πολυπαλλόμενο σύμφωνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πολυπαλλόμενο σύμφωνο | τα | πολυπαλλόμενα σύμφωνα |
| γενική | του | πολυπαλλομένου συμφώνου πολυπαλλόμενου συμφώνου |
των | πολυπαλλομένων συμφώνων πολυπαλλόμενων συμφώνων |
| αιτιατική | το | πολυπαλλόμενο σύμφωνο | τα | πολυπαλλόμενα σύμφωνα |
| κλητική | πολυπαλλόμενο σύμφωνο | πολυπαλλόμενα σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολυπαλλόμενο σύμφωνο → δείτε τις λέξεις πολυπαλλόμενος και σύμφωνο, κατ᾿ αντιδιαστολή προς το μονοπαλλόμενο σύμφωνο
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]πολυπαλλόμενο σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητική) σύμφωνο που ταξινομείται ως πολυπαλλόμενο ως προς τον τρόπο άρθρωσής του, καθώς χαρακτηρίζεται από πολλές παλμικές κίνησεις[1]
Στην κοινή νεοελληνική υπάρχει ένα πολυπαλλόμενο σύμφωνο, το ηχηρό φατνιακό πολυπαλλόμενο [r]. Συνηθέστερα, ο φθόγγος αυτός αρθρώνεται ως μονοπαλλόμενο [ɾ] αλλά σε ορισμένους συνδυασμούς φθόγγων π.χ. άρτος [arˈtos] ενίοτε προφέρεται. Στα ισπανικά είναι το αρχικό ρω π.χ. real [ˈre.al] (βασιλικός) ή το διπλό ρω arroz [aˈroθ] (ρύζι) ενώ στα ιταλικά είναι το διπλό π.χ. narrare [naˈra.re] (αφηγούμαι).- ≈ συνώνυμα: πολυπαλλόμενο
- ≠ αντώνυμα: μονοπαλλόμενο σύμφωνο, μονοπαλλόμενο
- > υπερώνυμα: παλλόμενο σύμφωνο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία] Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολυπαλλόμενο σύμφωνο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πολυπαλλόμενο - Συγκριτική περιγραφή Αλβανικής - Ελληνικής: Κεφάλαιο 1 - Φωνητική