close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολυπαλλόμενο σύμφωνο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολυπαλλόμενο σύμφωνο τα πολυπαλλόμενα σύμφωνα
      γενική του πολυπαλλομένου συμφώνου
πολυπαλλόμενου συμφώνου
των πολυπαλλομένων συμφώνων
πολυπαλλόμενων συμφώνων
    αιτιατική το πολυπαλλόμενο σύμφωνο τα πολυπαλλόμενα σύμφωνα
     κλητική πολυπαλλόμενο σύμφωνο πολυπαλλόμενα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολυπαλλόμενο σύμφωνο  δείτε τις λέξεις πολυπαλλόμενος και σύμφωνο, κατ᾿ αντιδιαστολή προς το μονοπαλλόμενο σύμφωνο

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /po.li.paˈlo.me.no ˈsiɱ.fo.no/

Image Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

πολυπαλλόμενο σύμφωνο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πολυπαλλόμενο - Συγκριτική περιγραφή Αλβανικής - Ελληνικής: Κεφάλαιο 1 - Φωνητική