προσγεγραμμένη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- προσγεγραμμένη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό της μετοχής προσγεγραμμένος του ρήματος προσγράφω, κατά την ελληνιστική έκραση «τό ι προσγεγράψεται» (το ι θα γραφτεί στο πλάι)[1] Για το θηλυκό γένος, δείτε την Ετυμολογία στο «υπογεγραμμένη».
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προσγεγραμμένη θηλυκό
- (γραμματική, στην γραφή αρχαίων ελληνικών και παλαιών κειμένων) ι (γράμμα γιώτα) των καταχρηστικών διφθόγγων που γράφεται δίπλα στα κεφαλαία Α, Η, Ω ή στα πεζά α, η, ω κι όχι από κάτω, όπως η υπογεγραμμένη
[παράδειγμα καταγραφής (με πεζά) επιγραφής (με κεφαλαία)] με προσγεγραμμένη → δείτε ἱέρειᾳ]
- με προσγεγραμμένη: τῆι ἱερείαι (με υπογεγραμμένη: τῇ ἱέρειᾳ = στην ιέρεια)
[παράδειγμα προσγεγραμμένης δίπλα σε κεφαλαίο, σε κείμενα της καθαρεύουσας, όπως σε πτυχία]- ※ ΕΝ ΤΩι ΑΘΗΝΗΣΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩι
- (με πεζά και χρήση υπογεγραμμένης) Ἐν τῷ Ἀθήνησι Πανεπιστημίῳ
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Συχνά, η προσγεγραμμένη γράφεται ως υπογεγραμμένη: ᾈ αντί Αι
→ και δείτε Παράρτημα:Γραμματοσειρές (ελληνικά)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- προσγεγραμμένη: κλιτικός τύπος
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]προσγεγραμμένη
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσγεγραμμένος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ προσγεγραμμένη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]- ονομαστική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσγεγραμμένος
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ερωμένη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Κλιτικοί τύποι μετοχών (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι μετοχών (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)