
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011
Ο Δάσκαλος, ο Μητροπολίτης και ο Παπαδιαμάντης
Έφη Γαζή
«“Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια”
Ιστορία ενός συνθήματος
(1880-1930)»
Εκδόσεις Πόλις
Φεβρουάριος 2011

Oπως αναφέραμε στο δημοσίευμα της προηγούμενης Κυριακής, η μελέτη της Έφης Γαζή αφηγείται την ιστορία του συνθήματος “Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια”, καλύπτοντας μισό αιώνα ιδεολογικών συγκρούσεων. Στο πρώτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Ο Χριστιανισμός ως κοινωνικός αναμορφωτής», αναφέρεται στις τρεις πρώτες δεκαετίες, ξεκινώντας γύρω στο 1880 και φθάνοντας μέχρι το 1908. Σε αυτήν την κοντά τριακονταετία, η αφήγηση εστιάζει σε δυο ομίλους: το Σύλλογο «Η Ανάπλασις», που ιδρύεται το 1886 και την «Εταιρεία της υπέρ των Πατρίων Αμύνης», γνωστής ως τα «Πάτρια», που ιδρύθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1900. Ο μεν Σύλλογος κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα ομώνυμο περιοδικό, που είναι το παλαιότερο και μακροβιότερο έντυπο χριστιανικού συλλόγου, επιβιώνοντας μέχρι τουλάχιστον το 2005. Παρομοίως και η Εταιρεία κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα ομώνυμη εφημερίδα, η οποία όμως δεν μακροημέρευσε, καθώς διακόπηκε αιφνίδια το 1916, λόγω πολιτικής δίωξης του βενιζελικού διευθυντή της.
Πρωτεργάτες του Συλλόγου στάθηκαν ο σίφνιος θεολόγος Κωνσταντίνος Διαλησμάς και ο καλύμνιος νομικός Μιχαήλ Γαλανός. Αναφέρουμε τους τόπους καταγωγής, γιατί τότε έπαιζαν σημαντικό ρόλο στις περιπέτειες του βίου. Για παράδειγμα, ο Γαλανός, που δικηγορούσε στη γενέτειρά του, διώχθηκε για ένα φιλοβασιλικό άρθρο του κι έτσι βρέθηκε στην Αθήνα το 1893 να διευθύνει το περιοδικό μέχρι το θάνατο του Διαλησμά, το 1921, όταν και ο ίδιος αναχώρησε για την Αμερική όπου και διέπρεψε ως ιεροκήρυκας και δημοσιογράφος στον εκεί εκκλησιαστικό Τύπο.
Ενώ, στην συντακτική επιτροπή της εφημερίδας συμμετείχε, μεταξύ άλλων επιφανών, ο γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις και ο Κωνσταντινουπολίτης Σταύρος Βουτυράς. Αξίζει να θυμίσουμε τον τελευταίο, μιας και εφέτος συμπληρώνονται 170 χρόνια από την γέννησή του. Στην Κωνσταντινούπολη, εξέδιδε την εφημερίδα «Νεολόγος» από τις 20 Οκτωβρίου 1866 μέχρι την απέλασή του, στις 9 Απριλίου 1897, τέσσερις ημέρες μετά την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ερχόμενος στην Αθήνα, επανακυκλοφόρησε τον «Νεολόγο», από τις 19 Σεπτεμβρίου 1897 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1899. Ενώ, τα «Πάτρια» άρχισαν να εκδίδονται από την 1η Οκτωβρίου 1900. Ο Βουτυράς είναι ένα από τα πρόσωπα της μελέτης της Γαζή, που συνδέονται με την Κωνσταντινούπολη. Δεν θα ήταν απίθανο, στα έντυπα της Κωνσταντινούπολης να λανθάνουν παραφυάδες, που μπορεί να συνέβαλαν στην μετάπλαση των τριών εννοιών σε συνθηματική φράση.
Διευθυντής, ωστόσο, της εφημερίδας ήταν ο καλός διηγηματογράφος Ιωάννης Δαμβέργης, που απαξιώθηκε τόσο από τους συγχρόνους του όσο και από τους μεταγενέστερους. Τον ανθολογεί, ωστόσο, ο Ε. Χ. Γονατάς στις «Ασυνήθιστες ιστορίες» του. Σε σχετικό λήμμα Γραμματολογίας του 1997, αναφέρεται ότι “εξέδιδε και διένεμε δωρεάν, με τη χρηματική ενίσχυση ιδίως Ελλήνων του εξωτερικού, το εβδομαδιαίο υπερσυντηρητικό εθνικιστικό φυλλάδιο «Πάτρια»”. Ακραία διατύπωση, που δεν συμβάλλει στην κατανόηση της εποχής. Αντιθέτως, η Γαζή αναπαράγει το σκοπό της εφημερίδας, όπως ορίζεται από τους ιδρυτές της. Κι αυτός είναι “η ενίσχυση της ελληνοπρεπούς ανατροφής των νέων και η υποστήριξη της πατρίου θρησκείας και γλώσσης”. Όπως και να έχει, για κοντά μια δεκαετία, τα «Πάτρια» υπερασπίστηκαν την καθαρεύουσα, αντιπαλεύοντας τους δημοτικιστές του «Νουμά». Κυρίως υπεραμύνθηκαν του τρίπτυχου “Εκκλησία, Πατρίς, Οικογένεια”, μεταφέροντάς το και στις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας.
Πριν, όμως, την ίδρυση των δύο ομίλων, στη μακριά περίοδο ζυμώσεων, κοντά μια εικοσαετία, που προηγήθηκε, πρωτοστάτησε ο θεολόγος Απόστολος Μακράκης. Σύμφωνα με τη Γαζή, αυτός είναι ο πρώτος που πρότεινε ένα “πρόγραμμα αναμόρφωσης της κοινωνίας με βάση τη χριστιανική διδασκαλία, το οποίο αποκρυσταλλώθηκε σε συγκεκριμένες οργανικές δομές”. Στη μελέτη της περιγράφονται η προσωπικότητά του, οι φιλοσοφικές αρχές της διδασκαλίας του, καθώς και η μεγάλη απήχηση που είχαν οι ιδέες του. Διορθωτικά να αναφέρουμε ότι ο Μακράκης δεν γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ήταν γέννημα θρέμμα Σίφνιος. Ας τον θυμίσουμε, αφού το 2011 είναι και γι’ αυτόν επετειακό έτος, καθώς συμπληρώνονται 180 χρόνια από τη γέννησή του. Ο Μακράκης, στη Σίφνο γεννήθηκε και εκεί ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Στην Κωνσταντινούπολη πήγε δεκαπενταετής, το 1846, όπου και φοίτησε ως υπότροφος στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Αποφοιτώντας εργάστηκε ως γραμματέας του Μητροπολίτη Μηθύμνης Αγαθάγγελου και στη συνέχεια, ως δάσκαλος, αρχίζοντας, από το 1858, να εκδίδει πραγματείες και συγγράμματα. Πράγματι, πήγε στο Παρίσι το 1862, ως παιδαγωγός των τέκνων έλληνα τραπεζίτη, αλλά παρέμεινε εκεί μόλις δυο χρόνια. Επιστρέφοντας, μάλιστα, στην Κωνσταντινούπολη, το 1864, περαστικός από την Αθήνα, εκφώνησε τρεις λόγους στο Πανεπιστήμιο, με θέμα τα πολιτικά του Πλάτωνα. Οριστικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1866 και άρχισε να αρθρογραφεί στην “εφημερίδα ελληνικών αρχών” και θρησκευτικού χαρακτήρα «Δικαιοσύνη». Από τις σελίδες της προτείνει να καταργηθεί το “ακάθαρτον, δυτικόν και μεμιασμένον” Σύνταγμα. Τον Σεπτέμβριο του 1867 αποχώρησε από τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας και τον Μάρτιο του 1868, ίδρυσε τη «Σχολή του Λόγου» και στη συνέχεια, σειρά συλλόγων. Μπορεί ο Μακράκης να διώχθηκε από την Εκκλησία, ωστόσο καταγράφηκε ως “σημαντική προσωπικότητα της χριστιανικής διανόησης”. Ενώ, ο μακρακισμός υπήρξε μια υπολογίσιμη πρώτη προσπάθεια εδραίωσης του χριστιανισμού ως κοινωνικού αναμορφωτή, με πολλούς επιγόνους, μεταξύ άλλων και την Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή», στην οποία αφιερώνει η Γαζή το τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης της. Τον ίδιο τον Μακράκη, πέραν των γραπτών του, μένει να τον θυμίζει η προτομή του σε κεντρική πλατεία της γενέθλιας νήσου, όπου βρίσκεται και ο τάφος του. Παραδόξως, όμως, άφησε τα ίχνη του και στην ελληνική λογοτεχνία. Συγκεκριμένα, στη διηγηματογραφία του Παπαδιαμάντη, του οποίου τα 160 χρόνια από τη γέννησή του εορτάζουμε εφέτος,
Ένας από τους χαρακτηριστικούς τύπους των αθηναϊκών διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, είναι “ο Αειπλάνητος”. “Καμαρότος της πρώτης θέσεως εις τα βαπόρια της «Εταιρείας»”, είχε πάρει σύνταξη “κ’ εκοίταζε πώς να σώσει την ψυχή του· εν Αθήναις εσύχναζεν εις του Μακράκη”. Σύμφωνα με το ομότιτλο διήγημα του 1903, “έτρεφε κάποιαν υπόληψιν” για τον αφηγητή, γι’ αυτό και τον ερώτησε τι φρονεί περί Μακράκη και Μακρακισμού. Και εκείνος του απάντησε διπλωματικά: “Δεν υπάρχει αμφιβολία, κυρ-Γιάννη, ότι πολλοί των Μακρακιστών είναι καλοί άνθρωποι, και ότι ο Μακράκης θα ήτον πολύ καλός και ωφέλιμος… Αλλά, τι να σου πω κ’ εγώ, «νόμω καλόν, νόμω κακόν». Εάν, παραδείγματος χάριν, το δείνα σπίτι εκηρύσσετο αρμοδίως υπό των ιατρών χολεριασμένον ή βλογιασμένον, θα είχες ποτέ την τόλμην να πατήσης την καραντίνα και να εισέλθης εις αυτό;”
Ακόμη περισσότερο χαρακτηριστική είναι “η Μακρακιστίνα” του ομότιτλου, και πάλι αθηναϊκού, διηγήματος, δημοσιευμένου ακριβώς ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μακράκη, που αποδήμησε στις 24 Δεκεμβρίου 1905. Πρόκειται για την κυρα-Γιωργούλα, μια από τις πιο δολερές ηρωίδες του Παπαδιαμάντη. Είναι “Αρτινή, επιτηδεία πολύ, οικονόμος, μαγείρισσα, αναγνώστρια, ψάλτρια”, τακτική στις συναθροίσεις της «Σχολής του Λόγου». Ο Παπαδιαμάντης, πάντως, παρά τις συνεχείς διώξεις του Μακράκη, δεν στέκεται απόλυτα κατηγορηματικός. Στο προηγούμενο διήγημα του 1903, γράφει: “Οι αρμόδιοι, δηλ. η Ιερά Σύνοδος, τον εκήρυξε κακόδοξον και αιρετικόν. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου, και πριν ανώτερον τι δικαστήριον, φέρ’ ειπείν η Μεγάλη Εκκλησία και τ’ άλλα Πατριαρχεία, ακυρώσουν την πράξιν της Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος, και κηρύξουν τον Μακράκην υγιαίνοντα περί την πίστιν και ορθόδοξον, πας χριστιανός οφείλει να πειθαρχή εις τους ορατούς αντιπροσώπους της Εκκλησίας, είτε αμαρτωλοί είναι ούτοι είτε άγιοι, και να μην πλησιάζη εις τον Μακράκην”.
Πολλά χρόνια πριν, το καλοκαίρι του 1891, όταν ο Μακράκης έκανε μια μεγάλη περιοδεία σε Χαλκίδα, Σκιάθο, Βόλο, Λάρισα, Τρίκαλα, Καρδίτσα, Στυλίδα, Λαμία, εκφωνώντας ομιλίες, ο πατήρ Παπαδιαμάντης, ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ, παρενέβηκε δυναμικά, προσπαθώντας να ματαιώσει τον προσηλυτισμό του λαού σε μισαλλόδοξες δοξασίες. Τότε προκλήθηκε “το μακράκιον επεισόδιον”, γνωστό έως σήμερα χάρις στα δυο αγανακτισμένα άρθρα του Παπαδιαμάντη, δημοσιευμένα υπό τη μορφή επιστολών προς την «Ακρόπολιν» και το «Άστυ», το καλοκαίρι του 1891. Σε αυτά, υπερασπιζόμενος εαυτόν από τις επιθέσεις της εφημερίδας του Μακράκη, γράφει: “Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της. Εάν δε τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία να κρίνη είναι μόνη η Εκκλησία…” Αυτήν την τελευταία άποψη την ενσωματώνει έντεχνα, όπως είδαμε, στο προαναφερθέν διήγημα του 1903.
Ακόμη νωρίτερα, Ιανουάριο 1888, στη νεκρολογία του εκ μητρός πρόγονού του, ιερομόναχου Διονυσίου Επιφανιάδη, γνωστού ως Γέροντα, γιού του διδάσκαλου του Γένους Επιφανίου Δημητριάδη, γράφει: “Ο Διονύσιος ανήκεν εις την αρχαιοπρεπή εκείνην τάξιν των μοναχών, των Κολλυβάδων καλουμένων, ης ήτο ο τελευταίος σχεδόν αντιπρόσωπος. Παρά των Κολλυβάδων τούτων ηθέλησε και ο κ. Μακράκης να μιμηθή τινα έθιμα…” Επίσης, παρατηρεί: “Πολλοί απατηθέντες συνέχεον τον γηραιόν πνευματικόν προς τους μακρακιστάς και ενόμισαν, ότι ο Διονύσιος ήτο οπαδός του συντάκτου του «Λόγου»… Ο σεβάσμιος αγωνιστής της Ορθοδοξίας ήτο κατά γενεάν όλην πρεσβύτερος του κ. Μακράκη…” Περισσότερα για “τα παλαιά έθιμα”, που θέλησε να οικειοποιηθεί ο Μακράκης αλλά και γενικότερα για τη σχέση του με “την αρχαιοπρεπή κοινότητα” των Κολλυβάδων, τα αναπλάθει σε ένα από τα καλύτερα σκιαθίτικα διηγήματά του.
Ο Γέροντας Διονύσιος ήταν και ο ανακαινιστής της Μονής της Παναγίας της Κουνίστρας ή Κουνίστριας, στην δυτική ακτή του νησιού. Κατά την θρησκευτική παράδοση, πήρε την ονομασία της από εικόνα της Παναγίας, που βρέθηκε στην εν λόγω τοποθεσία, “κουνάμενη” από τον αέρα σε κλαδιά πεύκου. Αυτή η εικόνα της Παναγίας στάθηκε η αφορμή να συγκρουσθεί ο Παπαδιαμάντης με έτερο πρωταγωνιστή της μελέτης της Γαζή, τον Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό. Αυτή τη φορά, όχι μόνο δια της γραφίδας του, αλλά και αυτοπροσώπως, στην πόλη της Σκιάθου, και συγκεκριμένα, στο Ναό των Τριών Ιεραρχών, όπου φυλασσόταν η εικόνα. Το ιστορικό της σύγκρουσης Παπαδιαμάντη-Γερμανού το αφηγείται ο θεολόγος Δημήτρης Τσιβιλίδης στον τόμο «Βόλος 1908» του «Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών», ο οποίος και λειτουργεί συμπληρωματικά στον βίο και την πολιτεία του Μητροπολίτη Δημητριάδος, όπως αυτός σκιαγραφείται στη μελέτη.
Γεννημένος στα Ψαρά, το 1872, ο κατά κόσμον Γερμανός Μαυρομμάτης, αποφοίτησε από το γυμνάσιο Χίου και ως διδάκτωρ θεολογίας, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα και ανέλαβε διευθυντής των γραφείων του Πατριαρχείου της Αλεξάνδρειας. Εκεί, πρωτοσυνάντησε την πέτρα του σκανδάλου των “Αθεϊκών” Πηνελόπη Χριστάκου. Σε επιστολή του ο Δελμούζος προς την Πηνελόπη Δέλτα γράφει: «…προστατευόμενη του Παγώνη η Χριστάκου, ενός θανάσιμου εχθρού του Σεβασμιωτάτου, που τον είχε διώξει από τα Πατριαρχεία της Αλεξανδρείας, ως ρωσσόφρονα…» Δεν χάθηκε, πάντως, ο εκδιωχθείς ιερωμένος. Αντιθέτως. Αρχικά εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στην Ηλεία και μετά, στην Δημητριάδα. Εκεί, μετά το θάνατο του Μητροπολίτη, όντας τότε Αρχιμανδρίτης, κατέλαβε τον επισκοπικό θρόνο. Μόνο που ο αποθανών προκάτοχός του είχε δωρίσει και τον Μητροπολιτικό οίκο και τα γραφεία στην Φιλόπτωχο Αδελφότητα Βόλου. Μαχητικός ο νέος Μητροπολίτης, αποφάσισε ανέγερση νέων και προς συλλογή οικονομικών πόρων, είχε την έμπνευση, ως άλλος Καισάριος Δαπόντε, να καταφύγει σε ζητεία διά της περιφοράς μιας θαυματουργής εικόνας. Μια από τις διαθέσιμες της επισκοπικής του επικράτειας ήταν και εκείνη της Παναγίας της Κουνίστρας.
Αμ’ έπος αμ έργον. Στα μέσα Δεκεμβρίου του 1908, επισκέφθηκε τη Σκιάθο, τάχατες για να γνωρίσει το ποίμνιό του, στην πραγματικότητα για να υφαρπάξει την θαυματουργή εικόνα. Λογάριαζε, όμως, χωρίς τον ξενοδόχο. Ο Παπαδιαμάντης, που, τον μήνα Μάρτιο, φωτογραφιζόταν στη Δεξαμενή γαλήνιος ως ασκητής, σχεδόν υπερκόσμιος, αυτός ο “γλυκύς της Ελλάδος μας Άντερσεν, ο σταυροκοπούμενος”, κατά τον ειρωνικό σχολιασμό του Δημοσθένη Κούρτοβικ , “πρωτοστατεί σαν αληθινός αντάρτης και δημεγέρτης στον ξεσηκωμό του Σκιαθίτικου λαού”. “Την ψυχή μας μπορεί να πάρετε όχι όμως την εικόνα”, δηλώνει ευθαρσώς στον Μητροπολίτη. Νύκτα φυγαδεύτηκε ο Δημητριάδος για να γλυτώσει από την μήνιν του πλήθους. Και βεβαίως, άπρακτος, χωρίς ποτέ να πραγματοποιήσει το όνειρό του για τον νέο Μητροπολιτικό Οίκο. Θα επανέλθει, ωστόσο, στο προσκήνιο με τα “Αθεϊκά”, τη χρονιά που πεθαίνει ο Παπαδιαμάντης.
Ολοκληρώνοντας αυτήν την ανυπόφορα πλατειαστική βιβλιοπαρουσίαση, ένα σημείο που θα πρέπει να τονιστεί είναι τα θολά όρια μεταξύ προϊστορίας και ιστορίας του συνθήματος. Πότε, δηλαδή, το τρίπτυχο των εννοιών από ιδεολογικό πιστεύω γίνεται σύνθημα αμιγώς προπαγανδιστικού χαρακτήρα. Ένα καλό παράδειγμα των θολών ορίων, καθώς και γεύση από τις ενδοθρησκευτικές διαμάχες, μας δίνει ο Παπαδιαμάντης.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Φωτο: Ο σίφνιος θεολόγος Απόστολος Μακράκης.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/7/2011.
Ο άνθρωπος επιβιώνει πρωτίστως με συνθήματα
Έφη Γαζή
«“Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια”
Ιστορία ενός συνθήματος
(1880-1930)»
Εκδόσεις Πόλις
Φεβρουάριος 2011

Εάν υποθέσουμε ότι η Έφη Γαζή είχε εκδώσει τη μελέτη της στο γύρισμα του 21ου αιώνα, αυτή θα αντιμετωπιζόταν ως αμιγώς ιστορική μελέτη, εντασσόμενη στην ιστορία του συντηρητισμού ως ένα επιμέρους κεφάλαιό της. Δέκα χρόνια αργότερα, χωρίς να χάνει το ιστορικό της ενδιαφέρον, αποκτά μια αναπάντεχα επικαιρική διάσταση. Το 2000, οι τρεις έννοιες που απαρτίζουν το σύνθημα “Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια”, με το ιστορικό του οποίου καταπιάστηκε η μελετήτρια, θεωρούνταν από τον κυρίαρχο λόγο παρωχημένες ή, ίσως ακριβέστερα, ιστορικής μόνο αξίας. Τότε, έπνεε ούριος ο άνεμος της παγκοσμιοποίησης, με κυρίαρχο το πνεύμα της ανεξιθρησκίας και της ελευθεριότητας. Δέκα χρόνια αργότερα, οι τρεις έννοιες επανέρχονται, τουλάχιστον κατά μόνας, καθώς φαίνεται να επανακτούν, για ορισμένα κοινωνικά σύνολα, ένα μέρος της συγκολλητικής τους ισχύος.
Ο όρος συντηρητισμός προέκυψε στα καθ’ ημάς με καθυστέρηση ως μετάφραση του αντίστοιχου αγγλικού, μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα. Δηλαδή, την επομένη του ατυχούς πολέμου του 1897, όταν θρασομανούσε η οικονομική κρίση και ήταν διάχυτη η κοινωνική δυσφορία. Μέχρι τότε παραπλήσιες στάσεις χαρακτηρίζονταν ως πιστές στην παράδοση. Πιθανώς και κάπως σχηματικά, η τρέχουσα οικονομική κρίση, το οξύ μεταναστευτικό πρόβλημα μέχρι και η ελευθεριότητα ή έστω, το κόστος που προϋποθέτει, τόσο οικονομικής φύσεως όσο και ψυχολογικής, φέρνουν, και πάλι με καθυστέρηση, έναν παραπλήσιο όρο, αυτόν του νεοσυντηρητισμού, που θα μπορούσε να αντικατασταθεί και από την εύσημη έκφραση “επιστροφή στην παράδοση”. Βεβαίως, αυτή η επαναφορά των τριών εννοιών δεν σημαίνει, σώνει και καλά, αναβίωση του τριμερούς συνθήματος υπό τη μορφή του ιδεολογήματος, με την οποία είχε στον καιρό του χρησιμοποιηθεί. Το σημαντικό, όμως, για κάθε συνθηματική φράση είναι, κατ’ αρχήν, η κυοφορία της, κατά την οποία ανανοηματοδοτούνται και ταυτόχρονα, κωδικοποιούνται οι λέξεις που την απαρτίζουν και στη συνέχεια, η εκτεταμένη χρήση της, που την καθιστά ευκόλως ανακλητή. Από εκεί και πέρα, δοθείσης της ανάγκης ή και της ευκαιρίας επανέρχεται. Άλλωστε, σύμφωνα και με το εύστοχο μότο της μελέτης, δάνειο από τον Ρόμπερτ Λούι Στήβενσον: «Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα, που δεν επιβιώνει μόνο με άρτο αλλά, πρωτίστως, με συνθήματα». Παρεμπιπτόντως, εδώ χρειάζεται να θυμίσουμε σε όσους αγνοούν τα αποφθεγματικά κείμενα του Στήβενσον, από τα οποία αντλήθηκε η φράση, ότι εκείνος δεν αναφέρεται ακριβώς σε συνθήματα αλλά μάλλον σε λαϊκές ρήσεις. Το θέμα που τον απασχολεί είναι οι δυσκολίες συμβίωσης δύο έγγαμων, που προέρχονται από την γνώμη, την οποία ο καθένας από τους δυο έχει σχηματίσει για το άλλο φύλο μέσα από θυμόσοφες εκφράσεις, οι οποίες ελάχιστα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αν, όμως, κάτι ισχύει για το κύτταρο της οικογένειας, σε μεγαλύτερα σύνολα δεν μπορεί παρά να επαυξάνεται η ισχύς του.
Όπως και να έχει, την Γαζή δεν την απασχολεί η φάση χρήσης του συνθήματος. Δηλαδή, οι δυο μείζονες δικτατορίες του περασμένου αιώνα: η προπολεμική του Μεταξά και η μεταπολεμική των Συνταγματαρχών. Ωστόσο, στον επίλογο της μελέτης της ανατρέχει στον λόγο του Ιωάννη Μεταξά στην Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία τον Ιούνιο του 1937 (αποκλείεται, πάντως, την 31η του μηνός), που τελειώνει ως εξής: “Χρειάζονται δυο πράγματα δια να φέρετε εις πέρας το έργο τούτο: Πίστις προς τα μεγάλα ιδανικά της Πατρίδος, της Θρησκείας και της οικογένειας και αγάπη και αφοσίωσις προς αυτά”. Με “το έργο τούτο” πρέπει να εννοεί, καταπώς είχε δια μακρών αναπτύξει, την υποχρέωση των δασκάλων να πλάσουν “σώματα και προπαντός ψυχάς ελληνικάς”.
Η μελετήτρια θυμίζει αυτήν την κορώνα του μεταξικού λόγου, σχολιάζοντας ότι θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι “μια φράση λέει αυτό που λέει την ώρα που λέγεται”. Το ίδιο, ακριβώς, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί και για την παραπλήσια συνθηματική φράση της απριλιανής δικτατορίας: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Η, εν λόγω, φράση είναι φαινομενικά διμερής, καθώς το τρίτο σκέλος, αυτό της οικογένειας αποδίδεται πλαγίως δια της χρήσεως της γενικής πτώσεως. Η ίδια, πάντως, δεν αρκέστηκε σε έναν παρόμοιο, επιφανειακό ισχυρισμό, αλλά έθεσε ως υπόθεση εργασίας την εικασία ότι υπήρξε μια μακριά περίοδος κυοφορίας αυτών των συνθηματικών φράσεων, την οποία και άρχισε να ερευνά. Με βάση το υλικό, που συγκέντρωσε, έπλεξε μια ενδιαφέρουσα αφήγηση για την προϊστορία τους. Βεβαίως, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, η αφήγηση του ιστορικού εξαρτάται από το συγκεντρωμένο υλικό και εκείνο, με τη σειρά του, είναι συνάρτηση της οπτικής της έρευνας, στην οποία καθοριστικό ρόλο παίζουν οι προϋπάρχουσες έρευνες, που εντάσσονται στο ίδιο ευρύτερο θεματικό πεδίο.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, ο χώρος άντλησης του υλικού ορίζεται αφενός μεν από τις ορθόδοξες χριστιανικές αδελφότητες, που τοποθετούνται εκτός Εκκλησίας, κάποτε σε αντίπαλο προς αυτήν ρόλο, συχνότερα όμως σε υποστηρικτικό, και αφετέρου, από τους ποικίλους συλλόγους πατριωτικού και ηθοπλαστικού χαρακτήρα. Σταχυολογώντας από την επιχειρηματολογία των εντύπων τους, στοιχειοθετείται εν μέρει η αφήγηση. Δεδομένου ότι το εν λόγω σύνθημα έχει συχνά συσχετιστεί με τον εκκλησιαστικό χώρο, θα μπορούσε κάποιος να εκφράσει την απορία, γιατί να μην επεκταθεί η έρευνα και στα εκκλησιαστικά έντυπα. Αν δεν σφάλλουμε, αυτά αποτελούν, τουλάχιστον προσώρας, terra incognita. Επίσης, σε παλαιότερες εποχές, το σύνθημα είχε συνδεθεί με τον, άλλοτε ποτέ, αλυτρωτισμό, οπότε κάποιος θα μπορούσε να προτείνει επέκταση της έρευνας σε έντυπα πέραν του ελλαδικού χώρου, στις οθωμανικές περιοχές και τον παροικιακό ελληνισμό. Άλλωστε, μια παρόμοια διεύρυνση φαίνεται να την υπαγορεύει και το μεγάλο χρονικό άνοιγμα του ερευνητικού εγχειρήματος. Ιδιαίτερα φιλόδοξη η αφήγηση καλύπτει μια ολόκληρη πεντηκονταετία. Αδρομερώς, από την προσάρτηση της Θεσσαλίας, όταν η “πατρίς” άρχισε να επεκτείνεται, μέχρι το έτος, που σύρθηκε σε δίκη ο Καζαντζάκης “επί χλευασμώ της θρησκείας” και δόθηκε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Παρόλο που το δικαίωμα αφορούσε μόνο δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, στάθηκε, ούτως ή άλλως, μια κακή αρχή, που έθεσε σε κίνδυνο το τρίτο σκέλος, αυτό της οικογένειας.
Ωστόσο, στον μισό αιώνα, από το 1880 έως το 1930, που καλύπτει η αφήγηση υπήρξαν φάσεις πολύ μεγαλύτερης συναισθηματικής φόρτισης του κοινωνικού σώματος από εκείνη της δίκης του Καζαντζάκη ή της περιορισμένης γυναικείας ψήφου. Φάσεις τέτοιας έντασης, ώστε να απειλείται η κοινωνική τάξη. Πρόκειται για περιόδους πραγματικού “ηθικού πανικού”, έτσι όπως η κατάσταση σύγχυσης φορτίστηκε, επιδέξια και δολίως, από τον Τύπο. Ως γνωστόν, σε κάθε κατάσταση “ηθικού πανικού” υπάρχουν οι υποκινητές και οι φτωχοδιάβολοι που τον υφίστανται. Από εκεί και πέρα, ο φέρων την ευθύνη συχνά είναι το θύμα. Η μελέτη της Γαζή αφιερώνει συναρπαστικές σελίδες στον “ηθικό πανικό” του 1911, όταν ξέσπασαν τα λεγόμενα “Αθεϊκά” του Βόλου και αντιστοίχως, το 1925, με τα “Μαρασλειακά” της Αθήνας. Πρωταίτιος σε αμφότερα στάθηκε ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο οποίος και πρωταγωνιστεί στις μέχρι σήμερα ιστορικές αφηγήσεις. Όχι, όμως, σε αυτήν της Γαζή. Εκείνο που καθορίζει, εν πολλοίς, μια αφήγηση, από ιστορική έως μυθιστορηματική, είναι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν. Από αυτήν την άποψη, η μελέτη της Γαζή έχει το ατού των μοντερνίστικων μυθιστορημάτων. Δεν εστιάζει στους ήρωες αλλά στους αντιήρωες. Κι αυτοί, στα “Αθεϊκά”, ήταν ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός και ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Κήρυξ» Δημοσθένης Κούρτοβικ, στην εποχή του ένας από τους πλέον ταλαντούχους της γραφίδας. Ενώ, στα “Μαρασλειακά”, ο Βορειοηπειρώτης, μετέπειτα καθηγητής παιδαγωγικής, Σπυρίδων Καλλιάφας.
Το ενδιαφέρον κερδίζουν και δύο γυναίκες, που δεν πρωταγωνιστούν μεν στα συμβάντα, αλλά αποτέλεσαν την πέτρα του σκανδάλου, συμβάλλοντας στους δυο “ηθικούς ποινικούς”. Στα “Αθεϊκά”, ήταν η δασκάλα Πηνελόπη Χριστάκου και στα “Μαρασλειακά” η Ρόζα Ιμβριώτη. Την τάξη της Χριστάκου επέλεξε να επισκεφθεί ο Μητροπολίτης για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τον σφαλερό τρόπο λειτουργίας του Παρθεναγωγείου. Ενώ, ο μη εθνικός τρόπος που δίδασκε την ιστορία της Επανάστασης του 1821 η Ιμβριώτη ήταν η θρυαλλίδα για τα “Μαρασλειακά”. Κατά σύμπτωση, μια σχετικά πρόσφατη κατάσταση “ηθικού πανικού” με αφορμή διδακτικό εγχειρίδιο Ιστορίας είχε και πάλι ως πέτρα του σκανδάλου μια εκπαιδευτικό.
Όπως και να έχει, οι αντιήρωες της Γαζή δεν εξαντλούνται με όσους αναφέραμε. Οι συγκεκριμένοι πρωταγωνιστούν μόνο στο δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο της μελέτης της, που αφιερώνονται στα συγκεκριμένα κομβικά συμβάντα, τα οποία απείλησαν το status quo του κοινωνικού σώματος. Συμβάντα, που, βεβαίως, δεν αφορούσαν μόνο την αρμόζουσα στο έθνος γλώσσα, δηλαδή το λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα, αλλά και τις σοσιαλιστικές ιδέες. Με την ίδρυση, το 1908, του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου, εστία των “Αθεϊκών”, συνδέθηκε το Εργατικό Κέντρο Βόλου, που ιδρύθηκε το ίδιο έτος. Ενώ, των “Μαρασλειακών” προηγήθηκε το «Εθνικόν Συνέδριον», που οργάνωσε στις αρχές του 1925 η Εταιρεία «Ελληνισμός» του Νεοκλή Καζάζη, ο οποίος στην εναρκτήρια ομιλία του τόνισε την απειλή της κοινοκτημοσύνης και του μπολσεβικισμού.
Σε αυτά τα κεφάλαια, πάντως, ο πατριωτικός και θρησκευτικός χώρος, καίτοι επιτίθεται, ουσιαστικά βρίσκεται σε θέση άμυνας. Σε αντίθεση με το πρώτο και το τελευταίο, τέταρτο κεφάλαιο της μελέτης, στα οποία σύλλογοι, εταιρείες και αδελφότητες έχουν την πρωτοβουλία και εμφανίζονται ως κοινωνικοί αναμορφωτές. Σε αυτά, πρωτοστατούν νέοι αντιήρωες, σήμερα, μάλλον λησμονημένοι, τουλάχιστον οι παλαιότεροι. Ένας από αυτούς και μαζί του ο Μητροπολίτης Γερμανός ήταν τα πρόσωπα που μας είλκυσαν, τουλάχιστον αρχικά, να ασχοληθούμε με τη μελέτη της Γαζή, καίτοι απαράσκευοι. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο ο βίος και η πολιτεία αυτών των προσώπων, όσο το γεγονός ότι έτυχε να συγκρουσθούν, ακριβώς την χρονική περίοδο που απασχολούν τη Γαζή, με έναν λογοτέχνη από τους εκλεκτούς “της πεζογραφικής μας παράδοσης”. Τον, εν λόγω, λογοτέχνη δεν τον αναφέρει η Γαζή και καλά κάνει. Ως γνήσιος λογοτέχνης, ούτε με συνθήματα ούτε, πολύ περισσότερο, με ιδεολογήματα έχει σχέση. Ωστόσο, τα γραπτά του, λογοτεχνικά και μη λογοτεχνικά, κομίζουν επιπλέον στοιχεία για κάποια πρόσωπα της μελέτης. Θα επανέλθουμε.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Φωτο: Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, το πρώτο θύμα στα Αθεϊκά του Βόλου.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/7/2011.
Για μια φωτογραφία του Κλείτου Κύρου
«Κλείτος Κύρου
«Ψήγματα μνήμης.
Φωτογραφίες 1936-2000»
Μ.Ι.Ε.Τ., Απρίλιος 2011

Επανερχόμαστε στον φωτογράφο Κλείτο Κύρου μέσα από τα έργα του ποιητή. “Είναι παράξενο πόσα ελάχιστα αυτοβιογραφικά κείμενα βρίσκονται για την ομάδα των κοινωνικών, μεταπολεμικών ποιητών της Θεσσαλονίκης. Για τον Αναγνωστάκη, τον Θασίτη, τον Κύρου, τη θαυμαστή τριπλέτα ή και την επιθετική πεντάδα αν θέλετε, για να θυμηθούμε και τον αγνοημένο Φωτιάδη και τον άνισο Καφταντζή. Ξεκινούν όλοι μαζί, τον Φεβρουάριο του 1944, με το πρώτο τεύχος του φοιτητικού περιοδικού «Ξεκίνημα»…” Έτσι αρχίζει την ομιλία του ο πεζογράφος μιας μεταγενέστερης γενιάς Τάσος Χατζητάτσης, τον Δεκέμβριο του 2001, για την παρουσίαση του αυτοβιογραφικού βιβλίου του Κύρου, που προέκυψε από τις ραδιοφωνικές του αναμνήσεις. Τότε είχαν φύγει οι δυο της πεντάδας: ο πρεσβύτερος Καφταντζής στις 12 Μαρτίου 1998 και πολύ νωρίτερα, καλοκαίρι 1989, ο συνομήλικος του Κύρου, Φωτιάδης. Στην δεκαετία, που μεσολάβησε από εκείνη τη διάλεξη, έφυγαν και οι άλλοι τρεις. Πρώτα, ο νεότερος Αναγνωστάκης, στις 23 Ιουνίου του 2005, μετά ο Κύρου, στις 10 Απριλίου του 2006 και τελευταίος ο Θασίτης, τον Αύγουστο του 2008. Στις 7 Νοεμβρίου 2008, τους ακολούθησε ο ομιλητής.
Ας επανέλθουμε όμως στο ξεκίνημά τους από το «Ξεκίνημα». Τον Φεβρουάριο του 1944 ο Εκπολιτιστικός Όμιλος Πανεπιστημίου, “καθ’ όλα νόμιμο σωματείο της… παράνομης ΕΠΟΝ”, όπως σχολιάζει με χιούμορ ο Κύρου, κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος ενός φοιτητικού περιοδικού, που ξεκίνησε ως δεκαπενθήμερο, ήλπισε να γίνει μηνιαίο, αλλά εξέπνευσε στο πρώτο τεύχος του δεύτερου χρόνου, συμπληρώνοντας εντός του 1944 δεκατρία τεύχη, από τα οποία τα τρία διπλά. Ωστόσο, κατά τον Κύρου, άφησε εποχή, ταράζοντας τα στεκούμενα νερά της Θεσσαλονίκης. Πρώτος υπεύθυνος έκδοσης ο Φωτιάδης, αλλά, από το δεύτερο τεύχος και μέχρι τέλους, αναλαμβάνει ο Αναγνωστάκης. Το χρονικό της έκδοσής του μας το δίνει η Αλεξάνδρα Μπουφέα στη μοναδική μελέτη της για τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής. Την άδεια έκδοσης από τη λογοκρισία την εξασφάλισε ο Καφταντζής χάρις σε έναν συντοπίτη του, που ήταν υπάλληλος στο Γραφείο Τύπου του Τμήματος Προπαγάνδας Θεσσαλονίκης.
Σε κάθε τεύχος παρουσιάζεται και από ένας ποιητής της πεντάδας. Τις εμφανίσεις τους καταγράφει ο ιστορικός της γενιάς τους, Αλέξ. Αργυρίου. Στο πρώτο τεύχος παρουσιάζεται ο Θασίτης καλυμμένος πίσω από το ψευδώνυμο Νικόλας Νάρβας. Στο δεύτερο, ο Φωτιάδης με το όνομά του. Ψευδώνυμο χρησιμοποιεί στη μελέτη για τον Ελύτη και στις κριτικές εικαστικών και θεάτρου, που δημοσιεύει σε μετέπειτα τεύχη. Στο τρίτο, δημοσιεύει ποίημά του ο Αναγνωστάκης. Γι’ αυτόν δεν είναι η πρώτη εμφάνιση. Έχει ήδη δημοσιεύσει ποίημά του, πριν δυο χρόνια, στα «Πειραϊκά Γράμματα». Εκείνο, όμως, είναι παραδοσιακό, ενώ, αυτό, στο «Ξεκίνημα» είναι νεωτερικό. Στο διπλό τεύχος 6-7, Ιούνιο 1944, εμφανίζεται και ο μεταφραστής Αναγνωστάκης με Απολλιναίρ.
Από τους πρώτους της συντροφιάς που στερέωσε το «Ξεκίνημα» ο Κύρου, άργησε να κάνει την εμφάνισή του. Μόλις στο διπλό τεύχος 9-10, που κυκλοφόρησε 30 Ιουλίου 1944, δημοσιεύει σε μετάφραση από τα γαλλικά το ποίημα του Λόρκα «Ψυχή φεβγάτη».
Για τον τελευταίο της πεντάδας, που λησμονεί η Ιστορία, τον Καφταντζή, μας πληροφορεί η Μπουφέα. Ήταν μεν ο πρωτεργάτης της έκδοσης, αλλά, λόγω της αντιστασιακής του δράσης, συμμετείχε μόνο στα πρώτα τεύχη. Δημοσιεύει δύο ποιήματα, μεταξύ άλλων συνεργασιών, με το ψευδώνυμο Γιώργος Παρθένης.

Το «Ξεκίνημα» κυκλοφορεί ένα τελευταίο τεύχος τον Νοέμβριο του 1944. Τρεις μήνες αργότερα, Μάρτιο 1945, η ίδια συντροφιά ξεκινάει το μηνιαίο περιοδικό «Ο Φοιτητής», του οποίου κυκλοφορούν τέσσερα τεύχη μέχρι τον Ιούνιο του 1945. Στο τρίτο τεύχος του περιοδικού, Μάϊο 1945, κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως ποιητής ο Κύρου με το όνομά του. Έχει, όμως, προηγηθεί η παρθενική εμφάνιση του φωτογράφου. Αυτός δεν παρουσιάζεται ούτε με το όνομά του ούτε με ψευδώνυμο. Λανθάνει στην ανωνυμία. Είναι, όμως, γνωστό τοις πάσι ότι αυτός είναι ο αυτουργός των δυο δημοσιευμένων φωτογραφιών από την επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1943. Συγκεκριμένα, στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού, Απρίλιο 1945, γίνεται αναφορά στην επέτειο της 25ης Μαρτίου και τον πρόσφατο εορτασμό της με αφορμή δυο αποδιοπομπαίους της πανεπιστημιακής κοινότητας. Εξ ου και ο τίτλος του άρθρου «Αποδιοπομπαίοι». Ο πρώτος είναι ο Άνθιμος Χατζηανθίμου, που του απαγορεύθηκε να συμμετάσχει στην παρέλαση. Ας μην ξεχνάμε, ότι βρισκόμαστε στη μετά τη Βάρκιζα εποχή. Η παράδοση των όπλων έχει ολοκληρωθεί και η λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία βρίσκεται στο απόγειό της. Ο δεύτερος αποδιοπομπαίος είναι ο καθηγητής φιλοσοφίας του Αριστοτέλειου Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, ο οποίος ήδη τότε υφίσταται διώξεις και τον επόμενο χρόνο απολύθηκε. Το άρθρο συνοδεύουν δυο φωτογραφίες. Η μία είναι εκείνη της κατάθεσης στεφάνου από τον Χατζηανθίμου. Η άλλη είναι η έκτη φωτογραφία που τράβηξε εκείνη την ημέρα ο Κύρου κατά τη διάρκεια πορείας μετά την κατάθεση του στεφάνου και εικονίζει τον καθηγητή.
Γι΄ αυτήν την έκτη φωτογραφία, ο Κύρου, στις αναμνήσεις του, δεν κάνει λόγο. Η φωτογραφία, πάντως, έτυχε έκτοτε αρκετών αναδημοσιεύσεων και το συμβάν που απαθανατίζει αρκετών αναδιηγήσεων. Η γνωστότερη αναδημοσίευση είναι εκείνη στο αφιέρωμα της «Επιθεώρησης Τέχνης» στην Αντίσταση, Μάρτιο-Απρίλιο 1962. Η παράλειψη της αναφοράς του ονόματος του φωτογράφου προκάλεσε τότε σειρά δημοσιευμάτων. Ο Κουμαρίδης τα αναφέρει λεπτομερώς, μνημονεύοντας και ορισμένες αναδημοσιεύσεις της φωτογραφίας κατά την τελευταία δεκαετία. Όσο αφορά τις αναδιηγήσεις του συμβάντος, μια πρώτη δίνει ο Φωτιάδης στο εν λόγω άρθρο της «Επιθεώρησης Τέχνης». Μετά την κατάθεση του στεφανιού, “το πλήθος δεν διαλύεται· θέλουμε να στεφανώσουμε όσους πιο πολλούς γίνεται ήρωες και τραβούμε για τον Τσάμη Καρατάσσο, ήρωα της παλιγγενεσίας. Περνούμε απ’ έξω από το σπίτι του καθηγητή Χαρ. Θεοδωρίδη και ζητούμε να μας μιλήσει από το μπαλκόνι. Αυτός, δάσκαλος αληθινά του Γένους, φέρνει τη Σημαία και μας την ρίχνει. Ήταν από τις ομορφότερες στιγμές της ορμητικής εκείνης εποχής. Βάλαμε μπρος τη σημαία και γυρίζαμε όλη την πόλη ως τη στιγμή που οι Γερμανοί της Γκεσταπό με τα πέταλα στο στήθος μας διέλυσαν με τη βία…”
Πολλά χρόνια αργότερα, το περιστατικό το αφηγείται ένας άλλος της πεντάδας, ο Καφταντζής. Το βρίσκουμε στο βιβλίο του, «Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής», που κυκλοφόρησε τη χρονιά του θανάτου του, το 1998: …“Από το άγαλμα του Βότση ανηφορίσαμε για το Πανεπιστήμιο. Περνώντας την οδό Πολωνίας, βγάλαμε με τις φωνές και τα τραγούδια μας τον καθηγητή Θεοδωρίδη στο μπαλκόνι του. Δεν μπορούσε να μιλήσει από συγκίνηση, μόνο χαιρετούσε δακρυσμένος. Και σε μια στιγμή φέρνει την κρυμμένη ελληνική σημαία του σπιτιού του και μας την πετάει. Την πήραμε, γονατίσαμε όλοι και ψάλαμε τον εθνικό ύμνο. Ύστερα κινήσαμε να τυλίξουμε με τη σημαία αυτή το άγαλμα του Μακεδόνα ήρωα του ’21 Καρατάσσου, απέναντι απ’ το Πανεπιστήμιο…”
Όσο για τον ιστορικό, παρατηρεί. Η έκτη απεικονίζει “τον Θεοδωρίδη μαζί με την κόρη του να κρατούν την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στη βορειοδυτική γωνία των οδών Αλεξάνδρου Σβώλου και Ιπποδρομίου. Ο Θεοδωρίδης στη συνέχεια πέταξε τη σημαία στο συγκεντρωμένο πλήθος το οποίο αφού έψαλε τον εθνικό ύμνο δέχτηκε επίθεση από τους Γερμανούς…”
Οι δυο αυτόπτες μάρτυρες, Φωτιάδης και Καφταντζής, διαφοροποιούνται ελαφρώς, αφού καταγράφουν το γεγονός σε διαφορετικούς χρόνους και ως γνωστόν, η σχέση της μνήμης με τον χρόνο είναι μια άκρως ευαίσθητη σχέση. Ο ιστορικός γνωρίζει όχι μόνο τις δυο μαρτυρίες, αλλά και άλλες πρόσθετες, στις οποίες και παραπέμπει. Συντάσσει, ωστόσο, το κείμενό του με τον ορθολογισμό της επιστήμης του. Το δικό του πλήθος δεν πάλλεται. Πάντως, εν γένει, ακριβολογεί. Στον λόγο της μαρτυρίας και της Ιστορίας προστίθεται ο λόγος του μυθιστοριογράφου. «Ανηφόρισαν για το πανεπιστήμιο. Περνώντας από την οδό Αγγελάκη, στάθηκαν κάτω από το μπαλκόνι του καθηγητή της Ιστορίας Χαράλαμπου Νικηφορίδη. Ο καθηγητής άκουσε τα τραγούδια, τις φωνές, τα έβγα έξω, δάσκαλε, και πρόβαλε στο μπαλκόνι με τις πιτζάμες. Κάτω απ’ τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς έσταζαν δάκρυα. Μίλα, δάσκαλε, φώναζαν οι πυρπολημένοι φοιτητές. Ο Νικηφορίδης μπήκε ξανά στο σπίτι. Έβγαλε στο μπαλκόνι τη σημαία του, την άπλωσε ν’ ανεμίζει στα κάγκελα, αλάλαξαν οι μαθητές του. Ύστερα, με μια κίνηση, την πέταξε στο πλήθος…»
Το απόσπασμα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου «Απόψε δεν έχουμε φίλους». Θα μπορούσε να έχει γραφτεί κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Κλείτου Κύρου. Κρίμα, που δεν έπλασε και έναν αντίστοιχο ήρωα, φοιτητή και φωτογράφο. Πάντως, επαληθεύει, έστω στο περίπου, κι αυτή με τη σειρά της, ότι μια φωτογραφία ισοδυναμεί με πολλές λέξεις. Δίπλα σε αυτές τις έξι φωτογραφίες του Κύρου υπάρχουν κι άλλες φωτογραφίες-ντοκουμέντα: Από το συλλαλητήριο για την ταφή των νεκρών της 9ης Μαΐου 1936, που έγινε την επομένη. Του Νίκου Ζαχαριάδη και του Μήτσου Παρτσαλίδη από τον Αύγουστο του 1945 στη Θεσσαλονίκη. Αλλά και του Αναγνωστάκη στις φυλακές Επταπυργίου, τέλη του Εμφυλίου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
1η φωτο: 25 Μαρτίου 1943. Ο καθηγητής φιλοσοφίας του Αριστοτέλειου Χαράλαμπος Θεοδωρίδης. Σύμφωνα με τον Γ. Καφταντζή, συγκινημένος στο μπαλκόνι του φέρνει την κρυμμένη ελληνική σημαία του σπιτιού του και τους την πετάει.
2η φωτο: 25 Μαρτίου 1943. Κατάθεση στεφάνου από την ΕΠΟΝ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην προτομή του ναυάρχου Νικόλαου Βότση. Εμπρός ο Άνθιμος Χατζηανθίμου, φοιτητής της Νομικής, που έκανε την κατάθεση εκ μέρους των φοιτητών, που διακρίνονται γύρω, καθώς ψάλλουν τον εθνικό ύμνο.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/7/2011.
O φωτογράφος Κλείτος Κύρου
«Κλείτος Κύρου
«Ψήγματα μνήμης.
Φωτογραφίες 1936-2000»
Μ.Ι.Ε.Τ., Απρίλιος 2011

Με τον Κλείτο Κύρου, δηλαδή με τη δημοσίευση του έργου του, νομίζαμε ότι είχαμε τελειώσει. Εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 10 Απριλίου 2006, ωστόσο το έργο του το είχε ο ίδιος φροντίσει κοντά μια δεκαετία νωρίτερα. “Στα 1997 κυκλοφόρησε σ’έναν τόμο τριακοσίων πενήντα σελίδων το σύνολο, σχεδόν, της ποιητικής δουλειάς μου με τον τίτλο «Εν όλω –Συγκομιδή 1943-1997» από τις εκδόσεις «Άγρα». Την ίδια εποχή κυκλοφόρησε πάλι από την «Άγρα» ένα δίφυλλο με το ποίημά μου «Σχολές Τυφλών».” Αυτά αναφέρει στις ενθυμήσεις του, όπως τις είχε από ραδιοφώνου ξετυλίξει στις απαρχές του τρέχοντος αιώνα. Ενώ, ως μεταφραστής, είχε εκδώσει το 1990 τον τελευταίο Έλιοτ, «Η ρημαγμένη γη», σε δίγλωσση έκδοση και τρία χρόνια αργότερα, μια τελευταία μετάφραση θεατρικού, «Οι Τσέντσι» του Σέλλεϋ, για την οποία και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, ενώ η βράβευση της ποίησής του παρέμεινε ένα εσαεί χρωστούμενο.
Ιδού, όμως, που ο Κύρου έρχεται και πάλι να μας απασχολήσει με μια διαφορετική μορφή δημιουργικής έκφρασης, αυτήν του φωτογράφου. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία δεν ήταν κάτι εντελώς άγνωστο. Κλείνει, μάλιστα τις αναμνήσεις του, μνημονεύοντάς την: “Τι να πω, για το πάθος που είχα για τη φωτογραφία από τα δεκαπέντε μου, που με καταδίωκε όπου κι αν πήγαινα!” Το ότι δεν υπερβάλλει, το αποδεικνύει το φωτογραφικό αρχείο που άφησε. Όπως φαίνεται, ανέρχεται σε περισσότερα από 10.000 αρνητικά, 1.380 διαφάνειες, αλλά και τυπώματα μικρών διαστάσεων, τα οποία ασαφώς αναφέρεται ότι ανέρχονται σε χιλιάδες, καθώς και δυο λευκώματα. Και το σημαντικότερο για το οποιοδήποτε αρχείο είναι ότι ο ίδιος φρόντισε να το τακτοποιήσει, κάνοντας ταξινόμηση και τεκμηρίωση. Παραπονιόταν, όμως, μέχρι τέλους, ότι οι φωτογραφίες του δημοσιεύονται κατά καιρούς “χωρίς την παραμικρή αναφορά του φωτογράφου”.
Αυτή η αποσιώπηση ίσχυε γενικότερα μέχρι πρότινος. Τα τελευταία, όμως, χρόνια η φωτογραφία αναδύθηκε και στη χώρα μας ως η κατ’ εξοχήν τέχνη. Μόνο που, όντας ένας λαός των άκρων, καταλήξαμε στην υπερβολή. Μας κατέκλυσαν οι εκθέσεις φωτογραφίας του κάθε επώνυμου, που αποφασίζει να επιδείξει το χόμπι του. Αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού. Αναδείχθηκαν και ορισμένα αξιόλογα αρχεία. Ένα από αυτά το αρχείο του Κλείτου Κύρου, το οποίο είχε την καλή τύχη να αξιοποιηθεί αμέσως μετά την τακτοποίησή του. Ιδού, λοιπόν, που ο Κύρου, αυτή τη φορά, μας απασχολεί με ένα φωτογραφικό λεύκωμα, το οποίο έρχεται ως συνοδευτικό σχετικής έκθεσης στο Μ.Ι.Ε.Τ. της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για έναν τόμο στον οποίο παρουσιάζεται μια επιλογή 108 φωτογραφιών της περιόδου 1936-2000. Αναμφιβόλως η έκδοση καλοσυσταίνει τον φωτογράφο. Βεβαίως, από τον τόμο δεν μπορεί να κριθεί η συνολική αξία του αρχείου. Για να δοθεί η γενική εικόνα, είναι απαραίτητο ένα κείμενο, το οποίο να περιγράφει το αρχείο, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Σε ό,τι, μάλιστα, αφορά την αισθητική των φωτογραφιών, θα απαιτείτο κείμενο ειδικού, που να αποτιμά την αισθητική του συνόλου. Στο λεύκωμα του Κύρου παρόμοια κείμενα απουσιάζουν. Αντ’ αυτών, υπάρχει ένα κατατοπιστικό κείμενο για τον φωτογράφο Κλείτο Κύρου από το νέο ιστορικό Γιώργο Κουμαρίδη, το οποίο αναμενόμενο είναι να δίνει έμφαση στη φωτογραφία ως ντοκουμέντο. Και ένα βοηθητικό του μελετητή Ξ. Α. Κοκόλη, που αναζητάει τα ίχνη της φωτογραφίας στην ποίηση του Κύρου.
Ο τίτλος του φωτογραφικού λευκώματος ανήκει στον ίδιο τον Κύρου. Μόνο που εκείνος τον χρησιμοποιεί ως τίτλο μιας αφήγησης, στην οποία προσπαθεί πράγματι να κρατήσει κάποια “ψήγματα μνήμης”. Έχουμε την εντύπωση ότι, ως τίτλος ενός φωτογραφικού λευκώματος, το αδικεί. Λέγεται ότι μια φωτογραφία ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις. Σχήμα λόγου, ενίοτε όμως ισχύει για μια επιτυχημένη φωτογραφία. Όπως και να έχει, οι φωτογραφίες του τόμου διεκδικούν ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι μνήμης από εκείνο του ρινίσματος. Είναι πολλά τα ενσταντανέ, που διασώζουν την ατμόσφαιρα παλαιότερων εποχών. Ανασταίνουν αστικά και υπαίθρια τοπία, με κυρίαρχο το αιγαιοπελαγίτικο. Μάλιστα, μια φωτογραφία από την Σκύρο του 1964 δένει με πίνακες του συνομήλικου ζωγράφου Στέλιου Αναστασιάδη, φιλοτεχνημένους από την ίδια οπτική γωνία και την ίδια εποχή. Εκτός από τοπία, ανασταίνουν ανθρώπους, κατορθώνοντας να συλλάβουν χαρακτηριστικές εκφράσεις τους. Όχι, λοιπόν, ψήγματα μνήμης, αλλά ενσταντανέ, που απαθανάτισαν μορφές μέσα στο χρόνο.

Το “ψήγματα μνήμης” ταιριάζει στις μνήμες από συμβάντα, για τα οποία διασώθηκαν μόνο χρονολογίες, κι αυτές όταν διασώθηκαν, και περί διαγραμμάτων περιγραφές. Για παράδειγμα, πώς έγινε και παρουσιάστηκε πρώτος με δημοσίευμα σε περιοδικό ο μεταφραστής Κλείτος Κύρου, μετά ο φωτογράφος και τελευταίος, ο ποιητής. Ή, πώς έτυχε να εμφανιστεί και πάλι πρώτος με βιβλίο ο μεταφραστής, δεύτερος, αυτή τη φορά, ο ποιητής και τελευταίος, μετά θάνατο – για την ακρίβεια πέντε συναπτά έτη μετά θάνατο – ο φωτογράφος. Συγκεντρώνοντας τα “ψήγματα μνήμης”, που δίνουν ο ίδιος, οι φίλοι του και ο ιστορικός που προλογίζει το λεύκωμα, σχηματίζεται ένα μωσαϊκό με ψηφίδες διαφορετικών εποχών.
Γνωστότερο είναι το ιστορικό εμφάνισης των πρώτων βιβλίων του Κύρου. Το πώς, δηλαδή, ο μεταφραστής προηγήθηκε του ποιητή. Ήταν την άνοιξη του 1945, που τρεις φίλοι αποφάσισαν να κάνουν ομαδική εμφάνιση στα Γράμματα. Την τριάδα αποτελούσαν ο Κύρου, τότε 24 ετών, ο συνομήλικός του και συμφοιτητής του στη Νομική Σχολή Θανάσης Φωτιάδης και ο Μανόλης Αναγνωστάκης, τέσσερα χρόνια μικρότερος, φοιτητής της Ιατρικής. Ο Φωτιάδης, ωστόσο, είχε ήδη εκδώσει μια πρωτόλεια συλλογή. Τελικά, το 1945, εξέδωσε μια δεύτερη, με τον τίτλο «Αντίσταση» και ο Αναγνωστάκης το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, τις «Εποχές». Τα ποιήματα, όμως, του Κύρου κρίθηκαν από τη συντροφιά λίγα για μια πρώτη εμφάνιση. Έτσι πήρε το βάπτισμα της δημοσιότητας ως μεταφραστής. Εκείνη τη χρονιά εξέδωσε το «Νέοι Άγγλοι ποιητές». Ως ποιητής εμφανίστηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1949, με τη συλλογή «Αναζήτηση», αξιοπρεπούς έκτασης δυο τυπογραφικών, τουτέστιν τριάντα δύο σελίδων. Κατά παραίνεση ενός τέταρτου εκείνης της παρέας, του Σερραίου Γιώργου Καφταντζή, το βιβλίο του δεν εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά στις Σέρρες. Χαιρετίστηκε, πάντως, με τουλάχιστον δυο κριτικές μέσα στο ίδιο έτος. Του Αλέξ. Αργυρίου στα «Ελεύθερα Γράμματα» και του Άρη Δικταίου στο περιοδικό «Ο Αιώνας μας». Στη δεύτερη υπάρχει μια φράση, που έμελλε να αποδειχτεί γενικότερης ισχύος και μεγαλύτερης χρονικής εμβέλειας: «Ενώ η πρωτεύουσα φλυαρεί, η Θεσσαλονίκη ομιλεί.»
Από πού κι ως πού, όμως, ο φωτογράφος Κλείτος Κύρου εμφανίστηκε με δημοσιευμένες φωτογραφίες σε περιοδικό πριν τον ποιητή! Κατά χρονολογική σειρά τα πράγματα έχουν ως εξής: πρώτο δημοσιεύθηκε ένα μετάφρασμα του Κύρου (Ιούλιο 1944), δεύτερες οι φωτογραφίες (Απρίλιο 1945) και τελευταίο το ποίημα (Μάϊο 1945). Σημαντικό το μετάφρασμα είναι από το «Μοιρολόι για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Λόρκα. Έγινε από τα γαλλικά και χαρακτηρίστηκε ως μια “πρώιμη μεταφραστική προσπάθεια”. Σημαντικό και το ποίημα, με τίτλο «Προσμονή». Αλλά, εν τέλει, ιστορικά σημαντικότερες ως ντοκουμέντα μιας ταραγμένης εποχής είναι οι δυο πρώτες δημοσιευμένες φωτογραφίες του.
Στα χρόνια της Κατοχής, όταν η αντίσταση κατά των δυνάμεων του Άξονα άρχισε να αποκτά διαστάσεις και να πυκνώνουν οι κινητοποιήσεις, εκείνος έφερε πάντα μαζί του τη φωτογραφική του μηχανή. Έτσι απαθανάτισε ασκήσεις και παρελάσεις γερμανικών στρατευμάτων, αλλά και σκηνές αντίστασης, ενώ οι φίλοι του φρόντιζαν να τον καλύπτουν. Οι δημοσιευμένες φωτογραφίες είναι από την 25η Μαρτίου 1943. Σύμφωνα με τον Κουμαρίδη, από εκείνη την ημέρα σώζονται έξι λήψεις. Οι πέντε απαθανατίζουν την κατάθεση στεφάνου από την ΕΠΟΝ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην προτομή του ναυάρχου Νικόλαου Βότση. Το στεφάνι κατέθεσε εκ μέρους των φοιτητών ο Άνθιμος Χατζηανθίμου. Μακριά η ιστορία του Χατζηανθίμου. Κι αυτός συνομήλικος και συμφοιτητής στη Νομική του Κύρου, το 1943 ήταν ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης και γραμματέας πόλης του ΕΑΜ Νέων. Με το ψευδώνυμο Γιάννης Μακεδόνας διακρίθηκε σε Ε.Λ.Α.Σ και Δ.Σ.Ε. Ενώ, με το ψευδώνυμο Άνθος Φιλητάς, έμεινε στα ψιλά της ποίησης χάρις σε μια πρώιμη εμφάνισή του ως ποιητής του αισθητισμού.
Η μία από τις δυο δημοσιευμένες φωτογραφίες εικονίζει τον Χατζηανθίμου και την κατάθεση του στεφάνου. Η άλλη είναι η έκτη, που τραβήχτηκε εκείνη την ημέρα. Απαθανατίζει ένα μοναδικό στιγμιότυπο από την πορεία που ακολούθησε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μια φωτογραφία με μακρύ ιστορικό, της οποίας η πιο πρόσφατη αναβίωση πέρασε μάλλον απαρατήρητη. Θα επανέλθουμε στη συγκεκριμένη φωτογραφία και τον Κλείτο Κυρού την επόμενη Κυριακή.
Μ.Θεοδοσοπούλου
1η φωτο: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης σε ασυνήθιστο στιγμιότυπο.
2η φωτο: Θεσσαλονίκη, 1963. Αριστερά ο κριτικός Αλέξ. Αργυρίου, δεξιά ο πεζογράφος
και εκδότης του μακρόβιου περιοδικού Νέα Πορεία Τηλέμαχος Αλαβέρας.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/7/2011
Μια παραγνωρισμένη ποιήτρια
Κατίνα Παΐζη
«Πόσο πολύ σ’ αγάπησα»
Έρευνα - Κείμενα - Επιμέλεια
Νίκη Τρουλλινού
Εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Ηράκλειο Κρήτης
Φεβρουάριος 2011

Συχνά τυχαίνει συγγραφείς να υπερηφανεύονται μετά την έκδοση ενός βιβλίου τους για τα καλά λόγια, που εισέπραξαν από τον άλφα ή τον βήτα γνωστό λογοτέχνη, είτε γραπτώς είτε προφορικώς, πάντα όμως ιδιωτικά. Σε όποιον ακούει τους κομπασμούς του συγγραφέα γεννιέται το εύλογο ερώτημα· πόσο πιο συγκρατημένος θα ήταν ο εν λόγω λογοτέχνης, αν γνώριζε ότι η άποψή του για το συγκεκριμένο βιβλίο θα δημοσιοποιείτο; Το πιθανότερο είναι ότι θα στεκόταν πολύ πιο φειδωλός σε εγκώμια. Γι’ αυτό, άλλωστε, όλο και περισσότεροι, τα τελευταία χρόνια, προτιμούν να κάνουν τα ενθουσιώδη σχόλιά τους σε φίλους και γνωστούς τηλεφωνικώς. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μια παρόμοια επιστολή φυλάσσεται από τον ενδιαφερόμενο. Κι αν κάποτε, το πιθανότερο μετά θάνατο, ο συγγραφέας τύχει μιας κάποιας υστεροφημίας, η επιστολή μπορεί και να δημοσιευθεί μαζί με άλλα συγγενή κατάλοιπα. Αλλά κι αν ακόμα ο συγγραφέας δεν τύχει καμιάς υστεροφημίας, μπορεί πάντοτε να υπάρξει κάποιος φιλέρευνος μελετητής, που, με αφορμή κάποια επέτειο, να τον θυμηθεί. Ιδιαίτερα, σήμερα, που οι ελάσσονες συγγραφείς, έχουν γίνει λίγο πολύ της μόδας. Πιθανώς, γιατί ελάσσων σημαίνει παραγκωνισμένος από την επίσημη ιστορία, της οποίας η αμφισβήτηση και ανασκευή θέλγει μια εποχή, όπως η δική μας, που την χαρακτηρίζει ένα πνεύμα αντιλογίας προς οτιδήποτε καθιερωμένο. Με μια παρόμοια διάθεση, δημιουργήθηκε προ ετών στην Αθήνα σειρά βιβλιαρίων, με τον τίτλο «Εκ νέου», από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μια αντίστοιχη σειρά - αυτή ορμώμενη από το πνεύμα της εντοπιότητας - προέκυψε πρόσφατα στο Ηράκλειο Κρήτης, από τις τοπικές εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ, με τίτλο «Οι λησμονημένοι του τόπου». Ενδιαφέροντα βιβλία, μόνο που δεν φθάνουν στην Αθήνα. Αν και είναι απορίας άξιο, γιατί ένας τοπικός εκδοτικός οίκος, που έχει την τόσο καλή ιδέα να αναδείξει τους λησμονημένους του τόπου του, δείχνεται τόσο τοπικιστής όσο αφορά την προώθησή τους. Πάντως, κυκλοφορούν ήδη πέντε τόμοι, αφιερωμένοι όλοι σε ποιητές. Ο τέταρτος είναι αφιερωμένος στην Κατίνα Παΐζη, όπου, μεταξύ πλείστων άλλων κειμένων, δημοσιεύονται και εγκωμιαστικές προς αυτήν επιστολές γνωστών λογοτεχνών.
Αυτός ο τέταρτος τόμος της σειράς για την Κατίνα Παΐζη έκανε ευρύτερα γνωστή την ποιήτρια και μαζί, τη σειρά. Κι όταν λέμε ευρύτερα γνωστή στην Ελλάδα, εννοούμε πάντοτε ότι την έκανε γνωστή στην Αθήνα. Κι αυτό δεν οφείλεται στην Κατίνα Παΐζη, που είναι μάλλον η περισσότερο λησμονημένη σε σύγκριση με τους ποιητές των άλλων τόμων, τουλάχιστον με τρεις από αυτούς, τον Μηνά Δημάκη, τον Άρη Δικταίο και τον Λευτέρη Αλεξίου, οι οποίοι, ακόμη κι αν κρίθηκαν ελάσσονες, διασώθηκαν στις γραμματολογίες. Λησμονημένος τόσο όσο η Παΐζη, ίσως να είναι μόνο ο ποιητής του πρώτου τόμου, Μανόλης Δερμιτζάκης. Όπως και να έχει, ο συγκεκριμένος τόμος έφθασε μέχρι την Αθήνα χάρις στη συγγραφέα του, την ταχέως ανερχόμενη πεζογράφο Νίκη Τρουλλινού. Σε αυτήν, άλλωστε, οφείλει και ο τόμος την αναγνωσιμότητά του. Γιατί, ένα παρόμοιο βιβλίο, για να διαβαστεί από ένα ευρύτερο κοινό, στηρίζεται περισσότερο στον τρόπο, που θα το στήσει ο μελετητής, και λιγότερο στον λησμονημένο ποιητή.
Η Τρουλλινού ξεκινάει από την επικαιρότητα και μάλιστα την τηλεοπτική, αφού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσφέρεται. Σε μια αισθηματική σειρά, που προβλήθηκε προ τριετίας και πολύ συγκίνησε, τον «Μεγάλο θυμό», με σενάριο στηριγμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντόρας Γιαννακοπούλου, σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη και πλειάδα γνωστών σταρ, τη μουσική την είχε γράψει, όπως σχεδόν σε όλες τις σειρές του Κουτσομύτη, ο Βασίλης Δημητρίου. Αυτός είχε την καλή έμπνευση να μελοποιήσει και στίχους παλαιότερων ποιητών. Οι ποιητές, όμως, που μνημονεύθηκαν από τον Τύπο ήταν ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Μάνος Ελευθερίου και ο ίδιος ο Δημητρίου. Δηλαδή, οι ήδη ευρύτερα γνωστοί. Σε μια τηλεοπτική σειρά, ωστόσο, εκείνο που κερδίζει τις εντυπώσεις είναι πάντοτε το τραγούδι των τίτλων. Πόσω μάλλον, όταν τιτλοφορείται «Αγάπη» και το τραγουδάει ο Χρήστος Θηβαίος. Το άσμα χαρακτηρίστηκε και αισθαντικό και διαχρονικό, αλλά ουδείς ανέφερε το όνομα του ποιητή. Παρόμοιες παραλείψεις, βεβαίως, συμβαίνουν καθημερινά σε έναν πολιτισμό του θεάματος, όπως ο σημερινός. Αρκεί να παρατηρήσουμε την έκταση, που δίνουν τα ΜΜΕ στο θάνατο ενός ανθρώπου του θεάματος και σε εκείνον ενός του λόγου. Όπως και να έχει, το «Αγάπη» είναι ποίημα της Κατίνας Παΐζη.
Με το συγκεκριμένο ποίημα και αναφορά στον τραγουδιστή της τηλεοπτικής σειράς ανοίγει το βιβλίο. Ωστόσο, αμέσως μετά η Τρουλλινού παρακάμπτει την επικαιρότητα και αναζητάει τα ίχνη της ποιήτριας στα στενά της πόλης του Ηρακλείου. Η Κατίνα Παΐζη γεννήθηκε πριν από εκατό χρόνια στην Ανώπολη Σφακίων, έζησε, όμως, τα εφηβικά της χρόνια στο Ηράκλειο. Ορισμένα στοιχεία για την οικογένεια Παΐζη, όπως ότι μητέρα της ήταν η Ελένη Πάτερου του Γεωργίου από τα Σφακιά και πατέρας της ο Κωνσταντίνος Παΐζης από την Ιθάκη, που ήρθε ως δάσκαλος στα Σφακιά για να καταλήξει μέτοχος της βιομηχανίας καπνού «Κνωσσός-Κόσμος» με έδρα το Ηράκλειο, ήταν γνωστά χάρις στην μικρότερη κόρη Παΐζη, την ηθοποιό Αλέκα Παΐζη. Επίσης, γνωστή είναι η θεατρική σταδιοδρομία της Αλέκας Παΐζη, από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και το ντεμπούτο της το 1941 στην Κεντρική Σκηνή του μέχρι το Θέατρο Τέχνης κατά την τριετία 1978-1981, με το κύκνειο άσμα της στο Εθνικό. Στα βιογραφικά της, ωστόσο, παραλείπεται ότι ξεκίνησε ως δασκάλα στο Αρμένικο Σχολείο του Ηρακλείου. Ενώ, η μεγαλύτερη Κατίνα δίδασκε, πρώτα, στο διτάξιο για τα παιδιά των προσφύγων και μετά στο Πρότυπο Ηρακλείου. Και οι δυο αριστούχες του Διδασκαλείου Ηρακλείου.
Με τη γνωστή αφηγηματική της άνεση, η Τρουλλινού ανασταίνει την πόλη της, το Ηράκλειο, στα χρόνια του ’30, τις “καλές” οικογένειες και τους διανοούμενους. Τότε, το Ηράκλειο θεωρείτο μια από τις λογοτεχνικές εστίες της Ελλάδας και χάρις στα πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, που εκδίδονταν εκεί. Τρία αναφέρει η Τρουλλινού, μνημονεύοντας ότι σε ένα δημοσίευσε ποίημά του ο Καβάφης. Δεν την ενδιαφέρει η έρευνα. Επιζητά να δώσει το κλίμα μέσα στο οποίο άνθισε το ποιητικό ταλέντο της Κατίνας Παΐζη. Τρεις συλλογές εξέδωσε η Παΐζη στη δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου και μια, το 1955, από όπου και το ποίημα «Αγάπη». Στο βιβλίο, που φτιάχνει η Τρουλλινού για την επέτειο της εκατονταετηρίδας της, αναδημοσιεύει όλα τα ποιήματά της, ακόμη και τα αθησαύριστα και τα παιδικά. Σε ένα τελευταίο κεφάλαιο, αναδημοσιεύει τις «Σφακιανές κουβέντες», τη μοναδική συλλογή με πεζά που εξέδωσε η ποιήτρια, το 1988.
Όλων αυτών, όμως, προτάσσει τις επιστολές, που είχε λάβει η Παΐζη μετά την έκδοση των βιβλίων της. Επιστολές επιφανών, τους οποίους συγκράτησε η Ιστορία, σε αντίθεση με την ποιήτρια, που έμεινε στα παραλειπόμενα. Εμμέσως τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο την αδίκησαν οι γραμματολόγοι. Η Τρουλλινού, ωστόσο, το παρακάμπτει, διαπιστώνοντας ότι η ποίησή της διαθέτει δυο σημαντικά προσόντα: αθωότητα και αυθεντικότητα. Σήμερα, αυτά τα δυο μάλλον δεν λογαριάζονται για αρετές. Συνιστούσαν, όμως, προσόντα στον Μεσοπόλεμο, κι αυτήν την εκτίμηση εκφράζουν οι επιστολές.
Κατ’ αρχήν, για τη δεύτερη συλλογή «Απλοί Σκοποί» του 1936, της γράφει ο Γιάννης Σκαρίμπας από την Χαλκίδα: «…Η ποίησίς σας η μελαγχολική και δειλή, έχει έναν τρόπο πολύ δικό της να μας παραπονιέται… τούτη η συλλογή διαφέρει από την άλλη, τα «Ροδοπέταλα» κατά το στερεότερο βήμα της, κατά το παθητικώτερό της θαμπό φως…» Με τον Σκαρίμπα αλληλογραφούσε από τις αρχές της δεκαετίας του ’30, όπως και με τον Βάσο Δασκαλάκη. Εκείνος, στην επιστολή του, μεταφέρει τις εντυπώσεις ολόκληρης της συντροφιάς: ο Μάρκος Αυγέρης ενθουσιάστηκε και συγκινήθηκε με τα τραγούδια της, η Γαλάτεια Καζαντζάκη την τοποθέτησε δίπλα στην βρετανή Μπάρρετ-Μπράουνιγκ και την βρήκε ακόμη καλύτερη. Μέχρι ο Θράσος Καστανάκης ενθουσιάστηκε.
Στο βιβλίο αναδημοσιεύεται και μια κριτική για την πρώτη ποιητική συλλογή της, γραμμένη με τη μορφή επιστολής. Είναι ενός επιφανούς, αλλά όχι λογοτέχνη. Πρόκειται για συνάδελφό της, δηλαδή δασκάλου, του Νίκου Πλουμπίδη, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, γράφει: «Για σένα τη νεαρά καλλιτέχνιδα Νεαρό μπουμπούκι της ζωής… Τρελό! που τραγουδάς χαρούμενα… τις ομορφιές τέλειων κόσμων. Νεαρό! που τα βλέπεις όλα ρόδινα. Κλαψιάρικο! που μοιρολογάς τα παλιά… γιατί να μη τραγουδάς το μέλλον; ο παλιός κόσμος είναι ήδη ερείπιο… γιατί εσύ νεαρό να συντριφτείς σαν ερείπιο και να μη δώσεις –σαν νέο– την πνοή σου στο χτίσιμο της νέας ζωής; Νεαρό! το μέλλον είναι μαζί μου, το μέλλον της ισότητας των όντων… Έλα!!! Έλα!!! μαζί μου θα γίνεις θείο, μαζί μου θ’ ανεβείς κει πού αξίζει στις αιθέριες ψυχές.»
Παραδόξως, ο ενθουσιασμός του κομουνιστή Πλουμπίδη έφερε καρπούς. Και οι δυο αδελφές Παΐζη υπήρξαν Εαμίτισσες και αγωνίστριες της Αριστεράς. Η μικρότερη πλήρωσε τη δράση της με εξορίες, η ποιήτρια μόνο με δυσμενή μετάθεση από το Μαράσλειο στο 2ο Εξατάξιο Καλλιθέας. Σκόρπιες ψηφίδες για τη ζωή της παραθέτει η Τρουλλινού. Εμείς θα προτιμούσαμε, δοθείσης της ευκαιρίας, πιθανώς και μοναδικής, ένα περισσότερο ακριβολόγο βιογραφικό. Συγκρατούμε, πάντως, το γάμο της με τον μουσικό Γιώργο Ζωγράφο και τον θάνατό της στις 28 Νοεμβρίου 1996. Θυμίζουμε τον θάνατο της Αλέκας Παΐζη στις 4 Φεβρουαρίου 2009, μη προλαβαίνοντας να παίξει τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου.
Ίσως, το γοητευτικότερο μέρος του βιβλίου να είναι οι “σφακιανές ιστορίες”, έτσι όπως μπορεί και να τις άκουσε η ποιήτρια από τα μητέρα της. Αντιγράφουμε μια περικοπή, που, σε κάποιους θα θυμίσει μιαν άλλη, παραπλήσια: «Ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα του χωριού, γεφύρι αιωνιότητας και ανακύκλωσης στέκει το εκκλησάκι του Τίμιου Σταυρού. Το εκκλησάκι που, επί τριάντα χρόνια, ανέβαινε η γιαγιά μου, η Αικατερίνη Πατέρου από την Ανώπολη, κάθε χρόνο τη μέρα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτέμβρη κι έζωνε με κερί από τα μελίσσια της εφτά φορές το εκκλησάκι. Το είχε τάμα…»
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/6/2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.
