close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανακεκαμμένο σύμφωνο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανακεκαμμένο σύμφωνο τα ανακεκαμμένα σύμφωνα
      γενική του ανακεκαμμένου συμφώνου των ανακεκαμμένων συμφώνων
    αιτιατική το ανακεκαμμένο σύμφωνο τα ανακεκαμμένα σύμφωνα
     κλητική ανακεκαμμένο σύμφωνο ανακεκαμμένα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανακεκαμμένο σύμφωνο  δείτε τις λέξεις ανακεκαμμένος και σύμφωνο

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.na.ce.kaˈme.no ˈsiɱ.fo.no/

Image Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

ανακεκαμμένο σύμφωνο ουδέτερο

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

στην κρητική διάλεκτο, υπάρχει: (Παράρτημα:Προφορά/νέα ελληνικά#Σύμφωνα)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ανακεκαμμένο - Συγκριτική περιγραφή Αλβανικής - Ελληνικής: Κεφάλαιο 1 - Φωνητική
  2. ανακεκαμμένο σύμφωνο - Λεξικό γλωσσολογικών όρων - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (200608)