Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/2/2014.
Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014
Οι πρωτιές του «Κλόουν»
Πρώτη μετάφραση του «Κλόουν»,
έκδοση του 1973.
Ο Γιάννης Τσαρούχης φέρεται να είπε το σοφό, “στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις”, χωρίς να αποκλείεται να το είπε και κάποιος άλλος πριν από αυτόν. Το σίγουρο είναι πως σήμερα πλέον η χρήση του έχει γενικευτεί, ενώ, στις ημέρες μας, κερδίζει έδαφος και η παραλλαγή, “στην Ελλάδα ισχύει ό,τι δηλώσεις”. Οι πιο ανυπόστατοι και απίθανοι ισχυρισμοί, όταν προέρχονται από κάποιον που θεωρείται ειδήμων επί ενός θέματος, υιοθετούνται από τα ΜΜΕ και αναπαράγονται ως αληθείς, χωρίς ιδιαίτερο ή και κανένα έλεγχο. Με την ίδια ευκολία γίνονται αποδεκτοί από το κοινό, που τους επαναλαμβάνει ως θέσφατα. Την αφορμή γι’ αυτές τις διαπιστώσεις δεν μας την έδωσε ο χώρος του βιβλίου, αλλά εκείνος του θεάτρου. Ας μη νομιστεί, όμως, ότι αυθαίρετα μπαίνουμε σε ξένα χωράφια. Αντιθέτως, οι άνθρωποι του θεάτρου είναι εκείνοι που έχουν αρχίσει να ψωμίζονται από το πεζογραφικό βιβλίο, με τις λεγόμενες θεατροποιήσεις πεζών έργων. Παρεμπιπτόντως, περί του καινοφανούς του φαινομένου των θεατροποιήσεων, συνηγορεί και το γεγονός ότι πρόκειται για αθησαύριστη λέξη, κατά το θεατροποιός, που είναι λέξη καταγεγραμμένη μεν, αλλά με ευρύτερη σημασία.
Παλαιότερα χρησιμοποιείτο η λέξη δραματοποίηση, που οριζόταν ως η τέχνη της σύνθεσης θεατρικού έργου από ένα πεζό. Ο δραματοποιός μπορεί να ξεκινούσε από κάποιο συγκεκριμένο έργο, ουσιαστικά, όμως, το μεταμόρφωνε σε κάτι καινούριο. Περιόριζε τη λογοτεχνικότητα του πρωτότυπου, που δεν μπορούσε να αποδοθεί σκηνικά, και εστίαζε, όπως ο δραματουργός, με γνώμονα τους δραματικούς κώδικες, στη θεατρικότητα. Σε αντίθεση με την κρατούσα σήμερα τεχνική της θεατροποίησης, που συχνά τους παρακάμπτει, έχοντας ως κύριο στόχο την επίτευξη της παραστασιμότητας, κατά έτερο εν χρήσει σήμερα νεολογισμό. Η απόσταση μεταξύ τού τι εννοείται ως δραματοποίηση και τι εξυπακούεται ως θεατροποίηση είναι σημαντική και δεν φαίνεται μόνο από το αποτέλεσμα αλλά και από την ταχύτητα, που συχνά συνεπάγεται προχειρότητα, με την οποία συνήθως γίνονται οι θετροποιήσεις. Κατά κανόνα, για θεατροποίηση επιλέγονται έργα με λίγα πρόσωπα, ώστε να εξυπηρετούν τα θέατρα μικρών χώρων, που έχουν αρχίσει να κερδίζουν όλο και μεγαλύτερο μέρος από το κοινό των μεγάλων σκηνών. Αλλά και να καλύπτουν την όλο και συχνότερα εμφανιζόμενη τάση μερίδας σκηνοθετών να εμφανίζονται σαν άνθρωποι-ορχήστρα, συγκεντρώνοντας περισσότερες της μίας ιδιότητες. μεταφραστής αν πρόκειται για ξένο έργο, διασκευαστής, σκηνοθέτης έως και ηθοποιός.
Όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις στο χώρο του θεάτρου συμβάλλουν σε οικονομικότερα ανεβάσματα. Δεν γνωρίζουμε τι γίνεται εκτός ελλαδικών συνόρων, πάντως, στα καθ’ ημάς, εμφανίστηκαν σαν επακόλουθο της κρίσης. Ή, τουλάχιστον, τότε πήραν διαστάσεις φαινομένου. Εμείς είχαμε αναφερθεί σε αυτήν την διόγκωση των θεατροποιήσεων, όταν διαπιστώσαμε το εύρος που είχαν πάρει οι θεατροποιήσεις του Παπαδιαμάντη. Όπως σχολιάζουμε και στο βιβλιάριό μας, «Παπαδιαμαντικά 2011», κατά τη διάρκεια του επετειακού έτους τα θεατρικά ανεβάσματα “αυξήθηκαν και επληθύνθησαν, όπως τα μανιτάρια με τον υγρόν καιρόν”. Και αυτό συνεχίστηκε τον επόμενο και τον μεθεπόμενο χρόνο, φθάνοντας αισίως στους πρώτους μήνες του 2014, να παίζονται, σε πολλοστή επανάληψη, δυο από τα θεατροποιημένα τότε έργα. Ενώ, εμφανίστηκε και ένα καινούριο, «Οι Φόνισσες της (sic!) Παπαδιαμάντη», που δεν έχει μεν ουδεμία σχέση με το ομότιτλο έργο του Παπαδιαμάντη, αλλά απέκτησε τίτλο με παπαδιαμαντικές συνδηλώσεις, σκηνοθέτη θέλοντος. Εκείνος δήλωσε ότι διαπνέεται παιδιόθεν από έρωτα προς τον Σκιαθίτη και ουδείς αγανάκτησε με την εμπλοκή του ονόματος του Παπαδιαμάντη σε κάτι τόσο παντελώς ξένο προς τους ηθικούς κώδικες του έργου του. Όπως, άλλωστε, έγιναν αποδεκτές οι ποικίλες και συχνά μυθώδεις αποφάνσεις περί Παπαδιαμάντη όσων καταπιάστηκαν κατά το επετειακό 2011 με θεατροποιήσεις των διηγημάτων του.
Εδώ, όμως, θέλουμε να σχολιάσουμε κάποιες πρόσφατες δηλώσεις σχετικά με τη θεατροποίηση ενός ξένου μυθιστορήματος, πασιφανώς εσφαλμένες, που ουδείς αμφισβήτησε. Αν το πρόβλημα με τις θεατροποιήσεις του Παπαδιαμάντη επιτείνεται με την επικρατούσα τακτική να μην περιορίζονται σε ένα διήγημα, αλλά να κάνουν ποτ πουρί από περισσότερα και συχνά, να ανακατώνουν τα βιογραφικά του στοιχεία, στις θεατροποιήσεις ξένων πεζογραφημάτων ξεκινάει από τη μη αναφορά της μετάφρασης, που αποτελεί τη βάση της διασκευής. Παρόλο που η μετάφραση, στην οποία στηρίζεται η θεατροποίση αποτελεί σημαντικό παράγοντα, αφού, χάρις στην ποιότητά της, θα διασωθεί, όσο διασωθεί, κάτι από τη λογοτεχνικότητα του πρωτότυπου.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Στο ρεπερτόριο για το πεντάμηνο Σεπτ. 2013-Ιαν. 2014, που είχε ανακοινώσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Σωτήρης Χατζάκης, στις 9 Ιουλ. 2013, παρότι πρόκειται για την πρώτη σκηνή της χώρας, υπήρχαν και τέσσερις θεατροποιήσεις, δυο ελληνικών μυθιστορημάτων και δυο ξένων. Στα καλλιτεχνικά ρεπορτάζ των εφημερίδων, δεν αναφέρονταν στους συντελεστές της κάθε παράστασης οι μεταφραστές. Όπως, όμως, διαπιστώσαμε πολύ αργότερα, τα ονόματα υπήρχαν στην επίσημη ιστοσελίδα του Εθνικού Θεάτρου.
Συμβουλευθήκαμε την εν λόγω ιστοσελίδα στις αρχές Δεκ., με αφορμή το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, «Αλεπούδες στην πλαγιά», που φέρεται να “συνομιλεί” με το μυθιστόρημα του Χάϊνριχ Μπελλ, «Ansichten eines clowns». Συμπτωματικά, αυτό ακριβώς το μυθιστόρημα, ελληνιστί «Οι απόψεις ενός κλόουν», ήταν το δεύτερο ξένο που είχε επιλεγεί και η πρεμιέρα του προγραμματιζόταν για τις 24 Ιαν. 2014, όπως αναφέραμε και στη βιβλιοπαρουσίασή μας (22 Δεκ. 2013). Στην ηλεκτρονική ταυτότητα της παράστασης, μετάφραση-διασκευή-σκηνοθεσία αποδίδονταν στον Αργύρη Ξάφη. Στη συνέχεια, το ανέβασμα μετατέθηκε για τις 15 Φεβ. 2014. Στις 31 Ιαν. 2014, σε συνέντευξη της Δέσποινας Κούρτη, που υποδύεται την κεντρική ηρωίδα, Μαρί Ντέρκουμ, παρατίθετο η ταυτότητα της παράστασης, στην οποία η μετάφραση αποδιδόταν στη Τζένη Μαστοράκη. Τρεις μέρες αργότερα, δημοσιεύτηκε επιστολή της Μαστοράκη, όπου δήλωνε πως δεν έχει καμία σχέση με την παράσταση. Δήλωση που προφανώς δεν απέκλειε την πιθανότητα η μετάφρασή της να είχε χρησιμοποιηθεί για τη διασκευή. Τις επόμενες δυο ημέρες, οι ανακοινώσεις, πρώτα του Ξάφη και στη συνέχεια, του αναπληρωτή καλλιτεχνικού διευθυντή Αντώνη Κούφαλη “έλυσαν την παρεξήγηση”, κατά τη δημοσιογραφική διατύπωση.
Γιατί, όπως θυμίσαμε και εισαγωγικά, στην Ελλάδα ισχύει ό,τι δηλώσεις, αν τυγχάνει να είσαι ο καθ’ ύλην αρμόδιος. Δήλωσε (αντιγράφουμε από δημοσίευμα της Ι. Κλεφτογιάννη 4/2/2014), λοιπόν, ο Ξάφης: “Ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσα τη μετάφραση της Τζένης. Θα έκανα τη δική μου, ειδικά για τα κομμάτια που θα επέλεγα στη διασκευή μου.” Επίσης ισχυρίστηκε: “Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που εξασφάλισε από το 1963 (χρονολογία έκδοσης του μυθιστορήματος) τα δικαιώματα για μία διασκευή του βιβλίου για το θέατρο”. Την επομένη δόθηκε η συνέντευξη Τύπου του Χατζάκη για το καλοκαιρινό ρεπερτόριο. Εκεί, ήρθε η δήλωση Κούφαλη, “ότι το όνομα της μεταφράστριας μπήκε στα αρχικά ανεπίσημα δελτία Τύπου επειδή το Εθνικό Θέατρο ήθελε να την τιμήσει και να μην φανεί ότι παρακάμπτεται αφού εκείνη πρώτη μετέφρασε το μυθιστόρημα.” Αντιγράφουμε και πάλι από το ρεπορτάζ των εφημερίδων. Από όποια, πάντως, πληροφόρηση συλλέξαμε, αναίρεση ή διόρθωση της δήλωσης δεν υπήρξε.
Για τη δεύτερη δήλωση, του αναπληρωτή καλλιτεχνικού διευθυντή, δεν απαιτείται ιδιαίτερη κατατόπιση για να αντιληφθεί κανείς, ότι δεν ευσταθεί. Οπότε, και θα αναμενόταν να διαψευστεί επί τόπου, από τους παρευρισκόμενους στη συνέντευξη Τύπου. Όπως θυμίζαμε με αφορμή το μυθιστόρημα του Ανυφαντάκη, η πρώτη μετάφραση εκδόθηκε το 1973, δέκα χρόνια μετά την έκδοση του πρωτότυπου και ένα έτος μετά την απονομή του Νόμπελ στον Μπελλ. Ο εκδότης Δ. Κ. Ζάρβανος παρακινήθηκε από τη βράβευση, καθώς ταυτόχρονα μεταφράστηκαν ακόμη δυο βιβλία του Μπελλ, όλα από τον ίδιο μεταφραστή, τον Γιάννη Λάμψα. Αυτοεξόριστος τα χρόνια της Δικτατορίας, συνεργαζόταν τότε με τον Παύλο Μπακογιάννη στην εκπομπή της Deutsche Welle. Προσδιορίζεται ότι η μετάφραση είναι από τα γερμανικά. Στη μετάφραση της Μαστοράκη, που έγινε το 1986 για τις εκδόσεις Γράμματα, δεν αναφέρεται από ποια γλώσσα έγινε. Το πιθανότερο, να έγινε και εκείνη από τα γερμανικά, καθώς είναι γνωστές μεταφράσεις της έργων των Μπρεχτ και Κλάϊστ από το πρωτότυπο. Πρόκειται για δυο ικανοποιητικές αποδόσεις, θα λέγαμε διαφορετικής σκόπευσης. Ο Λάμψας φαίνεται να είχε κατά νου ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Επιδιώκει το σπάσιμο της μακροπερίοδης γερμανικής σύνταξης, αλλά και γενικότερα μία πιο στρωτή αφήγηση, αποδίδοντας τους διαλόγους στην τρέχουσα τότε καθομιλουμένη . Δεν είναι τυχαίο, ότι επιλέγει και τον περισσότερο ευθύ τίτλο, «Ο Κλόουν». Είναι ο τίτλος της αγγλικής μετάφρασης του μυθιστορήματος, που έγινε το 1965 από την Leila Vennewitz, μόνιμη μεταφράστρια στην αγγλική γλώσσα του Μπελλ. Ενώ, η Μαστοράκη κρατά τον πρωτότυπο τίτλο, όπως διατηρεί και ευδιάκριτα ίχνη της συντακτικής δομής του γερμανικού πρωτότυπου, στοχεύοντας, πιθανώς, σε μία περισσότερο λογοτεχνική μεταγλώττιση.
Ο Ξάφης, σε συνέντευξή του, έχει εξομολογηθεί ότι “διασκεύαζε το έργο πολλά χρόνια στο μυαλό του, από το 2005”, που το πρωτοδιάβασε. Το πιθανότερο, στη μετάφραση της Μαστοράκη. Μετά τη δήλωσή του, έφυγε από την ηλεκτρονική ταυτότητα της παράστασης το όνομα του μεταφραστή και μετά δυο-τρεις ημέρες επανήλθε το δικό του. Οπότε μένει η απορία, κατά πόσο πρόκειται για κανονική μετάφραση ολόκληρου του έργου από εκείνον ή μόνο για παραλλαγμένη απόδοση των τμημάτων που χρειαζόταν για την θεατροποίηση. Το Σάββατο, 15/2/2014, θα γίνει η πρεμιέρα και θα κυκλοφορήσει το πρόγραμμα, οπότε θα μάθουμε περισσότερα. Και μόνο η απόδοση της τελευταίας κουβέντας των αδελφών Σνηρ, του μεγαλύτερου Χανς, που δηλώνει επάγγελμα “κωμικός καλλιτέχνης”, και του Λεό, θα δώσει μία πρώτη ιδέα. Όσο για τις δηλώσεις, παρότι γνωρίζουμε την ευκολία με την οποία γίνονται, δεν αναμένονταν από τα συγκεκριμένα πρόσωπα.
Η μέχρι σήμερα καλλιτεχνική πορεία του Ξάφη δείχνει έναν άνθρωπο με ταλέντο και φιλοδοξίες, που δεν ενδίδει στις εύκολες λύσεις. Της γενιάς των ηθοποιών, που γεννήθηκαν στη μεταπολίτευση και παρουσιάστηκαν στις αρχές του 21ου, δοκιμάστηκε σε μία γκάμα ρόλων, διακρίθηκε και βραβεύτηκε, τόσο στο θέατρο (στη δραματοποίηση του μυθιστορήματος του Χένρυ Τζαίημς «Το στρίψιμο της βίδας») όσο και στον κινηματογράφο (στην ταινία «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη», που στηρίχτηκε στο μυθιστόρημα του Γιώργου Δενδρινού). Ως σκηνοθέτης εμφανίστηκε αργότερα. Τύποις, αυτή είναι η τέταρτη σκηνοθεσία που αναλαμβάνει. Ουσιαστικά, όμως, είναι η πρώτη φορά, που έχει το γενικό πρόσταγμα. Γιατί, λοιπόν, δεν διευκρινίζει το είδος της συμμετοχής του στη μετάφραση;
Επίσης, θα αναμενόταν κάποιο μέτρο στις δηλώσεις του. Πώς είναι δυνατόν να είναι ο πρώτος ανά τον κόσμο, που εξασφάλισε δικαιώματα διασκευής; Δηλαδή, όλα τα άλλα ανεβάσματα, ακόμη πριν την απονομή του Νόμπελ, έγιναν χωρίς άδεια; Ή μήπως τα αγνοεί; Αφού αυτή η διασκευή τον απασχολεί κοντά μία δεκαετία, δεν μπορεί να μην συμβουλεύτηκε τις λύσεις που έδωσαν άλλοι πριν από αυτόν. Είχαμε την εντύπωση πως έτσι “χτίζεται” ένας ρόλος, πόσω μάλλον μία παράσταση. Πάντως, για το αληθές του δικού μας ισχυρισμού αντιγράφουμε από τα βιογραφικά του Μπελλ: “1963 Verοffentlichung des Bestsellers «Ansichten eines Clowns», der sowohl als Theaterstuck inszeniert als auch verfilmt wird.”
Και ερχόμαστε στον μόλις διορισθέντα αναπληρωτή καλλιτεχνικό διευθυντή, που εκπλήσσει την τελευταία τριετία με τις πολύπλευρες επιδόσεις του. Οι αδελφοί Κούφαλη, ο Αντώνης και ο Κώστας, ερασιτέχνες, όπως δηλώνουν, αλλά δόκιμοι θεατρικοί συγγραφείς, άνοιξαν το θεατρικό μέρος του Έτους Παπαδιαμάντη με ένα πρώτο ποτ πουρί πέντε σκιαθίτικων διηγημάτων. Στο Έτος Καβάφη, μόνος του ο πρεσβύτερος είχε τη μοναδική τύχη να είναι εκείνος που υποδύθηκε σε ένα μονάκριβο θεατρικό έργο τον Καβάφη. Τέλος, ως δυάδα, επάνδρωσαν το καινούριο δυναμικό επιφυλλιδογράφων της «Ελευθεροτυπίας». Μέχρι τον πρόσφατο διορισμό του, ο Αντώνης Κούφαλης ήταν μόνιμος κάτοικος Καβάλας, μία πόλη με πολιτιστική παράδοση. Ένας επιπλέον λόγος να γνωρίζει τον Χάϊνριχ Μπελλ στις χαρτόδετες εκδόσεις περιπτέρου. Κατά συνθήκη ψεύδος, λοιπόν, ο ισχυρισμός ή αδυναμία μνήμης λόγω και πολυπραγμοσύνης; Γενικότερα, πάντως, παρόμοιες δηλώσεις στοχεύουν να είναι αποστομωτικές δια του εντυπωσιασμού.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/2/2014.
Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014
Καβαφικά αφιερώματα
Κατά τη διάρκεια του επετειακού 2013, καταβλήθηκαν, για ακόμη μία φορά, ποικίλες προσπάθειες προσέγγισης του Καβάφη και του έργου του δια της εικαστικής, θεατρικής, συγγραφικής ή και φιλολογικής οδού. Πιθανώς, επί ματαίω. Ποσοτικώς, όμως, η συγκομιδή υπήρξε πλουσιωτάτη. Πρωτίστως σε πίνακες ζωγραφικής, δευτερευόντως σε θεατρικά έργα, κυρίως μονολόγους, παρεμπιπτόντως και σε βιβλία. Πλουσιοπαρόχως, πάντως, σε κείμενα, εγκατεσπαρμένα ως μεμονωμένος μόχθος σε ποικίλα έντυπα, αλλά και συντεταγμένα σε πρακτικά ημερίδων, συμποσίων, συνεδρίων, που προσώρας τυπώνονται, αλλά και σε αφιερώματα περιοδικών. Δυστυχώς, αυτά τα τελευταία στάθηκαν ολίγα. Εμείς μετρούμε μόλις τρία σε περιοδικά με έδρα την Αθήνα. Για την υπόλοιπη Ελλάδα ή την Κύπρο, ένας κάτοικος του κλεινού άστεως ελάχιστα γνωρίζει.
Εδώ, ο Τύπος και αυτά τα τρία αφιερώματα μόλις που τα επεσήμανε. Αντιθέτως, το ένα μοναδικό της αλλοδαπής μνημονεύθηκε δεόντως. Και εκείνο έργο ημεδαπών, όμως μυρωμένο εν Παρισίοις. Και ως γνωστόν, στο συλλογικό υποσυνείδητο τα Φώτα της Εσπερίας είναι ιερά. Υπεράνω κριτικής το αφιέρωμα του περιοδικού «Europe», που ίδρυσε προ 90 ετών ένας Ρομαίν Ρολάν. Ούτε καν σχολιάστηκε το τόλμημα του επιμελητή, χωρίς συναίσθηση των δυσκολιών, να παρουσιάσει Καβάφη σε δική του μετάφραση. Τρία ποιήματα ως πρώτη γεύση: «Souviens-toi, corps...», «Si seulement», «Jours de 1908». Απορούμε, με τον τίτλο «Si seulement», πόσοι αναγνώστες ανακαλούν για ποιο καβαφικό ποίημα πρόκειται.
Τα τρία αφιερώματα στεγάστηκαν, τα δυο σε λογοτεχνικά περιοδικά, «Το Δέντρο» και «Νέα Εστία», το τρίτο στα «Σύγχρονα Θέματα». Στο πρώτο έχουμε ήδη αναφερθεί. Το αφιέρωμα καταλαμβάνει 155 σελίδες επί συνόλου 229. Με τίτλο, «Ξαναδιαβάζουμε τον Καβάφη», τα 28 κείμενα απλώνονται σε ολόκληρο το καβαφικό τοπίο. 25 οι ζώντες συνεργάτες, δυο από το δυναμικό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (Μ. Χρυσανθόπουλος, Μ. Βασιλειάδη) συμμετέχουν και στο αφιέρωμα του έτερου λογοτεχνικού περιοδικού, ενώ ένας (Δ. Αγγελής), και στο τρίτο.
Τον Ιούλιο κυκλοφόρησε το αφιέρωμα του περιοδικού «Σύγχρονα Θέματα». Το διπλό τεύχος του δεύτερου εξαμήνου του 2013 ανοίγει με τον «Φάκελο: Ο Καβάφης του Τσίρκα», που απλώνεται σε 105 σελίδες, καταλαμβάνοντας κάτι περισσότερο από το μισό τεύχος. Βασικό ατού του αφιερώματος είναι τα ντοκουμέντα, που ανασύρει από δυο Αρχεία· του Στρατή Τσίρκα και του Μ. Μ. Παπαϊωάννου. Γεννιέται η απορία, γιατί αυτά τα πολύτιμα τεκμήρια δεν έτυχαν αυτοτελούς έκδοσης. Δεδομένου, μάλιστα, ότι τα Αρχεία δεν βρίσκονται στα χέρια κληρονόμων αλλά απόκεινται στο Ε.Λ.Ι.Α.. Πρόκειται για τα “ημερολόγια εργασίας”, που κρατούσε ο Τσίρκας κατά τη συγγραφή των δυο καβαφικών μελετών, και για την αλληλογραφία του κυρίως με τον Παπαϊωάννου, αλλά και με τους Μάρκο Αυγέρη και Τάσο Βουρνά. Στο αφιέρωμα παρατίθενται αποσπάσματα από 80 ημερολογιακές καταγραφές, 45 από το ημερολόγιο της πρώτης μελέτης «Ο Καβάφης και η εποχή του» και 25 από εκείνο της δεύτερης «Ο πολιτικός Καβάφης». Επίσης, αποσπάσματα από 11 επιστολές Τσίρκα προς Παπαϊωάννου, δυο Παπαϊωάννου προς Τσίρκα, μία Τσίρκα προς Αυγέρη, δυο Αυγέρη προς Τσίρκα και μια Τσίρκα προς Βουρνά. Για τη μη έκδοση των τεκμηρίων δεν είναι υπεύθυνοι οι μελετητές. Εκείνο που θα αναμενόταν από αυτούς είναι μία περιγραφή των δυο ημερολογίων και των επιστολικών σωμάτων, για να δοθεί ευκρινέστερη εικόνα για “το εργαστήρι του κριτικού Τσίρκα”, όπως είναι και ο τίτλος της πρώτης ενότητας του τριμερούς αφιερώματος.
Σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα των επιμελητών του, Γιάννη Παπαθεοδώρου και Μίλτου Πεχλιβάνου, ο συγκεκριμένος επετειακός “αναστοχασμός” στοχεύει να αναδείξει τον Τσίρκα ως κριτικό του Καβάφη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο από εκείνο της Αριστεράς, στο οποίο είχε ουσιαστικά περιοριστεί την εποχή που εκδόθηκαν οι δυο μελέτες. Μισό και πλέον αιώνα αργότερα, όταν η θέαση του Καβάφη αλλάζει, χρειάζεται και “ο Καβάφης του Τσίρκα” να επαναπροσδιοριστεί με βάση τη σημερινή οπτική. Το πρώτο κείμενο της Χρύσας Προκοπάκη και του Αγγελή είναι ένα είδος προλόγου στα ημερολογιακά παραθέματα, που συνοδεύονται από σημειώσεις βιβλιογραφικού χαρακτήρα και κάποιες φιλολογικού. Σε αυτόν, σχολιάζονται συνοπτικά οι ημερολογιακές καταγραφές του Τσίρκα, χωρίς να διατυπώνονται παρατηρήσεις και ερωτήματα προς την κατεύθυνση που στοχεύει το αφιέρωμα. Το δεύτερο κείμενο των δυο επιμελητών ξεδιπλώνεται παράλληλα με τα παραθέματα της αλληλογραφίας, αποκαθιστώντας μία αφηγηματική ροή. Μένουμε με την εντύπωση πως όσοι αναγνώστες γνωρίζουν τη σχετική φιλολογία θα συμπληρώσουν κενά, πιθανώς και να εμβαθύνουν λίγο περισσότερο στην κριτική υποδοχή των μελετών του Τσίρκα από την Αριστερά. Οι υπόλοιποι, όμως, θα πρέπει μάλλον να περιμένουν το βιβλίο που ετοιμάζει ο Παπαθεοδώρου. Πάντως, η χρήση του Άλλου Καβάφη για τον “πολιτικό Καβάφη” του Τσίρκα, δημιουργεί σύγχυση, καθώς το Άλλος αντιπαρατίθεται προς το εκάστοτε ισχύον, οπότε σήμερα, ειδικότερα κατά το έτος Καβάφη, παραπέμπει στον ερωτικό Καβάφη.
Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος, τιτλοφορείται «Σε καιρό και σε τόπο», επίσης με δυο κείμενα. Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ παρουσιάζει τον Τσίρκα ως ιστορικό, μη επαγγελματία και γι’ αυτό δυο φορές πιο προσεκτικό, πρωτοποριακό για την εποχή του, καθώς, πέραν των γραπτών πηγών, χρησιμοποίησε φωτογραφικό υλικό και προφορικές μαρτυρίες. Με βάση τη σημερινή γνώση για την ελληνική παροικία της Αιγύπτου, προσθέτει διορθωτικές παρατηρήσεις στην πρώτη μελέτη του Τσίρκα, φωτίζοντας το ρόλο της αιγυπτιώτικης Αριστεράς μετά το 1952. Ενώ, σχετικά με τη δεύτερη μελέτη, επισημαίνει τις ιδεολογικές διαφοροποιήσεις του ίδιου του Τσίρκα. Ακολουθεί το κείμενο του Αλέξανδρου Καζαμία, με αντικείμενο την πρώτη μελέτη ως ιστορικό αφήγημα. Θυμίζουμε ότι, ως φιλολογική βιογραφία, έτυχε του αντίστοιχου κρατικού βραβείου λογοτεχνίας, που στάθηκε και το μοναδικό του Τσίρκα. Ο μελετητής επανέρχεται στην παρατήρηση του Χατζηιωσήφ για τον ταξικό διαχωρισμό της ελληνικής παροικίας σε “πρωτοκλασάτους” και “δευτεροκλασάτους”. Αυστηρός κριτής αυτός, επιμένει στις “ατέλειες” αυτού του ιστορικού εγχειρήματος και στο “μανιχαϊκό σχήμα”, που, κατ’ αυτόν, υιοθετεί ο Τσίρκας στην παρουσίαση της ελληνικής παροικίας. Όσο αφορά τον Άλλο Καβάφη του Τσίρκα, δεν υιοθετεί την άποψη ότι ο Καβάφης είχε εκδηλώσει “αντιαποκιακές πεποιθήσεις”.
Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος, «Στις πολιτείες της γραφής», αναζητούνται τα καβαφικά ίχνη στην τριλογία «Ακυβέρνητες Πολιτείες» και επιχειρείται ερμηνεία των συγγραφικών προθέσεων. Η Μαρία Ιατρού αναφέρεται κυρίως στον πρώτο τόμο, ο Ulrich Moennig εστιάζει στο μυθιστορηματικό ήρωα Ρόμπερτ Ρίτσαρντς και η Μαρία Τοπάλη, στον τρίτο τόμο, με έμφαση στον ίδιο μυθιστορηματικό ήρωα. Ο Γερμανός μελετητής τον παρουσιάζει, δανειζόμενος την περιγραφή του Αλέξ. Αργυρίου, “Ελληνιστής, ουτοπιστής, με σεξουαλική ιδιαιτερότητα”. Η Τοπάλη, μοναδική λογοτέχνις στους επτά συνεργάτες του αφιερώματος, προτιμά την τρέχουσα γλώσσα. Τον αναφέρει ως “οξφορδιανό ομοφυλόφιλο”, εισάγοντας τα δίπολα “Ρίτσαρντς-Σιμωνίδης” (το κεντρικό πρόσωπο της τριλογίας) όπως “Καβάφης-Τσίρκας”. Καταληκτικά δηλώνει ότι την “ιντριγκάρουν” οι πολυπολιτισμικές ταυτότητες, όπως η πιθανολογούμενη αρμενοϊρανική καταγωγή του Καβάφη. Έτσι προσθέτει στο αφιέρωμα μια πινελιά από την παλέτα του τρέχοντος επετειακού έτους.
Τον Δεκέμβριο κυκλοφόρησε το τρίτο αφιέρωμα, της «Νέας Εστίας». Παρατάσσεται μετά τις εισαγωγικές δημοσιεύσεις ποιημάτων και διηγημάτων, λιγότερο ή περισσότερο γνωστών συγγραφέων (σημειωτέον ότι καταργήθηκε το υποσελίδιο σύντομο βιογραφικό, που είχε καθιερώσει ο προηγούμενος διευθυντής), και πριν τις ενότητες “τεκμήρια”, “δοκίμιο”, “κριτική” (καταργήθηκε η βινιέτα “μηνολόγιο”). Λείπει πρόλογος της σύνταξης του περιοδικού, που να τοποθετεί το αφιέρωμα. Απουσιάζει ακόμη και μία διαχωριστική, έστω λευκή σελίδα, ενώ η φωτογραφία του Καβάφη, τοποθετημένη στο τέλος του αφιερώματος, σε αριστερή σελίδα, αντικριστά με την πρώτη σελίδα της τρίτης ενότητας, δημιουργεί την εντύπωση πως ο Αλεξανδρινός γυρίζει τα νώτα του σε αυτό.
Tο αφιέρωμα καταλαμβάνει 146 σελίδες επί συνόλου 318. Από τις οποίες το ένα τρίτο, που αντιστοιχεί στα δυο τελευταία κείμενα των Πιερ Μπερενζέ και Δημήτρη Καργιώτη, προστέθηκε από τη διεύθυνση του περιοδικού, όπως και η εικονογράφηση με σχέδια του κύπριου ζωγράφου Ανδρέα Καραγιάν. Αυτή η πληροφορία δίνεται σε υποσελίδια σημείωση μετά τον πρόλογο των δυο επιμελητριών του αφιερώματος, Λίζυς Τσιριμώκου και Ιωάννας Ναούμ, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση σε τι στοχεύει αυτή η προσθήκη, που δεν συνάδει με το πνεύμα του κυρίως αφιερώματος. Πόσω μάλλον όταν αυτό θέλει να εκφράζει την επιστημονική κοινότητα του Αριστοτελείου. Κατά τα άλλα, η εικονογράφηση συμπληρώνει το κενό του ερωτικού Καβάφη, ενώ το δεύτερο κείμενο φέρνει τον μοδάτο αέρα της κατεδάφισης. Κατά τη γνώμη μας, με το δικαίωμα του σταθερού αναγνώστη και σχολιαστή, τα πρώτα σημεία της πέμπτης περιόδου της Νέας Εστίας δεν δείχνουν και τόσο ευοίωνα.
Το αρχικώς προβλεπόμενο αφιέρωμα αποτελείται από τέσσερα κείμενα “πλάγιας φιλολογικής ματιάς”. Στον πρόλογο, αναφέρεται η σχέση «Νέας Εστίας» - Καβάφη, με το σχόλιο ότι το περιοδικό “δεν υπέκυψε” στο “δίλημμα Παλαμάς ή Καβάφης” και ότι σε αυτό “δημοσιεύτηκαν έγκαιρα αξιόλογες εργασίες για τον Καβάφη, πριν ακόμη από το αφιέρωμα, με αφορμή τον θάνατό του”. Η παρατήρηση δεν είναι μεν εσφαλμένη, δημιουργεί, όμως, εσφαλμένες εντυπώσεις. “Ας αναλογιστούμε ότι στα 1927 ο Ξενόπουλος ίδρυσε την Νέα Εστία, από τις σελίδες της οποίας ο Καβάφης απουσιάζει ως το 1930”, παρατηρεί ο Γ. Π. Σαββίδης. Εκείνος στηριζόταν στα βιβλιογραφικά δεδομένα του Κατσίμπαλη, εμείς, με τα πρόσθετα του Δασκαλόπουλου, μπορούμε να επαυξήσουμε το σχόλιό του. Πριν το 1930, ο Καβάφης αναφέρεται, κυρίως στη στήλη “Περιοδικά και εφημερίδες”, με σαφώς αρνητική χροιά. Όπως το ειρωνικό σχόλιο για “τους καλούς λογίους της Αλεξάνδρειας” και “την Νεο-αλεξανδρινή Σχολή, η οποία έχει ήδη, μεταξύ των άλλων, έναν Καβάφη ποιητήν κι’ έναν Λεοντήν μυθιστοριογράφον”. Ενώ, άλλος σχολιαστής αναφερόμενος στη αισθητική της γλώσσας προτείνει να αντικατασταθεί η τριάδα “Κάλβος, Παπαδιαμάντης, Καβάφης” με τους “Σολωμό, Καρκαβίτσα, Παλαμά”. Ή, ακόμη, ο Κλέων Παράσχος, σε κριτική του για τον ποιητή Μιχ. Στασινόπουλο, τοποθετεί τον Καβάφη “στους παλαιούς που έδωκαν πιά ό,τι είχαν να δώσουν”. Οι επιμελήτριες, ως αξιόλογες εργασίες αναφέρουν τρεις, των Άγρα, Νικολαρεΐζη και Παράσχου. Αυτές, όμως, δημοσιεύονται μετά τη δημοσίευση του πρώτου καβαφικού ποιήματος, στο τεύχος της 1ης Ιαν. 1930, «Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)», που συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, ανυπόγραφο μεν, αλλά αποδιδόμενο στον Ξενόπουλο. Ακόμη, όμως, κι αν δεν το συνέταξε ο ίδιος, το ενέκρινε, δίνοντας το πράσινο φως. Αμέσως μετά δημοσιεύονται τα κείμενα Άγρα (30.5.1930) και Νικολαρεΐζη (1.11.1931), για να ακολουθήσει ο Ξενόπουλος, που πληροφορεί για τον ερχομό του Καβάφη στην Αθήνα, καλοκαίρι 1932, και σε λιγότερο από χρόνο, για τον θάνατό του. Όσο για την αναφερόμενη κριτική του Παράσχου στο βιβλίο του Μαλάνου, αυτή δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου 1933, δηλαδή μετά τον θάνατο του Καβάφη.
Οι τέσσερις συνεργάτες του κυρίως αφιερώματος είναι ο Χρυσανθόπουλος και τρεις νεότερες μελετήτριες. Η καβαφική περιοχή στην οποία επικεντρώνονται είναι περιορισμένης έκτασης, κερδίζει, όμως, σε βάθος. Οι δυο πρώτες μελέτες, της Ναούμ και του Χρυσανθόπουλου, αφορούν στην περίοδο 1891-1903 και τις δυο πρώτες “αναθεωρήσεις” από τον Καβάφη της “ποιητικής του θεωρίας”, όπως τις ανέδειξε ο Γ. Π. Σαββίδης. Η Ναούμ προσεγγίζει την καβαφική ειρωνεία, ξεκινώντας από το ποίημα, «Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον», γραμμένο το 1891, που έμεινε στα «Κρυμμένα». Σε αυτό, στη μετάφραση του σονέτου «Αλληλουχίες» του Μπωντλέρ, προστίθενται πρόλογος και επωδός. Η μελετήτρια θεωρεί πως η επωδός συνιστά “ποιητική περιγραφή” του γερμανικού όρου witz. Ωστόσο, τόσο ο Φρειδερίκος Σλέγκελ, όσο και ο συνεργάτης του Λουδοβίκος Τηκ, έβλεπαν δυναμισμό και θυμηδία “στο γλίστρημα από την ειρωνεία στο witz”, που απουσιάζουν στην επωδό. Ή μήπως όχι;
Ο Χρυσανθόπουλος σχολιάζει “την εμπλοκή του Καβάφη με την ιστοριογραφία”, ενώ επανέρχεται στο θέμα του πολιτικού Καβάφη, που τον έχει και παλαιότερα απασχολήσει, αποτελώντας το αντικείμενο της συνεργασίας του στο αφιέρωμα του «Δέντρου». Η Βασιλειάδη αναφέρεται “στις αυτοκράτειρες του Καβάφη”, θέμα που απασχολεί και τον Πήτερ Τζέφρυς στο αφιέρωμα του «Δέντρου». Τέλος, την καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, μετά τη μελαγχολία, την απασχολεί “η θεματική της ταυτότητας και της ετερότητας”, βρίσκοντας παραλληλία ανάμεσα στον Καβάφη και την αυστροεβραία συγγραφέα Ίλζε Άιχιγκερ, την οποία έχει παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό.
Αυτά τα συνοπτικά περί καβαφικών αφιερωμάτων. Ο χώρος δεν επιτρέπει περαιτέρω σχολιασμό.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/2/2014.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

Formed in 2009, the Archive Team (not to be confused with the archive.org Archive-It Team) is a rogue archivist collective dedicated to saving copies of rapidly dying or deleted websites for the sake of history and digital heritage. The group is 100% composed of volunteers and interested parties, and has expanded into a large amount of related projects for saving online and digital history.


