίδοξους συγγραφείς, καθώς εξασφαλίζουν μία κάποια δημοσιότητα και το κυριότερο, το διήγημά τους, αν συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα, εκδίδεται σε συλλογικό τόμο. Ταυτόχρονα, όμως, συνιστούν μέθοδο μαθητείας στη γραφή συγκεκριμένου τύπου διηγήματος, με δοσμένο θέμα, συγκεκριμένο αριθμό λέξεων και προδιαγεγραμμένο περιεχόμενο, ώστε να συνάδει με το επικρατούν πολιτικώς ορθό και τα τρέχοντα γούστα. Αυτό το περιοριστικό πλαίσιο φέρνει το υποβαλλόμενο διήγημα εγγύτερα στην έκθεση ιδεών των πανελλήνιων εξετάσεων. Όπως στις εισαγωγικές, βαθμολογείται με άριστα ορισμένος τύπος έκθεσης, τον οποίο ο μαθητής έχει διδαχθεί στο φροντιστήριο, παρομοίως στον διαγωνισμό βραβεύεται διήγημα συγκεκριμένων προδιαγραφών, για το οποίο προετοιμάζουν τα σεμινάρια γραφής.
Συχνά οι διαγωνισμοί προκηρύσσονται από φορείς, με στόχο την αυτοδιαφήμισή τους, οπότε ο προσδιορισμός του θέματος γίνεται ακόμη πιο περιοριστικός. Άλλοτε πάλι, οι διοργανωτές του διαγωνισμού, επιζητώντας πρωτότυπα θέματα, καταλήγουν σε προκρούστειες λύσεις. Ένα καλό παράδειγμα προσφέρει ηλεκτρονικός διαγωνισμός διηγήματος, με τίτλο «Λόγω Τέχνης», που ξεκίνησε το 2010. Σε αυτόν, αντί θέματος, ορίζεται το διήγημα να περιέχει συγκεκριμένες λέξεις. Λ.χ., στο διαγωνισμό του 2012, οι λέξεις ήταν οι εξής 11: θάλασσα, χελιδόνι, άμμος, κουτί, τριαντάφυλλο, χώμα, ρολόι, ησυχία, σελίδα, αέρας, γάλα. Τον επόμενο χρόνο, τα 40 καλύτερα διηγήματα, επί συνόλου 1911(!), εκδόθηκαν σε βιβλίο, με τίτλο, «11 λέξεις». Από τους συγγραφείς αυτού του συλλογικού τόμου, ενός μόνο έχουμε πεζογραφικό δείγμα, ώστε να μπορεί να υπάρξει κάποια σύγκριση με το κατά παραγγελία.
Πρόκειται για τον Γιάννη Τσίρμπα, που πήρε στον εν λόγω διαγωνισμό τον τρίτο έπαινο, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση, με το διήγημα «Θερμοκοιτίδα». Μέσα στο έτος, εκδόθηκε το πρώτο ολιγοσέλιδο βιβλίο του. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται το διήγημα, παρόλο που δεν πρόκειται για συλλογή διηγημάτων αλλά, κατά τον χαρακτηρισμό του συγγραφέα, για νουβέλα. Το διήγημα συνίσταται στην προφορική αφήγηση μιας γυναίκας, που την εγκατέλειψε ο άντρας της με τέσσερις κόρες, μετά την τελευταία γέννα. Για ένα διάστημα, εκείνος σπίτωσε άλλη, δυο δρόμους παρακάτω. Αργότερα, επέστρεψε στην οικογενειακή εστία. Στην παλαιότερη ηθογραφία είναι συνηθισμένο θέμα η γυναίκα, που γίνεται θύμα συζυγικής βίας και εγκατάλειψης. Στην ιστορία, όμως, του Τσίρμπα προστίθενται παράταιρες περιγραφές, όπως η εκτενής περί αυτοσχέδιας θερμοκοιτίδας για να σωθεί η πρόωρα γεννημένη τέταρτη κόρη ή εκείνες για τη φυγή του μηχανόβιου συζύγου και την εμφάνιση του κουμπάρου. Σε παρόμοιες ηθογραφίζουσες ιστορίες, εμφανίζονται κουμπάροι, προσφυώς όμως εμπλεκόμενοι, όπως, λ.χ., στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Πατέρας στο σπίτι!». Βεβαίως, όλα μπορούν να χωρέσουν σε μια αφήγηση. Εδώ, πάντως, χάρις σε αυτά τα μέρη, χρησιμοποιούνται οι συγκεκριμένες λέξεις. Και πάλι, μόνο οι δέκα. Λείπει η λέξη χελιδόνι. Αρχικά, υποθέσαμε ότι οι κριτές στάθηκαν επιεικείς. Ότι, ίσως και αργά, κατάλαβαν πως έντεκα λέξεις, όταν, μάλιστα, δεν προέρχονται από συγκεκριμένη εννοιολογική ενότητα, είναι δύσκολο σταυρόλεξο. Λανθασμένη εικασία. Το διήγημα στην πρώτη δημοσίευσή του στο συλλογικό τόμο έχει και μία πρόταση με τη λέξη χελιδόνι. Την αφαίρεσε ο συγγραφέας στο βιβλίο και καλά έκανε. Παραήταν γλαφυρή η παρομοίωση της επιστροφής του άπιστου συζύγου με χελιδόνι. Αντ’ αυτής, συγκεκριμενοποίησε την οικογενειακή εστία στην οδό Φυλής, ώστε το διήγημα να δένει με τη θεματική του βιβλίου του.
Αν δεν σφάλλουμε, ο Τσίρμπας εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2007, στο διαγωνισμό διηγήματος των εκδόσεων Πατάκη, με θέμα «Είμαστε όλοι μετανάστες». Εκείνο το διήγημά του, με τίτλο, «Ρου Που», δεν ενσωματώθηκε στο πρόσφατο βιβλίο. Ούτε το διήγημα του επόμενου διαγωνισμού, στον οποίο έλαβε μέρος δυο χρόνια αργότερα, εκείνον του Βρετανικού Συμβουλίου, που είχε ως θέμα, «Φανταστείτε το μέλλον σας σε μία πόλη που αλλάζει». Ωστόσο, το βιβλίο του, τουλάχιστον ο βασικός κορμός, συνενώνει τα θέματα των δυο διαγωνισμών, που, έτσι κι αλλιώς, είναι αλληλένδετα. Η Βικτώρια του τίτλου δεν είναι κάποια γυναίκα, αλλά η Βασίλισσα Βικτωρία της Μεγάλης Βρετανίας, το όνομα της οποίας δόθηκε στην πλατεία Κυριακού. Συνοικία, δηλαδή διοικητική περιοχή, Βικτώρια δεν υπάρχει. Υπάρχει περιοχή Κυριακού, στην οποία ανήκει η μετονομασθείσα το 1943 πλατεία.
Άρα, κυριολεκτεί ο τίτλος του βιβλίου, που αντλείται από τον ισχυρισμό ενός από τους δυο συνομιλούντες ήρωες. Τρόπος του λέγειν συνομιλούντες. Ο ένας μιλάει και ο άλλος ακούει. Αυτός ο δεύτερος είναι ο αφηγητής. Μόλις που πετάει καμία ερώτηση, η οποία μεταφέρεται σε πλάγιο λόγο μαζί με τις σκέψεις του. Απόπειρα συνομιλίας γίνεται με αφορμή την ύπαρξη ή μη περιοχής Βικτώριας. Για τον αφηγητή, που έχει μεγαλώσει στην Αγία Παρασκευή, περιοχή με αυτό το όνομα δεν υπάρχει. Για τον άλλο, όμως, είναι ολόκληρος ο κόσμος των παιδικών και εφηβικών του χρόνων. Γεννημένος μέσα στη δεκαετία του ’70, πρόλαβε τις γειτονιές, αυτές τις στενά δεμένες κοινωνικές μονάδες, που, σήμερα, τουλάχιστον στο κέντρο της Αθήνας, έχουν εκλείψει. Και η συγκεκριμένη γειτονιά έχει μακριά λογοτεχνική παρουσία, κυρίως ως πλατεία Κυριακού, χάρις στους συγγραφείς που μεγάλωσαν εκεί στη δεκαετία του ’40 και τις πρώτες μεταπολεμικές. Από αυτήν την άποψη, παρουσιάζει ενδιαφέρον το βιβλίο του Τσίρμπα, γέννημα θρέμμα της πλατείας, όπως ο Μένης Κουμανταρέας ή και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Αποτελεί ένα τελευταίο κεφάλαιο στις ιστορίες του πρώτου και τους στίχους του δεύτερου.
Ο κεντρικός ήρωας αναφέρει τον Παπαδόπουλο, με αφορμή το άγαλμα της πλατείας, που εκείνος το έκανε τραγούδι. Με νατουραλιστική πιστότητα δίνει τη σημερινή εικόνα, ανακαλώντας αντιστικτικά παλαιότερες εικόνες από τα αγαπημένα του στέκια. Ο οιονεί μονόλογος, σε φωνογραφική απόδοση της εκφοράς του τρέχοντος ιδιόλεκτου, στρέφεται γύρω από τους νέους κατοίκους που έφεραν τις μεγάλες αλλαγές. Με άλλα λόγια, τις αλλεπάλληλες φυλές μετα ναστών που εγκαταστάθηκαν από το 1990 και ύστερα, με τα ενδυματολογικά και άλλα συνήθειά τους και τους ποικίλους τρόπους επιβίωσης. Αντανακλά τα αισθήματα του γηγενούς, που πρέπει να επιβιώσει μέσα σε αυτό το ετερόκλητο πλήθος, τόσο διαφορετικό πολιτισμικά. Η στενοχώρια που νιώθει, προσομοιάζει με του Έλληνα που βρίσκεται αναγκασμένος να κατοικήσει στο ασφυκτικό περιβάλλον μιας οποιασδήποτε ασιατικής ή αφρικάνικης μεγαλούπολης, όπως, λ.χ., το Κάϊρο. Εδώ, προστίθεται το αίσθημα αδικίας, γιατί αυτός πένεται και οι ξένοι στον δικό του τόπο καλοπερνούν. Του έρχεται να τους δείρει.
Μόνο που ο ήρωας το κάνει πράξη. Όπως φτάνει να σκεφτεί τρόπους εξόντωσης των εισβολέων. Άλλο, όμως, να νιώθεις δυστυχής στη γειτονιά σου, γιατί έκλεισε το Λε Παλμιέ και το Μαξίμ της πλατείας και άνοιξε το Γκούντυς που θέλει κωδικό για τη χρήση της τουαλέτας, γιατί τα σκάμματα με άμμο έγιναν τσιμέντο ή γιατί τον ρακοσυλλέκτη παλαιάς κοπής εκτόπισαν οι μελαμψοί με τα καροτσάκια που ψάχνουν για μέταλλα και άλλο να βλέπεις τον ξένο σαν ποντικό και να εμπνέεσαι τρόπους θανάτωσής του, χωρίς χημικά και διάφορα άλλα που είναι ευκόλως ανιχνεύσιμα. Την απόσταση την αντιλαμβάνεται ο οιοσδήποτε που βρίσκεται στη θέση του παρατηρητή, όπως ο κυριλέ Αγιοπαρασκευιώτης συνταξιδιώτης του. Μήπως, όμως, αυτή η απόσταση δεν είναι και τόσο μεγάλη για τον γηγενή κάτοικο της πλατείας, που νιώθει απειλούμενος και με τραυματισμένη την αξιοπρέπειά του, καθώς δεν έχει ούτε τα ελάχιστα, για βενζίνη, για ένα παγωτό ή και για τσιγάρο όχι μαϊμού. Τον γηγενή που μεγάλωσε, υπερηφανευόμενος για την πατρίδα του, τη θρησκεία του και τον ανδρισμό του. Ο μονόλογος αναδεικνύει αυτό το κομβικό σημείο, ασχέτως αν το αποτέλεσμα πιστεύουμε πως θα γινόταν πειστικότερο, με περισσότερο δηλωτικούς και λιγότερο κραυγάζοντες αφηγηματικούς τρόπους. Αν ο ρεαλισμός δεν είχε τόση ωμότητα, αν οι καταστάσεις δεν σπρώχνονταν σε ακραίες εκφάνσεις, αν οι τόνοι κλιμακώνονταν.
Οι δυο χαρακτήρες σκιαγραφούνται σύμφωνα με το αντιθετικό σχήμα του άσπρου μαύρου. Ο ένδον λόγος του συνεπιβάτη – ακροατή δείχνει τον πολιτικώς ορθά σκεπτόμενο σε θέματα όπως οι ομοφυλόφιλοι και οι μετανάστες. Σε ένα σημείο, μάλιστα, που αναφέρεται στο ρόλο της τηλεόρασης, μοιάζει περισσότερο με απόσπασμα από κοινωνιολογίστικη ανάλυση. Το βιβλίο αποτελείται από τον κυρίως κορμό, που είναι η ομότιτλη ιστορία, χωρισμένη σε έξη κεφάλαια, και πέντε ακόμη, αυτοτελείς και με ιδιαίτερο τίτλο ιστορίες, που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων. Ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του, διατείνεται πως τις συμπεριέλαβε για να δείξει ότι υπήρχαν καταστάσεις εγκλεισμού και υπόγειας βίας και πριν ξεκινήσει η μαζική εγκατάσταση μεταναστών και η οικονομική κρίση. Από μία άποψη, κάτι αυτονόητο. Όπως και να έχει, αυτό το δείχνει με μια ιστορία στην περίοδο της Απριλιανής Δικτατορίας, και ακόμη τέσσερις, για έναν φυλακισμένο, έναν εσωτερικό μετανάστη της δεκατιάς του ’60, έναν άπορο και την εγκαταλειφθείσα σύζυγο. Εδώ, τα χαρακτηριστικά της γραφής, που αναφέραμε, με σταθερό τον πρωτοπρόσωπο λόγο (σε μία ιστορία δοκιμάζεται το δεύτερο πρόσωπο), γίνονται περισσότερα έκδηλα.
Ο Τσίρμπας είναι αντιπροσωπευτικός της ομάδας των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Άνθισε στα νεόκοπα φυτώρια, που αντικατέστησαν εκείνα των λογοτεχνικών περιοδικών, και οι αφηγηματικοί τρόποι του αποτελούν χαρακτηριστικά της πιο ευδιάκριτης Σχολής γραφής, που προέκυψε από τα Σεμινάρια και τους Διαγωνισμούς. Σε περιπτώσεις όπως η δική του, η χρήση μεθόδων βελτίωσης προβληματίζει. Δεδομένου ότι έχει αφηγηματικές δυνατότητες, μένει ζητούμενο, διά της φυσιολογικής ωρίμανσης, τι θα προέκυπτε.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/2/2014.
Ένας ριζοσπάστης λόγιος
Γιώργος Γ. Αλισανδράτος
«Μελέτες για τον
Νικόλαο Κονεμένο»
Εκδοτική φροντίδα
Τασία Ευθυμιάτου-Αλισανδράτου
Μουσείο Μπενάκη
Ιούλιος 2013
Στις 7 Μαρτίου 2004 απεβίωσε ο Κεφαλήνιος φιλόλογος και ερευνητής Γ. Γ. Αλισανδράτος. Εντός της δεκαετίας από το θάνατό του έχουν εκδοθεί τρία βιβλία του, με φιλολογική επιμέλεια που ανταποκρίνεται στις υψηλές απαιτήσεις του ίδιου. Και τα τρία αποτελούν έργο της Κεφαλήνιας φιλολόγου Τασίας Ευθυμιάτου-Αλισανδράτου. Λίγοι είναι εκείνοι που ευτυχούν τα κατάλοιπά τους και η φροντίδα τής μετά θάνατο μνημόνευσής τους να βρεθούν εναποθετημένα σε φιλόστοργα και ικανά χέρια. Ο κανόνας είναι οι αδιάφοροι, κάποτε ιδιοτελείς, κληρονόμοι και τα ανενεργά Αρχεία σε κούτες ιδρυματικών και ιδιωτικών αποθηκών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συγκυρία είναι ευτυχής, καθώς ο κόπος του φροντιστή δεν πάει στο τυχόν φιλολογικό Αρχείο, αλλά σε πολύτιμο απόθεμα από μακροχρόνιες έρευνες και ακόμη, σε μία παρακαταθήκη μελετών, που είχαν μείνει σε προχωρημένο στάδιο ετοιμασίας προς έκδοση. Όπου το θεματικό φάσμα τους δεν είναι μόνο ευρύ, αλλά καλύπτει και ένα σήμερα παραμερισμένο τμήμα των ελληνικών γραμμάτων. Αυτό που αφορά τα Επτάνησα. Πιο συγκεκριμένα, τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, που αποτέλεσε το θέμα της πρώτης μεταθανάτιας συναγωγής μελετημάτων του, τα επτανησιακά γράμματα και ακόμη, το κίνημα του δημοτικισμού, στο οποίο εντάσσεται το δεύτερο βιβλίο του, γύρω από τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη και το έργο του. Το πρόσφατο βιβλίο, το τρίτο στη σειρά, εφάπτεται και των τριών περιοχών, καθώς αφορά έναν ποιητή, που θεωρείται “πρόδρομος κοινωνικός ριζοσπάστης” και “πρωτοπόρος του δημοτικισμού”. Τον παραγνωρισμένο Νικόλαο Κονεμένο, όπως τον αποκαλούσαμε σε ένα πρώτο κείμενό μας, το 1997. “Αδικαιολόγητα παραγνωρισμένο”, κατά τον χαρακτηρισμό του Άγγελου Δεληβοριά, που γράφει το προλογικό σημείωμα της πρόσφατης έκδοσης.
Μπορεί παραγνωρισμένη η συμβολή του Κονεμένου, μετράει, ωστόσο, μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια, τέσσερις εκδόσεις βιβλίων του: «Το ζήτημα της γλώσσας» (εκδ. Φιλόμυθος, 1993). «Τα ματογυάλια», με επιμέλεια Διονύση Βίτσου (εκδ. Ωκεανίδα, 1997), δεύτερος τόμος σε σειρά, με τίτλο, «Οι Επτανήσιοι», που επιβίωσε μια τετραετία, συμπληρώνοντας επτά τόμους, με τον πρώτο αφιερωμένο στην Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου. «Η Διαθήκη μου και δυο κείμενα για τη γυναίκα και την οικογένεια», με εισαγωγή Πάρι Δάγλα και επιμέλεια Διαμαντή Καράβολα (εκδ. Φαρφουλάς, 2008). Και το πρόσφατο, με επτά κείμενα του Αλισανδράτου, τέσσερις μελέτες και τρία άρθρα, που παρουσιάστηκαν εντός της εικοσαετίας 1976-1996, συν ένα δοκίμιο του Κονεμένου.
Κλέφτες και φονιάδες
Ουσιαστικά, το εν λόγω δοκίμιο δημοσιεύεται για πρώτη φορά σε μία εύληπτη γλωσσική μορφή και επιπλέον, σε προσιτή στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό έκδοση. Πρόκειται για μελέτημα γραμμένο ιταλικά, που είχε κυκλοφορήσει αυτοτελώς πριν 120 χρόνια, από κερκυραϊκό τυπογραφείο. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Ladri ed omicidi». Μέσα στο ίδιο έτος, το 1893, ο Κονεμένος το είχε μεταφράσει και δημοσιεύσει σε συνέχειες στην «Εφημερίδα των Ειδήσεων» της Κέρκυρας, με τίτλο, «Κλέφτες και φονιάδες». Η Ευθυμιάτου χαρακτηρίζει τη μετάφραση του Κονεμένου “δύσβατη”. Όσο για την εφημερίδα, ούτε καν αναφέρεται στους καταλόγους επτανησιακών εντύπων του 19ου αι. Το δοκίμιο αναδημοσιεύθηκε το 2006 στο περιοδικό «Ελευθεριακά χρονικά» του Ελευθεριακού Ιστορικού Αρχείου. Αν δεν σφάλλουμε, πρόκειται για ένα βραχύβιο περιοδικό, που κυκλοφόρησε μόλις δυο τεύχη. Ο Κονεμένος παρουσιάζεται στο δεύτερο, μαζί με τον Κινέζο συγγραφέα και αναρχικό Μπα Τσιν. Η μετάφραση είναι “πρόχειρη”, προτάσσεται, όμως, εισαγωγή του Τζέιμς Σότρος, που ασχολείται συστηματικά με το αναρχικό κίνημα. Οι ιδέες, πάντως, του Κονεμένου δεν θα χαρακτηρίζονταν προδρομικές ενός οποιουδήποτε τύπου αναρχισμού. Ο Γιώργος Βαλέτας, που αναστήλωσε μέρος του έργου του, θεωρεί ότι με το εν λόγω δοκίμιο παρουσιάζει το “ανθρωπιστικό κήρυγμά” του. Πιθανώς αγνοώντας τη δημοσίευση στα ελληνικά, το αναδημοσιεύει στα ιταλικά, ως κατακλείδα του πρώτου τόμου των Απάντων Κονεμένου. Αυτόν τον τόμο τον είχε εκδώσει το 1965, υποσχόμενος έναν δεύτερο, με όσα δυσεύρετα δεν είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει. Το υλικό γι’ αυτόν τον δεύτερο τόμο, που δεν εξέδωσε τελικά, πιθανώς και να διασώζεται στο Αρχείο του.
Στα κατάλοιπα του Αλισανδράτου, η Ευθυμιάτου βρίσκει “τις θετικές κριτικές παρατηρήσεις” του, πρόχειρα σημειωμένες, μαζί με μία πρώτη μεταφραστική εκδοχή. Τη δική της μετάφραση την παρουσιάζει σαν πιο επεξεργασμένη μορφή αυτής της εκδοχής. Πρόκειται για μία άρτια γλωσσικά απόδοση, η οποία θα ικανοποιούσε τόσο τον συγγραφέα όσο και τον Αλισανδράτο, που πρώτος έβγαλε το δοκίμιο από την αφάνεια. Προστέθηκαν μεσότιτλοι, πλήθυναν οι παράγραφοι και το κυριότερο, ο λόγος έγινε μικροπερίοδος. Σε αυτήν τη μορφή, το δοκίμιο δημιουργεί την εντύπωση πως γράφτηκε σήμερα, από κάποιον, που παρακινήθηκε από την τρέχουσα πολιτικοκοινωνική κατάσταση. Κατά μία άποψη, ο Κονεμένος δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να σχολιάζει τα αυτονόητα σχετικά με την ανθρώπινη φύση, τις κοινωνικές συμβάσεις, τους πολέμους, τον χριστιανισμό, μέχρι και τον κομμουνισμό. Μόνο που αυτά τα αυτονόητα έχουν τόσο στρεβλωθεί από την κρατούσα λογική, ώστε η διατύπωσή τους να ηχεί σχεδόν πρωτότυπη. Το δοκίμιο, στη μετάφραση της Ευθυμιάτου, θα άξιζε να εκδοθεί σε ανεξάρτητο τομίδιο, από αυτά των τεσσάρων τυπογραφικών, που είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια, ώστε ο Κονεμένος, έστω έναν και πλέον αιώνα μετά το θάνατό του, να βρει το μεγάλο αναγνωστικό κοινό που του αντιστοιχεί.
Το δοκίμιο αποτελεί το θέμα της εισήγησης του Αλισανδράτου στο Συμπόσιο για «Το Ιόνιο. Οικολογία-Οικονομία-Ρεύματα ιδεών», το 1985, που, στον πρόσφατο τόμο, παρατίθεται δεύτερη στη σειρά. Ο μελετητής διευκρινίζει ότι καταχρηστικά το χαρακτήρισε δοκίμιο, καθώς πρόκειται για συνεχές κείμενο, με πολλά επιμέρους “άρθρα κοινωνικού προβληματισμού”. Το εντάσσει σε μία σειρά δημοσιευμάτων του Κονεμένου, στα οποία εκείνος αναπτύσσει τις κοινωνικές του απόψεις, με πρώτο, το “βιβλιαράκι” του 1876, «Η Οικογένεια», και τελευταίο την “αυτοβιογραφική και σατιρική” έως και “πικρόχολη” «Διαθήκη» του 1901. Παρατηρεί, επίσης, ότι, ενώ οι ασχολούμενοι με το γλωσσικό ζήτημα πρόσεξαν τα δυο γλωσσικά του δοκίμια, οι ιστορικοί των σοσιαλιστικών ιδεών και του σοσιαλιστικού κινήματος αγνόησαν τα κοινωνικά του δοκίμια, ιδίως το συγκεκριμένο. Σε μεταγενέστερο άρθρο του, δημοσιευμένο το 1993, στα εκατό χρόνια από τη γραφή του δοκιμίου, ο Αλισανδράτος εστιάζει στο καταληκτικό μέρος του, όπου ο Κονεμένος προτείνει την ίδρυση μίας “κομμουνιστικής κοινότητας χιλίων ατόμων”, ώστε να δοκιμαστούν οι ιδέες και να φανεί κατά πόσο το σύστημα είναι εφαρμόσιμο. Οραματιζόταν μία κοινωνία ουσιαστικά πολιτισμένη και όχι μόνο κατ’ όνομα, όπως ήταν η δική του.
Φωτεινές απόψεις
Ο Αλισανδράτος, σε μία από τις πρώτες μελέτες του για τον Κονεμένο, ασχολείται με τις γλωσσικές απόψεις του, όπως εκείνος τις έχει διατυπώσει στα δυο βασικά γλωσσικά του μελετήματα, του 1873 και του 1875. Συγκρατεί ως τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τρία σημεία: Πρώτον, “η κοινή νεοελληνική είναι γνήσιο γέννημα της αρχαίας και έχει ίσα δικαιώματα με αυτήν”. Δεύτερον, είναι “πολύ φυσικό η γλώσσα της ποίησης – και αυτή στα Επτάνησα ήταν η δημοτική – να είναι και γλώσσα της πεζογραφίας, έντεχνης και μη”. Και τρίτον, “να πάρουμε από την αρχαία (επομένως και από την καθαρεύουσα) όσα λόγια στοιχεία μας χρειάζονται”. Στη συνέχεια, σταχυολογεί κι άλλες ενδιαφέρουσες απόψεις, με γνωστότερη, χάρις στον Λορέντζο Μαβίλη που την εκστόμισε από τα βουλευτικά έδρανα, την απόφανση ότι “υπάρχει χυδαίο ύφος και χυδαίος τρόπος, όχι χυδαία γλώσσα”. Επισημαίνει ότι αυτά τα δυο γλωσσικά μελετήματα προηγήθηκαν κατά μία δεκαπενταετία του βιβλίου του Ψυχάρη, «Το ταξίδι μου».
Άξια σχολιασμού είναι η αμφιλεγόμενη στάση που κράτησε ο Χιώτης λόγιος απέναντι σε αυτές τις “φωτεινές απόψεις” του προδρόμου του. Για χρόνια τον αγνόησε, και μόνο πολύ αργά, μετά το 1903 και τον εγκωμιαστικό σχολιασμό από τον ελληνιστή Καρλ Κρουμπάχερ, άρχισε να τον μνημονεύει. Αν και με συγκατάβαση, σαν “τον αγαθό μας γέρο Κονεμένο και τη μισογλωσσιά του”. Πάντως, ο Κονεμένος, μέχρι τέλους, επέμεινε στο μέσο δρόμο μεταξύ καθαρεύουσας και ψυχαρικής δημοτικής. Όσο για τον Ψυχάρη, ευνοήθηκε από τις συγκυρίες. Ο Κονεμένος απεβίωσε την 1η Μαρτίου 1907, ενώ ο Ψυχάρης, 22 χρόνια νεότερος, απεβίωσε 22 χρόνια αργότερα, κατέχοντας μέχρι τέλους την καθηγητική έδρα, παρά τα 75 έτη του. Ήταν άρα αναμενόμενο να σβήσει τον Επτανήσιο από τον γλωσσικό χάρτη. Ασχέτως αν είχε ο καιρός γυρίσματα για τον Κονεμένο. “Φωστήρα της Επτανήσου”, τον αποκαλεί ο Μαλακάσης στο νεκρολόγημά του. Ενώ, ο πρόσφατος τόμος ξεκινάει με τις γλωσσικές του απόψεις. Το χρονολογικά πρώτο κείμενο του Αλισανδράτου, του 1976, είναι απόσπασμα από εκτενέστερη μελέτη του για την ποίηση τ῾῾ου Βαλαωρίτη. Αναφέρεται σε μία από τις ύστερες, γλωσσικές απόψεις του Κονεμένου. Το 1905, υποστήριζε πως η δημοτική είχε επισήμως καθιερωθεί ως η μόνη γλώσσα της ποίησης από την 25η Μαρτίου 1872, όταν ο Βαλαωρίτης, κατόπιν προσκλήσεως της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου, απήγγειλε τον «Ύμνον στον Πατριάρχη». Κατά τα άλλα, ο Κονεμένος θεωρούσε την ποίηση του Βαλαωρίτη παρωχημένη και το συγκεκριμένο ποίημα “τερατώδες”.
Ο Κονεμένος ήταν ο ίδιος ποιητής, ασχέτως αν ιστορικοί και ανθολόγοι τον προσπερνούν. Στο Συμπόσιο προς τιμήν του, που διοργανώθηκε στη γενέτειρά του, την Πρέβεζα, Σεπτ. 1994, στις 15 εισηγήσεις, οι πέντε αφορούσαν τον ποιητή, με πρώτο ομιλητή τον Αλισανδράτο. Στον πρόσφατο τόμο αναδημοσιεύεται η εισήγησή του, όπου, καταλήγοντας, υπόσχεται “ιδιαίτερη έκδοση των ποιημάτων με αναλυτικά σχόλια”. Αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, όπως και ο δεύτερος τόμος των Απάντων του, που ο Βαλέτας καθυστερούσε, αναζητώντας, μεταξύ άλλων, την ποιητική συλλογή που ο Κονεμένος είχε εκδώσει το 1879, στην Αθήνα, με τα αρχικά του. Πρόκειται για επτά ποιήματα, που αναδημοσιεύονται διορθωμένα, ως επιλογή από τα ποιήματα των τριών πρώτων φυλλαδίων της πενταετίας 1863-67. Εκτός αυτών, στη μελέτη του Αλισανδράτου καταγράφεται το σύνολο της περιορισμένης ποιητικής του σοδειάς. Σχολιάζονται τα εκτενέστερα, ενώ διατυπώνεται απερίφραστα η ετυμηγορία του μελετητή: “Ο Κονεμένος δεν ήταν ποιητής. Η κριτική του οξυδέρκεια ήταν μεγάλη, αλλά οι ποιητικές του δυνάμεις πολύ μικρές”. Περισσότερο γενναιόδωρος στέκεται ο Παλαμάς στη νεκρολογία του Κονεμένου, όπου τον χαρακτηρίζει, “τρυφερό, πονεμένο, πλατωνικό, δακρυοστάλαχτο”.
“Ηπειρώτης με επτανησιακή καλλιέργεια” ο Κονεμένος, δεν κάνει την πρώτη του εμφάνιση με ποίημα, πεζό ή δοκίμιο, αλλά με ένα ηπειρώτικο γλωσσάρι, δημοσιευμένο στο περιοδικό «Πανδώρα». Ο Αλισανδράτος σκιαγραφεί τη γενολόγιά του, τον βουνίσιο πατρικό κλάδο και τον μητρικό, όπως μεταφυτεύτηκε από τη Σικελία στη Λευκάδα, εξ ου και το επίθετο Σικελιανοί. Ετυμολογεί και το επίθετο Κονεμένος, ενώ αναζητά στο έργο του την Πρέβεζα. Παραδόξως είναι πολλές οι σκόρπιες αναφορές, παρόλο που έφυγε βρέφος και ποτέ δεν επέστρεψε.
Ο αλληλογράφος
Στον πρόλογο του πρώτου τόμου των Απάντων Κονεμένου, ο Βαλέτας σημειώνει: “Περιμένω ακόμα να δοθούν γρήγορα τα προς Λασκαράτον γράμματα, για να τα περιλάβω στο Β΄ τόμο.” Αυτά τα γράμματα τα πρωτοδημοσίευσε ο Αλισανδράτος ως δεύτερο τόμο στη Σειρά Μελετών της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, το 1996. Τότε είχαμε παρουσιάσει την έκδοση, που τιτλοφορείται, «Ανέκδοτα γράμματα του Ν. Κονεμένου προς Ανδρέα Λασκαράτο (1860-1861, 1863)». Στον πρόσφατο τόμο αναδημοσιεύονται, συμπληρώνοντας το κεφάλαιο Κονεμένος. Το κυρίως σώμα είναι 24 γράμματα της διετίας 1860-1861, τα οποία αντανακλούν την οξύτατη πολιτική διαμάχη ανάμεσα σε “παλαιούς” ριζοσπάστες και “ενωτιστές” ή και “ψευδοριζοσπάστες” εκείνης της περιόδου. Αντιθέτως, τα δυο της διετίας 1863-64 είναι γύρω από τη “διεστραμμένη” στιχουργία του, όπως ο ίδιος την αποκαλεί. Απαραίτητο βοήθημα για τον σημερινό αναγνώστη των επιστολών συνιστούν η εισαγωγή και οι εκτενείς σημειώσεις του Αλισανδράτου, καθώς και η συναγωγή μελετημάτων του για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό. Πρόκειται για μία φιλία δι’ αλληλογραφίας, που κάρπισε παρά την ηλικιακή διαφορά μίας εικοσαετίας χάρις στην ιδεολογική τους συστράτευση εναντίον των “ψευδοριζοσπαστών”. Και βεβαίως, χάρις στις εφημερίδες τους, τον «Εωσφόρο» του Κονεμένου και τον «Λύχνο» του Λασκαράτου, μέσω των οποίων ασκούσαν την πολεμική τους.
Συνοψίζοντας, χωρίς την “αναστύλωση” του Βαλέτα και τις μελέτες του Αλισανδράτου, ο Νικόλαος Κονεμένος ουσιαστικά δεν θα υπήρχε. Θα παρέμενε μία θολή και ελλιπής παρουσία.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/1/2014.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.
